Φωτίου ν. Λιασής κ.α., Αρ. Αγωγής: 117/2012, 10/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 117/2012 Μεταξύ: XXXXX Φωτίου, από τα Λατσιά Ενάγουσα Και
- XXXXX Λιασής
- XXXXX Λιασή
- XXXXX Λιασής
- Άστρασολ Λτδ
- Επίσημος Παραλήπτη (ως εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας "Liasis Shoelasts Company Ltd"
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Διά Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας και Υπουργείου Εργασίας και Τμήμα Πολεοδομίας)
- Δήμος Λατσιών Εναγόμενοι Ημερομηνία: 10 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο Γ.Ε. - Αιτητή: κ. Α. Χριστοφόρου Για Ενάγουσα- Καθ' ης η Αίτηση: κα. Λ. Πατσαλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ιστορικό της παρούσας υπόθεση συνοψίζεται στην απόφαση ημερ. 12/04/19 που εξέδωσε ο έντιμος Πρόεδρος που αποφάσισε την ουσία της διαφοράς των διαδίκων. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Η παρούσα, είναι μια από τις 22 αγωγές που συνεκδικάστηκαν ως προς το θέμα της ευθύνης, τις οποίες καταχώρησαν κάτοικοι και εργαζόμενοι στην περιοχή Λατσιών, ζητώντας αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων για οχληρία και αμέλεια που προξενείτο από το εργοστάσιο Άστρασολ. Η απαίτηση της ενάγουσας αφορά γενικές και/ή ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για οχληρία και/ή για παράνομη επέμβαση στα εξής δικαιώματα της: (α) ζωής και υγείας, (β) κατοικίας, (γ) σεβασμού της ιδιοκτησίας, (δ) σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και (ε) σεβασμού του δικαιώματος οικογένειας ως αποτέλεσμα της παράνομης ή/και επικίνδυνης ή/και ανεπίτρεπτης λειτουργίας του εργοστασίου. Αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ότι η ενάγουσα κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήταν 53 ετών. Το 1985 εγκαταστάθηκε με τον σύζυγο και τα τέσσερα παιδιά της, στην διεύθυνση XXXXX 2 Λατσιά, σε οικία που γειτνιάζει με το εργοστάσιο της Άστρασολ. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, το εν λόγω εργοστάσιο προκαλούσε αισθητή οχληρία στην ενάγουσα, προερχόμενη από θόρυβο και οσμές. Όταν καθόταν έξω στη βεράντα με την οικογένειά της, παρατηρούσε ότι ο αέρας είχε μία ενοχλητική και άσχημη οσμή που προερχόταν από τον εν λόγω εργοστάσιο. Στο σπίτι της, είχε δημιουργηθεί ένα περιβάλλον αρνητικό. Αυτό το περιβάλλον, δημιουργούσε δυσφορία και αρνητικότητα. Επίσης οι θόρυβοι και οι επικίνδυνες για την υγεία ουσίες, έπληξαν και έθεσαν σε κίνδυνο την υγεία της ίδιας και των άλλων μελών της οικογένειάς της. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι η οχληρία που προκαλούσε το εν λόγω εργοστάσιο, της προξένησε διάφορα προβλήματα υγείας για τα οποία χρειάστηκε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Η πτυχή όμως αυτή της απαίτησης δεν προωθήθηκε στην ακρόαση της υπόθεσης ούτε και η απαίτηση για τιμωρητικές αποζημιώσεις. Έτσι, η ενάγουσα περιορίστηκε στην απαίτηση αποζημιώσεων μόνο για την οχληρία με την κατ' ισχυρισμό επέμβαση στην απόλαυση της περιουσίας της. Στις 29.12.2017, εκδόθηκε απόφαση στις πιο πάνω συνεκδικαζόμενες αγωγές με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εναγόμενοι 2, 4 & 6, ευθύνονταν μεταξύ άλλων για την οχληρία που το εργοστάσιο Άστρασολ προκαλούσε στην περιοχή όπου κατασκεύαζε σόλες υποδημάτων από το 1976 μέχρι και την 2.6.2009 που έκλεισε. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, στην παρούσα περίπτωση προκύπτει από την αποδεχθείσα μαρτυρία, σημαντική μορφή οχληρίας από το εργοστάσιο της Άστρασολ. Ο θόρυβος που προκαλούσε το εργοστάσιο της Άστρασολ και οι δυσάρεστες οσμές από τα φουγάρα του, ήταν τέτοιας έκτασης που ανάγκαζαν τους περιοίκους να κλείνουν τα παράθυρα τους το καλοκαίρι και μην βγαίνουν στα μπαλκόνια τους. Υπήρξε σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, μια μεγάλη και πρωτοφανής επέμβαση στην απόλαυση της ακίνητης περιουσίας των εναγόντων αφού αυτή η ανυπόφορη κατάσταση διαρκούσε σε συστηματική βάση, από τις 6.00 το πρωί μέχρι της 1.00 μετά τα μεσάνυχτα. Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης για την ευθύνη, οι αγωγές αποσυνδέθηκαν προκειμένου να εκδικαστεί σε κάθε μια ξεχωριστά, το ζήτημα των αποζημιώσεων. Η ευθύνη της εναγομένης 6 Κυπριακής Δημοκρατίας προκύπτει από την παροχή άδειας στο εργοστάσιο σε αστική περιοχή αλλά και την ανοχή της στην οχληρία που αυτό προκαλούσε...» Σύμφωνα με την απόφαση της 12/04/19 η οποία αφορούσε στο θέμα των αποζημιώσεων της ενάγουσας, ο έντιμος Πρόεδρος επιδίκασε υπέρ της τελευταίας και εναντίον των εναγομένων 3, 4 & 6 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ποσό €10.000 πλέον έξοδα και τόκους. Στις 17/04/19 ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρησε την Πολ. Εφ. 146/19 με την οποία προβάλλει συνολικά είκοσι λόγους έφεσης εκ των οποίων όλοι οι Λόγοι Έφεσης, πλην του 3ου Λόγου που αφορά σε κατ' ισχυρισμό επιδίκαση υπερβολικών αποζημιώσεων, προσβάλλουν ως εσφαλμένο το πιο πάνω συνοψισθέν συμπέρασμα περί ευθύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας . Αντικείμενο της παρούσας απόφασης, είναι η αίτηση που καταχώρησε ο Γενικός Εισαγγελέας στις 06/11/2019 στη βάση της Δ.35 Θ.18 για αναστολή εκτέλεσης της εναντίον του απόφασης μέχρι εκδίκασης της έφεσης που έχει καταχωρήσει. Η λιτή Ε/Δ δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση προέρχεται από γραμματειακή Λειτουργό στο Τμήμα Αγωγών της Νομικής Υπηρεσίας, αποτελείται από 6 παραγράφους και αναφέρει τα εξής: «Στις 12/4/2019 εκδόθηκε απόφαση στην πιο πάνω αγωγή. Στις 17/4/2019 ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναγόμενος 6 καταχώρησε την Πολιτική Έφεση 146/2019 (Τεκμήριο 1) στην πιο πάνω αγωγή και όπως με συμβουλεύει ο Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση έχει καλή υπόθεση για επιτυχία της πιο πάνω έφεσης. Πιστεύω είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης διότι αν εκτελεστεί η απόφαση δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη έστω και αν πετύχει η έφεση. Έτσι ο εναγόμενος 6 - Αιτητής θα ζημιωθεί και θα παρεμποδιστεί ουσιαστικά η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η Ενάγουσα δεν θα υποστεί καμία ζημιά από την έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος». Στην αντίπερα όχθη, η Καθ' ης η Αίτηση, καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση προβάλλοντας 6 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι εξειδικεύονται στην υποστηρικτική Ε/Δ της ενάγουσας, περιστρέφονται γύρω από τις νομολογιακές αρχές που διέπουν αιτήματα αυτής της φύσης με ιδιαίτερη έμφαση στο ότι τίποτα δεν έχει καταδειχθεί από πλευράς αιτητή που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και την ανατροπή ουσιαστικά του καθεστώτος που φέρει την ενάγουσα να είναι η επιτυχούσα διάδικος της αγωγής εφόσον όλα όσα προβάλλει ο αιτητής για να υποστηρίξει την αίτηση είναι γενικά, αόριστα και ουδόλως ικανοποιούν τις σχετικές εφαρμοστέες νομολογιακές προϋποθέσεις. Καταλήγει δε η ομνύουσα στο ότι «έχω δικαίωμα στον καρπό της επιτυχίας μου μετά από ένα πολυετή και δύσκολο δικαστικό αγώνα ο οποίος δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την περαιτέρω παράταση είσπραξης της απόφασης που στην προκειμένη περίπτωση είναι η είσπραξη των αποζημιώσεων μου.δεν υπάρχει μια τέτοια ανάγκη στέρησης αυτού του συνταγματικού μου δικαιώματος αφού όπως έχω ήδη αναφέρει με την εκτέλεση του διατάγματος δεν θα χάσει η έφεση το αντικείμενο της και η καταβολή του εξ' αποφάσεως χρέους δεν επηρεάζει καθόλου τα δικαιώματα του αιτητή.» . Τις πιο πάνω θέσεις των πελατών τους αντίστοιχα, οι συνήγοροι επανέλαβαν ενώπιον μου μέσω γραπτών αγορεύσεων, στις οποίες με παρέπεμψαν στη σχετική νομολογία και θεσμούς, ήτοι τη Δ.35, θ.18 επί της οποίας εδράζεται η αίτηση. Εξέτασα με προσοχή τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι καθώς και τα όσα περιλαμβάνονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και τις Ε/Δ που τις υποστηρίζουν. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση DEMETRIADES GROUP OF COMPANIES LIMITED ν. APM ITALIAN TYPE ICE-CREAM LIMITED, ECLI:CY:AD:2017:A47, Πολιτική Εφεση Αρ. 372/2015, 15/2/2017 συνοψίσθηκαν με περισσή επάρκεια οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήματα της παρούσας φύσης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα καθώς επίσης και το μέρος από το σκεπτικό της απόφασης αναφορικά με το θέμα που εκεί απασχόλησε, ήτοι το κατά πόσο υπάρχει ενδεχόμενο να προκληθεί ανεπανόρθωτη αδικία στον αιτητή αν δεν χορηγηθεί η αιτούμενη αναστολή, θέμα το οποίο εγείρεται και στην υπό κρίση αίτηση: «Είναι πασίγνωστες οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται αίτημα αναστολής απόφασης. Παγιώθηκαν μέσα από διαχρονικά ευθυγραμμισμένη γραμμή της νομολογίας, η οποία και ερμήνευσε την προαναφερθείσα Διάταξη 35, θθ. 18 και 19 (Ναυτικός Ομιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978, Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλουκίνα κ.ά.
(2011)1 ΑΑΔ 1921, Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους ν. Λεωνίδα Γεωργίου κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A103, ΠΕ 251/14, ημερ. 19.2.2016, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Μαρίας Κωμοδρόμου, ECLI:CY:AD:2016:A162, ΠΕ 283/15, ημερ. 23.3.2016, Χρίστος Σωκράτους Ιωάννου ν. Yiangos I. Socratous & Sons Ltd, ΠΕ 149/15, ημερ. 26.9.2016. Με βάση τη νομολογία, το όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και με βάση την εξισορρόπηση δύο πυλώνων, υπό το φως πάντα των συμφερόντων της δικαιοσύνης: (α) Της διασφάλισης της τελεσιδικίας, με παράλληλη κατοχύρωση ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει στην υπόθεσή του δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του, και (β) ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του και να καθίσταται κενό περιεχομένου. Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο κατά την πορεία εξέτασης αιτήσεων αυτής της μορφής είναι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, στοιχείο όμως οριακής σημασίας και χωρίς καθοριστική επίπτωση (Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Ναυτικός Ομιλος Πάφου (ανωτέρω), Χρίστος Σωκράτους Ιωάννου (ανωτέρω)). Χωρίς αμφιβολία, σε αιτήσεις αυτής της μορφής, δεν είναι πάντοτε εύκολο το καθήκον του Δικαστηρίου για εξισορρόπηση των προαναφερόμενων ουσιαστικών παραγόντων και θέσεων. Προβάλλει σε όλες τις περιπτώσεις, ως βασικό κριτήριο, το κατά πόσο υπάρχει ενδεχόμενο να προκληθεί ανεπανόρθωτη αδικία στο ένα ή στο άλλο μέρος εάν το Δικαστήριο, ανάλογα, χορηγήσει ή αρνηθεί την αναστολή. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Παραμένει όμως ως ουσιαστικό ερώτημα το κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης αδικίας σε ένα από τους δύο διάδικους, ή ακόμη και στους δύο, στην περίπτωση έκδοσης ή μη του διατάγματος αναστολής. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Hammond Suddard Solicitors v. Agrichem International Holdings Ltd
(2001)EWCA Civ 2065, para. 22, προβάλλουν ως ερωτήματα τα οποία χρήζουν απάντησης: «...if a stay is refused what are the risks of the appeal being stifled? If a stay is granted and the appeal fails, what are the risks that the respondent will be unable to enforce the judgment? On the other hand, if a stay is refused and the appeal succeeds, and the judgment is enforced in the meantime, what are the risks of the appellant being able to recover any monies paid from the respondent?...» Έχουμε μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα αναστολής εκτέλεσης, όπως τις έχουμε ήδη συνοψίσει. Η κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης στο πρόσωπο των Αιτητών, είναι, βεβαίως, δεσπόζον στοιχείο, δεδομένης της προαναφερθείσας ανάγκης εξισορρόπησης μεταξύ διασφάλισης των καρπών της επιτυχίας επιτυχόντος διαδίκου και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος άσκησης έφεσης. Οι Αιτητές όμως απέτυχαν να θεμελιώσουν κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης, αφού στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ο υπό εξέταση ισχυρισμός προβάλλεται αόριστα και λαμβάνει τη μορφή γενικής επίκλησης. Το σχετικό βάρος για κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης εναποτίθεται στους ώμους του κάθε Αιτητή που επιζητεί αναστολή της εκτέλεσης εις βάρος του απόφασης. Όπως επίσης φέρει το βάρος να θεμελιώσει ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατό να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο, όπως λέχθηκε, ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του (Χ»Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd and Others
(1991)1 ΑΑΔ 172, Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους (ανωτέρω), Ελενίτσα Κωνσταντινίδη (ανωτέρω)). Ο,τι μπορεί να εξαχθεί από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι πως περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από την επίκληση αδυναμίας εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος των Αιτητών, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται ανεπανόρθωτη βλάβη ή ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων ως προς το επίδικο αίτημα για αναστολή.. Η τελεσιδικία συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και υποστυλώνει, ευρύτερα, το κράτος δικαίου. Υπό το πρίσμα αυτό και με δεδομένες τις γενικόλογες τοποθετήσεις της πλευράς των Αιτητών ως προς το ζήτημα της ανεπανόρθωτης βλάβης και της ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων, δεν εντοπίζουμε έρεισμα αναστολής της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης και αποστέρησης από τον επιτυχόντα διάδικο, τους Καθ΄ ων η αίτηση, των καρπών της επιτυχίας τους.» (έμφαση δική μου). Με γνώμονα τα πιο πάνω, επισημαίνω κατ' αρχή ότι ο αιτητής στην παρούσα περίπτωση είναι η Κυπριακή Δημοκρατία και ότι «.το κράτος σαν fiscus θεωρείται πάντοτε φερέγγυο.». Αυτή μάλιστα η δεδομένη φερεγγυότητα του κράτους το απαλλάσσει από την υποχρέωση παροχής εγγύησης ως επιβάλλεται σε διάφορες περιπτώσεις από το Κεφ.6 και το Ν.14/60(βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.6)
(1993)1 ΑΑΔ 788). Την ίδια στιγμή όμως, η νομολογιακά αναγνωρισμένη ως δεδομένη φερεγγυότητα του κράτους δεν συνεπάγεται αυτόματα και ότι όταν το κράτος είναι διάδικος σε μια υπόθεση ατονούν προς όφελος του και οι αρχές που διέπουν και διασφαλίζουν τα αντιμαχόμενα δικαιώματα των διαδίκων αφού έστω και αν ένα αίτημα προέρχεται από το κράτος, η υποχρέωση απόδειξης του βάσιμου του αιτήματος εξακολουθεί να υφίσταται και να δεσμεύει το κράτος με τον ίδιο τρόπο που δεσμεύει κάθε άλλο διάδικο. Με άλλα λόγια, έστω και αν στην παρούσα περίπτωση η φερεγγυότητα του κράτους διασφαλίζει ότι οι ενάγοντες δεν θα χάσουν το λαβείν τους αν στο παρόν στάδιο ήθελε διαταχθεί αναστολή εκτέλεσης και τελικά η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα απορριφθεί, εντούτοις, για να μπορέσει να εξασφαλίσει την αιτούμενη αναστολή, ο αιτητής Γενικός Εισαγγελέας θα πρέπει να καταδείξει ότι ικανοποιούνται πλήρως οι πρόνοιες της Δ.35 Θ.18, ως οι πρόνοιες αυτές έχουν διαχρονικά εξετασθεί και σχολιασθεί από την νομολογία. Όπως όμως στην APM ITALIAN έτσι και στην παρούσα υπόθεση, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί ανεπανόρθωτης βλάβης που δυνατό να του προκληθεί αν εκτελεστεί η απόφαση, προβάλλεται γενικά και αόριστα και ουσιαστικά περιστρέφεται γύρω από την επίκληση αδυναμίας εκτέλεσης της απόφασης χωρίς όμως να τεκμηριώνεται η ισχυριζόμενη ανεπανόρθωτη βλάβη ή η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων (βλ. επίσης VOUROS HEALTHCARE LTD ν. DEKSA LTD, ECLI:CY:AD:2018:A12, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 207/2015, 12/1/2018). Περιορίζεται δε ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του Αιτητή, αποκλειστικά στην εξής αναφορά: «αν εκτελεστεί η απόφαση δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη έστω και αν πετύχει η έφεση». Στη βάση των λεχθέντων στην DEMETRIADES (ανωτέρω) συνεπώς, η παρούσα αίτηση, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν έχει περιθώριο επιτυχίας και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο