← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ISTANA CYPRUS LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 4035/12, 30/4/2020

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ISTANA CYPRUS LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 4035/12, 30/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A218 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4035/12 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και-

  1. ISTANA CYPRUS LIMITED
  2. XXXXX Βογιατζή
  3. XXXXX Βογιατζή
  4. XXXXX Βογιατζή
  5. XXXXX Βογιατζή Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 16/5/2018 από τις Εναγόμενες 2 και 3 για ακύρωση απόφασης Ημερομηνία: 30.4.2020 Εμφανίσεις: Για Αιτήτριες - Εναγόμενες 2 και 3: κ. Μάμαντος για Μιχάλη Βορκά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κ. Αντρέας Χρ. Χριστοφόρου ---------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτήτριες με την παρούσα Αίτηση ζητούν: "(A) Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η εκδοθείσα σε βάρος των Εναγομένων 2, 3 και 4 απόφαση του σεβαστού Δικαστηρίου ημερομηνίας 7/10/2015.» Η Αίτηση βασίζεται στην Δ.17 Θ10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ2, 3 και 15, Δ.48 Θ1-9, Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στα ΄Αρθρα 2,3,5,6,7 και 9 του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου αρ. 93

(1)/1996, στους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης, στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση φαίνονται στη συνημμένη σ΄ αυτή ένορκη δήλωση της XXXXX Βογιατζή καθώς και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η ενόρκως δηλούσα λέγει μεταξύ άλλων, στην ένορκη της δήλωση: «Είμαι η Εναγόμενη 3 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή τα γεγονότα της οποίας γνωρίζω πολύ καλά και εξουσιοδοτημένη από την Εναγόμενη 2, που τυγχάνει μητέρα της, να προβεί στην ένορκη δήλωση δια λογαριασμό της. Στις 21/9/2009 ο αδελφός της XXXXX Βογιατζής, που είναι ο Εναγόμενος 5 στην ως άνω αγωγή, έλαβε για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 Εταιρείας του, πιστωτική διευκόλυνση από την Ενάγουσα τράπεζα υπογράφοντας μαζί της συγκεκριμένη Συμφωνία, αντίγραφο της οποίας επεσύναψε στην ένορκη της δήλωση. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 21/9/2009 τόσο αυτή όσο και οι Εναγόμενοι 2, 4 και 5 εγγυήθηκαν προς την Ενάγουσα Τράπεζα τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Αντίγραφο του Εγγυητήριού Εγγράφου ημερομηνίας 21/9/2009 επισύναψε ως Τεκμήριο
  1. Επιπρόσθετα μαζί με τους Εναγόμενους 2 και 4 παραχώρησαν στις 2/10/2009 σε παροχή υποθήκης επί των μεριδίων τους σε ακίνητο στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας. Αντίγραφο των εγγράφων υποθήκης με αριθμό XXXXX/2009 επισύναψε ως Τεκμήριο
  2. Ο Εναγόμενος 4 είναι ο πατέρας της και ο Εναγόμενος 5 αδελφός της. Στις 20/6/2012 η Ενάγουσα Τράπεζα προχώρησε στην καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εναντίον τους αξιώνοντας το ποσό των Ευρώ 106.126,42 πλέον τόκους προς 10% ανά εξαμηνία από 30/4/2012 μέχρι εξοφλήσεως. Αξίωσε επίσης την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την πώληση δια δημοσίου πλειστηριασμού του ανωτέρω αναφερόμενου ενυπόθηκου τους ακινήτου. Η εν λόγω αγωγή δεν επιδόθηκε ούτε σε αυτή ούτε στους Εναγόμενους 2 και 4, προσωπικά, αλλά στον Εναγόμενο 5 αδελφό της, που σημειωτέον δεν ζούσαν μαζί, αφού αυτός έχει την δική του οικογένεια και κατοικούσε ξεχωριστά στην Λακατάμεια. Εν πάση περιπτώσει αφού ενημερώθηκαν για την καταχώριση της αγωγής καθ' υπόδειξιν του πατέρα της και του αδελφού της Εναγόμενου 5 διόρισαν δικηγόρο τους τον XXXXX Μ. Μυριανθέως για να τους εκπροσωπήσει στο Δικαστήριο. Προσωπικά ούτε αυτή ούτε η Εναγόμενη 2 μητέρα της, γνώριζαν τον εν λόγω δικηγόρο. Την επικοινωνία μαζί του την είχε αποκλειστικά ο πατέρας της Εναγόμενος
  3. Πάντοτε ανησυχούσε για την έκβαση της υπόθεσης της για τούτο και επέμενε να γνωρίσει τον ως άνω δικηγόρο. Ως εκ τούτο τον επισκέφθηκε με τον πατέρα της και του ζήτησε να την ενημερώνει για την έκβαση της υπόθεσης δίδοντας του και το τηλέφωνο της. Αυτός ουδέποτε επικοινώνησε μαζί της γεγονός που την έκανε να πιστεύει πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε εξέλιξη μιας και ως της είχε αναφέρει κατά την συνάντηση τους οι διαδικασίες στο Δικαστήριο καθυστερούν. Ενώ πίστευαν πως η υπόθεση τους δεν αντιμετώπιζε προβλήματα τελικά πληροφορήθηκαν, μέσω τηλεφώνου τρία σχεδόν έτη μεταγενέστερα από υπάλληλο της Ενάγουσας Τράπεζας πως στις 7/10/2015 η Ενάγουσα Τράπεζα έλαβε δικαστική απόφαση σε βάρος τους. Κατόπιν τούτου ανάθεσαν στο δικηγορικό γραφείο του Μιχάλη Βορκά την διεξαγωγή έρευνας στο Δικαστήριο ο οποίος τις ενημέρωσε πως πράγματι στις 7/10/2015 είχε εκδοθεί εναντίον τους απόφαση.» Ο δικηγόρος Ανδρέας Αργυριάδης διεξήγαγε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η απόφαση λανθασμένα αναφέρει πως κατά την έκδοση της στις 7/10/2015 εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο XXXXX Μ. Μυριανθέως. Ο εν λόγω δικηγόρος έπαυσε να τους εκπροσωπεί σύμφωνα με σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου από τις 16/6/
  4. Προσωπικά δεν έλαβε καμιά ειδοποίηση από τον δικηγόρο XXXXX Μ. Μυριανθέως για την πρόθεση του να παραιτηθεί από δικηγόρος της. Εξ' άλλου στη διεύθυνση που φαίνεται σε επιστολή ημερομηνίας 5/5/2015 του εν λόγω δικηγόρου, η οποία ευρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου δηλαδή η Λεωφ. XXXXX 111, XXXXX στον XXXXX, δεν κατοικούσε την εν λόγω ημερομηνία, αφού σε αυτήν δεν υφίστατο κανένα υποστατικό. Πρόκειται για ακίνητο το οποίο ανήκε κατά 1/3 στον Εναγόμενο 4 πατέρα της. Σταμάτησε να διαμένει εκεί από το 1999 που παντρεύτηκε. Το εν λόγω ακίνητο πωλήθηκε το 2009 στην εταιρεία ανάπτυξης γης Stavrina Ltd η οποία το κατεδάφισε και στη θέση του κτίστηκε νέο ογκώδες κτήριο. Από τον Σεπτέμβριο δε του 2011 διαμένει στην Λεωφ. XXXXX 8 στο XXXXX. Κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, δηλαδή στις 7/10/2015, ο Εναγόμενος 4 δεν ευρίσκετο στη ζωή. Είχε αποβιώσει στις 24/6/2015 από την ασθένεια του καρκίνου μετά από μακρά περίοδο ταλαιπωρίας του επισκεπτόμενος γιατρούς και νοσηλευόμενος για μακρύ χρονικό διάστημα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ένεκα της σοβαρής κατάστασης της υγείας του Εναγομένου 4, η Εναγόμενη 2 ευρίσκετο συνεχώς στο πλευρό του. Ούτε αυτή έλαβε κάποια ειδοποίηση από τον δικηγόρο XXXXX Μ. Μυριανθέως περί της πρόθεσης του να αποσυρθεί από δικηγόρος της. Ούτε και ο άρρωστος Εναγόμενος 4 πατέρας της, της ανέφερε οτιδήποτε περί τέτοιας ειδοποίησης. Ουσιαστικά κανένας τους δεν γνώριζε για την πρόθεση του δικηγόρου XXXXX Μ. Μυριανθέως να αποσυρθεί από την υπόθεση, η δε δικαστική απόφαση εκδόθηκε στην απουσία τους και χωρίς την γνώση τους. Η ως άνω εξέλιξη τους εμπόδισε να προβάλουν την υπεράσπιση τους στις αξιώσεις της Ενάγουσας Τράπεζας η οποία ενεργώντας από θέση ισχύος τις κατέστησε υπόλογους σε αυτήν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης που απαιτείται στις συναλλαγές, προκαλώντας ανισότητα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις τους ως απορρέουν από την Συμφωνία ημερομηνίας 21/09/2009 και την συμφωνία εγγυήσεως της ίδιας ημερομηνίας καθώς και το έγγραφο υποθήκης ημ 02/10/
  5. Ειδικότερα η αναφορά στην παράγραφο (β) της Συμφωνίας ημερομηνίας 21/9/2009 σε σχέση με το εκάστοτε επιτόκιο δηλαδή, περί ποσοστού που θα κοινοποιείται από την Ενάγουσα Τράπεζα στην Εναγόμενη 1, Πρωτοφειλέτρια χωρίς την συμμετοχή της τελευταίας σε αυτό το ζήτημα ως και ταυτόχρονα το αποκλειστικό δικαίωμα της Ενάγουσας Τράπεζας να πράξει τούτο λαμβάνοντας υπόψιν το ετήσιο ποσοστό που αντιπροσωπεύει το κόστος της Ενάγουσας Τράπεζας για χρηματοδότηση των διευκολύνσεων από οποιαδήποτε πηγή επιλέξει η ίδια, αποτελούν καταχρηστικές ρήτρες και συνεπώς παράνομες και μη εφαρμόσιμες ρήτρες. Επιπρόσθετα καταχρηστικώς και αδιαφανής είναι και ο όρος στην Συμφωνία ημερομηνίας 21/9/2009 δια του οποίου ο υπολογισμός του τόκου επί των χρεωστικών υπολοίπων λαμβάνει ως διαιρέτη το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες αντί των 365 που είναι οι ημέρες που αναλογούν σε ένα χρόνο. Επίσης, καταχρηστική και παράνομη είναι η πρόνοια στη Συμφωνία ημερομηνίας 21/9/2009 δια της οποίας η Ενάγουσα Τράπεζα έχει το απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα καθορισμού του τόκου υπερημερίας που ανήλθε μέχρι και το υπέρογκο και παράνομο ποσοστό του 6%. Καταχρηστικός και ταυτόχρονα παράνομος και μη δεσμευτικός είναι και ο όρος στην Συμφωνία ημερομηνίας 21/9/2009 δια του οποίου η Ενάγουσα Τράπεζα μπορούσε κατά την απόλυτη κρίση της να μεταβάλει οποτεδήποτε το συμφωνηθέν βασικό επιτόκιο. Τα ίδια ισχύουν και ως προς τις πρόνοιες περί χρεώσεων της Ενάγουσας Τράπεζας που αφορούν προμήθειες και έξοδα της χωρίς να προσδιορίζεται η φύση τους και με βάση ποια κριτήρια έπραττε τούτο, γεγονός που αντιβαίνει την υποχρέωση διαφάνειας που βαρύνει την Ενάγουσα Τράπεζα ως και τις αρχές της καλής πίστης που ορίζουν πως κάθε συμβαλλόμενο μέρος βαρύνεται με τα έξοδα εκπλήρωσης των δικών του υποχρεώσεων, διαταράσσοντας έτσι την συμβατική ισορροπία σε βάρος τους. Η Ενάγουσα Τράπεζα αξίωσε και πέτυχε την καταβολή υπέρογκου και μη οφειλόμενου ποσού αφού χρέωνε φανερά τον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 με τόκους, έξοδα, προμήθειες και τόκους υπερημερίας, που τους κεφαλαιοποιούσε χωρίς να δικαιούτο. Περαιτέρω η Ενάγουσα Τράπεζα παρέλειψε να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στο Δικαστήριο σε σχέση με το ποσό των Ευρώ 150,000 το οποίο αποτελούσε δεσμευμένη κατάθεση επ' ονόματι των γονέων της, Εναγόμενων 2 και
  6. Έχουν καλή υπεράσπιση την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να τους επιτρέψει να προβάλουν παραμερίζοντας την εκδοθείσα στην απουσία τους απόφαση ημερ. 7/10/
  7. Η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση, στην ειδοποίηση της οποίας κατέγραψε αριθμό λόγων ένστασης τους ακόλουθους: «α) Οι Αιτήτριες δεν δικαιούνται σε έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι Θεσμοί και η σχετική νομολογία και τις αρχές που διέπουν τέτοιες αιτήσεις. β) Η απόφαση, ημερομηνίας 7/10/2015, εκδόθηκε νομότυπα από το Δικαστήριο στην απουσία των Αιτητριών, λόγω της αδικαιολόγητης δικής τους παράλειψης να εμφανιστούν στο Δικαστήριο κατά την εν λόγω ημερομηνία. γ) Οι Αιτήτριες δεν παρουσίασαν ουσιαστικό λόγο για την παράλειψη τους να εμφανιστούν στο δικαστήριο την 7/10/2015, ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Οι ισχυρισμοί τους αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις τις οποίες προωθούν για να εκφύγουν των υποχρεώσεων τους έναντι των Εναγόντων. δ) Οι Αιτήτριες καταχώρισαν την υπό εκδίκαση αίτηση με υπέρμετρη καθυστέρηση, σχεδόν 3 χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης στην παρούσα αγωγή και σχεδόν 3 χρόνια μετά, της εν λόγω απόφασης, χωρίς να προβάλουν οποιοδήποτε λόγο για την καθυστέρηση αυτή. ε) Οι Αιτήτριες παρέλειψαν εσκεμμένα να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά με την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή γεγονότα, με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου προς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. στ) Οι Αιτήτριες απέδειξαν αδιαφορία για την αγωγή, συμπεριφορά η οποία ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση με αποτέλεσμα τυχόν έγκριση του αιτήματος να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. ζ) Η Αίτηση δεν καταδεικνύει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην απαίτηση των Εναγόντων που προβάλλεται εναντίον των Αιτητριών με το κλητήριο ένταλμα. η) Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση της αρχής της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών αποφάσεων και της αναγκαιότητας διατήρησης της ισχύος των αποφάσεων. θ) Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση της αρχής της διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. ι) Η Αίτηση είναι παράτυπη και δε συνάδει με τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας για την προώθηση τέτοιου είδους αιτήματος. ια) Οι Αιτήτριες δεν παρουσίασαν μαρτυρία ότι η απόφαση εκδόθηκε δια μέσου δόλου και δεν χρησιμοποίησαν το ορθό δικονομικό μέσο για την προώθηση μιας τέτοιας αξίωσης. ιβ) Η νομική βάση πάνω στην οποία βασίζεται η Αίτηση δεν μπορεί να στηρίξει το αίτημα των Αιτητριών.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Κουντούρη η οποία επισυνάπτεται σ΄ αυτήν και ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Είναι υπάλληλος των Εναγόντων και βρίσκεται στη Μονάδα Ανάκτησης Χρεών στη Λευκωσία. Έχει προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που αφορούν την παρούσα αγωγή από μελέτη του φακέλου και των σχετικών εγγράφων, τα οποία έχει στην κατοχή του. Είναι εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Οι Αιτήτριες δεν παρείχαν επαρκή αιτιολόγηση για το λόγο που δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία στην οποία η αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση, ήτοι την 7/10/2015, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Την 20/6/2012 οι Ενάγοντες καταχώρισαν την υπό εκδίκαση εναντίον των Εναγομένων 1 μέχρι 5, δια μέσου του δικηγορικού γραφείου Kinanis LLC. Την 30/7/2012 ο δικηγόρος κ. XXXXX Κ. Μυριανθέως, καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή εκ μέρους και των πέντε Εναγομένων, επισυνάπτοντας σχετικά διοριστήρια έγγραφα, υπογεγραμμένα δεόντως και από τους πέντε Εναγομένους. Την 18/9/2013 καταχωρίστηκε από το δικηγορικό γραφείο των νυν δικηγόρων των Εναγόντων, κ.κ. Elena Hajiroussou LLC, σημείωμα αλλαγής δικηγόρου. Την 17/2/2014 ο δικηγόρος των Εναγομένων δήλωσε στο Δικαστήριο ότι αναζητεί τους Εναγομένους και ότι αν δεν τους βρει τότε θα αναγκαστεί να αποχωρήσει. Το Δικαστήριο όρισε την αγωγή. Ακολούθως, κατά τις επόμενες ημερομηνίες που ορίστηκε η αγωγή, ήτοι την 16/10/2014, 10/3/2015 και την 5/5/2015, ο δικηγόρος των Εναγομένων επαναλάμβανε ουσιαστικά την ίδια δήλωση, ότι δηλαδή δεν είχε επικοινωνία με τους Εναγόμενους. Την 16/6/2015, ο δικηγόρος των Εναγομένων ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο να αποσυρθεί από δικηγόρος τους λόγω μη επικοινωνίας, προσκομίζοντας επιστολές ειδοποίησης προς τους Εναγόμενους 2, 3 και 4, ημερομηνίας 5/5/
  8. Οι εν λόγω επιστολές σημειώθηκαν ως Τεκμήριο Α από το Δικαστήριο και καταχωρίθηκαν στο φάκελο του Δικαστηρίου. Με τις επιστολές, ημ.5/5/2015, ο δικηγόρος των Εναγομένων τους ενημέρωνε ότι η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες την 16/6/2015 και ώρα 9.00 πμ και τους κάλεσε όπως α) επικοινωνήσουν άμεσα με το γραφείο του και όπως β) παρουσιαστούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την εν λόγω ημερομηνία και ώρα. Περαιτέρω τους ενημέρωνε ότι εάν δεν παρουσιαστούν την εν λόγω ημερομηνία στο Δικαστήριο θα αναγκαστεί να ζητήσει από το Δικαστήριο άδεια να αποσυρθεί με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μπορεί να προχωρήσει στην απουσία τους με επιζήμιες για αυτούς συνέπειες. Υπό το φως των πιο πάνω, την 16/6/2015, το Δικαστήριο έδωσε άδεια στον δικηγόρο των Εναγομένων να αποσυρθεί. Οι Εναγόμενοι ήταν απόντες και στην απουσία αυτών, το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για ακρόαση την 7/10/
  9. Την 7/10/2015, κατόπιν απόδειξης της υπόθεσης από τους δικηγόρους των Εναγόντων, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 μέχρι
  10. Οι επιστολές, ημερομηνίας 5/5/2015, αποστάλθηκαν ταχυδρομικώς στους Εναγόμενους 2 και 4, στη διεύθυνση XXXXX 19Α, XXXXX XXXXX, και στην Εναγομένη 3, στη διεύθυνση Λεωφ. XXXXX 11, XXXXX XXXXX.» Οι διευθύνσεις αυτές είναι οι διευθύνσεις που αναγράφονται στο κλητήριο ένταλμα ως η διεύθυνση διαμονής των Εναγομένων 2, 3 και 4 αντιστοίχως. Το Δικαστήριο, την 16/6/
  11. αξιολόγησε τα δεδομένα ενώπιον του και αφού ικανοποιήθηκε ότι οι Εναγόμενες 2 και 4 έλαβαν γνώση της ημερομηνίας που ορίστηκε η αγωγή και της ανάγκης να παρευρεθούν ενώπιον του την εν λόγω ημερομηνία, έδωσε άδεια στον δικηγόρο τους να αποσυρθεί. Η Εναγόμενη 3 ισχυρίζεται ότι δε διαμένει μαζί με τον αδελφό της, Εναγόμενο 5, στη διεύθυνση του XXXXX 54Α, XXXXX XXXXX. Ως εκ τούτου, η μόνη διεύθυνση που προκύπτει από το φάκελο της αγωγής ως η διεύθυνση διαμονής της Εναγόμενης 3, είναι η Λεωφόρος XXXXX 111, XXXXX XXXXX, Λευκωσία, η οποία αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα και στην οποία αποστάλθηκε η επιστολή, ημ.5/5/2015, από τον δικηγόρο Μυριανθέως. Η Εναγόμενη 3 ψευδώς ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε την εν λόγω επιστολή. Εάν όπως η ίδια ισχυρίζεται έμενε σε άλλη διεύθυνση από το
  12. τότε θα μπορούσε κάλλιστα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα απεδείκνυαν τη διαμονή της σε άλλη διεύθυνση, πράγμα που αμέλησε να πράξει. Επίσης, η Εναγόμενη 3, χωρίς να αρνείται ότι η Εναγόμενη 2 διέμενε στη διεύθυνση στην οποία της αποστάλθηκε η επιστολή, ήτοι στην XXXXX 19Α, XXXXX XXXXX, προβάλλει απλά ένα αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη 2 δεν έλαβε την επιστολή, χωρίς να επεξηγεί το λόγο για αυτό. Οι Εναγόμενες 2 και 3 αμέλησαν για 3 χρόνια να ενδιαφερθούν και να ρωτήσουν για την πορεία της αγωγής, στην οποία εναγόμενοι ήταν όλα τα μέλη της οικογενείας τους. Η μητέρα, Εναγόμενη 2, ο πατέρας, Εναγόμενος 4, η κόρη, Εναγόμενη 3, και ο γιός, Εναγόμενος 5, ο οποίος ήταν και διευθυντής της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, Εναγόμενης
  13. Η Εναγόμενη 3 είχε επισκεφθεί προσωπικά τον δικηγόρο που τους εκπροσωπούσε και είχε κάθε ευκαιρία τα 3 χρόνια που μεσολάβησαν να ζητήσει όπως ενημερωθεί για την πορεία της αγωγής από τον δικηγόρο της, χωρίς όμως να το πράξει. Η συμπεριφορά τους αποτελεί καταφρόνηση του Δικαστηρίου καθώς και των δικαιωμάτων των Εναγόντων. Ο ισχυρισμός που προβάλουν με την υπό εκδίκαση αίτηση, ότι δεν έλαβαν τις επιστολές ειδοποίησης από τον δικηγόρο τους, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός αφού δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία. Αντιθέτως οι Εναγόμενες 2 και 3 παρέμειναν σε αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Από το πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 7/10/2015, προκύπτει ξεκάθαρα ότι το Δικαστήριο προχώρησε σε έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 μέχρι 5, στην παρουσία της κας Μαλαή, για Ενάγοντες/Αιτητές και στην απουσία των Εναγομένων 1 μέχρι
  14. Ως ανέφερα ανωτέρω, την 18/9/2013 καταχωρίστηκε από τους νυν δικηγόρους των Εναγόντων, Elena Hajiroussou LLC. σημείωμα αλλαγής δικηγόρου σε αντικατάσταση των πρώην δικηγόρων των Εναγόντων, κ.κ. Kinanis LLC. Το γεγονός ότι η απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 7/10/2015, αναγράφει ότι η απόφαση εξεδόθη στην παρουσία των Kinanis LLC, δικηγόρο εναγόντων, και του Εύδωρου Μ. Μυριανθέως, δικηγόρου εναγομένων αρ. 1,2,3,4 και 5, είναι τυπογραφικό λάθος και δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης 3, οι Εναγόμενες 2 και 3 ενημερώθηκαν για την έκδοση της απόφασης 3 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής και το διορισμό του δικηγόρου για να τις εκπροσωπήσει. Αν και η Εναγόμενη 3 παραλείπει να αναφέρει πότε ακριβώς ενημερώθηκαν, ο χρόνος ενημέρωσης τους μπορεί να υπολογιστεί περί τον Οκτώβριο του 2015, δηλαδή μετά την έκδοση της απόφασης και 3 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής. Οι Εναγόμενες 2 και 3 εσκεμμένα παρέλειψαν να αναφέρουν στο Δικαστήριο γιατί δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα για παραμερισμό της απόφασης τα επόμενα 3 σχεδόν χρόνια που μεσολάβησαν από την μέρα που ενημερώθηκαν για την απόφαση μέχρι και την καταχώριση της υπό εκδίκαση αίτησης το Μάιο του
  15. Όπως επίσης, παρέλειψαν να αναφέρουν πότε ανέθεσαν την υπόθεση στο νυν δικηγόρο τους για διεξαγωγή έρευνας στο φάκελο του Δικαστηρίου και πότε ο δικηγόρος τους προέβη στην εν λόγω έρευνα. Η Εναγόμενη 3 εσκεμμένα παραλείπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά με την παρούσα αγωγή γεγονότα με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σχεδόν 2 χρόνια μετά την έκδοση την απόφασης και συγκεκριμένα την 13/6/2017, η Εναγόμενη 3 προσήλθε με τον τότε δικηγόρο της στα γραφεία των Εναγόντων όπου είχε συνάντηση με τους αρμόδιους λειτουργούς των Εναγόντων για συζήτηση, μεταξύ άλλων, του εξ αποφάσεως χρέους της στην παρούσα αγωγή. Κατά τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2017 υπήρξε ανταλλαγή επιστολογραφίας μεταξύ του νυν δικηγόρου της Εναγόμενης 3, Μιχάλη Βορκά και Σια ΔΕΠΕ, και των Εναγόντων σχετικά με την απόφαση στην παρούσα αγωγή. Παρουσίασε αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων της Εναγόμενης 3, ημερομηνίας 9.8.2017 προς τους Ενάγοντες και απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα των Εναγόντων, ημερομηνίας 6.9.
  16. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 γνώριζαν για την έκδοση της απόφασης στην παρούσα αγωγή, ως αναφέρει η Εναγόμενη 3 από το 2015, και έκτοτε έκαναν συναντήσεις με τους Ενάγοντες και διόρισαν άλλους δικηγόρους για να τους εκπροσωπήσουν στις συζητήσεις τους με τους Ενάγοντες. Η καθυστέρηση στην οποία υπέπεσαν οι Εναγόμενες 2 και 3 στην καταχώριση της υπό εκδίκαση Αίτησης, για σχεδόν 3 χρόνια μετά την ημέρα που έλαβαν γνώση για την απόφαση, παρέμεινε παντελώς αδικαιολόγητη. Οι Εναγόμενες 2 και 3 καταχρηστικά προωθούν την παρούσα αίτηση 3 χρόνια μετά που ενημερώθηκαν για την απόφαση των Εναγόντων χωρίς να προβάλλουν οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Οι Αιτήτριες δε δικαιούνται σε έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, καθότι η νομική βάση της υπό εκδίκαση αίτηση δεν μπορεί να στηρίξει το αίτημα τους. Οι Εναγόμενες 2 και 3 καταχώρισαν τόσο σημείωμα εμφάνισης όσο και υπεράσπιση στην αγωγή. Τους είχε δοθεί η ευκαιρία να προωθήσουν τα συμφέροντα τους στα πλαίσια της αγωγής, όπως και το έπραξαν δια μέσου του δικηγόρου τον οποίον οι ίδιες διόρισαν. Επίσης, καμία μαρτυρία δεν έχει δοθεί από τις Εναγόμενες 2 και 3 ότι η απόφαση εναντίον τους εκδόθηκε δια μέσου δόλου ή απάτης και εν πάση περιπτώσει, δεν χρησιμοποίησαν το ορθό ένδικο μέσο για την προώθηση μιας τέτοιας αξίωσης. Οι Εναγόμενες 2 και 3 απέτυχαν να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Όλοι οι όροι της Συμφωνίας ήταν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ της Εναγόμενης 1 εταιρείας και των Εναγόντων. Ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου έτυχε διαπραγμάτευσης μεταξύ της Εναγόμενης 1 και των Εναγόντων και συμπεριλήφθηκε ρητώς μέσα στη Συμφωνία. Συγκεκριμένα, ο Όρος 2 της Συμφωνίας προνοούσε ότι η πιστωτική διευκόλυνση θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα Βασικό Επιτόκιο Επιχειρήσεων της Τράπεζας, προσαυξημένο κατά 2,25%. Η Συμφωνία αναγράφει επίσης ότι την ημερομηνία ετοιμασίας της το Βασικό Επιτόκιο Επιχειρήσεων της Τράπεζας ανέρχετο σε 4,25% ετησίως και ως εκ τούτου το σύνολο του επιτοκίου ανερχόταν σε 6,5% ετησίως. Η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε τον εν λόγω όρο. Εάν δεν συμφωνούσε είχε τη δυνατότητα είτε να ζητήσει την επιβολή εναλλακτικού επιτοκίου είτε να μη συνάψει τη Συμφωνία. Νομική Πτυχή Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20.6.
  17. Στις 20.7.12 έγινε επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο 5 για όλους τους Εναγόμενους. Στις 30.7.2012 ο δικηγόρος Εύδωρος Μ. Μυριανθεύς καταχώρησε εμφάνιση για όλους τους Εναγόμενους. Ακολούθως, επειδή δεν καταχωρήθηκε υπεράσπιση από μέρους των Εναγόμενων, οι Ενάγοντες στις 24.9.2012 καταχώρησαν αίτηση για έκδοση υπέρ της απόφασης λόγω της παράλειψης αυτής των Εναγομένων. Τελικά, στις 11.12.2012 καταχωρήθηκε η υπεράσπιση των Εναγομένων, αποσύρθηκε η αίτηση ημερ. 24.9.2012, καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση των Εναγομένων 1-5 και ορίστηκε η υπόθεση για οδηγίες στις 15.4.
  18. Στις 18.9.13 οι Ενάγοντες διόρισαν νέο δικηγόρο για να τους εκπροσωπεί στην αγωγή την Έλενα Χατζηρούσου. Η υπόθεση αναβλήθηκε αρκετές φορές, στις 17.2.14, στις 16.10.14 (ημερ. όπου ήταν ορισμένη για ακρόαση), 10.3.15, 5.5.15, 16.6.15, (ήταν ορισμένη για οδηγίες και όλες τις φορές αυτές η αναβολή ζητείτο από τον δικηγόρο των Εναγομένων με τη δικαιολογία της έλλειψης επικοινωνίας με τους Εναγόμενους. Στις 16.6.15 ο δικηγόρος των Εναγομένων ζήτησε άδεια να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση τους λόγω μη επικοινωνίας με τους πελάτες του αφού προηγουμένως τους ειδοποίησε, τις Αιτήτριες, με επιστολές ημερομηνίας 5.5.2015, οι οποίες είναι κατατεθειμένες ως Τεκμήρια στο φάκελο του Δικαστηρίου. Με τις επιστολές αυτές ειδοποιούντο για την πρόθεση του δικηγόρου τους να αποσυρθεί και ότι η υπόθεση είχε οριστεί για τις 16.6.
  19. Οι Εναγόμενοι δεν εμφανίστηκαν και ο δικηγόρος τους απεσύρθη και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 7.10.2015, ώρα 8.
  20. Οι επιστολές ημερ. 5.5.15 είχαν αποσταλεί στις διευθύνσεις των Αιτητών όπως αυτές αναγράφονται στον τίτλο της Αγωγής. Στις 7.10.15 δεν εμφανίστηκε οποιοσδήποτε των Εναγομένων και το Δικαστήριο προχώρησε σε απόδειξη της υπόθεσης και έκδοση απόφασης εναντίον όλων των Εναγομένων. Όπως φαίνεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου ο δικηγόρος Εύδωρος Μ. Μυριανθεύς δεν ήταν παρών στο Δικαστήριο και συνεπώς είναι λάθος του Πρωτοκολλητή που στο συνταχθέν από αυτόν αντίγραφο της απόφασης ενέγραψε ότι εκδόθηκε στην παρουσία του κ. Εύδωρου Μ. Μυριανθεύς, δικηγόρου Εναγομένων 1,2,3,4 και
  21. Το λάθος αυτό θα έπρεπε ο δικηγόρος Ανδρέας Αργυριάδης, ο οποίος έκαμε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου να το εντοπίσει. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.17 θ.10 η οποία όμως αφορά απόφαση η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης εμφάνισης και είναι γι' αυτή την περίπτωση που προβλέπει καταχώρηση Αίτησης για παραμερισμό της. Η Δ.26 θ.14 πάνω στην οποία επίσης βασίζεται, προβλέπει έκδοση απόφασης κατόπιν παράλειψης καταχώρησης δικογράφων που δεν είναι η παρούσα περίπτωση αφού έχει καταχωρηθεί υπεράσπιση. Η Δ.33 θθ. 2, 3 και 15 πάνω στις οποίες βάσισαν οι Αιτήτριες την Αίτηση τους προβλέπει ότι, αν κατά την ημέρα ορισμού της ακρόασης οιοσδήποτε διάδικος παραλείψει να εμφανισθεί όταν πρόκειται να αρχίσει η ακρόαση, το Δικαστήριο πρέπει να ζητήσει απόδειξη ότι ο απουσιάζων διάδικος επήρε ειδοποίηση περί του ορισμού της υπόθεσης. Αν δεν υπάρχει τέτοια απόδειξη το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με την ακρόαση αν η παρουσία του απουσιάζοντος διαδίκου δεν είναι ουσιώδης ή μπορεί να αναβάλει την ακρόαση και να δώσει τέτοιες οδηγίες που θα είναι αναγκαίες. Αν κατά την ημέρα ορισμού της ακρόασης ο Ενάγοντας εμφανισθεί, όταν πρόκειται να αρχίσει η ακρόαση αλλά ο Εναγόμενος δεν εμφανίζεται τότε, αφού δοθεί απόδειξη ότι ο Εναγόμενος επήρε ειδοποίηση της ορισθείσας ημέρας, ο Ενάγοντας μπορεί να αποδείξει την απαίτηση του στον βαθμό που το βάρος απόδειξης βαρύνει αυτόν και μπορεί να δοθεί ανάλογη απόφαση. Τέλος, απόφαση που λήφθηκε διά δόλου δύναται κατόπιν αγωγής που θα εγερθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο να παραμερισθεί ως προς το πρόσωπο που διέπραξε ή προήγαγε τον δόλο αλλά αυτός ο περιορισμός δεν θα ισχύει σε μια αγωγή για παραμερισμό απόφασης παραχωρούσης επικύρωση διαθήκης. Αυτά προβλέπει η Δ.33 Θ.2, 3 και 15 τα οποία δεν θέτει το νομικό υπόβαθρο της Αίτησης. Η Δ.33 Θ.5 προβλέπει ότι οποιαδήποτε απόφαση που πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την ακρόαση μπορεί, ανάλογα με την υπόθεση να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους, που θα κριθούν κατάλληλοι, κατόπιν αίτησης που θα γίνει εντός δεκαπέντε ημερών μετά την ακρόαση. Οι Αιτήτριες όμως δεν βάσισαν την αίτηση τους σ' αυτό το θεσμό, την Δ.33 Θ.
  22. Συνεπώς η αίτηση τους δεν βασίζεται επί των ορθών Διαδικαστικών Θεσμών. Ούτε μπορεί η απόφαση να ακυρωθεί με την παρούσα αίτηση για το λόγο ότι λήφθηκε κατόπιν δόλου. Η ακύρωση απόφασης γι' αυτό το λόγο είναι με αγωγή που γίνεται και οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να δίδονται επακριβώς και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με την αυστηρή απόδειξη που απαιτείται από μια τέτοια κατηγορία. (Βλ. Ιακώβου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1Β Α.Α.Δ. 992). Όσον αφορά την μη συμπερίληψη της ορθής νομοθετικής διάταξης στη νομική βάση της αίτησης η νομολογία, όπως στην απόφαση Μαχλουζαρίδη ν. Ιωαννίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, έχει ως εξής: «ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί., σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου». Επίσης σχετική είναι η υπόθεση Dora Holdings κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Αρ. 1)
(2010)1(A) Α.Α.Α. 649, 653. λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι: «Η αίτηση εφόσον αφορά πολιτική διαδικασία έπρεπε να τύχει της ανάλογης νομικής θεμελίωσης... Οι αιτητές παρότι είχαν την ευκαιρία να ενεργήσουν δεόντως ώστε με το κατάλληλο δικονομικό μέτρο να επιδιώξουν την διόρθωση της παρατυπίας και την επανατοποθέτηση της αίτησης τους στην ορθή νομική βάση δεν το έπραξαν, παράλειψη η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης εφόσον οι δικονομικές διατάξεις των οποίων γίνεται επίκληση δεν τυγχάνουν εφαρμογής.» Στην Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1(A) Α.Α.Α. 81, ειπώθηκαν τα εξής: «Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες.» Στην Χριστίνα Περικλέους v. Ellinas Finance κ.α., Πολιτική Εφεση 283/2010, ημερ. 03/07/2014, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομική βάση μιας αίτησης σύμφωνα με τη νομολογία έχει μεγάλη σημασία, αφού προσδιορίζει το νομικό υπόβαθρο της αίτησης, το οποίο προσδίδει εγκυρότητα στο δικονομικό μέτρο (βλ. Χριστόφορου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδανούς Λίμιτεδ
(2001)IB ΑΑΔ 743). Μετά την τροποποίηση της Δ.64 και την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου, ενδεχομένως στην παρούσα περίπτωση η παράλειψη να μπορούσε να θεραπευθεί. Όμως καμία αίτηση δεν υποβλήθηκε από την Αιτήτρια ζητώντας να θεραπευθεί η παράλειψη, ώστε να αποκτήσει η αίτηση το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο. Υπάρχουν περιπτώσεις που το δικαστήριο κατ' εξαίρεση μπορεί αυτεπάγγελτα να θεωρήσει ότι η παράλειψη έχει ήδη θεραπευθεί, αλλά η παρούσα δεν είναι μια τέτοια περίπτωση. Στην υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/10, ημερ. 17.12.2013, τονίσαμε ότι οι παρατηρήσεις μας ως προς την ευχέρεια που πάντοτε έχει το δικαστήριο να θεραπεύει παρατυπία δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το δικαστήριο». Οι Αιτήτριες δεν άσκησαν το δικαίωμα τους να επιληφθούν της παρατυπίας, δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε μέτρα για θεραπεία αυτής. Είναι καθήκον του δικηγόρου ή του διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο. Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2534. Η Αίτηση για τον πιο πάνω λόγο, της μη θεμελίωση της Αίτησης τους στην ορθή νομική βάση, θα απορριφθεί. Όσον αφορά τις ειδοποιήσεις που απέστειλε ο δικηγόρος Εύδωρος Μυριαθεύς προς τις Αιτήτριες, αυτές έχουν αποσταλεί στη διεύθυνση που αναγράφεται στην αγωγή και είναι αυτή που είχε δηλωθεί από τις Εναγόμενες στην Τράπεζα-Ενάγουσα. Οι Εναγόμενοι δεν ενημέρωσαν, ειδοποίησαν, τους Ενάγοντες για οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση που δήλωσαν κατά την σύναψη των επίδικων συμβάσεων. Στην απόφαση Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφ. Αρ. 87/2013, ημερ. 3.12.2019 το Ανώτατο αποφάσισε τα εξής: "Επομένως, εφόσον η Θεοτόκη ως διεύθυνση αλληλογραφίας συνδεόταν με τους εφεσείοντες, δημιουργήθηκε τουλάχιστον μαχητό τεκμήριο ότι οι επιστολές που αποστάλησαν με κοινό ταχυδρομείο παραδόθηκαν και περιήλθαν στη γνώση των εφεσειόντων. Είναι γνωστή η νομολογία ότι επιστολή η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς και δεν έχει επιστραφεί αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, (Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895). Η εφεσίβλητη τράπεζα δεν έκανε οτιδήποτε άλλο εκτός από ό,τι προνοούσε η σχετική μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, σύμφωνα δε με τον όρο 20 αυτής κάθε ειδοποίηση μπορούσε να αποστέλλεται στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή να επιδίδεται διά χειρός στη δηλωθείσα στην τράπεζα διεύθυνση ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του. Η αποστολή, επομένως, των επιστολών με συνηθισμένο ταχυδρομείο ήταν εντός των δικαιωμάτων της τράπεζας και η χρησιμοποιηθείσα διεύθυνση ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση των εφεσειόντων, (Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059). Η εν λόγω διεύθυνση δεν ήταν, άλλωστε, άγνωστη ή αυθαίρετη, όπως στην ουσία θέλησαν να παρουσιάσουν οι εφεσείοντες." Επίσης στην υπόθεση Πιττάκας ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Γ Α.Α.Δ. 1895 το Ανώτατο αποφάσισε τα εξής: "Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed .." Οι Αιτήτριες έλαβαν τις ως άνω επιστολές και έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης προχώρησε με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.l Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου των ενόρκων τους δηλώσεων και συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Οι Εναγόμενες-Αιτήτριες ενώ πίστευαν, όπως λέγουν στην παράγραφο 9 της ένορκης τους δήλωσης, πως η υπόθεση τους δεν είχε πρόβλημα τελικά πληροφορήθηκαν, μέσω τηλεφώνου τρία σχεδόν έτη μεταγενέστερα από υπάλληλο της Ενάγουσας Τράπεζας πως στις 7.10.2015 η Ενάγουσα Τράπεζα έλαβε δικαστική απόφαση σε βάρος τους. Συνεπώς από τότε που έλαβαν γνώση οι Αιτήτριες για την ύπαρξη της Απόφασης ημερ. 7.10.2015 μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης μεσολάβησε χρονικό διάστημα πέραν των τριών χρόνων χωρίς να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση τους αυτή να λάβουν δικαστικά μέτρα για ακύρωση της απόφασης. Οι Εναγόμενοι καθώς και οι Αιτήτριες επέδειξαν παντελή αδιαφορία για την τύχη της αγωγής. Οι Εναγόμενοι είναι ένοχοι παραλείψεως ή αμέλειας. Διαγωγή περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Τα κριτήρια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αιτήσεων ως η παρούσα και που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εξηγούνται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982), 1 CLR 204, 210, όπως αυτό υιοθετήθηκε στην υπόθεση, Εταιρείας Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βόθροτεξ» Λτδ ν. Πραξιτέλη Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 339, στις σελίδες 342 - 343: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά ύψιστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (Βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d). To απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση». Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, Μilouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941 στη σελίδα 945. Τέτοια ήταν και η συμπεριφορά των Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση. Στην απόφαση Κώστας Φραντζής ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. σελ. 1094 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε: «Όπως έχει ορθά τονιστεί στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου), Π.Ε. 8041, ημερομηνίας 28/1/93, η εξουσία του Δικαστηρίου σε παρόμοια ζητήματα έχει διακριτικό χαρακτήρα. Για να ακυρωθεί εκδοθείσα απόφαση ο Αιτητής οφείλει να πείσει πως διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Θα πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού (Land Securities P.L.C. v Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439 και Sidnell v Wilson
(1966)2 Q.B. 67)». Επίσης στην απόφαση Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. σελίδα 954 αποφασίστηκαν τα εξής στην σελίδα 961: «Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνον εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης». Η απόφαση θα πρέπει να εξακολουθεί ισχύουσα εκτός αν αποδειχθεί ότι η υπεράσπιση είναι τόσο ουσιαστική που να δικαιολογεί επανάνοιξη της διαδικασίας. Οι Αιτήτριες είχαν καθήκον να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που είναι η μία από τις δύο προϋποθέσεις για να επιτύχουν ακύρωση της ερήμην εκδοθείσας εναντίον τους απόφασης. Οι Εναγόμενοι στις 11.12.12 καταχώρησαν υπεράσπιση όπου στην παράγραφο 9 αυτής ισχυρίζονται τα ακόλουθα: «9. Οι Εαναγόμενοι
(1)παραδέχεται τους ισχυρισμούς της παρ.
(10)της Έκθεσης Απαιτήσεως τους ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, πλην όμως ειδικά δε αρνείται το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο ποσό καθώς και το ύψος τους εφαρμοζόμενου επιτοκίου. Οι Εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται ότι στο κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο ποσό, περιέχονται ποσά και χρεώσεις οι οποίες χρεώθηκαν καθ' υπέρβαση και κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας των διαδίκων αλλά και κατά τρόπον αντιβαίνοντα προς την ισχύουσα νομοθεσία. Όθεν και οι Εναγόμενοι καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους αναφορικά με το αξιούμενο υπόλοιπο.» Στην απόφαση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 793 στις σελίδες 798-799 το Ανώτατο αποφάσισε τα εξής: «Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Ο πρωτόδικος δικαστής έθεσε το θέμα ως εξής: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. Έχω την γνώμη πως από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του αιτητή, θα ήταν αρκετό αν παρουσίαζε στο Δικαστήριο την συμφωνία παροχής διευκολύνσεων προς τους εναγόμενους 1, τους οποίους εγγυήθηκε, μέχρι του ποσού, όπως ισχυρίζεται, των Λ.Κ.5.000.-. Αντιπαρέρχομαι πως, σύμφωνα με την μαρτυρία του, είναι ο μόνος διευθυντής των εναγομένων 1 και αυτός χειρίστηκε και υπέγραψε τις συμφωνίες με τους ενάγοντες, καθώς επίσης πως οι εναγόμενοι 1 στην υπεράσπιση τους αναφέρουν πως το μόνο πιστωτικό όριο που συνεφωνήθη ήταν Λ.Κ.10, πλην όμως, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι από τα ενώπιον μου στοιχεία, η μαρτυρία του αιτητή είναι ελλιπής σε βαθμό που να θέτει σε ουσιαστική αμφιβολία αυτά που ορκίσθη και κατέθεσε. Όποιο και αν ήταν το συμφωνηθέν πιστωτικό όριο της εναγόμενης 1, μια και από αυτό αντλεί την υπεράσπιση του, θα έπρεπε να το προσκομίσει ώστε να προσδώσει έρεισμα στον ισχυρισμό του. Η παράλειψη του αυτή, αφήνει τον ισχυρισμό του μετέωρο και αναπόδεικτο και χωρίς κάποια αξία. Ο δεύτερος ισχυρισμός του, που βασίζεται στην ισχυριζόμενη υπέρβαση εξουσίας των εναγόντων και την παράνομη αποδοχή και κατάθεση επιταγών και συνακόλουθα ανάλογης πίστωσης του λογαριασμού της εναγομένης 1, άμεσα συναρτημένου με το πιστωτικό όριο των Λ.Κ.5000.- μοιραία συμπαρασύρεται ως αστήρικτος και χωρίς κανένα έρεισμα. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Στην πιο πάνω παράγραφο της υπεράσπισης δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή απτά στοιχεία που να καταδεικνύουν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης των Αιτητριών. Η γενικότητα των ισχυρισμών, αφήνουν κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Ακόμα, η παράγραφος 9 πιο πάνω, είναι υπεράσπιση που εγείρει η Εναγόμενη 1 μόνον. Οι ισχυρισμοί της παραγράφου αυτής είναι δικογραφημένοι ισχυρισμοί. Οι Αιτήτριες δεν καταδεικνύουν καλή υπεράσπιση, με την υπεράσπιση που καταχώρησαν, κατά τρόπον που να δικαιολογεί παραμερισμό της εκδοθείσας Δικαστικής απόφασης. Οι ισχυρισμός περί καταχρηστικών ρητρών κάτω από το Νόμο Ν.93
(1)/1996 δεν είναι δικογραφημένος στην υπεράσπιση. Είναι εκ των υστέρων σκέψη για να στηρίξουν την Αίτηση τους. Παρά ταύτα ο Νόμος αυτός δεν έχει εφαρμογή για νομικά πρόσωπα αλλά για φυσικά πρόσωπα εν τη εννοία του όρου καταναλωτής. Πρωτοφειλέτης στην πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγή είναι η Εναγόμενη 1 εταιρεία, νομικό πρόσωπο. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς αναφορικά με το παράνομο επιτόκιο και ότι αποτελεί καταχρηστική ρήτρα και ότι ο όρος της συμφωνίας δυνάμει του οποίου ο τρόπος υπολογισμού του τόκου επί των χρεωστικών υπολοίπων, ελάμβανε ως διαιρέτη το εμπορικό έτος που αποτελεί καταχρηστικό και διαφανή όρο, τόσο το επιτόκιο όσο και ο χρόνος των 360 ημερών καθορίστηκε ρητώς από τη συμφωνία μεταξύ των Μερών. Όσον αφορά τη χρήση διαιρέτη 360 ημερών αντί 365, σχετική είναι η απόφαση 1.Επίσημου Παραλήπτη ν. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd κ.α. ECLI:CY:AD:2016:A226, Πολ. Έφεση αρ. 274/2009, 27.4.2016 το Ανώτατο αποφάσισε: «Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω το παράπονο των εφεσειόντων επί του πρώτου ζητήματος δεν ευσταθεί, όπως δεν ευσταθεί και το παράπονο τους για το δεύτερο ζήτημα και επί τούτου είναι αρκετό να παραπέμψουμε στην Archbold Investments (ανωτέρω) όπου κρίθηκε πως η χρέωση τόκου που προκύπτει με χρήση διαιρέτη 360 ημερών αντί 365 δεν είναι νομικά επιλήψιμη εφόσον ο τόκος - όπως συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση - δεν υπερβαίνει το 9%.» Συνεπώς οι πιο πάνω όροι δεν είναι παράνομοι. Είναι συμφωνημένοι μεταξύ των διαδίκων. Η επιβολή του επιτοκίου καθ' όλη τη διάρκεια της Συμφωνίας γινόταν σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες της Συμφωνίας, ήταν απότοκο των όρων της σχετικής συμφωνίας. Βασική και απαραίτητη προϋπόθεση η οποία πρέπει σε κάθε περίπτωση να υφίσταται για τυχόν επιτυχή έκβαση αιτήσεων τέτοιας φύσεως όπως η παρούσα, είναι να καταδείξουν οι αιτήτριες και να πείσουν ότι έχουν μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (Βικα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 28). Δεν έχω πεισθεί ότι οι Εναγόμενες-Αιτήτριες διαθέτουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα. Επιδικάζονται €1.000 έξοδα υπέρ των Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητριών. (Υπ.) ............. Γ. Στυλιανίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.