CNP ASFALISTIKI LTD ν. Ζαρβού κ.α., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 925/2017, 13/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 925/2017 Μεταξύ: CNP ASFALISTIKI LTD, εκ Ακροπόλεως 17, 2006 Λευκωσία v. Ενάγουσας
- XXXXX Ζαρβού εκ XXXXX 5, XXXXX Λευκωσία
- XXXXX Στυλιανού εκ XXXXX 6, XXXXX Κωρτ XXXXX, Διαμ. XXXXX, XXXXX Λευκωσία Εναγομένων __________________________________________________________________________________ Αίτηση ημερ. 3/3/2017 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 13 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Ενάγουσα: Φρ. Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ΄ου η Αίτηση 1/Εναγόμενο: Η. Χρίστου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αιτούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια επεδίωξε μονομερώς την έκδοση των πιο κάτω Ενδιαμέσων Διαταγμάτων: (Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 ενεργώντας προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπου από του να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν με οποιοδήποτε τρόπο προς οποιονδήποτε πρόσωπο οποιαδήποτε ακίνητη και/ή κινητή περιουσία κατέχουν και/ή είναι εγγεγραμμένη στο όνομα τους και/ή της οποίας είναι δικαιούχοι, στη Κύπρο και/ή στο εξωτερικό. (Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 ενεργώντας προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπου, από του να αποσύρουν οποιοδήποτε ποσό χρημάτων είναι κατατεθειμένο επ' ονόματι τους σε οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό στις τράπεζες Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Λτδ και/ή Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή Eurobank Cyprus Ltd και/ή Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ και/ή Alpha Bank Cyprus Ltd και/ή στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και/ή σε οποιοδήποτε Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα και/ή στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης και/ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα στη Κύπρο και/ή στο εξωτερικό. (Γ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγομένους 1 και/ή 2 και τα πιστωτικά και συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Λτδ και/ή Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή Eurobank Cyprus Ltd και/ή Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ και/ή Alpha Bank Cyprus Ltd και/ή στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και/ή σε οποιοδήποτε Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα και/ή στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης να ορκισθούν και καταθέσουν στο Δικαστήριο και παραδώσουν στου δικηγόρους της Ενάγουσας, ένορκες δηλώσεις με τις οποίες να αποκαλύπτουν όλους τους λογαριασμούς που οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 διατηρούν και/ή διατηρούσαν και/ή ήταν δικαιούχοι και/ή συν-δικαιούχοι από το 2011 μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης, αφού έκρινε ότι πληρείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος και εξέδωσε τα υπό στοιχεία (Α), (Β) και (Γ) Διατάγματα. Επισημαίνεται ότι η Αγωγή καθόσον αφορά την Εναγόμενη 2 έχει στις 30/7/2017 αποσυρθεί και συνεπακόλουθα έχουν ακυρωθεί και τα Διατάγματα που είχαν εκδοθεί εναντίον της. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτήτριας η οριστικοποίηση των εκδοθέντων Διαταγμάτων, ενώ από πλευράς Καθ΄ου η Αίτηση 1 η ακύρωση τους. Νομική Βάση Αίτησης Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως τροποποιήθηκε, των Άρθρων 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στον Ποινικό Κώδικα Άρθρα 269, 255 και 302, στο Άρθρο 36 του περί Αστικών αδικημάτων Νόμου, στους Πολιτικούς Δικονομικούς θεσμούς Δ. 48, Θ1, 2 Δ. 28, θ.1, Δ.42Α, Δ.64, Δ.57, στις αρχές της Επιείκειας στην νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co. And others v. Commissioners of Customs and Excise [1973] 2 All ER 943 όπως αναπτύχθηκε σε μεταγενέστερη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Αίτησης Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη δήλωση του XXXXX Στυλιανού ο οποίος κατέχει τη θέση του Γενικού Διευθυντή στην Ενάγουσα Εταιρεία. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Η Ενάγουσα είναι εταιρεία η οποία διεξάγει ασφαλιστικές εργασίες γενικού κλάδου με βάση των περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών Νόμο και κατέχει σχετική άδεια από τον Έφορο Ασφαλίσεων. Η Ενάγουσα είναι θυγατρική της CNP Insurance Holdings Ltd της οποίας οι μετοχές κατέχονται κατά πλειοψηφία από το γαλλικό ασφαλιστικό όμιλο CNP Assurances που είναι από τους μεγαλύτερους ασφαλιστικούς ομίλους παγκοσμίως. Η Ενάγουσα και ο ασφαλιστικός όμιλος στον οποίο ανήκει είναι εκ των ηγετικών εταιρειών στον κλάδο της στην Κύπρο και εργοδοτεί εκατοντάδες άτομα. · Ο Εναγόμενος 1 προσλήφθηκε από τον Όμιλο Λαϊκής κατά ή περί το 1999 για εργοδότηση στις ασφαλιστικές εταιρείες του ομίλου Λαϊκής, περιλαμβανομένης της Ενάγουσας της οποίας το όνομα ήταν τότε Λαϊκή Ασφαλιστική. Αρχικά εργοδοτήθηκε στη θυγατρική του ομίλου Laiki Insurance Agencies και κατά ή περί το 2001 ανάλαβε καθήκοντα στην Ενάγουσα στη θέση αρχιλογιστή (Chief Accountant)-(βλ. Τεκμήριο 1) · Ο Εναγόμενος 1, κατά την παραίτηση του τον Φεβρουάριο 2017 κατείχε τη θέση του Διευθυντή Πιστωτικού Ελέγχου και Ποιότητας της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 2) με μηνιαίες ακαθάριστες απολαβές €6.332,41.0 Εναγόμενος 1 είχε εκ της θέσεως του εξουσία να εξουσιοδοτεί πληρωμές εκ μέρους της Ενάγουσας. · Η Εναγόμενη 2, επίσης προσλήφθηκε κατά ή περί το 1999 στον Όμιλο Λαϊκής και το 2001 ανέλαβε τη θέση της προϊσταμένης λογιστικών εγγραφών, θέση την οποία κατέχει μέχρι σήμερα με μηνιαίες ακαθάριστες απολαβές €3.501,78 (βλ. Τεκμήριο 3). · Κατά ή περί την 2/2/2017 κατά τη διάρκεια συνήθους λογιστικού ελέγχου διαπιστώθηκε από υπάλληλο της Ενάγουσας (τη XXXXX Πανουργιά) ότι την 30/1/2017 ο Εναγόμενος 1 έδωσε οδηγίες με ηλεκτρονικό μήνυμα στην υφιστάμενη του XXXXX Δημητρίου να μεταφέρει το πιστωτικό υπόλοιπο έναντι λογαριασμού πελατών με όνομα BOC PLC CO LTD & MPM EUROCARS & MPM AKINITA με αριθμό πελάτη XXXXX0160 σε τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό IBAN XXXXX5742 στην Τράπεζα Κύπρου. · Μετά από έλεγχο μέσω της ηλεκτρονικής ιστοσελίδας της Τράπεζας Κύπρου I Bank διαπιστώθηκε ότι ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος
- · Το γεγονός αναφέρθηκε στην υπάλληλο (financial controller) της Ενάγουσας XXXXX Μιχαήλ και στον οικονομικό διευθυντή της Ενάγουσας XXXXX Φραντζή οι οποίοι αποφάσισαν να διενεργήσουν περαιτέρω ελέγχους από τους οποίους διαπιστώθηκαν αρχικά 3 μεταφορές από τον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας στη Τράπεζα Κύπρου με αριθμό XXXXX6469 προς τον τραπεζικό λογαριασμό του Εναγόμενου 1 που αναφέρεται πιο πάνω για συνολικό ποσό €8.669,
- Όλες οι μεταφορές έγιναν με οδηγίες του Εναγόμενου
- · Περαιτέρω έρευνα κατέδειξε ότι μεταφέρθηκαν με οδηγίες του Εναγόμενου 1 στον τραπεζικό λογαριασμό του ιδίου στη Τράπεζα Κύπρου με αριθμό ΙΒΑΝ XXXXX8296 τον οποίον η Ενάγουσα είχε καταχωρημένο στα αρχεία της ως λογαριασμό του Εναγόμενου 1, συνολικό ποσό €6.251,55 μεταξύ 06/08/2014 - 28/11/2016 σε 14 διαφορετικές ημερομηνίες ως εξηγείται στο Τεκμήριο 4 και επισημάνθηκε, επίσης, αριθμός ύποπτων συναλλαγών που διενεργήθηκαν με οδηγίες του Εναγομένου 1 και προς λογαριασμούς στην Ελληνική Τράπεζα και τη Eurobank Cyprus. · Ως αποτέλεσμα του Τεκμηρίου 4 στο οποίο γίνεται σύσταση για περαιτέρω διερεύνηση, η έρευνα επεκτάθηκε και περιέλαβε και το λογιστικό σύστημα της Ενάγουσας (γνωστό ως SUN ACCOUNTS). Οι ενέργειες και διαπιστώσεις της XXXXX Μιχαήλ καταγράφονται στο Τεκμήριο 5 συμπληρωματική της αναφορά η οποία ολοκληρώθηκε στις 15/2/
- Η περαιτέρω έρευνα κατέδειξε συνολικές παράνομες μεταφορές του Εναγόμενου 1 από διάφορους λογαριασμούς των πελατών και/ή συνεργατών της σε λογαριασμούς του ιδίου συνολικού ποσού €579.831,22 σε διάφορα χρονικά διαστήματα μεταξύ των ετών 2011-2017 χρησιμοποιώντας πιστωτικά υπόλοιπα διαφόρων λογαριασμών. Τα ποσά αυτά μεταφέρθηκαν σε λογαριασμούς του Εναγόμενου 1 όπως αυτά διαπιστώθηκαν από το λογιστικό σύστημα της Ενάγουσας και/ή το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας Κύπρου IBank ανάλογα με την περίπτωση. · Από την έρευνα διαπιστώθηκε, επίσης, παράνομη μεταφορά ποσού €62.575,77 στο τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 2 (με αριθμό XXXXX8558 στη πρώην Λαϊκή Τράπεζα) η οποία είναι υφιστάμενη του Εναγόμενου
- Η έρευνα, επίσης, κατέδειξε ότι έγιναν αλλαγές στις λογιστικές εγγραφές στο λογιστικό σύστημα της Ενάγουσας . · Μετά τις πρώτες διαπιστώσεις των παράνομων συναλλαγών που έγιναν με οδηγίες του Εναγόμενου 1 και πριν την επέκταση της έρευνας που οδήγησε στη σύνταξη του Τεκμηρίου 5 ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 1 να τοποθετηθεί επί των αρχικών ευρημάτων. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ότι υπεξαίρεσε χρήματα σε διάφορες περιπτώσεις από λογαριασμούς της Ενάγουσας και/ή των πελατών της και υπέβαλε γραπτώς την παραίτηση του από την εργοδότηση του στις 6/2/2017 υπέγραψε δε υπεύθυνη δήλωση την ίδια μέρα με την οποία παραδέχθηκε την υπεξαίρεση/κλοπή, ανάλαβε δε να αποζημιώσει την Ενάγουσα και την εξουσιοδότησε να προβεί σε περαιτέρω έρευνες αφού ο ίδιος δήλωσε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει το ακριβές ποσό που υπεξαίρεσε. Αντίγραφο της παραίτησης και υπεύθυνης δήλωσης του επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Η Ενάγουσα αποδέχτηκε την παραίτηση του με επιστολή της ημερ. 6/2/2017 και υπέγραψε συμφωνία εμπιστευτικών πληροφοριών μεταξύ της ιθύνουσας εταιρείας του ομίλου και του Εναγόμενου 1 (Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα). · Η Εναγόμενη 2 κλήθηκε κατά ή περί την 13/2/2017 από την κα XXXXX Σιηπιλλή Διευθύντρια Διαχείρησης Κινδύνου και της υπεδείχθη ότι λόγω της αρχικής διαπίστωσης από την εσωτερική έρευνα ότι στο τραπεζικό λογαριασμό της μεταφέρθηκε παράνομα με οδηγίες του Εναγόμενου 1 κάποιο ποσό χρημάτων και ως εκ τούτου ετίθετο σε αναγκαστική άδεια μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας της Ενάγουσας. · Η Ενάγουσα, κατά ή περί την 16/2/2017 προέβη σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον των Εναγομένων 1 και
- · Για εκτενέστερη και πιο εξειδικευμένη διερεύνηση των παράνομων ενεργειών των Εναγομένων 1 και 2, πέραν της εσωτερικής έρευνας, η Ενάγουσα ανάθεσε στο Διεθνή λογιστικό οίκο Deloitte την διεξαγωγή δικανικής έρευνας (forensic investigation) από εξειδικευμένο προσωπικό του εν λόγω οίκου. Ήδη, έχει εκδοθεί το πρώτο μέρος της Έκθεσης της Deloitte που αφορά την παραποίηση των λογιστικών εγγραφών στο λογιστικό σύστημα της Ενάγουσας (Τεκμήριο 12) το οποίο επιβεβαιώνει ότι η Εναγόμενη 2 χρησιμοποιώντας την πρόσβαση που εκ της θέσεως της κατείχε παραποίησε εγγραφές και στοιχεία λογιστικών πράξεων, προφανώς σε συνωμοσία με τον Εναγόμενο 1 για καλύψει την κλοπή/υπεξαίρεση των ποσών που προαναφέρω. · Όπως είναι φανερό οι Εναγόμενοι, ατομικά ή/και σε συνεννόηση μεταξύ τους έχουν υπεξαιρέσει σημαντικά ποσά από την Ενάγουσα και/ή από λογαριασμούς πελατών της Ενάγουσας, τους οποίους η Ενάγουσα καθηκόντως θα αποζημιώσει πλήρως και έχουν επίσης παραποιήσει και/ή αλλοιώσει έγγραφα και δεδομένα στο λογιστικό σύστημα της Ενάγουσας με σκοπό να αποκρύψουν τις παράνομες πράξεις τους. Οι Εναγόμενοι και/ή ο κάθε ένας εξ'αυτών έχουν υπεξαιρέσει ποσό που για μεν τον Εναγόμενο 1 υπερβαίνει τις €579.000, για δε την Εναγόμενη 2 €62.000 ως λεπτομερώς αναφέρεται στο Τεκμήριο
- · Επιπλέον οι παράνομες ενέργειες των Εναγομένων έχουν εκθέσει την Ενάγουσα έναντι των πελατών της και των αντασφαλιστών, συνεργατών της έχουν πλήξει τη φήμη της δημιουργώντας παράλληλα σημαντικούς νομικούς κινδύνους για την Ενάγουσα. · Εφόσον έχει διαφανεί ότι οι Εναγόμενοι έχουν, εν πλήρη αγνοία της Ενάγουσας, προβεί στις παράνομες ενέργειες τους για σειρά ετών εκμεταλλευόμενοι τις υπεύθυνες θέσεις τους (ειδικότερα δε ο Εναγόμενος 1 που κατείχε διευθυντική θέση) είναι αναγκαίο να διακριβωθεί και κατά πόσον υπήρχαν άλλοι παραλήπτες των κλαπέντων χρημάτων. · Η Ενάγουσα έχει μέχρι σήμερα υποστεί αποδεδειγμένη ζημιά πέραν των €640.
- Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι είναι πολύ πιθανόν, με την εκπνοή της αστυνομικής κράτησης τους να αποξενώσουν οποιανδήποτε κινητή και/ή κινητή περιουσία καθιστώντας αδύνατη την αποζημίωση της Ενάγουσας σε περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή της γι' αυτό είναι επειγόντως αναγκαίο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Σε αντίθετη περίπτωση, η ζημιά της Ενάγουσας θα καταστεί ανεπανόρθωτη. · Στη βάση συμβουλής της οποίας τυγχάνει ο ομνύοντας, η Ενάγουσα έχει πολύ καλή βάσιμη υπόθεση και καλή πιθανότητα επιτυχίας στην παρούσα αγωγή, έχει δε ενεργήσει χωρίς καθυστέρηση Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στηρίζεται στη Δ. 27, θθ.1, 2, 3, Δ.48,θθ. 1, 2, 3, 4, 9, Δ.49, θθ.5, 6, 7, 12, 14 και 16, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 Άρθρα 2, 21, 31, 32, στα Άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στη Νομολογία, στο Σύνταγμα και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: § Δεν πληρούνται οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις του αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. § Η αίτηση της Αιτήτριας δεν έχει καλή βάση, δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης και διαζευκτικά από τα ανωτέρω, δεν υπάρχει πιθανότητα να μην απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. § Υπήρξε υπέρμετρη ή/και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος σε βαθμό που να μην συντρέχει ή/και δεν ικανοποιείται το στοιχείο του κατεπείγοντος. § Η αίτηση της Αιτήτριας είναι χωρίς αντικείμενο, αδικαιολόγητη, αόριστη και γενική και αποκρύπτονται ουσιώδη γεγονότα. § Τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση δια έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι ελλειπή, παραπλανητικά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. § Η Αιτήτρια προβαίνει μέσω της ένορκης δήλωσης του XXXXX Στυλιανού όχι με «καθαρά χέρια» αλλά προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο επικαλούμενοι ψευδείς ισχυρισμούς, ελλιπείς και αποκρύπτοντας τα πραγματικά γεγονότα. § Η Αιτήτρια στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του ένορκως δηλούντος Αντρέα Στυλιανού δεν αποκαλύπτουν σε κανένα σημείο ότι τα πράγματα είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το Δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή από την συνέχιση της ισχύος του διατάγματος ημερ. 6/3/2017 ή έστω ότι υπάρχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που να καθιστούν επιβαλλόμενη την συνέχιση σε ισχύ του διατάγματος ημερ. 6/3/
- § Τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση των αιτητών που συνοδεύει την αίτηση τους είναι αναληθή ή/και παραπλανητικά ή/και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος. § Ο Καθ'ου η Αίτηση 1 θα στηριχθεί στην αρχή ex turpi causa non oritur action ότι δηλαδή η παρούσα αγωγή στηρίζεται σε παράνομες πράξεις που προέβηκε ή/και διέπραξε η ίδια η Αιτήτρια και δεν μπορεί ούτε και δύναται να αξιώνει με αγωγή οποιδήποτε ποσό από τον Καθ'ου η η Αίτηση
- § Η Αιτήτρια δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση και συνεπώς δεν έχει καλή και συζητήσιμη υπόθεση αλλά ούτε και πιθανότητες επιτυχίας. § Η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιαστικά γεγονότα από το Δικαστήριο. § Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη ή/και ελλιπής. § Η ένορκη δήλωση δεν παρουσιάζει καμία εξουσιοδότηση. Ένορκη Δήλωση Ένστασης Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1/Καθ΄ου η Αίτηση στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: ■ Τα ποσά τα οποία αναφέρεται ότι υπεξαιρέθηκαν θα πρέπει να δοθούν ως οφειλόμενα σε αντασφαλιστές και σε άλλους ασφαλιζόμενους και δικαιούχους και όχι προς την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν είχε δικαίωμα να κατακρατά παράνομα αυτά τα ποσά. Αντιθέτως είχε συμβατική υποχρέωση να τα παραδώσει στους πραγματικούς δικαιούχους. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι από την στιγμή που η Αιτήτρια όφειλε συμβατικά να επιστρέφει το ποσό στους πραγματικούς δικαιούχους και δεν το έπραξε τότε το αγώγιμο δικαίωμα εκείνη την στιγμή μεταβιβάζεται στον δικαιούχο του ποσού και όχι στο πρόσωπο που παράνομα και αντισυμβατικά κατακρατεί αυτό. ■ Είναι παραδεκτό ότι η Ενάγουσα προέβη στις 16/2/2017 σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον των Εναγομένων 1 και
- ■ Σε καμία περίπτωση δεν θα προέβαινε ο ομνύοντας σε αποξένωση οποιοσδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας. Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν οφείλει να αποζημιώσει το ποσό το οποίο αναφέρεται από μέρους της Αιτήτριας καθότι το ποσό θα πρέπει να δοθεί σε αντασφαλιστές. Επίσης οι εν λόγω λογαριασμοί έχουν πλέον σήμερα μηδενικό υπόλοιπο. ■ Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» αποκρύπτοντας σημαντικά και ουσιώδη γεγονότα. Συγκεκριμένα δεν ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι τα ποσά που λήφθησαν από τον ομνύοντα δεν άνηκαν στην Αιτήτρια αλλά σε τρίτα φυσικά και νομικά πρόσωπα. ■ Κατόπιν νομικής συμβουλής που ο ομνύοντας λαμβάνει, λόγω της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της Αιτήτριας και της μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες των, η Αιτήτρια κωλύεται από το να αξιώνει τα ποσά τα οποία αξιώνει αλλά και οποιαδήποτε ποσά καθώς τα εν λόγω οφειλόμενα ποσά θα πρέπει να αποδοθούν ως οφειλόμενα στους αντασφαλιστές ή σε δικαιούχους, ■ Στην παρούσα υπόθεση η Αιτήτρια δεν μπορεί να αξιώνει τα ποσά τα οποία ζητά καθότι δεν ανήκουν στην περιουσία της αλλά σε περιουσία τρίτων προσώπων. Συνεπώς δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας εναντίον του Καθ΄ου η Αίτηση 1 σύμφωνα με την αρχή ex turpi causa non oritur action. ■ Περαιτέρω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα ποσά τα οποία η Αιτήτρια ζητούν ως αποζημίωση αποτελούν ποσά τα οποία απέκτησε μεν η Αιτήτρια τα οποία, ωστόσο, δεν πρέπει να μείνουν στην κατοχή της αλλά να δοθούν σε τρίτα πρόσωπα και σε αντασφαλιστές. Αποτελούν ποσά τα οποία δεν ανήκουν στην περιουσία της Αιτήτριας και η Αιτήτρια πρέπει να τα παραδώσει σε τρίτους αλλά, αντιθέτως, τα κατακράτησε παράνομα ή αντισυμβατικά. Από την στιγμή αυτή το αγώγιμο δικαίώμα μετατέθηκε στους πραγματικούς διακαιούχους και, συνεπώς, η Αιτήτρια δεν έχει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Καθ΄ου η Αίτηση
- Ενδεικτικά παρουσιάζεται κατάθεση από τον XXXXX Χαραλάμπους, διευθυντή της εταιρείας QUEMARK LTD και κατάθεση από τον XXXXX Παπασολομώντος, διευθυντή της εταιρείας ΡΤΙΝΕΚ LTD ως Τεκμήριο Α με το οποίο δηλώνουν ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν για οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο από την Αιτήτρια. ■ Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του Καθ΄ου η Αίτηση 1 παρουσιάζεται σχετική κατάσταση λογαριασμού της Αιτήτριας στην οποία εμφαίνεται η κίνηση στους λογαριασμούς της και τα πιστωτικά υπόλοιπα της Αιτήτριας από το 2013 ως και το
- (Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β κατάσταση με το σύνολο των πιστωτικών υπολοίπων της Αιτήτριας από το 2013 εως και το 2016). ■ Τα ποσά τα οποία εμφαίνονται στο Τεκμήριο Β είναι ποσά τα οποία περιήλθαν μεν νόμιμα στην κατοχή της Αιτήτριας τα οποία, όμως, όφειλε δυνάμει συμβατικής υποχρέωσης να μεταφέρει η ίδια σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων και όχι να κατακρατά ως περιουσία αυτής. Τα ποσά που λήφθησαν από τον Καθ΄ου η Αίτηση 1 είναι όλα ποσά τα οποία έπρεπε να αποδοθούν σε τρίτους αλλά παράνομα και καταχρηστικά κατακρατήθηκαν ή υπεξαιρέθηκαν από την Αιτήτρια. ■ Τα ποσά αυτά αφότου παρέμεναν στην κατοχή της Αιτήτριας παράνομα και ακολούθως συμπεριλαμβάνονταν ως έσοδα τους ή καθαρίζονταν ή ξεπλένονταν μέσα στα κέρδη της εταιρείας. ■ Ως εμφαίνεται στο Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε εναντίον του Καθ΄ου η Αίτηση 1 και της Καθ' ης η Αίτηση 2, υπ αρ. 739/2017 στις λεπτομέρειες των αδικημάτων αναγράφεται ότι ο Καθ΄ου η Αίτηση 1 έκλεψε χρηματικά ποσά τα οποία αποτελούν περιουσία της Αιτήτριας εταιρείας, ωστόσο τα λεφτά αυτά τα οποία αναφέρονται θα έπρεπε να είχαν δοθεί από την Αιτήτρια σε τρίτους. (Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ Κατηγορητήριο υπ' αριθμόν 739/2017). Το γεγονός αυτό ενισχύει την θέση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά απέκρυψε στοιχεία. Ο Καθ΄ου η Αίτηση ξεκαθαρίζει περαιτέρω ότι παρόλο που το επισυνάπτει δεν συμφωνεί απόλυτα μαζί του καθώς τα χρήματα μπορεί να περιήλθαν νόμιμα στην κατοχή και έλεγχο της Αιτήτριας αλλά η παραμονή τους σε αυτή ήταν αντισυμβατική και παράνομη καθότι αυτά έπρεπε να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τόσο από πλευράς Εναγόμενου 1 όσο και από πλευράς Ενάγουσας. ▬ Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Εναγόμενου 1 Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, μεταξύ άλλων, αναφέρονται, τα εξής: Σε σχέση με τα ποσά τα οποία αξιώνει μεν η Αιτήτρια αλλά πρέπει να δοθούν σε αντασφαλιστές και σε τρίτα πρόσωπα αναφέρονται τα ακόλουθα: Το ποσό των €391.925,24 που ο Εναγόμενος 1 έχει υπεξαιρέσει από την Ενάγουσα αφορούσε μερίδιο απαίτησης των Αντασφαλιστών SWISS RE οι οποίοι τους το είχαν εμβάσει το πιο πάνω ποσό παρόλο που η Ενάγουσα το είχε ήδη συμπεριλάβει στους λογαριασμούς του τριμήνου με βάση τη διαδικασία αντασφάλισης. Η Ενάγουσα είχε υποχρέωση άμεσα να επιστρέψει το ποσό στους αντασφαλιστές. Το ποσό των €218.659,53 που ο Εναγόμενος 1 έχει υπεξαιρέσει από την Ενάγουσα αφορούσε υπόλοιπο λογαριασμού της εταιρείας BMS BROKERS η οποία είχε πτωχεύσει. Ο διαχειριστής τους είχε ζητήσει να τον ενημερώσουν για τυχόν οφειλόμενα ποσά προς την BMS BROKERS. Η οδηγία από τον Γενικό Διευθυντή ήταν να μην δηλώσουν ότι οφείλουν οποιαδήποτε ποσά. Το ποσό παρέμενε για χρόνια οφειλόμενο στα Βιβλία της Ενάγουσας πριν την υπεξαίρεση. Τα όσα ποσά ο Εναγόμενος 1 έχει υπεξαιρέσει δεν ανήκαν στην Ενάγουσα αλλά σε δικαιούχους τα οποία η Ενάγουσα κατακρατούσε παράνομα και καταχρηστικά. ▬ Συμπληρωματική ένορκη δήλωση XXXXX Στυλιανού Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της Ενάγουσας αναφέρονται τα εξής: · Αναφορικά με το θέμα των αντασφαλιστών, στην παράγραφο 4(A) επισημαίνεται ότι η αντασφαλιστή Εταιρεία Swiss Re, είναι ένας από τους σημαντικούς συνεργάτες της Ενάγουσας και είχε προβεί σε υπερπληρωμή προς την Ενάγουσα εκ λάθους. Αυτό που παραλείπει ο Εναγόμενος 1 να αναφέρει είναι ότι ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για να αντιληφθεί και επιστρέφει την υπερπληρωμή γεγονός το οποίο απέκρυψε από την διεύθυνση της Ενάγουσας και αντ' αυτού χρησιμοποίησε την απόκρυψη αυτή για να καλύψει την υπεξαίρεση στα πλαίσια της ευρύτερης κλοπής του από την Ενάγουσα. Σε κάθε περίπτωση μετά την αποκάλυψη των ενεργειών του Εναγόμενου 1, η Ενάγουσα διευθέτησε με την Swiss Re όλα τα οφειλόμενα ποσά στα πλαίσια της συνεχιζόμενης συνεργασίας τους και δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμούσα απαίτηση ή διαφορά μεταξύ τους. · Όσον αφορά την παράγραφο 4(B), τα περί οδηγιών που δήθεν έλαβε από τον Γενικό Διευθυντή είναι ψευδή για να δικαιολογήσει τις παράνομες πράξεις του. · Η δικαιολογία του Εναγόμενου 1 ότι δήθεν υπεξαίρεσε από χρήματα άλλων νομικών προσώπων είναι τουλάχιστον αστεία. · Η Ενάγουσα είναι εποπτευόμενη εταιρεία από τον Έφορο Ασφαλίσεων και εφαρμόζει τις πρόνοιες του Περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών θεμάτων Νόμο όπως και όλα τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Η αρμόδια εποπτική αρχή ελέγχει σε τακτά χρονικά διαστήματα τις εργασίες και τον τρόπο λειτουργίας της Ενάγουσας και ουδέν επιλήψιμο έχει προκύψει. · Όσον αφορά κάποιες περιπτώσεις υπολοίπων πελατών που ανακαλύφθηκαν από την έρευνα της Deloitte μετά την αποκάλυψη της υπεξαίρεσης, διαφάνηκε και πάλι ότι ως Διευθυντής Λογιστηρίου ή/και Διευθυντής Πιστωτικού Ελέγχου ο ίδιος ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε προς τους πελάτες υπόλοιπα τα οποία χρησιμοποιούσε για να καλύψει την κλοπή του και τα οποία η Ενάγουσα κατέβαλε μετά την αποκάλυψη και διερεύνηση της υπόθεσης. · Ο Εναγόμενος 1 προέβηκε προφανώς στην συμπληρωματική ένορκη Δήλωση με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο από την ουσία της υπόθεσης που είναι η κλοπή από τον Εναγόμενο 1 ποσού που υπερβαίνει τις €640.000 για την οποία έχει παραδεχθεί ενώπιον Κακουργιοδικείου και καταδικαστεί σε φυλάκιση. Νομική Πτυχή αναφορικά με την έκδοση Παρεμπίπτοντων Διαταγμάτων Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Ισχυριζόμενη παρατυπία ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας Προβλήθηκε από μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση 1 ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση είναι παράτυπη και ελλιπής. Υποστηρίχθηκε συναφώς ότι δεν αναφέρεται από τον ομνύοντα από ποιον είναι εξουσιοδοτημένος. Απλή ανάγνωση της παραγράφου 1 της ένορκης δήλωσης Ανδρέα Στυλιανού αποκαλύπτει ότι σε αυτή αναφέρεται ξεκάθαρα η ιδιότητα του ομνύοντα και η θέση την οποία κατέχει στην Ενάγουσα, ήτοι αυτή του Γενικού Διευθυντή καθώς και το ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην σχετική ένορκη δήλωση. Υπό αυτά τα δεδομένα δεν ήτο αναγκαίο να αναφερθεί ρητώς από ποιον έχει εξουσιοδοτηθεί γιατί κάτι τέτοιο αβίαστα προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 1 και κυρίως ένεκα της ιδιότητας και της θέσης που κατέχει στην Ενάγουσα. Το Στοιχείο του Κατεπείγοντος Πριν το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει τα διατάγματα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Όπως έχει νομολογηθεί, το υπαρκτό του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ. 203, 207 «κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα. κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί». Επίσης στην υπόθεση Αμβροσιάδου ν. Coward
(2013)1 A.A.Δ. 78, τονίστηκε ότι παροχή θεραπείας χωρίς να ακουστεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται, δικαιολογείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται. Προβλήθηκε από πλευράς Καθ΄ου η Αίτηση 1 ότι κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης των επίδικων Διαταγμάτων δεν υπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος καθότι ο Καθ΄ου η Αίτηση 1 ήτο υπό κράτηση. Το ζήτημα αυτό αιτιολογείται επαρκώς με βάση τα όσα αναφέρονται από τον ομνύοντα Ενάγοντα Ανδρέα Στυλιανού ειδικότερα στις παραγράφους 14 και 19 της αρχικής Ένορκης του Δήλωσης. Όπως είχε συναφώς προβληθεί στην παράγραφο 14, η Ενάγουσα είχε προβεί στις 16/2/2017 σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον των Εναγομένων και είχε ξεκινήσει η διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία καθώς και ότι είχε εκδοθεί εναντίον των Εναγομένων διάταγμα προσωποκράτησης το οποίο είχε ανανεωθεί χωρίς, ωστόσο, ο ομνύων να γνωρίζει πότε αυτό θα εξέπνεε. Περαιτέρω στην παράγραφο 19 αναφέρετο ότι με την εκπνοή της αστυνομικής κράτησης οι Εναγόμενοι ήταν πολύ πιθανόν να προέβαιναν σε αποξένωση της όποιας κινητής και/ή ακίνητης ιδιοκτησίας καθιστώντας αδύνατη, σε περίπτωση επιτυχίας της στην Αγωγή, την αποζημίωση της Ενάγουσας. Υπό αυτά τα δεδομένα αποδεικνύετο πλήρως το στοιχείο του κατεπείγοντος. Επιπλέον με βάση τα στοιχεία και γεγονότα που προβάλλονταν στην αρχική ένορκη δήλωση Στυλιανού προέκυπτε ότι η πλευρά της Ενάγουσας μόλις είχε τις πρώτες διαπιστώσεις της αναφορικά με παράνομες συναλλαγές του Εναγόμενου 1 προώθησε, χωρίς καθυστέρηση, την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Ο Καθ΄ου η Αίτηση εγείρει και ζήτημα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Οι αρχές της μη αποκάλυψης έχουν προσφάτως επαναληφθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Πολιτική Αίτηση αρ. 92/2018, ημερ. 20/9/2018 όπου τονίστηκε ότι «το Δικαστήριο σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο μονομερούς αίτησης πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος, .. χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν συνιστά προϋπόθεση για ακύρωση εκδοθέντος Διατάγματος, .. λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Σημαντική, κατά τη γνώμη μου, υπήρξε και η ακόλουθη επισήμανση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο προσδιορισμού του ορθού πλαισίου εντός του οποίου πρέπει να εξετάζεται ζήτημα μη αποκάλυψης. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα: «Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink?s-Mat Elcombe, ανωτέρω)». Στην προκειμένη περίπτωση ο Καθ΄ ου η Αίτηση/Εναγόμενος εισηγήθηκε ότι η Αιτητρια/Ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο τα εξής: i. Ύπαρξη Αντασφαλιστικών Συμβάσεων με Αντασφαλιστικές εταιρείες ii. Οφειλόμενα ποσά τα οποία έπρεπε να δοθούν σε Αντασφαλιστές iii. Τα ποσά τα οποία υπεξαιρέθηκαν αφορούσαν τρίτα πρόσωπα και ότι συνεπώς η Ενάγουσα Αιτήτρια δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση καθώς κανένα ποσό δεν οφείλει να αποδώσει στην Αιτήτρια αλλά σε τρίτα πρόσωπα. Έχω εξετάσει τα πιο πάνω στοιχεία τα οποία κρίνω ότι δεν συνιστούν απόκρυψη και/ή παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους του Ενάγοντα. Η Ενάγουσα αρνείται τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 περί υπεξαίρεσης χρημάτων άλλων νομικών προσώπων και όχι της Ενάγουσας. Μέσω δε και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Στυλιανού προβάλει τη δική της εκδοχή αναφορικά με το ζήτημα που είχε προκύψει με την αντασφαλιστή Εταιρεία Swiss Re. Κατ' ακολουθίαν λοιπόν όλων των πιο πάνω και ενόψει του ότι στην παρούσα υπόθεση υφίστανται από τις δύο αντίδικες πλευρές αντικρουόμενες εκδοχές ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καταλήγω ότι δεν εγείρεται στην υπό εξέταση Αίτηση θέμα απόκρυψης και/ή μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια κατά το στάδιο που εξαιτείτο την έκδοση του υπό εξέταση προσωρινού διατάγματος μονομερώς. Eφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60. Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος αλλά και εκείνο της Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρήθηκε και με βάση τις θεραπείες που επιζητούνται στην παρούσα υπόθεση εγείρεται θέμα απάτης και/ή κλοπής και/ή συνωμοσίας προς καταδολίευση και/ή παράβασης συμφωνίας εργοδότησης. Στη βάση όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23/3/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Στην υπό εξέταση υπόθεση η εκδοχή της Ενάγουσας είναι ότι ο Εναγόμενος 1, ο οποίος εργοδοτείτο από την Ενάγουσας έχοντας κατά τον ουσιώδη τη θέση του Διευθυντή Πιστωτικού Ελέγχου και Ποιότητας, είχε σε διάφορα χρονικά στάδια υπεξαιρέσει σημαντικά ποσά που ανέρχονται στο ποσό των €640.000 από την Ενάγουσα και/ή από λογαριασμούς πελατών της Ενάγουσας τους οποίους η Ενάγουσα καθηκόντως έχει αποζημιώσει. Βασικά προβάλλεται ότι ο Εναγόμενος 1, εν πλήρη αγνοία της Ενάγουσας και εκμεταλλευόμενος την υπεύθυνη θέση του, προέβη, για σειρά ετών, στις εν λόγω παράνομες πράξεις του παραποιώντας ταυτόχρονα και/ή αλλοιώνοντας έγγραφα και δεδομένα στο λογιστικό σύστημα της Ενάγουσας με σκοπό να αποκρύψει τις παράνομες ενέργειες του. Όπως περαιτέρω προβάλλεται, κατόπιν καταγγελίας στην Αστυνομία από την Ενάγουσα η υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου όπου ο Εναγόμενος 1 παραδέχτηκε την κλοπή του πιο πάνω ποσού και έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση. Από την άλλη ενώ δεν φαίνεται ο Εναγόμενος 1 να αρνείται την υπεξαίρεση χρημάτων, μάλιστα στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση δηλώνει ρητά ότι υπεξαίρεσε χρήματα, προβάλλει την εκδοχή ότι τα ποσά αυτά θα πρέπει να δοθούν ως οφειλόμενα στους αντασφαλιστές και σε άλλους ασφαλιζόμενους και δικαιούχους και όχι προς την Ενάγουσα. Ισχυρίζεται ότι πρόκειται για ποσά τα οποία δεν ανήκουν στην Ενάγουσα και ότι η Ενάγουσα πρέπει να τα παραδώσει σε τρίτους. Όσον δε αφορά το αγώγιμο δικαίωμα ισχυρίζεται ότι αυτό μετατέθηκε στους πραγματικούς δικαιούχους, όπως αντασφαλιστές και τρίτα πρόσωπα. Όπως προβάλλεται από μέρους του Εναγόμενου 1 η Ενάγουσα δεν μπορεί να αξιώνει τα εν λόγω ποσά καθότι δεν ανήκουν στην περιουσία της αλλά στην περιουσία τρίτων προσώπων. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Tο ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση της Ενάγουσας, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: με τα όσα η Ενάγουσα έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας και, ως εκ τούτου, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Θα εξετάσουμε στην συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος.[6] Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.[7] Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[8]. Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοϊζου στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 14 αποσαφήνισε τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το ΄Αρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του Ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη. Στο πλαίσιο εξέτασης της ικανοποίησης ή μη της πιο πάνω προϋπόθεσης θα πρέπει να επισημανθεί πως, ως προκύπτει από τη νομολογία, το κατά πόσο ο κίνδυνος αποξένωσης ή μη ικανοποίησης ενός ενάγοντα είναι υπαρκτός συνάγεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι δεν απαιτείται να καταδειχθεί πρόθεση του Εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί[9]. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Τσιολάκης κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίων στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» Η πλευρά της Ενάγουσας διατείνεται ότι υπάρχει ο κίνδυνος ο Εναγόμενος να αποξενώσει οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία του καθιστώντας τοιουτοτρόπως αδύνατη την αποζημίωση της Ενάγουσας σε περίπτωση που επιτύχει στην Αγωγή. Επί τούτου το μόνο που αναφέρεται από πλευράς Καθ΄ου η Αίτηση 1 είναι ότι δεν θα προέβαινε σε αποξένωση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας. Επισημαίνεται ότι ο κίνδυνος αποξένωσης και πιθανής μη ικανοποίησης τελικώς ενός Ενάγοντα συνάγεται από όλα τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να είναι άνευ σημασίας για τους σκοπούς εξέτασης του ζητήματος αναφορικά με τον κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων του Εναγόμενου 1, ο καταλογιζόμενος δόλος που ο Εναγόμενος 1 επέδειξε και που είχε ως αποτέλεσμα, με βάση την εκδοχή της πλευράς της Ενάγουσας, την υπεξαίρεση ενός μεγάλου ποσού από την Ενάγουσα. Όπως αναφέρθηκε στην Πρωτόδικη Απόφαση Joseph P. Lasala κ.ά ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.ά., Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 5581/05, Απόφαση ημερ. 20/2/2006, του κ. Στέλιου Ναθαναήλ, Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου ως ήταν τότε[10]: «Διαφαίνεται από όλα τα πιο πάνω, ότι ο κίνδυνος αποξένωσης και πιθανής μη ικανοποίησης τελικώς ενός ενάγοντα, συνάγεται από όλα τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου και στο τέλος της ημέρας αποτελεί ουσιαστικά θέμα διακριτικής ευχέρειας, δεδομένης της όλης μαρτυρίας, αν ο κίνδυνος αντικειμενικά μπορεί να κριθεί ως υπαρκτός. Εδώ, υπό το φως αφενός του περίπλοκου των γεγονότων και αφετέρου, υπό το φως του καταλογιζομένου περίτεχνου δόλου στους εναγόμενους, με τον οποίο, κατ' ισχυρισμό πάντοτε σ' αυτό το στάδιο, εξαπατήθηκαν τόσο οι αρχές των Η.Π.Α. όσο και οι μέτοχοι της εταιρείας, αλλά και η ίδια η εταιρεία, είναι φανερό ότι οι εναγόμενοι πολύ πιθανόν να εξανέμιζαν ή να αποξένωναν τα οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία τα οποία έχουν εντός ή εκτός Κύπρου, ώστε να τα απομακρύνουν από τη νομική εμβέλεια των εναγόντων.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Διάδικος ο οποίος επιδεικνύει τέτοια συμπεριφορά η οποία χαρακτηρίζεται ως δόλια ή ακόμη και «εγκληματική» όπως την έχει περιγράψει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, αναμένεται ότι θα φροντίσει να λάβει μέτρα προς την κατεύθυνση μη ικανοποίησης της απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον του, στοιχείο το οποίο αβίαστα, ως έχει νομολογηθεί, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Ισοζύγιο της ευχέρειας Το θέμα που απομένει για απόφαση από το Δικαστήριο είναι αν πρέπει το διάταγμα να διατηρηθεί σαν θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας κατά πόσο, δηλαδή, είναι δίκαιο ή κατάλληλο υπό τις περιστάσεις. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη.[11] Η ανάγκη προστασίας της Ενάγουσας πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη του Εναγόμενου. Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Ένα διάταγμα εκδίδεται αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και προς εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης, δηλαδή τη διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν, ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο Αιτητής[12]. Η ανάγκη προστασίας της Αιτήτριας σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο Εναγόμενος 1 από ζημιά που θα ήταν δυνατόν να υποστεί στην άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να σταθμίζει αυτές τις δύο ανάγκες και να καθορίσει ποια από τις δύο πλευρές θα υφίστατο τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία[13] υιοθετώντας εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας[14]. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολιτική Έφεση 292/2010, ημερ. 20/1/14: «.......είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670). Στην προκειμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας θεωρώ ότι κλείνει υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας, ότι, δηλαδή, είναι δίκαιο και πρόσφορο να εγκριθεί η Αίτηση και να οριστικοποιηθούν το παρεμπίπτοντα Διατάγματα που εκδόθηκαν. Αν η Ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της και εκδοθεί μελλοντικά απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων της και να παραμείνει ανικανοποίητη τέτοια απόφαση ένεκα του κινδύνου αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων του Εναγόμενου 1. Από την άλλη δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός σε βάρος του Εναγόμενου 1 με την οριστικοποίηση των εκδοθέντων Διαταγμάτων. Η οριστικοποίηση, επομένως, των αιτουμένων Διαταγμάτων στην υπό συζήτηση περίπτωση ενέχει, υπό τις περιστάσεις, τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Καθυστέρηση Η πλευρά του Εναγόμενου 1 εγείρει επίσης και ζήτημα καθυστέρησης στην προώθηση της παρούσας Αίτησης το οποίο αναγάγει σε κατάχρηση διαδικασίας. Η καθυστέρηση στην εκδίκαση ενός διατάγματος μετά την καταχώρηση της Ένστασης από τον εναγόμενο για σκοπούς οριστικοποίησης του μπορεί να αποβεί μοιραία στην εγκυρότητα του διατάγματος. Στην υπόθεση Rousounides & Soteriou Trading Ltd κ.ά v. ΚΟΤ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1274 το Ανώτατο Δικαστήριο τερμάτισε την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος επειδή θεώρησε ότι η μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας[15]. Εξέταση του φακέλου και των όσων μέχρι σήμερα μεσολάβησαν είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί αν η εισήγηση του Εναγόμενου 1 είναι βάσιμη. Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι μετά την καταχώρηση της Ένστασης στις 5/7/2017 ακολούθησε στις 13/12/2017 η καταχώρηση από τον Εναγόμενο 1 της Αίτησης ημερ. 13/12/2017 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και αργότερα και, αφού δόθηκε σχετική άδεια, κατεχωρήθησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τόσο από τον Εναγόμενο 1 όσο και από την πλευρά της Ενάγουσας στις 2/2/18 και 27/4/18 αντίστοιχα. Στις 30/4/2018 που η Αίτηση ήτο ορισμένη για οδηγίες αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι υπήρχε το ενδεχόμενο διευθέτησης και η υπόθεση ορίσθηκε ξανά για οδηγίες στις 31/5/
- Στις 31/5/18 επαναλήφθηκε ότι υπήρχε πρόθεση από μέρους αμφοτέρων των διάδικων πλευρών για διευθέτηση και η υπόθεση ορίσθη εκ νέου για οδηγίες στις 5/7/2018, δήλωση η οποία επαναλήφθηκε και στις 5/7/18 για να αναβληθεί ξανά η υπόθεση για οδηγίες στις 26/9/
- Στις 26/9/18 και με δεδομένο ότι η θυγατέρα του εκδικάζοντος Προέδρου εργοδοτείτο στο γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας η υπόθεση αναβλήθηκε ούτως ώστε να τοποθετηθούν επί του ζητήματος αυτού οι συνήγοροι των διαδίκων. Στις 28/9/18 ο αδελφός Δικαστής Α. Δαυίδ εξαιρέθηκε από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης την οποία και όρισε εκ νέου για οδηγίες στις 8/10/
- Στη συνέχεια η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του αδελφού Δικαστή Ν. Σάντη στις 30/11/18 ο οποίος και την όρισε για ακρόαση στις 21/12/
- Εκείνη την ημέρα ο εν λόγω Αδελφός Δικαστής εξαιρέθηκε από την εκδίκαση της υπόθεσης για τους λόγους που καταγράφονται στο σχετικό πρακτικό και η υπόθεση ορίστηκε στις 10/1/
- Στις 10/1/2019 ο φάκελος της υπόθεσης δεν ανευρέθηκε παρά μετά από αρκετούς μήνες και συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο του 2019 για να τεθεί ενώπιον της αδελφού Τ. Καρακάννα στις 10/10/19 η οποία όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 30/10/
- Εκείνη την ημερομηνία τέθηκε τελικά ο φάκελος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Κατ΄εκείνη την ημερομηνία ο συνήγορος της Ενάγουσας εξήγησε στο Δικαστήριο το λόγο που η υπόθεση εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέροντας ότι συνδέετο με ποινική υπόθεση στην οποία Εναγόμενος είχε καταδικασθεί σε φυλάκιση και για αυτό δεν είχε προωθηθεί η Αίτηση και, κατ΄επέκταση, η Αγωγή. Το Δικαστήριο όρισε, τελικώς, την υπό κρίση Αίτηση για ακρόαση στις 12/12/19 και, στη συνέχεια και αφού μεσολάβησε αίτημα αναβολής, στις 29/1/
- Με βάση το πιο πάνω ιστορικό και παρά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από της καταχώρησης της Ένστασης και των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη παράλειψης προώθησης της όλης διαδικασίας ένεκα υπαιτιότητας της πλευράς της Ενάγουσας. Όπως προέκυψε, για σημαντικό χρονικό διάστημα γίνονταν προσπάθειες διευθέτησης της υπόθεσης και υποβάλλετο προς τούτο αίτημα στο Δικαστήριο για αναβολή της υπόθεσης από τις δύο πλευρές. Επιπλέον μεσολάβησε και το θέμα της εξαίρεσης δύο Δικαστών από την παρούσα υπόθεση οι οποίες, ως ήταν φυσικό, συνέτειναν στην επιμήκυνση του χρόνου. Επιπλέον για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα ο φάκελος της υπόθεσης είχε απολεσθεί. Στη βάση όλων των πιο πάνω δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη υπαίτιας καθυστέρησης από πλευράς Ενάγουσας και, ως εκ τούτου, η σχετική εισήγηση του κ. Χρήστου για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης απορρίπτεται ως ανεδαφική. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξή μου ότι η Ενάγουσα πέτυχε να στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η οριστικοποίηση των εκθοδέντων μονομερώς Διαταγμάτων της υπό κρίση Αίτησης. Ως αποτέλεσμα τα παρεμπίπτοντα Διατάγματα που εκδόθηκαν στην υπό κρίση Αίτηση οριστικοποιούνται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Ενάγουσα/Αιτήτρια δικαιούται στα έξοδα της. Ο Εναγόμενος 1/Καθ΄ου η Αίτηση να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] * MΔέστε Demades Overseas Ltd v. Studio MA.ST
(1996)1 A.A.Δ.799 και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλι ανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Ά κη ς (Μετ α φο ρές Δε μά των) Εξ π ρές Λτ δ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6]Δέστε Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. [7] Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 396. [8] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [9] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση ης δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία(βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελίδα 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινή Κολλάτου Πολιτική Έφεση 10274 ημερομηνίας 10.9.99. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος.» Δέστε, επίσης, LARTICON LTD. v. DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [10]Σημειώνεται ότι η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο SEAMARK COUNSULTANCY SERVICES LIMITED v. JOSEPH P. LASALA κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162 [11] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle." [12] Δέστε Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου (Αρ. 1 )
(1992)1 Α.Α.Δ. 54. [13] Δέστε American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση A. PIERIS (ALAKATOUDI) COURT LTD v. Χαριτίνη Ιωαννίδου
(1986)1 J.S.C. 243: «Η στάθμιση της ταλαιπωρίας την οποία θα υποστεί ο κάθε διάδικος συνεπεία της έκδοσης ή μη έκδοσης του Διατάγματος, λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία. Το βάρος της Απόδειξης είναι στον Ενάγοντα να καταδείξει ότι η ταλαιπωρία (inconvenience) που θα υποστεί θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη του Εναγομένου εάν δεν εκδοθεί το Διάταγμα.» [14] Δέστε Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, NWL Ltd v. Woods [1989] 3 All E.R. 614, 625 (Η.L.) [15] Δέστε Rousounides & Soteriou Trading Ltd κ.ά v. ΚΟΤ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1274 και Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο