Σ.Σ. διά μέσω των φυσικών γονέων και κηδεμόνων αυτής Μ. και Τ. Σ. ν. Μ.Ι., φ/δι Ειδικό Σχολείο Ευαγγελισμός κ.α., Αρ. Αγωγής: 3844/13, 7/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A180 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3844/13 Μεταξύ: Σ.Σ. διά μέσω των φυσικών γονέων και κηδεμόνων αυτής Μ. και Τ. Σ. Ενάγουσα και
- Μ.Ι., φ/δι Ειδικό Σχολείο Ευαγγελισμός
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγόμενοι Ημερομηνία: 7.4.2020 Για την Ενάγουσα: κ. Δ. Παυλίδης για κ.κ. Δημήτριος Α. Παυλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1: κ. Ντ. Πασπαλίδης Για τον Εναγόμενο 2: κ. Α. Χριστοφόρου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, τραύματα, παρενόχληση, εκφοβισμό, πόνο, οδύνη και ταλαιπωρία και άλλες συναφείς ζημιές τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη από επίθεση της εναγόμενης 1 ή και από χρήση ή/και από παρανόμως ασκηθείσα βία και/ή με πράξεις και/ή λόγια και/ή συμπεριφορά και/ή χειρονομίες κατά ή περί τις 6.3.2013, 7.3.2013 και 14.3.2013 στο σχολείο «Ευαγγελισμός» στη Λευκωσία. Αξιώνει επίσης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, τραύματα, παρενόχληση, εκφοβισμό, πόνο, οδύνη και ταλαιπωρία και άλλες συναφείς ζημιές τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη από αμέλεια και/ή πράξεις και/ή παραλείψεις της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει των αρχών της εκ προστήσεως ευθύνης ως εργοδότης της εναγόμενης 1 και/ή λόγω παράβασης των εκ του νόμου και των κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του εναγόμενου 2 για πράξεις και/ή παραλείψεις της εναγόμενης 1 στα πλαίσια εργοδότησής της στο σχολείο «Ευαγγελισμός». Η ενάγουσα αξιώνει επίσης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της από την εναγόμενη, παραδειγματικές αποζημιώσεις (exemplary damages), τιμωρητικές αποζημιώσεις, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, νόμιμο τόκο από 6.3.2013 και δικηγορικά έξοδα και Φ.Π.Α. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ξεχωριστή υπεράσπιση με την οποία ο καθένας τους αρνείται την αξίωση της ενάγουσας. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Η ενάγουσα με την έκθεση απαίτησής της ισχυρίζεται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: σε κάθε ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ηλικίας 8 ετών, παιδί με ειδικές ανάγκες με σύνδρομο XXXXX και ήταν μαθήτρια στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός». Ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη 1 ήταν η αναπληρώτρια διευθύντρια του ως άνω σχολείου και ο εναγόμενος 2 ο εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε κάθε δικαστική διαδικασία. Η ενάγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι λόγω του συνδρόμου από το οποίο πάσχει, υποφέρει από κύφωση, έχει πολύ μειωμένη ακοή και όραση, πάσχει από σωρεία διατροφικών προβλημάτων, έχει κινητικά προβλήματα, νοητική υστέρηση, δεν μπορεί να μιλήσει ούτε έχει αντίληψη. Η εναγόμενη 1 σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις κατά ή περί τον Μάρτη του 2013, προέβηκε στις ακόλουθες πράξεις κατά τη διάρκεια που η ενάγουσα ήταν υπό την επίβλεψη της στο ως άνω σχολείο. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται: α) ότι η εναγόμενη 1 της έβαλε τσαλακωμένο χαρτί στο στόμα για να τη σταματήσει δήθεν να ουρλιάζει, β) ότι την έβαλε σε αναπηρικό καροτσάκι και τραβούσε με δύναμη και/ή πίεση τα χέρια της πίσω από το καροτσάκι και γ) ότι άνευ λόγου και αιτίας την τράβηξε από τα μαλλιά και την έσερνε στο πάτωμα βγάζοντας την έξω από την αίθουσα διδασκαλίας. Η ενάγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι το Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός» στα Λατσιά είναι υπό την κατοχή και/ή επίβλεψη του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού το οποίο είναι υπεύθυνο για τη στελέχωση του με άρτια καταρτισμένο προσωπικό που να μπορεί να ανταποκριθεί στις ιδιάζουσες συνθήκες λειτουργίας του και ότι η εναγόμενη 1 ήταν εργοδοτούμενη της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό του Υπουργείου Παιδείας που εκπροσωπείται από τον εναγόμενο
- Ισχυρίζεται επίσης πως ο εναγόμενος 2 είναι εκ προστήσεως υπεύθυνος για τις πράξεις και/ή παραλείψεις της εναγόμενης
- Ισχυρίζεται περαιτέρω πως το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού είχε γνώση για τη συμπεριφορά της εναγόμενης 1 εντός του εν λόγω σχολείου και παρόλο που ήταν δέκτης καταγγελιών για τη συμπεριφορά της δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα. Ισχυρίζεται τέλος ότι το Υπουργείο παραβίασε το καθήκον επιμέλειας να στελεχώσει και/ή επιβλέπει τη λειτουργία του εν λόγω σχολείου με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί ζημιές και ή τραύματα, κακώσεις, πόνο, οδύνη, ταλαιπωρία και να στερηθεί την απόλαυση της ζωής και της έχουν δημιουργηθεί από το όλο περιστατικό τραύματα και μέχρι σήμερα αυτοτραυματίζεται τραβώντας τα μαλλιά της. Η εναγόμενη 1 με την υπεράσπισή της παραδέχεται ότι η ενάγουσα είναι παιδί με ειδικές ανάγκες και ότι παρουσιάζει διάφορα νοητικά και κινητικά προβλήματα τα οποία της προκαλούν ανεξέλεγκτη και επιθετική συμπεριφορά. Παραδέχεται επίσης ότι η ενάγουσα είναι παιδί με ειδικές ανάγκες και μειωμένη αντίληψη αλλά ισχυρίζεται ότι πολλές φορές παρουσιάζει επιθετική συμπεριφορά προς τους εκπαιδευτικούς του σχολείου της και στους συμμαθητές της. Αρνείται ότι έβαλε τσαλακωμένα χαρτιά στο στόμα της ενάγουσας παραδέχεται όμως ότι σε κάποια περίπτωση την έβαλε σε αναπηρικό καροτσάκι για να τη μεταφέρει στην αίθουσα όταν ήταν ξαπλωμένη στο έδαφος και αρνείτο να εισέλθει στην τάξη. Αρνείται επίσης ότι τράβηξε την ενάγουσα από τα μαλλιά και την έσυρε έξω από την τάξη παραδέχεται όμως ότι την άρπαξε από τους ώμους και τη συγκράτησε για να αποτρέψει επίθεσή της εναντίον άλλου συμμαθητή της. Η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται επίσης ότι τα παράπονα τα οποία τέθηκαν υπόψη του Υπουργείου Παιδείας ήταν ανυπόστατα και δεν είχαν καμία σχέση με τις αποδιδόμενες σε αυτή κατηγορίες και τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παρούσα αγωγή. Ισχυρίζεται τέλος ότι ουδεμία βλάβη ή ζημιά προκάλεσε στην ενάγουσα αντιθέτως προσπαθούσε να τη βοηθήσει και να την προστατεύσει από ενδεχόμενους αυτοτραυματισμούς. Ο εναγόμενος 2 με την υπεράσπισή του παραδέχεται ότι η ενάγουσα ήταν σε κάθε ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ηλικίας 8 ετών, παιδί με ειδικές ανάγκες με σύνδρομο XXXXX και ότι λόγω του ως άνω συνδρόμου υποφέρει από κύφωση, έχει πολύ μειωμένη ακοή και όραση, πάσχει από νοητική υστέρηση και δεν μπορεί να μιλήσει ούτε έχει αντίληψη. Ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη 1 ευθύνεται αποκλειστικά για τις πράξεις και παραλείψεις της που τυχόν επέφεραν βλάβη στην ενάγουσα και ότι ο ίδιος δεν έχει ευθύνη εκ προστήσεως ή άλλως πως για τις πράξεις και/ή παραλείψεις της εναγόμενης 1 οι οποίες λόγω του γεγονότος ότι έγιναν καθ' υπέρβαση εξουσίας και/ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων της ήταν παράνομες. Ο εναγόμενος 2 μετά που συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα και η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση καταχώρησε στις 6.6.2017 ειδοποίηση προς συνεναγόμενο σύμφωνα με τη Δ.10 Θ.12
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με την οποία ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη 1 ευθύνεται αποκλειστικά για την παράνομη επέμβαση στα δικαιώματα της ενάγουσας και ζητά όπως το θέμα της ευθύνης αποφασιστεί όχι μόνο μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων αλλά και των εναγομένων μεταξύ τους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ενάγουσα προς απόδειξη των ισχυρισμών της κάλεσε 8 μάρτυρες και η εναγόμενη
- Ως Μ.Ε.1 παρουσιάστηκε ο πατέρας της κ. Μ.Σ. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Στη γραπτή του δήλωση περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι ο πατέρας της ενάγουσας η οποία σε κάθε ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ηλικίας 8 ετών, παιδί με ειδικές ανάγκες που πάσχει από το σύνδρομο XXXXX. Λόγω του ως άνω συνδρόμου υποφέρει από κύφωση, έχει πολύ μειωμένη ακοή και όραση, πάσχει από νοητική στέρηση και δεν μπορεί να μιλήσει ούτε έχει αντίληψη. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 ιατρική βεβαίωση της Δρος Β. Α. στην οποία αναφέρεται ότι η ενάγουσα πάσχει από το σύνδρομο XXXXX και ότι λόγω τούτου παρουσιάζει νοητική υστέρηση, γενικευμένη υποτονία, διαταραχές αντίληψης, λόγου και κίνησης, προβλήματα σίτισης και σωματικής ανάπτυξης που εκδηλώνονται με βουλιμία και παχυσαρκία και έχει μειωμένη όραση και βαρηκοΐα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εναγόμενη 1 σε 3 διαφορετικές περιπτώσεις περί τον Μάρτιο του 2013 έβαλε τσαλακωμένο χαρτί στο στόμα της ενάγουσας για να τη σταματήσει δήθεν να ουρλιάζει καθώς επίσης ότι την έβαλε σε αναπηρικό καροτσάκι και τραβούσε με δύναμη και πίεση τα χέρια της ενάγουσας πίσω από το καροτσάκι και ότι ενώ η ενάγουσα βρισκόταν σε αίθουσα διδασκαλίας στο σχολείο όπου φοιτά άνευ λόγου και αιτίας την τράβηξε από τα μαλλιά και την έσερνε στο πάτωμα βγάζοντάς την έξω από την αίθουσα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εναγόμενη 1 σε κάθε ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν η αναπληρώτρια διευθύντρια του Ειδικού Σχολείου «Ευαγγελισμός» στα Λατσιά και εργοδοτούμενη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Υπουργείο Παιδείας αν και ήταν δέκτης καταγγελιών για τη συμπεριφορά της εναγόμενης 1 δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα και παραβίασε το καθήκον επιμέλειας του με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί ζημιές και σωματικές βλάβες ή τραύματα και να στερηθεί την απόλαυση της ζωής. Ο Μ.Ε.1 κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο της εναγόμενης 1 ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα λόγω του συνδρόμου από το οποίο πάσχει έχει νοητική στέρηση, δεν μιλά και έχει βουλιμία. Δεν είναι επιθετική αλλά προβάλλει αντίσταση σε όσους στέκονται εμπόδιο στον δρόμο της όταν θα φάει. Όσον αφορά τις πράξεις που αποδίδει στην εναγόμενη 1 ισχυρίστηκε ότι δεν έχει ιδία αντίληψη για αυτές και ότι τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η παρούσα αγωγή προέρχονται από τους εκπαιδευτικούς που ήταν παρόντες στα επίδικα συμβάντα. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό που έλαβε χώρα στις 14.3.2013 ισχυρίστηκε ότι του αναφέρθηκε ότι η εναγόμενη 1 είχε τραβήξει την ενάγουσα από τα μαλλιά και ότι συνέχισε να την τραβά ακόμα και μετά που είχε πέσει κάτω στο έδαφος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εναγόμενη 1 ζήτησε να γίνει πολυθεματική συνάντηση στο Μακάρειο Νοσοκομείο με απώτερο σκοπό να δοθούν στην ενάγουσα φάρμακα τα οποία θα τη βοηθούσαν να περιορίσει την επιθετικότητά της και η εναγόμενη 1 ήταν επίμονη ότι η ενάγουσα έπρεπε να λάβει φαρμακευτική αγωγή. Πείστηκαν να της δώσουν κάποιο φάρμακο το οποίο όμως τελικά δεν της το χορήγησαν γιατί στις οδηγίες του αναγραφόταν ότι η λήψη του ανοίγει την όρεξη και δεν ήθελαν να μεγάλωνε η όρεξη της ενάγουσας για φαγητό. Ως Μ.Ε.2 κλήθηκε η κα Β.Χ.Α. η οποία ισχυρίστηκε ότι είναι παιδίατρος με ειδικότητα στις γενετικές παθήσεις. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα γεννήθηκε στις 4.11.2004 και πάσχει από το σύνδρομο XXXXX. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 μία δική της ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 24.7.
- Την ημέρα που εξέτασε την ενάγουσα εκείνη παρουσίαζε τα προβλήματα υγείας που είχε πάντα δηλαδή υποτονία, νοητική στέρηση, σοβαρούς περιορισμούς στην εκφορά του λόγου και σοβαρή δυσκολία στην κινητικότητα. Είχε βουλιμία και έντονες εκρήξεις θυμού και επιθετικότητας που χαρακτηρίζει κάποια άτομα με αυτό το σύνδρομο. Κατά την αντεξέτασή της από τον δικηγόρο της εναγόμενης 1 η Μ.Ε.2 ισχυρίστηκε ότι εξέτασε την ενάγουσα για πρώτη φορά το έτος
- Ισχυρίστηκε ότι λόγω των προβλημάτων που παρουσίαζε η ενάγουσα κατά καιρούς η συμπεριφορά της ήταν επιθετική και απρόβλεπτη και σε κάποιες περιπτώσεις αυτοτραυματιζόταν. Εξέτασε την ενάγουσα και στις 8.3.2012 και ήταν υποτονική, είχε διαταραχές αντίληψης λόγου και κίνησης, παρουσίαζε προβλήματα σίτισης και σωματικής ανάπτυξης, βουλιμία και παχυσαρκία. Είχε επίσης λάβει μέρος σε μια πολυθεματική συνάντηση στο Μακάρειο Νοσοκομείο αναφορικά με τη ενάγουσα και κλήθηκε για να συνεισφέρει και τη δική της γνώμη. Η Μ.Ε.2 δεν αντεξετάστηκε από τον δικηγόρο του εναγόμενου
- Ως Μ.Ε.3 παρουσιάστηκε η κα Ά.Ν. η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι στις 14.3.2013 εργαζόταν στο σχολείο Ευαγγελισμός και ήταν δασκάλα της ενάγουσας. Εκείνη τη μέρα βρισκόταν στην αίθουσα διδασκαλίας μαζί με την ενάγουσα. Παρούσες στην αίθουσα ήταν επίσης οι δύο σχολικές βοηθοί της και η συνάδελφός της κα Φ.Κ. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα προηγουμένως ήταν στην αυλή γιατί διοργανώνονταν παιχνίδια και ήταν λίγο αναστατωμένη και η συνάδελφός της η κα Κ. τη βοήθησε να τη μεταφέρουν στην αίθουσα. Στην προσπάθειά τους αυτή η ενάγουσα κάθισε κάτω, έφαγε φύλλα και λόγω του ότι φοβόντουσαν ότι θα πάθαινε δηλητηρίαση κάλεσαν τη νοσοκόμα του σχολείου και τη διευθύνουσα κα Μ.Ι. Σε κάποια στιγμή η ενάγουσα σηκώθηκε και ήταν αναστατωμένη. Δεν ήξερε κατά πόσο στόχος της μετά που σηκώθηκε ήταν κάποιος μαθητής ή ένα πιάτο με πουρέκια που υπήρχαν εκεί κοντά. Η εναγόμενη 1 την άρπαξε από τα μαλλιά και κρατώντας την από αυτά την κατέβασε στο πάτωμα επειδή φαίνεται θεώρησε ότι θα έκανε επίθεση προς τον μαθητή. Ισχυρίστηκε ότι λόγω του πόνου από το τράβηγμα των μαλλιών της η ενάγουσα κατέληξε στο πάτωμα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κίνηση της ενάγουσας προς το τραπέζι που ήταν τοποθετημένα τα πουρέκια και ο συμμαθητής της ο Ά. ήταν απότομη και η εναγόμενη 1 τη σταμάτησε αστραπιαία χωρίς στη συνέχεια να κάνει οτιδήποτε άλλο για να χρειαζόταν να την αποτρέψουν. Η εναγόμενη 1 μετά που η ενάγουσα βρέθηκε κάτω απευθύνθηκε σε αυτή με τα ακόλουθα λόγια: «έτσι για να πονείς τζιαι εσύ τωρά για να δεις πόσο πονούν οι άλλοι όταν επιτίθεσαι εσύ». Μετά η ίδια πήρε την ενάγουσα σε μια γωνία και την καθησύχασε μαζί με τη σχολική βοηθό. Κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.3 από τον δικηγόρο της εναγόμενης 1 η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα είχε κάποιες επιθετικές τάσεις αλλά αυτός ήταν ο τρόπος της για να επικοινωνήσει επειδή δεν μιλά. Όταν η ενάγουσα ήθελε να επικοινωνήσει μαζί της και η ίδια δεν αντιλαμβανόταν τι χρειαζόταν η ενάγουσα παρουσίαζε επιθετικές τάσεις και συγκεκριμένα μπορούσε να τραβήξει από τα μαλλιά ή να δαγκώσει. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα είχε προσπαθήσει κάποιες φορές να επιτεθεί σε συμμαθητές της αλλά η ίδια την απέτρεπε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι μετά που η εναγόμενη 1 τράβηξε την ενάγουσα από τα μαλλιά με αποτέλεσμα αυτή να πέσει κάτω στη συνέχεια δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη χειρονομία προς το παιδί. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ίσως η κίνηση της εναγόμενης 1 να τραβήξει την ενάγουσα από τα μαλλιά να έγινε για να την αποτρέψει από το να επιτεθεί στον συμμαθητή της αλλά αγνοούσε τα κίνητρα της εναγόμενης 1 στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σε υποβολή του δικηγόρου της εναγόμενης 1 κατά πόσο υπήρχε περίπτωση η κίνηση της εναγόμενης 1 να μην ήταν να τραβήξει την ενάγουσα από τα μαλλιά αλλά να την πήρε από τον ώμο για να την εμποδίσει και ίσως να έπιασε και λίγα από τα μαλλιά της ενάγουσας η Μ.Ε.3 απάντησε ότι θυμάται πολύ καλά το περιστατικό. Πρόσθεσε ότι δυστυχώς έχει την εικόνα ακόμα μπροστά της και είχε διαπιστώσει ότι η εναγόμενη 1 έπιασε την ενάγουσα από τα μαλλιά. Ήταν απόλυτη ότι η εναγόμενη 1 έπιασε την ενάγουσα από τα μαλλιά επειδή θυμάται την έκφραση της ενάγουσας που προσπάθησε να προστατευθεί και να πιάσει τα χέρια της εναγόμενης 1 και το περιστατικό αυτό το θυμάται έντονα. Ισχυρίστηκε τέλος ότι η ενάγουσα στις προσπάθειες της να επικοινωνήσει με τους εκπαιδευτικούς τους σχολείου της αυτοτραυματιζόταν και είχε επιθετική συμπεριφορά και αργότερα αντιλήφθηκε ότι αυτά γίνονταν στην προσπάθειά της να επικοινωνήσει με τους εκπαιδευτικούς της. Ο δικηγόρος του εναγόμενου 2 δεν αντεξέτασε τη Μ.Ε.
- Ως Μ.Ε.4 κλήθηκε η κα Φ.Κ. η οποία ισχυρίστηκε ότι το 2013 εργαζόταν στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός» στο οποίο φοιτούν παιδιά με ειδικές ανάγκες μαζί με την εναγόμενη
- Ισχυρίστηκε ότι στις 14.3.2013 ήταν παρούσα όταν η εναγόμενη 1 τράβηξε τα μαλλιά της ενάγουσας. Ισχυρίστηκε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα στο σχολείο γινόταν μια μικρή γιορτή και η ίδια μαζί με τη δασκάλα της ενάγουσας για να την αποτρέψουν να φάει προσπάθησαν να τη συνοδεύσουν στην τάξη της. Η ενάγουσα επειδή ήθελε να πιάσει το πιάτο με τα πουρέκια που προσφέρονταν στους μαθητές έπεσε κάτω και είχε βάλει στο στόμα της φύλλα αροδάφνης. Τότε ειδοποίησαν τη νοσοκόμα και τη διευθύνουσα του σχολείου εναγόμενη 1 για το περιστατικό και η δασκάλα της ενάγουσας η κα Ά.Ν. προχώρησε με την ενάγουσα προς την τάξη. Όταν μπήκαν στην τάξη παρούσες ήταν και οι δύο σχολικές βοηθοί η κα Ε.Χ. και η κα Ο. καθώς επίσης η νοσοκόμα του σχολείου κα Ι.Κ. Στη συνέχεια η δασκάλα της ενάγουσας προσέφερε στην ενάγουσα ένα πουρέκι η οποία όμως ήθελε να πιάσει και τα υπόλοιπα τα οποία βρίσκονταν στο πιάτο πάνω στο τραπέζι μπροστά από ένα συμμαθητή της. Η ενάγουσα ήταν γονατισμένη και έκλαιγε και κατευθύνθηκε να πιάσει τα πουρέκια. Ενώ κατευθυνόταν προς τα εκεί η εναγόμενη 1 την άρπαξε από τα μαλλιά και την τράβηξε με αποτέλεσμα όπως ήταν λυγισμένα τα πόδια της να έρθει μπροστά, να πάρει τα χέρια της προς το κεφάλι και να τρέχουν τα μάτια της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την ώρα που η εναγόμενη 1 την τράβηξε, της είχε πει «Πονεί; Έτσι πονάνε και οι άλλοι». Η ίδια σοκαρίστηκε από το περιστατικό και αμέσως έφυγε από την τάξη και την ακολούθησε και η νοσοκόμα. Οι σχολικές βοηθοί και η δασκάλα παρέμειναν στην τάξη. Κατά την αντεξέτασή της από τον δικηγόρο της εναγόμενης 1 η Μ.Ε.4 ισχυρίστηκε ότι το έτος 2013 ήταν η πρώτη χρονιά που είχε μετατεθεί στο σχολείο «Ευαγγελισμός» και έβλεπε την ενάγουσα 2 φορές την εβδομάδα για θεραπευτικούς σκοπούς. Είχε διαπιστώσει ότι η ενάγουσα ήταν επιθετική αλλά στη συνέχεια αντιλήφθηκε ότι αυτή η συμπεριφορά της ήταν και θέμα επικοινωνίας. Αναφορικά με το επίδικο περιστατικό στις 14.3.2013 ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα ήταν γονατιστή και κινήθηκε προς τα πουρέκια και τον συμμαθητή της Ά. Δεν ήταν σίγουρη κατά πόσο η ενάγουσα θα έκανε επίθεση στον Ά. ή κατευθυνόταν προς το πιάτο με τα πουρέκια αλλά αντιλήφθηκε ότι η κίνηση της εναγόμενης 1 ήταν αστραπιαία για να την απομακρύνει από τον Ά. για να μην του κάνει κάτι. Ως Μ.Ε.5 κλήθηκε η κα Ε.Χ. η οποία ισχυρίστηκε ότι είναι σχολική συνοδός και το έτος 2013 εργαζόταν στο ειδικό σχολείο «Ευαγγελισμός». Ισχυρίστηκε ότι στις 14.3.2013 ήταν παρούσα όταν η ενάγουσα ήταν αναστατωμένη και είχε βάλει στο στόμα της φύλλα αροδάφνης. Παρούσες στο περιστατικό ήταν επίσης η δασκάλα της ανήλικης κα Ά. Ν., η νοσοκόμα του σχολείου κα Ι.Κ. και οι κυρίες Φ.Κ. και Ο.Π. Όταν μετέφεραν την ενάγουσα στην τάξη της η ενάγουσα ήταν αναστατωμένη και προσπάθησε να τραβήξει τα μαλλιά του συμμαθητή της Ά. και η εναγόμενη 1 την άρπαξε από τα μαλλιά και την έκαμε πίσω. Ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη 1 ήταν θυμωμένη λόγω του ότι η ενάγουσα προσπάθησε να πιάσει τα μαλλιά του συμμαθητή της και μετά από αυτό το περιστατικό η ενάγουσα αναστατώθηκε περισσότερο. Η Μ.Ε.5 κατά την αντεξέτασή της από τον δικηγόρο της εναγόμενης 1 ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα είχε κρίσεις επιθετικότητας και μπορούσε σε εκείνο τον χρόνο να βλάψει συμμαθητές της. Είχε επιτεθεί σε ορισμένους χωρίς όμως να τους προκαλέσει κακό καθότι οι δάσκαλοί της την απομάκρυναν. Όσον αφορά την υποβολή που της τέθηκε ότι η ενάγουσα είχε προκαλέσει ζημιά στον συμμαθητή της Ά. η μάρτυρας αρνήθηκε ότι του επιτέθηκε ή του προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά. Ισχυρίστηκε ότι κατά το επεισόδιο με τα πουρέκια και την αροδάφνη η ίδια ήταν παρούσα στην τάξη και διαπίστωσε ότι η ενάγουσα είχε κινηθεί προς τον συμμαθητή της Ά.Λ. ο οποίος ήταν σε καροτσάκι. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα ήταν αναστατωμένη και έκαμε απότομη κίνηση να πιάσει τον Ά. αλλά δεν της το επέτρεψαν και έτσι δεν τράβηξε τα μαλλιά του. Τη στιγμή που η ενάγουσα προσπάθησε να τραβήξει από τα μαλλιά τον Ά. και βρισκόταν πίσω του σε κοντινή απόσταση που εάν άπλωνε το χέρι της θα μπορούσε να τον αρπάξει η εναγόμενη 1 την τράβηξε από τα μαλλιά προς τα πίσω για να την αποτρέψει να τραβήξει τα μαλλιά του Ά. Η κα Μ.Π. ήταν η Μ.Ε.
- Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι είναι Κοινωνιολόγος και εργοδοτείται στην Επιτροπή Προστασίας Ατόμων με Νοητική Αναπηρία. Στις 6.3.2013 είχε επισκεφθεί το σχολείο στο οποίο φοιτούσε η ενάγουσα και ήταν παρούσα στο περιστατικό κατά το οποίο η αναπληρώτρια διευθύντρια την κουβαλούσε έχοντάς την ακινητοποιημένη σε ένα τροχοκάθισμα. Ισχυρίστηκε ότι το περιστατικό στις 6.3.2013 συνέβηκε στον εξωτερικό χώρο του σχολείου. Κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία και ενώ ανέμενε τη μητέρα της ενάγουσας μαζί με μια συνάδελφό της πέρασε από μπροστά τους με το τροχοκάθισμα η αναπληρώτρια διευθύντρια του σχολείου μαζί με μια άλλη κυρία. Έσπρωχναν το τροχοκάθισμα και το παιδάκι ήταν ακινητοποιημένο δηλαδή τα χέρια του ήταν πίσω από την πλάτη του. Είχε δει ότι το αριστερό χέρι της ενάγουσας ήταν προς τα πίσω κατά τον χρόνο που το τροχοκάθισμα σπρωχνόταν και ότι σε εκείνη τη θέση της το κρατούσε η αναπληρώτρια διευθύντρια καθώς έσπρωχνε το τροχοκάθισμα. Όταν η μητέρα της ενάγουσας αντιλήφθηκε ότι ήταν η κόρη της στο τροχοκάθισμα φώναξε στην αναπληρώτρια διευθύντρια και εκείνη σταμάτησε να σπρώχνει το τροχοκάθισμα αλλά το παιδί συνέχισε να είναι άβολα, να φωνάζει, να κλαίει και να είναι ολοκόκκινο. Η εναγόμενη 1 είχε βάλει τότε τις φωνές στη μητέρα της ενάγουσας ζητώντας της να φύγει λέγοντάς της ότι δεν είχε οποιαδήποτε δουλειά εκεί. Κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.6 από τον δικηγόρο της εναγόμενης 1 η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δει τι προηγήθηκε πριν η ενάγουσα καθίσει στο τροχοκάθισμα και δεν είχε ιδία άποψη γιατί δεν ήταν παρούσα σε ό,τι είχε προηγηθεί. Ισχυρίστηκε πως όταν συνέβηκε το εν λόγω περιστατικό παρούσες ήταν επίσης η ψυχολόγος κα Ε.Δ., η κοινωνική λειτουργός του συνδέσμου γονέων κα Μ.Τ. και η μητέρα της ανήλικης. Αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου της εναγόμενης 1 ότι μαζί με τη διευθύντρια ήταν παρούσα κάποια κα Π. καθώς επίσης ότι η ανήλικη είχε τραβήξει τα μαλλιά της κας Π., ισχυριζόμενη ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο αυτό συνέβη αφού δεν ήταν παρούσα για να δει τι προηγήθηκε. Ισχυρίστηκε ότι είδε να μεταφέρουν την ενάγουσα πάνω στο καρότσι με ακινητοποιημένο προς τα πίσω το αριστερό της χέρι και εκείνη ούρλιαζε καθώς τη μετέφεραν μέχρι που η μητέρα της επενέβη. Σε άλλη υποβολή του δικηγόρου της εναγόμενης 1 ότι το χέρι της ανήλικης ήταν πράγματι ακινητοποιημένο στη λαβή του αμαξιδίου η μάρτυρας ανέφερε ότι το χέρι ήταν ακινητοποιημένο προς τα πίσω και ότι της το κρατούσε εκεί η εναγόμενη
- Κατά την αντεξέτασή της Μ.Ε.6 από τον δικηγόρο του εναγομένου 2 η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι για το επίδικο περιστατικό που συνέβηκε στις 6.3.2013 η ίδια είχε συντάξει ένα σημείωμα προς την υπηρεσία της με το οποίο στη συνέχεια ενημερώθηκε το Υπουργείο Παιδείας. Ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιστολή στάλθηκε στο Υπουργείο Παιδείας μετά τις αρχές Απριλίου
- Η κα Π.Ν. παρουσιάστηκε ως Μ.Ε.
- Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι είναι παιδονευρολόγος και ασκεί το εν λόγω επάγγελμα από το
- Εργάστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι το 2007 και έκτοτε εργάζεται στην Κύπρο. Ισχυρίστηκε ότι έχει πολύχρονη εμπειρία σε σχέση με το σύνδρομο XXXXX το οποίο αποτελεί μια σπάνια, πολύπλοκη και πολυδιάστατη νευροαναπτυξιακή γενετική πάθηση. Τα κύρια χαρακτηριστικά του εν λόγω συνδρόμου είναι η δυσλειτουργία του υποθαλάμου και του εγκεφάλου η οποία προκαλεί νοητική στέρηση που κυμαίνεται από οριακή σε μικρό ποσοστό ατόμων μέχρι σοβαρή. Τα περισσότερα παιδιά που παρουσιάζουν το εν λόγω σύνδρομο έχουν μέτρια νοητική στέρηση με μέτριες έως σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες. Λόγω της δυσλειτουργίας του υποθαλάμου ο οποίος σχετίζεται με τα θέματα των ορμονών τα παιδιά με αυτό το σύνδρομο έχουν υπογοναδισμό, δηλαδή έλλειψη ορμονών όπως οιστρογόνα και αυξητική ορμόνη και λόγω τούτης της έλλειψης παρουσιάζουν χαμηλό ανάστημα και έχουν μειωμένη αίσθηση κορεσμού. Έχουν μια φοβερή ανάγκη για φαγητό και παρουσιάζουν παχυσαρκία. Συνάντησε την ενάγουσα το 2012 και πρόσφατα όπου διαπίστωσε ότι υπήρξε βελτίωσή της στο νοητικό γνωστικό επίπεδο αφού πλέον χρησιμοποιεί περίπου 5 - 10 λέξεις και αντιλαμβάνεται κάποια βασικά πράγματα όπως δώσε μου το χέρι σου ή βάλε αυτό πάνω στο τραπέζι. Κατά την αντεξέτασή της από τον δικηγόρο της εναγόμενης 1 η Μ.Ε.7 ισχυρίστηκε ότι τα παιδιά με σύνδρομο XXXXX όταν νιώσουν στριμωγμένα, πιεσμένα, πεινασμένα ή κουρασμένα μπορεί να παρουσιάσουν απότομες συμπεριφορές ή να θυμώσουν ή να τσιμπήσουν τον εαυτό τους ή άλλα άτομα. Ισχυρίστηκε ότι όταν αυτά τα παιδιά πάνε να επιτεθούν σε άλλους δεν δικαιολογείται η χρήση βίας εναντίον τους αλλά ο περιορισμός τους για λίγο. Σε αυτά τα παιδιά η χορήγηση φαρμάκων δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική αφού τα ψυχοφάρμακα έχουν την τάση να αυξάνουν την όρεξη και το βάρος και επιπρόσθετα μπορεί να προκαλέσουν και άλλες παρενέργειες σχετιζόμενες με τις ορμόνες. Τελευταία μάρτυρας της ενάγουσας (Μ.Ε.8) ήταν η μητέρα της κα Τ.Σ. Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι στις 6.3.2013 είχε προγραμματισμένο ραντεβού με την Επιτροπή Προστασίας για παιδιά με αναπηρία στο σχολείο που φοιτούσε η κόρη της. Κάποια στιγμή είχε δει την εναγόμενη 1 και την κόρη της η οποία καθόταν σε καροτσάκι και η κόρη της ήταν κόκκινη και αναστατωμένη και τα χέρια της ήταν πίσω από την πλάτη της με τον τρόπο που τα κρατούν οι αστυνομικοί. Είδε ότι τα χέρια της εναγόμενης 1 ήταν πάνω από τα χέρια της ενάγουσας και η εναγόμενη 1 έσπρωχνε το καροτσάκι. Ρώτησε την εναγόμενη 1 για ποιο λόγο κρατούσε τα χέρια της κόρης της με αυτό τον τρόπο και εκείνη της απάντησε πολύ θυμωμένα να απομακρυνθεί. Παρούσες εκεί ήταν η κα Μ.Π., η κα Μ.Τ. και κάποια άλλη κυρία. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Ε.8 ισχυρίστηκε ότι στις 6.3.2013 είχε δει την κόρη της αναστατωμένη και κοκκινισμένη αλλά δεν γνώριζε τι είχε προηγηθεί. Ρώτησε την εναγόμενη 1 για ποιο λόγο κρατούσε την κόρη της με εκείνον τον ανεπίτρεπτο τρόπο και εκείνη θυμωμένα της είπε να απομακρυνθεί. Της υποβλήθηκε ότι σε εκείνο το περιστατικό δίπλα από την εναγόμενη 1 βρισκόταν η δασκάλα η κα Π. και η νοσοκόμα η κα Κ. και απάντησε ότι δεν το θυμόταν. Της υποβλήθηκε επίσης ότι η εναγόμενη 1 είχε ακινητοποιήσει μόνο το ένα χέρι της ενάγουσας και η μάρτυρας απάντησε ότι από την εικόνα την οποία αντίκρυσε είδε ότι ήταν ακινητοποιημένα και τα 2 της χέρια. Μετά που η πλευρά της ενάγουσας παρουσίασε τους μάρτυρές της η εναγόμενη 1 παρουσίασε τους δικούς της μάρτυρες οι οποίοι αντεξετάστηκαν μόνο από τον δικηγόρο της ενάγουσας. Η εναγόμενη 1 ήταν η Μ.Υ.1 η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτή περιέχονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη δημόσια εκπαίδευση από το έτος 1988 και την περίοδο από τον Γενάρη μέχρι τον Απρίλιο του 2013 εκτελούσε χρέη αναπληρώτριας διευθύντριας στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός». Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα έχει το σύνδρομο XXXXX και παρουσιάζει σοβαρή νευροαναπτυξιακή καθυστέρηση. Δεν έχει λεκτική επικοινωνία, δεν αυτοεξυπηρετείται και παρουσιάζει διαταραχές συμπεριφοράς δηλαδή επιθετικότητα προς τους γύρω της. Τραβάει μαλλιά, δαγκώνει άσχημα, τσιμπάει πολύ, κλωτσάει και παρουσιάζει αυτοτραυματική συμπεριφορά. Η εναγόμενη 1 ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 6.3.2013 γύρω στις 12:00 το μεσημέρι η ενάγουσα βρισκόταν στον παιχνιδότοπο του σχολείου μαζί με συμμαθητές της και μέλη του προσωπικού του σχολείου. Η ενάγουσα επιτέθηκε στην ειδική εκπαιδευτικό κα Ε. Π. η οποία την είχε υπό την ευθύνη της, τη δάγκωσε στους βραχίονες και της ξερίζωσε τούφες από τα μαλλιά της. Τότε η ίδια μαζί με την κα Π. προσπάθησαν να απομακρύνουν την ανήλικη από τον παιχνιδότοπο για την ασφάλεια των άλλων παιδιών. Την απομάκρυναν από εκεί με δυσκολία καθότι η ενάγουσα τις κλωτσούσε. Ισχυρίστηκε ότι η ανήλικη ήταν επιθετική και έτρεχε να χτυπήσει άλλα παιδιά αλλά η ίδια και η κα Π. την ανέκοπταν συνεχώς. Για ένα διάστημα περίπου 15 λεπτών η ανήλικη είχε καθίσει στο πλακόστρωτο και δεν σηκωνόταν πάρα τις προτροπές τους για να σηκωθεί. Λόγω του ότι είχαν εξαντλήσει όλες τις λεκτικές τακτικές τους μαζί με την κα Π. μετέφεραν ένα τροχοκάθισμα κοντά στην ανήλικη στο οποίο αυτή κάθισε χωρίς ιδιαίτερη αντίδραση. Όταν άρχισε να κινείται το τροχοκάθισμα η ανήλικη άρχισε πάλι να κλωτσά και να κτυπά εκείνες και τον εαυτό της. Η εναγόμενη 1 ισχυρίστηκε ότι έσπρωχνε το τροχοκάθισμα προς την τάξη της ενάγουσας και η κα Πολυκάρπου κρατούσε το πόδι της ενάγουσας για να μην την κλωτσά. Επειδή η ενάγουσα συνέχισε να επιτίθεται στην κα Π. η εναγόμενη 1 αναγκάστηκε για να προστατεύσει την ανήλικη και την κα Π. να κρατά το αριστερό χέρι της ενάγουσας από τον βραχίονα και με το ελεύθερό της χέρι να σπρώχνει το τροχοκάθισμα. Όταν έφτασαν έξω από την τάξη της ενάγουσας εκεί ήταν η μητέρα της και η Κοινωνιολόγος κα Μ.Τ. Σε κοντινή επίσης απόσταση βρισκόταν η νοσηλεύτρια του σχολείου κα Ι.Κ. και μπροστά τους ήταν επίσης η επιστάτρια του σχολείου κα Α.Π. Η μητέρα της ενάγουσας διαμαρτυρήθηκε επειδή η ενάγουσα ήταν σε καρέκλα και επέκρινε την εναγόμενη 1 για αυτό το γεγονός. Η εναγόμενη 1 ισχυρίστηκε επίσης ότι λίγες μέρες μετά από το προηγούμενο επεισόδιο η ίδια είχε μεταβεί μαζί με τον κ. Χ.Χ. που εργάζεται ως οδηγός στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός» εκτός του σχολείου και επέστρεψαν σε αυτό γύρω στις 11:
- Κατά την επιστροφή τους στο σχολείο είχε δει αρκετά πρόσωπα να βρίσκονται μέσα στην τάξη της ανήλικης και να συζητούν έντονα και εισήλθε στην τάξη για να διερευνήσει τι είχε συμβεί. Διαπίστωσε ότι στην τάξη εκτός από τους μαθητές βρίσκονταν επίσης η νοσηλεύτρια του σχολείου κα Ι.Κ., η δασκάλα της τάξης κα Ά.Ν., οι σχολικές βοηθοί κα Ο.Π. και κα Ε.Χ. και η λογοθεραπεύτρια κα Φ.Κ. Η νοσηλεύτρια της ανέφερε ότι η ανήλικη είχε βάλει στο στόμα της φύλλα αροδάφνης τα οποία είναι εν δυνάμει τοξικά. Ενώ η ίδια συνομιλούσε με την κα Κ. είδε την ενάγουσα να επιτίθεται στον συμμαθητή της Ά. που καθόταν σε τροχοκάθισμα. Ισχυρίστηκε ότι κατευθύνθηκε γρήγορα προς το μέρος της ανήλικης και την απομάκρυνε από τον Ά. κρατώντας την από τους ώμους και την άφησε κοντά στην κα Χ. Συνέχισε τη συζήτησή της με τη νοσηλεύτρια για πολύ λίγο και μετά από αυτό αποχώρησαν από την τάξη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι καμία από όσες βρίσκονταν εκεί και συγκεκριμένα η δασκάλα της ενάγουσας κα Ά.Ν., η λογοθεραπεύτρια κα Κ., οι σχολικές βοηθοί κυρίες Ε.Χ. και Ο.Π., ανέφερε ότι είχε συμβεί οποιοδήποτε περιστατικό. Ισχυρίστηκε τέλος ότι τα δύο περιστατικά που της καταλογίζονται στην παρούσα υπόθεση δηλαδή η μεταφορά της ενάγουσας με το καροτσάκι και το επεισόδιο στην αίθουσα διδασκαλίας συνέβησαν για την προστασία της ενάγουσας και των άλλων παιδιών που βρίσκονταν κοντά της. Αναφορικά με το τελευταίο επεισόδιο ισχυρίστηκε ότι η ίδια ενέργησε αντανακλαστικά και αυθόρμητα με μοναδικό σκοπό να αποτρέψει την επίθεση της ενάγουσας στον συμμαθητή της Ά. ο οποίος βρισκόταν σε καροτσάκι και είχε δεχτεί και στο παρελθόν επιθέσεις από εκείνη οι οποίες προκάλεσαν τις διαμαρτυρίες των γονιών του. Σε διάφορες ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στην εναγόμενη 1 στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της ισχυρίστηκε ότι στο σχολείο υπήρχε έξαρση κρουσμάτων συμπεριφοράς και λόγω τούτου γίνονταν πολυθεματικές συναντήσεις στο σχολείο και στο Μακάρειο Νοσοκομείο εις γνώση πάντοτε του επιθεωρητή τους και σε αυτές συμμετείχαν διάφοροι εκπαιδευτικοί, θεραπευτές και η παιδοψυχίατρος του σχολείου τους. Κατά την πολυθεματική συνάντηση που έγινε την 1.2.2013 στο Μακάρειο Νοσοκομείο σε σχέση με την κατάσταση της ενάγουσας αναφέρθηκε ότι έπρεπε να της δοθεί φαρμακευτική αγωγή κάτι στο οποίο οι γονείς της αντιτάχθηκαν. Ισχυρίστηκε τέλος ότι οι κρίσεις οι οποίες παρουσίαζε η ενάγουσα ήταν αρκετά συχνές 3 με 4 φορές την εβδομάδα και 2 με 3 φορές την ημέρα κατά τις οποίες μέλη του προσωπικού του σχολείου τραυματίστηκαν και χρειάστηκε να μεταβούν στις Πρώτες Βοήθειες για περίθαλψη. Προτού ξεκινήσει η αντεξέταση της εναγόμενης 1 ο δικηγόρος της δήλωσε ότι σε περίπτωση που ήθελε βρεθεί ότι η εναγόμενη 1 ευθύνεται δεν θα ζητηθεί κάλυψη ή οποιαδήποτε άλλη ανάληψη υποχρέωσης από τη Δημοκρατία. Κατά την αντεξέτασή της εναγόμενης 1 από τον δικηγόρο της ενάγουσας αυτή ισχυρίστηκε ότι έχει 31 χρόνια πείρα στη γενική εκπαίδευση και στην ειδική εκπαίδευση περισσότερα από τα μισά. Έλαβε δύο μεταπτυχιακά διπλώματα με το ένα από αυτά στον τομέα της ειδικής εκπαίδευσης. Κατά την περίοδο από το 2007 έως το 2013 εργαζόταν στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός». Η ενάγουσα ξεκίνησε να φοιτά στο εν λόγω σχολείο τον Σεπτέμβρη του 2012 σε ηλικία 8 ετών και από τότε παρουσίαζε επιθετική συμπεριφορά. Αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου της ενάγουσας ότι στο επίδικο περιστατικό στις 6.3.2013 κρατούσε και τα 2 χέρια της ενάγουσας πίσω από την πλάτη της και ισχυρίστηκε ότι της κρατούσε μόνο το αριστερό της χέρι για να μην κτυπά τη δασκάλα που ήταν μπροστά της ή να αυτοτραυματίζεται. Ισχυρίστηκε ότι με το δεξί της χέρι έσπρωχνε το τροχοκάθισμα στο οποίο καθόταν η ενάγουσα και ότι της κρατούσε το αριστερό της χέρι από το ύψος του ώμου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την εν λόγω ημέρα η ενάγουσα εμφάνισε πολύ επιθετική συμπεριφορά απέναντι σε άτομα του προσωπικού, σε συμμαθητές της και αυτοτραυματιζόταν και αυτός ήταν ο λόγος που την έβαλαν να καθίσει στο τροχοκάθισμα. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό στις 14.3.2013 η εναγόμενη 1 αρνήθηκε υποβολή ότι είχε τραβήξει την ενάγουσα από τα μαλλιά και ισχυρίστηκε ότι την είχε τραβήξει από το σημείο του αυχένα προς τα πίσω για να προστατεύσει κάποιον συμμαθητή της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι 3 από τους μάρτυρες που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας δεν έχουν καλές σχέσεις μαζί της και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους και δέχθηκαν πολλές φορές παρατηρήσεις από την ίδια. Της υποβλήθηκε επίσης ότι αφού τράβηξε την ενάγουσα από τα μαλλιά στη συνέχεια την έσυρε για αρκετά μέτρα προς τα πίσω και ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν αδύνατο να γίνει αφού η αίθουσα στην οποία βρίσκονταν ήταν 3,5μ. Ισχυρίστηκε ότι αντανακλαστικά απομάκρυνε την ενάγουσα από τον συμμαθητή της και ίσως να άγγιξε τα μαλλιά της αλλά ουδέποτε της τα τράβηξε. Ως Μ.Υ.2 κλήθηκε η κα Ε.Π. η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι είναι εκπαιδευτικός και περί τα τέλη του 2012 αρχές του 2013 ήταν αντικαταστάτρια στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός». Ισχυρίστηκε ότι έχει ειδίκευση σε θέματα παιδιών με ειδικές ανάγκες και διάφορες μαθησιακές δυσκολίες. Τον Μάρτη του 2013 η ανήλικη Σ.Σ. ήταν μεταξύ των μαθητών τους οποίους επέβλεπε. Ισχυρίστηκε ότι στις 6.3.2013 ήταν στην τάξη της ενάγουσας αφού λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης της τελευταίας χρειαζόταν να βρίσκονται στην τάξη δύο εκπαιδευτικοί. Η ενάγουσα είχε αρκετή ένταση και θεώρησαν καλό να τη βγάλουν στην αυλή για να ηρεμήσει. Ενώ η ενάγουσα έπαιζε και η μάρτυρας την παρακολουθούσε από απόσταση η ενάγουσα ξαφνικά έπαθε κρίση και άρχισε να αυτοτραυματίζεται. Την πλησίασε και προσπάθησε να την ηρεμήσει. Την ίδια ώρα είχε πλησιάσει κοντά τους η εναγόμενη 1 και της πρότεινε να τη βάλουν σε ένα καροτσάκι για να την οδηγήσουν στην τάξη της οι τοίχοι της οποίας ήταν επενδυμένοι με αφρολέξ και η ενάγουσα συνέχισε να αυτοτραυματίζεται. Λόγω τούτου η εναγόμενη 1 της ακινητοποίησε το χέρι και η ίδια βρισκόταν δίπλα από την ενάγουσα γιατί κλωτσούσε. Πλησιάζοντας στην τάξη της ενάγουσας εμφανίστηκε η μητέρα της τελευταίας η οποία αντέδρασε όταν είδε την κόρη της στο καροτσάκι. Μετά από αυτό η ίδια αποχώρησε. Ισχυρίστηκε τέλος ότι κατά το επεισόδιο η ενάγουσα την είχε τραβήξει από τα μαλλιά και τη δάγκωσε στο χέρι. Κατά την αντεξέτασή της από τον δικηγόρο της ενάγουσας η Μ.Υ.2 ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη 1 κρατούσε το χέρι της ενάγουσας στο πλάι πολύ σφικτά για να μην αυτοτραυματιστεί αλλά δεν θυμόταν εάν την κρατούσε από τα δάκτυλα ή τον βραχίονα ή από κάπου αλλού. Καθώς πλησίαζαν στην τάξη της ενάγουσας ήρθε η μητέρα της και συναντήθηκαν μπροστά από την τάξη. Η μητέρα της ενάγουσας αντέδρασε αρκετά έντονα και άρχισε να φωνάζει και η ίδια απομακρύνθηκε χωρίς να παρακολουθήσει λεπτομέρειες. Ο κ. Χ.Χ. ήταν ο Μ.Υ.
- Κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι το έτος 2013 εργαζόταν ως οδηγός στη Σχολή Ευαγγελισμός και γνώριζε την ανήλικη Σ.Σ. Ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά της ανήλικης ήταν απρόβλεπτη, παρουσίαζε επιθετικότητα και αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε δύο επεισόδια. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Η τελευταία μάρτυρας της εναγόμενης 1 (Μ.Υ.4) ήταν η κα Ε.Α. Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι τον Μάρτη του 2013 εργαζόταν ως καθαρίστρια στο σχολείο «Ευαγγελισμός» και γνώριζε την ενάγουσα η οποία είχε προβλήματα συμπεριφοράς. Ισχυρίστηκε ότι τον Μάρτη του 2013 η εν λόγω ανήλικη είχε πιάσει φύλλα αροδάφνης και ήταν αναστατωμένη. Ήταν έξω από την τάξη της ανήλικης και σκούπιζε και είχε οπτική επαφή για το τι συνέβαινε μέσα στην τάξη. Ισχυρίστηκε πως όταν προσπάθησαν να βάλουν την ανήλικη στην τάξη της αυτή προσπάθησε να τραβήξει ένα συμμαθητή της τον Ά. και η δασκάλα της η κα Μι. την έπιασε από τον ώμο για να την ηρεμήσει. Κατά την αντεξέτασή της από τον δικηγόρο της ενάγουσας η Μ.Υ.4 ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δει την ενάγουσα να βάζει αροδάφνες στο στόμα της αλλά άκουσε ότι αυτό έκανε και για αυτό ήταν τόσο αναστατωμένη. Η μάρτυρας αρνήθηκε υποβολές του δικηγόρου της ενάγουσας ότι η εναγόμενη 1 είχε τραβήξει την ενάγουσα από τα μαλλιά και την έσερνε τραβώντας την από τα μαλλιά. Μετά που η πλευρά της εναγόμενης 1 παρουσίασε τους μάρτυρές της και αφού η πλευρά του εναγομένου 2 δεν προσκόμισε μαρτυρία η αγωγή ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν ο καθένας γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις του το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησαν και το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Ο κ. Παυλίδης εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα υπήρξε θύμα βασανισμού και/ή απάνθρωπης και/ή ταπεινωτικής τιμωρίας ή μεταχείρισης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Συντάγματος το οποίο απαγορεύει τα βασανιστήρια και του άρθρου 3 της Ε.Σ.Δ.Α. το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο
- Εισηγήθηκε ότι η προστασία που παρέχουν τα εν λόγω άρθρα είναι απόλυτη και δεν υπάρχει δυνατότητα νόμιμων βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής τιμωρίας ή μεταχείρισης. Εισηγήθηκε επίσης ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της επίθεσης όπως προνοείται στο άρθρο 26
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Τέλος ο δικηγόρος της ενάγουσας έκανε αναφορά στη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων των Η.Ε. η οποία θεσπίζει τη ρητή υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα με σκοπό να προλαμβάνει πράξεις βασανιστηρίων εντός της επικράτειάς του, στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και στο άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α. και το άρθρο 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. τα οποία ορίζουν ότι κανείς δεν μπορεί να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. Ο κ. Πασπαλίδης από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι το επεισόδιο που έλαβε χώρα στις 6.3.2013 καταδεικνύει ότι υπό τις περιστάσεις η εναγόμενη 1 έλαβε τις κατάλληλες ενέργειες για την προστασία της ενάγουσας και των άλλων παιδιών και η χρήση λογικής βίας εκ μέρους της ήταν αναγκαία για την προστασία της ενάγουσας και των συμμαθητών της. Σε σχέση με το περιστατικό στις 14.3.2013 εισηγήθηκε ότι οι ενέργειες της εναγομένης 1 έγιναν για να αποτρέψει επαπειλούμενο τραυματισμό συμμαθητή της ενάγουσας και δεν υπήρξε δόλος ούτε άλλο κίνητρο στην αντανακλαστική και αστραπιαία κίνησή της για να δικαιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών και παραδειγματικών αποζημιώσεων. Εισηγήθηκε τέλος ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι η κατάσταση της ενάγουσας επιδεινώθηκε από τα επίδικα γεγονότα. Τέλος ο κ. Χριστοφόρου εκ μέρους του εναγομένου 2 εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και τη σχετική νομολογία ο εναγόμενος 2 δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για τις πράξεις και/ή παραλείψεις της εναγομένης
- Εισηγήθηκε πως ό,τι ενδεχομένως έπραξε η εναγόμενη 1 δεν εμπίπτει στα καθήκοντά της και λόγω τούτου η ίδια ευθύνεται αποκλειστικά για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψή της που επέφερε βλάβη στην ενάγουσα. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τις θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα πουεξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Ε.1 είναι ο πατέρας της ενάγουσας. Όπως ανάφερε κατά τη μαρτυρία του δεν ήταν παρών στο σχολείο «Ευαγγελισμός» σε καμία από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας διαδραματίστηκαν τα επίδικα γεγονότα. Κρίνω ότι λόγω της έλλειψης άμεσης προσωπικής γνώσης για τα ως άνω θέματα η μαρτυρία του δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική για την επίλυσή τους. Η υπόλοιπη μαρτυρία του αναφορικά με το σύνδρομο από το οποίο πάσχει η ενάγουσα και πως είναι η συμπεριφορά της κρίνω ότι λόγω του γεγονότος ότι ζει μαζί της έχει άμεση και επαρκή γνώση για αυτά και τα μετέφερε στο Δικαστήριο με ικανοποιητική σαφήνεια. Η Μ.Ε.2 κα Β.Χ.Α. είναι παιδίατρος και η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της. Η μαρτυρία της είναι σχετική με την ιατρική κατάσταση της ενάγουσας και γίνεται αποδεκτή. Δεν μπορεί όμως να είναι επιβοηθητική και για τα επίδικα περιστατικά που σύμφωνα με την παρούσα υπόθεση διαδραματίστηκαν στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός» στις 6.3.2013 και 14.3.2013 αφού η ίδια δεν ήταν παρούσα σε αυτά ούτε και προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι γνωρίζει κάτι σε σχέση με το πως αυτά διαδραματίστηκαν. Η Μ.Ε.3 κα Ά.Ν. ήταν παρούσα σε ένα από τα επίδικα περιστατικά που συνέβηκε στις 14.3.
- Ήταν αυτόπτης μάρτυρας εκείνου του περιστατικού το οποίο μετέφερε στο Δικαστήριο με επαρκείς λεπτομέρειες. Κρίνω ότι είναι ανεξάρτητη μάρτυρας η οποία δεν είχε κανένα λόγο να μην μεταφέρει στο Δικαστήριο όσα είδε. Ισχυρίστηκε ότι κατά το επίδικο συμβάν ήταν δασκάλα της ενάγουσας και ήταν παρούσα στην τάξη της χωρίς οι εν λόγω ισχυρισμοί της να αμφισβητηθούν. Κρίνω ότι η παρουσία της στον χώρο που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό της επέτρεψε να έχει άμεση και ιδία αντίληψη για όσα έλαβαν χώρα εκεί τα οποία στη συνέχεια μετέφερε στο Δικαστήριο όπως έγιναν χωρίς υπερβολές. Ισχυρίστηκε ότι τα γεγονότα αποτυπώθηκαν έντονα στη μνήμη της αφού έχει ακόμα μπροστά της τη σχετική εικόνα την οποία θυμάται πολύ καλά. Περιέγραψε με λεπτομέρεια όσα η εναγόμενη 1 είπε προς την ενάγουσα όταν την τράβηξε από τα μαλλιά καθώς επίσης και την αντίδραση της ενάγουσας να προστατευθεί πιάνοντας τα χέρια της εναγόμενης
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εναγόμενη 1 μετά που τράβηξε την ενάγουσα από τα μαλλιά δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη χειρονομία προς την ενάγουσα δηλαδή δεν επιβεβαίωσε τον δικογραφηθέντα ισχυρισμό της ενάγουσας ότι μετά την τράβηξε από τα μαλλιά και την έσερνε έξω από την αίθουσα διδασκαλίας. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία της αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή. Η Μ.Ε.4 κα Φ.Κ. ήταν επίσης παρούσα στις 14.3.2013 όταν έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό και κρίνω ότι λόγω του γεγονότος ότι και αυτή ήταν αυτόπτης μάρτυρας ήταν σε πλεονεκτική θέση να θυμάται με επαρκή λεπτομέρεια όσα συνέβηκαν τα οποία μετέφερε με τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο. Όπως ισχυρίστηκε είχε σοκαριστεί από την ενέργεια της εναγόμενης 1 να τραβήξει την ενάγουσα από τα μαλλιά και λόγω τούτου όσα είδε να συμβαίνουν μπροστά στα μάτια της την ως άνω ημερομηνία παρέμειναν χαραγμένα στη μνήμη της. Η μαρτυρία της αναφορικά με το επίδικο συμβάν στις 14.3.2013 συνάδει επίσης και με τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 η οποία για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω έγινε αποδεκτή. Έχω παρατηρήσει ότι η Μ.Ε.4 όταν αναφέρθηκε στα λόγια τα οποία είπε η εναγόμενη 1 στην ενάγουσα όταν την τράβηξε από τα μαλλιά δεν χρησιμοποίησε ακριβώς τα ίδια λόγια τα οποία χρησιμοποίησε η Μ.Ε.3 κρίνω όμως ότι η ουσία τους είναι η ίδια και η διαφορά αυτή δεν αποτελεί τέτοια θεμελιακή αντίφαση που να καθιστά τη μαρτυρία της αναξιόπιστη. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.4 αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί σε αυτή το Δικαστήριο. Η Μ.Ε.5 κα Ε.Χ. ήταν και αυτή παρούσα όταν έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό στις 14.3.2013 στην τάξη της ενάγουσας και λόγω τούτου κρίνω ότι ήταν σε ευνοϊκή θέση να θυμάται με επάρκεια πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη μέρα. Ο ισχυρισμός της ότι η εναγόμενη 1 την εν λόγω ημέρα τράβηξε την ενάγουσα από τα μαλλιά είναι σύμφωνος με τη σχετική μαρτυρία των Μ.Ε.4 και 5 η οποία ως αναφέρθηκε πιο πάνω έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή της ότι η ενάγουσα προσπάθησε να τραβήξει τα μαλλιά του συμμαθητή της Άγγελου τον αναίρεσε κατά την αντεξέτασή της και ως εκ τούτου αυτός δεν γίνεται αποδεκτός. Σε κάθε περίπτωση είναι ισχυρισμός ο οποίος δεν επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4 που έγινε αποδεκτή. Η Μ.Ε.6 κα Μ.Π. ισχυρίστηκε ότι στις 6.3.2013 είχε μεταβεί στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός» ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή της και λόγω τούτου γίνεται αποδεκτός. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά την εκεί παρουσία της είδε να περνά από μπροστά της η εναγόμενη 1 η οποία έσπρωχνε ένα καροτσάκι στο οποίο καθόταν η ενάγουσα. Διαπίστωσε ότι η εναγόμενη 1 κρατούσε το αριστερό χέρι της ενάγουσας πίσω από την πλάτη της και η ενάγουσα ένιωθε άβολα, φώναζε, έκλαιγε και ήταν ολοκόκκινη. Η εν λόγω μάρτυρας ήταν ανεξάρτητη και δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια ούτε και της υποβλήθηκε κάτι τέτοιο. Λόγω του γεγονότος ότι όσα ισχυρίστηκε διαδραματίστηκαν μπροστά στα μάτια της κρίνω ότι ήταν σε πλεονεκτική θέση να τα θυμάται με επάρκεια και να τα μεταφέρει επίσης με επάρκεια κατά την παρουσία της στο Δικαστήριο. Η Μ.Ε.7 κα Π.Ν. είναι ιατρός παιδονευρολόγος και έχει πολύχρονη εμπειρία σε σχέση με το σύνδρομο XXXXX και η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της. Η μαρτυρία της είναι σχετική με την ιατρική κατάσταση της ενάγουσας και γίνεται αποδεκτή. Δεν μπορεί όμως να είναι επιβοηθητική και για τα επίδικα περιστατικά που διαδραματίστηκαν στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός» στις 6.3.2013 και 14.3.2013 αφού η μάρτυρας δεν ήταν παρούσα εκεί κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες. Τέλος η Μ.Ε.8 ήταν επίσης παρούσα στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός» στις 6.3.2013 και ήταν αυτόπτης μάρτυρας όσων είχαν διαδραματιστεί μπροστά της. Λόγω της έντασης την οποία βίωσε και τον θυμό που ένιωσε όταν είδε την κόρη της να βρίσκεται στο τροχοκάθισμα το οποίο έσπρωχνε η εναγόμενη 1 κρίνω ότι δεν συγκράτησε με λεπτομέρεια όσα είδε, τα οποία μάλλον λόγω της αγάπης της προς την κόρη της μεγέθυνε και ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ότι η εναγόμενη 1 κρατούσε και τα δύο χέρια της ενάγουσας πίσω από την πλάτη της. Αυτός ο ισχυρισμός της σε κάθε περίπτωση είναι αντίθετος με τον ισχυρισμό της Μ.Ε.6 ο οποίος έγινε αποδεκτός για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω και σύμφωνα με τον οποίο μόνο το αριστερό χέρι της ενάγουσας ήταν ακινητοποιημένο πίσω από την πλάτη της. Επίσης ο ως άνω ισχυρισμός της Μ.Ε.8 ότι η εναγόμενη κρατούσε και τα δύο χέρια της ενάγουσας δεν θα μπορούσε να ήταν βάσιμος αφού στην περίπτωση που η εναγόμενη 1 πράγματι κρατούσε και με τα δύο της χέρια τα χέρια της ενάγουσας θα ήταν αδύνατο ταυτόχρονα να έσπρωχνε και το τροχοκάθισμα στο οποίο καθόταν η ενάγουσα. Η εναγόμενη 1 ισχυρίστηκε ότι στις 6.3.2013 η ενάγουσα ήταν αναστατωμένη και επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να αυτοτραυματιστεί αλλά και να τραυματίσει και την κα Πολυκάρπου που ήταν μαζί της την τοποθέτησαν σε τροχοκάθισμα για να τη μεταφέρουν στην τάξη της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά τη μεταφορά της η ενάγουσα συνέχισε να κλωτσά και για λόγους προστασίας έβαλε το αριστερό χέρι της ενάγουσας πίσω από την πλάτη της. Κρίνω ότι ο ως άνω ισχυρισμός της εναγόμενης 1 ότι υπήρχε κίνδυνος η ενάγουσα να τραυματίσει την ίδια και την κα Πολυκάρπου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός γιατί είναι υπερβολικός και δεν συνάδει με τη λογική. Κρίνω ότι με δεδομένο πως η ενάγουσα ήταν τότε ένα παιδί ηλικίας 8 ετών με νοητική υστέρηση δεν θα ήταν δυνατό να αποτελούσε κίνδυνο για δύο ενήλικα πρόσωπα, την εναγόμενη 1 ή την κα Πολυκάρπου ούτε ότι είχε δαγκώσει την κα Πολυκάρπου στους βραχίονες και ότι της ξερίζωσε τούφες από τα μαλλιά της. Κρίνω ότι υπό τις ως άνω περιστάσεις, ελλείψει οποιουδήποτε κινδύνου για την εναγόμενη 1 ή την κα Π., δεν ήταν αναγκαίο να τοποθετήσει την ενάγουσα σε τροχοκάθισμα με ακινητοποιημένο το αριστερό της χέρι πίσω από την πλάτη της και να την μεταφέρει από την αυλή του σχολείου προς την τάξη της. Αναφορικά με τον άλλο ισχυρισμό της εναγόμενης 1 ότι στις 14.3.2013 τράβηξε την ενάγουσα από τον ώμο και όχι από τα μαλλιά για να αποτρέψει την ενάγουσα από το να επιτεθεί στον συμμαθητή της Ά. κρίνω πως ούτε αυτός ο ισχυρισμός της μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού είναι αντίθετος με τη μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4 η οποία για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Καμιά από τις Μ.Ε.3 και 4 που ήταν παρούσες στο επίδικο περιστατικό δεν ανέφερε ότι η ενάγουσα είχε πράγματι επιτεθεί στον συμμαθητή της Ά. Λόγω του γεγονότος ότι η ενάγουσα μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε με οποιοδήποτε τρόπο επιτεθεί στον συμμαθητή της κρίνω ότι η ενέργεια της εναγόμενης 1 να την τραβήξει από τα μαλλιά ήταν πρόωρη και δεν ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4 η εναγόμενη 1 όταν τράβηξε την ενάγουσα από τα μαλλιά απευθύνθηκε προς εκείνη και τη ρώτησε εάν πονάει και εάν νιώθει τον πόνο που νιώθουν και οι άλλοι όταν εκείνη τους επιτίθεται. Κρίνω πως το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 απευθύνθηκε στην ενάγουσα, ένα παιδάκι ηλικίας 8 ετών που λόγω του συνδρόμου από το οποίο έπασχε είχε νοητική υστέρηση και δεν μπορούσε να μιλήσει, με τα πιο πάνω λόγια, αποτελεί ένδειξη ότι η εναγόμενη 1 εκείνη την ώρα διακατεχόταν από αισθήματα εκδίκησης προς την ενάγουσα και πως δεν προσπάθησε να την αποτρέψει από το να επιτεθεί στον συμμαθητή της Ά. Κρίνω πως σε περίπτωση που η εναγόμενη 1 πράγματι ήθελε να απωθήσει την ενάγουσα ακουμπώντας την στον ώμο θα μπορούσε εύκολα να το κάνει αφού ήταν κοντά της και τίποτα δεν την εμπόδιζε από το να τη σταματήσει με άλλο ηπιότερο τρόπο και να απέφευγε να την τραβούσε από τα μαλλιά. Αν πράγματι αυτή ήταν η πρόθεση της εναγόμενης 1 θα απέφευγε επίσης να την τραβούσε απότομα από τα μαλλιά με τόσο μεγάλη δύναμη με αποτέλεσμα να τη ρίξει στο πάτωμα. Λόγω τούτου κρίνω ότι ο ισχυρισμός της εναγόμενης 1 ότι ενέργησε αντανακλαστικά και αυθόρμητα με μοναδικό σκοπό να αποτρέψει την επίθεση της ενάγουσας στον συμμαθητή της Ά. δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η μαρτυρία της Μ.Υ.2 είναι σχετική μόνο με όσα διαδραματίστηκαν στις 6.3.
- Η εν λόγω μάρτυρας ήταν παρούσα κατά την ως άνω ημερομηνία στο σχολείο «Ευαγγελισμός» και μαζί με την εναγόμενη 1 έβαλαν την ενάγουσα σε τροχοκάθισμα για να τη μεταφέρουν στην τάξη της. Η μαρτυρία της Μ.Υ.2 στην ουσία αποτελεί επανάληψη των ισχυρισμών της εναγομένης 1 ότι κινδύνευαν να τραυματιστούν από την ενάγουσα η οποία για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω δεν έγινε αποδεκτή. Λόγω τούτου κρίνω ότι ο ισχυρισμός της ότι η ενάγουσα εκείνη την ημέρα τη δάγκωσε στους βραχίονες και της ξερίζωσε τούφες από τα μαλλιά της και ότι η ανήλικη αποτελούσε κίνδυνο για την ίδια και άλλους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ο Μ.Υ.3 κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Λόγω του γεγονότος ότι δεν αντεξετάστηκε οι ισχυρισμοί του παρέμειναν αναντίλεκτοι και γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του αφορά τη γενικότερη συμπεριφορά της ενάγουσας στο σχολείο όπου φοιτούσε και δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική για όσα διαδραματίστηκαν στις 6.3.2013 και στις 14.3.2013 στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός» στα οποία ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν παρών. Η Μ.Υ.4 ισχυρίστηκε ότι τον Μάρτη του 2013 η ενάγουσα είχε πιάσει φύλλα αροδάφνης και ήταν αναστατωμένη. Η ίδια βρισκόταν έξω από την τάξη της ενάγουσας, σκούπιζε και είχε οπτική επαφή για το τι συνέβαινε μέσα στην τάξη. Ισχυρίστηκε πως όταν προσπάθησαν να βάλουν την ανήλικη στην τάξη της αυτή προσπάθησε να τραβήξει ένα συμμαθητή της τον Ά. και η δασκάλα της η κα Μ. την έπιασε από τον ώμο για να την ηρεμήσει. Ο ισχυρισμός της Μ.Υ.4 ότι η εναγόμενη 1 έπιασε την ανήλικη από τον ώμο για να την ηρεμήσει δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού είναι αντίθετος με την επί του ιδίου θέματος μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4 η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Κρίνω επίσης ότι το γεγονός ότι η Μ.Υ.4 δεν βρισκόταν μέσα στην αίθουσα που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό της στερεί τη δυνατότητα να είχε παρατηρήσει καλύτερα από τις ως άνω μάρτυρες οι οποίες ήταν παρούσες στην τάξη πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο καθώς και όσα δεν αμφισβητήθηκαν από τους διάδικους τα πιο κάτω είναι τα ευρήματα μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής: η ενάγουσα το έτος 2013 ήταν ηλικίας 8 ετών και φοιτούσε στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός». Η εναγόμενη 1 είναι δασκάλα δημοτικής εκπαίδευσης και το 2013 ήταν η αναπληρώτρια διευθύντρια του Ειδικού Σχολείου «Ευαγγελισμός» το οποίο λειτουργούσε από το Υπουργείο Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ενάγουσα πάσχει από το σύνδρομο XXXXX και είναι άτομο με νοητική στέρηση, με βουλιμία, δεν μιλά ούτε μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί. Λόγω του ως άνω συνδρόμου η ενάγουσα είχε έντονες εκρήξεις θυμού και επιθετικότητας που χαρακτηρίζουν κάποια άτομα με αυτό το σύνδρομο. Στις 6.3.2013 η ενάγουσα βρισκόταν στον παιχνιδότοπο του σχολείου μαζί με συμμαθητές της και μέλη του προσωπικού όταν η εναγόμενη 1 μαζί με την κα Π. προσπάθησαν να την απομακρύνουν από τον παιχνιδότοπο του σχολείου στον οποίο βρισκόταν βάζοντάς την σε ένα τροχοκάθισμα. Η εναγόμενη 1 έσπρωχνε το τροχοκάθισμα προς την τάξη της ενάγουσας κρατώντας το αριστερό χέρι της ενάγουσας ακινητοποιημένο προς τα πίσω ενώ εκείνη ούρλιαζε καθώς τη μετέφεραν μέχρι που η μητέρα της η οποία έτυχε να είχε έρθει στο σχολείο της επενέβη και ζήτησε από την εναγόμενη 1 εξηγήσεις. Στις 14.3.2013 η ενάγουσα βρισκόταν στην αυλή του σχολείου όπου διοργανώνονταν διάφορα παιχνίδια. Η ενάγουσα ήταν αναστατωμένη και η δασκάλα της κα Ά.Ν. μαζί με τη συνάδελφό της κα Κ. την μετέφεραν στην αίθουσα. Στην προσπάθεια τους αυτή η ενάγουσα κάθισε κάτω, έφαγε φύλλα αροδάφνης και λόγω του ότι οι δασκάλες της ανησύχησαν ότι θα πάθαινε δηλητηρίαση κάλεσαν τη νοσοκόμα του σχολείου και την εναγόμενη
- Σε κάποια στιγμή η ενάγουσα σηκώθηκε και ήταν αναστατωμένη. Κινήθηκε προς την κατεύθυνση που βρισκόταν ο συμμαθητής της Ά. και ένα πιάτο με πουρέκια. Χωρίς η ενάγουσα να απλώσει το χέρι της προς τον συμμαθητή της η εναγόμενη 1 την άρπαξε αστραπιαία από τα μαλλιά και κρατώντας την από αυτά την κατέβασε στο πάτωμα και η ενάγουσα λόγω του πόνου από το τράβηγμα των μαλλιών κατέληξε στο πάτωμα. Η εναγόμενη 1 μετά που η ενάγουσα βρέθηκε κάτω απευθύνθηκε σε αυτή με τα ακόλουθα λόγια: «έτσι για να πονείς τζιαι εσύ τωρά για να δεις πόσο πονούν οι άλλοι όταν επιτίθεσαι εσύ». Μετά από αυτό η εναγόμενη 1 ουδέν άλλο έπραξε και μετά από λίγο αποχώρησε από την αίθουσα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το δικαίωμα μη υποβολής σε ταπεινωτική μεταχείριση διασφαλίζεται από το Άρθρο 8 του Συντάγματος και το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στο σύγγραμμα Harris, O'Boyle & Warbrick: Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 261, υπό τον τίτλο Degrading Treatment, με παραπομπή σε σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Or, in the language of an alternative formula that the Court sometimes adopts, treatment is degrading if it humiliates or debases an individual, showing a lack of respect for, or diminishing, his or her human dignity, or arouses feelings of fear, anguish or inferiority capable of breaking an individual's moral and physical resistance». Αναφέρεται ακόμα πάντα στη βάση των όσων αποφασίστηκαν σε συγκεκριμένες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι: «Moreover the humiliation involved must be more than that which follows inevitably from accepted forms of treatment such as imprisonment. The public nature of any treatment is relevant to its degrading character, although it may be sufficient that a person is humiliated in his or her own eyes». (Αναφορά γίνεται στις υποθέσεις Kudla v. Poland 2000 - XI; 35 EHRR 198 para. 92, Pretty v. U.K. 2002 - III; 35 EHRR 1 para. 52, και Tyrer v. U.K. A 26
(1978); 2 EHRR 1). Με παραπομπή στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση V. v. U.K. 1999 IX; 30 EHRR 121, para. 71 GC, οι ίδιοι συγγραφείς αναφέρουν και τα ακόλουθα σχετικά: «It is not essential that there be an intention to humiliate or debase for treatment to be degrading. The presence of such an intention is one of the factors that the Court will take into account, 'but the absence of any such purpose cannot conclusively rule out; a finding of a breach of Article 3». Στο άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 δίδεται ο ακόλουθος ορισμός του αστικού αδικήματος της επίθεσης: «26.-
(1)Επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηvικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ.
(2)Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ, η έκφραση "χρήση βίας" περιλαμβάvει και τη χρήση θερμότητας, φωτός, ηλεκτρικής εvέργειας, αερίoυ, oσμής ή oπoιασδήπoτε άλλης oυσίας ή πράγματoς, αv χρησιμoπoιoύvται σε τέτoιo βαθμό ώστε vα πρoκαλείται ζημιά». Στην παρούσα υπόθεση η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας ισχυριζόμενη ότι η Δημοκρατία ως εργοδότρια της εναγομένης 1 είναι ως εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πράξεις της τελευταίας. Το θέμα της εκ προστήσεως ευθύνης ρυθμίζεται στο δίκαιό μας από το άρθρο 13 του Κεφ. 148 το οποίο έχει ως ακολούθως: «13.-
(1)Για τoυς σκoπoύς τoυ Νόμoυ αυτoύ o κύριoς ευθύvεται για κάθε πράξη πoυ τελέστηκε από τov υπηρέτη τoυ- (α) Τηv oπoία αυτός εξoυσιoδότησε ή εvέκριvε, ή (β) η oπoία τελέστηκε από τov υπηρέτη κατά τηv απασχόληση τoυ: Νoείται ότι o κύριoς δεv ευθύvεται για πράξη πoυ τελέστηκε από oπoιoδήπoτε πρόσωπo τooπoίo δεvείvαι υπηρέτης τoυ, πρoς τo oπoίo o υπηρέτης τoυ ήθελε, χωρίς τη ρητή ή σιωπηρή εξoυσιoδότηση τoυ, vα αvαθέσει τα καθήκovτα τoυ.
(2)Πράξη θεωρείται ότι τελέστηκε κατά τηv απασχόληση υπηρέτη αvτελέστηκε από αυτόv υπό τηv ιδιότητα τoυ ως υπηρέτη και εvόσω εκτελoύσε τα συvήθη και παρεμπίπτovτα με τηv απασχόληση τoυ καθήκovτα, αvεξάρτητα από τo γεγovός ότι η πράξη αυτή ήταv πλημμελής τρόπoς εκτέλεσης πράξης εξoυσιoδoτημέvης από τov κύριo͘ αλλά η πράξη δεv θεωρείται ότι τελέστηκε με τov τρόπo αυτό αvτελέστηκε από υπηρέτη πoυ εvεργoύσε για δικoύς τoυ σκoπoύς και όχι εκ μέρoυς τoυ κυρίoυ.
(3)Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ πράξη περιλαμβάvει και παράλειψη.
(4)Καμιά διάταξη πoυ περιλαμβάvεται στo άρθρo αυτό δεv επηρεάζει τηv ευθύvη oπoιoυδήπoτε υπηρέτη από oπoιαδήπoτε πράξη πoυ τελέστηκε από τov υπηρέτη αυτό». Ο ορισμός των εννοιών «κύριος» και «υπηρέτης» δίδεται επίσης στο άρθρο 2 του Κεφ. 148. Οι εν λόγω έννοιες ορίζονται ως ακολούθως: «"κύριoς" σημαίvει τo πρόσωπo τo oπoίo σε σχέση με άλλov, έχει πλήρη έλεγχo επί τoυ τρόπoυ κατά τov oπoίo o άλλoς αυτός εκτελεί τηv εργασία τoυ για τov πρώτo. "υπηρέτης" σημαίvει oπoιoδήπoτε πρόσωπo τoυ oπoίoυ η εργασία ελέγχεται από τov κύριo με τov τρόπo αυτό: . ». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστάκη Ποταμίτη ν. Έλενας Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ. 479 ανέφερε τα εξής σε σχέση με το θέμα της ύπαρξης ή μη εκ προστήσεως ευθύνης: "Η εκ προστήσεως ευθύνη προσώπου για τις συνέπειες αστικού αδικήματος που διαπράττεται από άλλο πρόσωπο ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Εκ προστήσεως ευθύνη φέρει ο εναγόμενος για τις πράξεις άλλου προσώπου όταν (α) αυτές εξουσιοδοτούνται ή επικυρώνονται, ή (β) συνιστούν πράξεις εργοδοτουμένου (υπηρέτη) στο πλαίσιο της εργασίας του. Συνοπτικά, εκ προστήσεως ευθύνη, βάσει του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου περιορίζεται σε πράξεις αντιπροσώπου ή υπηρέτη κάτω από τους όρους που θέτει το άρθρο
- Συνάγεται από την πρωτόδικη απόφαση ότι κατά το χρόνο διάπραξης του αστικού αδικήματος της αμέλειας από το γιο του εφεσείοντα, ότι ο οδηγός ενεργούσε είτε ως αντιπρόσωπος ή ως εργοδοτούμενος του πατέρα του.". Και στη σελίδα 5 της ίδιας απόφασης, αναφέρει τα εξής: "Στην Κύπρο οι αρχές του κοινού δικαίου για την εκ προστήσεως ευθύνη έχουν ενσωματωθεί στο άρθρο 13 του Κώδικα Αστικών Αδικημάτων που ρητά προβλέπει πότε υπάρχει τέτοια ευθύνη· όταν αποδεικνύεται σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου. Η εξουσιοδότηση χρήσης κινητού αντικειμένου δεν υποδηλώνει ως θέμα λογικής ή κοινής εμπειρίας και τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου αναφορικά με τη χρήση του. Συνεπώς συγκατάθεση για τη χρήση αυτοκινήτου δεν τεκμηριώνει αφεαυτής σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου, όπως άλλωστε αποφασίστηκε στη HellenicMining." Στην υπόθεση Α. Demosthenous Antiprosopies Ltd v. Katsourides
(1988)1 C.L.R. 665, αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη ή μη εκ προστήσεως ευθύνης καταδεικνύεται μετά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού. Έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα του Δικαστηρίου καθώς και τη νομική πτυχή του θέματος κρίνω ότι η ενάγουσα απέδειξε ότι πράγματι η εναγόμενη 1 της επιτέθηκε σε 2 διαφορετικές περιπτώσεις που έλαβαν χώρα στις 6.3.2013 και 14.3.
- Η εναγόμενη 1 ήταν η διευθύνουσα του Ειδικού Σχολείου «Ευαγγελισμός» με 31 χρόνια υπηρεσία στην εκπαίδευση και πέραν των μισών από αυτά στην Ειδική Εκπαίδευση και η ενάγουσα άτομο ηλικίας 8 ετών με σύνδρομο XXXXX με νοητική υστέρηση η οποία δεν μπορούσε να μιλήσει. Η εναγόμενη 1 στις 2 πιο πάνω ημερομηνίες στους δημόσιους χώρους του σχολείου και στην παρουσία άλλων μελών του προσωπικού και μαθητών του σχολείου συμπεριφέρθηκε έναντι της ενάγουσας ως ακολούθως: τη μια φορά την έβαλε σε τροχοκάθισμα με το αριστερό της χέρι ακινητοποιημένο πίσω από την πλάτη της και την έσπρωχνε από το διάδρομο προς την τάξη της και την άλλη φορά όταν ήταν στην τάξη της τής τράβηξε τα μαλλιά με τόση δύναμη ώστε να πέσει κάτω και της απευθύνθηκε χρησιμοποιώντας τη φράση ««έτσι για να πονείς τζιαι εσύ τωρά για να δεις πόσο πονούν οι άλλοι όταν επιτίθεσαι εσύ». Κρίνω επίσης ότι τα πιο πάνω συνιστούν ταυτόχρονα και απάνθρωπη και ατιμωτική μεταχείριση της ενάγουσας εκ μέρους της εναγόμενης
- Κρίνω επίσης ότι η εναγόμενη 1 κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες ήταν υπάλληλος της Κυπριακής Δημοκρατίας αφού εργαζόταν στο Ειδικό Σχολείο «Ευαγγελισμός» το οποίο λειτουργεί από το Υπουργείο Παιδείας και ότι οι ως άνω επιθέσεις έλαβαν χώρα κατά την απασχόλησή της ως δασκάλα διορισμένη από το Υπουργείο Παιδείας υπό συνθήκες που καθιστούν και τη Δημοκρατία ως εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πράξεις της εναγόμενης
- Το γεγονός ότι όσα έπραξε η εναγόμενη 1 εναντίον της ενάγουσας δεν εμπίπτουν στα καθήκοντά της κρίνω ότι υπό τις ως άνω περιστάσεις δεν αποτελούν ικανοποιητικό λόγο για να κριθεί ότι δεν ευθύνεται και η Δημοκρατία αφού αυτά τελέστηκαν κατά τον χρόνο που η εναγόμενη 1 ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας της Δημοκρατίας. Έχω υπόψη μου ότι ο εναγόμενος 2 καταχώρησε Ειδοποίηση προς συνεναγόμενο σύμφωνα με τη Δ.10 Θ.12
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με την οποία ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη 1 ευθύνεται αποκλειστικά για την παράνομη επέμβαση στα δικαιώματα της ενάγουσας και ζήτησε όπως το θέμα της ευθύνης αποφασιστεί όχι μόνο μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων αλλά και των ιδίων των εναγομένων μεταξύ τους. Όμως παρά το ως άνω γεγονός δεν υπήρξε αντεξέταση των μαρτύρων που κάλεσε η εναγόμενη 1 από τον εναγόμενο 2 ούτε ο τελευταίος παρουσίασε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία για να δύναται να αποφασιστεί το θέμα της ευθύνης και μεταξύ των εναγομένων. Ως εκ τούτου κρίνω ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 οφείλουν να αποζημιώσουν την ενάγουσα αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένα. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ Η ενάγουσα διεκδικεί ως αναφέρθηκε πιο πάνω γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις καθώς και αποζημιώσεις για την παραβίαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων και με το θέμα αυτό θα ασχοληθώ ευθύς αμέσως. Ι. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ Στην υπόθεση Τάκης Γιάλλουρος ν. Ευγένιου Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558 για πρώτη χρονικά φορά στα Κυπριακά νομικά δρώμενα επιδικάστηκαν αποζημιώσεις για παραβίαση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος. Στην εν λόγω απόφαση αποφασίστηκε ότι για την επιδίκαση αποζημιώσεων σε περιπτώσεις παραβίασης δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα εφαρμόζεται η αρχή της δίκαιης αποζημίωσης (equitable compensation). Στη συνέχεια υπήρξαν και άλλες υποθέσεις στις οποίες επιδικάστηκαν αποζημιώσεις για τέτοια παραβίαση. Σε αυτή τη μεταγενέστερη νομολογία ανήκει και η απόφαση στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Πάλμα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 44/2013, ημερ. 19.11.2015 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Tο ζήτημα των αποζημιώσεων για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξετάστηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στη Γιάλλουρος (ανωτέρω), με ευρεία αναφορά τόσο στην ημεδαπή όσο και στη διεθνή νομολογία. Αναγνωρίστηκε εν πρώτοις ότι η παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου. Αναγνώριση που συνάδει με την αρχή δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία. Το θύμα επομένως παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος δικαιούται σε αποζημίωση, με προεξάρχουσα την αρχή της δίκαιης αποζημίωσης (equitable compensation) η οποία είναι το μέτρο των αποζημιώσεων τόσο για την υλική όσο και τη μη υλική ζημία, γνωστή ως ηθική ζημία (moral damages). Ζημιά που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει την ανησυχία, θλίψη, αγωνία, το αίσθημα αδικίας, τον δυσμενή επηρεασμό του τρόπου ζωής, τον πόνο και την οδύνη. Πέραν τούτων αναγνωρίστηκε ότι οι αποζημιώσεις μπορεί να προσλάβουν επιβαρυντικό χαρακτήρα όπου η βλάβη είναι ποικιλοτρόπως βαριά και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προσλάβουν τιμωρητικό χαρακτήρα προς παραδειγματισμό». ΙΙ. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας, της απώλειας των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο ενάγων συνεπεία της αδικοπραξίας του αντιδίκου του. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Στόχος τους είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Στην υπόθεση Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 επισημαίνεται η αναγκαιότητα φιλελευθεροποίησης των αποζημιώσεων και ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκαλύπτουν σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο. Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66). Είναι νομολογημένο ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με το ύψος των γενικών αποζημιώσεων δεν αποτελούν προηγούμενο αλλά είναι μόνο καθοδηγητικές (Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303 και Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460). Στην υπόθεση Γιαννάκης Ερωτοκρίτου κ.ά. ν. Μιχάλη Καραολή
(1998)1 Α.Α.Δ. 445 επισημάνθηκε ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις μόνο ενδεικτική σημασία μπορούν να έχουν γιατί κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης. Σχετική επίσης είναι και η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Λαγοποδίδης ν. Αναστασιάδη κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A180, Πολιτική Έφεση Αρ. 250/2011, ημερομηνίας 18.5.2017. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Ευθυμίου, ECLI:CY:AD:2019:A218, Πολιτική Έφεση Αρ. 72/2013, ημερομηνίας 5.6.2019 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο είχε επιδικάσει το ποσό των €1.000 ως εύλογη και δίκαιη αποζημίωση για τις εκδορές που ο ενάγων γενικά υπέστη από την επίθεση και τη βλάβη στα αισθήματα και την αξιοπρέπειά του. Έχοντας υπόψη μου τη μορφή και την ένταση της παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων της ενάγουσας καθώς και την επίθεση της οποίας υπήρξε θύμα κρίνω ότι το ποσό των €4.000 ως γενικές αποζημιώσεις αποτελεί εύλογη και δίκαιη αποζημίωση. ΙΙΙ. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Κύριος σκοπός των παραδειγματικών αποζημιώσεων είναι αφενός η τιμωρία του εναγόμενου ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια αλόγιστη συμπεριφορά (Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715 και αφετέρου η αποκατάσταση του αισθήματος δικαίου (Νεοφύτου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:A212, Πολιτική Έφεση Αρ. 503/2012, ημερομηνίας 31.5.2019). Αναφορικά με το πότε ενδείκνυται η χορήγηση τέτοιων αποζημιώσεων σχετικές είναι οι υποθέσεις (Papakokkinou and Other v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, Κωνσταντίνου ν. Γ. και Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1952, Είκοσι ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2007)1 Α.Α.Δ. 467, Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1339, Κωνσταντίνου ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715, Phileleftheros Public Company Ltd κ.ά. ν. Χριστοδούλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1763 και Άγγελος Κυριάκου Εκδόσεις Λτδ ν. Κυπριακή Δημοκρατία
(2013)1 Α.Α.Δ. 1852 και όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα MacGregor on Damages, 18η Έκδ. σελ. 441-449). Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Γ. και Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1952 το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία επιδικάστηκαν παραδειγματικές αποζημιώσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Στην θεμελιακή απόφαση Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) διατυπώθηκαν οι αρχές που επιτρέπουν την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Αναφορικά με το ύψος των παραδειγματικών αποζημιώσεων λέχθηκε (βλ. σελ. 78-79) ότι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του εναγομένου και η οικονομική του κατάσταση. Λέχθηκε, επίσης, ότι όπου επιδικάζονται παραδειγματικές αποζημιώσεις δικαιολογείται η επιδίκαση ενός μόνο ποσού και ότι είναι εσφαλμένος ο διαχωρισμός των παραδειγματικών αποζημιώσεων από τις συνήθεις αποζημιώσεις. Στο τέλος πρέπει να γίνεται μια επιδίκαση βασισμένη επί της συνολικής θεώρησης των γεγονότων της υπόθεσης. .... Στην παρούσα υπόθεση το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν ενώπιον του στοιχεία για τον καθορισμό της πραγματικής απώλειας - της συνήθους ζημιάς. Δεν μπορούσε, επομένως, να εξετάσει κατά πόσο το ποσό που θα επεδίκαζε με τη μορφή των συνήθων αποζημιώσεων ήταν ανεπαρκές (Rookes, πιο πάνω). Τούτων δοθέντων δεν υπήρχε περιθώριο για την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Επομένως η επιδίκαση αποζημιώσεων παραμερίζεται. Πρόσθετα ένας από τους παράγοντες που λαμβάνεται υπόψη είναι η οικονομική κατάσταση του εναγομένου. Ενώ το Πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος ζεί με μια σύνταξη, και ενώ δεν είχε ενώπιον του οποιαδήποτε στοιχεία για το ύψος της σύνταξης και τις ανάγκες διαβίωσης του, προχώρησε στην επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Έχει, επομένως, λειτουργήσει με τρόπο αντίθετο προς τις αρχές που διέπουν την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Η επί του προκειμένου απόφαση του κρίνεται εσφαλμένη και γι' αυτό το λόγο». Στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1. Λόγω τούτου το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία σε σχέση με τα εισοδήματά της και τα έξοδα διαβίωσής της και ελλείψει αυτών των αναγκαίων στοιχείων δεν δύναται να επιδικάσει παραδειγματικές αποζημιώσεις. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σε πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης της υπόθεσής του το φέρει ο ενάγων και αυτό είναι στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Όπως λέχθηκε στην ως άνω υπόθεση: «το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onusofproof) είναι «η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του». Σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή κρίνω ότι η ενάγουσα κατόρθωσε να αποσείσει το δικονομικό βάρος το οποίο έφερε στους ώμους της για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της και η αγωγή της πρέπει να πετύχει. Λόγω των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €4.000 ως γενικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα επιτυχίας της αγωγής (€2.000 - €10.000) επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο