ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α. ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3893/17, 10/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A183 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3893/17 Μεταξύ:
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ενάγοντες και XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ Εναγόμενος ----------------------------------------- Ημερομηνία: 10 Απριλίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Σεργίδης για Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κα Πατσαλίδου για Λουκή Γ. Λουκαΐδη & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες, πατέρας και θυγατέρα αντίστοιχα, αξιώνουν από τον εναγόμενο ποσό €1.618,40 «.ως αποζημιώσεις για ζημιές και/ή απώλειες που υπέστησαν.εξ' αιτίας της παράβασης της σύμβασης πώλησης από μέρους του εναγόμενου και/ή συνεπεία της πωλήσεως ελαττωματικών προϊόντων από τον εναγόμενο προς τους ενάγοντες.». Είναι ειδικότερα η εκδοχή των εναγόντων ότι περί την 01/09/17, αγόρασαν από τον εναγόμενο κατόπιν συμφωνίας, το όχημα του τελευταίου μάρκας Volkswagen Tiguan για το ποσό των €
- Τρεις όμως μέρες μετά που ο τελευταίος τους παράδωσε το όχημα, το οποίο εγγράφηκε στο όνομα της ενάγουσας 2, αυτό παρουσίασε κάποιο μηχανικό πρόβλημα για το οποίο οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να αποταθούν σε μηχανικούς και στο τέλος, για να το επιδιορθώσουν κατέβαλαν το ποσό των €1.618,
- Θεωρώντας οι ενάγοντες ότι προφανώς ο εναγόμενος γνώριζε για το πρόβλημα που είχε το αυτοκίνητο αλλά, παρά ταύτα, το απέκρυψε και/ή προέβη σε ψευδείς παραστάσεις κατά την πώληση του, ζήτησαν από τον τελευταίο όπως τους καταβάλει το κόστος επιδιόρθωσης και, αν και αρχικά αυτός συμφώνησε να το πράξει, στη συνέχεια αρνήθηκε εξ' ου και η παρούσα αγωγή. Η υπεράσπιση του εναγόμενου είναι ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη οποιουδήποτε προβλήματος με το αυτοκίνητο, το οποίο ήταν κοινώς αντιληπτό ότι είχε κατασκευαστεί το 2008 και ήταν 9 ετών μεταχειρισμένο, και ότι σε καμία ψευδή παράσταση ή εγγύηση για την κατάσταση του αυτοκινήτου δεν προέβη προς τους ενάγοντες κατά την πώληση αφού ούτε ο ίδιος ασχολείται με την πώληση αυτοκινήτων αλλά ούτε και θα αναμένετο κάποιος που «πουλά μεταχειρισμένο αυτοκίνητο 9 χρονών.(να).εγγυάται ο ίδιος την κατάσταση του εφόσον δεν γνωρίζει οποιοδήποτε πρόβλημα του». Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, προτού αγοράσουν το αυτοκίνητο, οι ενάγοντες το είχαν πάρει σε συγγενή τους μηχανικό για να επιθεωρήσει την κατάσταση του και είναι μετά που ο τελευταίος έκρινε την κατάσταση του οχήματος ικανοποιητική που προχώρησαν και το αγόρασαν. Καμία συνεπώς υποχρέωση ή ευθύνη δεν έχει ο εναγόμενος να καταβάλει στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό ως αυτοί αξιώνουν. Εφόσον η αξία του επίδικου αντικειμένου της υπόθεσης δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή εκδικάστηκε με την διαδικασία της ταχείας εκδίκασης της «νέας» Δ.30, ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση γραπτής ένορκης μαρτυρίας. Εκ μέρους των εναγόντων γραπτή μαρτυρία κατατέθηκε από τον ενάγοντα 1 (ΜΕ1) και τους μηχανικούς Α. Κωνσταντίνου (ΜΕ2) και Δ Κωνσταντίνου (ΜΕ3) ενώ ο εναγόμενος κατέθεσε μαρτυρία μόνο ο ίδιος ως ΜΥ
- Η γραπτή μαρτυρία όλων των εν λόγω μαρτύρων κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με τις δικογραφημένες θέσεις της πλευράς τους. Ειδικότερα όμως: Ο ενάγοντας 1 και οι μηχανικοί ΜΕ2 και ΜΕ3, οι οποίοι μηχανικοί ισχυρίστηκαν ότι εξέτασαν το επίμαχο όχημα, ο μεν πρώτος πριν, ο δε δεύτερος μετά την αγορά του, ήτοι στις 23/08/17 και 06/09/19 αντίστοιχα, ισχυρίστηκαν ότι αν και το όχημα ελέγχθηκε πριν την αγορά και καμία προειδοποιητική ένδειξη δεν ήταν αναμμένη τότε και ούτε εντοπίστηκε κάποιο πρόβλημα από τον τυπικό ηλεκτρονικό διαγνωστικό έλεγχο, εντούτοις, όταν άναψε η προειδοποιητική ένδειξη μηχανικού προβλήματος τρεις μέρες μετά που το όχημα παραδόθηκε από τον εναγόμενο και οι αρχικές ενέργειες που έγιναν για εντοπισμό και επίλυση του προβλήματος φάνηκαν να συνιστούν μόνο προσωρινή λύση οπόταν και κρίθηκε αναγκαίο να ανοιχτεί η μηχανή, διαπιστώθηκε ότι το συγκεκριμένο μηχανικό «.πρόβλημα μπορεί να αποκρυφτεί και δεν μπορεί να εντοπιστεί ούτε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ούτε με εύλογη επιμέλεια όταν το μήνυμα της προειδοποιητικής ένδειξης λυχνίας είναι σβησμένο ή αφαιρεμένο αφού, με σχετικά εύκολες ενέργειες οποιοσδήποτε μηχανικός μπορεί να συνδέσει το όχημα με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφαιρέσει το μήνυμα της προειδοποιητικής λυχνίας. Με τον τρόπο αυτό η προειδοποιητική ένδειξη λυχνίας σβήνει και το επίδικο πρόβλημα δεν μπορεί να εντοπιστεί με οποιαδήποτε εύλογη προσπάθεια. Λόγω τούτου ήταν αδύνατο να εντοπιστεί με ένα απλό και τυπικό έλεγχο το επίδικο πρόβλημα.» Επειδή τότε, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας 1, κρίθηκε αναγκαία η εμπλοκή μηχανικού ειδικού επί του συγκεκριμένου μοντέλου, ήτοι κάποιου XXXXX Chedid, ο οποίος στην πορεία άνοιξε τη μηχανή και εκτίμησε το κόστος επιδιόρθωσης να ανέρχεται στα €1400, αυτός, δηλαδή ο ενάγοντας 1, επικοινώνησε με τον εναγόμενο μέσω γραπτών τηλεφωνικών μηνυμάτων ώστε να τον ενημερώσει για τα σχετικά και να του ζητήσει να καταβάλει το εν λόγω ποσό. Σύμφωνα με τα γραπτά μηνύματα που κατέθεσε ο ενάγοντας ως Τεκ.5, αυτός ενημέρωσε τον εναγόμενο στις 15/09/17 ότι «.ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΘΑ ΤΟ ΠΑΡΩ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΕ ΕΝΑ ΕΙΔΙΚΟ ΤΗΣ vwv ΓΙΑ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙ ΘΑ ΚΟΣΤΙΣΕΙ! ΘΑ ΣΕ ΕΝΗΜΕΡΩΣΩ!» και αφού του έστειλε φωτογραφίες του αποσυναρμολογημένου αυτοκινήτου ενόσω αυτό βρισκόταν στο συνεργείο του ανέφερε ότι «.ΕΧΩ ΤΟ ΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ ΠΟΥ ΘΑ ΚΟΣΤΙΣΕΙ ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ!
- ΤΟΡΝΑΔΟΡΟΣ 250,
- ΈΚΕΝΤΡΟ ΜΕΤΑΧ. 230,
- ΚΑΔΕΝΑ ΤΑΙΜΙΝΚ 180,
- ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ 300,
- ΕΡΓΑΤΙΚΑ 400 ΣΥΝΟΛΟ 1400Ε ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΩ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΣΗ ΓΙΑΤΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ Η ΚΟΡΗ ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΟΥ ΚΛΑΙΕΙ! ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!...». Μέχρι την επόμενη μέρα ο εναγόμενος δεν είχε ανταποκριθεί στα μηνύματα του ενάγοντα 1 και ειδικότερα στο αίτημα όπως του καταβάλει χρήματα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να ανησυχήσει να στείλει δύο συνεχόμενα μηνύματα σε διάστημα μισής ώρας επιμένοντας να λάβει κάποια απάντηση - «XXXXX μόλις μπορέσεις τηλεφώνα μου! Ευχαριστώ» και «XXXXX ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΩ ΤΙ ΘΑ ΚΑΜΩ ΜΕ ΤΟΝ ΜΗΧΑΝΙΚΟ!». Ο εναγόμενος απάντησε στα μηνύματα αυτά εξηγώντας στον ενάγοντα 1 ότι δεν μπορούσε να του απαντήσει διότι βρισκόταν σε συνάντηση. Του ανέφερε όμως ότι «.αλλά δεν κρατώ έτσι χρήματα καμιά 200 ευρώ και εκείνα με το ζόρι. Έπιασα το παπά μου να με βοηθήσει αλλά τίποτα.». Αυτό προκάλεσε την αντίδραση του ενάγοντα 1 ο οποίος έγραψε στον εναγόμενο ότι «.ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΟΣΟ! ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΕΙΣ!» και παραθέτοντας τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού του στην Τράπεζα Κύπρου, είπε στον τελευταίο ότι «ΟΠΩΣ ΔΕΙΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 700€ ΣΗΜΕΡΑ Η ΤΟ ΑΡΓΟΤΕΡΟ ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΑ ΔΩΣΩ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ!». Στο πιο πάνω μήνυμα του ενάγοντα 1 ο εναγόμενος απάντησε άμεσα ότι «.τούτα τα 200 έχω και αυτά τα δανείστηκα που το παπά μου. Πε μου αν είναι στα στείλω δεν μπορώ δεν έχω άλλα.», και την επόμενη μέρα, 21/09/17, ενημέρωσε τον πρώτο ότι θα προσπαθούσε να διευθετήσει να αποχωρήσει από την εργασία του ώστε να μεταβεί στην πλησιέστερη τράπεζα για να του στείλει τα χρήματα. Επειδή όμως ο εναγόμενος δεν κατάφερε να μεταβεί στην τράπεζα την ίδια μέρα, ο ενάγοντας 1 του εισηγήθηκε να δώσει τα χρήματα στον πεθερό του «να τα κανονίσει!» λέγοντας του ταυτόχρονα ότι «ελπίζω να μην με στήσεις και αύριο». Την επόμενη μέρα, ήτοι στις 22/09/17, ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ενάγοντα 1 στις 1101π.μ. ότι είχε προχωρήσει και έμβασε στο λογαριασμό του το ποσό των €200 οπόταν και ο ρώτησε αν μόνο αυτό θα ήταν το ποσό που θα του κατέβαλλε. Η απορία όμως αυτή του ενάγοντα 1 έμεινε αναπάντητη και αυτή φαίνεται να ήταν και η τελευταία επικοινωνία που είχε με τον εναγόμενο. Σημειώνω εδώ ότι το περιεχόμενο των γραπτών μηνυμάτων που αναφέρονται ανωτέρω έχει παρατεθεί αυτούσιο από το σχετικό τεκμήριο που παρουσίασε ο ενάγοντας 1 με τη μόνη διαφορά ότι τα μηνύματα του εναγόμενου στο εν λόγω τεκμήριο καθώς και κάποια από τα μηνύματα του ενάγοντα έχουν γραφτεί στην ελληνική γλώσσα μεν αλλά με λατινικούς χαρακτήρες. Παρουσιάζοντας τέλος τα τιμολόγια που πλήρωσε για το σκοπό επιδιόρθωσης του οχήματος ως Τεκ. 6 και αναλύοντας στη μαρτυρία του τις συγκεκριμένες εργασίες που έγιναν, ο ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι επειδή προφανώς ο εναγόμενος προέβη συνειδητά σε ψευδείς παραστάσεις προς τους ενάγοντες και τους πώλησε ελαττωματικό όχημα κατά παράβαση της συμφωνίας, αυτός οφείλει, ο εναγόμενος δηλαδή, να καταβάλει στους ενάγοντες το πλήρες ποσό των €1.618,40 στο οποίο αφορά η παρούσα αγωγή. Στην αντίπερα όχθη ο εναγόμενος, δεχόμενος τη συμφωνία του με τους ενάγοντες και την είσπραξη του πλήρους τιμήματος πώλησης του αυτοκινήτου, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος καμία γνώση δεν είχε περί ύπαρξης οποιουδήποτε μηχανικού προβλήματος στο αυτοκίνητο και επικαλούμενος ότι επρόκειτο για μεταχειρισμένο όχημα 9 ετών, ότι ο ίδιος δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις σε θέματα αυτοκινήτων και ότι οι ενάγοντες είχαν διευθετήσει όπως το όχημα επιθεωρηθεί προτού αγοραστεί από μηχανικό της εμπιστοσύνης τους και δη τον αδερφό του ΜΕ1, ο οποίος ικανοποιήθηκε από τα όσα διαπίστωσε κατά τον έλεγχο του οχήματος, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να του αποδοθεί καμία ψευδή παράσταση ή παροχή εγγύησης προς τους ενάγοντες αναφορικά με την κατάσταση του αυτοκινήτου ώστε να υποχρεούται τώρα να τους καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως απαιτούν. Επεσήμανε δε στη μαρτυρία του ο εναγόμενος 1 ότι ένεκα διάφορων αντιφάσεων και αοριστολογιών που διαπιστώνει να υπάρχουν στη μαρτυρία των εναγόντων, όχι μόνο τίποτα από τα όσα ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες των τελευταίων δεν καταδεικνύει ότι ο ίδιος είτε γνώριζε είτε απέκρυψε με οποιοδήποτε τρόπο την ύπαρξη κάποιου προβλήματος με το αυτοκίνητο αλλά και ότι αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ακόμη και οι μηχανικοί των εναγόντων που ανέλαβαν να διερευνήσουν το θέμα τελούσαν υπό αμφιβολία ως προς το ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις και ενέργειες τους φάνηκαν να είναι επιτυχείς αφού η προειδοποιητική ένδειξη έσβησε, έστω προσωρινά. Δέχτηκε επίσης ο εναγόμενος ότι όντως αντάλλαξε με τον ενάγοντα 1 τα γραπτά μηνύματα που ο τελευταίος παρουσίασε ως Τεκ.5 και ότι ανταποκρινόμενος στα αιτήματα του τελευταίου του έστειλε το ποσό των €
- Ισχυρίστηκε όμως ότι «.όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 5.ο Ενάγοντας 1 κάνει λόγο και στην ουσία αιτείται βοήθεια προς εξόφληση του ως άνω ποσού. Πράγματι δεν του αρνήθηκα την εν λόγω βοήθεια, αλλά ως φαίνεται και από τη συνομιλία, του ξεκαθάρισα εξ αρχής ότι μπορούσα να διαθέσω το ποσό των €200,00 μόνο, πράγμα το οποίο έκανα. Ουδέποτε συμφώνησα να καταβάλω ολόκληρο ή έστω το ήμισυ του ποσού, που ω φαίνεται και από το ως άνω Τεκμήριο 5, ζητούσε ο ενάγοντας». Ο εναγόμενος τέλος επεσήμανε κατά τη μαρτυρία του και το ότι αντίθετα με το ποσό που αξιώνεται με την Έκθεση Απαίτησης, ήτοι €1618,40, τα τιμολόγια που παρουσίασε ο ενάγοντας ως Τεκ.6, συμποσούνται σε ποσό μόλις €1.511,58 και αυτό διότι στην Ε/Α εσφαλμένα αξιώνεται επιπλέον ποσό ΦΠΑ το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο ένα από τα δύο τιμολόγια. Σημειώνω εδώ ότι αν και παρείχετο το δικαίωμα αντεξέτασης των ομνυόντων κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, καμία πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους μάρτυρες της άλλης πλευράς και η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών. Κρίνω σκόπιμο εδώ όπως κάμω μια σύντομη αναφορά στις θέσεις των δύο συνηγόρων. Σημειώνω κατ' αρχή ότι αμφότεροι οι συνήγοροι έδωσαν έμφαση στις αγορεύσεις τους στο γεγονός ότι οι μάρτυρες της πλευράς τους δεν αντεξετάστηκαν και στις συνέπειες που η εν λόγω παράλειψη συνεπάγεται στην αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά και των αντίστοιχων εκδοχών. Μάλιστα δε, η επί του προκειμένου θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου ήταν ότι: «.ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου, να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ. 1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015).Ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι ο πιο πάνω βασικός κανόνας απόδειξης δεν ατονεί επειδή η δίκη διεξήχθη στη βάση έγγραφης μαρτυρίας, αφού το μόνο που άλλαξε η «νέα Δ.30», είναι την διαδικασία και όχι το ουσιαστικό δίκαιο απόδειξης. Ούτε βέβαια πρόκειται για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48, και το Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει σε ευρήματα, περιορίζεται σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο, από αντιπαραβολή της έγγραφης μαρτυρίας, αποδεικνύεται στην όψη της και μόνο. Εδώ πρόκειται για την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς και η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας, εξετάζεται υπό τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του..» Δεν θα μπορούσα παρά να συμφωνήσω απόλυτα με την πιο πάνω θέση της συνηγόρου του εναγόμενου πολύ απλά διότι αν και η συνήγορος δεν το αναφέρει καθόλου στην αγόρευση της, η θέση της αυτή, η οποία παρουσιάζεται ως αυθεντικά προερχόμενη και εκπηγάζουσα από τη συνήγορο, συνιστά ουσιαστικά αυτούσια αντιγραφή της δικαστικής κρίσης που εγώ ο ίδιος εξέφρασα πριν από 2 χρόνια στην υπόθεση EC FRESH MEAT LTD ν. MY GREEK GYROS GG LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: XXXXX/2015, 26/1/2018 του Ε.Δ Λ/σου (δημοσιευμένη) και την οποία κρίση εξακολουθώ να υιοθετώ μέχρι σήμερα ως την ορθή, κατά την άποψη μου, δικαστική προσέγγιση των υποθέσεων ταχείας εκδίκασης με βάση τη «νέα Δ.30» (βλ. δημοσιευμένες XXXXX Ζαμπάς ν. LAIKI CYPRIALIFE LTD, Αρ. Αγωγής: XXXXX/2016, 31/1/2018, ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. OLYMPIC INSURANCE COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: XXXXX/2016, 17/5/2018, CHR KONTOS ENTERPRISES LTD ν. G & V HADJIDEMOSTHENOUS LTD, Αρ. Αγωγής: XXXXX/16, 31/7/2018, ΧΡΙΣΤΟΥ ν. ΕΛΜΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΝΩΤΙΚΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: XXXXX/17, 23/4/2019, ΠΑΝΑΓΗ ν. ΠΑΣΧΑΛΗ, Αρ. Αγωγής: XXXXX/2016 31/7/2019 και ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΤΤΟΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: XXXXX/16, 9/8/2019). Ο λόγος που λέω ότι πρόκειται για ουσιαστικά αυτούσια αντιγραφή της δικαστικής μου κρίσης είναι διότι φαίνεται κάποιες φράσεις που χρησιμοποίησα στο δικό μου λεκτικό έχουν διαφύγει της συνηγόρου κατά την αντιγραφή του πιο πάνω αποσπάσματος, με αποτέλεσμα τα όσα αντιγράφηκαν στην αγόρευση είτε δεν αποδίδουν ορθά και πλήρως το νόημα των όσων είπα αλλά και των όσων υπέδειξα ρητά ότι ειπώθηκαν σε άλλες αποφάσεις είτε δεν βγάζουν νόημα καθόλου. Ως εκ τούτου, παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα από τη δικαστική κρίση που εξέφρασα από τις 26/01/18 τονίζοντας με μαύρο φόντο τα όσα δεν περιλήφθηκαν στην αγόρευση της συνηγόρου: «Υπενθυμίζω τον κανόνα ότι «.στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Το γιατί δεν έγινε αντεξέταση είναι επίσης ένα ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσει ο διάδικος. Ο πιο πάνω βασικός κανόνας απόδειξης, δεν ατονεί επειδή η δίκη διεξήχθη στη βάση έγγραφης μαρτυρίας, αφού το μόνο που άλλαξε η «νέα Δ.30», είναι την διαδικασία και όχι το ουσιαστικό δίκαιο απόδειξης. Ούτε βέβαια πρόκειται για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 και το Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει σε ευρήματα, περιορίζεται σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο, από αντιπαραβολή της έγγραφης μαρτυρίας, αποδεικνύεται στην όψη της και μόνο, «on the face of it», η αντίστοιχη υπόθεση που προωθείται. Εδώ πρόκειται για την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς και η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας, εξετάζεται υπό τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του και καμία σημασία έχει το γεγονός ότι η μαρτυρία προσκομίστηκε εγγράφως αντί προφορικά.» Δράττομαι όμως της ευκαιρίας να παραθέσω αυτούσια και τα όσα στην πορεία πρόσθεσα, σε μεταγενέστερες υποθέσεις, στην πιο πάνω δικαστική μου κρίση όταν αυτό κρίθηκε αναγκαίο να γίνει και τα οποία ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση (βλ.PIERIDES HOLDINGS PLC ν. SC FOR SAFETY SECURITY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4669/15, 23/12/2019 και MARIOS & SAVVAS GEORGIOU CONSTRUCTIONS LTD ν. ΣΑΝΤΗΣ, Αρ. Αγωγής: 5274/16, 29/10/2019): «Τούτου λεχθέντος βέβαια, επισημαίνω ότι το θέμα αντεξέτασης κάποιου μάρτυρα επί κάποιου ισχυρισμού του δεν εξετάζεται απομονωμένα από το βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει ή την αποδεικτική αξία που ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει από μόνος του, υπό την έννοια ότι αν είναι έκδηλο ότι ένας ισχυρισμός δεν ευσταθεί, είτε επειδή στερείται οποιουδήποτε ερείσματος είτε διότι αντίκειται σε μαρτυρία που είναι αυτοδύναμη και αυταπόδεικτη, όπως π.χ. τα παραδεκτά γεγονότα ή η πραγματική μαρτυρία είτε πολύ απλά διότι είναι εντελώς ατεκμηρίωτος, σίγουρα δεν υφίσταται ανάγκη να αντεξεταστεί ο μάρτυρας απλά ώστε να του υποβληθεί η αντίθετη θέση ή η έκδηλη αντίφαση. Το ουσιαστικό βάρος άλλωστε είναι στην πλευρά που προβάλλει τον ισχυρισμό να τον αποδείξει και όχι στην άλλη πλευρά να αποδείξει ότι ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί.» Δεν θεωρώ ότι είναι συνειδητά που στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου αφ' ενός παρέλειψε ν' αναφέρει ότι οι επί του προκειμένου θέσεις της συνιστούν αντιγραφή δικαστικής κρίσης που ήδη εκφράστηκε σε εκδοθείσα απόφαση και αφ' ετέρου να παραπέμψει στην εν λόγω απόφαση ως όφειλε και θα αποδώσω το όλο θέμα καθαρά σε αβλεψία της συνηγόρου. Θα αναφέρω όμως ότι θα πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη σύνταξη γραπτών αγορεύσεων όπου γίνεται χρήση των όσων ειπώθηκαν σε εκδοθείσες αποφάσεις ούτως ώστε να μην δίνονται εσφαλμένες εντυπώσεις και να εγείρονται διάφορα θέματα όπως π.χ. λογοκλοπή (plagiarism), ως άλλωστε επιβάλλει και το καθήκον ενός δικηγόρου απέναντι στο Δικαστήριο. Στρεφόμενος τώρα στην ουσία της υπό κρίση υπόθεσης, παρατηρώ τα εξής. Είναι κατ' αρχή μη αμφισβητούμενο και κοινώς αποδεκτό γεγονός το οποίο καθίσταται εύρημα μου, ότι η επίδικη συμφωνία αφορούσε στην αγοραπωλησία ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου 9 ετών και ότι κατά τον επίδικο χρόνο ούτε οι ενάγοντες αλλά ούτε και o εναγόμενος ενεργούσαν στα πλαίσια οποιασδήποτε συναφούς εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Δεν τίθεται συνεπώς θέμα είτε για εφαρμογή των προνοιών του περί Ορισμένων Πτυχών της Πώλησης Καταναλωτικών Αγαθών και των Συναφών Εγγυήσεων Νόμου του 2000 (N.7(I)/2000(βλ. αρ.2) είτε για ύπαρξη στη συμφωνία οποιουδήποτε σιωπηρού ουσιώδους όρου σε σχέση με την ποιότητα του αυτοκινήτου ως επιβάλλει το αρ.16
(2)του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994 (Ν.10(I)/1994) στις περιπτώσεις όπου «.ο πωλητής πωλεί αγαθά κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του.» και αυτό παρά το ότι κατά τ' άλλα επρόκειτο για συμφωνία πώλησης καθορισμένου εμπορεύματος που εμπίπτει στις πρόνοιες του περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου (βλ. αρ.2, 3 και 19). Συνιστά επίσης μη αμφισβητούμενο γεγονός, για το οποίο κάμνω περαιτέρω ανάλογο εύρημα, ότι προτού οι ενάγοντες αποφασίσουν ν' αγοράσουν το αυτοκίνητο στην τιμή που συμφώνησαν, αυτοί το έλεγξαν μέσω μηχανικού της δικής τους εμπιστοσύνης, ήτοι του ΜΕ2 ο οποίος και τους ενημέρωσε πλήρως για τις διαπιστώσεις του. Είναι τέλος παραδεκτό και καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου, ότι μέχρι σήμερα οι ενάγοντες συνεχίζουν να κρατούν και να χρησιμοποιούν το επίδικο όχημα και ότι ουδέποτε μετά που το αγόρασαν και το παρέλαβαν επιχείρησαν να το απορρίψουν και να το επιστρέψουν πίσω στον εναγόμενο ούτε και αξιώνουν με την παρούσα αγωγή το πλήρες τίμημα αγοράς του. Δεν πρόκειται δηλαδή για περίπτωση όπου εγείρεται ισχυρισμός περί πλήρους έλλειψης αντιπαροχής ή παράβασης ουσιώδους όρου που έχει εκμηδενίσει την συμφωνηθείσα αντιπαροχή και που έχει οδηγήσει σε τερματισμό της συμφωνίας και σε αξίωση για ανάκτηση ολόκληρου του τιμήματος πώλησης (βλ. κλασσικές υποθέσεις Dick Bentley Productions Ltd v Harold Smith (Motors) Ltd [1965] 1 WLR 623 Oscar Chess v Williams [1957] 1 WLR 370). Αντιθέτως, η επιλογή των εναγόντων να κρατήσουν το αυτοκίνητο έστω και μετά που σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους αυτό παρουσίασε πρόβλημα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η υπό κρίση αξίωση τους αφορά μόνο στο κόστος επιδιόρθωσης του αυτοκινήτου, υποδηλοί ότι η παρούσα θα πρέπει να προσεγγισθεί ως περίπτωση κατ' ισχυρισμό παράβασης εγγυητικής διαβεβαίωσης η οποία παρέχει μόνο δικαίωμα σε αποζημιώσεις αφού και ουσιώδης όρος να είχε παραβιαστεί, με τη συμπεριφορά τους οι ενάγοντες επέλεξαν ουσιαστικά να μην τερματίσουν τη συμφωνία αλλά όπως θεωρήσουν την παράβαση ως παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης (βλ. μεταξύ άλλων αρ. 12, 13 και 60 περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994 (Ν.10(I)/1994)). Λαμβανομένου λοιπόν υπόψη ότι είτε η παρούσα αγωγή ήθελε προσεγγισθεί υπό τη σκοπιά του γενικού δικαίου των συμβάσεων όπου το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης συναρτάται με το ποσό που χρειάζεται για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά (βλ. ΑΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ κ.α. ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΚΑΒΟΥ, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολιτική Έφεση Αρ. 278/2010, 15/10/2015 και η νομολογία στην οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει), είτε υπό τη σκοπιά του Περί Πώλησης Αγαθών Νόμου, ο οποίος Νόμος βέβαια «. δεν είναι παρά μόνο μια ειδική πτυχή του περί Συμβάσεων Νόμου και των γενικών αρχών του.» (βλ. Κυριάκου Μίκης ν. Μαρίας Φιλή,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1811) και ο οποίος Νόμος προνοεί ότι η παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης παρέχει στο αναίτιο μέρος τη δυνατότητα « (α) να προβάλει έναντι του πωλητή την παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης προς μείωση ή εξάλειψη του τιμήματος ή (β) να εναγάγει τον πωλητή για αποζημιώσεις για παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης.» (βλ. αρ. 60), το ουσιαστικό ερώτημα που προκύπτει στην παρούσα υπόθεση είναι αν ευσταθεί η δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι επειδή «.το όχημα που ο εναγόμενος πώλησε.ήταν ελαττωματικό εις γνώση του.ο οποίος κατά παράβαση της συμφωνίας το απέκρυψε και/ή προέβη σε ψευδείς παραστάσεις.», αυτοί, οι ενάγοντες δηλαδή, έστω και αν έλεγξαν το αυτοκίνητο πριν να το αγοράσουν, είναι υπό τις περιστάσεις το αναίτιο μέρος που δικαιούται να αποζημιωθεί για τη ζημιά που υπέστη. Ως προς το τελευταίο αυτό θέμα δε, ήτοι τις τυχόν συνέπειες που συνεπάγεται για την αξίωση των εναγόντων η ενέργεια τους να εξετάσουν το όχημα πριν το αγοράσουν, αναφέρω επιγραμματικά ότι στην υπόθεση Kωμοδρόμου Mαρίνα Γιαννάκη ν. A Th. Shikkis Motors Ltd και Άλλου
(1999)1 ΑΑΔ 481) μια τέτοια ενέργεια από πλευράς της εκεί ενάγουσας κρίθηκε ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης δημιουργούσε κώλυμα στην αξίωση, ενώ σύμφωνα με το αρ.16
(5)του Περί Πώλησης Αγαθών Νόμου, ακόμη και να μπορούσαν να εφαρμοστούν στην υπό κρίση υπόθεση οι πρόνοιες του αρ.16
(2)οι οποίες εισάγουν σιωπηρό ουσιώδη όρο ως προς την ποιότητα σε μια επαγγελματική σύμβαση πώλησης αγαθών, οι οποίες πρόνοιες όμως δεν εφαρμόζονται, ο εν λόγω σιωπηρός όρος «.δεν εκτείνεται σε οποιοδήποτε θέμα που καθιστά την ποιότητα των αγαθών απαράδεκτη. όταν ο αγοραστής εξετάζει τα αγαθά πριν από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο (θέμα) όφειλε να αποκαλύψει αυτή η εξέταση αυτή». Το πρώτο συνεπώς θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί προς απάντηση του πιο πάνω ερωτήματος είναι η φύση του συγκεκριμένου κατ' ισχυρισμό ελαττώματος που παρουσιάστηκε στο αυτοκίνητο. Αυτό γιατί η συγκεκριμένη φύση του ελαττώματος είναι άμεσα συναρτημένη με τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι το ελάττωμα προϋπήρχε της σύμβασης και ότι ο εναγόμενος, αν και γνώριζε περί αυτού του ελαττώματος, είπε ψέματα και/ή το απέκρυψε αλλά και με το κατά πόσο οι ενάγοντες κωλύονται υπό τις περιστάσεις να αξιώνουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις συνεπεία του ότι, εξέτασαν το αυτοκίνητο πριν το αγοράσουν ως είναι κοινώς αποδεκτό ότι έπραξαν. Όσον αφορά λοιπόν τη φύση του συγκεκριμένου κατ' ισχυρισμό ελαττώματος στο επίμαχο αυτοκίνητο, ιδιαίτερη σημασία για το θέμα αυτό λαμβάνει η μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης Εκ των δύο πλευρών όμως, μόνο η πλευρά των εναγόντων παρουσίασε κάποια μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης, ήτοι τη μαρτυρία των δύο μηχανικών ΜΕ2 και ΜΕ3, η οποία μαρτυρία ουσιαστικά παρέμεινε άνευ αμφισβήτησης αφού η πλευρά του εναγόμενου επέλεξε να μην αντεξετάσει τους εν λόγω μάρτυρες ή να τους αντικρούσει με αναλόγου βαρύτητας μαρτυρία παρόμοιου εμπειρογνώμονα. Αντιθέτως, η αμφισβήτηση της μαρτυρίας των ΜΕ2 και ΜΕ3 από πλευράς εναγόμενου επιχειρήθηκε ανεπίτρεπτα να γίνει μόνο μέσω της μαρτυρίας του εναγόμενου και δη με την προβολή διάφορων υποθετικών συλλογισμών και ερωτηματικών που δημιουργήθηκαν στον τελευταίο από την μαρτυρία των δύο αυτών μηχανικών, συλλογισμοί και ερωτηματικά όμως τα οποία ουδέποτε τέθηκαν στους μάρτυρες των εναγόντων να τα σχολιάσουν ως έπρεπε και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του ότι ο ίδιος ο εναγόμενος δήλωσε ότι δεν έχει καθόλου μηχανικές γνώσεις και είναι συνεπώς αναρμόδιος να εκφέρει άποψη γι' αυτά τα θέματα. Αν ο εναγόμενος θεωρούσε ότι η επιστημονική μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 ήταν αναξιόπιστη διότι περιείχε αντιφάσεις και ανακρίβειες ή διότι υποκινείτο από αλλότρια κίνητρα λόγω του ότι δεν αποκάλυψαν ότι είναι συγγενείς του ΜΕ1, όφειλε να αντεξετάσει τους μάρτυρες επί αυτών των θεμάτων και δεν το έπραξε. Των πιο πάνω λεχθέντων όμως σημειώνω ότι κανένας εκ των ΜΕ2 και ΜΕ3 δεν ήταν ο ειδικός μηχανικός που τελικά εντόπισε και γνωρίζει το συγκεκριμένο κατ' ισχυρισμό πρόβλημα του αυτοκινήτου, ούτε και ο μηχανικός που αφού κοστολόγησε την επιδιόρθωση προχώρησε στη συνέχεια και το επιδιόρθωσε. Πρόσθετα τούτου, κανένας εκ των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 δεν ανέφερε στη μαρτυρία του ποιο τελικά ήταν το πρόβλημα που παρουσίασε το αυτοκίνητο και όλοι αυτοί οι μάρτυρες περιορίστηκαν στη μαρτυρία τους απλά να αναφερθούν γενικά και αόριστα στην ύπαρξη κάποιου προβλήματος. Μπορεί λοιπόν να παρέμειναν άνευ αμφισβήτησης οι επιστημονικές θέσεις ότι το επίμαχο αυτοκίνητο όντως παρουσίασε κάποιο μηχανικό πρόβλημα μετά που αγοράστηκε, ότι κατά τον αρχικό τυπικό έλεγχο του αυτοκινήτου μέσω του διαγνωστικού προγράμματος του ηλεκτρονικού υπολογιστή δεν ήταν αναμμένη η προειδοποιητική ένδειξη οποιουδήποτε μηχανικού προβλήματος και συνεπώς κανένα πρόβλημα δεν εντοπίστηκε τότε, ότι το πρόβλημα τελικά ήταν τέτοιας φύσης που μπορούσε να αποκρυφτεί από τον τυπικό έλεγχο αν είχε προηγουμένως αφαιρεθεί ηλεκτρονικά το μήνυμα της προειδοποιητικής ένδειξης και ότι μόνο με άνοιγμα τη μηχανής μπορούσε να εντοπισθεί το πρόβλημα, όμως άγνωστο παρέμεινε το ποιο τελικά ήταν αυτό το πρόβλημα/ελάττωμα του αυτοκινήτου. Σύμφωνα τώρα με όλους τους μάρτυρες των εναγόντων, το μόνο πρόσωπο που γνωρίζει τις πιο πάνω λεπτομέρειες ως προς το ποιο ακριβώς ήταν το κατ' ισχυρισμό ελάττωμα του αυτοκινήτου, πώς αυτό προκλήθηκε και τι χρειάστηκε να γίνει ώστε να επιδιορθωθεί, είναι ο ειδικός μηχανικός XXXXX Chedid, του οποίου όμως η μαρτυρία ουδέποτε παρουσιάστηκε από τους ενάγοντες. Σημειώνω εδώ ότι κατά το προδικαστικό στάδιο των οδηγιών, οι ενάγοντες κατέθεσαν, έστω και αν δεν χρειαζόταν, κατάλογο με τους μάρτυρες που θα παρουσίαζαν στην ακρόαση και το όνομα του Chedid αναγράφετο μεταξύ των εν λόγω μαρτύρων ως ακριβώς το πρόσωπο που εντόπισε και επιδιόρθωσε το επίδικο πρόβλημα. Αυτή η παράλειψη προσκόμισης της μαρτυρίας του Chedid, σε συνδυασμό με την απουσία από την μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 οποιασδήποτε αναφοράς ως προς το ποιο τελικά ήταν το μηχανικό πρόβλημα που παρουσίασε το επίμαχο όχημα, δεν μπορεί παρά να έχει καταλυτικές συνέπειες για την όλη εκδοχή της πλευράς των εναγόντων. Αυτό γιατί χωρίς μαρτυρία ως προς το ποιο ήταν το συγκεκριμένο πρόβλημα που παρουσίασε το αυτοκίνητο, το Δικαστήριο δεν μπορεί προχωρήσει να εξετάσει αν η φύση του συγκεκριμένου ελαττώματος υποδηλοί, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ότι το ελάττωμα και προϋπήρχε της σύμβασης αλλά και ότι ο εναγόμενος γνώριζε για το πρόβλημα και παρά ταύτα, είτε είπε ψέματα γι' αυτό είτε το απέκρυψε είτε, όπως άφησαν να νοηθεί οι ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 χωρίς όμως να προσφέρουν οποιαδήποτε αποδεικτική προς τούτο μαρτυρία, συνειδητά προσπάθησε να το καλύψει με ηλεκτρονικά μέσα. Επισημαίνω εδώ ότι ούτε από τα τιμολόγια Τεκ.6 προκύπτει οτιδήποτε το σχετικό και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του ότι τα εν λόγω τιμολόγια δεν τα έχει εκδώσει ο Chadid που φέρεται να ήταν ο άμεσα εμπλεκόμενος μηχανικός. Υπό αυτές τις περιστάσεις επομένως, η μη αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων δεν κρίνεται αδικαιολόγητη αλλά ούτε και επιζήμια για την πλευρά του εναγόμενου αφού η επί του προκειμένου μαρτυρία, ως γενική και μετέωρη που είναι, μόνο βάση για εικασίες μπορεί να αποτελέσει και μόνο με τέτοιες εικασίες θα μπορούσε να δοθεί έρεισμα στην εκδοχή των εναγόντων. Όπως όμως είναι νομολογημένο «.ένα Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί, σε επίπεδο εικασιών. Αποφασίζει με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, την ανάλυση επ΄ αυτής, την αξιολόγηση και τα τελικά ευρήματα του. Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να εντοπίσει την κατά τη δική του άποψη γενεσιουργό αιτία .έξω από οποιαδήποτε προς τούτο μαρτυρία.» (βλ. κατ' αναλογία ΚΥΠΡΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ν. KN ZOO BAR RESTAURANT LTD, ECLI:CY:AD:2016:A554, Πολιτική Έφεση Αρ. 447/2011, 15/12/2016). Εγείρεται όμως εδώ το κατά πόσο αυτή η εγγενής αδυναμία στην υπόθεση των εναγόντων έχει θεραπευτεί από το γεγονός ότι ο εναγόμενος φέρεται να δέχτηκε να καλύψει μέρος, αν όχι όλο το κόστος επιδιόρθωσης του αυτοκινήτου, συμπεριφορά η οποία θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ως παραδοχή ευθύνης από μέρους του. Για το θέμα αυτό παρατηρώ τα εξής. Υπό το φως της παραδοχής του εναγόμενου ότι όντως αντάλλαξε με τον ενάγοντα 1 τα γραπτά μηνύματα που περιέχονται στο Τεκ.5, από το εν λόγω τεκμήριο προκύπτουν τα ακόλουθα μη αμφισβητούμενα γεγονότα για τα οποία προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα: Α. Σύντομα μετά την πώληση και παράδοση του αυτοκινήτου από τον εναγόμενο στους ενάγοντες και συγκεκριμένα εντός των επόμενων 15 ημερών, ο ενάγοντας 1 ειδοποίησε τον εναγόμενο ότι κάποιο μηχανικό πρόβλημα είχε παρουσιαστεί στο αυτοκίνητο και ότι επειδή αποφάσισε να απευθυνθεί σε ειδικό, θα τον ενημέρωνε και ως προς το ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα αλλά και ως προς το πόσα θα κόστιζε η επιδιόρθωση του. Προς επίρρωση δε των όσων ανέφερε, ο ενάγοντας 1 έστειλε στον εναγόμενο φωτογραφίες του αυτοκινήτου ενόσω αυτό βρισκόταν αποσυναρμολογημένο στο συνεργείο Β. Στο πιο πάνω μήνυμα του ενάγοντα 1 ο εναγόμενος απάντησε ζητώντας μόνο να μάθει γιατί δεν μπορούσε τις συγκεκριμένες πληροφορίες να τις δώσει ο αδελφός του πρώτου, ο οποίος ήταν μηχανικός. Στην δε εξήγηση που του δόθηκε από τον ενάγοντα 1 ότι ο τελευταίος ήθελε να πάει σε ειδικό ώστε να πιάσει μια δεύτερη γνώμη για το πρόβλημα και το κόστος, ο εναγόμενος περιορίστηκε να απαντήσει με ένα απλό «Α οκ». Γ. Επανήλθε ο ενάγοντας 1 μετά από τέσσερεις μέρες με νέο μήνυμα με το οποίο ενημέρωνε τον εναγόμενο ότι το κόστος επιδιόρθωσης εκτιμήθηκε ότι θα ανέρχετο στα €
- Ζήτησε όμως τότε ρητά από τον εναγόμενο όπως συνεισφέρει και αυτός στην επιδιόρθωση με δικά του χρήματα. Στο νέο αυτό μήνυμα του ενάγοντα 1 ο εναγόμενος δεν απάντησε με αποτέλεσμα ο πρώτος να ανησυχήσει και να γίνει πιο επίμονος και με δύο συνεχόμενα μηνύματα που έστειλε την επόμενη μέρα, ο ενάγοντας 1 απαίτησε όπως λάβει άμεσα απάντηση από τον εναγόμενο ως προς το αίτημα του να του καταβληθούν λεφτά σε σχέση με το κόστος επιδιόρθωσης του προβλήματος του αυτοκινήτου. Δ. Την απαίτηση αυτή του ενάγοντα 1 για συνεισφορά στο κόστος επιδιόρθωσης ο εναγόμενος δεν την απέρριψε και στις γραπτές απαντήσεις που έστειλε άμεσα στον ενάγοντα 1, αφ' ενός τον καθησύχασε λέγοντας του ότι λόγος που δεν του απαντούσε ήταν διότι βρισκόταν σε συνάντηση και αφ' ετέρου του ανέφερε ότι αν και προσπάθησε να ζητήσει οικονομική βοήθεια από τον πατέρα του για να εξασφαλίσει κάποιο ποσό για να του δώσει, τελικά δεν τα κατάφερε και το μόνο που θα μπορούσε να του καταβάλει ήταν €200 «και εκείνα με το ζόρι». Ε. Ο ενάγοντας 1 επανέλαβε το αίτημα του προς τον εναγόμενο όπως συνεισφέρει στο κόστος επιδιόρθωσης, αν μη τι άλλο με το να καταβάλει τουλάχιστο το ήμισυ του κόστους και παραθέτοντας τα στοιχεία του τραπεζικού του λογαριασμού, απαίτησε από τον εναγόμενο όπως του εμβάσει άμεσα το ποσό των €700 - «ΟΠΩΣ ΔΕΙΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 700€ ΣΗΜΕΡΑ Η ΤΟ ΑΡΓΟΤΕΡΟ ΑΥΡΙΟ». Προσπάθησε τότε ο εναγόμενος να εξηγήσει στον ενάγοντα ότι ο λόγος που δεν μπορούσε να του καταβάλει περισσότερα χρήματα ήταν διότι αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και ότι ακόμη και αυτά τα €200 που θα του κατέβαλλε αναγκάστηκε να τα δανειστεί από τρίτους. Ενημέρωσε όμως ταυτόχρονα τον ενάγοντα 1 ότι θα προσπαθούσε να καταβάλει έστω αυτό το ποσό την ίδια μέρα. Στ. Ο εναγόμενος δεν κατάφερε να εμβάσει την ίδια μέρα τα χρήματα που είπε ότι θα κατέβαλλε οπόταν ο ενάγοντας του έδωσε διορία μέχρι την επόμενη μέρα επισημαίνοντας του ταυτόχρονα ότι «ελπίζω να μην με στήσεις και αύριο». Ανταποκρινόμενος πλήρως στη διορία αυτή και στην υπόσχεση που έδωσε, ο εναγόμενος έμβασε το επόμενο πρωί το ποσό των €200 στον ενάγοντα 1 φροντίζοντας μάλιστα, χωρίς να κληθεί από τον ενάγοντα, να επιβεβαιώσει την κατάθεση αμέσως μετά με γραπτό μήνυμα που έστειλε στις 1100π.μ. Σε ερώτηση του ενάγοντα 1 αν θα του κατέβαλλε και επιπλέον ποσά, ο εναγόμενος ουδέποτε απάντησε. Οι πιο πάνω μη αμφισβητούμενες μεταγενέστερες ενέργειες και συμπεριφορά του εναγόμενου υποδηλούν ξεκάθαρα θεωρώ πρόσωπο που θεωρεί ότι κάποια ευθύνη φέρει σε σχέση με την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου και καταρρίπτουν ως παντελώς στερούμενη λογικού ερείσματος τη θέση που ο εναγόμενος προβάλλει τώρα, ήτοι ότι ενήργησε με αυτό τον τρόπο καθαρά για ανθρωπιστικούς λόγους επειδή απλά του ζητήθηκε οικονομική βοήθεια από τον ενάγοντα
- Εξηγώ. Σε κανένα στάδιο της επικοινωνίας του με τον ενάγοντα 1 δεν αρνήθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει χρήματα για την επιδιόρθωση του αυτοκίνητου ως απαιτήθηκε αλλά αντίθετα, ενώ αρχικά επέδειξε παθητική στάση η οποία θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί σε απλή αθώα ανθρώπινη περιέργεια, στη συνέχεια δέχτηκε αδιαμαρτύρητα να ικανοποιήσει την απαίτηση παρά και τη σοβαρή οικονομική δυσκολία που ήδη αντιμετώπιζε. Μάλιστα δε, όπως ο ίδιος δέχεται ότι ανέφερε στον ενάγοντα 1, για να ικανοποιήσει το αίτημα του τελευταίου αναζήτησε απεγνωσμένα δανεικά από τρίτους έστω και αν έτσι θα έθετε τον εαυτό του σε επιπλέον οικονομική δυσχέρεια και όχι μόνο ζήτησε να του επιδειχθεί κατανόηση για το ότι τελικά κατάφερε να εξασφαλίσει μόνο €200 «και εκείνα με το ζόρι», αλλά προσπάθησε και να πιάσει άδεια να αποχωρήσει από την εργασία του ώστε να καταβάλει άμεσα το εν λόγω ποσό ως υποσχέθηκε ότι θα κάνει. Θέλοντας δε να δείξει στον ενάγοντα 1 ότι δεν θα τον «έστηνε» ως ο τελευταίος φοβήθηκε ότι θα γίνει, ο εναγόμενος έσπευσε στην τράπεζα με την πρώτη δυνατή ευκαιρία και έμβασε το ποσό στον ενάγοντα 1 αγοραστή και ταυτόχρονα ενημέρωσε άμεσα τον τελευταίο γι' αυτή του την ενέργεια. Με κάθε σεβασμό λοιπόν προς την πλευρά του εναγόμενου, η δικαιολογία του τελευταίου περί παροχής οικονομικής βοήθειας για ανθρωπιστικούς λόγους προς τον αγοραστή του αυτοκινήτου του εν μέσω της δικής του οικονομικής δυσκολίας και δη κατά τρόπο που θα του προκαλούσε περαιτέρω οικονομικά προβλήματα, ώστε να μπορέσει ο εν λόγω αγοραστής να επιδιορθώσει το όχημα που αγόρασε και μάλιστα αφού ο τελευταίος απαίτησε ρητά να πληρωθεί άμεσα κάποιο ποσό και δεν ζήτησε απλά βοήθεια, ξεφεύγει κάθε λογικού ορίου και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως τέτοια έκδηλα αναξιόπιστη η επί του προκειμένου εκδοχή του εναγόμενου, η οποία καταρρίπτεται και από την παραδεκτή μαρτυρία, δεν χρειαζόταν να τύχει αντεξέτασης από την άλλη πλευρά ώστε απλά να υποδειχθεί το έκδηλα αναξιόπιστο της και η μη αντεξέταση του εναγόμενου υπό αυτές τις συνθήκες κρίνεται πλήρως δικαιολογημένη. Το ερώτημα που εγείρεται είναι το κατά πόσο αυτή η «ένοχη» εντύπωση που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η ανωτέρω συμπεριφορά του εναγόμενου, μπορεί υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης να ερμηνευτεί με ασφάλεια ότι συνιστά πλήρη αποδοχή ευθύνης από μέρους του ότι όντως «.πώλησε. ελαττωματικό (αυτοκίνητο) εις γνώση του.(και) κατά παράβαση της συμφωνίας το απέκρυψε και/ή προέβη σε ψευδείς παραστάσεις.» και δη κατά τρόπο που καθιστά άνευ σημασίας το γεγονός ότι οι ενάγοντες επιθεώρησαν το αυτοκίνητο πριν να το αγοράσουν; Η απάντηση κατά την κρίση μου είναι αρνητική. Εξηγώ. Για να μπορεί όμως η μεταγενέστερη συμπεριφορά του εναγόμενου να αναχθεί νομικά σε παραδοχή ευθύνης ως προς το ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης αυτός προέβη σε ψευδείς παραστάσεις, είτε με λόγια (σ.σ. δεν δικογραφείται τέτοιος ισχυρισμός), είτε με απλή σιωπή, ήτοι με το να αποκρύψει ότι το αυτοκίνητο στην πραγματικότητα είχε κάποιο πρόβλημα το οποίο ο ίδιος γνώριζε, θα πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ότι νομικά ο εναγόμενος όντως έφερε ευθύνη για τις προσυμβατικές του παραστάσεις. Ενώ όμως η αδικαιολόγητη σιωπή μπορεί, υπό κάποιες συνθήκες, να αναχθεί σε ψευδή παράσταση (βλ. With v O Flanagan [1936] Ch 575 και Spice Girls Ltd v Aprilia World Service BV [2002] EWCA 15), το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι οι ενάγοντες έβαλαν το δικό τους μηχανικό, ήτοι το ΜΕ2, να εξετάσει το αυτοκίνητο προτού το αγοράσουν και στη συνέχεια προχώρησαν και το αγόρασαν αφού πρώτα ο δικός τους μηχανικός τους συμβούλεψε ότι δεν είχε διαπιστώσει οποιοδήποτε πρόβλημα με το αυτοκίνητο και ότι αυτό ήταν ικανοποιητικής ποιότητας, είναι εκ πρώτης όψεως αρκετό για να καταστήσει άνευ σημασίας και ευθύνης τις όποιες προσυμβατικές παραστάσεις του εναγόμενου (βλ. Attwood v Small [1838] UKHL J60, Esso Petroleum v Mardon [1976] QB 801 και Κωμοδρόμου ανωτέρω). Αντιλαμβανόμενοι προφανώς οι ενάγοντες αυτή την εκ πρώτης όψεως ουσιαστική αδυναμία στην υπόθεση τους, επεχείρησαν να την «εξουδετερώσουν» ισχυριζόμενοι ότι το συγκεκριμένο μηχανικό πρόβλημα «.μπορεί να αποκρυφτεί και δεν μπορεί να εντοπιστεί ούτε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ούτε με εύλογη επιμέλεια όταν το μήνυμα της προειδοποιητικής ένδειξης λυχνίας είναι σβησμένο ή αφαιρεμένο αφού, με σχετικά εύκολες ενέργειες οποιοσδήποτε μηχανικός μπορεί να συνδέσει το όχημα με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφαιρέσει το μήνυμα της προειδοποιητικής λυχνίας. Με τον τρόπο αυτό η προειδοποιητική ένδειξη λυχνίας σβήνει και το επίδικο πρόβλημα δεν μπορεί να εντοπιστεί με οποιαδήποτε εύλογη προσπάθεια. Λόγω τούτου ήταν αδύνατο να εντοπιστεί με ένα απλό και τυπικό έλεγχο το επίδικο πρόβλημα.». Όντως, αν ευσταθεί ένα τέτοιος ισχυρισμός, η ενέργεια των εναγόντων να ελέγξουν προηγουμένως το όχημα τίθεται σε διαφορετική βάση από αυτή της ενάγουσας στην Κωμοδρόμος και των εναγόντων στις άλλες αποφάσεις όπου η προηγούμενη εξέταση του αγαθού επενέργησε εναντίον τους. Για να μπορούσε όμως το Δικαστήριο να εξετάσει το κατά πόσο το συγκεκριμένο πρόβλημα ήταν τέτοιο που όντως δεν μπορούσε να εντοπιστεί από τους ενάγοντες με εύλογη επιμέλεια ως ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες των τελευταίων καθώς επίσης και το κατά πόσο ο τυπικός έλεγχος στον οποίο προέβηκαν οι ενάγοντες συνιστούσε όντως τον εύλογο υπό τις περιστάσεις έλεγχο που μπορούσε να γίνει (βλ. Mardon ανωτέρω), θα έπρεπε να ήταν γνωστή η ακριβής φύση του προβλήματος, θέμα για το οποίο έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω ότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία. Η παράλειψη συνεπώς των εναγόντων να προσκομίσουν μαρτυρία ως προς το ποιο ακριβώς ήταν τελικά το πρόβλημα του αυτοκινήτου, αναπόφευκτα σφραγίζει την τύχη και αυτού του ισχυρισμού τους. Κοντολογίς, πέραν του ότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία που να δίδει πραγματικό αλλά και νομικό έρεισμα στα όσα ρητά αποδίδουν στον εναγόμενο με το δικόγραφο τους, οι αδυναμίες στη μαρτυρία που προσκόμισαν, σε συνδυασμό με τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, δημιουργούν ένα εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι θα πρέπει αυτοί να υποστούν τις συνέπειες των δικών τους πράξεων και ελέγχων και να επωμιστούν πλήρως το κόστος επιδιόρθωσης ενός αυτοκινήτου που οι ίδιοι έκριναν ότι ήταν εντάξει ν' αγοράσουν, το οποίο συμπέρασμα δεν έχει ανατραπεί και ούτε η μεταγενέστερη συμπεριφορά του εναγόμενου είναι αρκετή για να το ανατρέψει. Κρίνω συνεπώς ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον του εναγόμενου στον απαιτούμενο βαθμό και συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο εναγόμενος είναι ο επιτυχόντας διάδικος, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα ότι ο εναγόμενος προσκόμισε μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων του η οποία όμως μαρτυρία, κρίθηκε αναξιόπιστη για τους λόγους που απορρίφθηκε, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο