ΜΑΤΘΑΙΟΥ ν. ΠΑΠΑΣΑΒΒΑ, Αρ. Αγωγής: 4795/17, 29/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A209 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4795/17 Μεταξύ: XXXXX Ν. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ενάγοντας και XXXXX ΠΑΠΑΣΑΒΒΑ Εναγόμενος ----------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Απριλίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κα Μ. Ανδρέου για Α. Κλεάνθους Για Εναγόμενο: κ. Γ. Παπαθεοδώρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, ο ενάγοντας δικηγόρος αξιώνει από τον εναγόμενο πρώην πελάτη του το ποσό των €1708,60 ως «υπόλοιπο συμφωνηθείσας αμοιβής και/ή δυνάμει επιταγών και/ή άλλως πως». Η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα είναι απλή και συνίσταται στη θέση ότι αυτός, στα πλαίσια σχέσης δικηγόρου πελάτη, παρείχε στον εναγόμενο έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, υπηρεσίες δικηγόρου σε σχέση με δύο υποθέσεις στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ήτοι στις υποθέσεις Γονικής Μέριμνας XXXXX/03 και XXXXX/
- Προς εξόφληση της συμφωνηθείσας δικηγορικής αμοιβής του, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος εξέδωσε και του παρέδωσε περί το 2006 αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών της εταιρείας του, ήτοι της Papasavvas Graphic Design & Advertising Ltd, οι οποίες επιταγές, αν και κατά παράκληση του ενάγοντα είχαν εκδοθεί στο όνομα κάποιου συγγενή του, ήτοι του Α. Ματθαίου, ήταν εντούτοις ξεκάθαρο και συμφωνημένο μεταξύ των διαδίκων ότι αφορούσαν στην εξόφληση της αμοιβής του ενάγοντα. Επειδή όμως στην πορεία καμία από τις επιταγές του εναγόμενου δεν τιμήθηκε, ο ενάγοντας καταχώρησε εναντίον του τελευταίου την ποινική υπόθεση XXXXX/09 του Ε.Δ Λ/σιας, στην οποία αντικείμενο εξέτασης ήταν όλες οι επιταγές που εξέδωσε ο εναγόμενος εκτός πέντε εξ' αυτών, ήτοι των μεταχρονολογημένων επιταγών με αρ. XXXXX2438, XXXXX2439, XXXXX2440, XXXXX2441 και XXXXX2442 εκ ΛΚ200 εκάστη (σύνολο ΛΚ1000 (€1708,60)). Σύμφωνα με τον ενάγοντα, οι εν λόγω πέντε επιταγές, κατόπιν παράκλησης του εναγόμενου, δεν είχαν ποτέ παρουσιαστεί στην τράπεζα για πληρωμή ούτε και είχαν παραδοθεί στον Α. Ματθαίου όμως όπως και για τις άλλες επιταγές που εξέδωσε ο εναγόμενος έτσι και γι' αυτές, το ποσό στο οποίο αφορούσαν ουδέποτε καταβλήθηκε στον ενάγοντα. Ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι όταν ολοκληρώθηκε η ποινική υπόθεση 17170/09 και ο εναγόμενος κρίθηκε ένοχος για τις επιταγές που αφορούσε εκείνη η διαδικασία, ο τελευταίος προχώρησε περί τις 12/03/12 και του κατέβαλε τα ποσά των εκεί επίδικων επιταγών, εξοφλώντας έτσι μερικώς την συμφωνηθείσα αμοιβή για τις επίδικες υπηρεσίες. Παρά όμως το ότι η ενέργεια αυτή του εναγόμενου καταδείκνυε ξεκάθαρα ότι αναγνώριζε και παραδέχετο ότι όφειλε στον ενάγοντα όλη τη συμφωνηθείσα αμοιβή σε σχέση με τις υπηρεσίες που είχε λάβει για τις υποθέσεις στο Οικογενειακό, εντούτοις παρέλειψε να καταβάλει και το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ 1000 (€1708,60), το οποίο είχε ήδη αναγνωρίσει ότι όφειλε όταν εξέδωσε τις προαναφερόμενες πέντε σχετικές επιταγές που δεν εξετάστηκαν στην XXXXX/
- Η υπεράσπιση του εναγόμενου περιλαμβάνει σωρεία πραγματικών και νομικών ισχυρισμών του οποίους προχωρώ να συνοψίσω. Α. Εφόσον η αξίωση του ενάγοντα αφορά σε κατ' ισχυρισμό δικηγορική αμοιβή για δικαστηριακές υπηρεσίες, ο μόνος τρόπος ανάκτησης της είναι μέσω της διαδικασίας της Δ.59, ήτοι μέσω ψήφισης ενώπιον Πρωτοκολλητή και όχι μέσω αγωγής. Β. Ο ενάγοντας κωλύεται να καταχωρεί και να προωθεί την παρούσα αγωγή αφ' ενός λόγω δεδικασμένου συνεπεία του ότι οι πέντε επιταγές στις οποίες αυτός αναφέρεται στην παρούσα ήδη αποτέλεσαν αντικείμενο προγενέστερης αγωγής που καταχώρησε εναντίον του εναγόμενου, ήτοι της XXXXX/09 και η οποία απορρίφθηκε στις 15/05/13 και αφ' ετέρου διότι για τις εν λόγω πέντε επιταγές, οι οποίες αποτελούσαν αντικείμενο της ποινικής υπόθεσης 17170/09, ο εναγόμενος αθωώθηκε μετά που ο ενάγοντας απέσυρε τις σχετικές κατηγορίες. Γ. Οι πέντε επιταγές που αναφέρει ο ενάγοντας δεν παρέχουν στον τελευταίο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου εφόσον κανένας εκ των δύο δεν συνιστά τον εκδότη ή το δικαιούχο τον επιταγών ενώ σε κάθε περίπτωση, μετά την έκδοση των εν λόγω επιταγών αυτές αντικαταστάθηκαν με άλλες που εκδόθηκαν στο όνομα του ενάγοντα και οι οποίες κατατέθηκαν στην Τράπεζα. Δ. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί ύπαρξης οφειλόμενου υπολοίπου δικηγορικής αμοιβής είναι αυθαίρετος και ατεκμηρίωτος αφού αν όντως υπήρχε τέτοια οφειλή τότε ο ενάγοντας δεν θα παρέλειπε να την περιλάβει στις άλλες αγωγές που καταχώρησε εναντίον του εναγόμενου, ήτοι τις αγωγές XXXXX/10, XXXXX/10 και XXXXX/10, οι οποίες επίσης αφορούσαν σε ανάκτηση δικηγορικής αμοιβής αλλά για διαφορετικές υποθέσεις και στις οποίες εκδόθηκαν υπέρ του σχετικές αποφάσεις. Ε. Οποιαδήποτε οφειλή του εναγόμενου προς τον ενάγοντα για δικηγορικές υπηρεσίες έχει εξοφληθεί με την πληρωμή €2395 που ο τελευταίος έκαμε στον πρώτο στις 12/03/
- Στ. Η καταχώρηση αγωγής το 2017 στη βάση γεγονότων και αξιώσεων που προέκυψαν το 2003 επηρεάζει κατάφορα τα συνταγματικά δικαιώματα του εναγόμενου για δίκαιη δίκη. Στο Απαντητικό του δικόγραφο ο ενάγοντας απέρριψε τόσο τους νομικούς όσο και τους πραγματικούς ισχυρισμούς του εναγόμενου ισχυριζόμενος ότι ούτε δεδικασμένο ή οποιοδήποτε άλλο κώλυμα έχει προκύψει σε σχέση με την παρούσα απαίτηση του η οποία εδράζεται αποκλειστικά σε οφειλόμενο υπόλοιπο συμφωνηθείσας αμοιβής αλλά ούτε και έχει ποτέ εξοφληθεί για τις υπηρεσίες που παρείχε στον εναγόμενο και τις οποίες ο τελευταίως έμπρακτα αναγνώριζε και αποδέχτηκε. Εφόσον η αξία του επίδικου αντικειμένου της υπόθεσης δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή εκδικάστηκε με την διαδικασία της ταχείας εκδίκασης της «νέας» Δ.30, ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση γραπτής ένορκης μαρτυρίας, με τους ενάγοντα και εναγόμενο να ήταν και οι μόνοι μάρτυρες που προσέφεραν μαρτυρία προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους. Σημειώνω εδώ ότι η πλευρά του εναγόμενου, ασκώντας το δικαίωμα που παρέχει η «νέα» Δ.30, ζήτησε και αφού έλαβε την άδεια του Δικαστηρίου, αντεξέτασε τον ενάγοντα επί των ένορκων ισχυρισμών του. Η μαρτυρία του ενάγοντα κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με το δικόγραφο του. Ισχυρίστηκε όμως ειδικότερα ότι η συνολική συμφωνηθείσα αμοιβή του για τις επίδικες υπηρεσίες που παρείχε στον εναγόμενο για τις δύο υποθέσεις στο Οικογενειακό ανερχόταν στις ΛΚ 2400 (€4104) (Τεκ.6) και ότι αποδεχόμενος την αμοιβή αυτή και προς εξόφληση της, ο εναγόμενος εξέδωσε και του παρέδωσε δώδεκα επιταγές της εταιρείας του για το συνολικό αντίστοιχο ποσό, μεταξύ των οποίων ήταν και οι επίμαχες πέντε επιταγές τα πρωτότυπα των οποίων κατέθεσε ως Τεκ.
- Σύμφωνα με τον ενάγοντα, ο λόγος που εξακολουθεί να έχει τα πρωτότυπα των πέντε επίμαχων επιταγών είναι διότι αντίθετα με τις άλλες επιταγές του εναγόμενου, οι οποίες αφού δόθηκαν στον κατονομαζόμενο δικαιούχο τους, ήτοι τον Α. Ματθαίου, οπισθογραφήθηκαν από τον τελευταίο και παραδόθηκαν στον ενάγοντα ο οποίος τις κατέθεσε προς όφελος του στην τράπεζα, οι επίμαχες πέντε επιταγές, κατόπιν παράκλησης του εναγόμενου ουδέποτε κατατέθηκαν στην τράπεζα, ούτε και παραδόθηκαν στον Α. Ματθαίου. Όταν δε κανένα από τα ποσά των επιταγών δεν πληρώθηκε στον ενάγοντα, αυτός καταχώρησε ως παραπονούμενος την ποινική υπόθεση 17170/09εναντίον του εναγόμενου. Το κατηγορητήριο της εν λόγω υπόθεσης, το οποίο κατατέθηκε στην παρούσα ως Τεκ.3, αφορούσε αρχικά σε όλες τις επιταγές, περιλαμβανομένων και των επίμαχων πέντε, στην πορεία όμως και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της ποινικής υπόθεσης, ο ενάγοντας ουσιαστικά απέσυρε τις κατηγορίες που αφορούσαν στις επίμαχες πέντε επιταγές και στο αντίστοιχο ποσό των ΛΚ1000, δηλώνοντας ότι δεν θα προσέφερε μαρτυρία σε σχέση με τις εν λόγω κατηγορίες αφού οι επιταγές στις οποίες αφορούσαν, ούτε είχαν οπισθογραφηθεί προς όφελος του ούτε και κατατέθηκαν σε τράπεζα ώστε να μπορεί να στοιχειοθετηθεί το ανάλογο ποινικό αδίκημα οπόταν και ο εναγόμενος αθωώθηκε σε σχέση με τις εν λόγω επιταγές. Ως εκ τούτου, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, η ακρόαση της ποινικής XXXXX/09 προχώρησε μόνο για τις υπόλοιπες επιταγές που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των ΛΚ1400 (€2392) και δεν επεκτάθηκε στις πέντε επιταγές που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή και οι οποίες συμποσούνται στο υπόλοιπο ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής του, ήτοι στο ποσό των €
- Όταν τελικά ο εναγόμενος κρίθηκε ένοχος μόνο για τις επιταγές που παρέμειναν να συνιστούν το αντικείμενο της XXXXX/09 (Τεκ.4), αυτός κατέβαλε στον ενάγοντα πριν τις 16/03/12 που του επιβλήθηκε ποινή, μόνο το ποσό των €2392 που αφορούσε στις επιταγές της ποινικής υπόθεσης και για την πληρωμή του αυτή εκδόθηκε σχετική απόδειξη (Τεκ.5). Ούτε η XXXXX/09 συνεπώς, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, ούτε η αγωγή XXXXX/09 η οποία δεν εκδικάστηκε ποτέ αφού απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης, αλλά ούτε και οι αγωγές XXXXX/10, XXXXX/10 και XXXXX/10 οι οποίες αφορούσαν σε άλλες οφειλές του εναγόμενου, δημιουργούν οποιοδήποτε εμπόδιο, πραγματικό ή νομικό στην προώθηση της παρούσας αγωγής η οποία αφορά σε ανάκτηση του υπόλοιπου μιας συγκεκριμένης και χωριστής οφειλής του εναγόμενου προς τον ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας ανέφερε ότι η αγωγή XXXXX/09 που είχε καταχωρήσει εναντίον του εναγόμενου για το ίδιο ποσό με την παρούσα και η οποία επίσης αφορούσε τις εδώ επίμαχες επιταγές, απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης μετά που ο εναγόμενος είχε καταχωρήσει την υπεράσπιση του αλλά προτού δικαστεί. Πρόθεση του, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, δεν ήταν ποτέ να μην προωθήσει την εν λόγω αγωγή και να μην ανακτήσει το υπόλοιπο της αμοιβής του, απλά παρέλειψε τότε να προωθήσει την XXXXX/09 διότι η προσοχή του ήταν στραμμένη προς την ποινική XXXXX/09 που αφορούσε αρχικά σε όλες τις επιταγές. Υπεραμυνόμενος της ορθότητας της παρούσας αγωγής και της θέσης του περί ύπαρξης οφειλόμενου υπολοίπου από τη συγκεκριμένη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ο ενάγοντας απέρριψε υποβολές που του έγιναν ως προς το ότι με την πληρωμή που του έκαμε ο εναγόμενος μετά την ολοκλήρωση της XXXXX/09, όλες οι οφειλές του τελευταίου είχαν εξοφληθεί καθώς και ως προς το ότι για την επίδικη κατ' ισχυρισμό αμοιβή, αυτός όφειλε είτε να τη συμπεριλάβει στις άλλες αγωγές που καταχώρησε εναντίον του εναγόμενου είτε να προχωρήσει με ψήφιση των εξόδων του ενώπιον του Πρωτοκολλητή και όχι με αγωγή. Στην αντίπερα όχθη η μαρτυρία του εναγόμενου ήταν λιτή και ως κεντρικός άξονας της προβλήθηκε η αμφισβήτηση του τελευταίου ως προς την ύπαρξη των δύο υποθέσεων του Οικογενειακού για τις οποίες ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι παρείχε τις επίδικες υπηρεσίες του. Διερωτώμενος πώς γίνεται ο ενάγοντας να χειρίστηκε υποθέσεις το 2003, να μην πληρώθηκε μέχρι το 2007, να μην αξίωσε την κατ' ισχυρισμό αμοιβή του με τις αγωγές που είχε καταχωρήσει το 2010 και να κίνησε την παρούσα αγωγή το 2017, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι «Εάν οι υποθέσεις αυτές πράγματι υπάρχουν» και «εάν πράγματι.είναι δικές μου και ο ενάγων με έχει εκπροσωπήσει», τότε όχι μόνο «η αμοιβή του ενάγοντα θα εξαρτάτο από ψήφιση εξόδων ενώπιον του Πρωτοκολλητή» και οι επίδικες υπηρεσίες πρέπει να «είναι εξοφλημένες πολύ πριν» τις αγωγές του 2010, αλλά σε κάθε περίπτωση, «ο ενάγων είναι πληρωμένος και με το παραπάνω.αφού εισέπραξε €2395 για τις επιταγές της ποινικής υπόθεσης αρ.XXXXX/09». Σημειώνω εδώ ότι κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, η οποία έλαβε χώρα μετά που κατατέθηκε η μαρτυρία του εναγόμενου, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από το συνήγορο του τελευταίου ότι όντως υπήρξαν οι συγκεκριμένες δύο υποθέσεις στο Οικογενειακό για τις οποίες ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι προσέφερε τις επίδικες υπηρεσίες στον εναγόμενο ενώ κατέστη μη αμφισβητούμενο και το γεγονός ότι ο εναγόμενος είχε διορίσει τον ενάγοντα ως δικηγόρο στις δύο αυτές υποθέσεις υπογράφοντας προς τούτο σχετικά διοριστήρια. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των δύο διαδίκων. Από πλευράς ενάγοντα υποστηρίχθηκε ότι λαμβανομένης υπόψη αφ' ενός της παραδοχής ότι όντως υπήρξαν οι δύο υποθέσεις στο Οικογενειακό στα πλαίσια των οποίων προσφέρθηκαν οι επίδικες υπηρεσίες και αφ' ετέρου της μη αμφισβητούμενης σχετικής μαρτυρίας που προσκόμισε ο ενάγοντας, ήτοι τις επίμαχες επιταγές και της απόδειξης πληρωμής του ποσού των €2395 μόνο σε σχέση με τις άλλες επιταγές στις οποίες αφορούσε η XXXXX/09, η αγωγή εναντίον του εναγόμενου έχει αποδειχθεί πλήρως και στον απαιτούμενο βαθμό. Η επιχειρηματολογία από πλευράς εναγόμενου περιστράφηκε γύρω από τους εξής άξονες: Α. Καταχωρώντας συνολικά 3 δικαστικές διαδικασίες για την είσπραξη του ίδιου ποσού, ήτοι την ποινική XXXXX/09, την αγωγή XXXXX/09 και την παρούσα αγωγή, είναι φανερό ότι ο ενάγοντας χρησιμοποιεί τις δικαστικές διαδικασίες καταχρηστικά (βλ. LOUKOS TRADING CO LTD κ.α. ν. ΡΕΙΝΜΠΟΟΥ ΠΛΗΤΣΙΗΓΚ ΚΑΙ ΝΤΑΙΓΚ ΚΟ. ΛΤΔ
(2000)1 ΑΑΔ 1014). B. Με την δήλωση του ενάγοντα στην ποινική XXXXX/09 ότι δεν θα προσέφερε μαρτυρία σε σχέση με τις κατηγορίες «.που αφορούν τις επιταγές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 της αγωγής αυτής.» και την εγκατάλειψη/μη προώθηση της αγωγής XXXXX/09 «που αφορούσε τις 5 υπό αναφορά επιταγές» έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο υπό κάθε μορφή και ο ενάγοντας κωλύεται να προωθεί την παρούσα αγωγή (βλ. Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670 και Theori and Another v. Djoni and Another
(1984)1 C.L.R. 296). Γ. Ο ενάγοντας είναι αναξιόπιστος. Ενδεικτικό τούτου είναι το ότι ενώ εγνώριζε ότι οι επιταγές που αναφέρονται στην παρούσα υπόθεση δεν είχαν οπισθογραφηθεί προς όφελος του, ούτε και κατατέθηκαν στην Τράπεζα, στο κατηγορητήριο της XXXXX/09 αναφέρετο ακριβώς το αντίθετο. Δ. Δεδομένου ότι για τις υποθέσεις στο Οικογενειακό είχαν υπογραφεί σχετικά διοριστήρια από τον εναγόμενο, το ύψος και η πληρωμή της αμοιβής του ενάγοντα διέπεται από τη Δ.59 και την εκεί προβλεπόμενη διαδικασία, ήτοι ψήφιση ενώπιον Πρωτοκολλητή και ούτε αγωγή μπορεί να καταχωρηθεί για την ανάκτηση της εν λόγω αμοιβής ούτε οποιαδήποτε χωριστή ιδιωτική συμφωνία μπορεί να παρακάμψει τους Νόμους και του Κανονισμούς. Ε. Καμία εκ των πέντε επιταγών που κάμνει αναφορά ο ενάγοντας δεν δημιουργούν προς όφελος του αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου. Στ. Η πάροδος των 15 σχεδόν χρόνων από τότε που προέκυψε η κατ' ισχυρισμό οφειλή μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, θέτει «θέμα μνήμης της μαρτυρίας και/ή απώλειας ή και καταστροφής των αποδείξεων» καθώς και παραβίασης των δικαιωμάτων του εναγόμενου που πηγάζουν από το αρ.30Σ (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. και Άλλοι ν. Benfleet Enterprises Ltd και Άλλων,
(2006)1 Α.Α.Δ. 280). Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου έχοντας παράλληλα παρακολουθήσει με προσοχή τον ενάγοντα ενώ κατέθετε και έχοντας κατά νου και τη σχετικής νομολογία που αφορά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, η παραδοχή που έγινε από πλευράς συνηγόρου του εναγόμενου κατά την αντεξέταση του ενάγοντα ότι όντως υπήρξαν οι δύο υποθέσεις στο Οικογενειακό Δικαστήριο στα πλαίσια των οποίων ο τελευταίος παρείχε στον ενάγοντα υπηρεσίες δικηγόρου, σε συνδυασμό με τη θέση ότι η αμοιβή του πρώτου για τις εν λόγω υπηρεσίες διέπεται από τα διοριστήρια που ο δεύτερος υπέγραψε για εκείνες τις υποθέσεις, θέση επί της οποίας βασίστηκε μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του εναγόμενου, εκθεμελιώνουν την όποια πραγματική (factual) υπεράσπιση είχε προβάλει με τη μαρτυρία του ο τελευταίος. Αυτό γιατί, όπως προανέφερα, η πραγματική (factual) υπεράσπιση που προώθησε με τη μαρτυρία του ο εναγόμενος εδραζόταν στην κατά θετικό τρόπο αμφισβήτηση του ισχυρισμού του ενάγοντα ότι χειρίστηκε εκ μέρους του τις δύο συγκεκριμένες υποθέσεις στο Οικογενειακό. Η επίκληση από πλευράς εναγόμενου των διοριστηρίων που ο τελευταίος χορήγησε στον ενάγοντα για εκείνες τις υποθέσεις, καθώς και ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί μεταγενέστερης εξόφλησης της αμοιβής του ενάγοντα με κάποιο τρόπο, επιβεβαιώνει και την παροχή των υπηρεσιών αλλά και το δικαίωμα του τελευταίου να πληρωθεί γι' αυτές. Κατά δεύτερο, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόμενου ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι οι δώδεκα επιταγές που εξέδωσε ο πρώτος από το λογαριασμό της εταιρείας Papasavvas Graphic Design & Advertising Ltd για το συνολικό ποσό των ΛΚ2400 (€4104), έστω και αν κατονόμαζαν τον Α. Ματθαίου ως δικαιούχο τους, ο εναγόμενος δεν είχε καμία δοσοληψία με το εν λόγω πρόσωπο και ότι το ποσό στο οποίο αφορούσαν οι επιταγές προοριζόταν για τον ενάγοντα και την εξόφληση κάποιας αμοιβής του. Αυτό μάλιστα επιβεβαιώνεται και από το ότι ο εναγόμενος επικαλείται προς υπεράσπιση του την από μέρους του καταβολή προς τον ενάγοντα προσωπικά του ποσού των «.€2395 για τις επιταγές της ποινικής υπόθεσης αρ.XXXXX/09.» και την σχετική απόδειξη που ο τελευταίος εξέδωσε (Τεκ.5). Κατά τρίτο, όχι μόνο δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόμενου αλλά μάλιστα έχει καταστεί και μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι, στη μεν ποινική υπόθεση XXXXX/09, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την 1η παράγραφο της απόφασης στην υπόθεση εκείνη αλλά και από τις παραγράφους 2 και 4 της απόφασης για την ποινή που επιβλήθηκε στον εναγόμενο, οι οποίες αποφάσεις κατατέθηκαν ως Τεκ.4 και στις οποίες αμφότερες οι πλευρές με παρέπεμψαν, δεν εξετάστηκαν δικαστικά οι κατηγορίες «.που αφορούν τις επιταγές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 της αγωγής αυτής.» διότι ο ενάγοντας επέλεξε πριν την ακρόαση να δηλώσει ότι δεν θα προσέφερε μαρτυρία για τις εν λόγω κατηγορίες, στη δε αγωγή XXXXX/09, η οποία «.αφορούσε τις 5 υπό αναφορά επιταγές», καμία απόφαση δεν εκδόθηκε κατόπιν ακρόασης διότι η αγωγή τελικά απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης μετά που ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση. Δεν έχει τέλος αμφισβητηθεί ότι ως γεγονός, το αποτέλεσμα της ποινικής υπόθεσης XXXXX/09 που καταχώρησε ο ενάγοντας εναντίον του εναγόμενου ήταν όπως ο τελευταίος κριθεί ένοχος για επτά από τις δώδεκα επιταγές που εξέδωσε, οι οποίες αφορούσαν στο συνολικό ποσό των €2392,04 και ότι για την ποινή που του επιβλήθηκε στις 16/03/12 για τις εν λόγω επτά επιταγές, λήφθηκε υπόψη ότι μεταξύ της καταδίκης του στις 29/02/12 και της επιβολής ποινής στις 16/03/12 είχε καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των €2392 που αφορούσε στην «πληρωμή του συνολικού ποσού των επτά επιταγών» (βλ. 5η σελ. απόφασης ποινής ημερ. 16/03/12 Τεκ.4). Η πληρωμή αυτή συνάδει και με την απόδειξη που εξέδωσε ο ενάγοντας προς τον εναγόμενο στις 29/05/14 για το ποσό των €2392 το οποίο αφορά στην «ποινική υπόθεση XXXXX/09» (Τεκ.5) και την οποία απόδειξη ο τελευταίος όχι μόνο δεν αμφισβητεί αλλά και επικαλείται προς υπεράσπιση του. Στο βαθμό δε που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ως γεγονός ότι με την πληρωμή του ποσού των «.€2395 για τις επιταγές της ποινικής υπόθεσης αρ.XXXXX/09.» έχει εξοφλήσει την αμοιβή του ενάγοντα, η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφ' ενός διότι πρόκειται για πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος, κατά τρόπο που φανερώνει αναξιοπιστία, αντικρούεται πλήρως με την άλλη θέση που προώθησε επίσης ως γεγονός ο εναγόμενος, ήτοι ότι ο ενάγοντας δεν του παρείχε τις επίδικες υπηρεσίες και αφ' ετέρου διότι σύμφωνα με τις πιο πάνω αδιαμφισβήτητες θέσεις και τα τεκμήρια του ενάγοντα, η πληρωμή των €2395 δεν αφορούσε στο ποσό και των δώδεκα επιταγών που εξέδωσε και παρέδωσε ο εναγόμενος προς εξόφληση της αμοιβής του ενάγοντα αλλά μόνο στο ποσό επτά εξ αυτών, ήτοι των επτά επιταγών για τις οποίες καταδικάστηκε στην XXXXX/09. Από τα πιο πάνω δύναται θεωρώ να εξαχθεί με ασφάλεια ότι όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας, περί το 2003 ο εναγόμενος έλαβε τις δικηγορικές υπηρεσίες του πρώτου σε σχέση με δύο υποθέσεις στο Οικογενειακό Δικαστήριο για τις οποίες υπέγραψε προς τον ενάγοντα σχετικά διοριστήρια, ότι στα πλαίσια αυτών των υπηρεσιών, ο ενάγοντας δικαιούτο να πληρωθεί από τον εναγόμενο κάποια αμοιβή, ότι προς εξόφληση αυτής της αμοιβής, ο εναγόμενος εξέδωσε και παρέδωσε στον ενάγοντα περί το 2006, δώδεκα επιταγές της εταιρείας Papasavvas Graphic Design & Advertising Ltd για το συνολικό ποσό των ΛΚ2400 (€4104), ήτοι ΛΚ200 έκαστη, ότι για αυτές τις δώδεκα επιταγές ο ενάγοντας καταχώρησε εναντίον του εναγόμενου την ποινική υπόθεση XXXXX/09 στο Ε.Δ. Λ/σιας, ότι στην εν λόγω ποινική υπόθεση ο εναγόμενος τελικά καταδικάστηκε στις 29/02/12 μόνο για επτά από τις δώδεκα επιταγές που εξέδωσε και παρέδωσε στον ενάγοντα και οι οποίες επτά επιταγές αφορούσαν στο συνολικό ποσό των €2394 (ΛΚ 1400) και ότι μεταξύ 29/02/12 και 16/03/12, ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα έναντι των δώδεκα επιταγών που εξέδωσε και παρέδωσε μόνο €2394 (ΛΚ 1400), με αποτέλεσμα, το συνολικό ποσό των 1000ΛΚ (€1708,46) που αντιστοιχούσε στο ποσό των υπόλοιπων πέντε επιταγών για τις οποίες ο εναγόμενος δεν καταδικάστηκε, να μην πληρώθηκε ποτέ στον ενάγοντα. Για το εν λόγω ποσό των ΛΚ1000 (1708,46), ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή XXXXX/09 στο Ε.Δ Λ/σιας, η οποί αγωγή όμως ουδέποτε εκδικάστηκε διότι σε κάποιο στάδιο μετά που ο εναγόμενος καταχώρησε την εκεί υπεράσπιση του, η αγωγή απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης. Πέραν της αγωγής εκείνης, ο ενάγοντας είχε καταχωρήσει περί το 2010 και άλλες αγωγές εναντίον του εναγόμενου με σκοπό την ανάκτηση της δικηγορικής του αμοιβής σε σχέση με άλλες υποθέσεις που χειρίστηκε εκ μέρους του τελευταίου, στις οποίες δεν περιλήφθηκε η εδώ επίδικη αμοιβή και στις οποίες έχουν ήδη εκδοθεί αποφάσεις υπέρ του ενάγοντα. Για τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Με την αποδοχή της εκδοχής του ενάγοντα ως προς το πώς είναι που προέκυψε ως οφειλόμενο το αξιούμενο ποσό, την απόρριψη των πραγματικών (factual) υπερασπίσεων του εναγόμενου και δη τον ισχυρισμό του περί εξόφλησης του ενάγοντα ως πραγματικό γεγονός και τα ευρήματα στα οποία έχω προβεί ανωτέρω, θεωρώ ότι το πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης έχει αποκρυσταλλωθεί και αυτό που παραμένει να εξεταστεί είναι οι νομικές υπερασπίσεις που προβάλλει ο εναγόμενος ως προς το γιατί δεν πρέπει να επιτραπεί στον ενάγοντα να ανακτήσει το επίδικο ποσό. Επί αυτών των νομικών υπερασπίσεων σημειώνω τα εξής. Α. Δεδικασμένο Το υπό κρίση θέμα έχει απασχολήσει τη νομολογία αρκετές φορές στο παρελθόν ενώ για τα θέματα που εγείρει ο εναγόμενος στην παρούσα ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Xαραλάμπους Aντριανή ν. Mαρίας Xαραλάμπους,
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298: «Από την αρχή του 12ου αιώνα οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θεωρούνταν δεσμευτικές και δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Όπως έχει καθοριστεί ο κανόνας, που είναι το αποτέλεσμα της έκδοσης μιας απόφασης από ένα Δικαστήριο,. "Αποκλεισμός από δεδικασμένο ή από ημιδεδικασμένο εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται άμεσα σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων". (Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 15, παρ. 336). Η ανάγκη εφαρμογής του κανόνα επεξηγήθηκε στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, όπου τονίστηκε ότι, "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα." Ο Κανόνας βασίζεται σε δύο αρχές: (
- i)Ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest rei publicae ut sit finis litium) και (
- ii)Κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα (Nemo debet bis vexavi pro eadem causa). Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι, (
- i)Η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη, (
- ii)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων.. Για να αποφευχθεί η καταχώριση πολλών αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπι λογικής έρευνας στα δικόγραφα, εκτός από εκείνες πάνω στις οποίες βασίζει την αγωγή του. Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης. Στην υπόθεση L.E. Walwin and Partners Ltd. v. West Sussex County Council [1975] 3 All E.R. 604,.Το Δικαστήριο βρήκε ότι η παράλειψη των προκατόχων της ενάγουσας εταιρείας να προβάλουν την απαίτηση στην προηγούμενη αγωγή συνιστούσε δεδικασμένο θέμα και απέρριψε την αγωγή. Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (βλ. επίσης Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144), αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει. Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε στην υπόθεση Κλεόπα ν. Αντωνίου
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 58, στην οποία η εφεσείουσα αρχικά καταχώρισε αγωγή για αποζημιώσεις για τις ζημιές που είχε υποστεί το όχημα της σε τροχαίο ατύχημα. Μετά την έκδοση απόφασης για £1.900, καταχώρισε νέα αγωγή εναντίον του ίδιου εφεσίβλητου ζητώντας αποζημιώσεις για τα τραύματα που είχε υποστεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στις αποφάσεις Arnold v. Natwest Bank Plc [1991] 2 AC 93 και στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, αποφάνθηκε ότι η έγερση της νέας αγωγής που είχε τους ίδιους διαδίκους και ταυτόσημη βάση αγωγής με την προηγούμενη, προσέκρουε στον κανόνα του δεδικασμένου.». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνεται ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής καμία πτυχή του κανόνα του δεδικασμένου αφ' ενός διότι είναι αδιαμφησβήτητο ότι καμία απόφαση δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα από οποιοδήποτε Δικαστήριο αναφορικά με την ευθύνη, ή έστω την αστική ευθύνη του εναγόμενου να πληρώσει στο ενάγοντα το ποσό των 1000 ΛΚ (€1708) ως το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής του σε σχέση με τις επίδικες υπηρεσίες και αφ' ετέρου διότι εκ της δικογραφίας συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι η κατ' ισχυρισμό επίδικη οφειλή του εναγόμενου αποκρυσταλλώθηκε μετά την πληρωμή του ποσού των €2394 που αυτός έκαμε το 2012, ήτοι πολύ μετά την καταχώρηση των άλλων αγωγών του 2010, οι οποίες αγωγές, σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι αφορούσαν σε διαφορετικές, χωριστές και ανεξάρτητες υπηρεσίες από αυτές στις οποίες αφορά η παρούσα αγωγή. Το ότι στην ποινική υπόθεση XXXXX/09 συζητήθηκε και εξετάστηκε το πώς κατέληξε ο εναγόμενος να εκδίδει και να παραδίδει στον ενάγοντα όλες τις επιταγές, δεν μεταβάλλει την κατάληξη μου αυτή αφ' ενός διότι ως ποινική υπόθεση που ήταν η XXXXX/09, το μόνο που απασχόλησε σε εκείνη τη διαδικασία ήταν η ποινική ευθύνη του εναγόμενου σε σχέση με το ανάλογο αδίκημα του Κεφ.154 και αυτό μόνο για τις συγκεκριμένες επιταγές για τις οποίες η δίωξη τελικά προωθήθηκε και αφ' ετέρου διότι ακόμη και για εκείνες οι επιταγές, η ποινική ευθύνη του εναγόμενου έναντι του ενάγοντα εξετάστηκε υπό το φως του ότι για τις εν λόγω επιταγές, αντίθετα με τις επιταγές στις οποίες γίνεται αναφορά στην παρούσα, ο ενάγοντας είχε στην πορεία καταστεί δικαιούχος τους δυνάμει οπισθογράφησης. Επομένως, ενώ οι επιταγές που απασχόλησαν την XXXXX/09 παρείχαν οι ίδιες αστικά και ποινικά «δικαιώματα» στον ενάγοντα, οι επιταγές που αναφέρονται στην παρούσα υπόθεση κανένα τέτοιο δικαίωμα δεν δίνουν αφού μόνο ως υποστηρικτική μαρτυρία για τη γενικότερη εκδοχή του ενάγοντα μπορούν να χρησιμοποιηθούν και έτσι είναι που χρησιμοποιήθηκαν. Η συμπερίληψη στο αιτητικό της αγωγής ότι αυτή εδράζεται και σε επιταγές είναι θεωρώ άστοχη και σε κάθε περίπτωση αναιρείται ρητά από την παρ. 4 της Ε/Α όπου αναφέρεται ότι η αγωγή δεν εδράζεται επί των εν λόγω επιταγών. Αυτή η πτυχή της αγωγής συνεπώς θα αγνοηθεί. Ούτε όμως και η θέση του εναγόμενου περί δημιουργίας δεδικασμένου λόγω της καταχώρησης της αγωγής XXXXX/09 δύναται να επιτύχει. Αυτό γιατί ενώ η εν λόγω αγωγή είναι παραδεκτό ότι αφορούσε σε πανομοιότυπα θέματα και διαδίκους με την παρούσα αγωγή, είναι εντούτοις επίσης παραδεκτό ότι η υπόθεση εκείνη ουδέποτε εκδικάστηκε ώστε να εκδοθεί απόφαση και να μπορεί έτσι να ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση του κανόνα του δεδικασμένου. Υπάρχει βεβαίως και μια άλλη παράμετρος σε σχέση με την αγωγή XXXXX/09, ήτοι το κατά πόσο συνεπεία αυτής καθ' αυτής της απόρριψης εκείνης της υπόθεσης λόγω μη προώθησης, έχει δημιουργηθεί κώλυμα υπό τη μορφή δεδικασμένου στην καταχώρηση νέας αγωγής, ήτοι της παρούσας, παράμετρος η οποία αν και αν δεν ηγέρθηκε ρητά από την πλευρά του εναγόμενου, εντούτοις θεωρώ σωστό όπως την εξετάσω . Σύμφωνα με τη νομολογία, η εξουσία του Δικαστηρίου να απορρίπτει υποθέσεις λόγω μη προώθησης, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αιτήματος, πρέπει να βρίσκει έρεισμα είτε σε συγκεκριμένη πρόνοια ή Διάταξη στο Νόμο και στους Κανονισμούς είτε στις «.γενικές εξουσίες του δικαστηρίου, σύμφυτες, χάριν του τελέσφορου του δικαστικού έργου.», η φύση των οποίων σύμφυτων εξουσιών έχει «εξηγηθεί» σε σειρά δικαστικών αποφάσεων, αγγλικών και κυπριακών (βλ. ιδιαίτερα Κουλέρμος Μάριος ν. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493 και την αναφορά που εκεί γίνεται στο The Annual Practice του 1958 (Τόμος 1, σελ. 2009 και μεταξύ άλλων στην Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133 στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος του εναγόμενου). Όσον αφορά την σχετική εξουσία που προέρχεται από τους Νόμους και Κανονισμούς για απόρριψη μιας υπόθεσης λόγω μη προώθησης (want of prosecution), οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν τέτοια εξουσία σε διάφορες Διατάξεις οι οποίες ουσιαστικά αφορούν στην παράλειψη του ενάγοντα να λάβει τα προβλεπόμενα διαδικαστικά διαβήματα για να προωθήσει την αγωγή του στο συγκεκριμένο στάδιο που αυτή βρίσκεται (βλ. π.χ. Δ.17 Θ.14 η οποία αφορά στην παράλειψη να καταχωρηθεί αίτηση για απόφαση λόγω μη εμφάνισης, Δ.26 Θ.13 η οποία αφορά στην παράλειψη καταχώρησης του προβλεπόμενου δικογράφου, Δ.30 Θ.7 που αφορούσε στην μη εμπρόθεσμη έκδοση της τότε προβλεπόμενης κλήσης για οδηγίες ως η εν λόγω Διάταξη ίσχυε το 2013 που απορρίφθηκε η XXXXX/09 και Δ.31 Θ.13 η οποία αφορά στην παράλειψη να ζητηθεί ορισμός της υπόθεση για ακρόαση). Στις πλείστες αυτών των περιπτώσεων όμως, η απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της συνεπεία της μη συμμόρφωσης με την σχετική Διάταξη, ρητά αναφέρεται στους Θεσμούς ότι δεν συνιστά κώλυμα στην καταχώρηση νέας αγωγής. Στην παρούσα υπόθεση, πέραν του ότι η αγωγή XXXXX/09 απορρίφθηκε περί το 2013 λόγω μη προώθησης της σε κάποιο στάδιο μετά την εκεί καταχώρηση υπεράσπισης από τον εναγόμενο, κανένα άλλο στοιχείο δεν έχει παρουσιαστεί είτε ως προς τις ακριβείς συνθήκες που οδήγησαν στην απόρριψη της υπόθεσης είτε ως προς τη βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου. Εφόσον όμως σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν το 2013 που απορρίφθηκε η XXXXX/09, η απόρριψη μιας αγωγής λόγω μη προώθησης της (want of prosecution) μετά την καταχώρηση υπεράσπισης μπορούσε να γίνει στη βάση δύο τουλάχιστο Διατάξεων, ήτοι είτε κατόπιν αίτησης του εναγόμενου λόγω παράλειψης του ενάγοντα να εκδώσει την τότε προβλεπόμενη κλήση για οδηγίες στη βάση της τότε Δ.30 Θ.7, είτε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο στη βάση της Δ.31 Θ.10 κατόπιν ειδοποίησης του Πρωτοκολλητή ότι ο ενάγοντας παραλείπει να ζητήσει τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, και εφόσον η απόρριψη στη δεύτερη περίπτωση τουλάχιστο, όπως ρητά αναφέρεται στη Δ.31Θ.10
(2), δεν συνιστά κώλυμα για την καταχώρηση νέας αγωγής - «the action υπόκειται σε απόρριψη for want of prosecution but without prejudice to the institution of a fresh action.», δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια συμπέρασμα περί κωλύματος στην μεταγενέστερη καταχώρηση της παρούσας αγωγής, χωρίς να είναι γνωστός τουλάχιστο ο συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε η 2560/09. Το ίδιο όμως ισχύει και στην περίπτωση που η αγωγή XXXXX/09 είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησης της στη βάση των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου, εφόσον κατά το γενικό κανόνα, η απόρριψη μιας αγωγής λόγω μη προώθησης της δεν δημιουργεί κώλυμα στην έγερση καινούριας αγωγής επί των ιδίων θεμάτων εκτός αν λόγω «εξαιρετικών περιστάσεων», η νέα αγωγή ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως καταχρηστική (abuse of process), συμπέρασμα όμως το οποίο για να μπορεί να εξαχθεί πρέπει να είναι γνωστές οι συνθήκες και το σκεπτικό που οδήγησε στην προηγούμενη απόρριψη. Στην αγγλική αυθεντία Birkett v James [1977] 2 All ER 801 όπου τέθηκαν και οι αρχές που πρέπει να έχει κατά νου το Δικαστήριο όταν αποφασίζει να απορρίψει μια αγωγή λόγω μη προώθησης της, λέχθηκε ότι «If an action was dismissed for want of prosecution before the limitation period had expired, the court would have no power, in the absence of special circumstances, to prevent the plaintiff starting a fresh action within the limitation period and proceeding with it with all proper diligence. Accordingly, in cases where it appeared likely that, if the action were dismissed, the plaintiff would issue a fresh writ, the fact that the limitation period had not expired was, save in rare and exceptional cases, a conclusive reason for refusing to dismiss the action that was already pending on the ground that the plaintiff had been guilty of inordinate and inexcusable delay in prosecuting the action.» Παρομοίως, στην In re ORRELL COLLIERY AND FIRE-BRICK COMPANY
(1879)12 Ch.D. 681 λέχθηκε ότι «Where an action had been commenced against a company and continued by leave after a winding-up order, and before trial an order had been obtained to dismiss the action for want of prosecution the Plaintiff in the action was not debarred from bringing forward claim in the same matter in the winding-up.» ενώ στο σύγραμμα Halsbury's Laws of England Vol12
(2009)Par.1171 ότι «The dismissal of a claim for want of prosecution is no bar to a new claim; it amounts to nothing and this is so where the dismissal is by consent...». Ένα παράδειγμα περίπτωσης όπου η καταχώρηση νέας αγωγής ενδεχομένως να θεωρηθεί ως καταχρηστική είναι η περίπτωση όπου η πρώτη αγωγή έχει απορριφθεί λόγω μη προώθησης στη βάση της σύμφυτης εξουσίας που έχει το Δικαστήριο να απορρίψει αγωγή λόγω καθυστέρησης στην προώθησή της, όταν η εν λόγω καθυστέρηση, αναλόγως των συγκεκριμένων περιστάσεων, ερμηνεύεται ως κατάχρηση της διαδικασίας διότι αφ' ενός υποδηλοί κακοπιστία στις προθέσεις του ενάγοντα και αφ' ετέρου δημιουργεί κίνδυνο να μην υπάρξει δίκαιη δίκη, αρχή η οποία ουσιαστικά εξομοιώνεται με την αρχή που καθιερώνεται με το Άρθρο 30
(2). Η εξουσία για απόρριψη της αγωγής υπό αυτές τις περιστάσεις, ουσιαστικά αφορά στη δυνατότητα αλλά και στο καθήκον του Δικαστηρίου να διαφυλάξει τη διαδικασία του από καταχρήσεις που πλήττουν είτε την αξιοπιστία της είτε την αποτελεσματικότητά της (βλ. Iακωβίδης Kώστας και Άλλη ν. Γεώργιου Γεωργίου
(1999)1 ΑΑΔ 1048). Στην παρούσα υπόθεση όπως είπα δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου ούτε το πώς αλλά ούτε και γιατί τελικά αποφασίστηκε όπως η XXXXX/09 απορριφθεί λόγω μη προώθησης και χωρίς αυτές τις σημαντικές λεπτομέρειες, δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα περί δημιουργίας δεδικασμένου που υποστηρίζει η πλευρά του εναγόμενου που είναι και η πλευρά που έχει επικαλεστεί τον κανόνα ως υπεράσπιση. Επισημαίνω εδώ ότι οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες ήταν σε γνώση της πλευράς του εναγόμενου εφόσον όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, ο εναγόμενος είχε ενεργό εμπλοκή στην XXXXX/09 αφού είχε φτάσει να καταχωρήσει και υπεράσπιση σε εκείνη την υπόθεση. Όπως λοιπόν και αν ήθελε ιδωθεί η επί του προκειμένου νομική υπεράσπιση του εναγόμενου αυτή δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Β. Κατάχρηση Η επί του προκειμένου υπεράσπιση εδράζεται στη θέση ότι με την καταχώρηση 3 διαφορετικών διαδικασιών για την είσπραξη του ίδιου ποσού, ήτοι την ποινική XXXXX/09, την αγωγή XXXXX/09 και την παρούσα αγωγή, ο ενάγοντας φαίνεται να χρησιμοποιεί τις δικαστικές διαδικασίες καταχρηστικά. Για το ότι η επί του προκειμένου υπεράσπιση είναι υπό τις περιστάσεις αβάσιμη δεν προτίθεμαι να πω πολλά. Θα περιοριστώ απλά να αναφέρω αφ' ενός ότι η είσπραξη της κατ' ισχυρισμό οφειλής είναι ακριβώς ο σκοπός της παρούσας αστικής διαδικασίας και συνεπώς το όποιο θέμα κατάχρησης λόγω αλλότριας χρήσης του σκοπού των δικαστικών διαδικασιών δεν είναι σε αυτή τη διαδικασία που έπρεπε να εγερθεί (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522) και αφ' ετέρου ότι η προηγούμενη παρόμοια αγωγή που καταχώρησε ο ενάγοντας, ήτοι η XXXXX/09, ουδέποτε αποφασίστηκε τελεσίδικα αλλά αντίθετα απορρίφθηκε άνευ εξέτασης αρκετά πριν την καταχώρηση της παρούσας και δη κάτω από συνθήκες που με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν μπορούν, όπως εξήγησα πιο πάνω, να οδηγήσουν σε συμπέρασμα περί κατάχρησης ή δεδικασμένου. Κατά τ' άλλα, τα όσα ανέφερα ανωτέρω αναφορικά με τη διαφορετικότητα, τόσο του χαρακτήρα όσο και της ουσίας της παρούσα αγωγής και των άλλων διαδικασιών που ήγειρε ο ενάγοντας στο παρελθόν εναντίον του εναγόμενου τα επαναλαμβάνω και για σκοπούς του υπό συζήτηση θέματος. Και η επί του προκειμένου νομική υπεράσπιση του εναγόμενου συνεπώς απορρίπτεται. Γ. Φύση της κατ' ισχυρισμό οφειλής Η θέση του εναγόμενου είναι ότι εφόσον η κα' ισχυρισμό επίδικη οφειλή αφορά σε δικηγορική αμοιβή που προέρχεται από τα διοριστήρια που υπέγραψε ο εναγόμενος για την εκπροσώπηση του ενώπιον του Δικαστηρίου, το ύψος και ανάκτηση της εν λόγω αμοιβής υπόκειται αποκλειστικά στα εν λόγω διοριστήρια και στη διαδικασία της Δ.59 και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο άλλης χωριστής ιδιωτικής συμφωνίας ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Ως θέμα νομικό που είναι, η πιο πάνω υπεράσπιση που προβάλλει ο εναγόμενος καταρρίπτεται από την απόφαση στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤHN ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΟΥ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22.5.2017 ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ ΑΡ. 353/15, ECLI:CY:AD:2017:D439, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ Αρ. 188/2017, 6/12/2017, όπου έγινε μεταξύ άλλων αναφορά και στον Κ.10 των Περί Δικηγόρων Κανονισμών Κεφ. 3, Μέρος Ι, ο οποίος προβλέπει για τη δυνατότητα καταρτισμού συμφωνίας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη ως προς την αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες του. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αποτέλεσαν και ευρήματα μου ανωτέρω, εναγόμενος και ενάγοντας συμφώνησαν προφορικά όπως ο τελευταίος λάβει το συνολικό ποσό των ΛΚ2400 για τις επίδικες υπηρεσίες και αυτή η συμφωνία αποτυπώθηκε εγγράφως όταν ο εναγόμενος εξέδωσε και παρέδωσε στον ενάγοντα 12 επιταγές για το σχετικό συνολικό ποσό και στη συνέχεια υλοποιήθηκε μερικώς, όταν ο εναγόμενος προχώρησε και κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €2394 έναντι λαμβάνοντας και σχετική απόδειξη προς τούτο. Την συμφωνηθείσα αυτή αμοιβή ο εναγόμενος μέχρι σήμερα ουδέποτε επεχείρησε να την ακυρώσει ή να την επανακαθορίσει ενώπιον Πρωτοκολλητή ως θα μπορούσε σύμφωνα με την Π.Ε.353/15 ανωτέρω και τη νομολογία που αναφέρεται σε εκείνη την υπόθεση και συνεπώς δεν μπορεί τώρα, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, να επικαλείται τη σχέση δικηγόρου πελάτη για να αποφύγει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, σχέση την οποία να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με τη δήλωση του συνηγόρου του, επιχείρησε αρχικά να αμφισβητήσει με τη μαρτυρία του. Δ. Πάροδος χρόνου Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η πάροδος των 15 σχεδόν χρόνων από τότε που προέκυψε η κατ' ισχυρισμό οφειλή μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, θέτει «θέμα μνήμης της μαρτυρίας και/ή απώλειας ή και καταστροφής των αποδείξεων» καθώς και παραβίασης των δικαιωμάτων του ως αυτά πηγάζουν από το αρ.30Σ. Ως προς την πιο πάνω θέση σημειώνω κατά αρχή ότι η υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. και Άλλοι ν. Benfleet Enterprises Ltd και Άλλων,
(2006)1 Α.Α.Δ. 280 στην οποία με παρέπεμψε η πλευρά του εναγόμενου, έστω και αν όντως κάμνει αναφορά στον παράγοντα καθυστέρησης καταχώρησης μιας αγωής εντούτοις αφορούσε στις συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται όταν πρόκειται για αίτηση για την έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος, κάτι που δεν αφορά την παρούσα υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση όμως, το ότι αν ήθελε φανεί ότι το συνταγματικό δικαίωμα του αρ.30Σ που έχει ένας εναγόμενος έχει επηρεαστεί δυσμενώς από την καθυστέρηση που επέδειξε ο ενάγοντας δύναται να οδηγήσει σε απαλλαγή του δεν αμφισβητείται. Το κατά πόσο όμως το «δίκαιο» της δίκης έχει επηρεαστεί αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης και ο ισχυρισμός περί μη δίκαιης δίκης δεν αποφασίζεται με τρόπο αφηρημένο (in abstracto) αφού ο παραπονούμενος θα πρέπει πράγματι να αποδείξει ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς (βλ. "Αλήθεια" Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Thamira Food Manufacturers Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2276 και αναφορά που εκεί γίνεται στις Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, 135, Kouppis ν. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361, 388) και Re Κορέλλης
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718). Στην παρούσα περίπτωση, όπως και στην ΗΑRTZIOTIS TRADING CO LTD ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ, Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 94/2011, 22/12/2015, οι προβαλλόμενες από τον εναγόμενο θέσεις «παρέμειναν ως in abstracto ισχυρισμός για παραβίαση δικαιωμάτων χωρίς απτά στοιχεία και δεδομένα τα οποία, έστω και κατ΄ελάχιστον, να είχαν σε πραγματικό επίπεδο οποιανδήποτε βάση.», ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι όχι μόνο η πλευρά του εναγόμενου ήταν σε πλήρη θέση και να προβάλει τους ισχυρισμούς της ως προς τα επίδικα γεγονότα και μάλιστα να αντεξετάσει πλήρως και επαρκώς τον ενάγοντα σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς αλλά και το ότι το ένα εκ των δύο άμεσα εμπλεκόμενων προσώπων στα επίδικα θέματα ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος, ο οποίος έδωσε μαρτυρία και καμία λεπτομέρεια δεν παρείχε αναφορικά με τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που ξεχάστηκαν ή τις αποδείξεις που κατ' ισχυρισμό καταστράφηκαν και τα οποία γεγονότα και αποδείξεις αποδείκνυαν, ως ισχυρίστηκε, το αβάσιμο της απαίτησης. Ούτε αυτή η θέση της υπεράσπισης συνεπώς μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Αναφέρω εδώ τέλος και αυτό για σκοπούς πληρότητας ότι έστω και αν δεν ηγέρθηκε ρητά από την υπεράσπιση, δεν τίθεται ούτε θέμα παραγραφής της παρούσας απαίτησης. Εξηγώ. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 29/12/17 και είναι σε συνάρτηση με αυτή την ημερομηνία που θα εξεταστεί ποιο είναι το νομοθέτημα που θα εφαρμοστεί για να αποφασιστεί το κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα έχει ή όχι παραγραφεί καθώς επίσης και ο χρόνος που παρήλθε από την ημέρα που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό πράξη ή παράλειψη από την οποία πηγάζει το αγώγιμο δικαίωμα (βλ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ν. LOUIS HOTELS PUBLIC COMPANY LTD, ECLI:CY:AD:2019:A406, Πολιτική Έφεση Αρ. 8/2013, 1/10/2019) εφόσον «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834) και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί.» (βλ. Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636). Στις 29/12/17 λοιπόν που καταχωρήθηκε η παρούσα, στην κυπριακή έννομη τάξη είχε ήδη εισαχθεί ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(I)/2012), ο οποίος Νόμος τέθηκε «σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2012» δυνάμει του αρχικού αρ.28. Σύμφωνα με το τότε αρ. 3, «.Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής..» και οι πρόνοιες αυτές παρέμειναν αναλλοίωτες μέχρι και τις 23/12/15 που θεσπίστηκε ο τροποποιητικός Ν.207(Ι)/15, ο οποίος ουσιαστικά «μηδένισε το χρόνο» για σκοπούς παραγραφής αφού σύμφωνα με την τροποποίηση που έγινε τότε στο αρ.3, καθορίστηκε νομοθετικά ότι έκτοτε θα θεωρείτο ότι «ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016». Εφόσον λοιπόν ο προβλεπόμενος στο αρ.7
(2)του Νόμου χρόνος παραγραφής για καταχώρηση αγωγής «.που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου.» είναι τα τρία χρόνια και εφόσον «ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016», η καταχώρηση της παρούσας στις 29/12/17 έγινε εντός του χρόνου παραγραφής. Ακόμη και όμως και το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα να ήταν από πριν παραγραμμένο, «.η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής.» (βλ. Global ανωτέρω). Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο ενάγοντας έχει πετύχει να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του εναγόμενου στον απαιτούμενο βαθμό ενώ καμία από τις υπερασπίσεις που έχει προβάλει ο εναγόμενος δεν κρίνεται να ευσταθεί. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €1708,60 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον ΦΠΑ να υπάρχει. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο