← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΥΡΥΠΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 8435/12, 29/4/2020

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΥΡΥΠΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 8435/12, 29/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8435/12 Μεταξύ: XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Ενάγουσα και XXXXX ΕΥΡΥΠΙΔΟΥ Εναγόμενη ----------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Απρίλιου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Δ. Σιαμπτάνης για Ειρήνη Λοϊζίδου Νικολαϊδου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη: κα Χλ. Λοϊζίδου για Μάριος Γεωργίου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Ενάγουσα και εναγόμενη είχαν συνάψει στις 08/04/99 σύμβαση μίσθωσης της οικίας της πρώτης για περίοδο δύο ετών, ήτοι από 08/04/99 μέχρι 07/04/01 έναντι συμφωνημένου ποσού που η τελευταία θα κατέβαλλε επί μηνιαίας βάσης. Κάτω από συνθήκες που τελούν υπό αμφισβήτηση, η εναγόμενη παρέμεινε στην οικία μέχρι και τα μέσα Ιουλίου 2012 όταν και παρέδωσε κενή και ελεύθερη κατοχή της στην ενάγουσα. Σημειώνω εδώ ότι αν και στο αρχικό δικόγραφο της η εναγόμενη δήλωνε ότι η από μέρους της παραδεχτή παράδοση της κατοικίας έγινε στις 17/07/12 εντούτοις, στην τροποποιημένη Υπεράσπιση που καταχώρησε στις 14/06/17 μετά που έλαβε άδεια από το Δικαστήριο για να τροποποιήσει άλλους ισχυρισμούς της, ισχυρίστηκε ότι η παράδοση έγινε στις 12/02/

  1. Παρά ταύτα, στην Ε/Δ που καταχώρησε αργότερα η πλευρά της εναγόμενης προς υποστήριξη της αίτησης της ημερ.09/05/18 για εκδίκαση προδικαστικού σημείου, δηλώθηκε ότι η αναφορά σε 12/02/13 ήταν τυπογραφικό λάθος και ότι ο ισχυρισμός που ίσχυε ήταν ο αρχικός, δηλαδή ότι η παράδοση έγινε περί τα μέσα Ιουλίου 2012 και αυτός είναι ο παραδεκτός ισχυρισμός που θα ληφθεί υπόψη αν μη τι άλλο και διότι και συνειδητά να είχε γίνει η αλλαγή στο τροποποιημένο δικόγραφο, αυτή και πάλι θα αγνοείτο εφόσον δεν καλύπτετο από το διάταγμα τροποποίησης. Η αξίωση της ενάγουσας αφορά σε ποσό €14.280 «.για καθυστερημένα ενοίκια και/ή μη καταβληθέντα ενοίκια δυνάμει συμφωνίας μίσθωσης ημερομηνίας 08.04.1999 και/ή δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή άλλως πώς ως περιγράφεται κατωτέρω στις λεπτομέρειες» πλέον το συνολικό ποσό των €4.508,41, ως ποσό που αναγκάστηκε η πλευρά της ενάγουσας να καταβάλει για την επιδιόρθωση ζημιών που προκλήθηκαν από την εναγόμενη κατά τη διάρκεια που αυτή κατείχε την κατοικία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Ε/Α, αν και όταν υπογράφτηκε η σύμβαση μίσθωσης στις 08/04/99 είχε συμφωνηθεί ως διάρκεια ενοικίασης της κατοικίας έναντι ΛΚ400 (€684) μηνιαίως, τα 2 χρόνια, ήτοι μέχρι 07/04/01, υπήρχε όρος στη συμφωνία ότι η ενοικίαση θα ανανεωνόταν αυτόματα στη λήξη της εκτός αν οι συμβαλλόμενοι έδιναν γραπτή προειδοποίηση περί του αντιθέτου δύο μήνες πριν τη συμβατική λήξη. Ισχυρίζεται η πλευρά της ενάγουσας ότι αν και στις 24/11/00, ήτοι πριν να λήξει η πρώτη συμβατική περίοδος, συμφωνήθηκε γραπτώς μεταξύ των μερών επέκταση της αρχικής διάρκειας για ακόμη δύο χρόνια, ήτοι μέχρι τις 07/04/03, καθώς επίσης και αύξηση του ενοικίου, ο όρος της αυτόματης ανανέωσης παρέμεινε αναλλοίωτος και είναι υπό αυτό το συμβατικό καθεστώς που η εναγόμενη έμεινε στην κατοικία μέχρι και τον Ιούλιο 2012 και ενώ το ενοίκιο καθ' όλη αυτή την περίοδο αυξανόταν σταδιακά. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι την ημέρα που της παραδόθηκε η κατοχή της κατοικίας η εναγόμενη δέχτηκε ότι της όφειλε, υπό μορφή καθυστερημένων ενοικίων, το συνολικό ποσό των €14.280 και ότι συμφώνησε με την τελευταία όπως αυτή η οφειλή καταβληθεί σε δύο δόσεις, ήτοι στις 30/09/12 και 30/12/
  2. Παρά ταύτα, ισχυρίζεται η ενάγουσα, όχι μόνο η εναγόμενη δεν κατέβαλε καμία τέτοια δόση αλλά μάλιστα η ίδια, η ενάγουσα δηλαδή, αναγκάστηκε να επωμιστεί και το συνολικό ποσό των €4.508,41 για να επιδιορθώσει τις ζημιές που προκάλεσε η εναγόμενη στην κατοικία και τις οποίες η τελευταία όφειλε να της αποκαταστήσει. Στην αντίπερα όχθη, με το δικόγραφο της η εναγόμενη προέβη σε αριθμό παραδοχών και πρόβαλε αριθμό αρνήσεων. Στη βάση όμως του τι τελικά είναι που κατέληξε να αμφισβητείται κατά την ακρόαση, σημασία έχει το ότι στην Υπεράσπιση της η εναγόμενη παραδέχτηκε την συμφωνία της 08/04/99, την επέκταση της μέχρι τον Απρίλιο 2003 και την κατοχή της κατοικίας μέχρι και τον Ιούλιο
  3. Παραδέχεται επίσης η εναγόμενη ότι κατά την παράδοση της κατοικίας παραδέχτηκε γραπτώς στην ενάγουσα μέσω του τότε δικηγόρου της ότι ενδεχομένως να υπήρχαν οφειλόμενα ενοίκια από μέρους της όμως ισχυρίζεται ότι η παραδοχή της αυτή δεν επεκτάθηκε σε οποιοδήποτε άλλο θέμα όπως είναι οι κατ' ισχυρισμό ζημιές στην κατοικία. Για το θέμα αυτό των ζημιών, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατέβαλε η ίδια το ποσό των €2910 για μπογιάτισμα και συντήρηση της κατοικίας ως της είχε υποδείξει η ενάγουσα ενώ αν καταβλήθηκαν οποιαδήποτε άλλα ποσά από την ενάγουσα αυτά, ισχυρίζεται η εναγόμενη, δεν αφορούν σε ζημιές και καταστροφές που προκλήθηκαν από αιτίες άλλες από φυσική φθορά και χρήση 13 χρόνων ώστε να έχει η ίδια την ευθύνη να τις αποκαταστήσει. Είναι όμως γενικότερη θέση της εναγόμενης ότι επειδή ο συμβατικός όρος της αυτόματης ανανέωσης προνοούσε για ανανέωση μόνο για ένα επιπλέον έτος, αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, παραμένοντας στην κατοικία και μετά τον Απρίλιο 2004 κατέστη θέσμια ενοικιαστής και συνεπώς το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιδικάσει στην ενάγουσα τα ποσά που αξιώνει και αυτή η θέση της εναγόμενης προβάλλεται και ως προδικαστική ένσταση. Σημειώνω εδώ ότι αν και μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας επιχειρήθηκε δύο φορές να εκδικαστεί προδικαστικά το θέμα που ήγειρε η εναγόμενη αναφορικά με την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, εντούτοις αμφότερα τα σχετικά αιτήματα της εναγόμενης απορρίφθηκαν για τους λόγους που αναφέρονται στις ενδιάμεσες αποφάσεις ημερ. 26/11/15 και 18/12/18 που εκδόθηκαν από τους αδελφούς Δικαστές που είχαν επιληφθεί τότε της υπόθεσης. Για σκοπούς της παρούσας αναφέρω απλά ότι η κατάληξη και στις δύο ενδιάμεσες αποφάσεις ήταν όπως το θέμα της δικαιοδοσίας παραμείνει να αποφασιστεί κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης μετά και που θα αποκρυσταλλώνετο το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει το θέμα αυτό. Κατά την ακρόαση κατέθεσε μόνο ένας μάρτυρας και αυτός από την πλευρά της ενάγουσας. Επρόκειτο για τον Α. Βασιλαρά (ΜΕ1), πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της ενάγουσας (Τεκ.1), ο οποίος υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α) με την οποία επανέλαβε ουσιαστικά τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας. Κατά τη μαρτυρία του ο ΜΕ1 κατέθεσε τη σύμβαση της 08/04/99 με την επέκταση της 24/11/00 (Τεκ.2 (δακτυλογραφημένο κείμενο) και Τεκ.6 (χειρόγραφο κείμενο)), την αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ των δικηγόρων των μερών μεταξύ Μάρτιο 2011 και Ιούνιο 2012 και με την οποία η εναγόμενη παραδέχτηκε, κατά το μάρτυρα, την οφειλή της προς την ενάγουσα και συμφώνησε να την αποπληρώσει με δόσεις (Τεκ.3), κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού της ενάγουσας 01/01/10 - 03/10/12 όπου φαίνονται οι εκάστοτε πληρωμές που έκαμνε η εναγόμενη (Τεκ.4) και δέσμη αποδείξεων και βεβαιώσεων αναφορικά με τα ποσά που κατέβαλε η ενάγουσα προς επιδιόρθωση των ζημιών που προκάλεσε η εναγόμενη, συνολικού ύψους €3.438,
  4. Από πλευράς εναγόμενης δεν προσήλθε οποιοσδήποτε μάρτυρας για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του ΜΕ1 ενώ η αντεξέταση που έτυχε ο τελευταίος περιορίστηκε ουσιαστικά στα όσα γεγονότα περιβάλλουν την προδικαστική ένταση της εναγόμενης σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ήτοι στην ορθή,, κατά την εναγόμενη, ερμηνεία του συμβατικού όρου ανανέωσης, στο έτος κατασκευής και τοποθεσία της κατοικίας και στο καθεστώς υπό το οποίο παρέμεινε στην κατοικία η εναγόμενη από τον Απρίλιο 2004 μέχρι και την ημέρα που παραδόθηκε κατοχή στην ενάγουσα. Σύμφωνα με τα όσα σχετικά ανέφερε ο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του, η κατοικία βρίσκεται στη Λευκωσία και είχε κτιστεί πριν την 31/12/
  5. Κανένα άλλο θέμα δεν απασχόλησε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 ούτε και ο μάρτυρας αμφισβητήθηκε επί των άλλων πτυχών της μαρτυρίας του από πλευράς εναγόμενης, η οποία ουσιαστικά περιόρισε την υπόθεση της μόνο στο θέμα της καθ' ύλη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά τις τελικές τους αγορεύσεις αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών ασχολήθηκαν εκτενώς τόσο με το θέμα της ερμηνείας εγγράφων, νομικό ζήτημα για το οποίο είναι κοινώς αποδεκτό ότι είναι νομολογημένο ότι αποφασίζεται αποκλειστικά από το Δικαστήριο, με σκοπό την ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου

(1992)1 ΑΑΔ 168 και ΛΙΠΕΡΗ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΝΤΖΙΟΥΡΗ ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2013, 19/7/2019), όσο και με το θέμα της διάκρισης μεταξύ της γενικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και του Δικαστήριου Ελέγχου Ενοικιάσεων (βλ. μεταξύ άλλων Iωάννης Kότσαπα & Yιοί ν. Φωτάκη Kυπριανού και Άλλων
(2001)1 ΑΑΔ 261 στην όποια έκαμαν αναφορά και οι δύο συνήγοροι). Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου έχοντας παρακολουθήσει με προσοχή και το μοναδικό μάρτυρα ενώ κατέθετε, χωρίς να παραγνωρίζω ότι στο βαθμό που αφορούν σε γεγονότα, οι ισχυρισμοί και τα τεκμήρια που ο τελευταίος κατέθεσε δεν έχουν αμφισβητηθεί ούτε αντικρουσθεί από πλευράς εναγόμενης. Όπως προανέφερα, η βασική αξίωση της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή είναι αυτή του ποσού των €14.280 «.για καθυστερημένα ενοίκια και/ή μη καταβληθέντα ενοίκια δυνάμει συμφωνίας μίσθωσης ημερομηνίας 08.04.1999 και/ή δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή άλλως πώς ως περιγράφεται κατωτέρω στις λεπτομέρειες». Η επιπρόσθετη δε αξίωση της ενάγουσας για €4.508,41 συνιστά παρεμφερές θέμα της κατοχής της κατοικίας από την πρώτη και ευνόητο είναι ότι το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να επιδικάσει τη βασική αξίωση είναι και το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία και για το παρεμφερές αυτό θέμα (βλ. μεταξύ άλλων Κυθρεώτης Νίκος και Άλλοι ν. Άθου Μιχαηλίδη Milington-Ward
(2001)1 ΑΑΔ 1480, Λαζάρου Γιαννούλα Γεωργίου ν. Ανδρέα Παπασάββα και Άλλου
(2003)1 ΑΑΔ 1062 και Iωάννης Kότσαπα & Yιοί ν. Φωτάκη Kυπριανού και Άλλων
(2001)1 ΑΑΔ 261). Για τους λόγους όμως που θα προχωρήσω να εξηγήσω, κρίνω ότι για το θέμα της δικαιοδοσίας, το οποίο αποτέλεσε ουσιαστικά και τη μόνη υπερασπιστική γραμμή της εναγόμενης, δεν είναι αναγκαίο ούτε να ερμηνευτεί η σύμβαση της 08/04/99 αλλά ούτε και να εξεταστεί το κατά πόσο δημιουργήθηκε θέσμια ενοικίαση ή όχι. Κατά πρώτο, υπενθυμίζοντας την αρχή ότι όταν ένας ισχυρισμός γίνεται άμεσα ή έμμεσα παραδεκτός στα δικόγραφα αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση (βλ. STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A300, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874), επισημαίνω ότι από την υπεράσπιση της εναγόμενης καθίστατο ουσιαστικά παραδεχτό ότι κατά την παράδοση της κατοικίας, η τελευταία όφειλε στην ενάγουσα κάποιο ποσό χρημάτων. Κατά δεύτερο, σύμφωνα με τα μη αμφισβητούμενα Τεκμήρια που παρουσίασε ο ΜΕ1, ο οποίος σε κάθε περίπτωση μου έκαμε και καλή εντύπωση ως μάρτυρας και η μαρτυρία του οποίου όπως είπα παρέμεινε αναντίλεκτη στο βαθμό που αφορούσε σε γεγονότα, προκύπτουν τα πιο κάτω αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα οποία καθίστανται ευρήματα μου, πρόσθετα των όσων γεγονότων αναφέρω ανωτέρω ότι αφορούν στη συμφωνία των μερών και στην παράδοση της κατοικίας και τα οποία επίσης δεν αμφισβητούνται και συνιστούν μέρος των ευρημάτων μου. Περί το Μάρτιο 2011 η ενάγουσα απαίτησε από την εναγόμενη γραπτώς μέσω του δικηγόρου της το συνολικό ποσό των €11.929 ως οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο 2010 - Μάρτιο
  1. Στο αίτημα αυτό, ο τότε δικηγόρος της εναγόμενης, ο οποίος να σημειωθεί ήταν σύζυγος αλλά και εγγυητής της στην σύμβαση της 08/04/99, απάντησε γραπτώς στις 30/08/11 και ανεπιφύλακτα παραδέχτηκε εκ μέρους της εναγόμενης ότι μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2011 είχαν προκύψει οφειλόμενα ενοίκια ύψους €12.
  2. Παραδέχτηκε επίσης ο δικηγόρος ότι επειδή το μηνιαίο ενοίκιο που έπρεπε να καταβάλλει η εναγόμενη είχε αυξηθεί από 01/04/11 στα €1118, η τελευταία έπρεπε από 01/10/11 και εντεύθεν να καταβάλλει στην ενάγουσα μηνιαίως το εν λόγω ποσό. Δήλωσε λοιπόν ο δικηγόρος ότι η εναγόμενη θα κατέβαλλε τις υφιστάμενες οφειλές της με διάφορες δόσεις καθώς επίσης και το ποσό των €3354 που θα αντιστοιχούσε στα ενοίκια από την 01/10/11 μέχρι 31/12/11 (Τεκ.3). Από την αδιαμφισβήτητη κατάσταση λογαριασμού της ενάγουσας Τεκ.4 προκύπτει ότι όντως έγιναν διάφορες πληρωμές έναντι των οφειλών της εναγόμενης μέχρι και το Μάρτιο 2012 οπόταν και στις 15/03/12, ο δικηγόρος και εγγυητής της εναγόμενης έστειλε νέα επιστολή με την οποία ζητούσε παράταση για εξόφληση των καθυστερήσεων της τελευταίας υποσχόμενος ότι επρόκειτο να καταβληθούν περαιτέρω χρήματα στο άμεσο μέλλον (Τεκ.3). Στις 07/05/12 δε, ο ίδιος δικηγόρος ενημέρωσε τη δικηγόρο της ενάγουσας και πάλι ανεπιφύλακτα ότι οι οφειλές της πελάτιδος του ανέρχονταν ως τότε στις €11.066 και δήλωσε ότι αυτές θα εξοφλούνταν πλήρως στις 31/05/12, ημερομηνία την οποία στις 29/05/12 παράτεινε και πάλι γραπτώς μέχρι τις 04/06/12 (Τεκ.3). Η τελευταία δε επιστολή που έστειλε ανεπιφύλακτα ο δικηγόρος της εναγόμενης ήταν στις 30/06/12 και με την οποία δήλωσε ότι η πελάτιδα του όφειλε στην ενάγουσα μέχρι το Μάιο 2012 το συνολικό ποσό των €12.044 και ότι θα εγκατέλειπε την κατοικία τον Ιούλιο
  3. Ανέφερε όμως ότι η πελάτιδα του δεν έπρρπε να πληρώσει τα ενοίκια Ιουνίου 2012 και Ιουλίου 2012 διότι η κατοικία είχε εκκενωθεί από τον Ιούνιο ώστε να γίνουν επιδιορθώσεις και ότι από το ποσό των υφιστάμενων οφειλών ύψους €12.044 θα έπρεπε να αφαιρεθεί το «ντεπόζιτο» που είχε αρχικά καταβάλει η εναγόμενη ύψους €700 καθώς και το ποσό των €1079 που αντιστοιχούσε στην αύξηση που είχε γίνει στο ενοίκιο από τον Απρίλιο 2011 διότι η εναγόμενη είχε υποστεί διάφορα έξοδα για συντήρηση της κατοικίας τα οποία κατά το δικηγόρο έπρεπε να τα επωμιζόταν η ενάγουσα. Με την ίδια επιστολή, ο δικηγόρος ανέφερε ότι η εναγόμενη ήταν διατεθειμένη να συνεισφέρει στο μπογιάτισμα της κατοικίας αναθέτοντας την εν λόγω εργασία σε δικό της εργολάβο για το ποσό των €2910 και ότι ακολούθως €1500 θα έπρεπε να της αφαιρεθούν από τις οφειλές της οι οποίες πλέον θα ανέρχονταν σε €8765 το οποίο ποσό αυτή θα κατέβαλλε σε δύο ισόποσες δόσεις, ήτοι στις 30/09/12 και 30/12/12 (Τεκ.3). Από τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα προκύπτουν δύο δεδομένα. Το πρώτο είναι ότι από τις 30/08/11 μέχρι την 30/06/12 η εναγόμενη επανειλημμένα παραδέχτηκε την ύπαρξη χρέους από μέρους της προς την ενάγουσα, το οποίο συμφώνησε να το αποπληρώσει αρχικά μέχρι 31/05/12 και στη συνέχεια μέχρι 30/12/12 και το δεύτερο ότι το ποσό που αξιώνει η ενάγουσα από την εναγόμενη ανέρχεται στο ποσό που η ίδια η τελευταία παραδέχτηκε και συμφώνησε στις 30/06/12 ότι οφείλει, ήτοι €12044 μέχρι το Μάιο 2012 πλέον €2236 που αντιστοιχούν στο ποσό των €1118 που η εναγόμενη δέχτηκε και συμφώνησε στις 30/08/11 ότι έπρεπε να καταβάλλει μηνιαίως μέχρι να παραδώσει κατοχή της κατοικίας, η οποία παράδοση είναι εκ της δικογραφίας παραδεκτό ότι έγινε περί τα μέσα Ιουλίου 2012, ήτοι σύνολο €14.
  4. Με άλλα λόγια, υπό το φως όλων των πιο πάνω, η βασική απαίτηση της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή δεν συνιστά τη συνηθισμένη καθαρή απαίτηση οφειλόμενων ενοικίων από ιδιοκτήτη εναντίον ενοικιαστή όπου θα πρέπει να αποδειχτούν οι συνθήκες και το καθεστώς ενοικίασης από τα οποία προήλθε η οφειλή οπόταν και ενδεχομένως να τίθεται θέμα εμπλοκής της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Αντιθέτως, η ρητή αναφορά στο αιτητικό περί ποσού που οφείλεται «.δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή άλλως πώς ως περιγράφεται κατωτέρω στις λεπτομέρειες» και του ισχυρισμού στην παρ. 11 των «Λεπτομέρειών» της Ε/Α ότι η εναγόμενη παραδέχτηκε την δημιουργηθείσα οφειλή της και συμφώνησε να την αποπληρώσει με δόσεις, καταδεικνύει ότι το όλο πνεύμα του σώματος της Έκθεσης Απαίτησης αφορά απλά στην ανάκτηση ενός κατ' ισχυρισμό παραδεκτού χρέους (Βλ. Marketventures Ltd ν. Ουράνιου Δικωμίτη,
(2009)1 Α.Α.Δ. 383 και C. Malathouras & Sons Ltd. v. Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1233). Ως μια τέτοια αγωγή λοιπόν, η οποία αφορά απλά σε ανάκτηση παραδεκτού και συμφωνημένου χρέους, εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου αφού η προέλευση του χρέους είναι ουσιαστικά άνευ ουσιαστικής σημασίας για σκοπούς εξέτασης των επιδίκων θεμάτων και το μόνο που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το ύψος του χρέους αυτού. Υπό το φως δε της παραδοχής στην οποία έχει προβεί η εναγόμενη μέσω της Υπεράσπισης της ως προς την ύπαρξη κάποιου χρέους προς την εναγόμενη, η προέλευση του χρέους επιβεβαιώθηκε ότι ήταν όντως άνευ σημασίας και η όποια αναφορά γινόταν στην Ε/Α ή έγινε κατά την ακρόαση στο καθεστώς της ενοικίασης κατά τη δημιουργία του χρέους της εναγόμενης «.απέληγε να είναι αναφορά μόνο ως προς το ιστορικό υπόβαθρο της απαίτησης και όχι ως προς το πλαίσιο στο οποίο τα επίδικα θέματα θα εκρίνοντο.» (βλ. Λαζάρου ανωτέρω). Η θέση λοιπόν της εναγόμενης ότι το Δικαστήριο στερείται καθ' ύλη δικαιοδοσίας να επιδικάσει στην ενάγουσα τις αξιούμενες θεραπείες κρίνεται ότι δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης. Όπως έχει νομολογηθεί, όταν η εκδοχή του ενάγοντα ήταν και η μόνη εκδοχή που παρουσιάστηκε κατά τη ακρόαση της υπόθεσης, «.συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. (Wynne v. Mavronicolas κ.α.
(2009)1 A.A.Δ. 1138).» (βλ. ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑ κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A460, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ Αρ. 91/2010, 3/7/2014). Στην παρούσα περίπτωση, η δικογραφία και η αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 φέρει την εναγόμενη να παραδέχτηκε ότι κατά την παράδοση της κατοχής κανονικά όφειλε να πληρώσει στην ενάγουσα €12044 μέχρι το Μάιο 2012 και επιπλέον €2236 μέχρι τα μέσα Ιουλίου 2012, ήτοι σύνολο €14.
  1. Ισχυρίστηκε όμως η εναγόμενη μέσω της τελευταίας επιστολής του δικηγόρου της ότι αυτό το ποσό έπρεπε να μειωθεί λόγω του ότι η ενάγουσα κράτησε το ποσό του «ντεποζίτου» €700, ότι η κατοικία είχε εκκενωθεί από τον Ιούνιο 2012 και ότι η ίδια, η εναγόμενη δηλαδή, θα κατέβαλλε €2910 σε εργολάβο για να μπογιατίσει την κατοικία. Καμία τέτοια θέση όμως δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση από πλευράς εναγόμενης, ούτε μέσω της αντεξέτασης του ΜΕ1 ούτε μέσω οποιουδήποτε μάρτυρα από πλευράς εναγόμενης. Αντιθέτως, αυτές οι θέσεις της τελευταίας, κάποιες από τις οποίες προβλήθηκαν και στο δικόγραφο της, παρέμειναν απλά δικογραφημένοι ισχυρισμοί οι οποίοι ουδέποτε προωθήθηκαν η άλλως πως τεκμηριώθηκαν. Ως αποτέλεσμα, η θέση του ΜΕ1 ότι κατά την παράδοση της κατοικίας τον Ιούλιο 2012 η εναγόμενη όφειλε στην ενάγουσα €14.280, ως η εν λόγω θέση επιβεβαιώνεται και από την έγγραφη μαρτυρία που έχει κατατεθεί και η οποία υπενθυμίζω προέρχεται από την πλευρά της εναγόμενης, έμεινε αναντίλεκτη και ως τέτοια την αποδέχομαι και επί αυτής προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογο εύρημα. Παραμένει τώρα να εξεταστεί η επιπλέον αξίωση της ενάγουσας για ποσό €4.508,41 το οποίο αξιώνεται υπό τύπο ειδικής ζημιάς. Επί αυτής της αξίωσης παρατηρώ τα εξής. Το πιο πάνω ποσό, έστω και αν δεν απασχόλησε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 εντούτοις τελούσε υπό την ρητή άρνηση της εναγόμενης και η πλευρά της ενάγουσας όφειλε, ως ειδική ζημιά που συνιστά το εν λόγω ποσό, να το αποδείξει αυστηρά. Οι αποδείξεις όμως που παρουσίασε ο ΜΕ1 αναφορικά με το θέμα αυτό συμποσούνται μόνο στο ποσό των €3.438,41 ενώ το υπόλοιπο παρέμεινε να συνιστά απλά ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς του ΜΕ1 περί διενέργειας κάποιων αόριστων ξυλουργικών εργασιών ύψους €300, αγορά πετρελαίου θέρμανσης €500 και περί ενός ψυγείου που πήρε μαζί της η εναγόμενη κατά την αποχώρηση της αξίας €
  2. Από το δε ποσό των €3.438,41 που προκύπτει από τις αποδείξεις και βεβαιώσεις του ΜΕ1, με εξαίρεση τη γραπτή βεβαίωση από τεχνικό υδραυλικό ότι διαπιστώθηκαν και επιδιορθώθηκαν ζημιές που είχαν προκληθεί «λόγω μη συντήρησης ή και κακής συντήρησης από τους ενοίκους», εργασία για την οποία καταβλήθηκαν συνολικά €2725 ώστε να αγοραστούν και να τοποθετηθούν τα σχετικά υλικά και την καταβολή του ποσού των €180 για να ενοικιαστεί ένα skip για την απόρριψη των άχρηστων υλικών που προέκυψαν κατά τις επιδιορθώσεις, τα άλλα €533,41 δεν προκύπτουν να συνιστούν έξοδα για τα οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ευθύνεται η εναγόμενη. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ποσό €334,41 παρουσιάζεται να αφορά σε ηλεκτρολογικές εργασίες που έγιναν γιατί διάφορα μέρη της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης «.είχαν λίπη και ακαθαρσίες και ήταν ακατάλληλα.» ενώ €199 παρουσιάζονται να δαπανήθηκαν για την αντικατάσταση της ηλεκτρικής κουζίνας χωρίς καμία περαιτέρω εξήγηση (βλ. Τεκ.5). Κοντολογίς, από το υπό κρίση αξιούμενο ποσό, το μόνο κονδύλι που αποδεικνύεται με την απαιτούμενη αυστηρότητα είναι για το συνολικό ποσό των €2905 (βλ. Χόππη ν. Παναγή
(1996)1 ΑΑΔ 966 και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΡΛΑΤΑ ν. ΣΤΕΛΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, 21/5/2014). Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι η ενάγουσα απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση της εναντίον της εναγόμενης σε σχέση με το συνολικό ποσό των €17.185. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €17.185 πλέον τόκους και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.