Πιτσιλλίδη ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, προηγουμένως εγγεγραμμένη ως MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1608/2013, 13/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1608/2013 Μεταξύ: *** Πιτσιλλίδη Ενάγοντος και CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, προηγουμένως εγγεγραμμένη ως MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED Εναγομένης και ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Μεσεγγυούχου Αίτηση ημερ. 9.7.18 υπό Ενάγοντος για Κατάσχεση εις Χείρας Τρίτου Ημερομηνία: 13 Μαρτίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Α. Μαρκίδης, κα Μ. Ζήρα και κ. Ν. Μακρίδης, για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: Καμία Εμφάνιση Για Μεσεγγυούχο: κα Θ. Ραφτοπούλου, για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν μονομερούς αίτησης ο Ενάγων εξασφάλισε προσωρινό ένταλμα κατάσχεσης περιουσίας (order nisi) εις χείρας της Μεσεγγυούχου Κεντρικής Τράπεζας (εφεξής «η Κ.Τ.Κ.»), με απώτερο στόχο αυτή να χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση της εκδοθείσας υπέρ του απόφασης στην αγωγή για το ποσό των €1.861,376 συν τόκους. Στη συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση του είχε επισυνάψει την απόφαση ημερ. 8.6.18 (Τεκμήριο 1) και εξέφρασε την πίστη του ότι η Εναγόμενη διατηρεί στη Μεσεγγυούχο τραπεζικούς λογαριασμούς με ψηλότερες από το δικαστικό χρέος καταθέσεις. Ένσταση Γραπτή ένσταση καταχώρισε μόνον η Μεσεγγυούχος, την οποία (ένσταση) υιοθέτησε και η Εναγόμενη. Προβλήθηκαν 10 λόγοι προς απόρριψη της αίτησης οι ουσιωδέστεροι εκ των οποίων έχουν ως εξής: «
(3)Οι λογαριασμοί που τηρούνται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου λειτουργούν ...................., με βάση όρους λειτουργίας που έχουν τεθεί από την Αρχή Εξυγίανσης και έχουν σκοπό την διεξαγωγή πληρωμών οι οποίες είναι αναγκαίες για την διεκπεραίωση των καθηκόντων και υποχρεώσεων του Ειδικού Διαχειριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd.
(4)Το οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται κατατεθειμένο στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε λογαριασμούς που διαχειρίζεται η Ειδική Διαχείριση .............. δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεσεγγύησης, καθότι το ποσό αυτό κατά την εκκαθάριση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd θα πρέπει να τύχει δίκαιης κατανομής σε όλους τους πιστωτές της, σύμφωνα με την κατάταξη τους στην πτωχευτική ιεραρχία.
(5)Τυχόν έκδοση και/ή οριστικοποίηση των αιτούμενων με την παρούσα αίτηση διαταγμάτων συνιστά παράβαση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι)/2016, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μάϊου 2014 και παράβαση των αρχών της εξυγίανσης.
(6)Τυχόν έκδοση του υπό αιτητικού (Γ) διατάγματος θα επιφέρει ανισότητα μεταξύ των πιστωτών ............, καθότι θα διαταχθεί η καταβολή ποσού προς όφελος πιστωτή πριν την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, κατά προτεραιότητα έναντι άλλων προσώπων που με βάση την ισχύουσα νομοθεσία προηγούνται του Ενάγοντα στη σειρά κατάταξης πληρωμής κατά την εκκαθάριση, ........................, κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και κατά παράβαση της αρχής pari passu.» Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση του ο Βοηθός Διευθυντής της Κ.Τ.Κ. και Προϊστάμενος του Τμήματος Εξυγίανσης επαναλαμβάνει βασικά τους λόγους ένστασης, τους οποίους αναλύει και επεξηγεί. Η ουσία των θέσεων του εμφαίνεται στις §§8, 10 και 11 οι οποίες έχουν ως εξής: «
- Η Λαϊκή Τράπεζα εξακολουθεί να κατέχει άδεια για διεξαγωγή εργασιών πιστωτικού ιδρύματος, ωστόσο κατόπιν τροποποίησης της τραπεζικής της άδειας στις 28/05/2013, η οποία έγινε μετά την υπαγωγή της σε καθεστώς εξυγίανσης, η Λαϊκή Τράπεζα δεν μπορεί να προβαίνει στην ανάληψη νέων υποχρεώσεων έναντι του κοινού, υπό μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικής οφειλής. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης, η Λαϊκή Τράπεζα θα τεθεί, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, υπό εκκαθάριση και το προϊόν από την πώληση των εναπομεινάντων περιουσιακών της στοιχείων θα διανεμηθεί στους πιστωτές και τους μετόχους της σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 33Ο του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου.
