C&M STEELMASTER LTD ν. TSOULOFTAS CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 785/15, 29/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A211 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 785/15 Μεταξύ: C&M STEELMASTER LTD από τη Λευκωσία Ενάγουσα και TSOULOFTAS CONSTRUCTIONS LTD από τη Λεμεσό Εναγόμενη ----------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Απριλίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Α. Μ. Κλεάνθους Για Εναγόμενο: κα. Λ. Μούζουρου για Σάββας Μάτσας ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή που καταχώρησε στις 20/02/15 η ενάγουσα, η οποία είναι εταιρεία που εδράζεται στη Λευκωσία και ασχολείται μεταξύ άλλων με μεταλλικές κατασκευές, αφορά σε αξίωση ποσού €6.499,97 (ΛΚ 3775) από την εναγόμενη κατασκευαστική εταιρεία που έχει έδρα τη Λεμεσό. Το εν λόγω ποσό η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συνιστά ποσό «.οφειλόμενο συμφωνηθέντων και/ή εύλογων τιμημάτων πωλήσεως εμπορευμάτων πωληθέντων και παραδοθέντων και/ή εύλογη αμοιβή για εκτελεσθείσες εργασίες και/ή αξία μεταλλικών κατασκευών και/ή δυνάμει τιμολογίων». Αναφορά στις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών θα κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου εφόσον παρά το ότι από την υπεράσπιση της εναγόμενης, η οποία απέρριψε την αξίωση της ενάγουσας για διάφορους πραγματικούς και νομικούς λόγους, διάφορα θέματα προέκυπταν να είναι αμφισβητούμενα και κατ' επέκταση επίδικα, εντούτοις κατά την πορεία της υπόθεσης και μετά και την προσκόμιση μαρτυρίας από εκατέρωθεν τις πλευρές, αρκετά γεγονότα κατέστησαν είτε παραδεκτά είτε κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών. Θα αναφέρω όμως στο παρόν στάδιο ότι με την υπεράσπιση της η εναγόμενη ήγειρε ως προδικαστικές ενστάσεις θέματα κατά τόπου δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, παραγραφής και δημιουργίας κωλύματος στην ενάγουσα λόγω του δυσμενούς επηρεασμού που έχει προκαλέσει στην εναγόμενη η αδικαιολόγητη καθυστέρηση που επέδειξε η ενάγουσα στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αυτό κατ' εφαρμογή του σχετικού δόγματος της ολιγωρίας («laches»). Ενόψει όμως του ότι η εναγόμενη επέλεξε να μην επιχειρήσει να εκδικάσει προδικαστικά τις εν λόγω ενστάσεις αλλά να τις προωθήσει στη βάση της δικής της εκδοχής ως προς τα επίδικα γεγονότα και της τελικής της αγόρευσης, οι ενστάσεις αυτές θα πρέπει να εξεταστούν αφού πρώτα αποκρυσταλλωθεί το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο από το οποίο δύναται να εξαχθούν όλα τα ουσιώδη με την εξέταση τους γεγονότα και ευνόητο είναι ότι ένεκα της φύσης της, η πρώτη ένσταση που θα εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο θα είναι το θέμα της δικαιοδοσίας. Σημειώνω εδώ ότι αν και η αξία της επίδικης διαφοράς υπερβαίνει τις €3000, αμφότερες οι πλευρές άσκησαν το δικαίωμα που τους παρέχει η νέα Δ.30 Θ.5
(4)και δήλωσαν στις 18/09/19 ότι συμφωνούσαν όπως η αγωγή εκδικαστεί με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης, ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση γραπτής ένορκης μαρτυρίας και με δικαίωμα, αν το επιθυμεί κάποιος εκ των διαδίκων και το εγκρίνει το Δικαστήριο, αντεξέτασης των μαρτύρων της άλλης πλευράς. Στη βάση λοιπόν της συμφωνίας των διαδίκων ως προς την ακολουθητέα διαδικασία ακρόασης και των σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε από πλευράς ενάγουσας η ένορκη γραπτή μαρτυρία του διευθυντή της, Μ Κωνσταντίνου (ΜΕ1) και από πλευράς εναγόμενων η ένορκη γραπτή μαρτυρία του δικού τους διευθυντή, ήτοι του Α. Τσουλόφτα (ΜΥ1) και του διευθυντή της εταιρείας VICL, Α. Χαραλαμπίδη (ΜΥ2). Παρά όμως το ότι αμφότεροι οι διάδικοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν να αντεξετάσουν τους ομνύοντες της άλλης πλευράς και παρά τον νομολογιακό κανόνα ότι «.στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015), κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους μάρτυρες της άλλης πλευράς και η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών. Από τις εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις και προσκομισθείσα μαρτυρία, τα πιο κάτω γεγονότα προκύπτουν να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών: Στις 27/08/02 η ενάγουσα, κατόπιν αιτήματος της εναγόμενης, έστειλε μέσω φαξ στην τελευταία γραπτή προσφορά συνολικού ποσού ΛΚ 15.400 πλέον ΦΠΑ για την κατασκευή και τοποθέτηση ενός μεταλλικού υπόστεγου σε υποστατικό της εταιρείας VICL στη Λεμεσό, εργασία την οποία η εναγόμενη είχε αναλάβει απέναντι στη VICL να εκτελέσει. Η εναγόμενη απάντησε στην ενάγουσα αρχικά μέσω φαξ που έστειλε στις 29/10/02 στον αριθμό φαξ της ενάγουσας στη Λευκωσία, ενημερώνοντας την τελευταία ότι δεχόταν μεν την προσφορά της αλλά για λιγότερο ποσό, ήτοι για το συνολικό ποσό των ΛΚ14.500 πλέον ΦΠΑ και στη συνέχεια, με επιστολή που έστειλε στις 27/11/02 στα γραφεία της ενάγουσας στη Λευκωσία, επιβεβαίωσε αφ' ενός την από μέρους της αποδοχή της προσφοράς της 27/08/02 για το ποσό των ΛΚ14500 και αφ' ετέρου επεσύναψε επιταγή προς την ενάγουσα για το ποσό των ΛΚ1450 ως προκαταβολή. Ακολούθως και μέχρι τις 21/10/03 που παραδόθηκε το έργο στη VICL, η ενάγουσα προχώρησε και εκτέλεσε διάφορες εργασίες στο υποστατικό της τελευταίας στη Λεμεσό ως η σχετική προσφορά της. Τόσο η ενάγουσα όσο και η εναγόμενη δέχονται ότι η τελευταία προέβη σε διάφορες πληρωμές προς την πρώτη σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες και σύμφωνα με τις αποδείξεις πληρωμής που κατέθεσε ο ΜΕ1 ως Τεκ. 10 και δεν αμφισβητήθηκαν από την εναγόμενη, η τελευταία, μέχρι τις 21/10/03 κατέβαλε στην ενάγουσα συνολικά ΛΚ6900 συμπεριλαμβανομένης της προκαταβολής των ΛΚ
- Αν και τελεί υπό αμφισβήτηση ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το ποσό των ΛΚ 6900 που κατέβαλε η εναγόμενη μέχρι τις 21/10/03 αφορούσε στην εξόφληση τιμολογίου που είχε ήδη εκδοθεί από τις 09/01/03 για το αντίστοιχο ποσό, είναι κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο ότι στις 21/10/03, η ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε προς την εναγόμενη τιμολόγιο με αρ. 01208 για το συνολικό ποσό των ΛΚ9775, ήτοι ΛΚ8500 πλέον ΦΠΑ, με την αιτιολογία «Υπόλοιπον κατασκευής μεταλλικού κτιρίου V.I.C.L. LTD». Το εν λόγω τιμολόγιο υπογράφτηκε τόσο από πλευράς ενάγουσας όσο και από το ΜΥ1 εκ μέρους της εναγόμενης και σύμφωνα και πάλι με τις μη αμφισβητούμενες αποδείξεις της ενάγουσας, από τις 21/10/03 που εκδόθηκε το εν λόγω τιμολόγιο και μέχρι και τις 22/11/05, η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα ακόμη ΛΚ
- Συνολικά δηλαδή η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα σε σχέση με τις εργασίες που η τελευταία εκτέλεσε στη Λεμεσό κατόπιν αποδοχής της προσφοράς της 27/08/02 το ποσό των ΛΚ12900 και από τις 22/11/05 κανένα άλλο ποσό δεν κατέβαλε. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Η εκδοχή της ενάγουσας, όπως αυτή υποστηρίχθηκε μέσω του ΜΕ1, ήταν ότι για τις επίδικες υπηρεσίες η ενάγουσα εξέδωσε δύο τιμολόγια, ήτοι το προαναφερόμενο τιμολόγιο της 21/10/03 υπ. αρ. 01208 για το ποσό ΛΚ8500 πλέον ΦΠΑ, το οποίο εκδόθηκε μετά την ολοκλήρωση των επίδικων εργασιών καθώς και ένα προγενέστερο τιμολόγιο υπ. αρ. 01062, το οποίο εκδόθηκε στις 09/01/03, ήτοι ενόσω εκτελούνταν οι εργασίες, για το ποσό των ΛΚ6000 πλέον ΦΠΑ (Τεκ.6). Στο σύνολο δηλαδή, ισχυρίζεται η ενάγουσα, χρέωσε την εναγόμενη ακριβώς ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους, ήτοι ΛΚ 14500 πλέον ΦΠΑ όμως, ενώ το τιμολόγιο 01062 εξοφλήθηκε πλήρως με το ποσό της προκαταβολής και δύο πληρωμών που έγιναν στις 10/01/03 και 29/09/03 αντίστοιχα οπόταν και εκδόθηκε σχετική εξοφλητική απόδειξη (Τεκ.10), το ποσό των ΛΚ9775 (συμπ. ΦΠΑ) του παραδεκτού τιμολογίου 01208 δεν εξοφλήθηκε ποτέ αφού έναντι αυτού έγιναν μόνο δύο πληρωμές στις 21/10/03 και 22/11/05 αντίστοιχα για το συνολικό ποσό των €
- Συνολικά δηλαδή, ισχυρίζεται ενάγουσα, η εναγόμενη της κατέβαλε μόνο ΛΚ12900 από τις ΛΚ16.675 (ΛΚ14500 πλέον ΦΠΑ) που είχαν συμφωνήσει και αυτές οι χρεωπιστώσεις που έλαβαν χώρα, οι οποίες κατέληξαν στο να οφείλεται στην ενάγουσα το αξιούμενο ποσό, ήτοι ΛΚ3775 (€6499,97), από τις 22/11/05, αποτυπώνονται πλήρως και σε σχετική κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η τελευταία στο όνομα της εναγόμενης για το σκοπό αυτό (Τεκ.5). Στην αντίπερα όχθη η βασική εκδοχή της εναγόμενης προβλήθηκε μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ1 ο οποίος ισχυρίστηκε τα εξής: «.η παρούσα αγωγή πρέπει να απορριφθεί λόγω της ολιγωρίας, της μεγάλης και αδικαιολόγητης και υπέρμετρης καθυστέρησης που επέδειξε η Ενάγουσα από τη συμπλήρωση της βάσης αγωγής μέχρι την καταχώρηση της.13 χρόνια.Παρόλο που η ενάγουσα είχε πλήρη γνώση των γεγονότων από τα οποία ισχυρίζεται ότι πηγάζει το αγώγιμο δικαίωμα της εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας μου, καθυστέρησε αδικαιολόγητα και υπέρμετρα να καταχωρήσει την αγωγή χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός και βάσιμος λόγος προς τούτο. Εξ αιτίας της ολιγωρίας και του χρόνου που παρήλθε, η Εναγόμενη υπέστη αρνητικές συνέπειες και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της και μετέβαλε εις βλάβη της την οικονομική και νομική της κατάσταση και απώλεσε μαρτυρία έγγραφη και ζώσα. Περαιτέρω, η Ενάγουσα παρέλειψε να εκτελέσει τις συμφωνηθείσες εργασίες που διαλαμβάνοντο στη συμφωνία εντός του προκαθορισμένου χρόνου που ορίστηκε στην επιστολή/συμφωνία ημερομηνίας 29/10/2002 - ήτοι Φεβρουάριο του
- Η Ενάγουσα παραβίασε όρους της συμφωνίας και καθυστέρησε υπέρμετρα και αδικαιολόγητα τη παράδοση της συμφωνηθείσας εργασίας για διάστημα πέραν των 8 μηνών. Είναι σημαντικό να σημειώσω ότι, η Ενάγουσα παρέλειψε να κατασκευάσει το πατάρι το οποίο ήταν μέρος της συμφωνίας και προσφοράς ημερομηνίας 27/08/2002 και υπήρχαν πάρα πολλές κακοτεχνίες και ημιτελείς εργασίες. Η Εναγόμενη πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ. 12.900 ήτοι €22.040,98 στην Ενάγουσα για όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες. Η Εναγόμενη εταιρία αφού ενημέρωσε την Ενάγουσα για τις κακοτεχνίες και ημιτελείς εργασίες αλλά και την υπέρμετρη καθυστέρηση που υπέδειξαν αδικαιολόγητα για παράδοση των εργασιών εξόφλησε πλήρως και τελειωτικά οποιεσδηποτε οικονομικές υποχρεώσεις είχε προς την Ενάγουσα. Όσον αφορά το Τεκμήριο 6 της έγγραφης μαρτυρίας της Ενάγουσας θα ήθελα να αναφέρω ότι ουδέποτε αναγνωρίσθηκε και υπογράφηκε από την Εναγόμενη εταιρεία και δεν αναγνωρίζεται. Ο λόγος που ποτέ δεν υπογράφηκε ήταν η παράλειψη της Ενάγουσας να κατασκευάσει το πατάρι ως η προσφορά ημερομηνίας 27/08/2002 και η μείωση του ποσού που όφειλε η Εναγόμενη προς την Ενάγουσα. Τόσο ο εργοδότης του έργου όσο και η Ενάγουσα με την Εναγόμενη συμφώνησαν προφορικά ότι ποσό της κατασκευής του παταριού δεν θα χρεωνόταν αφού δεν εκτελέστηκε ποτέ. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της Ενάγουσας οτι η καθυστέρηση στη καταχώρηση της παρούσας αγωγής οφείλεται αποκλειστικά στις κατ' επανάληψη υποσχέσεις της Εναγόμενης εταιρίας ότι θα πληρώσει το υπόλοιπο ποσό κατ' αποκοπή είναι ψευδής και αναληθής. Ουδέποτε αποστείλαμε οποιαδήποτε επιστολή που να υποσχόμαστε και/ή να διαβεβαιώνουμε την Ενάγουσα για οποιαδήποτε οφειλή προς την εταιρεία τους. Επίσης, ουδέποτε διαβεβαιώσαμε στην Ενάγουσα τους ανωτέρω ισχυρισμούς και αυτό αποδεικνύεται από την υπέρμετρη καθυστέρησή στη καταχώρηση της αγωγής δηλαδή 13 χρόνια μετά. Η Ενάγουσα απεμπόλεσε τα συμβατικά της δικαιώματα καθότι αναμφισβήτητα εγκατέλειψε το δικαίωμα της για ολοκλήρωση της συμφωνίας δια σαφούς και κατηγορηματικής υπόσχεσης και διαβεβαίωσης και παράστασης της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη ότι ουδεμία άλλη απαίτηση θα είχε με την αποπληρωμή του ποσού των Λ.Κ. 12.900 ήτοι €22.040,96 και ότι το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει την αμοιβή της για όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες.» Προς επιβεβαίωση της πιο πάνω εκδοχής κατατέθηκε από πλευράς εναγόμενης η μαρτυρία του διευθυντή της VICL, ο οποίος ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα ολοκλήρωσε τελικά τις επίδικες εργασίες της με οχτώ μήνες καθυστέρηση, ήτοι τον Οκτώβριο 2003 αντί τον Φεβρουάριο 2003 που είχε συμφωνηθεί και την ίδια στιγμή, πέραν των διαφόρων κακοτεχνιών που διαπιστώθηκαν στην εργασία της, δεν είχε κατασκευάσει ούτε το πατάρι που είχε επίσης αναλάβει να κατασκευάσει. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι όπως τον πληροφόρησε τότε ο ΜΥ1, λόγω της μη κατασκευής του παταριού, ενάγουσα και εναγόμενη είχαν συμφωνήσει περί τον Ιανουάριο 2003 όπως η πρώτη μη χρεώσει για τη συγκεκριμένη εργασία και συνεπώς, πέραν των ΛΚ12900 που πλήρωσε συνολικά η εναγόμενη, κανένα άλλο ποσό δεν δικαιούται η ενάγουσα σε σχέση με τις εργασίες που είτε δεν εκτέλεσε είτε εκτέλεσε πλημμελώς. Όπως έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω, κανένας εκ των «αντίπαλων» μαρτύρων δεν επιχειρήθηκε να αντεξεταστεί επί των θέσεων του. Τούτου λεχθέντος βέβαια, επισημαίνω ότι το θέμα αντεξέτασης κάποιου μάρτυρα επί κάποιου ισχυρισμού του δεν εξετάζεται απομονωμένα από το βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει ή την αποδεικτική αξία που ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει από μόνος του, υπό την έννοια ότι αν είναι έκδηλο ότι ένας ισχυρισμός δεν ευσταθεί, είτε επειδή στερείται οποιουδήποτε ερείσματος είτε διότι αντίκειται σε μαρτυρία που είναι αυτοδύναμη και αυταπόδεικτη, όπως π.χ. τα παραδεκτά γεγονότα ή η πραγματική μαρτυρία είτε πολύ απλά διότι είναι εντελώς ατεκμηρίωτος, σίγουρα δεν υφίσταται ανάγκη να αντεξεταστεί ο μάρτυρας απλά ώστε να του υποβληθεί η αντίθετη θέση ή η έκδηλη αντίφαση. Το ουσιαστικό βάρος άλλωστε είναι στην πλευρά που προβάλλει τον ισχυρισμό να τον αποδείξει και όχι στην άλλη πλευρά να αποδείξει ότι ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί. Με γνώμονα τα πιο πάνω, παρατηρώ τα εξής αναφορικά με τα εγειρόμενα θέματα. Όσον αφορά τις προδικαστικές ενστάσεις της υπεράσπισης, λαμβανομένων υπόψη αφ' ενός των γεγονότων που ανέφερα ανωτέρω ότι προκύπτουν από την ανταλλαγείσα δικογραφία και μαρτυρία να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών και για τα οποία γεγονότα προέβηκα σε ανάλογα ευρήματα και αφ' ετέρου ότι η αξίωση της ενάγουσας, στη βάση της οποίας εξετάζονται και τα θέματα της παραγραφής αλλά και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd v. United Sea Transport Ltd and Another
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 729,732, Σαφαρίνο Λτδ ν. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ 1059), προβάλλεται να αφορά στο υπόλοιπο ποσό της αμοιβής της, το οποίο υπόλοιπο δημιουργήθηκε, ως είναι ο ισχυρισμός της, μετά την έκδοση του τιμολογίου της 21/10/03 και της τελευταίας πληρωμής της εναγόμενης στις 22/11/05, παρέχεται θεωρώ το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο για να εξεταστούν στο παρόν στάδιο, τουλάχιστο οι προδικαστικές ενστάσεις της υπεράσπισης ως προς την κατ' ισχυρισμό έλλειψη κατά τόπο αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου και της παραγραφής, οι οποίες άλλωστε είναι δικαιοδοτικής φύσης και τις οποίες ενστάσεις προχωρώ να εξετάσω. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η πρώτη ένσταση που πρέπει να εξεταστεί είναι αυτή που αφορά στο θέμα της δικαιοδοσίας και για την οποία σημειώνω τα εξής σχετικά. Έχει καταστεί κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών και αποτέλεσε εύρημα μου, έστω και αν η εναγόμενη εδρεύει στη Λεμεσό όπου έγιναν οι επίδικες εργασίες, αυτές, οι επίδικες εργασίες δηλαδή, ζητήθηκαν στη Λευκωσία όπου εδρεύει και δραστηριοποιείται η ενάγουσα και στη συνέχεια συμφωνήθηκαν και πάλι στη Λευκωσία όταν η εναγόμενη έστειλε το σχετικό φαξ της αποδοχής της στον αριθμό φαξ της ενάγουσας στη Λευκωσία. Πρόσθετα τούτου, αν και δεν καθορίστηκε ρητά στη συμφωνία των μερών ποιος θα ήταν ο τόπος πληρωμής της αμοιβής της ενάγουσας, είναι εντούτοις παραδεκτό ότι η πρώτη σχετική πληρωμή προς την ενάγουσα, ήτοι αυτή της προκαταβολής, έγινε μέσω επιταγής που η εναγόμενη έστειλε στην ενάγουσα στην Λευκωσία. Στη βάση αυτών των κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων συνεπώς, κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται την απαιτούμενη κατά τόπο δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση (βλ. Καλλικάς Γιαννάκης ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238, Theofanous v. Georgiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stephanidou v. Pirgotis
(1975)1 C.L.R. 100 και Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240). Η επί του προκειμένου προδικαστική ένσταση της υπεράσπισης επομένως δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα της παραγραφής, ως έχει νομολογηθεί, για σκοπούς εξέτασης αυτού του νομικού θέματος, «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834) και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί.» (βλ. Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636). Βεβαίως, «.η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής.» (βλ. Global ανωτέρω). Ακόμη δηλαδή και αν προηγούμενο νομοθέτημα έχει καταστήσει παραγραμμένο το αγώγιμο δικαίωμα, εντούτοις, αν μεταγενέστερο νομοθέτημα που ισχύει κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, έχει ρυθμίσει διαφορετικά το θέμα, τότε το αγώγιμο δικαίωμα δύναται να θεωρηθεί ότι βρίσκεται ακόμη «εν ζωή». Το κρίσιμο χρονικό σημείο επομένως, τόσο για σκοπούς επιμέτρησης του χρόνου παραγραφής όσο και για καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, είναι η ημέρα καταχώρησης της αγωγής Είναι σε συνάρτηση με αυτή την ημερομηνία που θα εξεταστεί ποιο είναι το νομοθέτημα που θα εφαρμοστεί για να αποφασιστεί το κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα έχει ή όχι παραγραφεί καθώς επίσης και ο χρόνος που παρήλθε από την ημέρα που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό πράξη ή παράλειψη από την οποία πηγάζει το αγώγιμο δικαίωμα (βλ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ν. LOUIS HOTELS PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 8/2013, 1/10/2019).. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 20/02/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία, στην Κυπριακή έννομη τάξη είχε ήδη εισαχθεί ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(I)/2012), ο οποίος Νόμος τέθηκε «σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2012» δυνάμει του αρχικού αρ.
- Σύμφωνα με το τότε αρ. 3, «.Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής..» και οι πρόνοιες αυτές παρέμειναν αναλλοίωτες μέχρι και τις 23/12/15 που θεσπίστηκε ο τροποποιητικός Ν.207(Ι)/15, ο οποίος ουσιαστικά «μηδένισε το χρόνο» για σκοπούς παραγραφής αφού σύμφωνα με την τροποποίηση που έγινε τότε στο αρ.3, καθορίστηκε νομοθετικά ότι έκτοτε θα θεωρείτο ότι «ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016». Εφόσον όμως η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε πριν την τροποποίηση του αρ.3 στις 27/12/15, ήτοι όταν ακόμη ο «.Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής..» και εφόσον η βάση της αγωγής σύμφωνα με την ενάγουσα είχε συμπληρωθεί πριν την 01/07/12 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.66(I)/2012, το θέμα της παραγραφής θα πρέπει να εξεταστεί με βάση τις σχετικές μεταβατικές διατάξεις που ίσχυαν εκείνη την περίοδο δυνάμει του αρ.26 του Ν66(I)/2012, οι οποίες διατάξεις τελικά καταργήθηκαν μετά από διάφορες τροποποιήσεις με το «μηδένισμα» που επέφερε στις 27/12/15 ο Ν. 207(Ι)
- Σύμφωνα λοιπόν με τις πρόνοιες του αρ.26, ο νομοθέτης έδωσε ουσιαστικά αρχικά παράταση μέχρι 31/12/2013[1] στο χρόνο παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων που είχαν προκύψει πριν την 01/07/12, και στη συνέχεια, κατόπιν διαδοχικών ετήσιων τροποποιήσεων που έλαβαν χώρα μεταξύ 2012 - 2015, δόθηκαν περαιτέρω παρατάσεις από έτος σε έτος μέχρι και το τέλος του
- Κατά την περίοδο που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, οι σχετικές πρόνοιες του αρ.26 που ήταν σε ισχύ ήταν αυτές που εισήχθηκαν με την τροποποίηση που είχε γίνει στις 16/12/14, σύμφωνα με τις οποίες: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2015, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2015 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.» Εφόσον λοιπόν μέχρι την 01/07/12 οι πρόνοιες που αφορούσαν στο χρόνο παραγραφής δυνάμει του προηγούμενου Νόμου περί παραγραφής, ήτοι του Κεφ. 15, είχαν τεθεί σε αναστολή αρχικά με τον περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμο του 1964, Ν. 57/1964και στη συνέχεια με τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002 (Ν. 110(Ι)/2002) ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 1.6.2005 και εφόσον στη συνέχεια ο τελευταίος αυτός Νόμος καταργήθηκε την 01/07/12 με το Ν.66(Ι)/12ο οποίος Νόμος όμως, δυνάμει των τροποποιήσεων του αρ.26, ενεργοποίησε μεν την προσμέτρηση του χρόνου αλλά παρέτεινε το δικαίωμα καταχώρησης αγωγής μέχρι και την 31/12/15, το υπό κρίση αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων που προβάλλεται να προέκυψε μεταξύ 2003-2005, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει παραγραφεί κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής αλλά ακόμη και να είχε παραγραφεί δυνάμει προγενέστερου Νόμου, που δεν ήταν, «.η απαίτηση.δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής.» (βλ. Global ανωτέρω). Και αυτή η ένσταση της υπεράσπισης συνεπώς κρίνεται ότι δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Παραμένει προς εξέταση η τελευταία προδικαστική ένσταση της υπεράσπισης, η οποία αφορά στη δημιουργία κωλύματος λόγω εφαρμογής του δόγματος του laches (ολιγωρία). Αν και η υπό κρίση ένσταση της υπεράσπισης είναι συνδεδεμένη με τον υποκείμενο σε αξιολόγηση ισχυρισμό που προβλήθηκε μέσω του ΜΥ1 ότι «.Εξ αιτίας της ολιγωρίας και του χρόνου που παρήλθε, η Εναγόμενη υπέστη αρνητικές συνέπειες και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της και μετέβαλε εις βλάβη της την οικονομική και νομική της κατάσταση και απώλεσε μαρτυρία έγγραφη και ζώσα.» εντούτοις η ένσταση αυτή δύναται από αυτό το στάδιο να κριθεί ως ανεδαφική. Εξηγώ. Κατά πρώτο, στην παρούσα αγωγή δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches) διότι δεν επιδιώκεται οποιαδήποτε θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας απ' όπου πηγάζει η εν λόγω αρχή και η οποία ρυθμίζει τις συνέπειες που προκύπτουν από την υπέρμετρη καθυστέρηση στην άσκηση δικαιωμάτων που έχουν ως αποκλειστική πηγή το δίκαιο της επιείκειας (βλ. Α.Τ.Η.Κ. ν. Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158, Χατζηγαβριήλ Μιχάλης ν. Ellinas Finance Public Company Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 668 και Zερβός Παναγιώτης ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 2357). Κατά δεύτερο, ενώ ο ισχυρισμός περί πρόκλησης δυσμενούς επηρεασμού στην εναγόμενη από την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής παρέμεινε ουσιαστικά ένας γενικός και ατεκμηρίωτος ισχυρισμός ότι η τελευταία «μετέβαλε εις βλάβη της την οικονομική και νομική της κατάσταση και απώλεσε μαρτυρία έγγραφη και ζώσα.», την ίδια στιγμή, η θετική εκδοχή που προώθησε η εναγόμενη μέσω των μαρτύρων της ήταν ότι ο λόγος που δεν οφείλει τίποτε στην ενάγουσα είναι λόγω προφορικής συμφωνίας που έκαμε ο ίδιος ο ΜΥ1 με εκπροσώπους της ενάγουσας περί τον Ιανουάριο
- Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη του ότι το άμεσα εμπλεκόμενο πρόσωπο σε αυτή τη φερόμενη συμφωνία ήταν ο ΜΥ1 ο οποίος ζει και οποίος έδωσε μαρτυρία στην υπόθεση και καμία αναφορά δεν έκαμε σε συγκεκριμένα έγγραφα ή άλλα πρόσωπα που έχουν έκτοτε χαθεί και τα οποία θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τον ισχυρισμό του καθώς και του ότι αυτή καθ' αυτή η κατ' ισχυρισμό συμφωνία με την ενάγουσα δεν ήταν γραπτή αλλά προφορική, κανένα πραγματικό έρεισμα δεν έχει παρουσιαστεί που να στηρίζει την ένσταση της εναγόμενης ότι κατά την πάροδο του χρόνου από τον Ιανουάριο 2003 έχει απωλεσθεί μαρτυρία «..έγγραφη και ζώσα.» ή ότι έχει προκληθεί δυσμενής επηρεασμός στα δικαιώματα της. Ενόψει των πιο πάνω, η επί του προκειμένου ένσταση της εναγόμενης απορρίπτεται. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την ουσία των δύο αντιμαχόμενων εκδοχών υπενθυμίζοντας ότι η πλευρά της εναγόμενης δέχεται τη σύναψη συμφωνίας με την ενάγουσα για την εκτέλεση των επίδικων εργασιών συνολικού κόστους ΛΚ14.500 πλέον ΦΠΑ, δέχεται ότι όντως εκτελέσθηκαν εργασίες από την ενάγουσα και δεν αμφισβητεί ότι έναντι αυτών των εργασιών κατέβαλε στην τελευταία ως αμοιβή συνολικά ΛΚ6900 μέχρι τις 21/10/
- Δέχεται επίσης η εναγόμενη ότι στις 21/10/03 που ολοκληρώθηκαν οι εργασίες, η ενάγουσα εξέδωσε και της παρέδωσε τιμολόγιο με αρ. 01208 για το συνολικό ποσό των ΛΚ9775, ήτοι ΛΚ8500 πλέον ΦΠΑ, με την αιτιολογία «Υπόλοιπον κατασκευής μεταλλικού κτιρίου V.I.C.L. LTD» και δεν αμφισβητεί ότι μετά την έκδοση του εν λόγω τιμολογίου κατέβαλε στην ενάγουσα ακόμη δύο πληρωμές συνολικού ύψους ΛΚ
- Έχοντας κατά νου την πάγια νομολογιακή αρχή ότι εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, ο ενάγων έχει γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσής του στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και αν καταφέρει να αποσείσει αυτό το βάρος, τότε το ερώτημα είναι αν ο εναγόμενος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), έχει παρουσιάσει με τη σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησε επίδικα με τη δική του εκδοχή, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον ενάγοντα να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε από τον εναγόμενο. (βλ. μεταξύ άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων βέβαια δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ Κυριάκου ανωτέρω). Εκεί βέβαια που το δίκαιο της απόδειξης επιβάλλει όπως το βάρος απόδειξης συγκεκριμένων ισχυρισμών και υπερασπίσεων, είναι στους ώμους του εναγόμενου να το αποσείσει, οι ρόλοι αντιστρέφονται, νοουμένου βέβαια ότι ο ενάγοντας έχει πρωτίστως αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης της δικής του υπόθεσης. Ενόψει λοιπόν των όσων αναφέρω ανωτέρω να συνιστούν αποδεκτά γεγονότα από πλευράς εναγόμενης καθώς επίσης και του ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι από τη συμφωνηθείσα αμοιβή των ΛΚ14500 πλέον ΦΠΑ, ήτοι ΛΚ16.675, η εναγόμενη κατέβαλε μόνο ΛΚ12.900, ήτοι ΛΚ3.775 λιγότερα και ότι το εν λόγω ποσό, με βάση τις μη αμφισβητούμενες αποδείξεις είσπραξης που προσκόμισε η πλευρά της ενάγουσας, συνάδει ακριβώς με το ποσό που υπολείπεται για να εξοφληθεί το αποδεκτό τιμολόγιο της 21/10/03 μετά και την τελευταία πληρωμή που έγινε στις 22/11/05, θεωρώ ότι η ενάγουσα έχει καταφέρει να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) ότι η εναγόμενη της οφείλει το αξιούμενο με την αγωγή ποσό. Το ερώτημα πλέον είναι αν η εναγόμενη έχει προσκομίσει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία, που στη βάση της απλής πιθανολόγησης αρκεί για να αποσείσει το δικό της βάρος να αποδείξει ότι λόγω των κατ' ισχυρισμό κακοτεχνιών και πλημμελών εργασιών της ενάγουσας, συμφωνήθηκε περί τον Ιανουάριο 2003 όπως η τελευταία μην πληρωθεί όλη τη συμφωνηθείσα αμοιβή της και όπως οι υπηρεσίες της εξοφληθούν με την είσπραξη του ποσού των ΛΚ12.900. Επί αυτής της εκδοχής της εναγόμενης παρατηρώ τα εξής. Ο ισχυρισμός που προώθησαν οι ΜΥ1 και ΜΥ2 ότι επετεύχθη προφορική συμφωνία με την ενάγουσα τον Ιανουάριο 2003 όπως η τελευταία μην χρεώσει την πλήρη αμοιβή των ΛΚ14.500 και όπως λάβει μόνο ΛΚ12.900 καθόλου δεν συνάδει με το κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι στις 21/10/03, ήτοι 9 μήνες μετά την κατ' ισχυρισμό συμφωνία με την ενάγουσα, και ενώ η εναγόμενη είχε ήδη καταβάλει στην τελευταία ΛΚ6900, ο ΜΥ1 δέχτηκε, θέτοντας μάλιστα προς τούτο και την υπογραφή του, να παραλάβει αδιαμαρτύρητα τιμολόγιο από την ενάγουσα για το συνολικό ποσό των ΛΚ 9775 και δη τιμολόγιο το οποίο ανέγραφε ρητά ότι το εκεί αναφερόμενο ποσό συνιστούσε το «Υπόλοιπον κατασκευής μεταλλικού κτιρίου V.I.C.L. LTD». Αν όντως είχε επιτευχθεί συμφωνία τον Ιανουάριο 2003 ως ισχυρίζονται οι ΜΥ1 και ΜΥ2, τότε γιατί η ενάγουσα να εκδώσει τιμολόγιο για όλη την υπόλοιπη αμοιβή της και γιατί ο ΜΥ1 να δεχτεί να παραλάβει ένα τέτοιο τιμολόγιο το οποίο παρουσίαζε την εναγόμενη ότι οφείλει να πληρώσει το εν λόγω ποσό και να θέσει την υπογραφή του επί αυτού δηλώνοντας έτσι και την αποδοχή του με τα όσα εκεί αναφέρονταν; Υπενθυμίζω εδώ τη γενική αρχή ότι η υπογραφή δεσμεύει και ότι είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018) Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou
(1989)1 AAΔ 96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1240). Στην παρούσα περίπτωση, ο ΜΥ1 δεν επεδίωξε καν να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που κανονικά επιφέρει η υπογραφή του, ήτοι ότι η εναγόμενη ουσιαστικά δέχτηκε να εκδοθεί τιμολόγιο το οποίο την έφερε να οφείλει στην ενάγουσα ακόμη ΛΚ
- Αντιθέτως, ο μάρτυρας άφησε το θέμα αυτό ασχολίαστο και προτίμησε να αμφισβητήσει άλλο τιμολόγιο της ενάγουσας επικαλούμενος την εκεί απουσία της υπογραφής του, ήτοι το τιμολόγιο της 09/01/03, ενισχύοντας όμως έτσι τη σημασία του τιμολογίου της 21/10/03 το οποίο ήταν υπογραμμένο από τον ίδιο. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί εδώ ότι το τιμολόγιο της 09/01/03 που αμφισβήτησε ο ΜΥ1, σύμφωνα με τις αποδείξεις που προσκόμισε η ενάγουσα και οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από την εναγόμενη, είχε ήδη εξοφληθεί από τις 29/09/
- Σε κάθε περίπτωση όμως, η αδιαμφισβήτητη ενυπόγραφη και αδιαμαρτύρητη αποδοχή από το ΜΥ1 του τιμολογίου της ενάγουσας ημερ. 21/10/03 για το ποσό των ΛΚ9775, καθιστά άνευ ουσιαστικής σημασίας ό,τι και αν είχε μεσολαβήσει μεταξύ 27/08/02 που ξεκίνησε η συνεργασία των μερών και της ημερομηνίας που εκδόθηκε το εν λόγω τιμολόγιο, αφού από την εν λόγω αποδοχή του ΜΥ1 μόνο ένα συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί, ήτοι ότι στις 21/10/03 η εναγόμενη δέχτηκε ως ορθή τη θέση της ενάγουσας ότι από εκείνη την ημερομηνία και μετά, έπρεπε να της καταβληθούν ακόμη ΛΚ9775 ως το «Υπόλοιπον κατασκευής μεταλλικού κτιρίου V.I.C.L. LTD». Η διαπίστωση μου αυτή ενισχύεται και επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι δύο χρόνια μετά την έκδοση του τιμολογίου, η εναγόμενη προχώρησε και κατέβαλε και δεύτερη πληρωμή έναντι του σχετικού ποσού, χωρίς ποτέ προηγουμένως να διαμαρτυρηθεί για το ύψος του ποσού του τιμολογίου ή έστω να ζητήσει την έκδοση νέου τιμολογίου στη βάση των όσων κατ' ισχυρισμό συμφωνήθηκαν τον Ιανουάριο
- Οι μη αμφισβητούμενες αποδείξεις είσπραξης της ενάγουσας δε, αναφέρουν ρητά ότι οι πληρωμές που έγιναν μετά την έκδοση του τιμολογίου της 21/10/03 αφορούσαν πάντα σε πληρωμές «έναντι λογαριασμού» και ποτέ «προς εξόφληση». Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, η εκδοχή της υπεράσπισης επί όλων των αμφισβητούμενων πτυχών της υπόθεσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται, σε αντίθεση με την εκδοχή της ενάγουσας, η οποία επί των επίδικων θεμάτων γίνεται πλήρως αποδεχτή. Ενόψει δε του ότι μετά την έκδοση του τιμολογίου της 21/10/03 για το ποσό των ΛΚ9775, η εναγόμενη κατέβαλε μόνο ΛΚ6000, η τελευταία οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα και το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ3775 €6499,
- Κρίνω επομένως ότι η ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της εναντίον της εναγόμενης και συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €6499,97 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον ΦΠΑ. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
- Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την εκπνοή ενός έτους από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Νόμου, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την συμπλήρωση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο