← Κύπρος

ΤΟΥΜΑΖΟΥ κ.α. ν. NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LTD, Αρ. Αγωγής: 880/2018, 27/4/2020

ΤΟΥΜΑΖΟΥ κ.α. ν. NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LTD, Αρ. Αγωγής: 880/2018, 27/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 880/2018 Μεταξύ: 1) XXXXX ΤΟΥΜΑΖΟΥ 2) XXXXX ΤΟΥΜΑΖΟΥ Ενάγοντες και NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LTD (HE 74760) Εναγομένης --------------------------------- Ημερομηνία: 27/4/2020 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια - Εναγομένη: κος Θ. Ιωαννίδης, για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κ. Μ. Μιχαήλ, για Ε. Μιχαήλ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. --------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση των Εναγομένων, ημερ. 13/11/2019, για διαγραφή και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της αγωγής. Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 13.11.2019, οι ως άνω Εναγόμενοι - Αιτητές εξαιτούνται από το Δικαστήριο τις εξής θεραπείες։ «Α. Διάταγμα διαγραφής (strike out) της αγωγής και/ή απόρριψης και/ή αναστολής της διαδικασίας καθ' ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή παρακοή του κανόνα του δεδικασμένου (res judicata) και/ή για λόγους issue estoppel. Β. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο θα θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δ[1]. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον τα έξοδα της αγωγής, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. (Αριθμός Μητρώου ΦΠΑ XXXXX276Κ).». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, θ.θ. 3, 4, 22, 26 και 27, Δ.21, θ.θ. 1 - 15, Δ.27, θ.θ. 1, 2, 3 και 4, Δ.48, θ.θ. 1 - 9, 9(j),(k)(o), Δ.39, Δ.49, Δ.57, θ.2, Δ.64, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, άρθρα 1, 2, 3, 6, 7, 8, 10, 11, 12, 13, 14, 19, 20 και 26, στο περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρα 35, 36, 37 και 38, στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στο Κοινοδίκαιο, στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ»), ημερ. 13.11.2019, του κ. XXXXX Γαβριά από την Λευκωσία, καθώς και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Την παραθέτω։ «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος XXXXX Γαβριάς, από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέω τα ακόλουθα:

  1. Είμαι διευθυντής και μέτοχος της Ενάγουσας (στο εξής «η Αιτήτρια»). Έχω προσωπική και ίδια γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης από προσωπική μου ανάμιξη σε αυτή, από έγγραφα που έχω στην κατοχή μου και από πληροφορίες που έχω συγκεντρώσει από διάφορες πηγές. Για όσο γεγονότα δεν έχω προσωπική και ιδία γνώση αποκαλύπτω την πηγή της πληροφόρησης μου. Σε όσα νομικά ζητήματα αναφέρομαι πιο κάτω έχω λάβει νομική συμβουλή, την οποία θεωρώ αληθή και ορθή, από τους δικηγόρους της Αιτήτριας, το δικηγορικό γραφείο Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια, ένεκα της θέσης μου, να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  2. Η υπό αναφορά αγωγή έπεται της καταχώρησης της αγωγής με αριθμό XXXXX/2018 και η οποία αφορά ίδια βάση δεδομένων και γεγονότων τα οποία περιπλανώνται από την μορφή ανταπαίτησης στα πλαίσια της προαναφερόμενης αγωγής με αριθμό 880/
  3. Η καταχώρηση της αγωγής XXXXX/2015
  4. Περαιτέρω και σε αναφορά με τα πιο πάνω αναφέρω στο σεβαστό Δικαστήριο ότι η αγωγή με αριθμό XXXXX/2018 φέρει ημερομηνία καταχώρησης την 17.12.
  5. Αντίγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  6. Στην αγωγή XXXXX/2015 η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση ενάγει στην βάση της σύμβασης εργολαβίας ημερομηνίας 10.2.2012 (στο εξής «η σύμβαση»). Η σύμβαση υπογράφθηκε μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ'ού η Αίτηση
  7. Αντίγραφο της εν λόγω σύμβασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  8. Στην αγωγή XXXXX/2015 η Αιτήτρια αξιώνει το ποσό των €89.137,67 ως προκύπτει από το απλήρωτο ενδιάμεσο πιστοποιητικό 15, το οποίο πιστοποιήθηκε δεόντως από τον αρχιτέκτονα του έργου ως άλλωστε προβλέπει η σύμβαση, πλέον αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης, πλέον τόκων. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση
  9. Στις 23.2.2016 η Αιτήτρια καταχώρησε αίτηση για συνοπτική απόφαση στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/
  10. Αντίγραφο της αίτησης για συνοπτική απόφαση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  11. Ο Καθ'ού η Αίτηση 2 καταχώρησε ένσταση στις 16.5.
  12. Αντίγραφο της ένστασης του Καθ'ού η Αίτηση 2 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  13. Η ένσταση του Καθ'ού η Αίτηση βασιζόταν σε διάφορα κατ' ισχυρισμών παράπονα που έχει από την Αιτήτρια. Στα πλαίσια της ένστασης του ο Καθ'ού η Αίτηση 2 διατείνετο ότι θα έπρεπε να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή εναντίον του καθότι είχε ανταπαίτηση που πρόκυπτε από δήθεν καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου και στην βάση ξεχωριστής σύμβασης δανείου που υπέγραψε. Συγκεκριμένα, στις παραγράφους 8, 9, 26, 27, 28 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης του ο Καθ'ού η Αίτηση 2 ανέφερε τα εξής: «
  14. Η οικοδομική συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ των μερών και αναφέρεται στις παραγράφους 6 και 7 της Έκθεσης Απαίτησης (εφεξής "αρχική συμφωνία") περιείχε μεταξύ άλλων τους πιο κάτω όρους οι οποί όροι δέσμευαν της Ενάγουσα: Α. Η Ενάγουσα υποχρεούταν να αποπερατώσει την ανέγερση του έργου κατά την ή πριν την 30/09/
  15. Β. Σε περίπτωση καθυστέρησης αποπεράτωσης του έργου εξ' υπαιτιότητας της Ενάγουσας, υπήρχε ειδική συμβατική ρήτρα προκαθορισμού αποζημίωσης η οποία ανερχόταν σε €1.000/ημερησίως. Γ. Επιπλέον η Ενάγουσα είχε υποχρέωση όπως παράσχει στον Εναγόμενο Τραπεζική Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης του Συμβολαίου η οποία διατηρείται σε ισχύ μέχρι την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών. Δ. Ήταν ρητή ή/και εξυπακουόμενη συμβατική υποχρέωση της Ενάγουσας όπως προωθεί τις εργασίες στην οικοδομή με επιμέλεια, με προσοχή και εν γένει με καλή πίστη. Ε. Ήταν ρητή ή/και εξυπακουόμενη συμβατική υποχρέωση της Ενάγουσας όπως αποκαταστήσει όλα τα ενδεχόμενα κατασκευαστικά λάθη ή/και παραλείψεις της, κατά την εκτέλεση των εργασιών της, εντός λογικού χρόνου και αποκλειστικά με δικά της έξοδα.» «
  16. Στο πλαίσιο της ρητής πιο πάνω συμβατικής της υποχρέωσης η Ενάγουσα εξασφάλισε και παρέσχε στον Εναγόμενο Τραπεζική Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης του έργου ύψους €93.650,00 από την Σ.Π.Ε ΠΙΣΤΕΩΣ με ημερομηνία λήξης την 30/09/2013, ήτοι την αρχική συμβατική ημερομηνία που η Ενάγουσα όφειλε να αποπερατώσει τις εργασίες.» «
  17. Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά τις παραγράφους 13 και 14 ης Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι οπ ίδιος δεν προσέβαλε την ορθότητα του επίδικου πιστοποιητικού 15 και δεν ενεργοποίησε την διαδικασία επίλυσης διαφορών που προνοούσε η αρχική συμφωνία καθώς και τα πιστοποιητικά πληρωμής του Αρχιτέκτονα από την πρώτη ή/και από την δεύτερη τροποποιητική συμφωνία και εντεύθεν είχαν περιπέσει σε αχρησία και σταμάτησαν να αποτελούν τη βάση οποιασδήποτε πληρωμής.» «
  18. Αντιθέτως ήταν ρητός ή/και εξυπακουόμενος όρος της πρώτης ή/και της δεύτερης τροποποιητικής συμφωνίας ότι όλες οι οικονομικές οικονομικές συναλλαγές μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου θα γίνονταν απευθείας μεταξύ τους ή/και θα συμφωνούνταν απευθείας μεταξύ τους, χωρίς να ακολουθούνται οι μηχανισμοί που προνοούνται στην αρχική συμφωνία και χωρίς τη μεσολάβηση του Αρχιτέκτονα του έργου και αυτό κατ' επιλογή της ίδιας της Ενάγουσας.» «
  19. Περαιτέρω ή/και διαζευκτικά η Ενάγουσα κωλύεται λόγω των δικών της παραστάσεων (Estoppel by representation) της ή/και λόγω της δικής της συμπεριφοράς (Estoppel by convention) από το να βασίζει την απαίτηση της στο άρθρο 31 της σύμβασης ή/και στα πιστοποιητικά πληρωμών που εξέδιδε ο Αρχιτέκτονας ή/και ειδικότερα στο πιστοποιητικό πληρωμής αρ.15, καθώς με τη δική της συμπεριφορά και κατόπιν δικής της απαίτησης άλλαξε ο συμβατικός τρόπος των οικονομικών δοσοληψιών της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο, εις βλάβη των συμφερόντων του Εναγομένου».
  20. Στις 16.9.2016 το Δικαστήριο, στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2015, απέρριψε την αίτηση για συνοπτική απόφαση της Αιτήτριας. Αντίγραφο της ενδιάμεση απόφασης ημερομηνίας 16.9.2016 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  21. Στην απόφαση του το εκεί εκδικάζον Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Τέλος, επικαλούμενος, από τη μια την καθυστέρηση στην παράδοση της οικίας και από την άλλη την αδυναμία του, συνέπεια της ρηθείσας καθυστέρησης να ενοικιάσει γρηγορότερα, σε τρίτο, την οικία στη οποία διέμενε με την σύζυγο του μέχρι και την παράδοση της επίδικης οικίας, προβάλλει την θέση ότι έχει ανταπαίτηση εναντίον της Αιτήτριας». Καταχώρηση υπεράσπισης και ανταπαίτησης
  22. Ο Καθ'ού η Αίτηση 2 καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/
  23. Αντίγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  24. Στις παραγράφους 8, 10, 12, 17, 18, 19, 29(στ), (η) της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ο Καθ'ού η Αίτηση 2 δικογράφησε τα εξής: «
  25. Η οικοδομική συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ των μερών και αναφέρεται στις παραγράφους 6 και 7 της Έκθεσης Απαίτησης (εφεξής "αρχική συμφωνία") περιείχε μεταξύ άλλων τους πιο κάτω όρους οι οποί όροι δέσμευαν της Ενάγουσα: Α. Η Ενάγουσα υποχρεούταν να αποπερατώσει την ανέγερση του έργου κατά την ή πριν την 30/09/
  26. Β. Σε περίπτωση καθυστέρησης αποπεράτωσης του έργου εξ' υπαιτιότητας της Ενάγουσας, υπήρχε ειδική συμβατική ρήτρα προκαθορισμού αποζημίωσης η οποία ανερχόταν σε €1.000/ημερησίως. Γ. Επιπλέον η Ενάγουσα είχε υποχρέωση όπως παράσχει στον Εναγόμενο Τραπεζική Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης του Συμβολαίου η οποία διατηρείται σε ισχύ μέχρι την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών. Δ. Ήταν ρητή ή/και εξυπακουόμενη συμβατική υποχρέωση της Ενάγουσας όπως προωθεί τις εργασίες στην οικοδομή με επιμέλεια, με προσοχή και εν γένει με καλή πίστη. Ε. Ήταν ρητή ή/και εξυπακουόμενη συμβατική υποχρέωση της Ενάγουσας όπως αποκαταστήσει όλα τα ενδεχόμενα κατασκευαστικά λάθη ή/και παραλείψεις της, κατά την εκτέλεση των εργασιών της, εντός λογικού χρόνου και αποκλειστικά με δικά της έξοδα.» «
  27. Κατά την παράβαση των πιο πάνω όρων του οικοδομικού συμβολαίου, οι εργασίες στην οικοδομή προχωρούσαν με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς με αποτέλεσμα να παρατηρείται καθυστέρηση στην πρόοδο των εργασιών». «
  28. Ως αντάλλαγμα ή/και ως αποζημίωση για τις πιο πάνω παραχωρήσεις εκ μέρους του Ενάγοντα ή/και για την πιο πάνω διευκόλυνση ή/και για την πιο πάνω τροποποιητική συμφωνία ή/και για την καθυστέρηση που θα προκαλείτο στην αποπεράτωση του έργου, η Ενάγουσα, διά του διευθυντή της κ. XXXXX Γαβριά, υποσχέθηκε στον Εναγόμενο πως θα του παρείχε έκπτωση ίση με 20% επί του ποσού των οικοδομικών εργασιών που θα χρειαζόταν η οικία από εκείνο το σημείο και έπειτα μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της 'η/και εύλογη έκπτωση.» «
  29. Περαιτέρω η Ενάγουσα δεν τήρησε τις πιο πάνω υποσχέσεις της ή/και παρέβηκε την πιο πάνω πρώτη τροποποιητική συμφωνία καθώς η οικία του Εναγομένου αποπερατώθηκε και παραδόθηκε στον Εναγόμενο στις 30.5.2015 και όχι την πρώτη βδομάδα Μαΐου 2014, δηλαδή με 10 μήνες και 3 εβδομάδες καθυστέρηση πέραν της 8μηνης παράτασης που δόθηκε στην Ενάγουσα κατ' αποκλειστική υπαιτιότητα της Ενάγουσας και παρά τη διαμαρτυρία τόσο του Αρχιτέκτονα του έργου όσο και του Εναγομένου». «
  30. Το συμβόλαιο περιείχε ρήτρα αποζημίωσης λόγω καθυστέρησης που ανερχόταν σε €1.000/ημερησίως. Ως εκ τούτου η συμβατική αποζημίωση που οφείλεται στον Εναγόμενο ή/και στη σύζυγο του Εναγομένου ανέρχεται σε €321.000,00 και υπερβαίνει κατά πολύ την συμβατική αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου. «
  31. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα κωλύεται ένεκα των εγγράφων δηλώσεων της, ή/και ένεκα της συμπεριφοράς της από το να διεκδικεί από τον Εναγόμενο την πληρωμή του πιστοποιητικού 15 ή/και πλήρη αποπληρωμή για τις εργασίες της, χωρίς προηγουμένως να αφαιρέσει το ποσό που έχει προκαθοριστεί συμβατικά ή/και χωρίς να αφαιρέσει την ρηθείσα έκπτωση του 20% επί των εργασιών ή/και χωρίς να αφαιρέσει ένα εύλογο ποσό ως αποζημίωση λόγω της καθυστέρησης παράδοσης του έργου». «29 (στ). Η ίδια η Ενάγουσα υποσχέθηκε στον Εναγόμενο εύλογη αποζημίωση για την καθυστέρηση που η ίδια προκάλεσε στη συμπλήρωση των εργασιών της οικίας του». «29 (η). Ένεκα της πεποίθησης του αυτής ο Εναγόμενος δεν ενεργοποίησε την διαδικασία που προέβλεπε στο άρθρο 24 της αρχικής συμφωνίας για αποζημίωση ένεκα της υπέρμετρης καθυστέρησης που προκάλεσε η Ενάγουσα στην αποπεράτωση του οικοδομικού έργου». Η αίτηση για διαγραφή παραγράφων της υπεράσπισης και ανταπαίτησης
  32. Ήταν προφανές ότι η υπεράσπιση και ανταπαίτηση του Καθ'ού η Αίτηση 2 δεν αφορούσε υπεράσπιση και ανταπαίτηση σε σχέση με το ενδιάμεσο πιστοποιητικό 15 αλλά αντιθέτως, και κατά παράβαση της ρήτρας διαιτησίας του άρθρου 36 της σύμβασης, υπεράσπιση και ανταπαίτηση για όλο το έργο.
  33. Συνεπώς η Αιτήτρια καταχώρησε στις 16.2.2018 αίτηση για διαγραφή παραγράφων της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ένεκα της ύπαρξης της ρήτρας διαιτησίας. Αντίγραφο της αίτησης για διαγραφή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  34. Η καταχώρηση της επίδικης αγωγής
  35. Στις 30.3.2018 οι Καθ'ών η Αίτηση καταχώρησαν την επίδικη αγωγή αλλά ουδέποτε την επέδωσαν κρατώντας την κρυφή τόσο από την Αιτήτρια όσο και από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/
  36. Οι διαδικασίες στην αγωγή XXXXX/2015 συνεχίζουν
  37. Ο Καθ'ού η Αίτηση 2 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση της Αιτήτριας για διαγραφή στις 5.7.
  38. Αντίγραφο της ένστασης του Καθ'ού η Αίτηση 2 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  39. Η ένσταση του Καθ'ού η Αίτηση 2 επαναλάμβανε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Η κατ' ισχυρισμό καθυστέρηση και αμέλεια της Αιτήτριας ήταν από τα κύρια παράπονα του Καθ'ού η Αίτηση
  40. Συγκεκριμένα, στους λόγους ένστασης 17, 18 και 19 και στις παραγράφους 13, 14, 16, 27 και 28 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης του ο Καθ'ού η Αίτηση 2 ανέφερε τα εξής: «
  41. Η συνεκδίκαση της ανταπαίτησης μαζί με την αγωγή στην παρούσα υπόθεση ουδόλως θα καθυστερήσει ή/και θα περιπλέξει την διαδικασία και καμία αθέμιτη δυσχέρεια δεν θα επηρεάσει τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας.
  42. Αντιθέτως η συνεκδίκαση της ανταπαίτησης μαζί με την αγωγή στην παρούσα υπόθεση είναι πρόσφορη καθώς η αγωγή, η υπεράσπιση επί της αγωγής και η ανταπαίτηση έχουν κοινό υπόβαθρο γεγονότων.
  43. Η συνεκδίκαση της αγωγής με την ανταπαίτηση θα εξοικονομήσει χρόνο και δικαστικά έξοδα.» και σε ότι αφορά την ένορκη δήλωση που υποστήριζε την ένσταση: «
  44. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση και ανταπαίτηση μου παρουσιάζονται στο δικόγραφο μου «Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης» το περιεχόμενο του οποίου επαναλαμβάνω και υιοθετώ. Εν συντομία τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως:
  45. Η Ενάγουσα είχε συμβατική ρητή υποχρέωση να μας παραδώσει την οικία μας στις 30/09/
  46. Υπήρχε μάλιστα και πρόνοια προκαθορισμού αποζημίωσης εντός του συμβολαίου προς €1.000/ημερησίως για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ταυτόχρονα η Ενάγουσα είχε εκδώσει προς όφελος μου εγγυητική πιστής εκτέλεσης του έργου προς €93.650,
  47. Να σημειωθεί ότι ο χρόνος αποπεράτωσης της Οικίας ήταν εξαιρετικά σημαντικός για εμάς, πράγμα το οποίο τέθηκε πολλές φορές στην Ενάγουσα και στους διευθυντές της. Ο λόγος ήταν ότι είχαμε σκοπό να μετακομίσουμε το συντομότερο δυνατό στην νέα Οικία μας και να ενοικιάσουμε την κατοικία στην οποία διαμέναμε μέχρι τότε στο Πλατύ Αγλαντζιά. Τα ενοίκια που θα εξασφαλίζαμε από την ενοικίαση είχαμε σκοπό να τα δίνουμε έναντι των δόσεων των δανείων που είχαμε και θα ελάφρυνε το βάρος της μηνιαίας μας δόσης. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 το Ενοικιαστήριο της οικίας μας στην Αγλαντζιά αμέσως μόλις μετακομίσαμε στην νεόδμητη Οικία μας.
  48. Η Ενάγουσα παρά την πιο πάνω υποχρέωση της δεν ενεργούσε με την δέουσα σπουδή και επιμέλεια και ως αποτέλεσμα δεν μας παρέδωσε την οικία μας στις 30/09/
  49. Ο κ. XXXXX Γαβριάς, ο διευθυντής της Ενάγουσας ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της Ενάγουσας, με παρακάλεσε όπως ανεκτώ μία μικρή καθυστέρηση στην αποπεράτωση της οικίας, μέχρι το Μάιο του 2014, και όπως δεν απαιτήσω πληρωμή οποιασδήποτε αποζημίωσης. Σαν αντάλλαγμα ο κ. Γαβριάς υποσχέθηκε όπως μα παράσχει έκπτωση στο τελικό ποσό που θα πληρώναμε για την ανέγερση της κατοικίας μας.
  50. Αναφορικά με την ποιότητα της εργασίας της Ενάγουσας και τις παραλείψεις της, αυτές έχουν αποτυπωθεί στον κατάλογο παρατηρήσεων από προκαταρκτικό έλεγχο ο οποίος επισυνάπτεται στο πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης που εξέδωσε ο Αρχιτέκτονας αλλά και σε μεταγενέστερη αλληλογραφία του Αρχιτέκτονα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 7 επιστολή του Αρχιτέκτονα στις οποίες καταγράφονται οι εργασίες αυτές. Σε καμία περίπτωση δεν χρειάζονται οι ειδικές γνώσεις ειδήμονα Διαιτητή για να αποφανθεί επί των παραλείψεων της Ενάγουσας.
  51. Να σημειωθεί επιπλέον ότι μέρος των παραλείψεων της Ενάγουσας, αναγκάστηκα να τις επιδιορθώσω μέσω άλλου υπεργολάβου με αποτέλεσμα να υποστώ επιπλέον κόστος. Επισυνάπτω απόδειξη από υπεργολάβο ως Τεκμήριο 8 η οποία αφορά την παρατήρηση του Αρχιτέκτονα υπ΄αριθμό 8.»
  52. Στις 14.12.2018 το Δικαστήριο, στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2015, απέρριψε την αίτηση για διαγραφή της Αιτήτριας. Αντίγραφο της ενδιάμεση απόφασης ημερομηνίας 14.12.2018 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  53. Στην απόφαση του το εκεί εκδικάζον Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Τα ζητήματα που εγείρονται με την ανταπαίτηση αφορούν κυρίως ισχυρισμούς του εναγομένου ότι έγιναν δύο τροποποιητικές συμφωνίες, στη βάση των οποίων διαφοροποιήθηκαν όροι που σχετίζονταν με καθυστερήσεις και με πληρωμές, συμφωνήθηκε η παραχώρηση έκπτωσης και οι πληρωμές προηγούνταν των πιστοποιητικών χωρίς τον έλεγχο και έγκριση του αρχιτέκτονα, και συναφή ισχυρισμό ότι η ενάγουσα κωλύεται, ένεκα της συμπεριφοράς, των ενεργειών και των παραστάσεων της, από το να βασίζει την απαίτηση της στο πιστοποιητικό. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για επιστημονικά και τεχνικά θέματα για την επίλυση των οποίων απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις έστω ώστε να είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Αυτά είναι θέματα μαρτυρίας που θα πρέπει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και θα αξιολογηθεί στα πλαίσια κανονικής ακροαματικής διαδικασίας επί της ουσίας της αγωγής. Κατά την κρίση μου, δεν είναι θέματα για την επίλυση των οποίων απαιτούνται εξειδικευμένες τεχνικές γνώσεις, μακρά εξέταση εγγράφων κ.ο.κ.»
  54. Με την έκδοση της απόφασης στις 14.12.2018 η Αιτήτρια ανέφερε στο Δικαστήριο ότι θα εξέταζε την θέση της ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της αγωγής. Η αγωγή παρέμεινε για ενέργειες ως οι θεσμοί.
  55. Στις 29.1.2019 ο Καθ'ού η Αίτηση 2 καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης στην ανταπαίτηση και η αίτηση για απόφαση ορίστηκε για οδηγίες στις 14.3.
  56. Στις 14.3.2019 η Αιτήτρια εμφανίστηκε στα πλαίσια της αίτησης για απόφαση του Καθ'ού η Αίτηση 2 και ζήτησε χρόνο για καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης.
  57. Ο λόγος που η Αιτήτρια θέλει να τροποποίηση την έκθεση απαίτηση της στην αγωγή XXXXX/2015 είναι επειδή ως έχουν τα πράγματα τώρα η Αιτήτρια κινεί αγωγή μόνο για το ενδιάμεσο πιστοποιητικό 15 ενώ ο Καθ'ού η Αίτηση υπερασπίζεται και ανταπαιτεί για όλο το έργο. Έχει όμως και η Αιτήτρια αξιώσεις που αφορούν το υπόλοιπο έργο και οι οποίες εμπίπταν στην ρήτρα διαιτησίας με βάσει το άρθρο
  58. Αφού με βάσει την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.12.2018 δεν θα διεξαχθεί διαιτησία, η Αιτήτρια επιθυμεί να τροποποίησε την έκθεση απαίτησης της για να συμπεριλάβει στις αξιώσεις της το ποσό της κράτησης της σύμβασης το οποίο ανέρχεται σε €14.239,
  59. Η επίδοση της επίδικη αγωγής
  60. Στις 26.3.2019 οι Καθ'ών η Αίτηση επέδωσαν την επίδικη αγωγή στην Αιτήτρια. Πρέπει να σημειωθεί ότι η επίδικη αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.3.2018 και οι Καθ΄ών η Αίτηση δεν την επέδωσαν μέχρι τις 26.3.
  61. Από την καταχώρηση μέχρι την επίδοση πέρασε σχεδόν ένα έτος. Επίσης ο Καθ'ού η Αίτηση 2 ουδέποτε ανέφερε τα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2015 ότι είχε καταχωρήσει, μαζί με την Καθ'ής η Αίτηση 1 την επίδικη αγωγή. Ούτε το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2015 αλλά ούτε και η Αιτήτρια, μέχρι τις 26.3.2019, γνώριζαν για την ύπαρξη της επίδικης αγωγής. Οι διαδικασίες στην αγωγή XXXXX/2015 συνεχίζουν
  62. Η αίτηση για απόφαση του Καθ'ού η Αίτηση 2 ορίστηκε για οδηγίες στις 8.5.2019 με σκοπό μέχρι τότε η Αιτήτρια να είχε καταχωρήσει την αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Η αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης καταχωρήθηκε στις 4.4.
  63. Αντίγραφο της αίτησης τροποποίησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  64. Στις 30.5.2019 ο Καθ'ού η Αίτηση δήλωσε ότι θα φέρει ένσταση στην αίτηση τροποποίησης της Αιτήτριας και η αγωγή XXXXX/2015 ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 13.9.2019 με σκοπό μέχρι τότε ο Καθ'ού η Αίτηση να καταχωρήσει την ένσταση του στην αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Η ένσταση καταχωρήθηκε στις 12.9.2019 και αντίγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  65. Κατά το παρόν στάδιο η αίτηση για τροποποίηση είναι ορισμένη για ακρόαση στις 19.11.2019 Οι λόγοι για τους οποίους τα επίδικα διατάγματα θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθούν
  66. Ευσεβάστως εισηγούμαι, βάσει νομικής συμβουλής που έχω λάβει, ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο η επίδικη αίτηση να εγκριθεί για τους εξής λόγους: Ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας
  67. Η επίδικη αγωγή αποτελεί καταφανή περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας (abuse of process).
  68. Στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2015 ο ίδιος ο Καθ'ού η Αίτηση 2 πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι έχει ανταπαίτηση που πηγάζει από το δάνειο του. Σε αυτή την βάση επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου και έπεισε το εκεί εκδικάζον Δικαστήριο ότι θα πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την αγωγή. Είναι αναμφίβολο το ότι η κρίση του Δικαστηρίου επηρεάστηκε αφού ο ίδιος ο Δικαστής το αναφέρει στην απόφαση του. Η άδεια για να υπερασπιστεί του δόθηκε σε αυτή την βάση.
  69. Αντί ο Καθ'ού η Αίτηση 2 να συμπεριλάβει στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση του στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2015 την αξίωση του για το δάνειο, ως άλλωστε είχε προβάλει ότι θα έπραττε, κίνησε την ως άνω αγωγή ως ξεχωριστή αγωγή για το ζήτημα του δανείου.
  70. Η αγωγή XXXXX/2015, και κατ' επέκταση η υπεράσπιση και ανταπαίτηση του Καθ'ής η Αίτηση στην αγωγή XXXXX/2015 αφορούν την ίδια σύμβαση και το ίδιο έργο με την επίδικη αγωγή. Εξίσου σημαντικό όμως είναι το γεγονός ότι οι βάσεις αγωγής και τα παράπονα του Καθ'ής η Αίτηση 2 στα πλαίσια της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του στην αγωγή XXXXX/2015 είναι τα ίδια με τις βάσεις αγωγής και τα παράπονα των Καθ'ών η Αίτηση στην επίδικη αγωγή. Αξίωση και ισχυρισμοί για καθυστέρηση
  71. Σε ότι αφορά το ζήτημα της δήθεν καθυστέρησης στην αποπεράτωση του έργου ο Καθ'ής η Αίτηση 2 δικογραφεί και προβάλει παράπονο για την καθυστέρηση στις παραγράφους 8(α), 8(β), 10, 11, 12, 13, 17, 18, 19, 29(στ), 29(η) και 31 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Με απλά λόγια η δήθεν καθυστέρηση στο έργο αποτελεί κεντρικό ζήτημα και κύριο παράπονο του Καθ'ής η Αίτηση 2 στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/
  72. Όμως, το ζήτημα της καθυστέρησης στην αποπεράτωση του έργου αποτελεί και κεντρικό ζήτημα και παράπονο των Καθ'ών η Αίτηση στα πλαίσια και της επίδικης αγωγής. Είναι φανερό ότι αρκετές από τις παραγράφους της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του Καθ'ής η Αίτηση 2 στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2015 έχουν απλά αντιγραφτεί και δικογραφηθεί ξανά στα πλαίσια της επίδικης αγωγής. Οι παραγράφοι 8(α), 8(β), 8(δ) της υπεράσπισης και ανταπαίτησης είναι πανοποιοότυποι με τις παραγράφους 8(α), 8(β) και 8(γ) της επίδικης αγωγής.
  73. Επιπρόσθετα, ολάκερη η επίδικη αγωγή των Καθ'ών η Απαίτηση αφορά αποζημιώσεις και δήθεν καθυστέρηση που προκύπτουν από δήθεν δάνειο που σύναψαν και κατ' ισχυρισμό δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν επειδή δεν μπόρεσαν να νοικιάσουν την οικία στην οποία διέμεναν επειδή καθυστέρηση η αποπεράτωση του έργου. Αξίωση και ισχυρισμοί για παράβαση σύμβασης
  74. Σε σχέση με την βάση αγωγής της παράβασης σύμβασης ο Καθ'ής η Αίτηση 2 στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2015 ενάγει στην βάση παράβασης σύμβασης. Αυτή είναι η κύρια βάση αγωγής του.
  75. Όμως, η ίδια βάση αγωγής προβάλλεται και στα πλαίσια της επίδικης αγωγής.
  76. Στην ουσία ο Καθ'ής η Αίτηση 2 στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2015 και οι Καθ'ών η Αίτηση στα πλαίσια της επίδικης αγωγής επιδιώκουν τα εξής: α) Το ζήτημα της δήθεν καθυστέρησης στο έργο να δικαστεί δύο φορές από δύο διαφορετικά Δικαστήρια. Μια από το Δικαστήριο στην αγωγή XXXXX/2015 και μια από το Δικαστήριο στην επίδικη αγωγή. β) Το ζήτημα της δήθεν παράβασης σύμβασης σε ότι αφορά το έργο να δικαστεί δύο φορές. Μια από το Δικαστήριο στην αγωγή XXXXX/2015 και μια από το Δικαστήριο στην επίδικη αγωγή. γ) Το ζήτημα της δήθεν αμέλειας (το οποίο συνδέετε αποκλειστικά με την καθυστέρηση) να δικαστεί στα πλαίσια της επίδικης αγωγής από το παρόν Δικαστήριο την ίδια ώρα που προβάλλουν ισχυρισμούς περί καθυστέρησης και στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/
  77. Δηλαδή επιχειρούν να κατακερματίσουν διπλά μια βάση αγωγής με το να δικάσουν στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2015 γενικούς ισχυρισμοί περί καθυστέρησης (χωρίς βάση αγωγής αμέλειας) και μετά να δικάσουν ξανά στα πλαίσια της επίδικης αγωγής γενικούς ισχυρισμούς καθυστέρησης που παρουσιάζονται υπό το πρίσμα της βάσης αγωγής της αμέλειας.
  78. Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι η περαιτέρω συνέχιση της παρούσας αγωγής αποτελεί θα αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας επειδή: α) ο ίδιος ο Καθ'ού η Αίτηση 2 συμπεριέλαβε το δάνειο στα επίδικα θέματα της αγωγής XXXXX/2015, β) ο κίνδυνος να εκδοθούν συγκρουόμενες αποφάσεις αποφάσεων θα είναι σχεδόν βέβαιος αφού τα δύο δικαστήρια θα ασχοληθούν και θα αποφασίσουν επί της ίδιας σύμβασης και επί του ίδιου έργου γ) Η Αιτήτρια, άνευ λόγου, αιτίας και λογικής θα αναγκαστεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της δύο φορές επί των ίδιων ισχυρισμών δ) Τα δύο Δικαστήριο θα ακούσουν όχι μόνο τους ίδιους μάρτυρες δύο φορές αλλά θα ενασχοληθούν με τα ίδια θέματα δύο φορές. Δηλαδή τα δύο Δικαστήριο θα κληθούν να ενασχοληθούν με το κατά πόσο έχει ή δεν έχει γίνει παράβαση σύμβασης από το οποιοδήποτε διάδικο μέρος, με το κατά πόσο έχει ή δεν έχει καθυστέρηση στο έργο αλλά και με το κατά πόσο οφείλονται οποιαδήποτε ποσά είτε από την Αιτήτρια προς τους Καθ'ών η Αίτηση είτε αντίθετα. Δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι η Αιτήτρια είναι που καταχώρησε την αγωγή XXXXX/2015 με την οποία αιτείται απόφαση για τον ποσό €89.137,67 πλέον τόκων συνεπεία πιστοποιητικού του αρχιτέκτονα. ε) Η οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί πρώτη θα επηρεάσει την δεύτερη αγωγή αφενός σε ότι αφορά ζητήματα set off και αφετέρου σίγουρα θα προκύψει ανάγκη τροποποίησης των δικογράφων στην δεύτερη αγωγή για να συμπεριλάβουν το αποτέλεσμα της αγωγής που θα τύχει να δικαστεί πρώτη.
