← Κύπρος

Αναφορικά με τον ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Αρ. Αίτησης: 818/18, 13/4/2020

Αναφορικά με τον ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Αρ. Αίτησης: 818/18, 13/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A190 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 818/18 Αναφορικά με τον Περί Επικύρωσης Διαθηκών (Επανασφράγιση) Νόμο, Κεφ.192 ΚΑΙ Αναφορικά με τον XXXXX ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ --------------------- Αίτηση ημερομ. 22/03/2019 για παραμερισμό διατάγματος επανασφράγισης 13 Απριλίου 2020 Για την Αιτήτρια: κος Λ. Περεντός Για τον Καθ' ου η αίτηση: κος M. Κλεάνθους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση που εδώ απασχολεί είναι ενδιάμεση. Παρεμβάλλει εν προκειμένω στα πλαίσια της κυρίως αιτήσεως, της οποίας ζητούμενο ήταν η επανασφράγιση διατάγματος επικύρωσης διαθήκης και παραχωρητηρίου εκτελεστή. Λέγω ήταν, εφόσον η κυρίως αίτηση έχει πλέον αποπερατωθεί. Άλλωστε αυτή την αποπεράτωση και τις επιπτώσεις της είναι που η επίδικη αίτηση στοχεύει να ακυρώσει. Ας δούμε λοιπόν τι αφορούσε η κυρίως αίτηση. Το διάταγμα που η κυρίως αίτηση ζητούσε να επανασφραγιστεί είναι του High Court of Justice του Ηνωμένου Βασιλείου και όπως εκεί δηλώνετο· ο XXXXX Ευσταθίου απεβίωσε την 29/06/2014 με τελευταία κατοικία την Αγγλία-Ουαλία και η τελευταία διαθήκη του με κωδίκελλο απεδείχθη και καταχωρίστηκε στο προμνησθέν Δικαστήριο και περαιτέρω, παραχωρητήριο σε σχέση με την κληρονομιά του αποβιώσαντος, παραχωρήθηκε στον εκτελεστή τούτης, ονόματι Αναστάση Ευσταθίου. Το αίτημα του αντιπροσώπου του εκτελεστή για επανασφράγιση του παραχωρητηρίου του αλλοδαπού Δικαστηρίου, εγκρίθηκε την 12/03/2019. Εν ολίγοις αυτή είναι η ημερομηνία αποπερατώσεως της κυρίως αιτήσεως. Και κάπου εδώ υπεισέρχεται η επίδικη αίτηση. Η αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση, προφανώς ενοχλημένη από την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 12/03/2019 (στη συνέχεια το διάταγμα), καταχώρισε την επίδικη αίτηση. Ζητούμενο με αυτή είναι η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: « 1. Διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό της απόφασης για επανασφράγιση του Διατάγματος επικύρωσης διαθήκης του ως άνω αποβιώσαντα. 2. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ανακαλεί τον διορισμό του XXXXX Ευσταθίου ως εκτελεστή της διαθήκης του αποβιώσαντα. 3. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διορίζει την XXXXX Παπαδοπούλου Σπύρου ως διαχειριστή της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα. 4. Οποιανδήποτε περαιτέρω θεραπεία κρίνει δικαίαν και εύλογον το Δικαστήριο. 5. Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως.» Η επίδικη αίτηση εδράζεται στον περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμο, Κεφ.189, άρθρα 21 και 52

(1)(β)· στους περί Διαχειρίσεων Κληρονομιών Κανονισμούς· στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.17 κ.10, Δ.33 κ.5 και Δ.48 κ.2· και στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που ομνύει ο Λοΐζος Περεντός. Αναφέρει τούτος ότι είναι δικηγόρος και του ανατέθηκε από την XXXXX Ευσταθίου, νόμιμη κληρονόμο του αποβιώσαντα, ο χειρισμός της διαχείρισης τούτου στην Κύπρο. Γνωρίζει τα γεγονότα από συνομιλία που επανειλημμένως είχε με την αιτήτρια, η οποία διαμένει στο εξωτερικό. Όπως αναφέρει, την 14/12/2018 η αιτήτρια καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αίτηση διαχείρισης με αριθμό 921/18 και αιτείτο τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της. Στις 17/12/2018 ενημερώθηκαν από το Πρωτοκολλητείο Διαχειρίσεων της Λευκωσίας ότι είχε ήδη καταχωριστεί η διαχείριση με αριθμό 818/18, δηλαδή η κυρίως αίτηση στην παρούσα διαδικασία και ότι εκκρεμούσε διαδικασία επανασφράγισης της διαθήκης ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία ήταν ορισμένη στις 12/03/
  1. Αμέσως μετά την ενημέρωση που έτυχαν καταχώρισαν σημείωμα εμφανίσεως στην εν λόγω διαδικασία, με απώτερο σκοπό να αιτηθούν από το Δικαστήριο χρόνο για καταχώριση γραπτής ένστασης στο αίτημα επανασφράγισης της διαθήκης. Παρ' ότι ήταν σε γνώση του συνηγόρου του εκτελεστή της διαθήκης η καταχώριση του σημειώματος εμφανίσεως, καθώς ότι θα παρουσιάζονταν ενώπιον του Δικαστηρίου, όχι μόνο δεν τους ανέμενε αλλά εμφανίστηκε στις 12/03/2019 και ζήτησε την έκδοση του διατάγματος επανασφράγισης της διαθήκης. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι ο XXXXX Ευσταθίου, αδελφός της, που είναι ο εκτελεστής της διαθήκης, δεν προέβη σε ορθή διαχείριση της περιουσίας που βρίσκεται στην Αγγλία και αφορά η υπό κρίση διαθήκη. Συγκεκριμένα, σε σχέση με κινητή περιουσία του αποβιώσαντα ο εκτελεστής ενημέρωνε τους λοιπούς κληρονόμους για χαμηλότερα ποσά και εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι ήταν κατά πολύ μεγαλύτερα από τα δηλωθέντα. Προς υποστήριξη τούτου επισυνάπτεται το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Πρόσθετος λόγος που προτάσσει ο ομνύων είναι ότι ανάλογα διαπιστώνονται και για την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 07/11/2018 στην αίτηση για επανασφράγιση της διαθήκης. Είναι, λέει, σε όλους τους κληρονόμους γνωστό ότι στην Κύπρο ο αποβιώσας είχε τόσο κινητή όσο και ακίνητη περιουσία αξίας πέραν των €400.
  2. Εν τούτοις στην αίτηση που καταχώρισε ο δικηγόρος του εκτελεστή γίνεται αναφορά μόνο σε κινητή περιουσία ύψους €100.
  3. Περιπλέον, είναι η θέση του ομνύοντα ότι ανάλογη κακοδιαχείριση του εκτελεστή διαπιστώθηκε από την αιτήτρια και σε σχέση με τη διαχείριση της μητέρας της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους υποστηρίζει πως η αιτήτρια βάσιμα πιστεύει ότι η περιουσία είναι υποκείμενη σε κακοδιαχείριση και απόκρυψη των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων και ότι σκοπός του εκτελεστή είναι η ιδιοποίηση τούτης της περιουσίας. Ως εκ τούτου, αιτείται ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε την 12/03/2019, καθώς και του διορισμού του XXXXX Ευσταθίου ως εκτελεστή της διαθήκης αλλά και του XXXXX Κλεάνθους ως πληρεξούσιου διαχειριστή. Στον αντίποδα, την ένσταση ομνύει η XXXXX Ιωαννίδη που δηλώνει ότι προβαίνει σε αυτή λόγω του ότι ο καθ' ου η αίτηση διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και γι' αυτό την έχει εξουσιοδοτήσει να προβεί στη δήλωση, ενώ γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά από στοιχεία και έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή και τον έλεγχό της. Αγνοεί, λέει, το περιεχόμενο των παραγράφων 1 έως 5 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση και αρνείται το υπόλοιπο περιεχόμενο τούτης, καθώς και την αιτούμενη θεραπεία. Αναφέρει ότι στις 29/08/2018 το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διόρισε ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Ευσταθίου τον υιό του Αναστάση Ευσταθίου. Αντίγραφο του διατάγματος επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 στην ένσταση. Κατόπιν τούτου ο διαχειριστής-εκτελεστής της περιουσίας του αποβιώσαντος έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο XXXXX Κλεάνθους να προχωρήσει σε αίτηση επανασφράγισης του σχετικού διατάγματος στα Κυπριακά Δικαστήρια και γι' αυτό τον διόρισε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του. Η σχετική εξουσιοδότηση επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2 στην ένσταση. Στις 07/11/2018 ο δικηγόρος καταχώρισε την αίτηση επανασφράγισης που αφορά η παρούσα διαδικασία και τη συνόδευσε με όλα τα απαιτούμενα έγγραφα τα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα στο φάκελο της διαδικασίας. Στις 30/11/2018 δημοσιεύτηκαν οι απαιτούμενες από το νόμο δημοσιεύσεις τόσο στην Επίσημη Εφημερίδα όσο και στην ημερήσια εφημερίδα Φιλελεύθερος. Οι σχετικές δημοσιεύσεις είναι το τεκμήριο 3 στην ένσταση. Η αίτηση για επανασφράγιση ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 27/11/2018 και ακολούθως στις 12/03/2019, καθ' ότι από τον φάκελο της υπόθεσης απουσίαζαν ορισμένα έγγραφα. Στις 12/03/2019 και αφού ο φάκελος της υπόθεσης περιείχε όλα τα εκ του νόμου απαραίτητα έγγραφα και το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις, εξεδόθη διάταγμα επανασφράγισης. Η επίδικη αίτηση τους επιδόθηκε στις 04/04/
  4. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι η αίτηση στερείται νομικής και ουσιαστικής βάσης, δοθέντος ότι το Δικαστήριο πείστηκε ότι πληρούνταν όλα τα κριτήρια που ο νόμος θέτει για επανασφράγιση της διαθήκης. Περιπλέον, υποστηρίζει ότι η αιτήτρια δεν έχει δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να αμφισβητεί τη νομιμότητα της έκδοσης τούτου του διατάγματος. Η θέση που προβάλλει σε σχέση με τον εκτελεστή είναι εντελώς ανεδαφική και στερείται οποιασδήποτε λογικής, αφού σύμφωνα με τη διαθήκη και τους κωδίκελλους που την συνοδεύουν, ο εκτελεστής και ο αδελφός του είναι οι μόνοι νόμιμοι κληροδόχοι του αποβιώσαντος και αυτή ήταν η επιθυμία του αποβιώσαντος διαθέτη. Αντίγραφο του κωδίκελλου επισυνάπτεται στην ένσταση ως τεκμήριο
  5. Τα δε ποσά που αναγράφονται στην αίτηση είναι ενδεικτικά καθ' ότι ο προτεινόμενος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί σε έρευνα προκειμένου να εντοπίσει το ακριβές ποσό. Επίσης υποστηρίζει ότι η αίτηση είναι ανυπόστατη επειδή στη νομική βάση δεν αναγράφεται το άρθρο 52
(1)(α) του Κεφ.189 που παρέχει ευχέρεια στο Δικαστήριο να παύσει ένα διαχειριστή. Προσθέτει ακόμη ότι το ημεδαπό Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παύσει το διορισμό που έγινε από το Αγγλικό Δικαστήριο, αλλά ζητούμενο είναι μόνο η έγκριση ή απόρριψη του αιτήματος επανασφράγισης. Τέλος, σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας για απάτη του εκτελεστή, υποστηρίζει ότι είναι αστήριχτοι και πως μέχρι σήμερα το αγγλικό διάταγμα βρίσκεται σε ισχύ. Υποδεικνύει ακόμη ότι πριν την έκδοση του αγγλικού διατάγματος (τεκμήριο 1 στην ένσταση), προηγήθηκε άλλο διάταγμα όπου όλα τα μέρη, συμπεριλαμβανομένης και της αιτήτριας, συμφώνησαν όπως ο Αναστάσιος Ευσταθίου διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος. Αυτό το διάταγμα είναι το τεκμήριο 5 στην ένσταση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση. Πριν οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται να ειπωθεί ότι οι αναφορές της ομνύουσας Ιωαννίδη παρέμειναν αναμφισβήτητες και αναπάντητες, δοθέντος ότι δεν αντεξετάστηκε αλλά ούτε και ζητήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση (βλ. Thinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1B A.A.Δ. 1460, 1466 και Παττούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118, 2124). Περιπλέον, η ένορκη δήλωση Ιωαννίδη δεν αποκαλύπτει εγγενείς αδυναμίες και πλείστα όσα εκεί αναφέρονται επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένσταση. Ως εκ τούτου δέχομαι ότι η διαδικασία έκδοσης του αλλοδαπού παραχωρητηρίου καθώς και η επανασφράγιση τούτου, έχουν όπως ακριβώς αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Ιωαννίδου. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί αυτό που αναφέρει ο ομνύων Περεντός και το οποίο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του φακέλου, δηλαδή ότι την 08/02/2019 οι συνήγοροι της αιτήτριας στην επίδικη αίτηση καταχώρισαν σημείωμα εμφανίσεως. Δηλαδή τούτο το σημείωμα καταχωρίστηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου πριν την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος επανασφράγισης (12/03/2019). Όλα τα πιο πάνω συνιστούν διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Ομολογώ ότι είναι με έκπληξη που άκουσα τις δύο πλευρές να επιχειρηματολογούν είτε υπέρ είτε κατά του αιτήματος παραπέμποντας σε αρχές που διέπουν αίτημα παραμερισμού απόφασης με βάση τη Δ.17 κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Για να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι η Δ.17 κ.10 τυγχάνει εφαρμογής, οφείλει, πριν οτιδήποτε άλλο, να τοποθετήσει τη διαδικασία επανασφράγισης στο ημεδαπό δικαιϊκό πλέγμα, ώστε να εξακριβώσει τα όρια της εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την ενάσκηση αυτής της εξουσίας. Μόνο αν ήθελε κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία απόρριψης αιτήματος επανασφράγισης διανοίγεται ο δρόμος εξέτασης του κατά πόσο αφού ασκηθεί τούτη η εξουσία και επανασφραγιστεί το διάταγμα, το Δικαστήριο δύναται και να το ακυρώσει, όπως είναι εδώ το επίδικο αίτημα. Στην προκείμενη περίπτωση δεδομένο είναι ότι ο αποβιώσας άφησε διαθήκη, δηλαδή το τεκμήριο 4 στην ένσταση. Μάλιστα εκεί φαίνεται να όρισε τον XXXXX Ευσταθίου ως εκτελεστή της κληρονομιάς, στοιχεία που επιβεβαιώνονται όχι μόνο από το περιεχόμενο της ίδιας της διαθήκης, αλλά πολύ περισσότερο από αυτό το διάταγμα του αλλοδαπού Δικαστηρίου που επανασφραγίστηκε (τεκμήριο 1 στην ένσταση). Τώρα, επειδή εδώ η επανασφράγιση αφορά διαθήκη και τον εκτελεστή τούτης, αρμόζει να εξεταστεί ποια είναι η σημασία της διαθήκης, πότε τούτη τελειοποιείται και τι αυτό σημαίνει για τον εκτελεστή, καθώς επίσης ποια η σημασία επικύρωσης της διαθήκης (άρθρο 14, Κεφ.189). Τα πιο πάνω απασχόλησαν στην υπόθεση Cacoyiannis v. The Republic
(1988)3 C.L.R. 1860, 1876, όπου λέχθηκε ότι· « A will is an ambulatory document having no force or effect, whatsoever, until the death of the gentleman who made a will. It operates nothing and can operate nothing until it becomes consummated by the death of the testator. (See Bedington and another v. Baumann and another [1903] A.C. 13; Llanover (Baroness) In re: Herbert v. Freshfield, 72 L.J. Ch. 729.) The will has to be probated: From and after the grant of probate the rights and liabilities attaching to the estate of the deceased (including the statutory portion and the undisposed portion) shall be deemed to have vested in the personal representative from the date on which the deceased died—(section 25 of the Administration of Estates Law, Cap. 189). An executor derives title from the will, and the probate relates back to the moment of the testator's death. The assets of the estate vest in an executor from that moment. Though the executor derives his title from the will and not from the probate, yet probate is the authenticated evidence of the executor's title—(Whitehead v. Taylor [1839] 10 A. & E. 210, 113 E.R. (K.B.) p. 81). The executor as from the testator's death holds the immovable (and other) property of the deceased in trust for the beneficiaries and not personally—(Aspasia Millington-Ward v. Chloi Roubina
(1970)1 C.L.R. 88). It is the duty of the executor to proceed and carry out the provisions of the will—section 41 of Cap. 189.» Στο σύγγραμμα Tristram and Coute's Probate Practice, 25η έκδοση, σελίδες 108-145, επεξηγείται ό,τι σχετικό της επικύρωσης της διαθήκης και ιδιαίτερα η σημασία του εκτελεστή (executor), το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που δύναται να οριστεί, τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του, καθώς ακόμη η δυνατότητα αποκήρυξης (renunciation) τούτου του διορισμού (appointment). Η ουσία όλων των ανωτέρω συμπυκνώνεται στην πρώτη παράγραφο του κεφαλαίου, κάτω από τον τίτλο 'Executor's title'. Αναφέρεται εκεί ότι (σελίδα 108)· « An executor derives his title and authority from the will of his testator and not from any grant of probate. The property of the deceased, including any right of action, vests in him on his testator's death..» Όπως και αν εξεταστεί η νομοθεσία εκείνο που αναφύεται ως θεμελιώδης αρχή, είναι πως ο εκτελεστής μιας διαθήκης δεν είναι παρά το πρόσωπο, ή τα πρόσωπα σε περίπτωση που είναι πέραν του ενός, που υπεδείχθη από τον αποβιώσαντα ως κατάλληλο να προβεί στην εκτέλεση των εσχάτων επιθυμιών του, δηλαδή αυτών που αναφέρονται στη διαθήκη και έχουν να κάνουν με διανομή του όλου, ή συγκεκριμένου μέρους, της περιουσίας του. Ο αποβιώσας είναι εκείνος που επέλεξε τον εκτελεστή και αυτή η επιθυμία του αποβιώσαντα είναι η πηγή από την οποία ο εκτελεστής έλκει την όποια εξουσία. Αυτή η βούληση του αποβιώσαντα κατέχει προεξάρχοντα ρόλο στο διορισμό του εκτελεστή. Η νομολογία αναγνωρίζει βεβαίως και περιπτώσεις άκυρων διορισμών (βλ. Tristram, πιο πάνω). Εν προκειμένω, στη σελίδα 112, κάτω από τον τίτλο 'Appointment void for uncertainty', αναφέρεται ότι· « Where uncertainty arises from the form of the appointment, such as the appointment of "any two of my sons," (d), or "one of my sisters" (e) or "A or B" with no additional words indicating that the appointment of B is in substitution in certain circumstances, the appointment is void (f), and the question of admission of parol evidence of the intention of the testator does not arise. If the description of the executor is ambiguous (g), incomplete or imperfect (h), the court will sometimes admit parol evidence; but if the correct full names of an existing person are given, evidence is not admissible to show that the testator intended to appoint another person, one of whose names was slightly different (i).» Περιπλέον, όπως εξηγείται στο ίδιο σύγγραμμα, αυτή τη φορά στο κεφάλαιο 17 με τίτλο Revocation and Impounding of Grants, το παραχωρητήριο που κατά την επικύρωση της διαθήκης χορηγήθηκε στον εκτελεστή μπορεί να ανακληθεί (revoked) για αριθμό λόγων. Η σημασία όλων των πιο πάνω έγκειται στο γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία ακύρωσης ενός παραχωρητηρίου. Εντούτοις όπως θα διαπιστωθεί η αναφορά αυτή παραπέμπει στο Δικαστήριο που εκδίδει το παραχωρητήριο και όχι στο Δικαστήριο που καλείται να επανασφραγίσει παραχωρητήριο που εκδόθηκε στην αλλοδαπή. Προτού όμως εξεταστεί τούτο προστίθεται ότι ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή που Δικαστήριο εκδίδει παραχωρητήριο, το σύγγραμμα Tristram, πιο πάνω, αυτή τη φορά στο κεφάλαιο 27, σελίδα 599, αναφέρει ότι η ανάκληση του παραχωρητηρίου επιτυγχάνεται ως πιο κάτω· « Different forms of probate action. The forms of action in probate proceedings fall into three categories:-
(1)actions for pronouncing for or against a will in solemn form of law;
(2)interest actions;
(3)actions for the revocation of probates or letters of administration.» Περαιτέρω στη σελίδα 604, κάτω από τον τίτλο 'Actions for revocation when a will has been proved' αναφέρεται ότι· « An action for the revocation of probate, or administration with will, is instituted when a will has been proved in common form, and it is alleged that the will is invalid, or that the grant was improperly obtained, e.g. by a person not entitled. Cases of the first type, if defended, become actions for proof in solemn form.» Η σημασία όλων των ανωτέρω είναι μια και παρ' ότι άπτεται διαδικαστικού ζητήματος εν τούτοις δεν υπολείπεται ουσίας. Όλοι οι τρόποι αμφισβήτησης παραχωρητηρίου, εδώ σε σχέση με εκτελεστή (grant of probate), επιτυγχάνονται με καταχώρηση αγωγής. Η αίτηση, και δη ενδιάμεση όπως εδώ είναι η περίπτωση, δεν αποτελεί επιλογή. Πέραν της προμνησθείσας ανάλυσης, επιβεβαίωση βρίσκει κανείς και στο λόγο της υπόθεσης Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ευστρατίου ή Χ" Σάββα
(1997)1Β Α.Α.Δ. 751, 755, όπου λέχθηκε ότι· « Κατά τη γνώμη μας η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή. Η γενική παρατήρησή μας για τα άρθρ. 52 και 53 είναι ότι αναφέρονται σε άλλα ζητήματα. Είναι άσχετα με τα αιτήματα που διατύπωσαν οι εφεσείοντες. Το άρθρ. 52 παρέχει εξουσία στο δικαστήριο, για λόγους που εξειδικεύει, να παύει διαχειριστή και να διορίζει άλλο στη θέση του. Εξάλλου δεν υπάρχει πρόνοια ότι ο ενδιαφερόμενος αποτείνεται στο δικαστήριο με πρωτογενή αίτηση, όπως συμβαίνει πράγματι με το άρθρ. 53 που έχει τέτοια πρόνοια για τα θέματα που απαριθμεί: 53
(2). Δε συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η πρωτογενής αίτηση παρέχει το ορθό δικονομικό μέσο για επίλυση μόνο των κληρονομικών θεμάτων στα οποία δεν υπάρχει αμφισβήτηση (non-contentious business). Κρίνουμε, ωστόσο, έχοντας υπόψη και τις παρακάτω σκέψεις μας αναφορικά με την εμβέλεια του ένδικου μέσου της αγωγής, ότι τα θέματα που εγείρει η πρωτογενής αίτηση των εφεσειόντων εκφεύγουν των ορίων του άρθρ. 53. Παρατηρούμε ότι η διάκριση μεταξύ κληρονομικών θεμάτων contentious και non-contentious υπάρχει και στο δικό μας δίκαιο: βλέπε ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρ. 2 του νόμου. Πέραν τούτου το άρθρ. 58 καθιστά την αγγλική δικονομία και πρακτική εφαρμοστέα στις περιπτώσεις που δεν έχει ειδική πρόνοια ο νόμος. Εδώ όμως γίνεται η διαφοροποίηση, όπως προαναφέρθηκε, η έννοια και το περιεχόμενο της οποίας συμπίπτει με το αγγλικό δίκαιο. Πρόσθετα με όσα αναφέρονται στο Halsbury's παραπέμπουμε, για ενίσχυση της άποψής μας και στο κλασσικό σύγγραμμα Tristram and Coote's Probate Practice, 25η έκδοση
(1978)σελ. 476: "A grant may be revoked by a judgment in an action in the Chancery Division or county court for revocation." Στην ίδια σελίδα υπάρχει το εξής σχόλιο που αναφέρεται σε ψευδή δήλωση σαν ένα από τους λόγους ανάκλησης διορισμού διαχειριστή από το δικαστήριο: "False statement Where a grant has been made to a person who was not entitled thereto, either where he has acted in ignorance of the true facts or where he has acted fraudulently, e.g., by making a false statement or by concealing some material fact from the Court.Ό,τι αναφέρεται στις σελ. 604 και 605 του ιδίου συγγράμματος με επικεφαλίδα "Actions for revocation of letters of administration" καλύπτει, όπως και τα προηγούμενα αποσπάσματα, την παρούσα περίπτωση: "An action for the revocation of letters of administration is instituted:
(1)On the allegation that they were granted to a person without sufficient title to the grant. The object of such a suit is to compel the party who has obtained the grant of administration to establish such a degree of relationship with the deceased as will entitle him to the grant, and in the result it becomes an interest suit."» Εν ολίγοις η αμφισβήτηση παραχωρητηρίου επιτυγχάνεται με αγωγή και όχι με αίτηση. Το δε άρθρο 52 του Κεφ. 189, που και εδώ η αιτήτρια επικαλείται, δεν εξυπηρετεί τη διαδικασία. Αν από την άλλη επιθυμείται η ανακοπή της έκδοσης του παραχωρητηρίου από τα σπάργανα της διαδικασίας, δηλαδή πριν ακόμη εκδοθεί, τότε ο ενδιαφερόμενος μπορεί να καταφύγει στη διαδικασία caveat και σχετικός γι' αυτό είναι ο κ.24 των περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Κανονισμών του 1955, καθώς και η υπόθεση Boyadjian v. Karaoglanian
(2010)1 Α.Α.Δ. 2014. Βεβαίως σε τέτοια περίπτωση (caveat) η ανακοπή είναι η προσωρινή, ώστε αν κριθεί πρέπον να ακολουθήσει αγωγή που θα επιλύσει το όποιο ζήτημα. Τώρα, σε σχέση με το caveat ιδιαίτερη σημασία ανακτά και το ακόλουθο απόσπασμα, αυτή τη φορά από τους Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 16. Στη σελίδα 158, κάτω από την παράγραφο Caveats, αναφέρεται ότι «Any person who wishes to ensure that no grant (
  1. r)of probate or letters of administration is sealed without notice to himself may enter a caveat (
  2. s)in the principal registry or in any district registry (i)». Το ενδιαφέρον όμως εντοπίζεται στην υποσημείωση (r), όπου αναφέρεται ότι «This includes a Scottish confirmation and a grant made by any court outside England (see pp. 256 et seq., post) which is produced for resealing by the High Court (Non-Contentious Probate Rules, 1954, r.44
(14))». Όλα τα ανωτέρω αποκαλύπτουν ένα μόνο πράγμα και αυτό είναι ότι η ανάκληση (revocation) του παραχωρητηρίου είναι πάντα αντικείμενο αγωγής, έστω μιας που θα ακολουθήσει το caveat, και όχι αίτησης, πολύ περισσότερο ενδιάμεσης αίτησης. Προστίθεται όμως και κάτι έτι σημαντικότερο από αυτά που έχουν ήδη προηγηθεί· η εξουσία ανάκλησης (revocation) ενός παραχωρητηρίου, περιβάλλει το Δικαστήριο που εξέδωσε τούτο και όχι το Δικαστήριο που επανασφραγίζει (re-seal) το διάταγμα του αλλοδαπού Δικαστηρίου. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται ότι στον Tristram πιο πάνω, στη σελίδα 482, κάτω από τον τίτλο Cancellation of resealing, αναφέρεται ότι· « Where a grant has been resealed in England and it has been found that the grant was wrongly made, the resealing is cancelled and not revoked.» Επ' αυτού σχετικοί είναι και οι ημεδαποί κ.κ. 13 και 14 των Probates (Re-Sealing) Rules. Αναφέρεται εκεί ότι· «
  1. Notice of the sealing in Cyprus of a grant shall be sent to the court from which the grant issued.» «
  2. When intimation has been received of the re-sealing of a Cyprus grant, notice of the revocation of, or any alteration in such grant is to be sent to the court by whose authority such grant was re-sealed.» Είναι σαφές ότι ο κ.14 αφορά παραχωρητήριο που εκδίδεται από Κυπριακό Δικαστήριο. Αν δε αυτό το Δικαστήριο λάβει γνώση ότι το παραχωρητήριο που εξέδωσε επανασφραγίστηκε (re-sealed) στην αλλοδαπή, ενημερώνει το αλλοδαπό Δικαστήριο για τυχόν ανάκληση (revocation) ή τροποποίηση (alteration) του παραχωρητηρίου. Αντίστροφη είναι η πρόνοια του κ.13, δηλαδή η επανασφράγιση λαμβάνει χώρα στην Κύπρο, εξου και το ημεδαπό Δικαστήριο μεριμνά ώστε το Δικαστήριο έκδοσης του παραχωρητηρίου να πληροφορηθεί σε σχέση με αυτή την ενέργεια και σκοπός βεβαίως είναι για να γνωστοποιήσει την επανασφράγιση ώστε σε περίπτωση που το καθεστώς του παραχωρητηρίου ήθελε διαφοροποιηθεί να τύχει ενημέρωσης. Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι η διαδικασία επανασφράγισης δεν προσφέρεται για ουσιαστική απόφαση της πορείας που θα ακολουθηθεί σε σχέση είτε με τη διαθήκη είτε με τη διαχείριση. Μπορεί μεν το Δικαστήριο να ακυρώσει την επανασφράγιση (βλ. Tristram, πιο πάνω), αυτό όμως το πράττει απλώς και μόνο για να διορθώσει σφάλμα που διαπιστώθηκε και σε πλείστες των περιπτώσεων αυτή η διαπίστωση θα προκύπτει από πληροφόρηση που έτυχε από το αλλοδαπό Δικαστήριο (κ.13, πιο πάνω) που αποφασίζει επί της ουσίας. Το Δικαστήριο επανασφράγισης δεν έχει εξουσία να παρέμβει σε αυτή τούτη την περιουσία και να διορίσει άλλο πρόσωπο ως εκτελεστή ή διαχειριστή. Η εξουσία του περιορίζεται σε διαπίστωση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, άρθρο 3 του Κεφ. 192 και μετά την έκδοση διατάγματος επανασφράγισης και νοουμένου ότι εντοπίζεται σφάλμα, δύναται απλώς να προβεί σε ακύρωση του διατάγματος επανασφράγισης, ποτέ όμως σε ανάκληση του διορισμού. Τώρα, η ουσία όλων των ανωτέρω σε συσχετισμό με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση, είναι πως από όποια σκοπιά και αν εξεταστεί το αίτημα το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διορίσει κάποιο πρόσωπο «ως διαχειριστή (sic) της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα». Από την άλλη, κανένας λόγος δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί ακύρωση (cancellation) της επανασφράγισης του παραχωρητηρίου, δοθέντος ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν αποκαλύπτουν λόγους ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος, φερ' ειπείν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης τούτου, ή έστω νέα γεγονότα που να καθιστούν την επανασφράγιση άδικη. Όπως έχει υποδειχθεί η ακύρωση της επανασφράγισης θα οφειλόταν, πρωτίστως, σε πληροφόρηση που λαμβάνεται από το αλλοδαπό Δικαστήριο, κάτι που εδώ δεν έγινε. Τέλος, οι αιτιάσεις της αιτήτριας που έχουν να κάνουν με ζητήματα κακοδιαχείρισης της περιουσίας και συνακόλουθα δικαιώματά της που πλήττονται, συνιστούν ισχυρισμούς που μόνο με αγωγή μπορούν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και εν πάση περιπτώσει όχι στο πλαίσιο τούτης της διαδικασίας. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η αίτηση είναι παντελώς αβάσιμη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εις βάρος της αιτήτριας. (Υπ)..................................... Λ.Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.