- ...........................
- Ο Ειδικός Διαχειριστής της Λαϊκής Τράπεζας τηρεί και διαχειρίζεται συγκεκριμένους λογαριασμούς στην ΚΤΚ. σύμφωνα με συγκεκριμένους όρους εντολής. Οι λογαριασμοί αυτοί, ωστόσο, τηρούνται κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας εξυγίανσης, για τους νομοθετικά προβλεπόμενους σκοπούς και λειτουργούν με βάση τους όρους λειτουργίας που έχουν τεθεί από την Αρχή Εξυγίανσης. Οι λογαριασμοί αυτοί έχουν σκοπό τη διεξαγωγή πληρωμών οι οποίες είναι αναγκαίες για την διεκπεραίωση των καθηκόντων και υποχρεώσεων του Ειδικού Διαχειριστή ...... .............................
- Επιπλέον, το οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται κατατεθειμένο στην ΚΤΚ σε λογαριασμούς που διαχειρίζεται ο Ειδικός Διαχειριστής της Λαϊκής Τράπεζα δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεσεγγύησης, καθότι μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης, η Λαϊκή Τράπεζα θα τεθεί υπό εκκαθάριση και τα ποσά που βρίσκονται στους λογαριασμούς που διαχειρίζεται ο Ειδικός Διαχειριστής θα πρέπει να τύχουν δίκαιης κατανομής σε όλους τους πιστωτές της, σύμφωνα με την κατάταξη τους στην πτωχευτική ιεραρχία.» Να σημειωθεί ότι η Εναγόμενη δεν καταχώρισε ξεχωριστή ένσταση, δηλώνοντας εξαρχής ότι υιοθετεί αυτήν της Μεσεγγυούχου. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(δ) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, η κατάσχεση ιδιοκτησίας εις χείρας τρίτου είναι μια από τις μεθόδους εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων. Με βάση το άρθρο 73 του ίδιου νόμου όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) εφ' οιουδήποτε ποσού χρημάτων, αγαθών ή άλλης κινητής ιδιοκτησίας υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου ή όταν το τρίτο πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτου, τότε καθ' οιονδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση δύναται να εκδοθεί ένταλμα κατασχέσεως εις χείρας τρίτου καλούν το τρίτο πρόσωπο να εμφανιστεί και εξεταστεί εν σχέσει προς την εις χείρας του ιδιοκτησία και διατάσσον τούτο να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη της ιδιοκτησίας αυτής. Η διαδικασία και η μέθοδος κατάσχεσης έχουν αναφερθεί από τον Δικ. Ναθαναήλ στην αγωγή 8289/92, ημερ. 26.6.95 του Ε.Δ. Λευκωσίας με παραπομπή στις υπ. Hoffman v. Intercontinental Pharmaceuticals
(1969)1 C.L.R.106 και Choice Investments Ltd v. Jeromnimon Midland Bank Ltd
(1981)1 W.L.R.
- Βασικά γίνεται δεκτό ότι υπάρχουν δύο στάδια στην όλη διαδικασία, ήτοι το προσωρινό διάταγμα (garnishee order nisi) και το απόλυτο διάταγμα (garnishee order absolute), κατ' αναλογίαν των όσων εφαρμόζονται στην Αγγλία. Παρατίθεται από την απόφαση στην αγωγή 8289/92 το εξής σχετικό απόσπασμα: «Παρόλο που δεν χρησιμοποιούνται οι λέξεις "nisi" και "absolute" στη δική μας νομοθεσία, εντούτοις η διαδικασία που προβλέπεται από το μέρος VII του Κεφ.6, είναι παρόμοια εφόσον εκδίδεται ένα ένταλμα μεσεγγύησης επί προσωρινής βάσεως που απευθύνεται προς τον μεσεγγυούχο, παγοποιώντας τα χρήματα που βρίσκονται στα χέρια του μέχρις ότου το Δικαστήριο, αφού ακούσει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, διατάξει είτε την πληρωμή των χρημάτων στον εξ αποφάσεως πιστωτή ή την άρση του διατάγματος ή οποιαδήποτε άλλη διαταγή ήθελε κρίνει ορθό υπό τις περιστάσεις». Όπως εξηγείται σε άλλο σημείο «.μόλις το "garnishee order nisi" επιδοθεί στον Μεσεγγυούχο, αυτό επενεργεί ως ένα απαγορευτικό διάταγμα, εμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο την πληρωμή των χρημάτων.». Δημιουργείται δηλαδή μια επιβάρυνση υπέρ του εξ αποφάσεως πιστωτή επί της επίδικης κινητής ιδιοκτησίας, η οποία πλέον υπόκειται σε μεσεγγύηση. Τα πιο πάνω προκύπτουν ουσιαστικά από το άρθρο 74 του Κεφ.6, το οποίο προνοεί ότι: i. Το ένταλμα επιδίδεται στον μεσεγγυούχο, ο οποίος καλείται να εμφανιστεί στο δικαστήριο. ii. Κάθε κινητή ιδιοκτησία η οποία, κατά την επίδοση του εντάλματος ή πριν την άρση του, ευρίσκεται ή ήθελε περιέλθει υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του καθίσταται ασφάλεια εις χείρας του προς ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή. Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι ο Ενάγων είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής εν τη εννοία του άρθρου 2 του Κεφ.
- Ούτε αμφισβητείται το ότι όντως υπάρχουν χρήματα υπό τη φύλαξη της Μεσεγγυούχου για τα οποία η Εναγόμενη έχει συμφέρον με την έννοια που έχει ερμηνευθεί η συγκεκριμένη προϋπόθεση. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958 σελ.1093-
- Σελ.1093: «It is essential that the relation of creditor and debtor should exist between the judgment debtor and the garnishee ............................. There must be money due to the judgment debtor ............................. A judgment creditor cannot, by means of attachment, stand in a better position as regards the garnishee than the judgment debtor did; he can only obtain what the judgment debtor could honestly give him». Σελ.1096: «What is the test whether a debt is attachable? That it is owing by the garnishee, and that it is a debt of which the judgment debtor can enforce payment if he desire to do so». Ουσιαστικά στη βάση των προαναφερθεισών εκατέρωθεν θέσεων και νομικών αρχών το ουσιώδες ερώτημα το οποίο ανακύπτει είναι το κατά πόσον το ποσό το οποίο παραδεκτώς ευρίσκεται κατατεθειμένο επ' ονόματι του Διαχειριστή της Εναγομένης στη Μεσεγγυούχο Κ.Τ.Κ. συνιστά ποσό χρημάτων το οποίο δύναται να κατασχεθεί εν τη εννοία των άρθρων 73 και 74 προς ικανοποίηση της απαίτησης του Ενάγοντος ή όχι λόγω του ότι η Εναγόμενη ευρίσκεται σε καθεστώς εξυγίανσης. Στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης παρέμεινε αναντίλεκτο πως μετά την τελική απόφαση του Eurogroup ημερ. 25.3.13 και στη βάση του εν ισχύι τότε περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν.17
(1)/13 η Αρχή Εξυγίανσης (δηλαδή η Κ.Τ.Κ.) έθεσε την Εναγόμενη τράπεζα υπό εξυγίανση βάσει του άρθρου 3
(1), εκδίδοντας αμέσως μετά δύο διατάγματα, ήτοι το περί της Πώλησης Εργασιών (Κ.Δ.Π.94/13) και το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών (Κ.Δ.Π.104/13) της τράπεζας. Θα πρέπει να σημειωθεί πως και τα δύο αυτά διατάγματα εκδόθηκαν στη βάση των άρθρων 7 και 9 και ειδικότερα ότι το πρώτο αφορούσε γενικά την απόφαση για λήψη και εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης και το δεύτερο προνοούσε εξειδικευμένα για την εφαρμογή ενός εξ αυτών, ήτοι της πώλησης εργασιών. Εν ολίγοις η Αρχή Εξυγίανσης ασκώντας τις εξουσίες που της είχαν δοθεί: - Κατ' αρχάς έλαβε απόφαση για λήψη μέτρων εξυγίανσης στη συγκεκριμένη τράπεζα (Εναγόμενη). - Ακολούθως έλαβε απόφαση για εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου, ήτοι της πώλησης εργασιών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί πως για να ληφθεί μέτρο εξυγίανσης εννοείται ότι πληρούντο όλες οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 6 και δη: (α) Ότι η Εναγόμενη δεν ήταν βιώσιμη (ή πιθανόν θα καθίστατο μη βιώσιμη) σύμφωνα με αξιολόγηση βάσει της οποίας διαφαίνετο εύλογος κίνδυνος ότι δυνατό να μην ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ή να λειτουργεί ως δρώσα μονάδα. (β) Ότι χωρίς τη λήψη μέτρων δεν επαρκούσαν άλλες ενέργειες ώστε η Εναγόμενη να τηρήσει τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας ή και ρευστότητας. (γ) Ότι το μέτρο εξυγίανσης ήταν αναγκαίο για την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Δεν έχει αμφισβητηθεί στα πλαίσια της παρούσας ότι συνέτρεχαν σωρευτικά οι πιο πάνω προϋποθέσεις, όπως εξάλλου επιτάσσει και ο Νόμος και όπως περαιτέρω είχε καταγραφεί στο προοίμιο των δύο προαναφερθέντων διαταγμάτων της Αρχής Εξυγίανσης. Παράλληλα με την απόφαση για λήψη μέτρων, τα υπόλοιπα βήματα ασφαλώς ήταν ο διορισμός Ειδικού Διαχειριστή βάσει του άρθρου 14 και (επειδή επρόκειτο για λήψη του μέτρου της πώλησης) η διενέργεια από την Αρχή Εξυγίανσης προκαταρκτικής αποτίμησης και παράλληλα από εκτιμητή η σύνταξη έκθεσης εκτίμησης (περιουσίας και υποχρεώσεων), καθώς και ο καθορισμός από την Αρχή Εξυγίανσης της τελικής αξίας «. των μεταβιβαζόμενων τίτλων, ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων» βάσει του άρθρου 22. Σύμφωνα με το εδ.
(5)του άρθρου 22 η αποτίμηση έχει ως στόχο την εκτίμηση της εύλογης αξίας της περιουσίας και των υποχρεώσεων και βάσει του εδ.
(6)συμπληρώνεται μεταξύ άλλων, από «. κατάλογο με τις υποχρεώσεις που εκκρεμούν με ένδειξη των αντίστοιχων πιστώσεων και του επιπέδου προτεραιότητας, βάσει του ισχύοντος πτωχευτικού δικαίου». Μέσα από τα προοίμια των δύο διαταγμάτων προκύπτει πως η Αρχή Εξυγίανσης έλαβε υπόψιν της και το Σχέδιο Εξυγίανσης της Εναγομένης. Στη δε σχετική Οδηγία 2001/24/Ε.Κ. ημερ. 4.4.01 αναφέρεται στη Σκέψη υπ' αρ.14 πως εάν δεν έχουν ληφθεί μέτρα εξυγίανσης ή αν αυτά αποτύχουν, τα πιστωτικά ιδρύματα που αντιμετωπίζουν κρίση πρέπει να εκκαθαρίζονται. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 μεταξύ των στόχων της λήψης μέτρων εξυγίανσης είναι η πρόληψη εξάπλωσης κινδύνων, η σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και η προστασία των καταθετών. Ιδιαίτερη δε σημασία έχουν οι κατά το ίδιο άρθρο εφαρμοζόμενες γενικές αρχές κατά τη λήψη και την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, οι κυριότερες εκ των οποίων βάσει του άρθρου 3
(2)έχουν ως εξής: «(α) Οι μέτοχοι ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται πρώτοι τυχόν "ζημιές που προκύπτουν από την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, (β) οι πιστωτές ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση' επωμίζονται τις ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4, (γ) εκτός όπου προνοείται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, ή εφόσον συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι πιστωτές της ίδιας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, (δ) οι πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση, ..................................» Οι πιο πάνω στόχοι και αρχές επαναλαμβάνονται και στον επόμενο καταργητικό Νόμο, ήτοι τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Ν.22
(1)/16 (άρθρα 41-44). Ο οποίος, νέος νόμος, προνοεί στις μεταβατικές διατάξεις του πως όλα τα ληφθέντα με βάση τον καταργηθέντα (Ν.17
(1)/13) μέτρα θεωρούνται ότι είναι μέτρα που λήφθηκαν δυνάμει του νέου νόμου και «. θα συνεχίσουν να ισχύουν μέχρις ότου ολοκληρωθούν ή ανακληθούν ή ακυρωθούν». Συνεπώς οι διατάξεις του νέου νόμου διέπουν και διαδικασίες εξυγίανσης οι οποίες είχαν αρχίσει υπό το καθεστώς του καταργηθέντος πλέον νόμου. Ο νέος Νόμος είναι πολύ πιο σαφής στο άρθρο 45
(6)(α) και (β) πως: «6(α) Όταν χρησιμοποιούνται μόνο τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ή (β) του εδαφίου
(3), και χρησιμοποιούνται για τη μεταβίβαση μόνο μέρους των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση, το εναπομένον ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο από το οποίο έχουν μεταβιβαστεί τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις, εκκαθαρίζεται σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. (β) Η εκκαθάριση δυνάμει της παραγράφου (α) πραγματοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, λαμβανομένης υπόψη της ενδεχόμενης ανάγκης του εν λόγω ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου να παρέχει υπηρεσίες ή στήριξη σύμφωνα με το άρθρο 67, προκειμένου ο αποδέκτης να είναι σε θέση να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες τις οποίες απέκτησε δυνάμει αυτής της μεταβίβασης, και λαμβανομένου επίσης υπόψη κάθε άλλου λόγου ο οποίος επιτάσσει τη συνέχιση της λειτουργίας του εναπομένοντος ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης ή να τηρούνται οι αρχές που ορίζονται στο άρθρο 44.» (έμφαση δοθείσα) Οι βασικές αρχές του προαναφερόμενου άρθρου 44 παραμένουν βέβαια οι ίδιες (με εκείνες του παλαιού άρθρου 3) αλλά πέραν της ρητής επιταγής για ίση μεταχείριση των πιστωτών «ιδίας τάξεως», αξίζει να καταγραφεί αυτούσια η προνοούμενη στην υποπαράγραφο 1(ζ) του νέου άρθρου: «(ζ) κανένας πιστωτής δεν υφίσταται μεγαλύτερες ζημίες από εκείνες που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις των άρθρων 75 έως 77.» Ιδιαίτερα βοηθητικές στην εξέταση των εγειρόμενων ζητημάτων είναι οι πρόνοιες των αναφερόμενων στην πιο πάνω υποπαράγραφο άρθρων 75-77, τα οποία, για ό,τι ενδιαφέρει, έχουν ως εξής: «75. Εφόσον έχουν εφαρμοστεί ένα ή περισσότερα μέτρα εξυγίανσης και, ιδίως, για τους σκοπούς του άρθρου 77, εφαρμόζονται τα εξής: (α) Εκτός των περιπτώσεων όπου εφαρμόζεται η παράγραφος (β), σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης μεταβιβάζει μόνον εν μέρει τα δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις του ιδρύματος υπό εξυγίανση, οι μέτοχοι και οι πιστωτές εκείνοι των οποίων οι απαιτήσεις δεν έχουν μεταβιβαστεί, λαμβάνουν προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους τουλάχιστον όσα θα είχαν λάβει εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 83· ......... 76.-
(1)(α) Προκειμένου να αποτιμηθεί κατά πόσον οι μέτοχοι και οι πιστωτές θα τύγχαναν καλύτερης μεταχείρισης εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, μεταξύ άλλων, αλλά όχι αποκλειστικά, και για τους σκοπούς του άρθρου 75, διενεργείται αποτίμηση από ανεξάρτητο πρόσωπο, το συντομότερο δυνατόν, αφού έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης. (β) Η εν λόγω αποτίμηση είναι χωριστή από την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 47. (γ) ...............................
(2)Με την αποτίμηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)προσδιορίζεται (α) Η μεταχείριση της οποίας θα είχαν τύχει οι μέτοχοι και οι πιστωτές, ή το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση, στο οποίο έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης, είχε τεθεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 83· και (β) η πραγματική μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι μέτοχοι και οι πιστωτές κατά την εξυγίανση του ιδρύματος υπό εξυγίανση· και (γ) αν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ της μεταχείρισης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) και της μεταχείρισης που αναφέρεται στην παράγραφο (β).
(3)................................. 77. Εάν με την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 76 προσδιοριστεί ότι οποιοσδήποτε μέτοχος ή πιστωτής που αναφέρεται στο άρθρο 75 ή το σύστημα εγγύησης καταθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 105
(1), έχει υποστεί μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίστατο κατά την εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, δικαιούται την καταβολή της διαφοράς από το Ταμείο Εξυγίανσης.» (έμφαση δοθείσα) Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του ισχύοντος Ν.22
(1)/16 «κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας» αναφορικά με Τράπεζα σημαίνει εκκαθάριση ή ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το Μέρος XIII του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων, Ν.66
(1)/97, στο άρθρο 33Ο του οποίου προνοείται πως κατά τις κανονικές αυτές διαδικασίες εφαρμόζεται κατά προτεραιότητα το άρθρο 300
(1),
(2), του Κεφ.113 και ότι άνευ βλάβης των προνοιών του καταβάλλονται με σειρά προτεραιότητας (η οποία καθορίζεται στο άρθρο 33Ο) τα διάφορα χρέη, απαιτήσεις και καταθέσεις. Παρατηρείται λοιπόν ότι συνιστά ανυπέρβλητο κώλυμα για την επιτυχία της υπό κρίσιν αίτησης το ότι η ικανοποίηση μόνον ενός ή μόνον κάποιων πιστωτών θα συνιστούσε παραβίαση της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών της ίδιας τάξης, ενόσω μάλιστα προβλέπεται στο άρθρο 3 του αρχικού Νόμου πως οι πιστωτές «επωμίζονται ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4», το οποίο με τη σειρά του παραπέμπει στο άρθρο 300 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113. Την ίδια πρόνοια περιέχει και το άρθρο 44
(1)(β) του Ν.22
(1)/16. Σχετικές είναι και οι αιτιολογικές Σκέψεις αρ.47 και 49 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ και ιδιαίτερα η πρώτη, στην οποίαν αναφέρεται επίσης ότι όταν εφαρμόζονται μέτρα εξυγίανσης οι μέτοχοι και οι πιστωτές αναλαμβάνουν κατάλληλο μερίδιο των ζημιών. Στη βάση του όλου σκεπτικού της οδηγίας θα μπορούσε να πει κάποιος πως η λήψη μέτρων εξυγίανσης είναι μια suis generis διαδικασία εκκαθάρισης ή ένα προκαταρκτικό στάδιο της εκκαθάρισης αφού όπως εξηγείται στη Σκέψη 49 τα εργαλεία εξυγίανσης εφαρμόζονται όταν το ίδρυμα δεν δύναται, χωρίς να αποσταθεροποιηθεί το χρηματοοικονομικό σύστημα, να εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Διευκρινίζεται πως η υπό κρίση περίπτωση δεν αφορά απόφαση που είχε εκδοθεί «πριν από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης» και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 28
(2)του Ν.17(Ι)/13, το οποίο προνοούσε πως δεν επηρεάζονται οι εν λόγω παλαιότερες αποφάσεις ή του άρθρου 88
(2)του Ν.22
(1)/16 το οποίο περιέχει ακριβώς την ίδια πρόνοια. Η συγκεκριμένη πρόνοια μάλιστα οδηγεί εξ αντιδιαστολής στο λογικό συμπέρασμα πως εάν η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να μην επηρεάζονται και μεταγενέστερες δικαστικές αποφάσεις ασφαλέστατα δεν θα προέβαινε στον πιο πάνω διαχωρισμό ή και θα συμπεριελάμβανε ρητή ρύθμιση και για τις μεταγενέστερες. Δεν ήταν όμως αυτή η πρόθεση, οι σκοποί και η όλη φιλοσοφία των αρχών εξυγίανσης ιδρύματος, το οποίο ουσιαστικά ευρίσκεται προ της οικονομικής κατάρρευσης με τεράστιους κινδύνους για το χρηματοοικονομικό σύστημα, τους δημόσιους πόρους, το σύστημα προστασίας καταθετών και γενικά τη δημόσια ωφέλεια και το δημόσιο συμφέρον. Δεν θα συμφωνήσω στο ότι ο Διαχειριστής δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει χρήματα από τα κατατεθειμένα στη Μεσεγγυούχο προς εξόφληση απαιτήσεων ή διευθέτηση μέρους αυτών ή ως καταβολή έναντι αυτών. Έχω τη γνώμη πως δικαιούται να το πράξει αλλά προϋποτίθεται πως είναι σε θέση να τηρήσει τις προηγούμενες αρχές, ήτοι της προτεραιότητας χρεών, της ανάληψης ζημιών από πιστωτές και της αρχής της ισότητας μεταξύ πιστωτών ίδιας τάξης, με συγκεκριμένους αριθμούς και ποσά ή έστω με κάποια ασφαλή εκτίμηση για την τήρηση των αρχών αυτών. Αυτό προκύπτει κατά τη γνώμη μου από το νόημα της §1(β) του άρθρου 76, βάσει της οποίας αργότερα κατά την εκκαθάριση λαμβάνεται υπόψιν, μεταξύ άλλων, η πραγματική μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι μέτοχοι και οι πιστωτές κατά την εξυγίανση και όπως σαφώς εξηγείται στη Σκέψη 51: «. αφού έχουν εφαρμοστεί τα εργαλεία εξυγίανσης, θα πρέπει να διενεργείται σύγκριση εκ των υστέρων μεταξύ της μεταχείρισης της οποίας όντως έτυχαν οι μέτοχοι και οι πιστωτές και της μεταχείρισης της οποίας θα ετύγχαναν υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Εάν κριθεί ότι οι μέτοχοι και οι πιστωτές έχουν λάβει, κατά την εξόφληση ή κατά την αποζημίωση των απαιτήσεων τους, λιγότερα από όσα θα είχαν λάβει υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, θα πρέπει να δικαιούνται καταβολή της διαφοράς .» Βασικά αυτό το οποίο απέτυχε να καταδείξει ο Ενάγων είναι πως έχουν εφαρμοστεί ή ολοκληρωθεί τα προβλεπόμενα περί ανάληψης ζημιών, περί εξόφλησης των κατά προτεραιότητα χρεών και ότι του αναλογεί συγκεκριμένο ποσό εφαρμοζομένης της αρχής της ισότητας μεταξύ του και των υπόλοιπων πιστωτών ιδίας τάξης. Από τα πιο πάνω λοιπόν συνάγεται πως ο Ενάγων δεν είναι δυνατό να εισπράξει σήμερα οποιοδήποτε ποσό καθότι αυτό αναμφίβολα θα συνιστούσε προνομιακή μεταχείριση του εν σχέσει με άλλους πιστωτές της ίδιας τάξης, δηλαδή άνιση μεταχείριση των ομοίων, πράγμα ανεπίτρεπτο με βάση τον Νόμο και το Σύνταγμα. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ακυρώνεται, με έξοδα €1.000- προς όφελος της Μεσεγγυούχου και εις βάρος του Ενάγοντος. Καμία διαταγή εξόδων εν σχέσει με την Εναγόμενη. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο