ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ν. UNIVERSAL LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 3570/2011, 16/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A196 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3570/2011 Μεταξύ: XXXXX ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Ενάγοντα -και- UNIVERSAL LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD Εναγομένων Ημερομηνία:16.04.
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Θ. Ανδρέου για Θεοφάνη Ανδρέου & Συνεργάτες. Για Εναγόμενους: κ. Μάρκος Σπανός για Μ.Π. Σπανός & Σια. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο XXXXX Θεοδούλου, την 01.08.1992 εργοδοτήθηκε από την εναγόμενη Ασφαλιστική εταιρεία ως Διευθυντής Υποκαταστήματος (Agency Manager). Στα καθήκοντά του ήταν, ανάμεσα σε άλλα, η συγκρότηση ομάδας ασφαλιστών, η εκπαίδευση και η καθοδήγησή τους με σκοπό την πώληση ασφαλειών στους ασφαλιστικούς κλάδους στους οποίους η εναγόμενη δραστηριοποιείτο, ήτοι στους κλάδους ζωής, ατυχημάτων και υγείας. Για τις πιο πάνω υπηρεσίες του, ο ενάγοντας ελάμβανε μηνιαίο μισθό, προμήθειες επί της προσωπικής του παραγωγής, αλλά και υπερπρομήθειες επί των προμηθειών που ελάμβαναν οι ασφαλιστές της ομάδας του. Χρόνια αργότερα, ειδικότερα στις 25.01.2011, οι εναγόμενοι με επιστολή τους τερμάτισαν τις υπηρεσίες του, επικαλούμενοι λόγους πλεονασμού. Όπως τον ενημέρωσαν στην εν λόγω επιστολή τους, η μείωση του κύκλου εργασιών της εναγόμενης εταιρείας οδήγησαν σε αναδιοργάνωση και σύμπτυξη των υποκαταστημάτων της, εξέλιξη η οποία οδήγησε στον τερματισμό των υπηρεσιών του από τις 31.03.
- Παρά το γεγονός ότι ο ενάγοντας αρχικά υπέβαλε αίτηση στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για πληρωμή αποζημίωσης λόγω πλεονασμού, στην εξέλιξη των πραγμάτων απέσυρε την αίτηση του, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματά του. Τα πιο πάνω, αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών ή εν πάση περιπτώσει, γεγονότα για τα οποία δεν υπάρχει αμφισβήτησή τους από οποιαδήποτε πλευρά. Στις 20.05.2011, ο ενάγων δρομολόγησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω της, αφού αναφέρεται στην έναρξη και την εξέλιξη της εργοδότησης και των εργασιακών του σχέσεων με την εναγόμενη εταιρεία, προκρίνει τη θέση ότι η τελευταία παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις εύλογες και συμβατικές υποχρεώσεις της προς τον ίδιο, παραλείποντας να του καταβάλει δεδουλευμένες υπερπρομήθειες που εδικαιούτο. Αποτελεί επίσης δικογραφημένη του θέση ότι η εναγόμενη κατά τρόπο αντισυμβατικό και παράνομο προχώρησε στον τερματισμό της εργοδότησης του, αφού αυτή αποτελούσε εργοδότηση με καθορισμένη χρονική διάρκεια και κλειστή περίοδο εργοδότησης μέχρι το 60ο έτος της ηλικίας του, ειδικότερα μέχρι τις 08.10.
- Καταληκτικά διεκδικεί από την εναγόμενη εταιρεία: «Α. Δεδουλευμένες υπερπρομήθειες που αφορούν τις ασφάλειες ζωής για τα έτη από 1992 μέχρι 31/12/2010 εκ συνολικού ποσό των €241,345.86.- Β. Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο οι Εναγόμενοι να διατάσσονται όπως παρουσιάσουν πλήρη κατάσταση των προμηθειών που καταβλήθηκαν κατ' έτος στην ομάδα ασφαλιστικών αντιπροσώπων του υποκαταστήματος του Ενάγοντα από το 1992 μέχρι και το 2010 και αφορούν τα ασφαλιστικά συμβόλαια personal accident, medical και multicare. Γ. Δεδουλευμένες υπερπρομήθειες 15% επί των συνολικών προμηθειών που καταβλήθηκαν στην ομάδα ασφαλιστικών αντιπροσώπων του υποκαταστήματος του Ενάγοντα από το 1992 μέχρι και το 2010 και αφορούν τα ασφαλιστικά συμβόλαια personal accident, medical και multicare. Δ. Απώλεια εισοδημάτων και/ή διαφυγόντα κέρδη αναφορικά με την απώλεια του βασικού μισθού του Ενάγοντα συμπεριλαμβανομένου του 13ου μισθού από τον Απρίλιο του 2011 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2018 εκ συνολικού ποσού των €209.705,86.- Ε. Απώλεια εισοδημάτων και/ή διαφυγόντα κέρδη αναφορικά με την απώλεια της εισφοράς εργοδότη στο Ταμείο Προνοίας από τον Απρίλιο του 2011 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2018 εκ συνολικού ποσού των €19.357,80.- ΣΤ. Απώλεια εισοδημάτων και/ή διαφυγόντα κέρδη και/ή απώλεια ευκαιρίας σε υπερπρομήθειες των ασφαλειών ζωής από τον Απρίλιο του 2011 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2018 εκ συνολικού ποσού των €252.000.- περίπου, λαμβάνοντας υπόψη τον μέσο όρο της παραγωγής και των προμηθειών των ασφαλιστικών αντιπροσώπων του υποκαταστήματος του Ενάγοντα που αφορούν τα τρία τελευταία έτη, δηλαδή, το 2008, 2009 και
- Ζ. Απώλεια εισοδημάτων και/ή διαφυγόντα κέρδη και/ή απώλεια ευκαιρίας σε υπερπρομήθειες των ασφαλειών που αφορούν τα ασφαλιστικά συμβόλαια personal accident, medical και multicare από τον Απρίλιο του 2011 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2018 εκ συνολικού ποσού των €136.817,03.-περίπου, λαμβάνοντας υπόψη τον μέσο όρο της παραγωγής και των προμηθειών των ασφαλιστικών αντιπροσώπων του υποκαταστήματος του Ενάγοντα που αφορούν τα δύο τελευταία έτη, δηλαδή, το 2009 και
- Η. Νόμιμο Τόκο. Θ. Έξοδα, πλέον 15% Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης (Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. XXXXX180Ρ).» Οι εναγόμενοι με την τροποποιημένη Υπεράσπισή τους όπως αυτή διαμορφώθηκε και καταχωρήθηκε στις 30.03.2015, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς και τις απαιτήσεις του ενάγοντα όπως αυτοί προβάλλονται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της ως άνω αγωγής του. Ανάμεσα σε άλλα, παραδεχόμενοι το γεγονός ότι εργοδότησαν τον ενάγοντα ως Διευθυντή Υποκαταστήματος από την 01.08.1992, υποστηρίζουν ταυτόχρονα ότι πέραν των όρων και προνοιών που περιλαμβάνονται στην επιστολή πρόσληψης του ενάγοντα, ημερομηνίας 07.08.1992, οι όροι εργοδότησης του τελευταίου, συμπεριλαμβανομένων και προνοιών σε σχέση με τα καθήκοντα, υποχρεώσεις και ωφελήματά του, διαλαμβάνονταν και/ή ρυθμίζονταν από σχετικούς Κανονισμούς και Σχέδια Υπηρεσίας των εναγομένων, τα οποία, ως η μεταξύ των μερών συμφωνία αλλά και σύμφωνα με την ισχύουσα πρακτική, οι εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα να τροποποιούν και/ή διαφοροποιούν. Αυτός ήταν ο λόγος που στην εξέλιξη του χρόνου, κατ' επανάληψη οι εν λόγω Κανονισμοί τροποποιήθηκαν από τους εναγόμενους, τροποποιήσεις και /ή διαφοροποιήσεις για τις οποίες ο ενάγων ήταν ενήμερος και για τις οποίες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή αμφισβήτησε. Αντίθετα, τόσο δια της συμπεριφοράς του όσο και εγγράφως αναγνώριζε το πιο πάνω δικαίωμα των εναγομένων, αποδεχόμενος τις εκάστοτε τροποποιήσεις και/ή διαφοροποιήσεις των Κανονισμών και/ή των ωφελημάτων και/ή οποιουδήποτε όρου εργοδότησης του. Σημειώνοντας το γεγονός ότι προμήθευαν τον ενάγοντα ανελλιπώς με μηνιαίες καταστάσεις προμηθειών για την ομάδα του καθώς και για τις δικές του υπερπρομήθειες βάσει της παραγωγής της ομάδας του, οι οποίες υπολογίζονταν με βάση τις πρόνοιες του εκάστοτε εν ισχύ Σχεδίου Υπηρεσίας και Κανονισμών, αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι οι τελευταίοι κατέβαλαν στον ενάγοντα όλα τα ποσά και/ή προμήθειες και/ή ωφελήματα τα οποία ο τελευταίος εδικαιούτο στη βάση των εκάστοτε εν ισχύ όρων εργοδότησης και/ή Κανονισμών και/ή Σχεδίων Υπηρεσίας, σημειώνοντας παράλληλα ότι ο τελευταίος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προς τούτο, παρά μόνο μόλις στις 27.04.2006 και μεταγενέστερα - μέσω επιστολής του δικηγόρου του - στις 07.06.
- Προβάλλοντας τη θέση ότι η εργοδότηση του ενάγοντα ήταν αόριστης διάρκειας, αποτελεί θέση τους πως στην περίπτωση που δεν τερματιζόταν ενωρίτερα, αυτή θα τερματιζόταν κατά το 60ο έτος της ηλικίας του, λόγω αφυπηρέτησης. Ο τερματισμός της εργοδότησης του ενάγοντα, προτάσσουν, οφειλόταν σε γνήσιους λόγους πλεονασμού, απορρίπτοντας παράλληλα ως ψευδή και ανυπόστατο τον ισχυρισμό ότι ο διευθύνων σύμβουλος της εναγόμενης, μετά τον τερματισμό της εργοδότησης του ενάγοντα, πρότεινε στον τελευταίο την καταβολή του ποσού των €150.000 ή οποιουδήποτε άλλου ποσού προς το σκοπό εξώδικης διευθέτησης. Αντιπαραθέτουν ότι σε συνάντηση που πράγματι είχε με τον ενάγοντα ο διευθύνων σύμβουλος της εναγόμενης, πρότεινε στον ενάγοντα τη συνέχιση της συνεργασίας τους στη βάση σχεδίου που αφορούσε Γενικούς Αντιπροσώπους που εργάζονταν από τα δικά τους γραφεία, συνεργασία η οποία και συμφωνήθηκε. Με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση, ο ενάγοντας προκρίνει ότι κανένας όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας εργοδότησης δεν προνοεί δικαίωμα τροποποίησης και/ή διαφοροποίησης των αποδοχών και ωφελημάτων του όπως αυτά ρυθμίστηκαν με την επιστολή πρόσληψης του, ημερ. 07.08.1992 και το επισυνημμένο σε αυτήν έγγραφο που τιτλοφορείται «Σχέδια Υπηρεσίας Agency Manager». Οι όποιοι Κανονισμοί που κατά καιρούς εξέδιδαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι αφορούσαν είτε νέους εσωτερικούς Κανονισμούς είτε νέα Σχέδια Υπηρεσίας, ουδόλως επηρέασαν και/ή τροποποίησαν τις συμφωνηθείσες αποδοχές και ωφελήματά του, υποδεικνύοντας ότι οποιεσδήποτε μονομερείς πράξεις των εναγομένων ή και αντίδραση άλλων Διευθυντών Υποκαταστημάτων, δεν μπορούν να δεσμεύουν τον ίδιον σε σχέση με τα συμβατικά του δικαιώματα έναντι των εναγομένων. Περαιτέρω, αρνείται ότι εκ της συμπεριφοράς του ή και εγγράφως αποδέχτηκε οποιεσδήποτε τροποποιήσεις στις αποδοχές και στα ωφελήματα του, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι οι εναγόμενοι κωλύονται να αμφισβητούν τα οφειλόμενα ποσά και ή τους πίνακες που ο ίδιος παρουσιάζει στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής του, καθ' ην έκταση αποτελούν πίνακες που έχουν ετοιμαστεί από τους εναγομένους και έχουν δοθεί από τους ίδιους σε αυτόν. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, για την παρουσίαση της υπόθεσής τους, η πλευρά του ενάγοντα πέραν της δικής του μαρτυρίας κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα ενώ η πλευρά της εναγομένης τρεις. Τέθηκαν επίσης υπόψη του δικαστηρίου και σημειώθηκαν ως τεκμήρια στη διαδικασία, αριθμός εγγράφων. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς, πρόθεση του Δικαστηρίου να την επαναλάβει στα πλαίσια της παρούσας απόφασης κάνοντας ειδικότερη αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της. Τούτο όχι μόνον δεν απαιτείται αλλά και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους (βλ. κατ' αναλογία: G & K Exclusives Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 88, 92 και Paphos Stones Sea Estates v. Ζαβρού κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1854, 1859). Συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτήν. Αυτονόητο είναι εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας, ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια. Καθηκόντως, το Δικαστήριο, προσδιορίζοντας τα επίδικα θέματα και ζητήματα θα πρέπει να τα συναρθρώσει με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας για να καταλήξει στο τέλος σε σαφή και σχετικά ευρήματα (βλ. Λάρκου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1399). Καταθέτοντας ο ενάγοντας από το εδώλιο του μάρτυρος υιοθέτησε γραπτή δήλωση του, (Έγγραφο Α) στα πλαίσια της οποίας επανέλαβε ουσιαστικά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων και τις απαιτήσεις του. Στην ως άνω μακροσκελή δήλωσή του, ανάμεσα σε άλλα, παρουσίασε την επιστολή των εναγομένων ημερ. 07.08.1992, την οποία υπέγραφε ο διευθύνων σύμβουλος τους κ. Α. Γεωργίου, (τεκμήριο 1) με την οποία προσελήφθη από τους εναγόμενους στη θέση του Διευθυντή Υποκαταστήματος (Agency Manager). Επιβεβαίωσε επίσης ότι στην αναφερόμενη επιστολή διορισμού του, επισυναπτόταν έγγραφο που τιτλοφορείται «Σχέδια Υπηρεσίας Agency Manager», το οποίο υπογράφηκε από τον ως άνω διευθύνοντα σύμβουλο των εναγομένων και τον ίδιο, στο οποίο καταγράφονταν αναλυτικά οι όροι εργοδότησης του που αφορούν τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις, τις αποδοχές και τα ωφελήματά του. Ανταποκρινόμενος με αφοσίωση και συνέπεια στα καθήκοντα του, δημιούργησε και εκπαίδευσε ομάδα ασφαλιστικών αντιπροσώπων με ετήσια παραγωγή ασφαλίστρων κατά το έτος 2010 ύψους €4.441.501, παραπέμποντας σε σχετικό αντίγραφο καταστάσεων των εναγομένων που τιτλοφορείται «Agency Production Report January - December 2010» (Τεκμήριο 2). Παραθέτοντας κατάλογο ασφαλιστικών αντιπροσώπων που ως ισχυρίζεται υπάγονταν στον ίδιο - για τους οποίους σύμφωνα με τους όρους εργοδότησης του εδικαιούτο υπερπρομήθειες - υποστήριξε ότι οι εναγόμενοι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους του κατέβαλλαν μειωμένες και κάποτε καθόλου υπερπρομήθειες, δηλαδή λιγότερα ποσά από αυτά για τα οποία εδικαιούτο με βάσει τους όρους εργοδότησης του. Προς τούτο διαμαρτυρόταν τόσο γραπτώς όσο και προφορικά προς τους προϊσταμένους του και τον εκάστοτε διευθυντή πωλήσεων των εναγομένων, αποστέλλοντας αρκετές φορές εσωτερικό σημείωμα (memo). Οι εναγόμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν τις δεδουλευμένες υπερπρομήθειες του, υποσχόμενοι αντίθετα ότι θα τις καταβάλουν. Επί του ζητήματος, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου επιστολή του δικηγόρου του, ημερ. 07.06.2010, (Τεκμήριο 3) μέσω της οποίας ενημέρωνε τους εναγόμενους για τις νομικές και πραγματικές του θέσεις, καλώντας τους άμεσα να του καταβάλουν τις δεδουλευμένες υπερπρομήθειες του. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του, τις οποίες και απέρριψαν μέσω επιστολής του δικηγόρου τους, ημερ. 24.06.2010, (Τεκμήριο 4) ισχυριζόμενοι ότι είχαν το δικαίωμα να τροποποιήσουν ή να διαφοροποιήσουν μονομερώς τα ποσοστά προμηθειών καθ΄ ην έκταση η τροποποίηση αυτή υιοθετήθηκε το 2002 και συμφωνήθηκε από εκπροσώπους Διευθυντών Υποκαταστημάτων, οι οποίοι εκπροσωπούσαν και τον ενάγοντα. Στη βάση κατάστασης ετήσιων υπερπρομηθειών που του καταβλήθηκαν για τα έτη 1992 μέχρι και το 2010, με την οποία τον εφοδίασαν οι εναγόμενοι, προχώρησε στην ετοιμασία κατάστασης υπερπρομηθειών ασφαλειών του κλάδου ζωής όπου, ως υποστηρίζει, καταδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι - κατά παράβαση της συμφωνίας εργοδότησης του - του είχαν καταβάλει €241.345,86 ολιγότερες υπερπρομήθειες από αυτές που όφειλαν να του καταβάλουν σε σχέση με την παραγωγή του κλάδου ζωής. Οι εναγόμενοι, υπέδειξε, παρέλειψαν να του παραδώσουν παρόμοια κατάσταση αναφορικά με την παραγωγή και/ή πώληση συμβολαίων του κλάδου ατυχημάτων και υγείας που εξέδωσε η ομάδα των ασφαλιστών του, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην μπορεί να υπολογίσει τις υπερπρομήθειες που δεν του είχαν καταβληθεί για αυτά, τις οποίες και διεκδικεί. Ενώ ανέμενε συνάντηση με τον διευθύνοντα σύμβουλο των εναγομένων με σκοπό να του εκφράσει τα παράπονά του αναφορικά με το ζήτημα των υπερπρομηθειών που αντισυμβατικά δεν του κατέβαλλαν οι εναγόμενοι, οι τελευταίοι, στις 25.01.2011, του κοινοποίησαν επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών του από τις 31.03.2011, λόγω πλεονασμού (Τεκμήριο 5). Μέσω του δικηγόρου του, με επιστολή ημερ. 31.01.2011, (Τεκμήριο 6) αμφισβήτησε το περιεχόμενο της ως άνω επιστολής τερματισμού των υπηρεσιών του, επιφυλάσσοντας το δικαίωμα του για αποζημιώσεις, δεδουλευμένους μισθούς, προμήθειες και υπερπρομήθειες με βάση τη συμφωνία εργοδότησης του. Η αντίδραση των εναγομένων ήταν να τον καλέσουν σε συνάντηση με τον διευθύνοντα σύμβουλο τους, κ. Α. Γεωργίου, η οποία έλαβε χώραν στις 17.02.2011, στα γραφεία των εναγομένων. Στη συνάντηση αυτή ο ίδιος εξέθεσε τις απαιτήσεις του με βάση τη συμφωνία εργοδότησης του και ο κ. Α. Γεωργίου του ανέφερε ότι θα εξετάσει το ζήτημα και ότι θα τον ειδοποιούσε ξανά για να του κοινοποιήσει τη θέση των εναγομένων. Πράγματι κλήθηκε ξανά σε συνάντηση με τον Α. Γεωργίου, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 09.03.