  79. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι γενικότερα τα λεγόμενα και οι ενέργειες του Καθ'ού η Αίτηση 2 στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2015 σε συνδυασμό με την καταχώρηση της επίδικης αγωγής αποδεικνύουν ότι η πρόθεση των Καθ'ών η Αίτηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής είναι για να προκαλέσουν έξοδα, ταλαιπωρία και να ενεργήσουν καταπιεστικά και εκδικητικά εναντίον της Αιτήτριας.
  80. Βάσει όλων των όσων αναφέρω πιο πάνω αιτούμαι την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όλα τα όσα αναφέρω ανωτέρω είναι εξ' όσων καλώς γνωρίζω και πιστεύω ορθά και αληθή.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα τέθηκε από το συντάκτη της.) Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΑΡ. 1 ΚΑΙ 2 - ΚΑΘ'ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ. Οι Ενάγοντες αρ. 1 και 2 / Καθ' ων η Αίτηση, καταχώρισαν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση στις 16.12.
  81. Η ένστασή τους βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, θ.θ. 3, 4, 22, 26 και 27, Δ.21 θ.θ.1 - 15, Δ.27 θ.θ.1 - 4, Δ.48 θ.θ.1 - 9, 9(j),(k),(o), Δ.39, Δ.49, Δ.57 θ.2, Δ.64, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, άρθρα 1, 2, 3, 6, 7, 8, 10, 11, 12, 13, 14, 19, 20 και 26, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 35, 36, 37 και 38, στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος στο Κοινοδίκαιο, στη Νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης που εγείρονται είναι οι ακόλουθοι: «
  82. Οι Ενάγοντες έχουν Συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμα να εγείρουν τις αξιώσεις τους ενώπιον Δικαστηρίου.
  83. Οι Ενάγοντες δεν προωθούν 2 παράλληλες διαδικασίες που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα και ουδέποτε καταχράστηκαν ή επιχείρησαν να καταχραστούν τις διαδικασίες των Δικαστηρίων.
  84. Οι διάδικοι και οι αιτίες αγωγής στις 2 αγωγές δεν ταυτίζονται.
  85. Με την ανταπαίτηση του στην αγωγή XXXXX/15 ο Ενάγων 2 δεν αξιώνει το οποιοδήποτε ποσό έναντι της καθυστέρησης από την Εναγόμενη στην αποπεράτωση της οικίας των Εναγόντων στο χωριό Γέρι. Αυτή η αξίωση εγείρεται μόνο στην παρούσα αγωγή.
  86. Το αιτητικό της παρούσας αγωγής δεν είναι το ίδιο με το αιτητικό της ανταπαίτησης στην αγωγή XXXXX/
  87. Συγκεκριμένα με το Αιτητικό της Ανταπαίτησης στην αγωγή XXXXX/2015 ο Ενάγων 2 αξιώνει έναντι της Εναγομένης το εξής: i. το ποσό των €18.000 ένεκα παράβασης σύμβασης ή/και ένεκα αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και ως χρήματα αχρεωστήτως καταβληθέντα. Τα χρήματα αυτά τα πλήρωσαν οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη κατόπιν υποσχέσεων της Εναγόμενης ότι θα έλθει να αποπερατώσει τις ατέλειωτες οικοδομικές εργασίες στην κατοικία τους. Η Εναγόμενη ουδέποτε ήλθε να τις αποπερατώσει και κράτησε και το ποσό αυτό. ii. το ποσό των €54.106,20 ένεκα παράβασης της πρώτης τροποποιητικής συμφωνίας δυνάμει της οποίας η Εναγόμενη υποσχέθηκε έκπτωση 20% στους Ενάγοντες για εξυπηρετήσεις, διευκολύνσεις και υπαναχωρήσεις από τις συμβατικές της υποχρεώσεις που της έκαναν οι Ενάγοντες.
  88. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες προβάλουν μία εντελώς διαφορετική αξίωση, ήτοι την ζημία που υπέστησαν ένεκα της καθυστέρησης στην αποπεράτωση της οικίας τους από την Εναγομένη, η οποία ανέρχεται στο ποσό των €21,850.
  89. Οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να κατακερματίσουν τις αξιώσεις τους εναντίον της Εναγόμενης, σε 2 αγωγές καθότι αντιμετώπισαν Δικονομικό πρόβλημα στην συμπερίληψη όλων των αξιώσεων τους μέσω της ανταπαίτησης τους στην αγωγή XXXXX/
  90. Το Δικονομικό αυτό πρόβλημα οφείλεται στο ότι η Ενάγουσα 1 δεν ήταν Εναγόμενη στην αγωγή XXXXX/15 και δεν μπορούσε να προστεθεί ως εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγουσα. Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας (συγκεκριμένα η Δ.21 θ. 8 και θ. 9) επιτρέπουν την προσθήκη νέου προσώπου στη διαδικασία ως εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένου. Δεν επιτρέπουν όμως την προσθήκη νέου προσώπου ως εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγοντα. Ως εκ τούτου επειδή έπρεπε να εγείρει την παρούσα αξίωση η Ενάγουσα 1 ή τουλάχιστον να συμπεριληφθεί ως Ενάγουσα, η οποία όμως δεν ήταν μέρος της αγωγής XXXXX/15, αναγκαστικά οι Ενάγοντες μπήκαν στα έξοδα και στον κόπο να καταχωρήσουν την παρούσα νέα αγωγή.
  91. Ο λόγος που η Ενάγουσα 1 ήταν ανάγκη να συμπεριληφθεί στην παρούσα αγωγή είναι ο εξής: i. Το τεμάχιο γης στο οποίο οικοδομήθηκε η οικία των Εναγόντων άνηκε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην Ενάγουσα
  92. Η οικία κατ' επέκταση η οποία οικοδομήθηκε εντός του τεμαχίου γης της Ενάγουσας άνηκε στην Ενάγουσα
  93. ii. Η Ενάγουσα 1 ήταν ή/και κατέστη μέρος της οικοδομικής συμφωνίας ΜΕΔΣΚ πράγμα που διαφαίνεται και αναγωρίζεται από την Εναγόμενη καθότι η συμφωνία ΜΕΔΣΚ αναγράφει ρητά ότι η συμφωνία αφορά τον XXXXX και την XXXXX Τουμάζου. Επίσης οι πληρωμές της Εναγόμενης γίνονταν από την Ενάγουσα 1 από κοινό λογαριασμό των Εναγόντων. iii. Επίσης η δεύτερη οικία των Εναγόντων στην Αγλαντζιά που αναφέρεται στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης άνηκε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην Ενάγουσα
  94. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα 1 προέβη στην ενοικίαση της κατοικίας της στην Αγλαντζιά μετά που αποπερατώθηκε η οικία στο Γέρι από την Εναγόμενη. iv. Ως εκ τούτου η ζημιά που υπέστησαν οι Ενάγοντες ένεκα της καθυστέρησης στην αποπεράτωση της οικίας στο Γέρι από την Εναγόμενη αφορά κατά κύριο λόγο την Ενάγουσα 1 η οποία δεν είναι διάδικος στην αγωγή XXXXX/
  95. v. Για τους πιο πάνω λόγους η Ενάγουσα 1 είναι αναγκαίο να συμπεριληφθεί ως Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης. Χωρίς την συμπερίληψη της οι Ενάγοντες ενδεχομένως να είχαν πρόβλημα να αποδείξουν την πλήρη έκταση της ζημιάς που υπέστησαν εξαιτίας της αντισυμβατικής ή/και της αμελούς συμπεριφοράς της Εναγόμενης.
  96. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρούσα αγωγή είναι συναφής με την αγωγή XXXXX/15 και την εκεί ανταπαίτηση καθώς και οι δύο υποθέσεις βασίζονται στο ίδιο πλέγμα γεγονότων, όμως το αίτημα ή/και η αξίωση στην παρούσα αγωγή είναι ουσιωδώς διαφορετική με την αξίωση που εγείρεται με την ανταπαίτηση στην αγωγή XXXXX/
  97. Οι Ενάγοντες δεν επιθυμούν ούτε έχουν σκοπό να καταχραστούν τις διαδικασίες των δικαστηρίων, θεωρούν απαραίτητη την έγερση της παρούσας αγωγής εναντίον της Εναγόμενης και προτίθενται να αιτηθούν τη συνεκδίκαση της με την αγωγή XXXXX/15.». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα Ένσταση φαίνονται από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου και την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Τουμάζου (Ενάγοντα αρ. 2) από τη Λευκωσία, ημερ. 16/12/
  98. Την παραθέτω։ «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Τουμάζου εκ Λευκωσίας, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  99. Είμαι ο Ενάγοντας 2 στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή όπως επίσης είμαι ο Εναγόμενος στην αγωγή XXXXX/
  100. Γνωρίζω προσωπικά όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και τα οποία αναφέρω κατωτέρω. Είμαι επίσης εξουσιοδοτημένος από τη σύζυγο μου Ενάγουσα 1 να προχωρήσω στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  101. Εγώ με τη σύζυγο μου κ. XXXXX Τουμάζου αποφασίσαμε περί το έτος 2011 να ανεγείρουμε Οικία για ιδιοκατοίκηση. Για το σκοπό αυτό προχωρήσαμε σε λήψη προσφορών από διάφορους Εργολάβους Οικοδομών και εν τέλει καταλήξαμε να εργοδοτήσουμε την Εναγομένη εργοληπτική εταιρεία.
  102. Να σημειωθεί ότι ενώ η αρχική συμφωνία με την Εναγόμενη ανερχόταν στο ποσό των €936.500 αργότερα μειώθηκε περί το ήμισυ μετά από αφαιρέσεις σε υλικά και εργασία. Μέχρι σήμερα να σημειωθεί ότι καταβάλαμε στην Εναγόμενη ένα ποσό κοντά στις €540.
  103. Ποτέ μας δεν προσπαθήσαμε ή είχαμε σκοπό να στερήσουμε από την Εναγομένη τη δίκαια και συμφωνημένη αμοιβή της για την εργασία της. Παρ' όλα αυτά τόσο εγώ όσο και η σύζυγος μου νοιώθουμε πραγματικά ότι έχουμε εξαπατηθεί από την Εναγόμενη με αποτέλεσμα να έχουμε υποστεί ζημιά.
  104. Ενώ η οικία μας με βάση την αρχική συμφωνία έπρεπε να αποπερατωθεί στις 30/09/2013 αποπερατώθηκε στις 30/03/2015, δηλαδή με καθυστέρηση 19 μηνών. Το διάστημα αυτό διαμέναμε στην οικία μας στο Πλατύ Αγλαντζιάς. Την οικία μας αυτή είχαμε σκοπό να ενοικιάσουμε αμέσως μετά που θα μετακομίζαμε στη νεόδμητη οικία μας στο χωριό Γέρι με σκοπό να αποκομίσουμε έσοδα από ενοίκιο τα οποία θα μας βοηθούσαν να μειώσουμε και τον δανεισμό μας στην Τράπεζα. Την οικία τελικά την ενοικιάσαμε αμέσως μετά που μετακομίσαμε στη νέα μας οικία στο Γέρι.
  105. Με την παρούσα αγωγή εγείρεται ως αξίωση η καθυστέρηση της Εναγόμενης στην παράδοση της κατοικίας μας ένεκα αντισυμβατικής και αμελούς συμπεριφοράς και η οποία είχε ως αποτέλεσμα να υποστούμε ζημιά την οποία ουσιαστικά υπολογίσαμε στην βάση των ενοικίων που χάσαμε λόγω αυτής της καθυστέρησης και η οποία ζημιά ανέρχεται περίπου στις €21,
  106. Η ανταπαίτηση μου στην αγωγή XXXXX/15 δεν συμπεριλαμβάνει αξίωση για την καθυστέρηση στην αποπεράτωση της οικίας μας από την Εναγόμενη. Η ανταπαίτηση μου στην αγωγή XXXXX/15 αφορά μόνο τα εξής: α) ποσό €18,000 το οποίο αφορά ποσό χρημάτων που παρέδωσα στην Εναγομένη στο πλαίσιο των δοσοληψιών μας με σκοπό να έλθει να προβεί σε εργασίες στην οικία μας, πράγμα το οποίο τελικά δεν έπραξε. β) ποσό €54.106,20 ένεκα παράβασης της πρώτης τροποποιητικής συμφωνίας δυνάμει της οποίας η Εναγόμενη υποσχέθηκε έκπτωση 20% σε όλο το κόστος των εργασιών από το σημείο της πρώτης τροποποιητικής συμφωνίας και μετά.
  107. Η πρώτη τροποποιητική συμφωνία προέκυψε ως εξής με την Εναγομένη: i. Κατά την διάρκεια εκτέλεσης της εργολαβικής συμφωνίας, περί τον Σεπτέμβριο του 2013, ο κ. XXXXX Γαβριάς, ο διευθυντής της Εναγομένης ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της Εναγομένης, μας παρακάλεσε όπως ανεχτούμε μία μικρή καθυστέρηση στην αποπεράτωση της οικίας μας, 7 μηνών, δηλαδή αντί να παραδοθεί η οικία μας στις 30/09/2013 να παραδοθεί την πρώτη εβδομάδα Μαΐου
  108. Ο κος Γαβριάς μας παρακάλεσε να μην απαιτήσουμε πληρωμή οποιοσδήποτε αποζημίωσης παρά το γεγονός ότι υπήρχε ρήτρα αποζημίωσης λόγω καθυστέρησης στην οικοδομική συμφωνία και παρά το γεγονός ότι μας είχε δώσει εγγυητική ύψους €93,
  109. ii. Σαν αντάλλαγμα η Εναγόμενη υποσχέθηκε όπως μας παράσχει έκπτωση περί το 20% επί του ποσού των οικοδομικών εργασιών που θα χρειαζόταν η οικία μας από εκείνο το σημείο και έπειτα. Αυτό αποτέλεσε την πρώτη τροποποιητική συμφωνία μεταξύ μας και της Εναγόμενης και η οποία αποτελεί τη βάση της ανταπαίτησης μας στην αγωγή XXXXX/2015 καθότι η Εναγόμενη αρνήθηκε να μας κάνει την έκπτωση που μας υποσχέθηκε. iii. Η Εναγόμενη όμως παρέβηκε την πρώτη τροποποιητική συμφωνία καθότι πρώτον δεν μας παρείχε την έκπτωση του 20% που μας υποσχέθηκε και η καθυστέρηση στην οικία μας δεν διήρκησε 7 μήνες αλλά 19 μήνες.
  110. Ο λόγος που δεν συμπεριλήφθηκε η αξίωση μας για την καθυστέρηση, στην ανταπαίτηση μου στην αγωγή XXXXX/15 οφείλεται σε δικονομικό πρόβλημα το οποίο δεν επέτρεπε την προσθήκη της συζύγου μου στην αγωγή XXXXX/15 ως εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγουσα στην ανταπαίτηση.
  111. Οι λόγοι που η σύζυγος μου ήταν ανάγκη να συμπεριληφθεί στην παρούσα αγωγή ως Ενάγουσα στην αξίωση μας για αποζημιώσεις λόγω καθυστέρησης είναι οι εξής: i. Το τεμάχιο γης στο οποίο οικοδομήθηκε η οικία μας και κατ' επέκταση η οικία μας στο χωριό Γέρι άνηκε κατά πάντα ουσιώδη στη σύζυγο μου. ii. Επίσης η δεύτερη οικία μας στην Αγλαντζιά που αναφέρεται στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης άνηκε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην σύζυγο μου, Ενάγουσα
  112. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα 1 μπόρεσε και προέβη στην ενοικίαση της κατοικίας μας στην Αγλαντζιά μετά που αποπερατώθηκε η οικία μας στο Γέρι από την Εναγόμενη, και η Ενάγουσα 1 εισέπραττε τα ενοίκια. Επισυνάπτεται το ενοικιαστήριο ως Τεκμήριο
  113. iii. Η ζημία ένεκα της καθυστέρησης της Εναγομένης υπολογίζεται και συναρτάται στη βάση των απολεσθέντων ενοικίων της οικίας μας στο Πλατύ Αγλαντζιάς, η οποία άνηκε στη σύζυγο μου, Ενάγουσα
  114. iv. Ως εκ τούτου η σύζυγος μου ήταν αναγκαίο να συμπεριληφθεί ως Ενάγουσα στην αγωγή μας εναντίον της Εναγομένης για την καθυστέρηση στην αποπεράτωση της οικίας μας. v. Κατόπιν νομικής συμβουλής των Δικηγόρων μου, χωρίς την συμπερίληψη της συζύγου μου ενδεχομένως να είχαμε πρόβλημα να αποδείξουμε την πλήρη έκταση της ζημιάς που υπεστήκαμε εξαιτίας της αντισυμβατικής και της αμελούς συμπεριφοράς της Εναγομένης.
  115. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρούσα αγωγή είναι συναφής με την αγωγή XXXXX/15 και την εκεί ανταπαίτηση καθώς και οι δύο υποθέσεις βασίζονται στο ίδιο πλέγμα γεγονότων, όμως το αίτημα και η αξίωση στην παρούσα αγωγή είναι διαφορετική με την αξίωση που εγείρεται με την ανταπαίτηση στην αγωγή XXXXX/
  116. Διαφορετικοί ακόμη είναι και οι διάδικοι.
  117. Eξ' όσων με πληροφορούν οι Δικηγόροι μου όλες οι ανησυχίες της Εναγομένης μπορούν να εξαλειφθούν με τη συνεκδίκαση της παρούσας αγωγής με την αγωγή XXXXX/
  118. Ένεκα των πιο πάνω ενίσταμαι στην Αίτηση της Αιτήτριας εταιρείας και ζητώ από το Σεβαστό Δικαστήριο όπως απορρίψει όλα τα αιτητικά στην αίτηση της Αιτήτριας με έξοδα εναντίον της.». Σημειώνω ότι στην υπό κρίση αίτηση στην παρούσα υπόθεση, δεν υπήρξε αντεξέταση ουδενός εκ των ενόρκως δηλούντων. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, με την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων προς το Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο ημερ. 28.2.
  119. Κατά την ίδια δικάσιμο, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επεσήμαναν προφορικά πού είναι το κέντρο βάρους των εκατέρωθεν τοποθετήσεών τους. ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. Από τις ως άνω καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις και από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων, αναδύεται ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κατά το χρόνο που το παρόν Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει επί της υπό κρίση αίτησης, εκκρεμούσαν, και εξακολουθούν μέχρι τώρα που εκδίδεται η παρούσα απόφαση να εκκρεμούν, δύο αγωγές μεταξύ των προσώπων που εμφαίνονται ως διάδικοι στην παρούσα υπόθεση꞉ αφενός, η αγωγή XXXXX/2015 (στο εξής «η πρώτη αγωγή»), αφετέρου η παρούσα αγωγή αρ. 880/2018 που είναι η δεύτερη κατά χρονική σειρά καταχωρηθείσα꞉ Χρονικά, η πρώτη αγωγή, αρ. XXXXX/2015 (βλ. αντίγραφο του κλητηρίου ως το Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ Χ. Γαβριά), καταχωρήθηκε στις 17.12.2015, ενώ η δεύτερη αγωγή, αρ. 880/2018 (βλ. παρούσα αγωγή), καταχωρήθηκε στις 30.3.
  120. Σε ό,τι αφορά τους διαδίκους꞉ Στην πρώτη αγωγή, οι Ενάγοντες είναι ακριβώς το ίδιο νομικό πρόσωπο που ενάγεται στη δεύτερη αγωγή, ήτοι οι NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LTD (HE 74760) ως Εναγόμενοι. Στην πρώτη αγωγή, Εναγόμενος είναι ένα μόνο φυσικό πρόσωπο, ο κ. XXXXX Τουμάζος, ο οποίος στη δεύτερη αγωγή ενεργεί προσωπικά ως Ενάγων αρ.
  121. Στη δεύτερη αγωγή ενεργεί ως Ενάγουσα αρ. 1 η κα XXXXX Τουμάζου, η οποία δεν είχε θέση διάδικου στην πρώτη αγωγή. Είναι όμως σύζυγος του κ. XXXXX Τουμάζου που ήταν ο Εναγόμενος στην πρώτη αγωγή. Σημειωτέον ότι στην παρα. 2 της Ε/Υ και Ανταπαίτησης στην πρώτη αγωγή, ο κ. XXXXX Τουμάζος δικογράφησε τον ισχυρισμό ότι «ήταν εις γνώσιν της Ενάγουσας [NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LTD] ότι ο ίδιος υπέγραψε την οικοδομική σύμβαση ως αντιπρόσωπος της συζύγου του και ιδιοκτήτριας του έργου, κ. XXXXX Τουμάζου, ως εκ τούτου κακώς εγείρεται η παρούσα αγωγή εναντίον του». Σε ό,τι αφορά την αντιδικία μεταξύ των πιο πάνω μερών τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη αγωγή, υπάρχει κοινό πραγματικό υπόβαθρο, εφόσον αυτή αναφύεται μέσα από τα γεγονότα που περιβάλλουν την εκτέλεση σύμβασης εργολαβίας, ημερ.10.2.2012, για την ανέγερση οικίας στο Γέρι, η οποία υπεγράφη από τον κ. XXXXX Τουμάζο ως Εργοδότη του Έργου και από τον κ. Χ. Γαβριά ως Εργολάβο (βλ. Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ Χ. Γαβριά), η οποία οικία επρόκειτο να ανεγερθεί σε ιδιόκτητο τεμάχιο γης της κας XXXXX Τουμάζου - Ενάγουσας αρ. 1 στην δεύτερη αγωγή 880/2018 και συζύγου του Εναγομένου στην πρώτη αγωγή XXXXX/2015 (βλ. παρα. 4 του κλητηρίου εντάλματος της 880/2018). Αποτελεί επίσης κοινό πραγματικό υπόβαθρο στις δύο αγωγές ο ισχυρισμός ότι η επίδικη σύμβαση εργολαβίας είχε αρχικά προδιαγράψει ως ημερομηνία συμπλήρωσης του έργου την «30.9.2013» (βλ. παρα. 10 του κλητηρίου στην πρώτη αγωγή XXXXX/2015 και αντίστοιχα την παρα. 8Α του κλητηρίου εντάλματος της 880/2018). Εν τέλει, ο αρχιτέκτονας του έργου πιστοποίησε τη συμπλήρωσή του έργου στις «30.3.2015». Η πρώτη αγωγή (αρ. XXXXX/15) εκκινεί από το γεγονός ότι ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδωσε στις 30.6.2015 το επίδικο στην εν λόγω πρώτη αγωγή «Πιστοποιητικό Πληρωμής αρ. 15» για το υπόλοιπο που κατ' ισχυρισμόν όφειλε ο εργοδότης του έργου (Εναγόμενος XXXXX Τουμάζου) βάσει υπολογισμών του επιμετρητή ποσοτήτων κατά τη συμπλήρωση του έργου. Επειδή ο κ. XXXXX Τουμάζου παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να εξοφλήσει το εν λόγω Πιστοποιητικό Πληρωμής, ηγέρθηκε από την εργολήπτρια εταιρεία η εν λόγω πρώτη αγωγή αρ. XXXXX/15 εναντίον του ως του αντισυμβαλλόμενού της στη σύμβαση εργολαβίας για να εισπράξει το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο €89.137,67σ. πλέον τόκους και έξοδα (βλ. παρα. 16 του κλητηρίου της XXXXX/15 που είναι Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ Χ. Γαβριά). Η γραμμή υπεράσπισης του Εναγόμενου XXXXX Τουμάζου στην πρώτη αγωγή ήταν ότι η Ενάγουσα αρχικά ανέλαβε να ολοκληρώσει το έργο μέχρι 30.9.2013 επιδεικνύοντας επιμέλεια και προσοχή, υπόσχεση την οποία δεν τήρησε και ζήτησε παράταση 8 μηνών, με την οποία παράταση ο Εναγόμενος συμφώνησε υπό τον όρο παραχώρησης σε αυτόν έκπτωσης 20%, ισόποσης με €54.106,20σ., υπόσχεση που και πάλιν δεν τήρησε η Ενάγουσα, καταλήγοντας να ολοκληρώνει με ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση το έργο στις 30.3.2015, χωρίς μάλιστα να λογαριάσει προς όφελος του Εναγομένου τη συμφωνηθείσα έκπτωση. Εφόσον υπήρξαν δύο τροποποιητικές συμφωνίες, το επίδικο Πιστοποιητικό αρ 15 που εξέδωσε ο αρχιτέκτονας δεν αποτελεί βάση πληρωμής την οποία να αναγνωρίζει ο Εναγόμενος κ. Τουμάζος. Η ανταπαίτηση του κ. XXXXX Τουμαζου εγείρεται κατ' επίκληση παράβασης των τροποποιητικών συμφωνιών από μέρους της Ενάγουσας και παράλειψης της να εκτελέσει τις εργασίες διόρθωσης πλημμελειών που της είχε υποδείξει ο Αρχιτέκτονας ότι υπήρχαν στο έργο κατά το χρόνο συμπλήρωσής του. Η δεύτερη αγωγή έχει ως σημείο αφετηρίας την ισχυριζόμενη παράβαση της σύμβασης εργολαβίας από μέρους της Ενάγουσας της πρώτης αγωγής. Επικαλούμενοι ακριβώς την καθυστέρηση που υπήρξε από πλευράς του εργολάβου από 30.9.2013 μέχρι 30.3.2015 στην αποπεράτωση της νέας οικίας τους στο Γέρι, οι Ενάγοντες αξιώνουν «από κοινού και/ή κεχωρισμένα» (βλ. παρα. 12 και 18 του κλητηρίου της δεύτερης αγωγής) ποσό €21.850 ως ζημιά που υπέστηκαν, εξαιτίας της πιο πάνω καθυστέρησης την οποία αποδίδουν σε αμέλεια του εργολάβου (βλ. λεπτομέρειες ως η παρα. 11 του κλητηρίου της αγωγής 880/18), η οποία είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί η Ενάγουσα αρ. 1 «ή/και» ο Ενάγων αρ. 2 (βλ. παρα. 12Γ του κλητηρίου) να επωφεληθεί/ούν της ενοικιαστικής αξίας που είχε άλλη ιδιόκτητη οικία της Ενάγουσας αρ. 1 στην Αγλαντζιά, η οποία θα ενοικιαζόταν προς €1.150 το μήνα, εάν το έργο συμπληρωνόταν κανονικά μέχρι 30.9.2013 και μετακόμιζαν οι Ενάγοντες στην νέα οικία στο Γέρι. Τα ενοίκια αυτά θα αποτελούσαν εισόδημα που οι Ενάγοντες 1 και 2 σκόπευαν να καταβάλλουν έναντι «κοινού δανείου» που συνήψαν για την ανέγερση της νέας οικίας στο Γέρι (βλ. παρα. 15 του κλητηρίου της δεύτερης αγωγής). Επομένως, πέραν της απώλειας των ενοικίων, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν ως ζημιά και τη χρέωση τόκου 5,75% για κάθε ποσό ενοικίου που δεν κατέστησαν ικανοί να καταβάλουν έναντι του δανείου τους ως περιγράφεται στην παρα. 15 του κλητηρίου της 880/
  122. Όσον αφορά την πορεία των δύο αγωγών ενώπιον του Δικαστηρίου και τα ένδικα διαβήματα που έγιναν εκατέρωθεν από τότε που καταχωρήθηκε η πρώτη αγωγή (17.12.2015) μέχρι τις 13.11.2019 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση διαγραφής της δεύτερης αγωγής, καταγράφονται τα εξής γεγονότα꞉ Στις 23.2.2016, οι Ενάγοντες στην πρώτη αγωγή XXXXX/15 αιτήθηκαν Συνοπτική απόφαση εναντίον του Εναγόμενου XXXXX Τουμάζου (βλ. Τεκμήριο 3 Ε/Δ Γαβριά). Στις 16.5.2016 καταχωρήθηκε η Ένσταση του κ. Τουμαζου, με την οποία ζητούσε άδεια του Δικαστηρίου να του δοθεί δικαίωμα καταχώρισης Υπεράσπισης (βλ. Τεκμήριο 4 Ε/Δ Γαβριά). Στις 16.9.2016 το Δικαστήριο (Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ.) έδωσε την άδεια για Υπεράσπιση (βλ. Τεκμήριο 5 Ε/Δ Γαβριά). Στις 29.9.2017 καταχωρήθηκε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από τον κ. XXXXX Τουμάζο (βλ. Τεκμήριο 6 Ε/Δ Γαβριά). Στις 16.2.2018 η εργολάβος εταιρεία (Ενάγουσα) καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε διαγραφή ορισμένων παραγράφων της Ε/Υ (και κατ' ουσίαν ολόκληρης της ανταπαίτησης ως ενοχλητικών (βλ. Τεκμήριο 7 της Ε/Δ Γαβριά). Παρεμβάλλονται εδώ διαβήματα που αφορούν στην έναρξη της δεύτερης αγωγής։ Στις 30.3.2018 καταχωρείται από τον XXXXX Τουμάζο, από κοινού με τη σύζυγό του XXXXX Τουμάζου, η δεύτερη αγωγή (αρ. 880/2018), χωρίς όμως να επιδοθεί στην εργολάβο - ενάγουσα της πρώτης αγωγής (βλ. Τεκμήριο 8 Ε/Δ Γαβριά). Συνεχίζει να είναι ανεπίδοτη η αγωγή 880/18, όταν τις 5.7.2018 ο XXXXX Τουμαζος καταχώρησε την ένσταση του στην αίτηση της Ενάγουσας εργολάβου στην πρώτη αγωγή για διαγραφή της Ε/Υ του κ. Ο. Τουμάζου. Συνεχίζει να μην έχει αποκαλυφθεί η έγερση της αγωγής 880/18 προς την εργολάβο - Ενάγουσα της πρώτης αγωγής ή/και προς το Δικαστήριο (υπό τη σύνθεση της κας Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ) μέχρι και τις 14.12.2018, όπου το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση διαγραφής της Ε/Υ και ανταπαίτησης (βλ. Τεμήριο 9 Ε/Δ Γαβριά). Στις 24.1.2020 οι Ενάγοντες XXXXX και XXXXX Τουμάζου στη δεύτερη αγωγή αρ. 880/2018 τροποποίησαν μονομερώς το κλητήριο ένταλμα δυνάμει της Δ.25, θ.1

(2), βάσει της οποίας δεν χρειαζόταν άδεια του Δικαστηρίου σε εκείνο το στάδιο, εφόσον το αρχικό κλητήριο δεν είχε ακόμη επιδοθεί στην Εναγόμενη εταιρεία - Ενάγουσα της πρώτης αγωγής. Στις 26.3.2019 επιδόθηκε για πρώτη φορά στην Εναγόμενη η αγωγή αρ. 880/2018 (βλ. Ε/Δ επίδοσης στο φάκελο του Δικαστηρίου.) Στις 4.4.2019 η Εναγόμενη στην αγωγή 880/2018 καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Στις 30.5.2019 οι Ενάγοντες στη δεύτερη αγωγή 880/2018 καταχώρησαν αίτηση για απόφαση λόγω μη υπεράσπισης, την οποία αίτηση επέδωσαν στην Εναγόμενη στις 7.10.
  1. Στις 10.10.2019 εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι συνήγοροι των διαδίκων της αγωγής 880/2018 και δόθηκε άδεια στο συνήγορο της Εναγόμενης να καταχωρήσει Ε/Υ ή οποιαδήποτε άλλη ενδιάμεση αίτηση το αργότερο μέχρι 14.11.
  2. Στις 13.11.2019 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Δεν υπήρξε μέχρι σήμερα καταχώριση αίτησης συνένωσης της πρώτης (XXXXX/15) και δεύτερης αγωγής (880/18) από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ. Μελέτησα με προσοχή τις ικανές αγορεύσεις των συνηγόρων. Σκιαγραφώ πιο κάτω τη νομική επιχειρηματολογία τους με αναφορά στις αυθεντίες στις οποίες παραπέμπουν. Κατ' αρχάς, ο συνήγορος της Εναγόμενης - Αιτήτριας, επισημαίνει ότι το τί καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η έγερση και προώθηση της παρούσας αγωγής (αρ. 880/2018) ως της «δεύτερης» κατά σειρά αγωγής για τα ίδια γεγονότα συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους των εδώ Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση. Το ότι οι δύο αυτές αγωγές είναι άμεσα συνυφασμένες αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός το οποίο αποδέχονται και οι δύο πλευρές ως διαφαίνεται και από την παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης όπου γίνεται ρητή παραδοχή ότι «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρούσα αγωγή είναι συναφής με την αγωγή XXXXX/2015 και την εκεί ανταπαίτηση.». Στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια παραπονείται για κατάχρηση της διαδικασίας στην βάση του κανόνα στην αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson, 1843-1860, All ER Rep 378, στη βάση του άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, αλλά και στην βάση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να αναστέλλει καταχρηστικές συμπεριφορές. Τονίζει ο συνήγορος της Αιτήτριας ότι ο κανόνας στην Henderson, παρότι σε πολλές περιπτώσεις, τόσο σε Αγγλικές αλλά και σε Κυπριακές αποφάσεις, αναφέρεται σε υποθέσεις που αφορούν δεδικασμένο (res judicata, είτε action estoppel είτε issue estoppel), εντούτοις είναι ένας κανόνας που επενεργεί από μόνος του. Ο κανόνας στην Henderson και το δεδικασμένο είναι στην ουσία ξεχωριστά, παρά το ότι σε πολλές περιπτώσεις ενεργούν επικαλυπτικά (they overlap). Παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος στα λεγόμενα του Lord Bingham στην απόφαση στην υπόθεση Barrow v. Bankside Members Agency Limited,
(1996)1 All ER 981, όπου επεξηγείται, αφενός, το σκεπτικό πίσω από τον κανόνα Henderson και, αφετέρου, αναλύεται το πως διαφέρει ο κανόνας αυτός από το δόγμα του δεδικασμένου: «The principal justification for the rule in Henderson's case is the desirability of avoiding a multiplicity of proceedings and of bringing a certain end to litigation.» και «The rule in Henderson v Henderson ... requires the parties, when a matter becomes the subject of litigation between them in a court of competent jurisdiction, to bring their whole case before the courts so that all aspects of it may be finally decided.... once and for all. In the absence of special circumstances, the parties cannot return to the court to advance arguments, claims or defences which they could have put forward for decision on the first occasion, but failed to raise. The rule is not based on the doctrine of res judicata in a narrow sense, nor even on any strict doctrine of issue or cause of action estoppel. It is a rule of public policy based on the desirability, in the general interest as well as that of the parties themselves, that litigation should not drag on for ever and that a defendant should not be oppressed by successive suits when one would do. That is the abuse at which the rule is directed.» (Η υπογράμμιση είναι του συνηγόρου της Αιτήτριας.) Μεταφράζω ελεύθερα και συμπυκνώνω συγχρόνως το πιο πάνω απόσπασμα, το οποίο παραθέτει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιήτριας։ Ο κανόνας Henderson δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά, δηλ. στενά, κατά τρόπο που να ταυτίζεται με το κώλυμα λόγω αιτίας ή βάσης αγωγής. Είναι κανόνας δημοσίας τάξεως, ο οποίος βασίζεται στην επιθυμία, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος αλλά και προς το συμφέρον των ιδίων των διαδίκων, να μην σύρεται η αντιδικία επί μακρόν και να μην καταπιέζεται ο εναγόμενος με απανωτές αγωγές, όταν μία μόνο θα αρκούσε για να επιλυθούν στο πλαίσιό της όλα τα θέματα. Προς επίρρωση της θέσης του, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας στην βάση του κανόνα της Henderson δεν προϋποθέτει απαραίτητα να υπάρχει δεδικασμένο, ο συνήγορος της Αιτήτριας παραπέμπει επίσης στην Αγγλική υπόθεση Spire Healthcare Ltd v. Brooke
(2016)EWHC 2828 (QB), όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «As pointed out above, the wider concept of abuse of process, arising originally from Henderson v Henderson, covers cases which do not fall squarely within the principles of res judicata (cause of action estoppel and issue estoppel). It is designed to cover those cases where in later proceedings, issues are raised which could and should have been, but were not, raised in earlier proceedings.» Μεταφράζοντας και πάλιν ελεύθερα και συμπυκνώνοντας το πιο πάνω απόσπασμα, αυτό το οποίο αποφασίζεται στην προμνησθείσα υπόθεση είναι ότι ο κανόνας στην Henderson έχει ευρύτερη εφαρμογή απ' ό,τι το δεδικασμένο, διότι σχεδιάστηκε κατά τρόπο που να εφαρμόζεται σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου επίδικα θέματα τα οποία εγείρονται σε μεταγενέστερες δικαστικές διαδικασίες θα μπορούσαν και έπρεπε να είχαν εγερθεί σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες. Ο συνήγορος της Αιτήτριας παραπέμπει επίσης στην Αγγλική απόφαση του Court of Appeal στην Johnson v. Gore Wood & Co.
(2002)2 AC, την οποία χαρακτηρίζει ως «την σύγχρονη αυθεντία σχετικά με τον κανόνα της Henderson». Επεξηγούνται στο σχετικό απόσπασμα οι κίνδυνοι που στοχεύει να αντιμετωπίσει ο κανόνας αυτός και η εξουσία και ευθύνη του Δικαστηρίου στην καταστολή τους: «Held:
(1)allowing the appeal, that there was a public interest in the finality of litigation and in a defendant not being vexed twice in the same matter; but that whether an action was an abuse of process as offending against that public interest should be judged broadly on the merits taking account of all the public and private interests involved and all the facts of the case, the crucial question being whether the plaintiff was in all the circumstances misusing or abusing the process of the court» Και «One of the main reasons for the rule in Henderson v Henderson is the prevention of the risk that different courts seized of different actions dealing with the same subject matter and raising the same issues will come to different conclusions.» και «Henderson v Henderson abuse of process, ... although separate and distinct from cause of action estoppel and issue estoppel, has much in common with them.» και «It may very well be, as has been convincingly argued (Watt, "The Danger and Deceit of the Rule in Henderson v Henderson: A new approach to successive civil actions arising from the same factual matter"
(2000)19 CLJ 287 ), that what is now taken to be the rule in Henderson v Henderson has diverged from the ruling which Wigram V-C made, which was addressed to res judicata. But Henderson v Henderson abuse of process, as now understood, although separate and distinct from cause of action estoppel and issue estoppel, has much in common with them. The underlying public interest is the same: that there should be finality in litigation and that a party should not be twice vexed in the same matter. This public interest is reinforced by the current emphasis on efficiency and economy in the conduct of litigation, in the interests of the parties and the public as a whole. The bringing of a claim or the raising of a defence in later proceedings may, without more, amount to abuse if the court is satisfied (the onus being on the party alleging abuse) that the claim or defence should have been raised in the earlier proceedings if it was to be raised at all. I would not accept that it is necessary, before abuse may be found, to identify any additional element such as a collateral attack on a previous decision or some dishonesty, but where those elements are present the later proceedings will be much more obviously abusive, and there will rarely be a finding of abuse unless the later proceeding involves what the court regards as unjust harassment of a party. και «Once the abuse of process has been shown, the court has a duty to put an end to it by striking the action out unless in the exercise of its discretion it concludes that its duty to do so is outweighed by other considerations.» (Η υπογράμμιση είναι του συνηγόρου της Αιτήτριας.) Τονίζει ο συνήγορος της Αιτήτριας ότι ο κανόνας στην Henderson δεν απαιτεί να έχει ήδη εκδοθεί απόφαση στην πρώτη δικαστική διαδικασία, αλλά ούτε να υπάρχει ταύτιση διαδίκων, όπως δηλαδή απαιτείται για το δεδικασμένο. Για το ότι δεν απαιτείται να έχει ήδη εκδοθεί απόφαση στην πρώτη δίκη, ο κ. Δημητρίου παραπέμπει στην απόφαση Johnson v. Gore Wood & Co.
(2002)2 AC, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Thus the abuse in question need not involve the reopening of a matter already decided in proceedings between the same parties, as where a party is estopped in law from seeking to relitigate a cause of action or an issue already decided in earlier proceedings, but, as Somervell LJ put it in Greenhalgh v Mallard [1947] 2 All ER 255, 257, may cover: "issues or facts which are so clearly part of the subject-matter of the litigation and so clearly could have been raised that it would be an abuse of the process of the court to allow a new proceeding to be started in respect of them.». Σε σχέση με το ότι δεν απαιτείται η ταύτιση διαδίκων μεταξύ των δύο αγωγών, ο κ. Δημητρίου παραπέμπει στην απόφαση Samuel v. Samuel & Ors
(2018)EWHC 3513, όπου το Δικαστήριο βρέθηκε αντιμέτωπο με δύο αγωγές, στις οποίες οι διάδικοι δεν ήταν οι ίδιοι. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ενδεικτικό: «
  1. In October 2012 Christopher (acting through Edwards Duthie solicitors) issued a probate claim in the Chancery Division. The relief sought is substantially same as that now sought by Merlina. Syleta and Elan were the First and Second Defendants to that claim. Merlina was the Third Defendant. Jepeth, Carlos and Carlton were the Fourth, Fifth and Sixth Defendants respectively.
  2. The only substantive difference between the two claims (apart from the fact that Christopher was Claimant in one and Merlina in the other) is that Christopher was seeking a declaration that the Deceased had died intestate, whereas Merlina is seeking to propound an earlier purported will dated 3 March 2003 under which the Deceased left the residue of her estate to be divided as to 30% to Syleta, 30% to Elan, 15% to Christopher, 15% to Merlina and 10% to Japeth.» (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι του συνηγόρου της Αιτήτριας.) Το Δικαστήριο στην προαναφερόμενη Samuel απέρριψε την δεύτερη αγωγή στην οποία ήταν Ενάγουσα η Merlina, αποφασίζοντας ότι υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας στην βάση του κανόνα της Henderson, διότι η Merlina δεν έθεσε υπόψιν του Δικαστηρίου με οποιονδήποτε επίσημο τρόπο ότι είχε και άλλη απαίτηση, ενώ αν ενημέρωνε το Δικαστήριο περί τούτου, το Δικαστήριο δυνατό να αποφάσιζε για όλα τα θέματα. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής: «
  3. In my view, Merlina has misused the process of the court. She did not put the court on notice in any formal way in 2012 or 2013 that she was herself claiming any remedy relating to the grant of probate. Had she done so, the court would have been alerted to the fact that there was another claim. It would then have been in a position to ensure that all claims relating to the estate were determined.» και «
  4. Relief might have been granted to Merlina, if she had returned to court promptly after finding out that Christopher's claim was compromised and not being pursued. At that point the court would have looked at all the circumstances and considered in effect whether to grant relief from sanction. It is in my view a misuse of court procedure for Merlina to bring a second almost identical claim having been a party to the first, relying on the same expert evidence, and having known of the broad facts giving rise to the claim. That is open to the objection that a second claim is being brought where one should have sufficed; to a defendant being twice vexed; to court resources having to deal with the same claim a second time and to all this being pursued, in effect, free from sanction.
  5. For those reasons I dismiss this second claim as an abuse of process.». (Η υπογράμμιση είναι του συνηγόρου της Αιτήτριας.) (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Επιπρόσθετα, στην απόφαση στην Αγγλική υπόθεση Bradford and Bingley Building Society v. Seddon
(1999)1 WLR 1482, όπου το Δικαστήριο εξέτασε τον κανόνα στην Henderson σε σχέση με περιπτώσεις όπου τα διάδικα μέρη στις δύο αγωγές δεν είναι τα ίδια και έκρινε ότι όπου τούτο είναι πρακτικά εφικτό, κατά γενικό κανόνα, όλα τα πρόσωπα που είναι να εναχθούν, θα πρέπει να ενάγονται κατά τον ίδιο χρόνο και στην ίδια δικαστική διαδικασία. Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «In my view, it is now well established that the Henderson rule, as a species of the modern doctrine of abuse of process, is capable of application where the parties in which the issue is raised are different from those in earlier proceedings. Indeed, it is inherent in Sir James Wigram V.-C.'s reasoning that, as a general rule, all persons who are to be sued should be sued at the same time and in the same proceedings where such a course is reasonably practicable, and whenever it is so and is not taken then, in an appropriate case the rule may be invoked so as to render the second action an abuse; see e.g., Yat Tung Investment Co. Ltd. v Dao Heng Bank Ltd. [1975] A.C. 581 ..» Στην προαναφερόμενη Johnson εξετάστηκε το κατά πόσο ο κανόνας στην Henderson επεκτείνεται και στα «privies» του διάδικου στην προγενέστερη αγωγή. Απαντώντας το ερώτημα καταφατικά, το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «The Court of Appeal was correct to hold that the rule in Henderson v Henderson 3 Hare 100 applies to a privy of the claimant in the first action as it would to the claimant himself and that the plaintiff was a privy of Westway Homes Ltd ("WWH") for the purposes of the rule. As to privity generally, an abuse of process objection based on relitigation may be taken against a person who is a privy of the original claimant in the sense of having a common interest in the determination of the original action». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Για το ποιοι νοούνται ως «privies», ο συνήγορος της Αιτήτριας παραπέμπει στο ακόλουθο απόσπασμα από το Halsbury's Laws of England, 4th edition, volume 16, σελίδα 198, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «Privies are of three classes: 1) privies in blood, as ancestor and heir; 2) privies in law as (formerly) tenant by the courtesy or a dower and others than come in by any act of law, as testator and executor, intestate and administrator, bankrupt and trustee in bankruptcy; 3) privies in estate or interest, for example testator and devisee, vendor and purchaser, landlord and tenant, a husband and his wife claiming under his title and e converso, successive incumbents of the same benefice, assignor and assignee of a bond, and the employee of a corporation defending an action of trespass at the cost of his employers and justifying under their title and the corporation itself.» (Η υπογράμμιση είναι του δικηγόρου της Αιτήτριας.) Υπό το φως των ως άνω, ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας δυνάμει του κανόνα Henderson, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες που οι διάδικοι στην πρώτη και τη δεύτερη δικαστική διαδικασία δεν είναι οι ίδιοι, εφόσον τους συνδέει σχέση «privy» απορρέουσα από το γεγονός ότι είναι σύζυγοι, ή αντλούν συμφέρον από κοινό τίτλο ιδιοκτησίας ή έχουν συμφέρον σε κληρονομική διαδοχή ή άλλως πως, με αποτέλεσμα τα θέματα για τα οποία ενάγει ο διάδικος στη δεύτερη διαδικασία να μπορούσαν ή/και να έπρεπε να είχαν εγερθεί από τον privy του (εν προκειμένω από το σύζυγό του) στην πρώτη διαδικασία. Το ότι η παρούσα αγωγή (αρ. 880/18), ως δεύτερη κατά σειρά δικαστική διαδικασία, κινήθηκε και παρέμεινε σε αδράνεια, ήτοι δεν επιδόθηκε από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν αποκαλύφθηκε η ύπαρξή της στο Δικαστήριο που εκδίκαζε την 1η δικαστική διαδικασία (ήτοι την αγωγή αρ. XXXXX/15), ο συνήγορος της Εναγόμενης (εδώ Αιτήτριας) το περιγράφει ως «κρυφή αγωγή». Προχωρεί ο ευπαίδευτος συνήγορος και εξηγεί ότι η έγερση ή/και διατήρηση μιας αγωγής εν κρυπτώ, αντιμετωπίζεται από τα Αγγλικά Δικαστήρια ως συνιστώσα κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας. Αποδοκιμάζεται η καταχώρηση αγωγής όταν φαίνεται ότι αυτό έγινε «για λόγους τακτικής» (tactical use of proceedings). Ειδικότερα, ο συνήγορος της Εναγόμενης - Αιτήτριας παραπέμπει στην Αγγλική αυθεντία επί του θέματος αυτού, ήτοι στην απόφαση Aldi Stores Ltd v. WSP Group Plc.
(2007)EWCA Civ 1260, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «However, for the future, if a similar issue arises in complex commercial multi-party litigation, it must be referred to the court seized of the proceedings. It is plainly not only in the interest of the parties, but also in the public interest and in the interest of the efficient use of court resources that this is done. There can be no excuse for failure to do so in the future.» Επισημαίνει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας, ότι μέσω του πιο πάνω αποσπάσματος γεννήθηκε το λεγόμενο «Aldi requirement», όπου επιβάλλεται σε ένα διάδικο να ειδοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει πρόθεση να κινήσει και άλλη αγωγή (put the court on notice) και όχι να κρατήσει κρυφή την αγωγή (keep a claim up his sleeve). Στην επίσης Αγγλική υπόθεση Stuart v. Goldberg Linde
(2008)1 WLR 823, έγινε εκτενής αναφορά στον κανόνα στην Henderson και επακόλουθα στο «Aldi requirement» ως εξής: «Secondly, as Aldi again makes clear and as the Master of the Rolls stresses, a claimant who keeps a second claim against the same defendant up his sleeve while prosecuting the first is at high risk of being held to have abused the court's process. Moreover, putting his cards on the table does not simply mean warning the defendant that another action is or may be in the pipeline. It means making it possible for the court to manage the issues so as to be fair to both sides.» και «In the instant case, although the claimant knew that he had a potential claim for inducement to breach the contract after he received Mr Linde's witness statement in October 2000, he did not make that clear either to Mr Linde or to the court. In my opinion he should have done so and it is at least arguable that his deliberate failure not to do so for partisan tactical reasons renders this second action an abuse of the process of the court.» και «For my part, I do not think that parties should keep future claims secret merely because a second claim might involve other issues. The proper course is for parties to put their cards on the table so that no one is taken by surprise and the appropriate course in case management terms can be considered by the judge. In particular parties should not keep quiet in the hope of improving their position in respect of a claim arising out of similar facts or evidence in the future. Nor should they do so simply because a second claim may involve other complex issues. On the contrary they should come clean so that the court can decide whether one or more trials is required and when. The time for such a decision to be taken is before there is a trial of any of the issues. In this way the underlying approach of the CPR , namely that of co-operation between the parties, robust case management and disposing of cases, including particular issues, justly can be forwarded and not frustrated.» (Η υπογράμμιση είναι του συνηγόρου της Αιτήτριας.) Από την άλλη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων - Καθ'ων η αίτηση στην παρούσα αγωγή αρ. 880/18 (που είναι η δεύτερη αγωγή) περιορίζει τη γραπτή αγόρευσή του σε ανάλυση εντός του στενού πλαισίου του πότε υπάρχει δεδικασμένο (res judicata), έτσι ώστε να τίθεται ζήτημα κωλύματος έγερσης νέας αγωγής για τα ίδια επίδικα θέματα (cause of action / issue estoppel), εφόσον αυτά έχουν τελεσίδικα αποφασισθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων, τελούντων υπό την ίδια ιδιότητα (παραπέμπει συναφώς στην απόφαση ημερ. 6/12/2017, στην Πολιτική Έφεση αρ. 225/2012, Χρύσω Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακές Αερογραμμές, Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670). Δεν φαίνεται να έχει στρέψει την προσοχή του καθόλου ο κ. Μιχαήλ στον κανόνα της Henderson. Όταν όμως δόθηκε στον κ. Μιχαήλ η ευκαιρία να ακούσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο ημερ. 28.2.2020, τον κ. Δημητρίου να αναλύει τον εν λόγω κανόνα της Henderson ως αυτοδύναμο κανόνα, ο οποίος διαχωρίζεται από το δόγμα του δεδικασμένου και δύναται να τεκμηριώσει αυτοτελώς την κατάχρηση διαδικασίας, αυτός επέμεινε στη θέση που διατυπώνει στη γραπτή του αγόρευση στις παραγράφους 12 και 25 - 27, ότι꞉ «
  1. Στην παρούσα αγωγή υπάρχει επιπλέον διάδικος, η κα XXXXX Τουμάζου, η οποία απουσιάζει από την αγωγή XXXXX/15.». «
  2. Δεν μπορούσε να προστεθεί η Ενάγουσα 1 στην παρούσα αγωγή ως εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγουσα στην αγωγή XXXXX/
  3. Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας μας επιτρέπουν την προσθήκη νέου προσώπου ως συνεναγομένου σε ανταπαίτηση, δεν επιτρέπουν την προσθήκη νέου προσώπου ως συνενάγοντος. Συγκεκριμένα, η Δ.21 θ.8
(1)των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπει την προσθήκη εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενου, ο οποίος δεν ήταν μέχρι εκείνη τη στιγμή μέρος στη διαδικασία, αλλά δεν προνοεί για την προσθήκη εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγοντα/ουσας ή συνενάγοντος/γουσας με τον Εναγόμενο.». 26. Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ATHINA LEATHERGOODS LTD ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ ΑΡ. 10536 και 10537, 24 Μαΐου 2000, όπου αναφέρεται το εξής: «Το πρώτο σκέλος της πιο πάνω σύνοψης των θέσεων του εφεσείοντα εγείρει για εξέταση το πεδίο εφαρμογής του πιο πάνω θ. 8
(1)της Δ.21. Ο τελευταίος αντιστοιχεί με τον θ.11 της Δ.21 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Στο Annual Practice 1960, σελ. 505, επεξηγείται ως εξής το πεδίο εφαρμογής του πιο πάνω Αγγλικού θ.11 Δ.21: "Limitations to Counterclaim under this Rule
(1)The plaintiff must be a defendant to the counterclaim (Harris v. Gamble, 6 Ch. D. 748; Furness v. Booth, 4 Ch. D. 587), otherwise recourse must be had to 0.16A, in the case of a claim for indemnity against a co-defendant (Central African Co. v. Grove, 48 L.J. Ex. 510). But the fact that the third party could not have been a defendant to the plaintiff's claim makes no difference (Turner v. Hednesford Gas Co. 3 Ex. D. 145).
(2)This Rule does not apply where the defendant's claim against the third person is alternative only to his claim against the plaintiff, and not 'along with' it (Times Cold Storage Co. v. Lowther,
(1911)2 K.B. 100; cf. Evans v. Buck, 4 Ch. D. 432); but a claim against the plaintiff and a third person jointly or in the alternative separately is allowable (Smith v. Buskell
(1919)2 K.B. 362; see Child v. Stenninq, 7 Ch. D. 413; Dear v. Sworder, 4 Ch. D. 476).
(3)A third person not a party cannot be joined as co-plaintiff with defendant...........................................................
(4)The counterclaim under this Rule must ask for relief relating to or connected with the subject-matter of the plaintiff's claim....". Σε μετάφραση: "Περιορισμοί στην ανταπαίτηση δυνάμει του θεσμού αυτού:
(1)Ο ενάγων πρέπει να είναι εναγόμενος στην ανταπαίτηση (Harris ν. Gamble, 6 Ch. D. 748; Furness v. Booth, 4 Ch. D. 587), άλλως πρέπει να καταφύγουμε στη Δ.16Α στην περίπτωση αξίωσης για αποζημίωση εναντίον συνεναγομένου (Central African Co. ν. Grove, 48 LJ. Ex. 510). Ωστόσο το γεγονός ότι ο τριτοδιάδικος δεν μπορούσε να ήταν εναγόμενος στην αξίωση του ενάγοντα δεν κάμνει διαφορά (Turner ν. Hednesford Gas Co. 3 Ex. D. 145).
(2)Ο θεσμός αυτός δεν εφαρμόζεται εκεί που η αξίωση του εναγόμενου εναντίον του τρίτου προσώπου είναι μόνο διαζευκτική της αξίωσης του εναντίον του ενάγοντα και όχι 'μαζί με αυτή' (Times Cold Storage Co. v. Lowther,
(1911)2 K.B. 100; cf. Evans v. Buck, 4 Ch. D. 432). Ωστόσο αξίωση εναντίον του ενάγοντα και ενός τρίτου προσώπου από κοινού ή διαζευκτικά κεχωρισμένα είναι επιτρεπτή (Smith ν. Buskell
(1919)2 K.B. 362; 8λ. Child ν. Stenninq, 7 Ch. D. 413; Dear v. Sworder, 4 Ch. D. 476).
(3)Ένα τρίτο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος δεν μπορεί να συνενωθεί ως ουνεγάγων με τον εναγόμενο......
(4)Η ανταπαίτηση δυνάμει του θεσμού αυτού πρέπει να αξιώνει θεραπεία που σχετίζεται ή συνδέεται με το αντικείμενο της αξίωσης του ενάγοντα .......".» (τονισμός δικός μου)
  1. Στην παρούσα αγωγή η Ενάγουσα 1 ήταν απαραίτητο όπως ήταν συνενάγουσα με τον Ενάγοντα 2 στην αξίωση τους για αποζημίωση λόγω καθυστέρησης στην αποπεράτωση της υπό ανέγερσης οικίας τους από την Εναγόμενη (Αιτήτρια). Ο λόγος είναι ο εξής: Η Ενάγουσα 1 ήταν η ιδιοκτήτρια τόσο της υπό ανέγερσης κατοικίας στο Γέρι, όσο και της οικίας που διέμενε προηγουμένως με τον σύζυγο της Ενάγοντα 1 στο πλατύ Αγλαντζιάς. Η ζημία λόγω της καθυστέρησης στην αποπεράτωση της υπό ανέγερσης οικίας στο Γέρι από την Εναγόμενη (Αιτήτρια) συναρτάται με την ενοικιαστική αξία της οικίας της Ενάγουσας 1 στο πλατύ Αγλαντζιάς καθότι διέμενε εκεί και δεν μπορούσε να την νοικιάσει μέχρι να τελειώσει η νέα της οικία και να μετακομίσει εκεί με το σύζυγο της Ενάγοντα
  2. Η Ενάγουσα 1 ενοίκιασε την οικία της στο πλατύ Αγλαντζιάς αμέσως μετά που αποπερατώθηκε η οικία της στο Γέρι.
  3. Ως εκ τούτου η απουσία της Ενάγουσας 1 από το δικόγραφο θα καθιστούσε ιδιαίτερα δυσχερή την απόδειξη ζημιάς από την καθυστέρηση στην αποπεράτωση της υπό ανέγερση οικίας από την Αιτήτρια. (Η έμφαση με έντονα γράμματα και υπογραμμίσεις είναι του κ. Μιχαήλ.) Αναφορικά με τις ανησυχίες της Εναγόμενης - Αιτήτριας στην παρούσα δεύτερη αγωγή, που διατυπώνονται στην παρα. 35 της Ε/Δ του κ. Χ. Γαβριά, περί ύπαρξης κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, κλήσης ιδίων μαρτύρων 2 φορές, περιττών εξόδων κ.λπ., ο κ. Μιχαήλ εισηγείται στη γραπτή αγόρευσή του τα εξής꞉ «
  4. Οι ανησυχίες της Αιτήτριας και του Διευθυντή της μπορούν να αντιμετωπιστούν και θα αντιμετωπιστούν πλήρως με τη συνεκδίκαση της παρούσας αγωγής με την αγωγή XXXXX/
  5. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κυριάκος Μενελάου ως Διαχειριστής της περιουσίας του Γεωργίου Σπαρσή X"" Σπύρου και άλλης" ν. Κώστα Ξενοφώντος και άλλων
(1989)ΙΕ ΑΑΔ 371 κατάλληλος χρόνος για αίτηση συνεκδίκασης 2 αγωγών είναι το στάδιο της κλήσης για οδηγίες, δηλαδή αμέσως μετά το κλείσιμο των δικογράφων. Στο στάδιο αυτό οι Ενάγοντες (Καθ'ών η Αίτηση) προτίθενται να καταχωρήσουν αίτηση συνεκδίκασης της παρούσας αγωγής.» ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Η επίδικη αίτηση εδράζεται σε δύο νομικές βάσεις. Αυτές είναι, αφενός, η Δ.27 Θ.3 και, αφετέρου, η ίδια η σύμφυτη εξουσία τους Δικαστηρίου (inherent jurisdiction) προς αποτροπή κατάχρησης των ίδιων των διαδικασιών του. Η Δ.27 Θ.3 ορίζει ως εξής: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleading to be frivolous or vexatious or judgment to be entered accordingly as may be just.». «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία.» Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών έτυχε ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση 9495, Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: "Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου." Στην Περέλλα (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της.» ΚΑΤΑΧΡΙΣΤΙΚΗ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΓΩΓΗ ΕΦΌΣΟΝ ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΥΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΑΝΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΑΓΩΓΗ. Ο κανόνας στην Henderson v. Henderson, 1843-1860, All ER Rep 378 αποβλέπει ακριβώς στην καταστολή και αποτροπή της πολλαπλότητας των δικαστικών διαδικασιών, όταν αυτή διαφαίνεται να είναι απόρροια τακτικής παρά αντικειμενικής ανάγκης, αφού η έγερση πολλαπλών δικαστικών διαδικασιών ή ο κατακερματισμός μιας αντιδικίας σε πολλές επιμέρους διαφορές όταν θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί όλα τα θέματα σε μία διαδικασία, αποβαίνει σε βάρος των συμφερόντων της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Ο κανόνας στην Henderson (Henderson abuse of process) διατυπώθηκε συγκεκριμένα ως εξής: «the Court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of a matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case.» To άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, διαπνέεται από την ίδια επιθυμία αποφυγής της πολλαπλότητας των διαδικασιών και προβλέπει τα εξής։ «31. Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας oφείλει εv εκάστη δίκη ή άλλη διαδικασία, vα παρέχη είτε απoλύτως ή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις, ως τo δικαστήριov κρίvει δίκαιov, πάσας τας θεραπείας εις ας oιoσδήπoτε τωv διαδίκωv θα εδικαιoύτo εv σχέσει πρoς oιαvδήπoτε εγερθείσαv υπ' αυτoύ αξίωσιv στηριζoμέvηv επί τoυ vόμoυ ή τωv αρχώv της επιεικίας (equity) κατά τoιoύτov τρόπov, εφ' όσov τoύτo είvαι δυvατόv, ώστε πάvτα τα αμφισβητoύμεvα θέματα μεταξύ τωv διαδίκωv vα διαγιγvώσκωvται πλήρως και τελικώς και πάσα πoλλαπλότης της διαδικασίας αφoρώσης εις oιovδήπoτε τωv θεμάτωv τoύτωv vα απoφεύγεται.». Μάλιστα, αξίζει να αναφέρω ότι η έρευνα που έχω διεξαγάγει στην Κυπριακή νομολογία, έχει αναδείξει την απόφαση Avgousta K. Theori v. Maroula A. Tzioni
(1984)1 CLR 296, στην οποία υιοθετήθηκε ο κανόνας της Henderson με την νοηματική προέκταση που του έδωσε το Court of Appeal στην Greeenhalgh-v-Mallard [1947] 2 All E. R. p. 255꞉ «In Greeenhalgh-v-Mallard [1947] 2 All E. R. p. 255, Somevell L.J. in the Court of Appeal said this at p. 257: 'I think that on the authorities to which I will refer it would be accurate to say that res judicata for this purpose is not confined to the issues which the Court is actually asked to decide but that it covers issues or facts which are so clearly part of the subject-matter of the litigation and so clearly could have been raised that it would be an abuse of the process of the Court to allow a new proceeding to be started in respect of them.'». Επισημαίνω ότι στην Avgousta K. Theori v. Maroula A. Tzioni
(1984)1 CLR 296, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την εφαρμογή της συσταλτικής ερμηνείας του δεδικασμένου, ως αυτήν που εισηγείται ο κ. Μιχαήλ στην παρούσα αγωγή, επισημαίνοντας την ευρύτερη διάσταση που έχει η εφαρμογή του κανόνα της Henderson για την καταστολή της κατάχρησης διαδικασίας που δημιουργείται λόγω έγερσης νέας αγωγής για θέματα που δεν αποφασίστηκαν σε μια προηγούμενη αγωγή αλλά θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί εκεί. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα꞉ «By means of an action; which was instituted in 1967 ("the first action") by the appellants against the respondents, the former claimed Ownership of certain plots of land (Nos. 39/2 and. 40/2) on the grounds of inheritance and undisputed possession and on the 5th July, 1969 a consent judgment was issued in their favour and they were registered as: owners in one half share each of the above plots. By a second action which was again instituted by the appellants against the respondent the former claimed ownership of plots 39/1 and 40/1 on the same, as in the first action, grounds. The trial Court held that the appellants were estopped from raising their claims on the ground of res judicata and hence this appeal. What learned counsel for the appellants has, in essence, challenged before, this Court is the conclusion of the trial Court that res judicata applies to claims not actually included in the former action but which could properly be so included. He submitted that estoppel could only operate against a party and preclude him from raising issues which could have been raised in the previous proceedings only if the subject-matter raised in the previous proceedings was the same as the subject-matter of the subsequent proceedings; and that the real test should not be whether the issues could have been raised in the first action but whether the basis of the two actions was the same. And although, he argued, the subject-matter of the present action could be included in the first action the fact that it was not so included does not mean that the plea of res judicata applies and this because what the appellants were claiming in the first action was the ownership of the land under plots .39/2 and 40/2 of sheet-plan LIV/49 by virtue of inheritance and adverse possession and that what they are now claiming is that in addition to the above they are, on the same grounds, the owners of more property, plots 39/1 and 40/1, which, though adjacent to the above, was not included in their claim in the first action; and that this being the position res judicata does not apply in these proceedings because the subject-matter of the two proceedings was different; and he invited this Court to rule that in the circum stances the plea of res judicata should not be allowed to stand. We find ourselves unable to agree with learned councel's proposition. In our view it is contrary to the principle enunciated by Wigram V.C. in Henderson v. Henderson (supra) which, in addition to the cases cited above, was quite recently approved by the House of Lords in Vervaeke v. Smith [1982] 2 All E. R. 144. Therefore, although it is correct that the ownership of the property covered by plot 39/1 and 40/1 was not an issue between the plaintiffs and the defendants in the first action, the plaintiffs, admittedly, could have raised their contention as to the ownership of these plots in that action, in which the issue was also the ownership of parts of what previously to the institution of the first action were plots 39 and 40 and to which their present claim "property belonged", and in the circumstances it was, in our view their duty to include it in such action so as to avoid multiplicity of proceedings. For the above reasons we are in agreement with the conclusion reached by the trial Court and, in the result, this appeal fails and it is dismissed with costs.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Απορρέει από το πιο πάνω απόσπασμα της Avgousta K. Theori v. Maroula A. Tzioni
(1984)1 CLR 296 ότι για σκοπούς εφαρμογής του κανόνα της Henderson δεν έχει σημασία το κατά πόσον τα επίδικα θέματα της δεύτερης αγωγής είναι ακριβώς τα ίδια με εκείνα που ηγέρθηκαν στην πρώτη αγωγή, αλλά αντίθετα σημαντικό είναι το κατά πόσον τα επίδικα θέματα της δεύτερης αγωγής «κανονικά ανήκαν» (properly belonged) στη πρώτη αγωγή, στην οποία περίπτωση δημιουργείται καθήκον των διαδίκων να ενώσουν όλα τα θέματα στην πρώτη αγωγή προς αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Όπως γίνεται αντιληπτό από το παρόν Δικαστήριο, ο κ. Μιχαήλ αναγνωρίζει ότι εάν η Ενάγουσα αρ. 1 της δεύτερης αγωγής, ήτοι η κα XXXXX Τουμάζου, ήταν διάδικος στην πρώτη αγωγή, τότε όλα τα θέματα που προκύπτουν από την σύμβαση εργολαβίας ή/και από την παράβαση εκτέλεσής της από τους αντισυμβαλλομένους στη σύμβαση αυτήν, θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί στην πρώτη αγωγή. Ο κ. Μιχαήλ φαίνεται να αποδέχεται ότι αν η κα XXXXX Τουμάζου ήταν διάδικος στην πρώτη αγωγή, τότε δεν θα υπήρχε κανένα εμπόδιο να ανταπαιτούσε αυτή από κοινού με το σύζυγό της αποζημίωση για την καθυστέρηση στην αποπεράτωση της οικίας τους, εφόσον τα ισχυριζόμενα ενοίκια από ιδιόκτητη οικία της κας XXXXX Τουμάζου θα πήγαιναν έναντι του δανείου που σύναψαν από κοινού αυτή και ο κ. XXXXX Τουμάζου για την ανέγερση της επίδικης οικίας στο Γέρι. Έχω παραθέσει αναλυτικά στο Μέρος της απόφασή μου όπου περιγράφω την εκατέρωθεν νομική επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων, τις επιμέρους πτυχές εφαρμογής του κανόνα της Henderson, όπως τις ανέδειξε ο συνήγορος της Εναγομένης - Αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση, κ. Θ. Δημητρίου. Υιοθετώ τις αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψε, οι οποίες είναι ασφαλώς πιο πρόσφατες από την Avgousta K. Theori v. Maroula A. Tzioni
(1984)1 CLR 296 και αναγνωρίζω την ελαστικότητα που συνεχίζει να αποδίδει η Αγγλική νομολογία στην εφαρμογή του εν λόγω κανόνα, συγκριτικά προς την στενότητα και συσταλτικότητα με την οποία εφαρμόζεται το κώλυμα λόγω δεδικασμένου (estoppel per res judicata). Προς αποφυγή επανάληψης των αυθεντιών αυτών ή/και εκ νέου παράθεσης των αποσπασμάτων που έχω ήδη εκθέσει ανωτέρω, περιορίζομαι εδώ να αναφέρω ότι το γεγονός ότι δεν υπήρξαν οι ίδιοι διάδικοι στις δύο αγωγές (αρ. XXXXX/15 και 880/18) δεν αποτελεί εμπόδιο εφαρμογής του εν λόγω κανόνα, εφόσον διαπιστωθεί δικαστικά ότι μπορούσαν και θα έπρεπε να είχαν εισαχθεί όλα τα πρόσωπα ως διάδικοι στην πρώτη κατά χρονική σειρά εγερθείσα αγωγή προς επίλυση όλων των θεμάτων και αξιώσεων που απορρέουν από τα ίδια γεγονότα (Bradford and Bingley Building Society v. Seddon
(1999)1 WLR 1482). Εδώ κρίνω, κατ' αρχάς, ότι με ευκολία μπορεί να διαπιστωθεί ότι η επίλυση της αξίωσης που προωθείται με τη δεύτερη αγωγή «κανονικά ανήκε» στην πρώτη αγωγή, εφόσον πρόδηλη και οφθαλμοφανής είναι η αναγκαιότητα να ληφθεί απόφαση για την καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου, την ευθύνη πρόκλησής της και τις συνέπειες που επέφερε αυτή. Η ισχυριζόμενη σύναψη τροποποιητικών συμφωνιών και η διαπίστωση του τί έχει να δώσει και να πάρει έκαστος εκ των συμβαλλομένων από την εκπλήρωση ή αθέτηση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων από την αρχική σύμβαση και τις μετέπειτα τροποποιήσεις της, θα ήταν κατάλληλο να αποφασιστούν στο πλαίσιο μίας αγωγής εφ' όλης της ύλης παρά να κατατεμαχιστούν. ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΓΩΓΗ ΕΦΟΣΟΝ ΥΠΗΡΧΕ ΣΧΕΣΗ PRIVY ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΠΡΩΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΥΝΕΝΩΘΗΚΕ (ΗΤΟΙ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΑΡ. 1 ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΑΓΩΓΗΣ). Έπειτα, διαπιστώνω ότι, με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που παρέθεσα σε προηγούμενο Μέρος της απόφασής μου, εφαρμόζεται ο κανόνας της Henderson ασχέτως του ότι η κα ΧΧΧΧΧ Ολυμπίου (ενάγουσα αρ. 1 στη δεύτερη αγωγή) δεν συνενώθηκε ως διάδικος στην πρώτη αγωγή, για τους εξής τρεις λόγους꞉ · Πρώτον, διότι υφίσταται σχέση "privy" (βλ. Johnson v. Gore Wood & Co.
(2002)2 AC) μεταξύ του Εναγόμενου (ΧΧΧΧΧ Τουμάζου) στην πρώτη αγωγή και της Ενάγουσας αρ. 1 στη δεύτερη αγωγή, λόγω της μεταξύ τους εξ αγχιστείας συγγένειας - συζυγίας, · Δεύτερον, διότι ο ίδιος ο Εναγόμενος στην πρώτη αγωγή δικογραφούσε στην Ε/Υ του ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της συζύγου του όταν υπέγραφε τη σύμβαση εργολαβίας, εφόσον δικός της ήταν ο τίτλος ιδιοκτησίας της γης επί της οποίας θα διεκπεραιωνόταν το επίδικο έργο, · Τρίτον, διότι αμφότεροι οι σύζυγοι δικογραφούν στο κλητήριο ότι έχουν κοινό συμφέρον στο να αξιώνουν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της καθυστέρησης στην εκτέλεση του έργου, διότι είχαν συνάψει κοινή συμφωνία δανείου την οποία θα αποπλήρωναν μέσω των απωλεσθέντων ενοικίων. Ό,τι απομένει να κριθεί δικαστικά είναι αν ευσταθεί ως ορθή δικονομικά η τοποθέτηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι δεν υπήρχε δικονομική ευχέρεια να εισαχθεί η κα XXXXX Τουμάζου ως διάδικος στην πρώτη αγωγή για να ανταπαιτεί από κοινού με τον κ. XXXXX Τουμάζου εναντίον των εργολάβων του έργου, για το λόγο ότι δεν είχε εναχθεί η ίδια ως εναγόμενη από τους εν λόγω εργολάβους. Απορρίπτω την εισήγηση του κ. Μιχαήλ ότι υπήρχε δικονομική αδυναμία ή δικονομικό κενό στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας της Κύπρου στο να ενωθεί η κα XXXXX Μιχαήλ ως εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα στην πρώτη αγωγή. Η εισήγησή του αυτή παραβλέπει, όπως ορθώς επισημαίνει ο κ. Δημητρίου, ότι τούτο θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί, νοουμένου ότι ο κ. XXXXX Τουμάζου εξασφάλιζε πρώτα τη συνένωσή της ως συνεναγόμενης του στην πρώτη αγωγή και εν συνεχεία με εφαλτήριο αυτή της την ιδιότητα θα μπορούσε να εγείρει η ίδια ανταπαίτηση. Με απόφαση ημερ. 4.4.2018 στην Πολιτική Έφεση αρ. 140/2012, Cyproman Services Ltd. Ν. Μartin John Coward, η Έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Π. Παναγή επεσήμανε τα εξής꞉ «Παρόλο που η κατάληξη ανωτέρω, καθιστά αχρείαστη την ενασχόληση μας με τους υπόλοιπους λόγους έφεσης, οι οποίοι άπτονται της κρίσης του Δικαστηρίου ότι δεν παρεχόταν η δυνατότητα εισαγωγής εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα χωρίς τη συγκατάθεση και νόμιμη εξουσιοδότησή του, κρίνουμε σκόπιμο να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα. Υπενθυμίζουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγήθηκε στην εξέταση του ζητήματος της εισαγωγής της MFP ως ενάγουσας ενόψει της κατάληξης του ότι η ανταπαίτηση δεν αποκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα υπέρ των εφεσειόντων. Γενικά ομιλούντες, η μη προσθήκη αναγκαίου διάδικου δεν αποβαίνει μοιραία για την αξίωση, όπως αναδεικνύει η ίδια υπό αναφορά δικονομική πρόνοια, Δ.9, θ.10, και το Δικαστήριο μπορεί να επιλύσει την επίδικη διαφορά στο βαθμό που αφορά στα δικαιώματα και συμφέροντα των μερών που ευρίσκονται ήδη ενώπιον του. Παρέχεται δε ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο, κατόπιν αίτησης ή ακόμα και αυτόβουλα να προβεί στη συνένωση προσώπου ως διαδίκου εφόσον η παρουσία του κρίνεται αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του (Μαυρογένη ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.2) κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 1034, Perihan v. Απόστολου Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (αρ.1)
(2007)1 A.Α.Δ.1213). Η εν λόγω δικονομική πρόνοια δεν θέτει ως προϋπόθεση για την εισαγωγή προσώπου ως ενάγοντα τη «νόμιμη εξουσιοδότηση» του, όπως θεώρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ό,τι ρητά απαιτείται είναι η συγκατάθεση του (consent). Όπου, το Δικαστήριο ικανοποιείται, στα πλαίσια εκδίκασης μιας υπόθεσης, για την ανάγκη προσθήκης ενός προσώπου ως ενάγοντα, δεν πρέπει να αρνείται την έκδοση σχετικού διατάγματος απλά και μόνο επειδή δεν παρουσιάζεται η συγκατάθεση του αναγκαίου διάδικου κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά θα πρέπει να επιτρέπεται η προσθήκη υπό τον όρο ότι θα κατατεθεί η απαιτούμενη συγκατάθεση, παρέχοντας προς τούτο εύλογο χρόνο, (βλ. Wootton v. Joel 36 T.L.R. 193, Jackson Machines Ltd. v. Michaluk, 1921 CanLII 175 (SK CA)). Εν προκειμένω, και χωρίς να αποφαινόμαστε για την ουσία του ζητήματος της αναγκαιότητας προσθήκης της MFP ως διαδίκου, θεωρούμε ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν συνήδε με τις πιο πάνω αρχές.». Ο ίδιος ο Εναγόμενος XXXXX Τουμάζου είχε ήδη δικογραφήσει στην Ε/Υ στην πρώτη αγωγή το υπόβαθρο για να ενωθεί ως συνεναγόμενή του η κα XXXXX, εφόσον ο ίδιος ισχυρίστηκε (βλ. παρα. 2 της Ε/Υ στην πρώτη αγωγή) πως υπέγραψε τη σύμβαση εργολαβίας ως αντιπρόσωπός της με δεδομένο το ιδιοκτησιακό συμφέρον της στη γη όπου θα διεξαγόταν το έργο. Η εξουσιοδότηση της κας Τουμάζου να γίνει τέτοια αίτηση συνένωσης της στην πρώτη αγωγή, δεν θα παρουσίαζε δυσκολία, αφ' ης στιγμής στη δεύτερη αγωγή φαίνεται ότι αυτή εξουσιοδότησε τον ίδιο δικηγόρο για να την εκπροσωπήσει με εκείνον που εκπροσωπεί τον ήδη εναγόμενο σύζυγό της. Άλλωστε, παρατηρώ ότι στη δεύτερη αγωγή η ίδια η κα XXXXX Τουμάζου δικογραφεί τη θέση ότι αυτή, μαζί με το σύζυγό της, μελέτησε την προσφορά της εργολάβου και την αποδέχθηκε (βλ. παρα. 8 της Ε/Α). Εάν η κα Τουμάζου θεωρούσε ότι δεν είχε σχέση privity of contract με την εργολάβο - Ενάγουσα στην πρώτη αγωγή και γι' αυτό δεν έδωσε οδηγίες ή/και εξουσιοδότηση να συνενωθεί εκεί ως εναγόμενη, τότε πώς μπορεί να θεωρεί ότι έχει η ίδια τέτοια σχέση στη δεύτερη αγωγή, ώστε να δικαιούται να αξιώνει αυτή προσωπικά αποζημιώσεις για ζημιές από την παράβαση σύμβασης; Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι, από τη δικογραφία που προωθούν οι ίδιοι οι Ενάγοντες στη δεύτερη αγωγή, φαίνεται να υπήρχε το υπόβαθρο για να καταχωρείτο από τον κ. Τουμάζου στην πρώτη αγωγή η αίτηση συνένωσης της κας Π. Τουμάζου ως συνεναγόμενής του και συγχρόνως ως εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΑ HENDERSON V HENDERSON. Υπό το φως όλων των ανωτέρω παρατηρήσεων και διαπιστώσεων μου, καταλήγω να κρίνω ότι, όντως, καταχρηστικά διαχωρίστηκαν τα ζητήματα της δεύτερης αγωγής από εκείνα της πρώτης αγωγής όπου κανονικά ανήκαν, και κακώς δεν συνενώθηκαν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι εξ υπαρχής στην πρώτη αγωγή προς πλήρη επίλυση των ζητημάτων που συσχετίζονται με την τήρηση ή παράβαση της σύμβασης εργολαβίας και των εκατέρωθεν αξιώσεων, όπως το ίδιο το άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60προδιαγράφει. Δεδομένης της σχέσης privy που συνδέει την κα XXXXX Τουμάζο με τον Εναγόμενο στην πρώτη αγωγή, ως εκ της εξ αγχιστείας συγγένειάς τους αλλά και του συμφέροντός της στον τίτλο ιδιοκτησίας της γης επί της οποίας ανεγείρετο το έργο και του κοινού της συμφέροντος στο δάνειο χρηματοδότησης του έργου ανέγερσης της οικίας της, εφαρμόζεται ο κανόνας της Henderson v Henderson, σύμφωνα με τον οποίο η δεύτερη αγωγή κρίνεται καταχρηστική εφόσον τα ζητήματα που εγείρονται σε αυτήν θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί στην πρώτη αγωγή, παρά το ότι η κα Τουμάζου δεν είχε συνενωθεί. ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΛΟΓΩ ΚΑΚΟΠΙΣΤΗΣ ΑΠΟΚΡΥΨΗΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΔΥΣΜΕΝΗΣ ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΑΓΩΓΗ. Πέραν των πιο πάνω, ουδεμία πειστική ή καλόπιστη εξήγηση δεν δόθηκε προς το παρόν Δικαστήριο γιατί ο Εναγόμενος XXXXX Τουμάζου, διά των δικηγόρων του στην πρώτη αγωγή, απέκρυψε ή/και παρέλειψε να ενημερώσει τους δικηγόρους της Ενάγουσας, ή/και το Δικαστήριο που επιλαμβανόταν σωρείας ενδιάμεσων αιτήσεων και ενστάσεων στην πρώτη αγωγή, ότι υπήρχαν θέματα που έμεναν άλυτα στο πλαίσιο της πρώτης αγωγής και τα οποία όμως πήγαζαν από την ίδια σύμβαση εργολαβίας ή/και αξιώσεις που συναρτώνταν με την ισχυριζόμενη παραβίαση της εν λόγω σύμβασης, εν σχέση προς τις οποίες ο Εναγόμενος είχε πρόθεση να κινήσει δεύτερη αγωγή ή/και είχε ήδη κινήσει δεύτερη αγωγή. Τούτη από μόνη της η απόκρυψη δείχνει κακοπιστία και καταχρηστική τακτική (βλ. Stuart v. Goldberg Linde
(2008)1 WLR 823). Ενόσω τα πράγματα έμεναν κρυφά, ο Εναγόμενος αφαιρούσε και/ή στερούσε από το Δικαστήριο που επιλαμβανόταν της πρώτης αγωγής τη δυνατότητα που είχε να προβεί το ίδιο ή να εγκρίνει κατόπιν αίτησης την προσθήκη νέου διάδικου στην πρώτη αγωγή. Κρίνω ότι εύστοχα είναι όσα επισημαίνει ο συνήγορος της Αιτήτριας στην παρα. 24 της γραπτής του αγόρευσης, προκειμένου να δείξει ότι υπήρξε ανακόλουθος χειρισμός της υπόθεσης του Εναγόμενου στις ενδιάμεσες διαδικασίες της πρώτης αγωγής και στη συνέχεια υπήρξε η απόκρυψη της δεύτερης αγωγής, στάση που επηρέασε δυσμενώς τα συμφέροντα ή/και τους χειρισμούς της Ενάγουσας ή/και τις αποφάσεις των δικαστηρίων στην πρώτη αγωγή. Παραθέτω։ «24. Με βάση τα όσα περιγράφονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης αλλά και με βάση τα όσα προωθούνται μέσω της παρούσας γραπτής αγόρευσης, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι οι Καθ'ών η Αίτηση όντως επιδεικνύουν καταχρηστική συμπεριφορά, αφού η αποτίμηση του συνόλου των μέχρι τώρα ενεργειών και πράξεων τους στα πλαίσια της πρώτης και της δεύτερης αγωγής αποτελούν τρανό παράδειγμα κατάχρησης της διαδικασίας. Αυτό επειδή: ΑΝΑΚΟΛΟΥΘΟΣ ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΑΓΩΓΗ
  1. i)Στα πλαίσια της πρώτης αγωγής και συγκεκριμένα στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 23.2.2016, ο Ενάγοντας 1 διατείνετο ότι μέρος της υπεράσπισης του αφορούσε τα δήθεν χαμένα ενοίκια από την οικία στην οποία διέμενε και ότι είχε ανταπαίτηση που πήγαζε εξ' αυτών. Το Δικαστήριο του κ. Θεοδώρου Α.Ε επηρεάστηκε από τα όσα πρόβαλε ο Καθ'ού η Αίτηση 2. Στην σελίδα 7 της απόφασης ημερομηνίας 23.2.2016 (Τεκμήριο 5) του ο κ. Θεοδώρου Α.Ε αναφέρει τα εξής: «Τέλος, επικαλούμενος, από τη μια την καθυστέρηση στην παράδοση της οικίας και από την άλλη την αδυναμία του, συνέπεια της ρηθείσας καθυστέρησης να ενοικιάσει γρηγορότερα, σε τρίτο, την οικία στη οποία διέμενε με την σύζυγο του μέχρι και την παράδοση της επίδικης οικίας, προβάλλει την θέση ότι έχει ανταπαίτηση εναντίον της Αιτήτριας». Αφού ο Καθ'ού η Αίτηση 2 έλαβε άδεια από τον κ. Θεοδώρου Α.Ε, στην βάση των όσων φυσικά ισχυρίστηκε, να καταχωρίσει υπεράσπιση στην βάση και αυτού του ισχυρισμού του εντέλει επέλεξε μαζί με την Καθ'ής η Αίτηση 1 να κινήσουν άλλη αγωγή για τα δήθεν ενοίκια. Δηλαδή, πρώτα ο ίδιος κατέστησε τα δήθεν χαμένα ενοίκια σαν επίδικο θέμα στα πλαίσια της πρώτης αγωγής και μετά, αφού πέτυχε αυτό που ήθελε (να δείξει καλή υπεράσπιση), έγειρε δεύτερη αγωγή για θέμα το οποίο ζητούσε να λάβει άδεια να υπερασπιστεί στην πρώτη αγωγή. Με απλά λόγια, ο ίδιος ο Καθ'ού η Αίτηση 2 μαζί με την Καθ΄ής η Αίτηση 1 πήραν ένα από το επίδικα θέματα της πρώτης αγωγής, το οποίο οι ίδιοι κατέστησαν ως επίδικο, το αφαίρεσαν από την πρώτη αγωγή και δημιούργησαν ακόμη μια αχρείαστη δικαστική διαδικασία.
  2. ii)Ο Καθ'ού η Αίτηση 2 καταχώρησε υπεράσπιση στα πλαίσια της πρώτης αγωγής και το πρώτο πράγμα που ισχυρίστηκε ήταν ότι ο ορθός διάδικος δεν ήταν ο ίδιος αλλά η Καθ'ού η Αίτηση 1. Στην βάση του ισχυρισμού αυτού αντί να προβεί είτε ο Καθ'ού η Αίτηση 2 είτε η Καθ'ού η Αίτηση 1 σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα για να καταστεί η Καθ'ής η Αίτηση 1 διάδικος στην πρώτη αγωγή, καταχώρησαν τρία χρόνια αργότερα την δεύτερη αγωγή. Στα πλαίσια της ένστασης τους στην επίδικη αίτηση ισχυρίζονται λανθασμένα ότι δεν υπήρχε η δικονομική δυνατότητα να συνενωθεί η Καθ'ού η Αίτηση 1 στην πρώτη αγωγή. Το γιατί αυτό είναι λανθασμένη νομική θεώρηση θα επεξηγηθεί κατωτέρω. ΚΑΚΟΠΙΣΤΙΑ ΑΠΟΚΡΥΨΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΑΓΩΓΗΣ. iii) Κράτησαν σκόπιμα κρυφή από το Δικαστήριο και την Αιτήτρια στην πρώτη αγωγή το γεγονός ότι έγειραν την δεύτερη αγωγή. Η δεύτερη αγωγή καταχωρίστηκε στις 30.3.2018 και επιδόθηκε στις 26.3.2019. Στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 18.4.2019 (Τεκμήριο 7) με την οποία η Αιτήτρια επιχείρησε να παραπεμφθούν οι διαφορές της ανταπαίτησης σε διαιτησία ο Καθ'ού η Αίτηση 2 ισχυριζόταν ότι δεν θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία η ανταπαίτηση επειδή θα κατακερματιζόταν η διαφορά και αυτό θα προκαλούσε περαιτέρω σπατάλη χρόνου και χρήματος. Επιπρόσθετα πλαισίωσε τα λεγόμενα του με αναφορές στο ίδιο το δάνειο για το οποίο είχε κινήσει την κρυφή δεύτερη αγωγή έτσι ώστε να επηρεάσει για ακόμη μια φορά το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στην ένσταση και ένορκη δήλωση ημερομηνίας 5.7.2018 (Τεκμήριο 8) προς υποστήριξη της αίτησης παραπομπής της ανταπαίτησης σε διαιτησία ο Καθ'ού η Αίτηση 2 ισχυρίστηκε στους λόγους ένστασης 17 και 18 αλλά και στις παραγράφους 14 και 15 της ένορκης δήλωσης του, τα εξής: «Λόγος ένστασης 17 Η συνεκδίκαση της ανταπαίτησης μαζί με την αγωγή στην παρούσα υπόθεση ουδόλως θα καθυστερήσει και θα περιπλέξει την διαδικασία και καμία αθέμιτη δυσχέρεια δεν θα επηρεάσει την διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Λόγος ένστασης 18 Αντιθέτως η συνεκδίκαση της ανταπαίτησης μαζί με την αγωγή στην παρούσα υπόθεση είναι πρόσφορη καθώς η αγωγή, η υπεράσπιση επί της αγωγής και της ανταπαίτηση έχουν κοινό υπόβαθρο γεγονότων» και «14. Η Ενάγουσα είχε συμβατική ρητή υποχρέωση να μας παραδώσει την οικία μας στις 30.9.2013. Υπήρχε μάλιστα και πρόνοια προκαθορισμού αποζημίωσης εντός του συμβολαίου προς €1.000/ ημερησίως για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ταυτόχρονα η Ενάγουσα είχε εκδώσει προς όφελος μου εγγυητική πιστής εκτέλεσης του έργου προς €93.650,00. 15. Να σημειωθεί ότι ο χρόνος αποπεράτωσης της Οικίας ήταν εξαιρετικά σημαντικός για εμάς, πράγμα το οποίο τέθηκε πολλές φορές στην Ενάγουσα και στους διευθυντές της. Ο λόγος ήταν ότι είχαμε σκοπό να μετακομίσουμε το συντομότερο δυνατό στην νέα Οικία μας και να ενοικιάσουμε την κατοικία στην οποία διαμέναμε μέχρι τότε στο Πλατύ Αγλαντζιά. Τα ενοίκια που θα εξασφαλίζαμε από την ενοικίαση είχαμε σκοπό να τα δίνουμε έναντι των δόσεων των δανείων που είχαμε και θα ελάφρυνε το βάρος της μηνιαίας δόσης. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 το Ενοικιαστήριο της οικίας μας στην Αγλαντζιά αμέσως μόλις μετακομίσαμε στην νεόδμητη Οικία μας.» Με βάση τις πιο πάνω αναφορές είναι φανερό ότι: α) ενώ ο Καθ'ού η Αίτηση 2 γνώριζε ότι έχει εγείρει την κρυφή δεύτερη αγωγή, συνέχιζε να περιλαμβάνει το ζήτημα της ενοικίασης και του δανείου στην πρώτη, ακριβώς για να επηρεάσει το εκεί εκδικάζον Δικαστήριο, και β) την ίδια ώρα που ο Καθ'ού η Αίτηση 2 γνώριζε ότι οι Καθ'ών η Αίτηση είχαν ήδη κατακερματίσει την διαφορά με την καταχώρηση της δεύτερης αγωγής την οποία σκόπιμα και ανέντιμα δεν επέδωσαν και κράτησαν κρυφή, ισχυριζόταν ψευδώς ότι η ανταπαίτηση δεν θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία γιατί αυτό θα συνιστούσε κατακερματισμό της διαφοράς και με την μη παραπομπή της θα εξοικονομείτο χρόνος και χρήμα. Η δεύτερη αγωγή επιδόθηκε αφού εκδόθηκε η απόφαση της κ. Κλεόπα στις 14.12.2018, δηλαδή αφού πρώτα πέτυχαν αυτό που ήθελαν που δεν ήταν άλλο από την ουσιαστική ακύρωση της ρήτρας διαιτησίας. Ο χρόνος επίδοσης της δεν ήταν τυχαίος και στην ουσία αποδεικνύει το αλλότριο κίνητρο πίσω από την έγερση της και πίσω από το γεγονός ότι κρατήθηκε κρυφή μέχρις ότου να εκδώσει απόφαση η κ. Κλεόπα Ε.Δ.
  3. iv)Οι Καθ'ών η Αίτηση φαίνεται να ακολουθούν μια εντελώς καταχρηστική τακτική η οποία στην ουσία περιλαμβάνει το να λένε ό,τι τους συμφέρει στην προκειμένη στιγμή έτσι ώστε να επηρεάσουν το εκάστοτε Δικαστήριο ανάλογα. Ενώ στην πρώτη αγωγή ο Καθ'ού η Αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι η σύμβαση δεν τον αφορά, στην δεύτερη αγωγή οι Καθ'ών η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ζήτησαν και οι δύο μαζί την προσφορά από την Αιτήτρια, προφανώς για να δικαιολογήσουν το γιατί εγείρουν μαζί την δεύτερη αγωγή. Δεν νοείται στην πρώτη αγωγή ο Καθ'ού η Αίτηση 2 να νίπτει τας χείρας του σε ότι αφορά την σύμβαση και στην δεύτερη αγωγή να ισχυρίζεται ότι η προσφορά δόθηκε και στους δύο συζύγους αφήνοντας να νοηθεί ότι η σύμβαση αφορά και τους δύο. Ο ένας ισχυρισμός καταρρίπτει τον άλλο. Το ίδιο έγινε και όταν ο Καθ'ού η Αίτηση 2 ισχυριζόταν ενώπιον της κ. Κλεόπα Ε.Δ ότι η παραπομπή της ανταπαίτησης σε διαιτησία θα κατακερμάτιζε την διαδικασία ενώ ήδη γνώριζε ότι ο ίδιος κατακερμάτισε την διαδικασία με την κρυφή καταχώρηση της δεύτερης αγωγής. Το να ισχυρίζεσαι ενώπιον ενός Δικαστηρίου ότι η παραπομπή σε διαιτησία θα κατακερματίσει την διαφορά ενώ έχεις ήδη κατακερματίσει την διαφορά με δεύτερη αγωγή, την οποία δεν αποκαλύπτεις στο Δικαστήριο και στην άλλη πλευρά, είναι στην καλύτερη σκόπιμο και άκρως παραπλανητικό και στην χειρότερη ένα έκδηλο ψέμα.». Κρίνω πως όλα όσα πιο πάνω εντοπίζει ο κ. Δημητρίου, φανερώνουν πράγματι ανακόλουθη και κακόπιστη συμπεριφορά στο χειρισμό της υπόθεσης του Εναγόμενου στην πρώτη αγωγή, η οποία δεν ήταν χωρίς συνέπειες για την Ενάγουσα. Δεν το θεωρώ σκόπιμο ή κατάλληλο να υπεισέλθω στο περιεχόμενο της απόφασης της αδελφής μου Δικαστού Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, ημερ. 14.12.2018. Περιορίζομαι στο να επισημάνω ότι σπαταλήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος στην πρώτη αγωγή να συζητείται η τυχόν παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, χωρίς να αποκαλυφθεί ότι δεν είχε τεθεί μέχρι τότε όλη η «διαφορά» ενώπιον του συγκεκριμένου Δικαστηρίου, έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο να εκτιμήσει αν υπήρχαν και άλλα πραγματικά θέματα που έχρηζαν παραπομπής σε διαιτησία. Απορρίφθηκε, υπό εκείνες τις συνθήκες, η επιχειρηματολογία της Ενάγουσας που ζητούσε την ενεργοποίηση της ρήτρας διαιτησίας. ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΕΡΠΗΔΗΘΕΙ Ο ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΩΣΗΣ ΤΩΝ ΑΓΩΓΩΝ; Είναι η θέση του κ. Δημητρίου στην παρα. 24(ν) της αγόρευσής του ότι։ «(ν) Οι Καθ' ων η Αίτηση επιχειρούν να καταφέρουν δύο διαφορετικά Δικαστήρια να εκδικάσουν την ίδια σύμβαση και το ίδιο έργο. Θέλουν δηλαδή να γίνουν δύο αγωγές για το ίδιο πλέγμα γεγονότων και να παρελάσουν δύο φορές οι ίδιοι μάρτυρες. Δεν τους ενδιαφέρει η σπατάλη δικαστικού χρόνου και χρήματος αφού σκοπός τους είναι η ταλαιπωρία της Αιτήτριας και το να αδράξουν δικονομικά οφέλη. Ζητούν από δύο διαφορετικά Δικαστήρια να αποφανθούν για το κατά πόσο υπήρχε καθυστέρηση στο έργο και οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια δύο Δικαστήρια στο να εκδώσουν αλληλοσυγκρουόμενες αποφάσεις.». Έχω αξιολογήσει την πιο πάνω θέση του κ. Δημητρίου, υπό το φως των όσων αντιτάσσει ο κ. Μιχαήλ, ότι δηλαδή ουδείς τέτοιος κίνδυνος υφίσταται, αφού πραγματική πρόθεση των Εναγόντων της δεύτερης αγωγής είναι να ζητήσουν τη συνένωση αυτής με την πρώτη αγωγή ενώπιον του ιδίου Δικαστή, πράγμα που ήταν πρόωρο να πράξουν μέχρι τώρα διότι δεν έχει συμπληρωθεί η δικογραφία της δεύτερης αγωγής. Δεν διαφωνώ με τον κ. Μιχαήλ ότι αν αφεθεί η δεύτερη αγωγή να προχωρήσει, οι Ενάγοντες σε αυτήν θα έχουν το δικονομικό δικαίωμα να αιτηθούν τη συνένωση της αγωγής τους με την πρώτη αγωγή. Δεν θεωρώ, όμως, ότι ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων στο μέλλον είναι το κυρίαρχο ζητούμενο στο παρόν στάδιο που έφτασαν τα πράγματα. Απεναντίας, κρίνω πως το παρόν Δικαστήριο έχει την εξουσία, την οποία οφείλει να ασκήσει, να καταστείλει την καταχρηστική συμπεριφορά, η οποία διαπιστώθηκε, υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται ανωτέρω, ότι εκδηλώθηκε μέχρι τώρα και όχι να τη συντηρήσει ή/και δικαιώσει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, η αίτηση επιτυγχάνει. Εξασκώντας τη σύμφυτη εξουσία μου, ως Δικαστηρίου δικαιοσύνης, για αποτροπή και καταστολή καταχρηστικών διαδικασιών, διαγράφω την αγωγή αρ. 880/2018 λόγω του ότι η έγερσή της εκκρεμούσης της αγωγής XXXXX/2015 συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, εφόσον όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται σε αυτήν βάσει του κλητηρίου της μπορούσαν να είχαν ήδη εγερθεί στο πλαίσιο της αγωγής αρ. XXXXX/15 όπου κανονικά ανήκαν (properly belonged) βάσει του κανόνα της Henderson v. Henderson, 1843-1860, All ER Rep 378 που υιοθετήθηκε στην Κύπρο με την Avgousta K. Theori v. Maroula A. Tzioni
(1984)1 CLR 296, κ.α., αλλά και επειδή κακόπιστα και καταχρηστικά δεν αποκαλύφθηκε η έγερσή της στο δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή αρ. XXXXX/2015, κατά παράβαση του καθήκοντος ενημέρωσης και καλής πίστης που προδιαγράφει η νομολογία (Aldi Stores Ltd v. WSP Group Plc.
(2007)EWCA Civ 1260). Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης και όσων έχουν μέχρι τώρα προκληθεί στην αγωγή 880/2018, επιδικάζονται εναντίον των Εναγόντων - Καθ'ων η αίτηση και υπέρ της Εναγομένης στην εν λόγω αγωγή αρ. 880/18, όπως θα τα υπολογίσει ο Πρωτοκολλητής και εγκρίνει το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Εκ παραδρομής φαίνεται στην ίδια την αίτηση να έχει αριθμηθεί ως «Δ», χωρίς να υπάρχει αιτητικό «Γ». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.