- Σε αυτή τη συνάντηση ο Α. Γεωργίου προέβη σε συγκεκριμένη πρόταση για εξώδικη διευθέτηση, η οποία περιελάμβανε καταβολή σε αυτόν ποσού ύψους €150.000,00 και νέα συνεργασία, παραδίδοντας μάλιστα στον ίδιον σχετικό έγγραφο που τιτλοφορείται «Πρόταση Συνεργασίας» (Τεκμήριο 7). Ο ίδιος απέρριψε κατηγορηματικά την ως άνω πρόταση. Η ως άνω πρόταση, υποστήριξε, από μόνη της καταδεικνύει πως η επίκληση πλεονασμού από μέρους των εναγομένων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζει, οι εναγόμενοι αντισυμβατικά τερμάτισαν μονομερώς την εργοδότηση του, η οποία αποτελούσε εργοδότηση με καθορισμένη χρονική διάρκεια και «κλειστή» περίοδο εργοδότησης, ήτοι μέχρι τα 60ο έτος της ηλικίας του. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αφού παραδέχθηκε ότι μετά από σύμπτυξη δύο καταστημάτων της εναγομένης σε ένα, ειδικότερα στο υποκατάστημα της τελευταίας στη Λεωφόρο Στροβόλου υπήρχαν τρεις διευθυντές, ένας εκ των οποίων ήταν ο ίδιος, επέμενε ότι ο πλεονασμός δεν ήταν ο πραγματικός λόγος της απόλυσης του, σημειώνοντας προς τούτο ότι οι εναγόμενοι σε μεταγενέστερο στάδιο εργοδότησαν ακόμη έξι με επτά πρόσωπα στη θέση των managers. Οι λόγοι της απόλυσης του, υποστήριξε, ήταν καθαρά εκδικητικοί, ενόψει του γεγονότος ότι ο ίδιος επανειλημμένα διεκδικούσε τα δικαιώματά του στη βάση της συμφωνίας πρόσληψης του το
- Κανένας Agency Manager, υπέδειξε, δεν απελύθη ποτέ σε οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία ως πλεονάζον. Επιμένοντας στη θέση ότι ο ίδιος είχε εξασφαλισμένη εργοδότηση μέχρι τα 60 του χρόνια, χαρακτηρίζοντας το συμβόλαιο εργοδότησης του «κλειστό», κληθείς να σχολιάσει την αναφορά στην επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 31.01.2011, (Τεκμήριο 6) ότι η εργοδότηση του ήταν αορίστου διαρκείας, υπέδειξε ότι «δεν είμαι δικηγόρος εγώ να συμφωνήσω». Ομονοώντας με τον συνήγορο υπεράσπισης ότι στην περίπτωση που καταδειχθεί ότι οι εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα να τροποποιούν τους Κανονισμούς τότε του κατέβαλαν όλα τα ποσά τα οποία εδικαιούτο και κανένα άλλο ποσό δεν του οφείλουν, επέμενε παράλληλα ότι οι Κανονισμοί (τεκμήριο 9) που πράγματι του δόθηκαν μαζί με την επιστολή πρόσληψης του, (Τεκμήριο 1) όπως κατ' επανάληψη είχαν τροποποιηθεί κατά την εξέλιξη των χρόνων, δεν τον ενδιέφεραν ούτε τον δεσμεύουν, αφού πέραν του γεγονότος ότι δεν έφεραν την υπογραφή του σε σχέση με τον ίδιο ίσχυε αποκλειστικά η συμφωνία ημερ. 07.08.
- Στον αντίποδα των θέσεων που του τέθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης ότι οι πίνακες των παραγράφων 13 και 14 της γραπτής του δήλωσης ήταν λανθασμένοι, δήλωσε ότι δεν είχε ένσταση σε περίπτωση που τα στοιχεία και οι αριθμοί οι οποίοι του υποδεικνύονταν από τον συνήγορο υπεράσπισης ήταν οι ορθοί να τους αποδεχτεί, δηλώνοντας ετοιμότητα για από κοινού μελέτη των σχετικών στοιχείων. Δήλωσε επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται εάν στα ποσά του πίνακα 13 της γραπτής του δήλωσης, περιλαμβάνονται και οι υπερπρομήθειες του κλάδου ατυχημάτων και υγείας, προτάσσοντας και πάλι την ετοιμότητά του να αναπροσαρμόσει τις σχετικές θέσεις του. Παρά τις όποιες υποδείξεις και υποβολές του έγιναν ότι η συμπεριφορά, η στάση, ακόμα και η υπογραφή διαφόρων εγγράφων από μέρους του στην εξέλιξη της συνεργασίας των δύο πλευρών, υποδείκνυε ότι ο ίδιος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τη διαφοροποίηση των Κανονισμών εργοδότησης του, επέμενε ότι έπραττε τούτο, κατ' επανάληψη, προφορικά και γραπτώς, εμμένοντας στη θέση ότι οι όποιες τροποποιήσεις έγιναν στους σχετικούς Κανονισμούς μεταξύ του 1992 και του 2009 ο ίδιος δεν τις αναγνώριζε, ούτε τον αφορούσαν. Σχολιάζοντας ειδικότερα το γεγονός ότι στη συμφωνία δανειοδότησής του από την εναγόμενη, ημερ. 01.01.2013, (Τεκμήριο 18) ρητά αναφέρεται ότι η εξόφληση του δανείου θα γίνεται με βάσει τους νέους Κανονισμούς που ισχύουν από την 01.07.2002, επέμενε ότι η αγορά του αυτοκινήτου εκ μέρους του έγινε στη βάση των προνοιών της συμφωνίας εργοδότησης του (Τεκμήριο 1). Τέλος, σχολιάζοντας διάφορες επιστολές (παράπονα - καταγγελίες) συναδέλφων και/ή προϊσταμένων του για αντιδεοντολογική, αντιεπαγγελματική, αντισυναδελφική, απρεπή συμπεριφορά, αλλά και ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του, υποστήριξε ουσιαστικά ότι αυτά αποτελούσαν μεμονωμένα περιστατικά και ζητήματα που είτε επιλύθηκαν είτε εξυπηρετούσαν συμφέροντα και επιδιώξεις συναδέλφων του. Η XXXXX Γεωργίου αποτέλεσε την μάρτυρα που κλήθηκε και προσέφερε την μαρτυρία της για την πλευρά του ενάγοντα. Λογιστής στο επάγγελμα, εξήγησε ότι κλήθηκε από τον ενάγοντα να ετοιμάσει μελέτη αναφορικά με τα ποσά που ο ενάγοντας διεκδικούσε στα πλαίσια της υπό συζήτηση αγωγής. Αξιοποίησε προς τούτο το δελτίο μισθοδοσίας του ενάγοντα κατά τον Μάρτιο του 2011, (Τεκμήριο 28) την κατάσταση προμηθειών του τελευταίου, (Τεκμήριο 29) ως επίσης το συμβόλαιο εργοδότησης του ενάγοντα, ημερ. 07.08.1992 (Τεκμήριο 1). Προς τούτο ετοίμασε έκθεση την οποία κατά το στάδιο της αντεξέτασης αναγνώρισε, σημειούμενη η τελευταία ως Τεκμήριο
- Εν πάση περιπτώσει, εξήγησε, καθ΄ ον χρόνο βρισκόταν σε εξέλιξη δικαστική διαδικασία παραδόθηκε στην ίδιαν δέσμη εγγράφων, ειδικότερα το τεκμήριο 30, τα οποία αξιοποιώντας τα της επέτρεψαν να ετοιμάσει δεύτερη έκθεση, (Τεκμήριο 31) την οποία και παρουσίασε στο Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενη, δήλωσε ότι είναι συγγενής του ενάγοντα, έχοντας παντρευτεί τον υιό του, ενώ εξήγησε πως παρά την διαπίστωσή της ότι τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν υπόψη της ήταν ελλιπή, εντούτοις η ίδια, προβαίνοντας σε κάποιες υποθέσεις προχώρησε στην ετοιμασία της αρχικής μελέτης της (Τεκμήριο 32). Δεν γνώριζε, υποστήριξε, ότι η έκθεση της θα παρουσιαζόταν αυτούσια ως μαρτυρία στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, απέρριψε την υποβολή ότι η επίκληση από την ίδια της θέσης ότι η αναφορά περί ελλιπών στοιχείων όσον αφορά την πρώτη της έκθεση, (Τεκμήριο 32) ήταν απλά το πρόσχημα για να μπορέσει στη συνέχεια να παρουσιάσει τη νέα της έκθεση (Τεκμήριο 31), όταν πλέον διαπιστώθηκε ότι η πρώτη έκθεση δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί. Σχολιάζοντας επί τούτου τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ότι τα «καινούργια στοιχεία» βρίσκονταν στα χέρια του ενάγοντα ήδη από το 2016, υποστήριξε ότι υπόψη της ίδιας τέθηκαν μόλις δύο βδομάδες πριν η ίδια εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να προσφέρει τη μαρτυρία της. Απορρίπτοντας ότι σκοπός της παρουσίασης της στο Δικαστήριο ήταν να βοηθήσει τον ενάγοντα πεθερό της, σημείωσε ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το γεγονός ότι τα έγγραφα του Τεκμηρίου 30 συντάχθηκαν πρόχειρα σε μια προσπάθεια διευθέτησης της υπόθεσης στα πλαίσια διαπραγματεύσεων που γίνονταν μεταξύ των πλευρών. Ομοίως, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν τα σχέδια υπηρεσίας του ενάγοντα είχαν τροποποιηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο ενώ παράλληλα συμφώνησε ότι δεν επικοινώνησε σε οποιοδήποτε στάδιο με τους εναγομένους για να επιβεβαιώσει τους όρους εργοδότησης του ενάγοντα ή οποιοδήποτε άλλο δεδομένο ή στοιχείο. Σχολιάζοντας την αναθεωρημένη της έκθεση, (Τεκμήριο 31) μεταξύ άλλων, συμφώνησε με την υποβληθείσα προς αυτήν θέση ότι για τον υπολογισμό της μισθοδοσίας του ενάγοντα μέχρι την συνταξιοδότησή του, υπολόγισε ότι ο τελευταίος θα λάμβανε μισθούς για τα επόμενα επτά χρόνια, πολλαπλασιάζοντας ανάλογα το μηναίο ακάθαρτο μισθό του ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 28 (βασικός και τιμάριθμος) επί επτά χρόνια (13 Χ 7). Τούτο παραδέχθηκε ήταν λάθος, αφού ο χρόνος μέχρι την αφυπηρέτηση του δεν ήταν 7 αλλά 6 ½ χρόνια. Ομοίως, ως η υποβληθείσα σε αυτή θέση, αποδέχθηκε ότι από τον ακάθαρτο μισθό θα έπρεπε εν πάση περιπτώσει να γίνουν αποκοπές όσον αφορά τις κοινωνικές ασφαλίσεις, τον φόρο εισοδήματος, όπως επίσης και το ταμείο προνοίας. Σχολιάζοντας το γεγονός ότι για τον υπολογισμό των υπερπρομηθειών που θα ελάμβανε ο ενάγοντας για τα επόμενα χρόνια σε περίπτωση που δεν είχε απολυθεί, έλαβε υπόψη το μέσον όρο των τελευταίων 3 ετών, ξεκαθάρισε τελικά ότι δεν υπάρχει καθορισμένος αριθμός ετών που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από λογιστής άποψης, υποδεικνύοντας ότι μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει διάφορες τεχνικές. Ο XXXXX Γεωργίου, διευθύνων σύμβουλος όπως εξήγησε της εναγομένης από το 1969 μέχρι το 2012, αποτέλεσε τον πρώτο μάρτυρα για την πλευρά της τελευταίας. Υιοθετώντας γραπτή του δήλωση, (Έγγραφο Β) αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στη συνεργασία του ενάγοντα με την εναγομένη, υποδεικνύοντας ότι ο ενάγων δεν ήταν από τους καλούς διευθυντές της τελευταίας. Λόγω άσχημης και αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς, υποστήριξε, κατά καιρούς είχε δημιουργήσει αρκετά προβλήματα τόσο με το προσωπικό της εταιρείας όσο και με άλλους διευθυντές υποκαταστημάτων καθώς και ασφαλιστικούς αντιπροσώπους. Ταυτόχρονα, αποτελούσε έναν από τους διευθυντές με την χαμηλότερη παραγωγικότητα Παγκύπρια, με ανεπαρκή δραστηριότητα σε ότι αφορά την εξεύρεση και συγκρότηση ομάδας παραγωγικών ασφαλιστικών αντιπροσώπων. Παρά το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν ήταν καλός υπάλληλος, επέμενε στη θέση ότι δεν απελύθη για αυτόν τον λόγο αλλά για λόγους πλεονασμού. Το 2010, υπέδειξε, λόγω του ότι υπήρχε μείωση στον κύκλο εργασιών της εναγόμενης εταιρείας, στα πλαίσια της προσπάθειας μείωσης των εξόδων, αποφασίστηκε η σύμπτυξη των υποκαταστημάτων της εναγομένης στους Αγίους Ομολογητές και στη Λεωφόρο Στροβόλου στη Λευκωσία. Το υποκατάστημα των Αγίων Ομολογητών θα έκλεινε και θα συμπτυσσόταν με το κατάστημα της Λεωφόρου Στροβόλου. Αποφασίστηκε επίσης να μειωθεί το προσωπικό. Αποτέλεσμα της σύμπτυξης και της αναγκαίας αναδιοργάνωσης, αποφασίστηκε όπως παραμείνει ένας διευθυντής για το υποκατάστημα της Λεωφόρου Στροβόλου, ειδικότερα ο Χριστοδούλου, ενώ ταυτόχρονα η εταιρεία θα προχωρούσε στον τερματισμό των υπηρεσιών των δύο άλλων διευθυντών, ειδικότερα του Γ. Λιόλη και του ενάγοντα, λόγω πλεονασμού. Για την πιο πάνω απόφαση της εναγόμενης εταιρείας λήφθηκε υπόψη ότι ο κ. Χριστοδούλου είχε την ψηλότερη παραγωγή από τους άλλους δύο, έχοντας επίσης καλύτερα διευθυντικά προσόντα και δεξιότητες ενώ ειδικότερα σε σχέση με τον ενάγοντα, πέραν από την χαμηλή παραγωγή και δραστηριότητα του, λήφθηκε υπόψη και η κακή συμπεριφορά του και τα προβλήματα που συχνά δημιουργούσε με τους συναδέλφους του παρά τις πολλές παρατηρήσεις που δεχόταν. Μετά που οι εναγόμενοι έδωσαν τις επιστολές απόλυσης στους Γ. Λιόλη και Θεοδούλου, ο ενάγων ζήτησε συνάντηση μαζί του, η οποία διευθετήθηκε στις 17.02.
- Όταν ο ίδιος του εξήγησε τους λόγους της απόλυσης του και αφού αρνήθηκε να άρει την απόφαση της εταιρείας για τερματισμό των υπηρεσιών του, ο ενάγοντας άρχισε να προβάλλει διάφορες αξιώσεις για υπερπρομήθειες που δήθεν του χρωστούσε η εταιρεία, επικαλούμενος την επιστολή διορισμού που είχε υπογράψει το
- Ο ίδιος του υπέδειξε ότι η εταιρεία του κατέβαλε όσα εδικαιούτο, εξηγώντας την δυνατότητα της εταιρείας να τροποποιεί τις προμήθειες και τις διαδικασίες πληρωμής τους, πραγματικότητα που ακολουθήθηκε από το 1992 μέχρι το 2011, κατ' επανάληψη. Αντιπρότεινε στον ενάγοντα, σε περίπτωση που το επιθυμούσε, να εξακολουθήσει να συνεργάζεται με την εναγόμενη μέσω της εταιρείας που αυτός διατηρούσε με την επωνυμία «Theodoulou & Sons Limited». Ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγων του ανέφερε ότι θα τον ενδιέφερε μια τέτοια συνεργασία, ο ίδιος του υπέδειξε ότι θα διευθετούσε νέα συνάντηση όταν θα είχε έτοιμη πρόταση να του υποβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση. Πράγματι, τον Μάρτιο του 2011 κάλεσε ο ίδιος τον ενάγοντα σε συνάντηση, υποβάλλοντας του συγκεκριμένη πρόταση συνεργασίας της εταιρείας του με την εναγόμενη, επί τη βάση σχεδίου που αφορούσε τους γενικούς αντιπροσώπους που εργάζονταν από δικά τους γραφεία ως ανεξάρτητοι από την εναγόμενη εταιρεία και χωρίς να ήταν αποκλειστικοί ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι της. Η συνεργασία των δύο εταιρειών σε αυτή τη βάση ευοδώθηκε και εξ΄ όσων ο ίδιος γνωρίζει συνεχίζει μέχρι σήμερα. Ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά ότι η πρόταση του προς τον ενάγοντα είχε οποιαδήποτε σχέση με το έγγραφο που τιτλοφορείτε «Πρόταση Συνεργασίας» που παρουσίασε ο ενάγοντας καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα, (Τεκμήριο 7) υποδεικνύοντας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν αποτελεί καν έγγραφο της εναγόμενης εταιρείας. Ο ενάγοντας, υπέδειξε, γνώριζε για τις εκάστοτε τροποποιήσεις των Κανονισμών και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Η πρώτη φορά που ο ενάγων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη του οφείλει υπερπρομήθειες στη βάση της επιστολής διορισμού του, ήταν μέσω της επιστολής του, ημερ. 27.04.2006 (Τεκμήριο 14). Τότε ήταν που με επιστολή του ιδίου, ημερ. 11.05.2006, (Τεκμήριο 23) γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα ότι τα δικαιώματα, ωφελήματα και υποχρεώσεις του περιλαμβάνονται στο Σχέδιο Υπηρεσίας που εφαρμόζεται από το 2002 και στους αντίστοιχους Κανονισμούς Ασφαλιστικού Δυναμικού. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρος ότι ο λόγος που ο ενάγων ήγειρε το ζήτημα το 2006, ήταν επειδή με βάση τους Κανονισμούς που τότε ίσχυαν, δεν καταβλήθηκαν σε αυτόν οποιεσδήποτε υπερπρομήθειες για το 2004 και
- Έκτοτε, ο ενάγοντας δεν ήγειρε ποτέ τέτοιο θέμα. Το ζήτημα προβλήθηκε ξανά μόλις το 2010, μέσω της επιστολής ημερ. 07.06.2010 των δικηγόρων του ενάγοντα (Τεκμήριο 3). Οι ασφαλιστικές εταιρείες, υπέδειξε ο μάρτυρας, έχουν εν' πάση περιπτώσει το δικαίωμα να τροποποιούν το ύψος των προμηθειών και υπερπρομηθειών που καταβάλλουν και τις προϋποθέσεις καταβολής τους, αφού κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο ώστε να υπάρχει προσαρμογή στις συνθήκες και απαιτήσεις της αγοράς, προκειμένου τα προϊόντα κάθε εταιρείας να παραμένουν ανταγωνιστικά και να παρέχονται τα κατάλληλα κίνητρα στους ασφαλιστές και τους διευθυντές τους αντίστοιχα που να συνάδουν με την στρατηγική ανάπτυξης κάθε εταιρείας. Παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε το δικαίωμα να τροποποιεί μονομερώς τους σχετικούς Κανονισμούς, εντούτοις, στις περιπτώσεις που αφορούσαν σημαντικές αλλαγές υπέδειξε ότι γινόταν προσπάθεια να καταλήξει η εταιρεία σε κοινώς αποδεκτές διευθετήσεις, συζητώντας πρώτα με το προσωπικό. Είναι γι' αυτό τον λόγο, που πριν εφαρμοστούν οι αλλαγές που έγιναν το 2002 αναφορικά με τους όρους υπηρεσίας των διευθυντών υποκαταστημάτων, έγιναν πολλές συναντήσεις με αντιπροσωπία που οι ίδιοι οι διευθυντές διόρισαν, με την εταιρεία να υιοθετεί αρκετές από τις απόψεις τους. Ουδέποτε ο ενάγων διαχώρισε τη θέση του από τους υπόλοιπους διευθυντές ή από την αντιπροσωπία τους. Απορρίπτοντας περί του αντιθέτου θέση που του υποβλήθηκε, ο μάρτυρας επανέλαβε ότι η πρόνοια της παραγράφου 3 του Τεκμηρίου 1, καταδεικνύει την ημερομηνία αναγκαστικής αφυπηρέτησης του ενάγοντα και όχι την ημερομηνία λήξης μιας εγγυημένης εργοδότησης μέχρι το 60ο έτος της ηλικίας του τελευταίου. Ο XXXXX Νεοφύτου, αποτέλεσε τον δεύτερο μάρτυρα που κλήθηκε από την πλευρά της εναγομένης. Διευθυντής πωλήσεων της τελευταίας από τον Αύγουστο του 2000 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2012, υπέδειξε ότι γνωρίζει τον ενάγοντα αφού ήταν υφιστάμενος του στην εναγόμενη εταιρεία καθ' ον χρόνο ο ίδιος υπηρετούσε ως διευθυντής πωλήσεων. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι στον ενάγοντα, μαζί με την επιστολή πρόσληψής του, (Τεκμήριο 1) παραδόθηκαν επισυνημμένοι σε αυτήν οι Κανονισμοί Ασφαλιστικού Δυναμικού της εναγόμενης, (Τεκμήριο 9) οι οποίοι περιέχουν λεπτομερώς τους όρους εργοδότησης του. Τρεις επιπρόσθετοι όροι που δεν περιλαμβάνονται στους Κανονισμούς, καταγράφονται στο κάτω μέρος της επιστολής πρόσληψής του. Η σύμβαση εργοδότησης του ενάγοντα, όπως και όλες οι άλλες που αφορούσαν εργοδοτούμενους της εναγομένης που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, ήταν αόριστης διάρκειας. Καταγράφεται σε αυτήν η ημερομηνία αναγκαστικής αφυπηρέτησης, εάν και εφόσον κάποιος υπάλληλος παραμείνει εργοδοτούμενος της εταιρείας μέχρι το εξηκοστό έτος της ηλικίας του. Οι ασφαλιστές και οι διευθυντές υποκαταστημάτων, υποστήριξε, γνώριζαν ότι η εταιρεία είχε το δικαίωμα από καιρού εις καιρόν να τροποποιεί τους Κανονισμούς της, συμπεριλαμβανομένου του ύψους των προμηθειών και υπερπρομηθειών και των προϋποθέσεων καταβολής τους. Αυτό αναφερόταν ρητά στους Κανονισμούς που αποτελούσαν τους όρους εργοδότησης τους. Άλλωστε, συμπλήρωσε, στον ασφαλιστικό τομέα αποτελεί πάγια πρακτική, γνωστή και αποδεκτή σε όλους τους ασφαλιστές, ότι οι Κανονισμοί του Ασφαλιστικού Δυναμικού διαφοροποιούνται, ούτως ώστε να κατευθύνουν το ασφαλιστικό δυναμικό προς την κατεύθυνση που θέλει η εταιρεία, ανάλογα και με τις συνθήκες της αγοράς. Οι τροποποιήσεις, υπέδειξε, γίνονταν ούτως ώστε να προσαρμόζεται η στρατηγική της εταιρείας στις εκάστοτε συνθήκες της αγοράς. Στον ενάγοντα, σημείωσε, καταβάλλονταν πάντοτε οι υπερπρομήθειες στις οποίες εδικαιούτο με βάση τους εκάστοτε εν ισχύ Κανονισμούς, τις οποίες ο τελευταίος ανεπιφύλακτα αποδεχόταν. Το γεγονός ότι μηνιαίως ελάμβανε λεπτομερή και πλήρως τεκμηριωμένη κατάσταση προμηθειών από το λογιστήριο της εναγόμενης εταιρείας, καταδεικνύει ότι ήταν ενήμερος για το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού των υπερπρομηθειών που του καταβάλλονταν κάθε μήνα. Ο ενάγοντας, υποστήριξε, ψεύδεται καθ΄ ον χρόνο υποστηρίζει ότι πάντοτε ζητούσε την εφαρμογή των κανονισμών του
- Ουδέποτε δήλωσε ότι δεν αποδεχόταν τις οποιεσδήποτε τροποποιήσεις ή ότι ο ίδιος θεωρούσε ότι έπρεπε να πληρώνεται με βάση τους Κανονισμούς του
- Ούτε επιφύλαξε με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του καθ΄ ον χρόνο εισέπραττε τις υπερπρομήθειες που τόσα χρόνια του κατέβαλλε η εταιρεία. Αποφάσισε για πρώτη φορά να προβάλει το ζήτημα το 2006, με τις αναφορές και αξιώσεις του να απορρίπτονται αμέσως από τον εκτελεστικό διευθυντή της εναγομένης κ. Α. Γεωργίου. Ουδέποτε προηγουμένως ετέθη τέτοιο θέμα από τον ενάγοντα. Επανήλθε μόλις το 2010, όπου και πάλι οι αξιώσεις του απερρίφθησαν. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι ο ενάγοντας αποφάσισε να διαμαρτυρηθεί το 2006 επειδή δεν πληρώθηκε υπερπρομήθειες για το 2004 και το 2005 κάτι που συνέβη και το
- Σε κάθε περίπτωση, υπέδειξε, όταν η εταιρεία τροποποίησε τους Κανονισμούς το 2002, εισάγοντας μεταξύ άλλων και το ωφέλημα της δανειοδότησης για απόκτηση αυτοκινήτου, (Τεκμήριο 17) ο ενάγοντας ήταν ο πρώτος που το εκμεταλλεύτηκε, δανειοδοτούμενος σχετικά, αναγνωρίζοντας στην πράξη την ισχύ του νέου Σχεδίου Υπηρεσίας για Διευθυντές Υποκαταστημάτων, με ισχύ από την 01.07.
- Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στην άσχημη και αντιδεοντολογική συμπεριφορά που σύμφωνα με τον ίδιο κατά καιρούς επεδείκνυε ο ενάγοντας, ως επίσης στα διάφορα προβλήματα που είχε δημιουργήσει τόσο με το προσωπικό της εταιρείας όσο και με άλλους διευθυντές υποκαταστημάτων. Ούτε η απόδοση του ήταν καλή, υποστήριξε, αφού ήταν ένας με την χαμηλότερη παραγωγικότητα παγκύπρια και με ανεπαρκή δραστηριότητα όσον αφορά την εξεύρεση, συγκρότηση και εκπαίδευση ομάδας ασφαλιστικών αντιπροσώπων. Προς τούτο έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου αριθμό σχετικών επιστολών που αποστάληκαν στον ενάγοντα, (Τεκμήριο 27) ως επίσης και επιστολές οι οποίες απεστάλησαν από συναδέλφους του, μέσω των οποίων κατάγγελλαν την αντιδεοντολογική του συμπεριφορά (Τεκμήριο 40). Ο ενάγοντας, υπέδειξε, απελύθη για λόγους πλεονασμού, αποτέλεσμα των μέτρων που αποφάσισε να λάβει η εναγόμενη για την αντιμετώπιση της μείωσης του κύκλου των εργασιών της και για κανένα άλλο λόγο. Τούτο, επέμενε, παρά το γεγονός ότι λόγω της κακής του απόδοσης και της κακής του συμπεριφοράς, η ενάγουσα ανά πάσα στιγμή νόμιμα και δικαιολογημένα θα μπορούσε να τον απολύσει. Απορρίπτοντας τη θέση ότι ο πλεονασμός του ενάγοντα ήταν εκδικητικός, αναφερόμενος ειδικότερα στους λόγους στους οποίους οδήγησαν την εναγομένη να απολύσει λόγω πλεονασμού τους δύο από τους τρεις διευθυντές του συμπτυχθέντος υποκαταστήματος της στην Λεωφόρο Στροβόλου, υπέδειξε ότι χρησιμοποιήθηκαν αντικειμενικά κριτήρια όπως η απόδοση, η συμπεριφορά και η προσωπικότητά των εν λόγω διευθυντών. Απέρριψε επίσης κατηγορηματικά τη θέση που προέβαλε ο ενάγοντας ότι ήταν ο μοναδικός διευθυντής υποκαταστήματος που απολύθηκε, παραπέμποντας σε αριθμό άλλων διευθυντών υποκαταστημάτων που απολύθηκαν από την εναγόμενη εταιρεία για διάφορους λόγους. Επιβεβαίωσε επίσης το γεγονός ότι τόσο ο ενάγοντας όσο και ο δεύτερος Διευθυντής που απολύθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Γ. Λιόλης, υπέβαλαν αίτημα στο Ταμείο Πλεονασμού για πληρωμή του σχετικού επιδόματος, αίτημα το οποίο εξεταζόμενο από την αρμόδια υπηρεσία εγκρίθηκε σε σχέση με τον κ. Γ. Λιόλη, αφού στο μεταξύ ο ενάγοντας απέσυρε την δική του αίτηση. Στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης των εργασιών της εναγομένης, μετά την απόλυση του ενάγοντα και του Γ. Λιόλη ως πλεονάζον προσωπικό, η τελευταία δεν εργοδότησε ξανά Διευθυντή Υποκαταστήματος ως υπάλληλο, αφού πλέον αξιοποιούσε προς τούτο τις υπηρεσίες αυτοεργοδοτούμενου συνεργάτη. Αναφερόμενος ειδικότερα στους πίνακες που προέβαλε στη μαρτυρία του ο ενάγοντας και σχολιάζοντας τους σε έκταση, υπέδειξε ότι αυτοί είναι εσφαλμένοι. Σημειώνοντας ότι το Τεκμήριο 30 επί του οποίου στηρίχθηκε η λογίστρια XXXXX Γεωργίου (Μ.Ε.2) για την ετοιμασία της δεύτερης έκθεση της, (Τεκμήριο 31) αποτελεί ένα πρόχειρο πίνακα που ετοίμασε το Τμήμα Πωλήσεων της εναγομένης χωρίς να ελεγχθεί από το λογιστήριο της εναγομένης και το οποίο παρεδόθη στον δικηγόρο του ενάγοντα το 2006, άνευ βλάβης, κατά τη διάρκεια συζητήσεων μεταξύ των δύο πλευρών οι οποίες διερευνούσαν την πιθανότητα εξώδικης διευθέτησης, σχολιάζοντας σε έκταση τους πίνακες που ο ενάγων παρουσίασε και η λογίστρια Αντωνία Γεωργίου χρησιμοποίησε για την ετοιμασία και των δύο εκθέσεων της, υπέδειξε ότι οι υπολογισμοί της τελευταίας είναι εντελώς εσφαλμένοι, επιμένοντας ότι στον ενάγοντα καταβλήθηκαν όλα τα ποσά τα οποία του όφειλε η εταιρεία, συμπεριλαμβανομένων και των υπερπρομηθειών στις οποίες εδικαιούτο. Η XXXXX Ορφανίδου, ασφαλιστικός λειτουργός στον κλάδο πλεονασμού στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αποτέλεσε την τελευταία μάρτυρα που κλήθηκε από την πλευρά της εναγομένης. Η μάρτυς επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο ενάγοντας υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο Πλεονασμού για πληρωμή αποζημιώσεων λόγω πλεονασμού, (Τεκμήριο 41) ενώ αναφέρθηκε παράλληλα στη διαδικασία που ακολουθείται για την εξέταση αίτησης της ως άνω φύσης. Αναφερόμενη ειδικότερα στην περίπτωση του ενάγοντα όπως και του συνάδελφου του Γ. Λιόλη, ο οποίος την ίδια περίοδο υπέβαλε επίσης σχετική αίτηση, (Τεκμήριο 42) σημείωσε ότι στο πλαίσιο της διερεύνησης της περίπτωσης από την υπηρεσία της, ζητήθηκαν και εξασφαλίστηκαν περαιτέρω στοιχεία από τον εργοδότη τους, καταθέσεις και έγγραφα. Στις 09.10.2012, ενάμιση χρόνο περίπου μετά την υποβολή της, ο ενάγοντας με επιστολή του απέσυρε την δική του αίτηση. Αποτέλεσμα της διερεύνησης της υπόθεσης, ήταν να εγκριθεί η εναπομείνασα αίτηση του κ. Γ. Λιόλη από την υπηρεσία της. Παρά το γεγονός ότι διερεύνηση των δύο αιτήσεων έγινε μαζί, με δεδομένη τη τελική θέση του ενάγοντα ότι ο ίδιος δεν αποδεχόταν τον πλεονασμό και παρά την κατάληξη της υπηρεσίας της σε σχέση με την αίτηση του Γ. Λιόλη ότι όντως είχε μειωθεί ο κύκλος εργασιών της εναγομένης εταιρείας, η αίτηση του ενάγοντα δεν θα μπορούσε παρά να απορριφθεί. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά στο στάδιο της ακρόασης στο βαθμό που θεώρησαν αναγκαίο. Υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά τόσο στην προφορική αλλά και στη γραπτή μαρτυρία και στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετική με τα ζητήματα που αναδείκνυαν νομοθεσία και νομολογία. Έχω σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει - όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. του Πλοίου M/V MARY JOHN κ.α.
(2002)1 A.A.Δ. 661 - δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το Δικαστήριο δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489) αλλά οφείλει να την παραβάλει και να την διερευνήσει στο σύνολο της υπόλοιπης τεθείσας υπόψη του μαρτυρίας. Ούτε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά. Το δεύτερο στοιχείο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί εξάλλου, ως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Accosiates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(B) A.A.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης, (ανθρώπινης βεβαίως) για εύρεση της αλήθειας. Το Δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεχτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και να ακούσει, με την ίδια προσοχή και υπομονή, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), τέθηκε ως δείκτης, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, η πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, τυχόν ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, προδιάθεσης ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη ή και οι λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σε αυτούς υπερβολών, ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με μικροαντιφάσεις), η ειλικρίνεια και ο τρόπος αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401). Ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αντίληψή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του ενάγοντα δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Ο τελευταίος, πολλές φορές με λόγο συγκεχυμένο και αντιφατικό, ενίοτε αυτοαναιρούμενος, προσπάθησε να προωθήσει την εκδοχή του για την εξέλιξη των πραγμάτων και τη σχέση του με την εναγόμενη. Θέσεις και εισηγήσεις του για την εξέλιξη των πραμάτων, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνονται ή έστω ενισχύονται από τα στοιχεία και τη μαρτυρία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου - σε πλείστες μάλιστα από τις περιπτώσεις από τον ίδιο - ούτε καν παρουσιάζονται να συνάδουν με μια λογική και φυσιολογική ροή και εξέλιξη των πραγμάτων. Εύκολα διακριτή στον τρίτο, ανεξάρτητο παρατηρητή, η προσπάθεια του να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, τα οποία όμως, κατά τον ίδιο, προφανώς θα εξυπηρετούσαν την εκδοχή του ως αυτή προβάλλεται στις δικογραφημένες του θέσεις. Καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρος, επέμενε στη θέση ότι σε σχέση τουλάχιστον με τον ίδιο, οι εναγόμενοι, δεν είχαν το δικαίωμα να τροποποιούν τους Κανονισμούς Ασφαλιστικού Δυναμικού τους. Οι όποιες τροποποιήσεις των σχετικών Κανονισμών και των Σχεδίων Υπηρεσίας των Διευθυντών Καταστημάτων που έγιναν στο πέρασμα του χρόνου, ως υποστήριξε, δεν αφορούν τον ίδιον, τον οποίο δεσμεύει μόνο ότι υπέγραψε, ήτοι η συμφωνά τεκμήριο
- Παρά το γεγονός ότι η δυνατότητα ή μη τροποποίησης των Κανονισμών και των Σχεδίων Υπηρεσίας θα απασχολήσουν ειδικότερα σε μεταγενέστερο στάδιο της παρούσας, είναι σημαντικό, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας, να εντοπιστούν τα ακόλουθα. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι η εργοδότηση του ενάγοντα στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία έγινε με τον τελευταίο να υπογραφεί την σχετική επιστολή διορισμού του (Τεκμήριο 1). Ταυτόχρονα, όμως, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, δόθηκε στον ενάγοντα αντίγραφο των Κανονισμών Ασφαλιστικού Δυναμικού της εναγομένης, Revised 8.92, (Τεκμήριο 9) οι οποίοι ίσχυαν κατά τον χρόνο της εργοδότησης του. Πρόκειται άλλωστε για Κανονισμούς στους οποίους γίνεται ρητή αναφορά και παραπομπή στην δεύτερη παράγραφο της ως άνω επιστολής διορισμού. Οι σχετικοί Κανονισμοί έχουν δεόντως ουσιαστικά ενσωματωθεί στη σχετική σύμβαση εργοδότησης του ενάγοντα, παρά το γεγονός ότι δεν φαίνεται ο ενάγοντας να τους έχει υπογράψει. (βλ. Το Δίκαιο των συμβάσεων του Πολυβίου Γ. Πολυβίου Τόμος Β, σελ 547, παράγραφος υπό τον τίτλο «Ενσωμάτωση όρων» και Contract Law - Text, Cases and Materials του Ewan McKendrict, 4η έκδοση, 2010, Κεφ, 9, υπό τον τίτλο «Incorporation of Terms»). Αντίθετα με ότι υποστηρίζει ο ενάγοντας επί του ζητήματος, στην δεύτερη παράγραφο της πρώτης σελίδας του Τεκμηρίου 9, με σαφήνεια καταγράφεται η δυνατότητα και το δικαίωμα των εναγομένων να τροποποιούν τους εκάστοτε Κανονισμούς, όποτε τούτο κρινόταν αναγκαίο. Την ίδια δυνατότητα για διαφοροποίηση / τροποποίηση κατά των πιο πάνω τρόπο των σχετικών Κανονισμών της εναγόμενης, φαίνεται άλλωστε να διασφαλίζουν και μεταγενέστεροι Κανονισμοί της τελευταίας που ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου κατά καιρούς ίσχυαν (βλ. τεκμήριο 11 - Κανονισμοί Revised 6-93, τεκμήριο 12 - Κανονισμοί Revised 7-96, τεκμήριο 13 - Κανονισμοί Revised 11-99). Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η τροποποίηση αυτών των Κανονισμών, στη βάση όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθούν, φαίνεται να άρχισε ήδη από το 1993, χωρίς ποτέ ο ενάγων να διαμαρτυρηθεί. Ουσιαστικά, παρά το γεγονός ότι είχαν μεσολαβήσει διάφορες τροποποιήσεις των Κανονισμών, ουδέποτε έπραξε τούτο μέχρι το 2006, όταν μέσω της επιστολής του ημερ. 27.04.2006, (Τεκμήριο 14) τηλεγραφικά, φαίνεται να θέτει για πρώτη φορά ζήτημα εφαρμογής των όσων προβλέπονται επί του θέματος στην επιστολή διορισμού του ημερ. 07.08.
- Σημειώνεται ότι στο μεσοδιάστημα καταβάλλονταν στον ενάγοντα υπερπρομήθειες επί τη βάση των εκάστοτε εν ισχύ Κανονισμών, ενώ παράλληλα το λογιστήριο των εναγομένων, ως παρέμεινε αναμφισβήτητο, απέστελλε μηνιαίως καταστάσεις με τις προμήθειες των ασφαλιστών της ομάδας του αλλά και τις δικές του υπερπρομήθειες, χωρίς ποτέ ο τελευταίος να εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα. Ως υποδείχθηκε στον μάρτυρα καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρος, πράττει τούτο μέσω της ως άνω επιστολής του, ημερ. 27.04.2006, όταν για πρώτη φορά, στη βάση πάντα των ισχυόντων κατά τον συγκεκριμένο χρόνο Κανονισμών και Σχεδίων Υπηρεσίας, δεν του αποδόθηκαν υπερπρομήθειες για τα έτη 2004 και
- Παρεμβάλλεται ότι στην ως άνω επιστολή του, ημερ. 27.04.2006, η εναγόμενη εταιρεία δια επιστολής του διευθύνοντα συμβούλου της, ημερ. 11.05.2006, (Τεκμήριο 23) υπέδειξε με σαφήνεια ότι τα όποια ωφελήματά του είναι όπως αυτά καταγράφονται στα σχέδια υπηρεσίας του 2002, με τον ενάγοντα να μην δίνει οποιαδήποτε συνέχεια στο ζήτημα και αποδεχόμενος έκτοτε την εφαρμογή των Κανονισμών όπως αυτοί τροποποιούνταν από καιρού εις καιρό. Επαναφέρει το ζήτημα χρόνια μετά, μέσω επιστολής του δικηγόρου του, μόλις στις 07.06.2010, (Τεκμήριο 3) τις θέσεις του οποίου και πάλι η εναγόμενη εταιρεία μέσω της επιστολής του δικηγόρου της, ημερ. 24.06.2010 (Τεκμήριο 4), απορρίπτει, υποδεικνύοντας μεταξύ άλλων ότι διατηρούσε πάντα το δικαίωμα τροποποίησης των σχετικών Κανονισμών. Η γενική και αόριστη θέση του ότι διαμαρτυρόταν προφορικά προς τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης και ότι απέστελλε συνέχεια επιστολές για το ζήτημα, χωρίς να επιβεβαιώνεται τούτο από τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου δεν πείθει. Ομοίως, η εισήγηση του ότι δεν κράτησε αντίγραφα των επιστολών του, ως φανερά προσχηματική και εκ των υστέρων σκέψη απορρίπτεται. Η προσπάθειά του δε σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν απέστειλε στο μεσοδιάστημα οποιεσδήποτε άλλες επιστολές για το ζήτημα στον διευθύνοντα σύμβουλο, προκρίνοντας τον φόβο που αισθανόταν ότι δυνατό να έχανε την εργασία του αν επέμενε, δεν φαίνεται να παρουσιάζει λογική συνέχεια και συνέπεια με τη θέση του ότι πολλές φορές, προφορικά, ήγειρε το ζήτημα μεταξύ άλλων και στον τελευταίο, λαμβάνοντας μάλιστα διαβεβαιώσεις ότι θα τακτοποιηθεί προς όφελός του. Διερωτάται κανείς πως ενώ ενοχλούσε προφορικά τόσο τον διευθύνοντα σύμβουλο όσο και άλλους για το ζήτημα, κατ' επανάληψη, εντούτοις «φοβόταν» να θέσει το ζήτημα με επιστολή του. Αιτιάσεις που πλήττουν περαιτέρω την αξιοπιστία του και την γενικότερη ποιότητα της μαρτυρίας του. Είναι άλλωστε σημαντικό να εντοπιστεί, επιδρώντας γενικότερα αρνητικά στην αξιοπιστία του ενάγοντα ως μάρτυρα, το γεγονός ότι ο ίδιος, κάνοντας χρήση και εφαρμόζοντας τα νέα Σχέδια Υπηρεσίας που ίσχυαν ως είχαν τροποποιηθεί το 2002, απευθύνθηκε στην εναγόμενη εταιρεία και έλαβε δάνειο για την απόκτηση αυτοκινήτου (Τεκμήριο 18). Ήταν σύμφωνα με την παράγραφο 12 των νέων Σχεδίων Υπηρεσίας του 2002, (Τεκμήριο 17) που οι διευθυντές υποκαταστημάτων εδικαιούντο να λάβουν από την εναγόμενη εταιρεία δάνειο με σκοπό την απόκτηση αυτοκινήτου. Τούτο έπραξε και ο ενάγοντας, στο σχετικό έντυπο δανείου του οποίου, ρητά καταγράφεται ότι «η εξόφληση του πιο πάνω δανείου θα γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 12 του νέου σχεδίου υπηρεσίας για διευθυντές υποκαταστημάτων που ισχύει από 1.07.2002». Είναι προφανές ότι ο ενάγων και δια της υπογραφής του στο σχετικό έντυπο του δανείου του, (Τεκμήριο 18) αντίθετα με ότι προκρίνει στην μαρτυρία του, όχι μόνο αναγνώριζε την ύπαρξη των νέων Κανονισμών και του Σχεδίου Υπηρεσίας του 2002 αλλά χρησιμοποιούσε και τις δυνατότητες που αυτά του παρείχαν. Η προσπάθεια του να δικαιολογήσει το γεγονός, προβάλλοντας ότι η λήψη του δανείου για την απόκτηση του αυτοκινήτου έγινε στη βάση των προνοιών της επιστολής διορισμού του, (Τεκμήριο 1) έχοντας κατά νου το περιεχόμενο του εν λόγο εγγράφου, αλυσιτελής ως κρίνεται, δεν πείθει και απορρίπτεται. Υπάρχουν ασφαλώς και άλλα στοιχεία στη μαρτυρία και τοποθετήσεις του ενάγοντα τα οποία στα πλαίσια της αναγκαίας αξιολογικής διύλισης από την οποία θα πρέπει να διέλθουν, κλονίζουν περαιτέρω την ποιότητα της μαρτυρίας του και γενικότερα την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Επέμενε ο ενάγων καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα ότι ο ίδιος δεν προώθησε αίτηση για αποζημίωση λόγω πλεονασμού, θέση ασφαλώς που σαφώς διαψεύδεται από τη σχετική επί τούτου αίτηση του, ως αυτή τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 41). Ομοίως, η η επιμονή του πως όχι μόνο στην εναγόμενη αλλά και παγκόσμια δεν ήταν δυνατό να απολυθεί οποιεσδήποτε διευθυντής υποκαταστήματος, παρέμεινε μετέωρη, ερχόμενη σε πλήρη αντίθεση με μαρτυρία η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου επί του ζητήματος χωρίς στο τέλος της ημέρας ουσιαστικά να αμφισβητηθεί από την πλευρά του, αποτελεί θέση που δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να γίνει αποδεκτή. Ακόμα και η επιμονή του να ερμηνεύει την πρόνοια στην επιστολή πρόσληψής του (Τεκμήριο 1) σε σχέση με την ηλικία αφυπηρέτησης, υποδεικνύοντας ότι η αναφορά σε αυτή ότι «Η ηλικία αφυπηρέτησης είναι το 60ο έτος» δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι σημαίνει «κλειστό συμβόλαιο», υπό την έννοια ότι η συμφωνία εργοδότησης του ήταν καθορισμένης διάρκειας μέχρι το 60ο έτος της ηλικίας του, κατά τρόπο που ουσιαστικά δεν υπήρχε περίπτωση να τερματιστεί αυτή σε προγενέστερο χρόνο, εντάσσεται στην προσπάθειά του, όχι μόνον να παραστήσει γεγονότα αλλά και να ερμηνεύσει έγγραφα, καταστάσεις και στοιχεία κατά τρόπο που θα εξυπηρετούσε την υπόθεσή του. Θέση που έχοντας υπόψη την εικόνα και τη γενικότερη στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα καθ' ον χρόνο επιχειρούσε να την προβάλλει, ήταν φανερό πως ούτε ο ίδιος φαινόταν πραγματικά να την υιοθετεί, προκρίνοντας τελικά πως «όπως θέλει ο καθένας ερμηνεύει το». Επί τούτου, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί πως καθ' ον χρόνο οι δικηγόροι του με την επιστολή τους, ημερ. 31.01.2011, (Τεκμήριο 6) η οποία απεστάλη μετά την παράδοση σε αυτόν της επιστολής τερματισμού των υπηρεσιών του και εις απάντησή της, προβάλλοντας διάφορες θέσεις και ισχυρισμούς με τους οποίους αμφισβητούνται οι λόγοι πλεονασμού, όχι μόνον δεν προβάλλουν τη θέση ότι ο ενάγοντας διατηρούσε «κλειστό» συμβόλαιο ή εγγυημένη απασχόληση μέχρι το 60ο έτος της ηλικίας του, αλλά ταυτόχρονα, αφού χαρακτηρίζεται ο τερματισμός της εργοδότησης του παράνομος, επιφυλάσσοντας τα σχετικά δικαιώματα του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης, με σαφήνεια καθορίζεται η εργοδότηση του, σύμφωνα με την συμφωνία εργοδότησης ημερ. 07.08.1992, ως «αορίστου διάρκειας εργοδότηση». Ατελέσφορη κρίνεται και η προσπάθεια του να καταδείξει ότι στη δική του περίπτωση δεν ήταν δυνατός ο τερματισμός της εργοδότησης του, παραπέμποντας προς τούτο στο γεγονός πως ενώ σε συμβόλαια άλλων διευθυντών, (Τεκμήρια 33 και 35) υπήρχε πρόνοια που έδιδε πράγματι το δικαίωμα στην εταιρεία τερματισμού της απασχόλησης με 30 ημέρες προειδοποίηση, τέτοια πρόνοια δεν υπήρχε στο δικό του συμβόλαιο. Είναι φανερό, σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες των ως άνω συμβολαίων τα οποία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, ότι δικαίωμα τερματισμού με 30 ημέρες προειδοποίηση, διδόταν όχι στην εναγόμενη εταιρεία αλλά στους ίδιους τους διευθυντές, ως δικαίωμα παραίτησης. Ενδεικτικό της ποιότητας της μαρτυρίας του ενάγοντα, αποτελεί επίσης το γεγονός πως παρά την κατηγορηματική τοποθέτηση του ότι το έγγραφο που τιτλοφορείτε «Πρόταση Συνεργασίας», (τεκμήριο 7) του την παρέδωσε ο διευθύνων σύμβουλος της εναγόμενης μετά την απόλυσή του, στο πλαίσιο πρότασης συνεργασίας που του πρότεινε μαζί με προσφορά €150.000, την οποία ο ίδιος απέρριψε, εντούτοις, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του δεν μπορούσε καν να αναγνωρίσει τι ήταν το συγκεκριμένο έγγραφο, τι προέβλεπε και ποιος του το παρέδωσε. Παρεμβάλλεται πως ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου παραμένοντας ουσιαστικά αδιαμφισβήτητο, το ως άνω έγγραφο δεν αποτελεί έγγραφο της εναγομένης εταιρείας. Η προσπάθεια του άλλωστε να εξηγήσει και να δικαιολογήσει τις διεκδικήσεις του, έπληξε στο τέλος της ημέρας την ποιότητα της μαρτυρίας του, αποκαλύπτοντας την επιπολαιότητα με την οποία προσέγγισε το ζήτημα και την υποχρέωση του να παραθέσει, ούτως ή άλλως, σωστά στοιχεία και δεδομένα για την αυστηρή και ακριβή απόδειξη των διεκδικούμενων από τον ίδιο, ειδικών αποζημιώσεων. Για παράδειγμα, ενώ παρουσιάζεται να διεκδικεί υπερπρομήθεια ύψους 15% για όλους τους ασφαλιστές του, παραπέμποντας σε σχετικούς πίνακες, όταν το ζήτημα ηγέρθηκε στην εξέλιξη της αντεξέτασης του, παραδέχτηκε ότι για κάποιους από αυτούς, εδικαιούτο υπερπρομήθειας μόνο 7%. Εναλλασσόμενες ήταν εξ' άλλου οι θέσεις του αν τα ποσά που καταγράφονταν σε Πίνακες στις παραγράφους 13 και 14 της γραπτής του δήλωσης, (Έγγραφο Α) ήταν σε Ευρώ ή Λίρες Κύπρου ή κάποια σε Ευρώ και κάποια σε Λίρες Κύπρου. Εμφανής ήταν η σύγχυση του επί του ζητήματος. Περαιτέρω, ενώ προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη δεν του παρέδωσε στοιχεία αναφορικά με τον κλάδο ατυχημάτων και υγείας, όταν παραπέμφθηκε σε συγκεκριμένα στοιχεία και τεκμήρια που καταδεικνύουν το αντίθετο, φανερά αμήχανος, περιορίστηκε ουσιαστικά να δηλώσει ότι δεν είχε ένσταση να καταλήξει στους σωστούς αριθμούς και στοιχεία μετά από κοινού μελέτη τους με τους ενάγοντες. Τα πιο πάνω, ενδεικτικά μόνο στοιχεία και πτυχές της μαρτυρίας του ενάγοντα, είναι αισθάνομαι ικανά να εξηγήσουν την ως άνω θεώρηση του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του τελευταίου και την αδυναμία του Δικαστηρίου να βασιστεί στη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα για την εξαγωγή τελικών και ασφαλών συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. Η μαρτυρία του, τουλάχιστο με τα ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα και την εξέλιξη των γεγονότων που τα περιβάλλουν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πριν από την ουσιαστική ενασχόληση με την μαρτυρία της Γεωργίας Αντωνίου, (ΜΕ1) είναι αισθάνομαι αναγκαία η αποσαφήνιση του ζητήματος κατά πόσο το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του, ως μέρος του μαρτυρικού υλικού, το περιεχόμενο εγγράφων του τεκμηρίου 30 και της συνδεόμενης με αυτά μαρτυρίας - ως επί το πλείστον της συγκεκριμένης μάρτυρος - ζήτημα που ηγέρθηκε και κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Ο αποκλεισμός μαρτυρίας, η οποία διαφαίνεται ως απαράδεκτη, αποτελεί αξίωμα στο δικό μας σύστημα απονομής της δικαιοσύνης και απόρροια των αρχών της δίκαιης δίκης, όπως αυτές διαγράφονται στα άρθρα 30.2 και 3 και 12.5 του Συντάγματος (Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Στην υπόθεση Miorage v. Radivojenik
(1998)1 A.A.Δ. 1162, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, επαναλήφθηκε ουσιαστικά η δυνατότητα και το καθήκον του Δικαστηρίου να απορρίψει μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του, είτε χωρίς είτε μετά από ένσταση, η οποία τελικά φαίνεται ότι δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία. Ειδικότερα, στις σελίδες 1168 και 1169 του ως άνω τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, υπεδείχθη ότι: «.. έχει επανειλημμένα τονισθεί ότι μαρτυρία που κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και που τελικά φαίνεται ότι δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία, πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Georghiades & Another v. Patsalides & Another 24 C.L.R. 275 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 280: "This evidence was received without objection. But, now, on considering this matter, we are of the view that this part of the evidence of plaintiff 1 is inadmissible, having regard to the written settlement, and it is our duty to reject it when giving judgment, as it is the duty of Courts to arrive at their decisions upon legal evidence only (Jacker v. International Cable Co., 5 T.L.R. 13; cp. Miller v. Babu Madho Das, L.R. 23 Ind. App. 106; quoted in Phipson on Evidence, 9th edition, p. 711, and Ellinas v. Yianni
(1958)23 C.L.R. 22.)" (Σε μετάφραση: "Η μαρτυρία λήφθηκε χωρίς ένσταση. Τώρα όμως, εξετάζοντας το θέμα, είμαστε της γνώμης ότι αυτό το μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα 1 δεν είναι αποδεκτό, έχοντας υπόψη το γραπτό συμβιβασμό και είναι καθήκον μας να το απορρίψουμε όταν εκδίδουμε απόφαση, καθόσον είναι καθήκον των Δικαστηρίων να καταλήγουν στις αποφάσεις τους με βάση νόμιμη μαρτυρία μόνο. (Jacker v. International Cable Co., 5 T.L.R. 13; cp. Miller v. Babu Madho Das, L.R. 23 Ind. App. 106; quoted in Phipson on Evidence, 9th edition, p. 711; and Ellinas v. Yianni
(1958)23 C.L.R. 22)") Επίσης στην υπόθεση Ellinas v. Yianni and Others 23 CLR 22 (που αναφέρεται και στην πιο πάνω απόφαση) ο Ζεκιά, Δ., αναφέρει τα ακόλουθα στη σελ.30: "If inadmissible evidence has been received (whether with or without objection), it is the duty of the Judge to reject it when giving judgment; and if he has not done so, it will be rejected on appeal, as it is the duty of Courts to arrive at their decisions upon legal evidence only." (Σε μετάφραση: "Αν μη αποδεκτή μαρτυρία έχει δοθεί (είτε χωρίς ή μετά από ένσταση), είναι καθήκον του Δικαστή να την απορρίψει όταν εκδίδει απόφαση . και αν δεν το πράξει θα απορριφθεί κατ' έφεση, καθόσον είναι καθήκον των Δικαστηρίων να καταλήγουν στις αποφάσεις τους με βάση νόμιμη μαρτυρία μόνο.")» Κατ' επανάληψη έχει διακηρυχθεί από τη νομολογία μας ότι άνευ βλάβης δηλώσεις που γίνονται κατά την εξέλιξη καλόπιστης προσπάθειας εξώδικης διευθέτησης μιας διαφοράς, δεν μπορούν να αποτελέσουν αποδεχτή μαρτυρία, χωρίς την έγκριση του προσώπου ή του διαδίκου που την εξέφρασε. (Βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης Ηλιάδη & Σάντη, Β εκδ. σελ 1005 κ.ε. και Λαζούρας v.Σεργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 500). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν υπήρξε τελικά αμφισβήτηση του γεγονότος ότι έγγραφα του τεκμηρίου 30, ειδικότερα ο σχετικός πίνακας που σύμφωνα με την XXXXX Γεωργίου αποτέλεσε τη βάση για την ετοιμασία της δεύτερης έκθεσης της, παραδόθηκε από τους εναγομένους στην πλευρά του ενάγοντα στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων για συμβιβασμό της υπόθεσης, άνευ βλάβης. Αυτός θα πρέπει να σημειωθεί ήταν και ο λόγος που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης προέβαλε ένσταση στην αποδοχή του ως μαρτυρικό υλικό στην παρούσα διαδικασία. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που εξήγησε, τη δεδομένη στιγμή που επιχειρείτο η παρουσίαση του εν λόγο εγγράφου, δεν έκανε αποδεκτή την ένσταση. Στην εξέλιξη της διαδικασίας, πέραν από τη σχετική μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά της εναγομένης (ΜΥ1 και ΜΥ2) και η οποία γίνεται αποδεκτή, μέσω της οποίας επιβεβαιώνεται το πιο πάνω γεγονός, τούτο ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε και από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα. Εξηγήθηκε άλλωστε από τον ΜΥ2, χωρίς αντίλογο, ότι ο εν λόγο πίνακας αποτελούσε μια πρόχειρη σημείωση που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Πωλήσεων για σκοπούς των διαπραγματεύσεων που τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν σε εξέλιξη χωρίς να ελεγχθεί η ορθότητά του από το αρμόδιο τμήμα της εναγομένης, ήτοι το Λογιστήριο. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, παρά το γεγονός ότι κατά την εξέλιξη της διαδικασίας επιτράπηκε στην πλευρά του εναγομένου 2 να παρουσιάσει τον ως άνω Πίνακα του τεκμηρίου 30, είναι φανερό ότι η ως άνω αρχές υπαγορεύουν όπως τόσο αυτός όσο και η σχετική με αυτό μαρτυρία αγνοηθούν κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Διαφορετική προσέγγιση, ως υποδεικνύεται από τη νομολογία των δικαστηρίων μας, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη και αντινομική. Επανερχόμενος στη μαρτυρία της XXXXX Γεωργίου, έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου σε σχέση με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία της, η τελευταία θα μπορούσε ασφαλώς να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο ως ειδική μάρτυρας, στην έκταση και το βαθμό που προσφέροντας τη μαρτυρά της από το εδώλιο του μάρτυρος κλήθηκε να καταθέσει για τα εξειδικευμένα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε. Τα ακαδημαϊκά της προσόντα και η επαγγελματική εμπειρία της, αδιαμφισβήτητα ως παρέμειναν, επιτρέπουν αισθάνομαι την ως άνω θεώρησή της. Το πιο πάνω, χωρίς να σημαίνει ότι η μαρτυρία της αξιολογήθηκε στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή ότι αντιμετωπίστηκε κατά τρόπο διαφορετικό από τους υπόλοιπους μάρτυρες (βλ. Star Fiberglass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 875). Κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με καλά καθιερωμένες αρχές (βλ. κατ' αναλογία, Κοινοτικό Συμβ. Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2298). Πέραν από το ότι η συμπεριφορά της στο εδώλιο παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης της, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία μάρτυρες-πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντά τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησής τους (βλ. Μιτσιγιώργη κ.ά. ν. Αδελφών Γαλάζη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811). Όπως άλλωστε υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παρ. 27-35, πλανάται ακόμα και σήμερα η υποψία ότι οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες πιθανόν να διάκεινται ευνοϊκά υπέρ του διαδίκου που τους καλεί να μαρτυρήσουν (βλ. Anastassiades ν. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1). Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων μαρτύρων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο παρά μόνο είναι δυνατόν να το βοηθήσει, με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελ. 446). Εν πάση περιπτώσει, περιορισμένη ήταν η συμβολή της μάρτυρος XXXXX Γεωργίου, νύμφης του ενάγοντα - όντας παντρεμένη με τον υιό του τελευταίου - ως αναδύθηκε τούτο μόλις κατά το στάδιο της αντεξέτασης της, στην προσπάθεια του Δικαστηρίου, αφενός να αποκρυσταλλώσει την εκδοχή του ενάγοντα στα ζητήματα για τα οποία κλήθηκε να προσφέρει τη μαρτυρία της και αφετέρου για τα ουσιαστικά αμφισβητούμενα ζητήματα στην υπό συζήτηση υπόθεση. Ευθύς εξ 'αρχής θα πρέπει να σημειωθεί η παραδοχή της στην εξέλιξη της διαδικασίας, ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης της, ότι η ίδια στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικά δεν λειτούργησε ως ανεξάρτητη ειδική μάρτυρας σε σχέση με το αντικείμενό της, ήτοι την λογιστική επιστήμη - «ορκωτός λογιστής» ως η ίδια δήλωσε - αλλά στη βάση «όρων εντολής» του ενάγοντα. Όπως η ίδια έθεσε το ζήτημα στην κυρίως εξέτασή της: «Καταρχάς να πω ότι η εμπλοκή μου είναι να δημιουργήσω μια μελέτη για το ποσό το οποίο ο κύριος Θεοδούλου έχει τοποθετηθεί σαν claim σ' αυτό το Δικαστήριο. Οι όροι εντολής που μου έχουν δοθεί το 2011 καθώς θα γινόταν η αρχική. ». Όπως δε υπέδειξε σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της, ουσιαστικά προέβη σε απλές μαθηματικές πράξεις οι οποίες θα μπορούσαν να γίνουν από τον καθένα, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε διερεύνηση ή προσπάθεια εντοπισμού αναγκαίων εγγράφων κατά τρόπο που θα της επέτρεπαν να ετοιμάσει μια εμπεριστατωμένη και λεπτομερή έκθεση. Έχοντας ήδη σημειώσει την προσέγγισή της στο όλο ζήτημα και πως η ίδια περιέγραψε την εμπλοκή της στα ζητήματα για τα οποία κλήθηκε να προσφέρει την μαρτυρία της, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στην προσπάθειά της να επεξηγήσει την πρώτη Έκθεση που ετοίμασε (τεκμήριο 32) - το περιεχόμενο της οποίας φαίνεται εν πολλοίς να συμπίπτει με τις σχετικές απαιτήσεις του ενάγοντα ως περιλαμβάνονται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό συζήτηση αγωγής - παραδέχθηκε πως όχι μόνο δεν φρόντισε να διαπιστώσει την ορθότητα και πληρότητα των σχετικών στοιχείων που έθεσε υπόψη της ο ενάγων, αλλά και ότι η ίδια, για να μπορέσει να ετοιμάσει την σχετική έκθεση, προέβηκε σε υποθέσεις. Για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν ανάφερε τούτο στην έκθεσή της, (τεκμήριο 32) υποστήριξε ότι αυτό οφείλετε στο γεγονός ότι δεν ετοίμασε την σχετική κατάσταση με βάση διεθνή λογιστικά πρότυπα, περίπτωση στην οποία αναγνώρισε ότι θα έπρεπε να αναφέρει γραπτώς τις όποιες επιφυλάξεις της. Οι ως άνω τοποθετήσεις της μάρτυρος, μη αποδεκτές αιτιάσεις και δικαιολογίες ως κρίνονται, είναι προφανές ότι από μόνες τους, όχι μόνο δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτές αλλά και δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο την περαιτέρω «σοβαρή» ενασχόληση με το ζήτημα. Είναι αρκετό να σημειωθεί ότι η χρήση ελλιπών, παραπλανητικών ή ακόμα καθ' υπολογισμό στοιχείων για την ετοιμασία καταστάσεων του είδους από ένα επαγγελματία, ως η μάρτυρας Ε. Αντωνίου ή όχι, στις οποίες σημειώνετε στο σώμα τους ότι απευθύνονται «Προς Οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο», δεν εξαρτάται ασφαλώς από το γεγονός ότι δεν έγιναν με βάση διεθνή λογιστικά πρότυπα. Είναι αυτονόητη και αυθύπαρκτη ελάχιστη υποχρέωσή. Ανεπιτυχής κρίνεται άλλωστε η προσπάθειά της να πείσει ότι τα περαιτέρω στοιχεία που χρησιμοποίησε για να ετοιμάσει την δεύτερη έκθεση της, (τεκμήριο 31) ήτοι τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 30, περιήλθαν στη κατοχή της μόλις εβδομάδες πριν καταθέσει στο Δικαστήριο, όταν της τα παρέδωσε ο ενάγοντας, έχοντας έλθει στην επιφάνεια κατά την διάρκεια της δίκης. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, τα σχετικά στοιχεία βρισκόταν στη κατοχή του ενάγοντα και του δικηγόρου του ήδη από το 2016, όπου παραδόθηκαν στα πλαίσια άνευ βλάβης διαπραγματεύσεων που βρισκόταν σε εξέλιξη για διευθέτηση της υπόθεσης. Η προβολή της θέσης ότι μόλις εβδομάδες πριν την κατάθεσή της από το εδώλιο του μάρτυρα περιήλθαν στη κατοχή της τα πιο πάνω στοιχεία, από μόνη της, έχοντας κατά νου την παντελή έλλειψη πειστικότητάς της καθ' ον χρόνο προέβαλε την πιο πάνω θέση, δεν επιτρέπει την υιοθέτησή της. Δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η πιο πάνω θέση προβλήθηκε από την ίδια με σκοπό να δικαιολογήσει την ετοιμασία από την πλευρά της, της δεύτερης έκθεσης της, αφού η πρώτη, λόγο και των προβλημάτων που και η ίδια εντόπισε σε αυτή, διαφάνηκε ότι θα ήταν δύσκολο να υποστηριχθεί και εν τέλει να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Άλλωστε, όπως η ίδια θεώρησε ελλιπή τα στοιχεία που αναγράφονταν στην κατάσταση προμηθειών του ενάγοντα (τεκμήριο 29) - στη βάση του οποίου ετοίμασε την πρώτη της έκθεση - κατά τον ίδιο τρόπο θα ανέμενε κανείς ότι θα έπρεπε να τα θεωρήσει ελλιπή και κατά το στάδιο που επιχειρούσε να ετοιμάσει την δεύτερη έκθεσή της, (τεκμήριο 31) αφού και πάλι, ως η ίδια παραδέχθηκε, δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει τα πιο πάνω ποσά, ούτε επιχείρησε να πράξει τούτο. Είναι προφανές ότι και στη δεύτερη προσπάθειά της, ο στόχος παρέμεινε ο ίδιος, να δικαιολογήσει ουσιαστικά, άνευ ετέρου, τις απαιτήσεις του ενάγοντα εντολέα της. Πέραν από την ως άνω γενικότερη θεώρησή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας της μάρτυρος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ούτως ή άλλως ελλείψεις και κενά παρουσιάζουν επίσης οι τοποθετήσεις και οι υπολογισμοί της, όχι μόνο όσον αφορά την μισθοδοσία του ενάγοντα αλλά και γενικότερα τα ωφελήματα που θα ελάμβανε, κατά τρόπο που το Δικαστήριο, ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να τους αξιοποιήσει σε συνάρτηση πάντα με τις διεκδικήσεις του τελευταίου στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής του. Ενδεικτικό της προχειρότητας με την οποία φαίνεται ότι προσέγγισε τα πιο πάνω ζητήματα και διεκπεραίωσε τους όποιους υπολογισμούς της, είναι πως πέραν του γεγονότος ότι, ως παραδέχτηκε, λανθασμένα υπολόγισε την απώλεια μισθών και υπερπρομηθειών που ως υπολόγισε ο ενάγων θα ελάμβανε για επτά αντί για εξίμισι χρόνια στην περίπτωση που εθεωρείτο ότι θα εξακολουθούσε να εργοδοτείται μέχρι τα εξήντα του χρόνια, (όπως καταδεικνύει η συνάρτηση της ημερομηνίας τερματισμού της υπηρεσίας του ενάγοντα με το εξηκοστό έτος της ηλικίας του τελευταίου) παρέλειψε επίσης, λανθασμένα ως παραδέχθηκε, να αφαιρέσει από την σχετική μισθοδοσία ανάλογα ποσά κοινωνικών ασφαλίσεων, φορολογίας και εισφορών στο Ταμείο Προνοίας, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα, ανάμεσα σε άλλα, ότι δεν γνώριζε τις ειδικότερες πρόνοιες του καταστατικού του συγκεκριμένου Ταμείου Προνοίας και αν αποτελούσαν τελικά ποσά που πράγματι απώλεσε ο ενάγοντας. Χωρίς άλλωστε να μπορεί να επιβεβαιώσει αν οι αναφερόμενοι ως ασφαλιστές του ενάγοντα ήταν πράγματι τέτοιοι και το ποσοστό υπερπρομηθειών που ο τελευταίος θα εδικαιούτο για κάθε ένα από αυτούς, ανάλογα με τη θέση που κάθε ένας κατείχε, υιοθέτησε για σκοπούς υπολογισμού των υπερπρομηθειών του το μέσο όρο των υπερπρομηθειών του ενάγοντα των τελευταίων τριών ετών, (οι οποίες ήταν και οι πιο ψηλές από όλα τα χρόνια) υποστηρίζοντας αρχικά ότι στη λογιστική επιστήμη αυτό χρησιμοποιείται ως βάση για να καταλήξει κάποιος στο μέσο όρο, παραδεχόμενη ωστόσο στη συνέχεια ότι δεν υπαρχή τέτοιος κανόνας στη λογιστική. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα, κλονίζουν στο τέλος της ημέρας την ποιότητα της μαρτυρίας της, μη επιτρέποντας στο Δικαστήριο να στηριχτεί στις τοποθετήσεις και αναφορές της για την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων για τα ουσιαστικότερα τουλάχιστον ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Αντίθετα με τις ως άνω επισημάνσεις, καθόλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνόλου των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν για την πλευρά της εναγομένης. Δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι ως άνω μάρτυρες, στο σύνολό τους, έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου όσα οι ίδιοι γνώριζαν για τα ζητήματα τα οποία κατέθεσαν και αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση, είτε αυτά περιήλθαν στην αντίληψή τους πρωτογενώς είτε μέσω ενημέρωσης και πληροφόρησης που κατά τον τρόπο που εξήγησαν έλαβαν, χωρίς διάθεση να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Έχοντας ειδικότερα κατά νου τη ζωντανή παρουσία των XXXXX Γεωργίου και XXXXX Νεοφύτου στο εδώλιο του μάρτυρα, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα και πειστικότητα του λόγου τους, σε συνδυασμό θεωρούμενα με το γεγονός ότι οι τοποθετήσεις και οι θέσεις τους για την εξέλιξη των πραγμάτων φαίνεται να επιβεβαιώνονται, να συμπλέουν ή να ενισχύονται από τα διάφορα στοιχεία και έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας ότι υπήρξαν ειλικρινείς μάρτυρες. Η μαρτυρία τους, στην έκταση που άπτεται ζητημάτων που κατά τρόπο ουσιαστικό απασχολούν στην παρούσα, σταθερή, χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους, συνάδοντας ταυτόχρονα με μια φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων, γίνεται αποδεκτή. Ομοίως, η XXXXX Ορφανίδου, (ΜΥ3) φανερά αποστασιοποιημένη από την εξέλιξη των γεγονότων, δεν έχω αμφιβολία ότι υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου όλα όσα η ίδια γνώριζε για την υπόθεση, αναφερόμενη γενικότερα στις διαδικασίες που η Υπηρεσία της ακολουθεί και εφαρμόζει σε περιπτώσεις Αιτήσεων Πλεονασμού, αλλά και ειδικότερα για τη διαδικασία και τις ενέργειες που ακολουθήθηκαν στην περίπτωση των σχετικών αιτήσεων του ενάγοντα και του συναδέλφου του Γ. Λιόλη. Η μαρτυρία της στο σύνολό της γίνεται αποδεκτή. Ζήτημα που κατά προτεραιότητα απασχολεί στα πλαίσια της παρούσας, αποτελεί η θέση που προέβαλε η πλευρά του ενάγοντα σε σχέση με την δυνατότητα της εναγομένης να τερματίσει την εργοδότηση του. Ως έχει ήδη σημειωθεί, ο ενάγοντας, επικαλούμενος την συμφωνία - επιστολή εργοδότησης του, (τεκμήριο 1) ειδικότερα την παράγραφο 3 της επιστολής ημερ. 07.08.1992, όπου υπό τον τίτλο «Ηλικία Αφυπηρέτησης» καταγράφεται πως: «Η ηλικία αφυπηρέτησης είναι το 60ο έτος.», υποστηρίζει ότι η σύμβαση εργοδότησης του ήταν καθορισμένης διάρκειας, με εξασφαλισμένη, «κλειστή» περίοδο εργοδότησης μέχρι τα εξήντα
(60)του χρόνια, γεγονός που εκ των πραγμάτων εμπόδιζε την εναγόμενη εταιρεία επικαλούμενη πλεονασμό, να προχωρήσει σε τερματισμό της εργοδότησης του. Αντίθετα, η εναγόμενη εταιρεία επικαλούμενη την ίδια πρόνοια του ως άνω εγγράφου, υποστηρίζει ότι σε αυτή ότι διευκρινίζεται είναι η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης του ενάγοντα, χωρίς να εγγυάται στον τελευταίο εργοδότηση μέχρι την ηλικία των 60 ετών. Η εργοδότηση του ενάγοντα, υποστηρίζει, ήταν «αορίστου» διάρκειας. Προσεγγίζοντας τις δύο πιο πάνω διαφορετικές προσεγγίσεις επί του ζητήματος, ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να σημειωθεί πως ως η νομολογία υποδεικνύει, καθήκον του Δικαστηρίου ερμηνεύοντας μια συμφωνία είναι να εντοπίσει την πρόθεση των συμβληθέντων και να ερμηνεύσει τα αναγραφόμενα στη συμφωνία κατά τρόπο που να συνάδει, να εφαρμόζει και να υλοποιεί την πρόθεση των μερών. Η ερμηνεία μιας σύμβασης και των όρων της θα πρέπει να γίνεται συνολικά και με συμμετρικότητα, ώστε να μην δημιουργείται δυσαρμονία στην εξήγησή τους. Δίδονται στις λέξεις η συνήθης και φυσική τους ερμηνεία. Μόνο αν η πιο πάνω ερμηνεία οδηγεί σε παραλογισμό, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο πάντα της ως άνω προσπάθειάς του, δύναται να προσπαθήσει να ερμηνεύσει διαφορετικά τις λέξεις από τη συνήθη και φυσική τους σημασία. (βλέπε μεταξύ άλλων, Αργύρη ν. Χρυσοστόμου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1362, Archbold Investment Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084, Θεολόγου v. Κτηματικής Ετ. Νέμεσις Λτδ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.407 και τα συγγράμματα The Interpretation of Contracts, του Kim Lewison, έκδ. 2004, Κεφάλαιο 2, σελίδες 17 κ.ε., Chitty on Contracts 33η έκδ. τόμος Ι Παράγραφοι 13-055 κ.ε., ως επίσης Το Δίκαιο των Συμβάσεων, του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Τόμος Β, σελίδες 447 κ.ε.). Με κάθε σεβασμό η ως άνω ερμηνευτική προσέγγιση του ενάγοντα όσον αφορά τη σημασία της ως άνω πρόνοιας στο τεκμήριο 1, έχοντας κατά νου τους ως άνω κανόνες ερμηνείας μια σύμβασης, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Ως σημειώθηκε στην Χαραλάμπους v. Γενικού Εισαγγελέα της Αγγλίας & Ουαλίας κ.α.
(2004)1(Α) Α.Α.Δ 90, 99 περίπτωση όπου απολυθέντες λόγω πλεονασμού καταχώρησαν αγωγή διεκδικώντας αποζημιώσεις, προβάλλοντας μεταξύ άλλων ότι στη συμφωνία εργοδότησης τους καθοριζόταν ως όριο αφυπηρέτησης το 60 έτος της ηλικίας τους και ως εκ τούτου είχαν εγγυημένη εργοδότηση, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας, επικυρώνοντας την προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, απέρριψε την ως άνω θέση υποδεικνύοντας πως: «Η απλή καταγραφή της προμνησθείσας δήλωσης δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων ρητή ή εξυπακουόμενη συμφωνία περί εγγυημένης εργοδότησης μέχρι το 60ό έτος. Θεωρούμε αυτονόητο ότι το καθορισμένο όριο υποχρεωτικής αφυπηρέτησης δεν σημαίνει ούτε συνεπάγεται δέσμευση εργοδότησης για τακτή χρονική περίοδο.» Ενωρίτερα, ο σεβαστός πρώην πρόεδρος στου Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πικής, δικαστής ως ήταν τότε, στην απόφαση του στο πλαίσιο της υπόθεσης Στυλιανίδης v. British American Insurance Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ. 517, 524 έχοντας την ίδια με την ως άνω προσέγγιση επί του συζητούμενου, υπέδειξε πως: «.O καθορισμός ανωτάτου ορίου αφυπηρέτησης δε δεσμεύει αφ' εαυτού την εταιρεία να παράσχει εργοδότηση στο προσωπικό μέχρι την ηλικία εκείνη. Η αναφορά στο 60ό έτος ως το ανώτατο όριο αφυπηρέτησης δεν εξυπακούει άμεσα ή έμμεσα υποχρέωση για εργοδότηση των μελών του προσωπικού μέχρις εκείνη την ηλικία.» Και στην υπό συζήτηση περίπτωση είναι φανερό ότι δεν μπορεί σοβαρά να αμφισβητηθεί ότι η φυσική και συνηθισμένη έννοια των λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν στην ως άνω πρόνοια του τεκμηρίου 1, καταδεικνύει ότι μέσω της δηλώνεται η ηλικία αναγκαστικής αφυπηρέτησης του ενάγοντα. Όχι η ημερομηνία λήξης της σύμβασης εργοδότησης του. Πέραν δε της αόριστης και μετέωρης δήλωσης του ενάγοντα καθ' ον χρόνο κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρος, ότι ο κάθε ένας όπως θέλει ερμηνεύει την συγκεκριμένη πρόνοια, δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οτιδήποτε άλλο που θα δικαιολογούσε την θέση του ότι η συγκεκριμένη πρόνοια, εξασφάλιζε, ειδικά στο ίδιο, εγγυημένη απασχόληση μέχρι το εξηκοστό έτος της ηλικίας του. Άλλωστε, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς να αμφισβητηθούν, φαίνεται ότι η αναγκαστική ηλικία αφυπηρέτησης όλων των υπαλλήλων της εναγομένης, ήταν τα εξήντα έτη. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πιο πάνω προσέγγιση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση παρουσιάζεται σαν το αποτέλεσμα μιας λογικής ερμηνείας της συγκεκριμένης πρόνοιας, προσέγγιση η οποία ως πιο πάνω έχει σημειωθεί έχει ακολουθηθεί και σε άλλες περιπτώσεις από τα Δικαστήρια μας, είναι σημαντικό να εντοπιστεί ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, στην επιστολή που απέστειλαν οι δικηγόροι του ενάγοντα, ημερομηνίας 31.01.2011, (τεκμήριο 6) ως αντίδραση στην επιτολή τερματισμού των υπηρεσιών του τελευταίου, όχι μόνο δεν προκρίνεται ζήτημα παράνομης απόλυσης του ενάγοντα ενόψει του γεγονότος ότι ο τελευταίος είχε εγγυημένη εργοδότηση μέχρι το εξηκοστό έτος της ηλικίας του, δυνάμει «κλειστού» συμβολαίου, πολύ περισσότερο, η σύμβαση εργοδότησης του ενάγοντα ρητά χαρακτηρίζεται ως «αορίστου διαρκείας εργοδότηση». Έχοντας ήδη κατάληξη ότι η συμφωνία εργοδότησης του ενάγοντα δεν αποτελούσε ένα «κλειστό» συμβόλαιο, που εξασφάλιζε σε αυτόν μια εγγυημένη εργοδότηση μέχρι το εξηκοστό έτος της ηλικίας του, απασχολεί, ως φυσιολογική απόληξη, το δικαιολογημένο ή μη του τερματισμού των υπηρεσιών του τελευταίου, ως ειδικότερα αυτός επήλθε δυνάμει της επιστολής της εναγομένης εταιρείας, ημερομηνίας 25.01.2011 (τεκμήριο 5). Έχει ήδη σημειωθεί ότι η πλευρά του ενάγοντα αμφισβητεί το σύννομο του τερματισμού των υπηρεσιών του. Είναι σημαντικό να εντοπιστεί πως ενώ κατά την εξέλιξη των πραγμάτων, ο ενάγων παρουσιάζεται ουσιαστικά να συναινεί πως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στο εργασιακό περιβάλλον της εναγομένης υπήρχαν συνθήκες πλεονασμού, (υποβάλλει άλλωστε σχετική αίτηση αποζημίωσης λόγω πλεονασμού) κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας δεν δίστασε να προβάλλει θέσεις που ουσιαστικά αμφισβητούν τούτο, υποστηρίζοντας εν πάση περιπτώσει, σταθερά, ότι δεν ήταν αυτός που θα έπρεπε να απολυθεί ως πλεονάζων προσωπικό. Το δικαίωμα κάθε εργοδότη να ρυθμίζει τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησής του επιλέγοντας την οργάνωση και τον τρόπο παραγωγής της είναι δεδομένο και αδιαμφισβήτητο. Το γεγονός ότι οι επιλογές του είναι δυνατόν να επηρεάσουν την απασχόληση εργοδοτουμένων του, δεν αποτελεί, από μόνο του, απαγορευτικό λόγο για τερματισμό της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου ως πλεονάζον προσωπικό. Το δικαίωμα του να προβαίνει σε πλεονασμό του προσωπικού που εργοδοτεί, εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι που το δικαιολογούν, δεν μπορεί να περιορισθεί (βλ. άρθρο 18 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν. 24/1967). Η μείωση του όγκου εργασίας ή της επιχείρησης και η αναδιοργάνωση της, αποτελούν κάποιους από τους αυτόνομους λόγους απόλυσης λόγω πλεονασμού, ως αναγνωρίζεται στο νόμο και τις σχετικές αποφάσεις την Δικαστηρίων μας. Ως υποδείχτηκε στην πρωτόδικη απόφαση, ο λόγος της οποίας υιοθετήθηκε αυτούσιος από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Χαραλάμπους (ανωτέρω): «Αλλά και ευρύτερα το δικαίωμα απόλυσης λόγω πλεονασμού μπορεί να λεχθεί ότι ενυπάρχει στην ίδια τη σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου και δεν μπορεί να περιορισθεί. Αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη να τερματίσει τις υπηρεσίες του εργοδοτουμένου του για καλόπιστους πάντοτε, λόγους αναδιοργάνωσης και οικονομίας της επιχείρησης του. Αυτό συνάδει με την αρχή ότι ο εργοδοτούμενος, εκτός και αν υπάρχει ρητή πρόνοια περί του αντιθέτου στο συμβόλαιο, μπορεί μόνον να προσδοκά σε υπηρεσία μέχρι το έτος της αναγκαστικής αφυπηρέτησης του και δεν υπάρχει εγγυημένη τακτή προθεσμία εργοδότησης ακόμη και αν γίνεται αναφορά σε κανονισμούς ταμείων προνοίας/συντάξεως για τη λήψη ωφελημάτων στο 60ό έτος. ...................................................................................... Γι' αυτό το δικαίωμα του εργοδότη να απολύσει προσωπικό λόγω πλεονασμού ή χάριν καλύτερης και οικονομικότερης αναδιοργάνωσης της εργασίας του αναγνωρίζεται και νομοθετικά στην Αγγλία με το Employment Protection (Consolidation) Act 1978 και στην Κύπρο με τον Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο αρ. 24/
- Και οι δύο νόμοι κατοχυρώνουν το δικαίωμα του εργοδότη να απολύσει λόγω πλεονασμού υπό ορισμένες βέβαια προϋποθέσεις, αλλά και το αντίστοιχο δικαίωμα των εργοδοτουμένων να λάβουν σχετική αποζημίωση.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν υπάρχει αμφισβήτηση του γεγονότος πως κατά το 2010, ενόψει της μείωσης στον κύκλο εργασιών της εναγομένης, η τελευταία αναζητούσε τρόπους μείωσης των εξόδων της. Αυτό τον στόχο, ως υπεδείχθη, εξυπηρετούσε και η απόφαση για σύμπτυξη των υποκαταστημάτων της στους Αγίους Ομολογητές και στη Λεωφόρο Στροβόλου παραμένοντας μόνο το υποκατάστημα της Λεωφόρου Στροβόλου. Αποτέλεσμα της ως άνω σύμπτυξης των δύο καταστημάτων ήταν στο εναπομείναν κατάστημα να υπάρχουν τρεις διευθυντές, ενώ χρειαζόταν μόνο ένας. Ούτε αυτή η πραγματικότητα αμφισβητήθηκε από την πλευρά του ενάγοντα. Η αλλαγή στις μεθόδους παραγωγής ή οργάνωσης που δυνατόν να συνεπάγεται μείωση των αναγκαίων εργοδοτουμένων, ως προβλέπεται στο άρθρο 18(γ)(i) του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/1967), περιλαμβάνει αυταπόδεικτα και τη σύμπτυξη υποκαταστημάτων. Περαιτέρω, ως κατ' επανάληψη έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας, μπορεί να δικαιολογηθεί πλεονασμός στην περίπτωση που ένας εργοδότης έχει περισσότερο προσωπικό από ό,τι χρειάζεται. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, αφενός η αλλαγή στον τρόπο οργάνωσης και παραγωγής της εναγομένης η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαίων εργοδοτουμένων και αφετέρου ο περιορισμός του όγκου της εργασίας τα τελευταίας, φαίνεται πράγματι να καθιστά νόμιμο και δικαιολογημένο τον τερματισμό της απασχόλησης των δύο εκ των τριών διευθυντών στο εν λόγο υποκατάστημα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι δύο απολυθέντες κατ' επίκληση του πιο πάνω λόγου από την εναγομένη, ήτοι ο ενάγοντας και ο Γ. Λιόλης, υπέβαλαν αιτήσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες της Δημοκρατίας μετά τον ως άνω τερματισμό της εργοδότησης τους για πληρωμή αποζημίωσης από το Ταμείο Πλεονασμού. Παρεμβάλλεται ότι, ως εξήγησε η Λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, XXXXX Ορφανίδου, (ΜΥ3) και γίνεται αποδεχτό, στα πλαίσια της αναγκαίας εξέτασης και διερεύνησης των αιτήσεων για αποζημιώσεις λόγω πλεονασμού του Γ. Λιόλη αλλά και του ενάγοντα, πριν ο τελευταίος αποσύρει την δική του αίτηση, διαφάνηκε ότι πράγματι υφίσταντο λόγοι πλεονασμού, με αποτέλεσμα να καταβληθούν οι σχετικές αποζημιώσεις στον εναπομείναντα αιτητή Γ. Λιόλη. Η ίδια σημείωσε εξ' άλλου, ανάμεσα σε άλλα, ότι δεν είχαν διαπιστωθεί νέες προσλήψεις μετά τον τερματισμό της απασχόλησης των δύο πιο πάνω προσώπων, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από άλλη μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, η οποία και γίνεται επίσης αποδεχτή, σύμφωνα με την οποία, μετά τις ως άνω απολύσεις του ενάγοντα και του Γ. Λιόλη δεν προσελήφθηκαν από την εναγομένη διευθυντές υποκαταστημάτων. Έκτοτε τα συγκεκριμένα καθήκοντα εκτελούσαν αυτοεργοδοτούμενοι συνεργάτες της τελευταίας. Έχοντας κρίνει ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών των δύο εκ των τριών υπαρχόντων διευθυντών λόγω πλεονασμού ήταν δικαιολογημένος υπό τις περιστάσεις, είναι αναγκαίο να εξεταστεί η θέση του ενάγοντα ότι δεν θα έπρεπε ο ίδιος να απολυθεί ως πλεονάζον προσωπικό, θέση άλλωστε που προβλήθηκε και στην αίτηση του για πληρωμή αποζημιώσεων λόγω πλεονασμού, πριν τελικά την αποσύρει. Είναι γεγονός πως ακόμα και στην περίπτωση που οι περιστάσεις δικαιολογούν τερματισμό απασχόλησης λόγω πλεονασμού, οι εργοδότες θα πρέπει να πείσουν ότι οδηγήθηκαν στην επιλογή του εργοδοτούμενου τις υπηρεσίες του οποίου θα τερματίσουν ως αποτέλεσμα του πλεονασμού, χρησιμοποιώντας σωστά και αντικειμενικά κριτήρια, εντασσόμενα πάντα στις λογικές και αναμενόμενες αντιδράσεις ενός λογικού εργοδότη. Πιθανά κριτήρια επιλογής τέτοιου απολυόμενου, θεωρήθηκαν ότι αποτελούν η απόδοση, οι ικανότητες και τα προσόντα ενός εργαζόμενου, ως έχει υποδειχθεί στην Αγγλική απόφαση Williams v. Compair Maxam Limited [1982] 1 ICR
- Για την επιλογή του ενάγοντα ως ενός εκ των δύο οι υπηρεσίες των οποίων θα τερματίζονταν λόγω πλεονασμού, λήφθηκαν ως κριτήρια, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης και τον XXXXX Νεοφύτου, άμεσα προϊστάμενο του ενάγοντα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η απόδοση, η συμπεριφορά και τα προσόντα καθενός από τους τρεις διευθυντές στο υποκατάστημα της Λεωφόρου Στροβόλου. Εξηγήθηκε παράλληλα, με πειστικό τρόπο, στη βάση μαρτυρίας, εγγράφων και στοιχείων, γιατί ο ενάγοντας υστερούσε έναντι των άλλων δύο υποψηφίων τόσο στην απόδοση όσο και στη συμπεριφορά του. Προβλήθηκαν επίσης τα καλύτερα διευθυντικά προσόντα και δεξιότητες που είχε το πρόσωπο που επιλέγηκε τελικά να παραμείνει στην υπηρεσία της εναγομένης, ως διευθυντής, στο υποκατάστημα της στη Λεωφόρο Στροβόλου. Συνακόλουθα των πιο πάνω η επιλογή του ενάγοντα για τερματισμό των υπηρεσιών του λόγω πλεονασμού δεν φαίνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο να πάσχει αφού λήφθηκε λαμβάνοντας υπόψη λογικά αναμενόμενα και αντικειμενικά κριτήρια εκ μέρους του εργοδότη, όπως αυτά της απόδοσης, της εν γένει συμπεριφοράς και συνεργασίας με την εργοδότρια εταιρεία και το υπόλοιπο υπαλληλικό προσωπικό, όπως και των προσόντων του. Δεδομένη είναι η θέση - παραδοχή του ενάγοντα καθ' ων χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρος πως σε περίπτωση που κριθεί ότι δικαιωματικά οι εναγόμενοι προχώρησαν σε τροποποίηση των σχετικών Κανονισμών στους οποίους παραπέμπει η συμφωνία - επιστολή διορισμού του, (τεκμήριο 1) αυτό εξυπακούει ότι στον ίδιο έχουν καταβληθεί οι ανάλογες υπερπρομήθειες και κανένα τέτοιο ποσό δεν του οφείλετε. Και για το ζήτημα αυτό, ως έχει ήδη σημειωθεί, υπάρχει διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών. Προσεκτική θεώρηση των Κανονισμών Ασφαλιστικού Δυναμικού της εναγομένης Revised 8.92 (τεκμήριο 9), ως αυτοί ίσχυαν κατά την πρόσληψη του ενάγοντα, καταδεικνύει ότι σε αυτούς καταγράφονται γενικότερα οι υποχρεώσεις, οι αποδοχές και τα ωφελήματα και οι προϋποθέσεις για προαγωγή κάθε μέλους του Ασφαλιστικού δυναμικού της εναγομένης. Ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, στην δεύτερη παράγραφο της πρώτης σελίδας των ως άνω Κανονισμών, διακηρύσσεται το δικαίωμα της εναγόμενης εταιρείας να τροποποιεί τους Κανονισμούς Ασφαλιστικού Δυναμικού της. Ωστόσο, ως ρητά καταγράφεται στην εν λόγο πρόνοια, η δυνατότητα μονομερούς τροποποίησης των σχετικών Κανονισμών αφορά ειδικότερα την τροποποίηση των Κανονισμών που αφορούν την ανέλιξη - προαγωγή του κάθε εργοδοτούμενου της εναγομένης. Δεν φαίνεται δηλαδή, με την συγκεκριμένη τουλάχιστον πρόνοια, να παρέχεται στην εναγόμενη εταιρεία η δυνατότητα τροποποίησης, μονομερώς, γενικότερα των Κανονισμών που αφορούν το ασφαλιστικού δυναμικό της και όσον αφορά, για παράδειγμα, τις υποχρεώσεις, απολαβές και ωφελήματα των εργοδοτούμενων της. Ό,τι στους ως άνω Κανονισμούς διακηρύσσεται πως μπορεί μονομερώς να τροποποιήσει οποτεδήποτε κρίνει τούτο αναγκαίο, είναι τους ειδικότερους Κανονισμούς που αφορούν την ανέλιξη των εργοδοτουμένων της. Στην υπό συζήτηση περίπτωση ωστόσο, το ζήτημα της αδιαμφισβήτητης τροποποίησης των Κανονισμών και του Σχεδίου Υπηρεσίας των εργοδοτουμένων της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, περιλαμβανομένου και του ενάγοντα, δεν τελειώνει εδώ. Εξηγούμε. Με βάση τις αρχές της επιείκειας, δεν επιτρέπεται σε κάποιο διάδικο να επιμένει στην απόλαυση ακόμη και νόμιμων δικαιωμάτων του τα οποία απορρέουν όχι μόνο από κάποιο συμβόλαιο αλλά και από τον ίδιο τον νόμο, όταν υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν μία υπόθεση και των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων αυτό θα απέληγε να ήταν άδικο, υπό την έννοια ότι θα παραβίαζε τις αρχές της επιείκειας. Βλέπε Hughes v. Metropolitan Railway Co. (1874-1880) A.E.R. σελ.187 και Central London Property Trust v. High Trees House Ltd
(1947)K.B. 130. Το πιο πάνω, το οποίο έχει σχηματοποιηθεί και γίνει γνωστό ευρύτερα ως το δόγμα του «estoppel» τυγχάνει ασφαλώς εφαρμογής και στην Κυπριακή έννομη τάξη. (τέλη Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, (αρ.1)
(2011)1(Α) 253). Στην Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1522 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σε σχέση με το κώλυμα: «Σύμφωνα με τον Nokes to Κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes "Introduction to Evidence", 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 212). Το Κώλυμα μπορεί να είναι
(1)Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record),
(2)Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και
(3)Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Σύμφωνα με τον κανόνα του Κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, «Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή». (Χ" Γιάννης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1970)1 C.L.R. 32). Το Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του (
- i)Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T.598). (
- ii)Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd v. High Trees House Ltd
(1974)1 K.B. 130) και (iii) Περιουσιακού Κωλύματος.» Στο σύγγραμμα Halburys Laws of England 5η εκδ. Τόμος 47, αφού επεξηγείτε η έννοια και η έκταση της εφαρμογής της ως άνω βασικής αρχής στο δίκαιο μας, για τα ζητήματα που ειδικότερα εδώ ενδιαφέρουν, στην παράγραφο 355 του πιο πάνω τόμου, αναφέρεται: «ln order for estoppel by representation to operate, there must have been a representation made by the person to be estopped to the person claiming the benefit of the estoppel. To form the basis of an estoppel a representation may be made either by statement or by conduct; and conduct includes negligence and silence. Certain general propositions are, however, applicable, in whatever manner the representation is made. The representation must be made voluntarily; if made apparently on another's behalf, it must be made by a person having the authority to do so; it must be communicated to the person to whom it was addressed; and only the person to whom it was addressed may use it to support a plea of estoppel.» Περαιτέρω, στην παράγραφο 361 του ίδιου τόμου, υποδεικνύεται: «The question whether a course of conduct, negligent or otherwise, amounts to a representation, or is such as a reasonable person would take to be a representation meant to be acted on in a certain way, must vary with each particular case. With certain exceptions no general rules can be laid down for answering it. A party will not, however, be held to be estopped unless his conduct is unequivocal. The acceptance of money paid in consideration of the existence of a certain state of things often estops the receiver, in the absence of some cause unknown to him entitling him to terminate it, from denying the existence of that state of things, and affords conclusive evidence of a waiver of any objection to the contract or other matter in respect of which it is paid. Thus the acceptance of premiums with knowledge of circumstances entitling the insurer to avoid the policy estops him from claiming that for that reason it is not a valid policy .................................................................... The acceptance of money is by no means the only conduct which may be relied conclusive evidence of waiver of an irregularity or other ground of objection to a case set up. Thus a person who, acting as director of a company, takes part in confirming the allotment of shares to himself, cannot, in a claim for calls, be heard to his appointment as a director or the allotment of the shares was irregular. » Για να σημειωθεί περαιτέρω στην παράγραφο 363 του ως άνω τόμου του ίδιου συγγράμματος, ότι: «The effect of silence or inaction in binding a person has been considered in cases where there is a right of election between two courses. Mere silence does not amount to an election, but it is the duty of someone who has to make an election not to delay so long as to lead some other person, whether the party against whom the election is to be made or another, to alter his position in the belief that the first named has elected to let things remain as they are; and by so doing he will be precluded from making a different election. » Όπως άλλωστε υπεδείχθη στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα ν. Πολυδωρίδη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 68, εγείρεται κώλυμα στη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων οποτεδήποτε ο κάτοχος τους προβαίνει σε σαφείς παραστάσεις προς τον αντισυμβαλλόμενο του ότι δεν θα τα ασκήσει και ο δεύτερος στη βάση αυτών των παραστάσεων μεταβάλλει τη θέση του με τρόπο που θα ήταν άδικο να κληθεί να επιστρέψει στην προγενέστερη θέση του και να εκπληρώσει υποχρεώσεις από τις οποίες ουσιαστικά ο ενάγων τον έχει με τη στάση του απαλλάξει. Πληθώρα στοιχείων και γεγονότων τα οποία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση πράγματι ο ενάγοντας εμποδίζεται, (estopped) λόγω της δικής του συμπεριφοράς, να επικαλείται οποιεσδήποτε παραβιάσεις εκ μέρους της εναγομένης ως αποτέλεσμα της γενικότερης τροποποίησης των σχετικών Κανονισμών και των Σχεδίων Υπηρεσίας που τον αφορούσαν. Ουσιαστικά δια της συμπεριφοράς του υποδήλωνε, συνηγορούσε, αναγνώριζε και αποδεχόταν ότι οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα να τροποποιούν γενικότερα τους σχετικούς Κανονισμούς. Ειδικότερα, για 14 χρόνια, ήτοι από τον διορισμό του το 1992 μέχρι την επιστολή του 27.04.2006, (Τεκμήριο 14) ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τις όποιες τροποποιήσεις μεσολάβησαν στους σχετικούς Κανονισμούς, στη βάση των οποίων ελάμβανε τα δικαιώματα, τις προμήθειες και τις υπερπρομήθειες του. Ακόμη και όταν ήγειρε κατά τρόπο τηλεγραφικό στην ως άνω επιστολή του το ζήτημα, λαμβάνοντας άμεσα απαντητική επί του ζητήματος επιστολή της εναγομένης, ημερ. 11.05.2006, (Τεκμήριο 23) όπου ουσιαστικά ρητά υποδεικνυόταν ότι τα ωφελήματα του περιλαμβάνονται στους Κανονισμούς και Σχέδια Υπηρεσίας του 2002, ως στο μεταξύ είχαν τροποποιηθεί και ίσχυαν, δεν αντέδρασε με οποιονδήποτε τρόπο. Άλλωστε, ως έχει ήδη γίνει αποδεκτό, οι διευθυντές της εναγομένης, του ιδίου περιλαμβανομένου, είχαν διορίσει αντιπροσωπεία για να συζητήσει και να συμφωνήσει με την εναγόμενη εταιρεία τις τροποποιήσεις στους Κανονισμούς και τα Σχέδια Υπηρεσίας που έγιναν το 2002, για τις οποίες και ενημερώθηκε γραπτώς. Παράλληλα, καθ' ον χρόνο και στην εξέλιξη των πραγμάτων ενίοτε του γνωστοποιούνταν διάφορα έγγραφα ή και αυτούσιοι οι Κανονισμοί που ίσχυαν κατά περιόδους, ως αυτοί τροποποιούνταν, ουδέποτε φαίνεται να αντέδρασε ή να διαχώρισε τη θέση του από τους άλλους διευθυντές. Γεγονός παραμείνει, επίσης, ότι ο ίδιος όχι μόνο αποδεχόταν τις πληρωμές που γίνονταν σύμφωνα με τους εκάστοτε εν ισχύ Κανονισμούς αδιαμαρτύρητα και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη αλλά ταυτόχρονα ενημερωνόταν, μηνιαίως, μέσω των ανάλογων καταστάσεων για τις προμήθειες των ασφαλιστών και για τις δικές του υπερπρομήθειες στη βάση των εκάστοτε εν ισχύ Κανονισμών και Σχεδίων Υπηρεσίας. Άλλωστε, δεδομένη είναι εκ μέρους του η απευθείας εφαρμογή και αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρείχαν οι τροποποιημένοι και ισχύοντες τη δεδομένη στιγμή Κανονισμοί και Σχέδια Υπηρεσίας του 2002, αιτούμενος σύμφωνα με αυτούς και εξασφαλίζοντας δάνειο για αγορά αυτοκινήτου, στον οποίο ρητά καταγράφεται ότι το δάνειο παραχωρείται σύμφωνα με τους ισχύοντες Κανονισμούς του
- Πέραν των ως άνω, τα οποία σφραγίζουν την τοποθέτηση του Δικαστηρίου επί ζητήματος, υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου επί του συζητούμενου, ως έχουν γίνει αποδεκτά, τη δυνατότητα γενικότερης τροποποίησης των Κανονισμών εκ μέρους της εναγομένης, ούτος ή άλλως φαίνεται να δικαιολογεί η επί σειρά ετών προηγούμενη πρακτική που στο πλαίσιο της συνεργασίας της εναγομένης μαζί με τον ενάγοντα ακολουθείτο επί του ζητήματος (βλ. Chitty on Contracts 24η εκδ. Τόμος Ι παραγ. 795). Ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς να αμφισβητηθεί, από το διορισμό του ενάγοντα, το 1992, έχουν γίνει πολυάριθμες τροποποιήσεις των Κανονισμών, αρχής γενομένης από το
- Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως αυτή κατά το 2002, με την «εμπλοκή» κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε και του ίδιου του ενάγοντα. Ο τελευταίος γνώριζε τούτο, το αποδεχόταν και ουδέποτε εξέφρασε με οποιονδήποτε τρόπο την οποιαδήποτε επιφύλαξη ή διαμαρτυρία του μέχρι το 2006, όταν, ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτό, δεν κατάφερε τα αμέσως προηγούμενα δύο χρόνια να επιτύχει τα κριτήρια που οι κανονισμοί που βρίσκονταν σε ισχύ απαιτούσαν, με αποτέλεσμα να μην δικαιούται σε υπερπρομήθειες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου σε ακόμα ένα παράγοντα που ως εισηγείται συνηγορεί στην υιοθέτηση της θέσης ότι ουσιαστικά η πλευρά του ενάγοντα εμποδίζεται να προβάλλει το ζήτημα της αδικαιολόγητης τροποποίησης των κανονισμών εκ μέρους της εναγομένης. Τούτο εισηγήθηκε, ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγοντας έχει ουσιαστικά αποποιηθεί (waived) από οποιοδήποτε δικαίωμα του να εμμένει σε εφαρμογή των όρων της αρχικής συμφωνίας εργοδότησης του και στην καταβολή αποζημιώσεων επί τη βάση αυτής. Είναι γεγονός πως όταν ένα μέρος με τη συμπεριφορά του δείχνει ότι δεν επιμένει σε εκτέλεση του συμβολαίου όπως ορίζουν οι αρχικοί του όροι, τότε το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι έχει παραιτηθεί των δικαιωμάτων του να επιμένει σε εκτέλεση της σύμβασης σύμφωνα με τους αρχικούς όρους. (Βλ. Cybarco Ltd v. Guest κ.ά.
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 2071 και Halsbury's Laws of England 4th edition (reissue), τόμος 16
(2)σελ. 389 κ.ε., ειδικότερα στις παρ. 906 και 907, όπου γίνεται ανάλυση της έννοιας της απαλλαγής (release) και παραίτησης (waiver) ). Καθόλα διαφωτιστικός για το ζήτημα, είναι ο λόγος της United Australia Ltd v. Barclays Bank Ltd
(1941)A.C.1, ενώ όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Winfield and Jolowicz, On Tort 17th edition, σελ. 1099, παρ. 26-2: «"Waiver" is a term used in a number of different senses in the law. It may mean conduct by the claimant which signifies an intention to give up a right of action for a legal wrong.» Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 33η έκδοση, Τόμος 1, παρ. 22-041, υποδεικνύεται ότι: «A waiver may be oral or written or inferred from contract even though the provision waived is found in a contract required to be made in or evidenced by writing. It has been noted that any variation of a contract required to be made in or evidenced by writing must itself be made in or evidenced by writing. If it is merely oral, it is of no effect. An oral forbearance or concession made by one party to the other does not require to be so evidenced, even if made at the latter's request. Thus, what is ineffective as a variation may possibly have effect as a waiver. » Στην αμέσως επόμενη παράγραφο του ως άνω συγγράμματος, σημειώνεται ότι: «The party who forbears will be bound by the waver and cannot set up the original terms of the agreement. » Είναι άλλωστε σημαντικό να υποδειχθεί ότι δεν χρειάζεται οποιοδήποτε αντάλλαγμα (consideration) ώστε να είναι έγκυρη και αποτελεσματική η παραίτηση ή η αποποίηση από οποιοδήποτε δικαίωμα. Ότι απαιτείται είναι αυτή να είναι αδιαμφισβήτητη και η άλλη πλευρά να ενήργησε στη βάση αυτής. Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ενάγων αποδέχτηκε το δικαίωμα των εναγόντων να τροποποιούν τους Κανονισμούς και τα συνακόλουθα Σχέδια Υπηρεσίας. Τούτο, όχι μόνο λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι κατ' επανάληψη να προβαίνουν σε τροποποιήσεις γενικότερα των Κανονισμών τους, αλλά και αναγνωρίζοντας τους νέους Κανονισμούς άμεσα, όπως στην περίπτωση που στη βάση και κατ' επίκληση των τροποποιημένων Κανονισμών ως αυτοί ίσχυαν το 2002, ο ίδιος διεκδίκησε και έλαβε από την εναγόμενη σχετική δανειοδότηση. Είναι γεγονός ότι κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δύναται να ενσωματωθεί σε μια σύμβαση όρος, ως αποτέλεσμα μιας καλά καθιερωμένης πρακτικής ή εθίμου στον κλάδο που οι συμβαλλόμενοι δραστηριοποιούνται συναλλασσόμενοι και η σύμβαση τους αφορά. (βλ. Contract Law - Text, Cases and Materials του Ewan McKendrict, 4η έκδοση, 2010, σελ. 347 στην παράγραφο υπό τον τίτλο «Terms implied from usage or custom» και Το Δίκαιο των συμβάσεων του Πολύβιου Γ. Πολυβίου Τόμος Β, σελ 547, 554 και 561). Δεν διαλανθάνει της προσοχής πως ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης αλλά και τον μάρτυρα υπεράσπισης Νεόφυτο Νεοφύτου, στον ασφαλιστικό κλάδο αποτελεί πάγια πρακτική, γνωστή σε όλους τους ασφαλιστές και αποδεκτή, η δυνατότητα μιας ασφαλιστικής εταιρείας να τροποποιεί τους Κανονισμούς της, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το ύψος των προμηθειών, των υπερπρομηθειών και της προϋποθέσεις καταβολής τους, ούτως ώστε να υπάρχει δυνατότητα προσαρμογής τους στις συνθήκες και απαιτήσεις της συγκεκριμένης αγοράς στην οποία δραστηριοποιούνται. Την πραγματικότητα αυτή επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης, για να δικαιολογήσει την δυνατότητα της τελευταίας για γενικότερη τροποποίηση των Κανονισμών της και των συνακόλουθων Σχεδίων Υπηρεσίας. Ωστόσο, έχοντας κατά νου τις αυστηρές προϋποθέσεις που τίθενται για την ενσωμάτωση σε μια σύμβαση ενός όρου ως εξυπακουόμενου, όπως για παράδειγμα αυτός να είναι «αναγκαίος» κατά τρόπο που αν δεν ενσωματωθεί η σύμβαση δεν θα είναι λειτουργική, κρίνεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν ικανοποιούνται αυτές οι προϋποθέσεις. Στη βάση της πιο πάνω γενικότερης τοποθέτησης και αξιολόγησης της τεθείσας ενώπιων του Δικαστηρίου μαρτυρίας, σε συνδυασμό θεωρούμενης με γεγονότα που παρέμειναν αδιαμφισβήτητα, κατά τρόπο που αποτελούν κοινό τόπο για όλες τις πλευρές σε αυτή τη διαδικασία, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, στις ουσιαστικές τους πτυχές, έχουν εξελιχθεί κατά τον τρόπο που οι Μάρτυρες Υπεράσπισης εξέθεσαν στο Δικαστήριο. Πέραν από όσα πιο πάνω έχει ήδη διακηρυχτεί από το Δικαστήριο ότι αποτελούν ευρήματα του, αποτελούν περαιτέρω ευρήματα και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι: Στις 07.08.1992, ο ενάγοντας εργοδοτήθηκε στην εναγόμενη, εταιρεία που δραστηριοποιείται στην ασφαλιστική βιομηχανία, ως Διευθυντής Υποκαταστήματος. Υπέγραψε προς τούτο την επιστολή διορισμού του, (τεκμήριο 1) η οποία παράπεμπε σε σχετικούς Κανονισμούς του Ασφαλιστικού Δυναμικού της εναγομένης (Revised 8.92), ως ίσχυαν κατά τον χρόνο του διορισμού του, (τεκμήριο 9) αντίγραφο των οποίων και του παραδόθηκε μαζί με την επιστολή διορισμού του. Ως ηλικία αναγκαστικής αφυπηρέτησης του ενάγοντα, συμφωνήθηκε και ορίστηκε το εξηκοστό
(60)έτος της ηλικίας του. Στην εξέλιξη των χρόνων, οι εναγόμενοι, συμπλέοντας με πρακτική που ακολουθείτο στον ασφαλιστικό κλάδο και βιομηχανία, κατ' επανάληψη τροποποιούσαν τους Κανονισμούς Ανθρώπινου Δυναμικού τους. Στον ενάγοντα, όπως σε όλους τους Διευθυντές Υποκαταστημάτων, καταβάλλονταν πληρωμές και υπερπρομήθειες επί τη βάσει των εκάστοτε εν ισχύ Κανονισμών και των συνακόλουθων Σχεδίων Υπηρεσίας, ενώ κάθε μήνα αποστέλλετο σε αυτόν σχετική κατάσταση με τις προμήθειες των ασφαλιστών της ομάδας του και τις δικές του υπερπρομήθειες. Ο ενάγοντας, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για οποιαδήποτε από τις τροποποιήσεις των Κανονισμών ή για οποιαδήποτε πληρωμή του. Αντίθετα, το 2002, κατ εφαρμογή των Κανονισμών και των Σχεδίων Υπηρεσίας της εναγομένης που τότε ήταν σε ισχύ - για την διαμόρφωση των οποίων εκπροσωπήθηκε και ο ίδιος από αντιπροσωπεία διευθυντών της εναγομένης που υπέβαλαν τις θέσεις και τις απόψεις τους για την σκοπούμενη τροποποίησή τους - υπέβαλε αίτηση δανεισμού του από την εναγόμενη για αγορά αυτοκινήτου, η οποία και ενεκρίθη σύμφωνα με τους ως άνω Κανονισμούς και Σχέδια Υπηρεσίας. Στις 24.04.2006, ο ενάγοντας, μέσω επιστολής του προς τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης, κ. Α. Γεωργίου, αποφάσισε για πρώτη φορά να ανακινήσει το ζήτημα, διεκδικώντας όπως του αποδοθούν όσα αναφέρονται στην επιστολή διορισμού του, ημερ. 07.08.
- Η εναγομένη αντέδρασε μέσω του ως άνω διευθύνοντα συμβούλου της, ο οποίος με επιστολή του, ημερομηνίας 11.05.2006, υπέδειξε στον ενάγοντα ότι τα καθήκοντα, οι υποχρεώσεις και τα ωφελήματα του ως Agency Manager, περιλαμβάνονταν στο σχετικό Σχέδιο Υπηρεσίας που εφαρμόζεται από το 2002 και στους εκάστοτε Κανονισμούς Ασφαλιστικού Δυναμικού. Έκτοτε ο ενάγοντας δεν επανήλθε επί του ζητήματος, ενώ συνέχιζε τόσο για τον ίδιο όσο και το υπόλοιπο ασφαλιστικό προσωπικό της εναγομένης, η εφαρμογή των εκάστοτε εν ισχύ Κανονισμών Ασφαλιστικού Δυναμικού και Σχέδια Υπηρεσίας. Το 2010, μέσω επιστολής των δικηγόρων του, ημερομηνίας 07.06.2010, ο ενάγοντας διαμαρτυρήθηκε για δεύτερη φορά επί του ζητήματος, επιζητώντας την καταβολή προμηθειών και υπερπρομηθειών για τον ίδιο ως η συμφωνία - επιστολή εργοδότησης του, ημερομηνίας 07.08.
- Στην εν λόγο επιστολή η πλευρά της εναγομένης απάντησε επίσης μέσω επιστολής των δικηγόρων της, ημερομηνίας 24.06.2010, μεταξύ άλλων επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τη θέση ότι οι εναγόμενοι δικαιωματικά προχωρούσαν σε τροποποιήσεις / διαφοροποιήσεις των ποσοστών υπερπρομηθειών και των προϋποθέσεων καταβολής τους, σημειώνοντας ειδικότερα ότι οι σχετικές τροποποιήσεις του 2002 συμφωνήθηκαν με τους διευθυντές της εναγομένης, του ενάγοντα συμπεριλαμβανομένου. Σημείωναν επίσης την μη ικανοποιητική απόδοση του ενάγοντα. Δεν ανελήφθη από την πλευρά του ενάγοντα οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια ή διάβημα επί του ζητήματος. Περί το 2010, λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών της εναγομένης, η τελευταία, στο πλαίσιο της προσπάθειας μείωσης των εξόδων και αναδιοργάνωσης της, αποφάσισε, μεταξύ άλλων, την σύμπτυξη δύο καταστημάτων που διατηρούσε στους Αγίους Ομολογητές και στη Λεωφόρο Στροβόλου στη Λευκωσία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να υπάρχουν στο κατάστημα της Λεωφόρου Στροβόλου που παρέμεινε ανοιχτό, μη αναγκαίοι για τη λειτουργία του καταστήματος και τη διεκπεραίωση των σχετικών εργασιών της εναγομένης, τρείς διευθυντές. Δύο από αυτούς έπρεπε ως προσωπικό να πλεονάσουν. Εφαρμόζοντας συγκεκριμένα κριτήρια, ήτοι αυτά της απόδοσης, της συμπεριφοράς και των διευθυντικών προσόντων, οι εναγόμενοι αποφάσισαν όπως τερματίσουν την εργοδότηση του ενάγοντα και του Γ.Λιόλη ως πλεονάζον προσωπικό. Προς τούτο, παρέδωσαν στον ενάγοντα επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών του λόγω πλεονασμού, ημερομηνίας 25.01.2011, με τελευταία ημέρα εργοδότησης του την 31.03.
- Μετά την ως άνω επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών του, ο ενάγοντας, σε συνάντηση που είχε με τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης, κ. Α. Γεωργίου, κατόπιν δικού του αιτήματος, όταν ενημερώθηκε ότι ήταν αδύνατο να αναιρεθεί η απόλυση του, προέβαλε αξιώσεις για υπερπρομήθειες που εδικαιούτο σύμφωνα με την ως άνω επιστολή διορισμού του, θέσεις που απορρίφτηκαν από το συνομιλητή του ο οποίος του υπέδειξε και πάλι το δικαίωμα της εναγόμενης να τροποποιεί τα πιο πάνω ζητήματα, πράγμα που στο μεσοδιάστημα είχε κατ' επανάληψη πράξει και ότι στη βάση των σχετικών τροποποιήσεων καταβάλλονταν στον ενάγοντα κάθε οφειλόμενα ποσά. Ταυτόχρονα, ο Α. Γεωργίου του αντιπρότεινε, σε περίπτωση που το επιθυμούσε, να συνεχίσει να συνεργάζεται με την εναγομένη μέσω της εταιρείας Theodoulou & Sons Ltd που ο ενάγοντας διατηρούσε, συνεργασία που συμφωνήθηκε σε μεταγενέστερη συνάντηση των δύο, αρχές του Μάρτη το 2011, στη βάση συγκεκριμένης πρότασης που ο Γεωργίου υπέβαλε στον ενάγοντα - στη βάση σχεδίου για Γενικούς Αντιπροσώπους που εργάζονται από τα δικά τους γραφεία ως ανεξάρτητοι και χωρίς να είναι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της εναγομένης - συνεργασία η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Με τον τερματισμό των υπηρεσιών των πιο πάνω διευθυντών, οι εναγόμενοι δεν εργοδότησαν ξανά, ως υπάλληλο, Διευθυντή Υποκαταστήματος. Στο πλαίσιο της μείωσης των εξόδων τους, αντικαθιστούσαν κάθε Διευθυντή Υποκαταστήματος που αφυπηρετούσε με αυτοεργοδοτούμενο συνεργάτη, ο οποίος ενεργούσε ως Διευθυντής. Τόσο ο ενάγοντας, στις 07.04.2011, όσο και ο Γ. Λιόλης, στις 18.02.2011, μετά τη λήψη σχετικών επιστολών τερματισμού της εργοδότησης τους από την εναγομένη για τον πιο πάνω λόγο, υπέβαλαν αίτηση στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Δημοκρατίας για πληρωμή αποζημίωσης λόγω πλεονασμού, με την εναγόμενη να καταγράφει στα σχετικά ερωτηματολόγια που της αποστάληκαν από την ως άνω υπηρεσία ότι η εργοδότηση τους τερματίστηκε λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών και σύμπτυξης καταστημάτων. Ο ενάγοντας, στο πλαίσιο δικής του κατάθεσης προς τον αρμόδιο επιθεωρητή της ως άνω υπηρεσίας, δεν αμφισβήτησε ότι είχε μειωθεί ο κύκλος εργασιών της εναγομένης και ότι ο τερματισμός της εργοδότησης του «οφείλεται σε πλεονασμό», πλην όμως, προέβαλε τη θέση ότι δεν θα έπρεπε να απολυθεί ο ίδιος καθ' ότι είχε συμβόλαιο εργοδότησης μέχρι το εξηκοστό έτος της ηλικίας του. Τελικά, με χειρόγραφη επιστολή του, ημερομηνίας 09.10.2012, ο ενάγοντας απέσυρε τη δική του αίτηση αποζημίωσης λόγω πλεονασμού. Αποτέλεσμα τούτου και της έρευνας που διενεργήθηκε από την καθ' ύλη αρμόδια Υπηρεσία, ήταν οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων να εγκρίνουν την σχετική αίτηση του Γ. Λιόλη, προχωρώντας και στην ανάλογη πληρωμή του λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών της εναγομένης και αναδιοργάνωσης της (σύμπτυξη καταστημάτων). Έχοντας ήδη πραγματευτεί διάφορα ζητήματα που απασχόλησαν στο πλαίσιο της παρούσας, αισθάνομαι ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για την αποτύπωση της κατάληξης του Δικαστηρίου. Έχοντας ήδη αποφασίσει ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του ενάγοντα για λόγους πλεονασμού ήταν καθόλα νόμιμος, ως επίσης ότι ο ενάγοντας, λόγω της προγενέστερης συμπεριφοράς και στάσης του, εμποδίζεται να προβάλλει οποιαδήποτε ζητήματα σε σχέση με την από μακρού χρόνου και κατ' επανάληψη τροποποίηση των Κανονισμών Ασφαλιστικού Δυναμικού της εναγομένης και των συνακόλουθων Σχεδίων Υπηρεσίας, σε συνδυασμό τούτα θεωρούμενα με το γεγονός ότι ούτως ή άλλως απέτυχε να αποδείξει, με την απαιτούμενη αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα και αδιαμφισβήτητα στοιχεία τις διεκδικούμενες αποζημιώσεις, στο σύνολο τους οι απαιτήσεις του δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα, ενόψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ. 412, παρ.795 και 796), επιδικάζονται προς όφελος της εναγομένης και σε βάρος του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο