COUGAR PACIFIC PTE LIMITED ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1390/2019, 30/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A219 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1390/2019 Μεταξύ: COUGAR PACIFIC PTE LIMITED Ενάγουσας -και- BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 31.05.2019 Ημερομηνία: 30.04.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Γ. Οικονόμου με κα Μ. Βασιλείου για Άντη Τριανταφυλλίδη και Υιοί ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Χρ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 31.05.2019, η ενάγουσα - εταιρεία εγγεγραμμένη στην Σιγκαπούρη - δρομολόγησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρισε, αξιώνει αριθμό διαταγμάτων που στόχο έχουν γενικότερα την αποκάλυψη διαφόρων εγγράφων, στοιχείων και πληροφοριών, ως επίσης τη φίμωση της εναγομένης, (gagging order) μέχρι εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Την ίδια ημέρα, οι ενάγοντες προώθησαν μονομερώς αίτηση, μέσω της οποίας αξιώνουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον της εναγομένης, ουσιαστικά πανομοιότυπων με τα διατάγματα που επιζητούνται μέσω της αγωγής τους. Για σκοπούς πληρότητας, τα διεκδικούμενα μέσω της ως άνω αίτησης διατάγματα μεταφέρονται αυτούσια στην παρούσα. Ειδικότερα αξιώνονται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη και/ή τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους εντολοδόχους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους υπαλλήλους αυτής όπως εντός δέκα
(10)ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος σε αυτούς να ετοιμάσουν, καταχωρήσουν στο Δικαστήριο και επιδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας Ένορκη Δήλωση η οποία: Ι. Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει όλες τις οδηγίες και/ή εντολές της Ενάγουσας και/ή εκ μέρους της Ενάγουσας οι οποίες έχουν ληφθεί από τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους εντολοδόχους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους υπαλλήλους της Εναγόμενης και/ή από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο, ηλεκτρονικά και/ή άλλως πως οι οποίες βρίσκονται στην κατοχή και/ή εξουσία και/ή έλεγχο των Διευθυντών και/ή του γραμματέα και/ή των αξιωματούχων και/ή των αντιπροσώπων και/ή των εντολοδόχων και/ή των υπηρετών και/ή των υπαλλήλων της Εναγόμενης. ΙΙ. Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει οποιανδήποτε επικοινωνία (συμπεριλαμβανομένης γραπτής και/ή προφορικής και/ή ηλεκτρονικής) μεταξύ της Ενάγουσας και/ή εκ μέρους της Ενάγουσας και/ή των Διευθυντών και/ή του γραμματέα και/ή των αξιωματούχων και/ή των αντιπροσώπων και/ή των εντολοδόχων και/ή των υπηρετών και/ή των υπαλλήλων της Εναγόμενης οι οποίες βρίσκονται στην κατοχή και/ή εξουσία και/ή έλεγχο των Διευθυντών και/ή του γραμματέα και/ή των αξιωματούχων και/ή των αντιπροσώπων και/ή των εντολοδόχων και/ή των υπηρετών και/ή των υπαλλήλων της Εναγόμενης. ΙΙΙ. Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει τους αριθμούς των λογαριασμών που διατηρεί και/ή διατηρούσε η Ενάγουσα στην Εναγόμενη οπουδήποτε είτε εντός είτε εκτός Κύπρου στο όνομα της Ενάγουσας και/ή στο όνομα της Ενάγουσας μαζί με άλλα πρόσωπα και/ή στο όνομα άλλων προσώπων αλλά προς όφελος της Ενάγουσας (εφεξής οι «Λογαριασμοί») καθώς επίσης και το κατάστημα ή υποκατάστημα ή κλάδο ή άλλο τόπο στον οποίο λειτουργούσε ο καθένας από τους Λογαριασμούς. Περαιτέρω, θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει: i. πλήρη και αναλυτική κατάσταση των Λογαριασμών με όλα τα δικαιολογητικά και έγγραφα αναφορικά με καταθέσεις και/ή πληρωμές και/ή οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές που έγιναν από και προς τους Λογαριασμούς με κατονομασία των προσώπων και λογαριασμών από τους οποίους προήλθε και/ή κατέληξε οποιαδήποτε πληρωμή και/ή πίστωση και/ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή, ii. δείγματα υπογραφών σε σχέση με πληρωμές και/ή οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές που έγιναν από τους Λογαριασμούς, iii. πληροφορίες αναφορικά με τους δικαιούχους των Λογαριασμών και/ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έδωσαν εντολή και/ή υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο για το άνοιγμα και/ή σε σχέση με το άνοιγμα εκάστου εκ των Λογαριασμών, iv. πρωτότυπα και/ή αντίγραφα επιταγών που εκδόθηκαν από και/ή κατατέθηκαν στους Λογαριασμούς, ν. όλα τα έγγραφα που αφορούν οποιεσδήποτε πιστώσεις και/ή χρεώσεις των Λογαριασμών συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε δανείων και/ή εκχωρήσεων και/ή διευκολύνσεων και/ή επιβαρύνσεων, νi. όλα τα έγγραφα σε σχέση με οποιεσδήποτε πιστωτικές και/ή χρεωστικές κάρτες και/ή οποιεσδήποτε καταστάσεις των Λογαριασμών. IV. Θα επισυνάπτει ως τεκμήρια αντίγραφα όλων των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή και/ή εξουσία και/ή έλεγχο των Διευθυντών και/ή του γραμματέα και/ή των αξιωματούχων και/ή των αντιπροσώπων και/ή των εντολοδόχων και/ή των υπηρετών και/ή των υπαλλήλων της Εναγόμενης και που μαρτυρούν τα όσα αναφέρονται στις υποπαραγράφους υπό τα στοιχεία «I» έως «V» ανωτέρω καθώς και στις υποπαραγράφους αυτών. B. Συμπληρωματικό και/ή επικουρικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει τη χρήση οποιωνδήποτε πληροφοριών και/ή εγγράφων και/ή στοιχείων που θα αποκαλυφθούν σύμφωνα με το διάταγμα υπό το στοιχείο «Α» ανωτέρω, στο πλαίσιο υφιστάμενης και/ή μελλοντικής αστικής και/ή πολιτικής και/ή διεθνούς διαιτητικής διαδικασίας εντός και/ή εκτός δικαιοδοσίας. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στην Εναγόμενη και/ή στους Διευθυντές και/ή στον γραμματέα και/ή στους αξιωματούχους και/ή στους αντιπροσώπους και/ή στους εντολοδόχους και/ή στους υπηρέτες και/ή τους υπαλλήλους αυτής και/ή σε οποιοδήποτε άλλο νομικό και/ή φυσικό πρόσωπο από το να πληροφορήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο - εξαιρουμένων των νομικών της συμβούλων - αναφορικά με την έγερση και/ή προώθηση και/ή αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας, αλλιώς διάταγμα φίμωσης ("gagging order") μέχρι εκδίκασης της παρούσας αίτησης και/ή αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α..» Το Δικαστήριο εξετάζοντας στις 03.06.2019 την αίτηση, προχώρησε στην έκδοση, μονομερώς, διατάγματος φίμωσης ως το αιτητικό «Γ» ανωτέρω. Σε ότι αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στους καθ' ων η αίτηση. Με την επίδοσή της στους καθ' ων αίτηση, οι τελευταίοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία προχωρώντας στην καταχώριση σχετικής Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης. Προβάλλουν σε αυτή ικανό αριθμό λόγων ένστασης. Ειδικότερα, προτάσσεται από την πλευρά τους πως: «1. Η προώθηση της παρούσας Αίτησης για έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και διατάγματος φίμωσης ("gagging order") δεν αποτελεί το σωστό δικονομικό διάβημα εκ μέρους των Αιτητών καθώς επιδιώκεται η παροχή πληροφοριών σχετικών με την ίδια την Εταιρεία και όχι κάποιο τρίτο πρόσωπο. 2. Οι Κατ' ισχυρισμό υφιστάμενοι διευθυντές της Εταιρείας δεν έχουν προσκομίσει επαρκή στοιχεία ότι αντιπροσωπεύουν την Εταιρεία και ως εκ τούτου το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας έκδοσης του σχετικού διατάγματος αναφορικά με λογαριασμούς και/ή στοιχεία και/ή πληροφορίες που αφορούν και/ή που δόθηκαν από τους πιστοποιημένους αντιπρόσωπους της Εταιρείας χωρίς την συγκατάθεση τους. 3. Η Αγωγή και/ή η παρούσα Αίτηση δεν επιδόθηκε στους πιστοποιημένους αντιπρόσωπους της Εταιρείας και/ή τα τρίτα αυτά πρόσωπα δεν έχουν καμία ενημέρωση για την καταχώρηση της παρούσης, ούτως ώστε να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να τοποθετηθούν. 4. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου. 5. Η Κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία στην οποία αναφέρονται οι Κατ' ισχυρισμό υφιστάμενοι διευθυντές της Εταιρείας δεν έχει προκαλέσει ζημιά στην Αιτήτρια και/ή δεν έχουν αποκαλύψει ούτε ενδεχόμενο Αγώγιμο δικαίωμα έναντι οποιουδήποτε τελικού αδικοπραγούντος. 6. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, καθώς, μεταξύ άλλων, δεν επιδιώκεται μέσω της παρούσας η ανεύρεση του τελικού αδικοπραγούντος. 7. Η Καθ' ης η αίτηση μπορεί να φανεί υπόλογη και/ή να υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της από τυχόν τρίτα πρόσωπα εάν προχωρήσουν στην αποκάλυψη των εν λόγω στοιχείων χωρίς σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου, καθότι τα εν λόγω τρίτα πρόσωπα από τα οποία μπορεί να λάμβαναν οδηγίες κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα Αίτηση και Αγωγή χρόνο ήταν νόμιμοι αντιπρόσωποι και/ή διευθυντές των εναγόντων, και συνεπώς οι εναγόμενοι εκτελούσε οδηγίες των πελατών τους. 8. Η Καθ' ης η Αίτηση δεσμεύεται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο, και η παρούσα αίτηση δεν εμπίπτει μέσα σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 29
(2)του Νόμου 66
(1)/97 (Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου).
- Οι αιτούμενες πληροφορίες θα μπορούσαν και/ή μπορούν να ληφθούν μέσω άλλου διαθέσιμου τρόπου, καθώς τα αιτούμενα διατάγματα αφορούν σε πληροφορίες τις οποίες οι Αιτητές κατέχουν και/ή θα έπρεπε να κατέχουν και/ή θα κατείχαν εάν προέβαιναν στις εύλογες και στοιχειώδεις απαραίτητες ενέργειες κατά την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Αιτήτριας -Εταιρείας.
- Οι Αιτητές λανθασμένα και/ή καταχρηστικά και/ή αντινομικά καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, καθότι ζητούν στοιχεία και/ή πληροφορίες που αφορούν τους ίδιους και/ή τις εταιρείες αυτών, και την λειτουργία των λογαριασμών που αυτοί διατηρούν, γεγονότα τα οποία οι ίδιοι όφειλαν να γνωρίζουν.
- Οι Αιτητές δεν προσδιορίζουν με την απαραίτητη σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο προτίθενται να χρησιμοποιήσουν της πληροφορίες τις οποίες επιζητούν μέσω των Αιτούμενων διαταγμάτων και κατά πόσον προτίθενται να καταχωρίσουν Αγωγή έναντι κάποιου αδικοπραγούντος.
- Τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά στην ολότητα τους και καλύπτουν ένα πολύ ευρύ φάσμα οδηγιών και/ή ενδεχόμενων πληροφοριών και/ή κινήσεων των διαφόρων διατηρουμένων με την εναγομένη τραπεζικών λογαριασμών των εναγόντων, από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, για ακαθόριστη χρονική περίοδο, καθιστώντας την συμμόρφωση των εναγομένων σχεδόν αδύνατη.
- Τα αιτούμενα διατάγματα ουσιαστικά αποτελούν προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» («fishing expedition»), ιδιαίτερα λόγω του ότι επεκτείνονται και αφορούν όλους τους λογαριασμούς των Αιτητών και όλες τις πιθανές οδηγίες που δόθηκαν για την λειτουργία αυτών για μεγάλη χρονική περίοδο, από οποιοδήποτε πρόσωπο. Επιπλέον είναι γενικά και αόριστα.
- Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή καταστήσουν αναγκαία την παρούσα αίτηση τόσο νωρίς στη διαδικασία και δη πριν την καταχώρηση των εγγράφων προτάσεων.
- Τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν αδικία και είναι καταπιεστικά στους εναγομένους τόσον λόγω του περιεχομένου των, συμπεριλαμβανομένης της γενικότητας των όσο και λόγω του περιορισμένου χρόνου που αναφέρεται σε αυτό, ήτοι δέκα ημερών.
- Οι Αιτητές δεν προσδιορίζουν ποιου την πληροφόρηση επιδιώκουν να αποτρέψουν με το αιτούμενο διάταγμα φίμωσης ("gagging order"), δεδομένου ότι οι πληροφορίες τις οποίες επιζητούν αφορούν τους ίδιους και/ή τις εταιρείες αυτών, και την λειτουργία των λογαριασμών που αυτοί διατηρούν.
- Τα αιτούμενα διατάγματα όπως είναι διαμορφωμένα είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις των εναγόντων όπως εμφαίνονται στο οπισθογραφημένον κλητήριον ένταλμα, συνεπώς τυχόν έγκριση τους θα διεκπεραιώσει και θα αποφασίσει ουσιαστικώς την ουσία της Αγωγής.» Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η υπό συζήτηση αίτηση, παρατίθεται με την ένορκη δήλωση της XXXXX Χριστοδούλου, ημερ. 31.05.
- Η ως άνω ομνύουσα, δικηγόρος στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες - αιτητές, αφού εξηγεί τους λόγους για τους οποίους προβαίνει η ίδια στη σχετική ένορκη δήλωση για λογαριασμό των τελευταίων, αναδιπλώνει την εκδοχή των αιτητών θέτοντας παράλληλα υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα έγγραφα και στοιχεία. Η αιτήτρια εταιρεία, εξηγεί, ανήκει στην Λουξεμβουργιανή εταιρεία Pacific Opportunities Holdings S.A.R.L., εταιρεία η οποία στις 12.06.2018 πωλήθηκε στην εταιρεία Saronic Holdings Limited. Ακολούθησε, στις 29.06.2018, η παύση των προηγούμενων διευθυντών της αιτήτριας και ο διορισμός τριών άλλων. Η αιτήτρια και η καθ' ης η αίτηση τράπεζα, σημειώνει, διατηρούσαν και μέχρι σήμερα διατηρούν συμβατική σχέση, στο πλαίσιο της οποίας η τράπεζα παρείχε στην αιτήτρια τραπεζικές υπηρεσίες. Σημειώνει επίσης ότι η αιτήτρια συνεργαζόταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με την Κυπριακή εταιρεία Fidescorp Limited, η οποία παρέχει διάφορες εν γένει επιχειρηματικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες (corporate and advisory services). Αναφερόμενη στα ουσιαστικότερα ζητήματα και γεγονότα που περιβάλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, υποδεικνύει ότι στις 16.10.2017, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Ταϊλάνδης ανακοίνωσε την καταχώριση ποινικού παραπόνου εναντίον του XXXXX Konoshita λόγω διάπραξης απάτης, υπεξαίρεσης περιουσιακών στοιχείων και πλαστογράφησης λογιστικών αρχείων. Όπως εξηγεί, παραπέμποντας σε σχετικά έγγραφα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της ως άνω χώρας, διαπίστωσε ότι ο ως άνω Konoshita, στο πλαίσιο ενός «παράνομου σχεδίου», μέσω της Σιγκαπουριανής εταιρείας Group Lease Holding Co Ltd, χορήγησε δάνεια ύψους πενήντα τεσσάρων εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ ($54.000.000) σε τέσσερις Κυπριακές εταιρείες και στην αιτήτρια, οι οποίες κατά τη δεδομένη στιγμή βρίσκονταν υπό τον έλεγχό του. Στη συνέχεια, διοχέτευσε το ως άνω ποσό των δανείων σε διάφορες εταιρείες μεταφέροντας το τελικά ξανά πίσω στην Group Lease Holding Co Ltd, όπου και κατηγοριοποιήθηκε ως αποπληρωμή των επιτοκίων των χορηγηθέντων δανείων, αυξάνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο, τεχνητά, τα έσοδα τόσο της Group Lease Holding Co Ltd όσο και της μητρικής της, Group Lease Public Company Limited. Η εμπλοκή της αιτήτριας η οποία κατά τον πάντα ουσιώδη χρόνο που βρισκόταν σε εξέλιξη το ως άνω «παράνομο σχέδιο» βρισκόταν υπό διαφορετικό ιδιοκτησιακό και διαχειριστικό καθεστώς, είχε σαν αποτέλεσμα να την καταστήσει μέρος σε δικαστική διαδικασία στη Σιγκαπούρη την οποία δρομολόγησε η εταιρεία JTrust Asia Pte Ltd εναντίον του Konoshita, της Group Lease Holdings PTE Ltd και των χρησιμοποιηθέντων εταιρειών, της αιτήτριας συμπεριλαμβανομένης, επικαλούμενη συνομωσία προς καταδολίευση. Στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας εκδόθηκε παγκόσμιο απαγορευτικό διάταγμα («Worldwide Mareva Injunction») την 01.06.2018, με το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης να αποδέχεται ότι η εταιρεία JTrust Asia Pte Ltd είχε αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ότι οι εναγόμενοι, συμπεριλαμβανόμενης της αιτήτριας στην παρούσα διαδικασία, συμμετείχαν στο «παράνομο σχέδιο». Παρόμοιο διάταγμα σε βάρος του Konoshita και άλλων, εκδόθηκε και στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, στο πλαίσιο διαδικασίας που στην βάση των ως άνω γεγονότων προωθήθηκε και στην εν λόγο δικαιοδοσία από την εταιρεία JTrust Asia Pte Ltd. Από έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή των καινούργιων διευθυντών της αιτήτριας, διαπιστώθηκε ότι η καθ' ης η αίτηση τράπεζα είχε ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι της αιτήτριας. Η καθ' ης η αίτηση τράπεζα, πιθανότατα ήταν το πρόσωπο το οποίο διεκπεραίωνε τις τραπεζικές και οικονομικές συναλλαγές της αιτήτριας στην Κύπρο. Ευρισκόμενοι οι καινούργιοι διευθυντές της αιτήτριας στη δύνη των εξελίξεων των πιο πάνω γεγονότων και των συνεπειών της συμμετοχής της τελευταίας στο «παράνομο σχέδιο», χωρίς να γνωρίζουν τι προηγήθηκε, εφόσον οι προηγούμενοι διευθυντές της αιτήτριας αρνούνταν να παρέχουν οποιεσδήποτε πληροφορίες και/ή επεξηγήσεις σε σχέση με την επιχειρηματική δραστηριότητα της αιτήτριας στην Κύπρο, με τον ένα εξ' αυτών να μην μπορεί καν να εντοπιστεί, ενώ ο δεύτερος, μέσω δικηγορικού γραφείου προέβαλε τη θέση ότι ήταν μόνον εξ ονόματος (nominee) και μη εκτελεστικός διευθυντής, ο οποίος δεν είχε πρόσβαση στη διοίκηση, ούτε στα λογιστικά αρχεία χωρίς να συμμετέχει στις καθημερινές δραστηριότητες ή στις διοικητικές αποφάσεις της αιτήτριας, αναζήτησαν πληροφορίες από την εταιρεία Fidescorp Ltd, παρόχου υπηρεσιών της αιτήτριας στην Κύπρο κατά το χρόνο εξέλιξης του παγκοσμίου διαστάσεων «παράνομου σχεδίου», πρόσωπο το οποίο μέσω της εναγόμενης τράπεζας διεκπεραίωνε κατά τον ουσιώδη χρόνο όλες τις οικονομικές και τραπεζικές συναλλαγές της αιτήτριας. Η Fidescorp Ltd, ενώ παραδέχθηκε ότι ενεργούσε ως Πάροχος Υπηρεσιών της αιτήτριας, τερμάτισε τη συμβατική της σχέση με την τελευταία. Ενόψει της ως άνω εξέλιξης, η αιτήτρια προχώρησε στην καταχώριση της αγωγής Αρ. 258/2019 Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίων της Fidescorp Ltd και της αίτησης ημερ. 04.02.2019, με την οποία επιζητούσε διάταγμα αποκάλυψης και φίμωσης. Την ίδια μέρα εξασφάλισε μονομερώς διάταγμα φίμωσης, ενώ σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα η Fidescorp Ltd εκδήλωσε πρόθεση να καταχωρίσει ένσταση. Στις 09.07.2018, οι διευθυντές της αιτήτριας απέστειλαν επιστολή στην καθ' ης η αίτηση τράπεζα ενημερώνοντας την για το διορισμό τους, για την ύπαρξη τραπεζικού λογαριασμού επ' ονόματι της αιτήτριας και επιζητώντας πληροφορίες σχετικές με τυχόν τραπεζικές διευκολύνσεις που παρασχέθηκαν στην τελευταία από την καθ' ης η αίτηση. Λόγω αδικαιολόγητης απραξίας που επέδειξε η καθ' ης η αίτηση τράπεζα, η αιτήτρια απέστειλε νέες επιστολές απαιτώντας επείγουσα απάντηση, χωρίς όμως και πάλι οποιαδήποτε ανταπόκριση. Στο πλαίσιο ηλεκτρονικής επικοινωνίας μεταξύ ενός εκ των διευθυντών της αιτήτριας και της καθ' ης η αίτηση, η τελευταία υπέδειξε πως η αιτήτρια όφειλε να επικοινωνήσει μέσω εγκεκριμένου ημεδαπού παρόχου υπηρεσιών. Παρά το γεγονός ότι ο διευθυντής της αιτήτριας εξήγησε στην τράπεζα ότι οι καινούργιοι διευθυντές της αιτήτριας ήταν οι μόνοι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι, η τράπεζα δεν επανήλθε επί του ζητήματος. Στις 30.10.2018, λόγω της συνεχιζόμενης απραξίας της τράπεζας, οι δικηγόροι της αιτήτριας επικοινώνησαν με την τελευταία, επαναλαμβάνοντας το αίτημα της αιτήτριας και γνωστοποιώντας περαιτέρω στην τράπεζα πως οι επιζητούμενες πληροφορίες ήταν αναγκαίες προς διασαφήνιση των οικονομικών υποθέσεων της αιτήτριας στην Κύπρο και προς υποβοήθηση δικαστικών διαδικασιών. Εις απάντηση της ως άνω επιστολής, η τράπεζα έθεσε ως προϋπόθεση για την παροχή των επιζητούμενων πληροφοριών την προσκόμιση αριθμού εγγράφων. Στις 18.03.2019 έγινε κατορθωτή εκ μέρους της αιτήτριας η αποστολή στην καθ' ης η αίτηση τράπεζα των εγγράφων που η τελευταία ζήτησε. Παρά την παραλαβή των ως άνω εγγράφων, η τράπεζα επανήλθε, επιζητώντας να της εξηγηθεί ο λόγος αλλαγής του δικαιούχου της αιτήτριας ενώ σε μεταγενέστερη τηλεφωνική επικοινωνία κατέστη σαφές προς τους δικηγόρους της αιτήτριας ότι η απόκτηση των επιζητούμενων πληροφοριών δεν επρόκειτο να γίνει παρά μόνο μέσω της δικαστικής οδού. Οι επιζητούμενες πληροφορίες, υποδεικνύει η ομνύουσα, είναι αναγκαίες ώστε η αιτήτρια να αντιληφθεί τη φύση και το καθεστώς των οικονομικών της υποθέσεων στην Κύπρο και για να καταστεί δυνατή η ομαλή διεξαγωγή των επιχειρήσεων της. Παράλληλα, σημειώνει την πιθανότητα η προηγούμενη διοίκηση της αιτήτριας και/ή η Fidescorp Ltd και/ή η τράπεζα ή και οποιοδήποτε τρίτο και μέχρι τώρα άγνωστο πρόσωπο να συνωμότησαν εναντίον της αιτήτριας και/ή προέβησαν σε παράνομες ενέργειες και/ή υποβοήθησαν τις εν λόγω παράνομες ενέργειες - έστω και αθώα - οι οποίες εν τέλει έβλαψαν την αιτήτρια. Οι επιζητούμενες πληροφορίες, υποδεικνύει, είναι αναγκαίες για να μπορέσει η αιτήτρια να αντιληφθεί επ' ακριβώς τις δόλιες ενέργειες και/ή συναλλαγές οι οποίες λήφθηκαν κατά των συμφερόντων της όσο και όλα τα πρόσωπα πού έλαβαν και/ή σχετίζονται με τις εν λόγω δόλιες ενέργειες και/ή συναλλαγές, ούτως ώστε να είναι σε θέση να λάβει νομικά μέτρα είτε εντός είτε εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εναντίον τους, προς προάσπιση των νόμιμων συμφερόντων της. Υπάρχει δυνατότητα, υποδεικνύει περαιτέρω, οι επιζητούμενες πληροφορίες να επιτρέψουν στην αιτήτρια να εντοπίσει οποιαδήποτε περιουσιακά της στοιχεία τα οποία αποξενώθηκαν συνεπεία των προαναφερόμενων δόλιων ενεργειών. Σημειώνει επίσης ότι οι πληροφορίες που κατέχονται από την τράπεζα είναι αναγκαίες προς διασφάλιση της πλήρους συμμόρφωσης της αιτήτριας με το διάταγμα του Δικαστηρίου της Σιγκαπούρης, το οποίο, μεταξύ άλλων απαιτεί όπως απέχει από την αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων και προβεί σε ένορκη δήλωση αναφορικά με την αξία, τοποθεσία και λεπτομέρειες του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων. Όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης των επιζητούμενων διαταγμάτων ικανοποιούνται, υποστηρίζει η ομνύουσα, αφού η αιτήτρια αποτέλεσε το θύμα αδικοπραξίας και δόλιων ενεργειών εμπλεκόμενη στο «παράνομο σχέδιο» και σε συνακόλουθες δικαστικές διαδικασίες. Η αιτήτρια, υποστηρίζει, εξάντλησε όποια δυνατότητα απόκτησης των πληροφοριών εξωδικαστικώς, με την καθ' ης η αίτηση τράπεζα να καθιστά σαφές ότι στην απουσία του επιζητούμενου διατάγματος δεν θα παράσχει τις επιζητούμενες πληροφορίες. Με δεδομένο άλλωστε ότι η αιτήτρια δεν γνωρίζει την σχέση της καθ' ης η αίτηση τράπεζας με οποιονδήποτε συσχετιζόμενο πρόσωπο το οποίο είτε εμπλέκεται στις δόλιες ενέργειες οι οποίες λήφθηκαν κατά των συμφερόντων της αιτήτριας είτε αποτελεί μέρος του «παράνομου σχεδίου», υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο η τράπεζα να πληροφορήσει τέτοιο πρόσωπο καθιστώντας έτσι το επιζητούμενο διάταγμα αποκάλυψης άνευ ουσίας. Σημειώνει προς τούτο ότι πιθανότατα η τράπεζα να έχει συμβατικό καθήκον ενημέρωσης όχι μόνο προς την Fidescorp Ltd αλλά και προς οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο εμπλέκεται στο παγκόσμιας εμβέλειας «παράνομο σχέδιο». Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ένσταση της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση τράπεζας, παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Κυθρεώτη, υπαλλήλου της τελευταίας. Ο ως άνω ομνύων επαναλαμβάνει ουσιαστικά και εξειδικεύει σε κάποιον βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Ανάμεσα σε άλλα, προκρίνει ότι η έγκριση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal, με δεδομένο ότι οι πληροφορίες που επιζητείται να εξασφαλιστούν αφορούν την ίδια την αιτήτρια, δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα. Υποστηρίζει περαιτέρω πως πέραν του γεγονότος ότι δεν αποκαλύπτεται ούτε στοιχειοθετείται η κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία σε βάρος των αιτητών, εν πάση περιπτώσει την όποια ζημιά από την ισχυριζόμενη αδικοπραξία φέρεται να έχει υποστεί η εταιρεία JTrust Asia Pte Ltd και όχι η αιτήτρια. Θεραπεία δε σε σχέση με την αδικοπραξία για την οποία γίνεται αναφορά, έχει ήδη τροχιοδρομηθεί από την ως άνω εταιρεία μέσω της έκδοσης παγκόσμιου διατάγματος τύπου Mareeva (Worldwide Mareeva Injunction). Ως εκ τούτου, υποστηρίζει, οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να διερευνούν τα σχετικά με την ως άνω κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία. Παραπέμποντας στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, υποδεικνύει πως ως διαφαίνεται από αυτήν και από τα τεκμήρια τα οποία την συνοδεύουν, οι αιτητές επιζητούν τις εν λόγω πληροφορίες βάσει της πελατειακής σχέσης που διατηρούν με την καθ' ης η αίτηση και όχι στη βάση του ότι αποπειρώνται να ανακαλύψουν και να προσδιορίσουν τον τελικό αδικοπραγούντα ή να εγείρουν κάποια αγωγή εναντίον του. Παρά το γεγονός ότι αναφέρουν πως είναι πιθανό η αιτήτρια εταιρεία να έχει εμπλακεί στο «παράνομο σχέδιο» εντούτοις δεν συγκεκριμενοποιούν, πόσο μάλλον στοιχειοθετούν, την ύπαρξη οποιασδήποτε ζημιάς από την εμπλοκή της αιτήτριας. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί προς τούτο, παρέμειναν γενικοί και ασαφείς ισχυρισμοί αφού καμιά μαρτυρία δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου η οποία να καταδεικνύει ότι η αιτήτρια εταιρεία έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία της αδικοπραξίας. Αντίθετα, ως υποστηρίζει ο ομνύων, ο πραγματικός λόγος προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης είναι για να εξυπηρετηθούν αλλότριοι επιχειρηματικοί σκοποί, ειδικότερα για να αντιληφθεί η αιτήτρια τη φύση και το καθεστώς των οικονομικών της υποθέσεων της στην Κύπρο και ούτως ώστε να επιτραπεί σε αυτήν η ομαλή διεξαγωγή των επιχειρήσεων της, όπως καταγράφεται και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Υποστηρίζει επίσης ότι υπόψη της καθ' ης η αίτηση τράπεζας δεν έχουν τεθούν τα απαραίτητα έγγραφα τα οποία να πιστοποιούν την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της αιτήτριας, κατά τρόπο που η καθ' ης η αίτηση τράπεζα να μπορεί να προμηθεύσει την αιτήτρια με τις αιτούμενες πληροφορίες και έγγραφα. Τυχόν συγκατάθεση της τράπεζας στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προσθέτει, δυνατό να έχει ως συνέπεια την αστική συμβατική ευθύνη της προς τρίτα πρόσωπα, όπως για παράδειγμα των πιστοποιημένων διευθυντών της αιτήτριας. Ομοίως, τυχόν έγκριση της αίτησης θα παραβίαζε το άρθρο 29 του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 που αναφέρεται στο τραπεζικό απόρρητο καθ' ην έκταση η περίπτωση δεν φαίνεται να εμπίπτει στις εξαιρέσεις που απαριθμούνται στο εδάφιο
(2)του ως άνω άρθρου. Εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζει, δεν πληρούνται καν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, ούτε οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, υποδεικνύοντας ότι οι πληροφορίες θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί με άλλο διαθέσιμο τρόπο. Το ότι η αιτήτρια βρίσκεται σήμερα στην υφιστάμενη κατάσταση, υποστηρίζει, είναι το αποτέλεσμα της δικής τους αμέλειας, αφού οι φερόμενοι ιδιοκτήτες της δεν προέβηκαν στα απαραίτητα διαβήματα λήψης πληροφοριών πριν την αγορά (due diligence). Τα αιτούμενα διατάγματα, γενικά και αόριστα ως υποστηρίζει επίσης ότι είναι, αποτελούν ουσιαστικά προσπάθεια ψαρέματος μαρτυρίας (fishing expedition) χωρίς να μπορούν να εφαρμοστούν, ενώ χαρακτηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση πρόωρη, αφού έχει καταχωρηθεί πριν από την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων, ήτοι πριν από την αποκρυστάλλωση των επιδίκων θεμάτων. Ούτε οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος φίμωσης συντρέχουν, υποστηρίζει, υποδεικνύοντας αφενός ότι το λεκτικό τους είναι γενικό, απόλυτο και αδιευκρίνιστο και αφετέρου ότι η αδικοπραξία στην οποία αναφέρονται έχει ήδη περιέλθει στην αντίληψη της JTrust Asia Pte Ltd, η οποία έλαβε νομικά μέτρα. Τυχόν έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων, υποδεικνύει επίσης, θα καθιστούσε την αγωγή άνευ αντικειμένου, αφού είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις των εναγόντων ως εμφαίνονται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά στο στάδιο της ακρόασης στο βαθμό που θεώρησαν αναγκαίο. Υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά τόσο στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και στα τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετική με τα ζητήματα που αναδείκνυαν νομοθεσία και νομολογία. Έχω σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, απασχολούν κατά προτεραιότητα ζητήματα που προέταξε η πλευρά των καθ' ων αίτηση, τυχόν αποδοχή των οποίων δυνατόν να έχει καταλυτική επίδραση στην περαιτέρω προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, σφραγίζοντας εκ των πραγμάτων την τύχη της. Η υπό συζήτηση αίτηση, προκρίνεται απ την ενιστάμενη τράπεζα, δεν αποτελεί το σωστό δικονομικό διάβημα εκ μέρους των αιτητών, αφού επιδιώκεται η παροχή πληροφοριών σχετικών με την ίδιαν την αιτήτρια και όχι για κάποιο τρίτο πρόσωπο. Έχοντας κατά νου τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, η πιο πάνω εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επαναλαμβάνοντας την καλά εδραιωμένη αρχή ότι δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/1960 ευρύτατη είναι η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να είναι αποτελεσματικά, χωρίς να τίθενται οποιοσδήποτε περιορισμός πλην από την αναγκαιότητα να πληρούνται οι καλά καθιερωμένες προϋποθέσεις προς τούτο, δεν θα πρέπει να διαλανθάνει της προσοχής ότι διατάγματα της φύσης που επιζητούνται με την παρούσα, είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας. Ως δε έχει επισημανθεί κατ' επανάληψη, οι αρχές και οι σκοποί που εξυπηρετούν, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων κοινωνικοοικονομικών καταστάσεων και δεδομένων, δύναται να επεκταθούν και σε περιπτώσεις που προγενέστερα δεν κάλυπταν (βλ. Asworth Hospital Authority ν. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193 και Avila Management & Services Ltd κ.α. v. Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403). Η υπό συζήτηση αίτηση έχει σκοπό την αποκάλυψη των ενεργειών που λήφθηκαν κατά των συμφερόντων της αιτήτριας, εμπλέκοντας την κατά τον τρόπο που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στην εκτέλεση ενός «παράνομου σχεδίου» συνομωσίας και καταδολίευσης, παγκόσμιας εμβέλειας, με συγκεκριμένες αρνητικές συνέπειες για την ίδια. Ως ρητά διαδηλώνεται από την πλευρά των αιτητών, ανάμεσα σε άλλα, επιζητείται η συμπλήρωση του μωσαϊκού των συνωμοτικών πράξεων και του ρόλου που κάθε ένας από τους συμμετέχοντες διαδραμάτισε κατά την εξέλιξη και εφαρμογή του «παράνομου σχεδίου» αλλά και ο προσδιορισμός της ζημιάς που προκλήθηκε στην αιτήτρια, προς το σκοπό στοιχειοθέτησης και καταχώρισης νομικών μέτρων εναντίον των αδικοπραγούντων και των ενεργούντων σε βάρος της κατά τον πιο πάνω τρόπο. Δεν διαλανθάνει της προσοχής ότι παρά τις προσπάθειες της αιτήτριας, οι πληροφορίες οι οποίες επιζητούνται - οι οποίες αφορούν χρονικό διάστημα που η αιτήτρια βρισκόταν υπό διαφορετικό διαχειριστικό καθεστώς - δεν έγινε κατορθωτό να αντληθούν με οποιοδήποτε διαφορετικό τρόπο. Προβάλλεται περαιτέρω, ζήτημα νομιμοποίησης ουσιαστικά των υφιστάμενων διευθυντών της αιτήτριας να αντιπροσωπεύουν την τελευταία. Προκρίνεται ειδικότερα ότι δεν τέθηκαν επαρκή στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την νομιμοποίηση τους ως τέτοιων και συνακόλουθα την δυνατότητα προώθησης της υπ συζήτηση αίτησης για λογαριασμό της αιτήτριας εταιρείας. Αποκλίνω από την ως άνω εισήγηση. Έχοντας κατά νου την εξέλιξη των γεγονότων ως τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό θωρούμενων με την πληθώρα των στοιχείων και εγγράφων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου προς τεκμηρίωση της νομιμοποίησης των υφιστάμενων διευθυντών της αιτήτριας, (τεκμήρια 1 έως 4 στην ένορκη δήλωση της Μ. Χριστοδούλου που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση) στο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση ή προσκόμιση μαρτυρίας ή στοιχείων ικανών να ανατρέψουν την εικόνα επί του συζητούμενου, η ως άνω προσβληθείσα θέση αισθάνομαι ότι στο τέλος της ημέρας δεν μπορεί να απασχολήσει σοβαρά στο πλαίσιο διαδικασίας ως η υπό συζήτηση. Αντίθετα η εντύπωση που αφήνεται είναι πως το ζήτημα προκρίνεται από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση τράπεζας, είτε στο πλαίσιο μιας κατανοητής σε κάποιο βαθμό, συντηρητικής προσέγγισης από την πλευρά της του όλου ζητήματος για σκοπούς πρωτίστως «αυτοπροστασίας», είτε ευκαιριακά, στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει τη στάση της στο από μακρού χρόνου αίτημα της αιτήτριας εταιρείας να την εφοδιάσει με σχετικές πληροφορίες και στοιχεία. Προκρίνεται επίσης από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, ότι η αίτηση είναι πρόωρη, καθ' ην έκταση καταχωρήθηκε πριν την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων και την αποκρυστάλλωση των επιδίκων θεμάτων. Ούτε η πιο πάνω εισήγηση μπορεί να υιοθετηθεί. Αιτήσεις για την έκδοση ενδιάμεσων - προσωρινών διαταγμάτων οι οποίες βασίζονται και στο άρθρο 32 του Ν.14/60, περιλαμβανομένων και διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, μπορούν να καταχωρηθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας αμέσως μετά την καταχώριση της αγωγής. Ανεξάρτητα αν η αγωγή προωθείται με την καταχώρηση ειδικά ή γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα να εξετάσει τέτοια αίτηση στη βάση του κλητηρίου εντάλματος και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Δεν προϋποτίθεται, εκ των προτέρων, η αναγκαιότητα καταχώρησης έκθεσης απαίτησης, παρόλο που η υπέρμετρη καθυστέρηση προς τούτο έχει αναγνωριστεί ότι δυνατόν, στην εξέλιξη της διαδικασίας, να έχει τη δική της σημασία. (βλ. Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumanchenko Alisa κ.ά.
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2110 και Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Darya Abramchyk κ.ά.
(2014)1Α Α.Α.Δ. 118.) Η ίδια η φύση άλλωστε των διαταγμάτων Norwich Pharmacal και ο σκοπός που αυτά δύνανται να εξυπηρετήσουν, η απόκτηση δηλαδή πληροφοριών που θα επιτρέψουν την έγερση και προώθηση δικαστικών διαβημάτων εναντίον των εκάστοτε αδικοπραγούντων ή άλλως πως παραβατών, δυνάμενα να αποτελέσουν αυτοτελή αιτία αγωγής, φαίνεται ούτος ή άλλως να δικαιολογεί την προώθησή τους με την ανάλογη ταχύτητα και σπουδή χωρίς την αναγκαιότητα της εκ των προτέρων καταχώρησης έκθεσης απαίτησης. Προβλήθηκε περαιτέρω εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις των αιτητών ως αυτές εμφαίνονται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Συνακόλουθα, υποδεικνύουν, τυχόν έκδοση τους θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου. Το ζήτημα τέθηκε κατ' επανάληψη ενώπιων των Δικαστηρίων. Είναι γεγονός πως ως η νομολογία υποδεικνύει, είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αποφασίζονται τελεσίδικα τα όσα διεκδικούνται με την αγωγή. Ωστόσο, το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται (Κοσμά v Χ''Κυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού μιας θεραπείας σε ενδιάμεσο στάδιο, επειδή επιδιώκεται ουσιαστικά το ίδιο πράγμα με την αγωγή. Το ζήτημα εξετάζεται πάντα σε συνάρτηση με τα γεγονότα που περιβάλλουν μια υπόθεση, τη φύση και τις ειδικότερες περιστάσεις της (Penderhill Holdings Limited κ.α. v Darya Abramchyk κ.α. Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 319/11 και 320/11 ημερ. 13.01.014). Στην υπόθεση Avila Management & Services Ltd κα. v. Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, υπεδείχθησαν επί του συζητούμενου τα ακόλουθα: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Η ιδιαιτερότητα της διαδικασίας έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, φαίνεται ικανή να μετατρέψει το ανεπιθύμητο σε αναγκαίο, καθ' ην έκταση στην Κύπρο η έκδοση διατάγματος προϋποθέτει την ύπαρξη αγωγής. Η υιοθέτηση ως άκαμπτου, του κανόνα ότι δεν επιτρέπεται η απόδοση ταυτόσημης με την αιτούμενη στην αγωγή θεραπείας και συνακόλουθα η απόρριψη της ενδιάμεσης αίτησης, θα ακύρωνε ουσιαστικά τον σκοπό και τον λόγο ύπαρξης του μηχανισμού των διαταγμάτων Norwich Pharmacal. Η φύση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι τέτοια που το γενικά «ανεπιθύμητο» δεν φαίνεται να έχει θέση στην υπό συζήτηση περίπτωση. Το γεγονός ότι οι αιτούμενες με την αίτηση θεραπείες είναι ταυτόσημες με τις θεραπείες που ζητούνται με την Αγωγή, δεν απαγορεύει ούτε αποκλείει αφ' εαυτού τη χορήγηση τους στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Τα διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων, τα οποία έλαβαν το όνομά τους από την ομώνυμη υπόθεση στην Norwich Pharmacal Co & Others v. Commisioners & Custom Exice
(1973)2 All E.R.943, εδράζονται και αποτελούν ουσιαστικά δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας. Ως υπεδείχθη στην ως άνω απόφαση του δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων, όπως λειτουργούσε τότε: «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (
- a)without discovery of the information in the possession of the person against whom discover was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (
- b)the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer». Είναι καλά αποδεκτό από τα Αγγλικά δικαστήρια αλλά και την Κυπριακή νομολογία, ότι η ως άνω νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, δυνάμενη να προωθηθεί εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και εάν αποδεδειγμένα έπραξαν τούτο άθελά τους ή ακόμη χωρίς να έχουν προσωπική ευθύνη. Όπως επισημαίνεται στις σχετικές αποφάσεις, το καθήκον αυτών των προσώπων έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, η οποία εκδηλώνεται μέσω της αποκάλυψης των πληροφοριών που κατέχουν και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Ως έχει ήδη σημειωθεί, η πιο πάνω νομική αρχή, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων κοινωνικοοικονομικών καταστάσεων και δεδομένων μπορεί ανάλογα να εφαρμοστεί και σε περιπτώσεις που προγενέστερα δεν κάλυπτε (Asworth Hospital Authority ν. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193). Ώς υποδείχθηκε άλλωστε στην Avila (ανωτέρω): «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσομένων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Nowrich Pharmacal εμπίπτουν σε αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όσες χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου». Αποτέλεσμα της πιο πάνω πραγματικότητας ήταν να επεκταθεί η εφαρμογή της ως άνω αρχής σε υποθέσεις που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες (βλ. Carcton Film Distributors Ltd v. V.C.I. Plc
(2003)EWHC 616), σε περιπτώσεις όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγούντος ήταν γνωστή, πλην όμως η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417
(2001)W.L. 1729042, ως επίσης σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software ν. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Σε κάθε περίπτωση, θεραπεία η οποία επιζητείται με την έκδοση του διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal κρίθηκε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις που αφορούν απάτη ή δόλο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Re Bernard L Madoff Investment Securities LLC
(2009)EWHC 442 (CH.), πολύπλοκες υποθέσεις απάτης και δόλου, είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος να εκτίθενται σε πλήρη έρευνα. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nex & Petrol U.K. Ltd
(2005)3 All E.R. 511, υιοθετήθηκαν δε, κατ' επανάληψη, από την Κυπριακή νομολογία. Ως ειδικότερα σημειώνεται στη σελίδα 518 του ως άνω τόμου που αυτή εντοπίζεται δημοσιευμένη: «The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Πέραν από τις πιο πάνω ειδικότερες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων ως το υπό συζήτηση, γεγονός παραμένει ότι σχετικό αίτημα θα πρέπει να εξετάζεται έχοντας πάντα κατά νου την αναγκαιότητα να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Odysseos ν. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης να εκδώσει το διάταγμα. Σε κάθε περίπτωση, ως επαναβεβαιώθηκε στην Κωνσταντίνου Λόρδου κ.ά. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά Πολιτική Έφεση Ε143/2015 ημερ. 27/3/2017, κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα επί της ουσίας, πέραν του ότι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας, στη διαπίστωση δηλαδή του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Επανερχόμενος στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν για την έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal, όπως τέθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co (ανωτέρω), είναι φανερό ότι ικανοποιούνται. Η αιτήτρια, όπως παρουσιάζεται να έκρινε ήδη και το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης, φέρεται να χρησιμοποιήθηκε - ως αποτέλεσμα ενεργειών και τρίτων κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε - σε βάρος προφανώς των συμφερόντων της, ως όχημα διάπραξης δόλιων ενεργειών, συνομωσίας, απάτης και υπεξαίρεσης, συμμετέχοντας σε ένα παράνομο σχέδιο εξαπάτησης επενδυτών, τρίτης εταιρείας και ευρύτερα της αγοράς. Δρομολογήθηκαν προς τούτο και σε βάρος της, δικαστικές διαδικασίες στο εξωτερικό. Περαιτέρω, οι αιτούμενες πληροφορίες είναι πράγματι αναγκαίες αφού χωρίς αυτές είναι προφανές ότι δεν θα μπορέσει να προωθήσει την αγωγή της ενάντιων όλων εκείνων που λειτούργησαν σε βάρος των συμφερόντων της κατά τον πιο πάνω τρόπο. Ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για την εμπλοκή της αιτήτριας στο ευρύτερο «παράνομο σχέδιο» υπεξαίρεσης, απάτης και καταδολίευσης, η αιτήτρια δεν είναι σε θέση σήμερα να γνωρίζει ποιοι είναι αυτοί που την ενέπλεξαν, με ποιον τρόπο έπραξαν τούτο και την έκταση της εμπλοκής και της ζημιάς της. Όπως σωστά τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από τον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών, εάν δεν τεθούν υπόψη των αιτητών οι επιζητούμενες πληροφορίες θα είναι αδύνατο η αιτήτρια να ολοκληρώσει το μωσαϊκό των συνωμοτικών πράξεων ώστε να στοιχειοθετήσει αγωγή συνομωσίας και/ή απάτης και/ή οποιωνδήποτε άλλων αναγκαίων δικαστικών μέτρων. Αδιαμφισβήτητα, τα αιτούμενα διατάγματα θα βοηθήσουν στην εξασφάλιση των αναγκαίων πληροφοριών για τον εντοπισμό κάθε ενός από τους πιο πάνω και τον προσδιορισμό του ρόλου ενός εκάστου εξ' αυτών σε βάρος των συμφερόντων της αιτήτριας, ως επίσης θα υποβοηθήσουν στην ανεύρεση γεγονότων, στοιχείων και μαρτυρίας για την προώθηση της αγωγής της. Στην υπόθεση Avila (ανωτέρω), αφού διακηρύχτηκε ότι η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, σημειώθηκε ταυτόχρονα ότι το δικαστήριο: «.. δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA ν. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). To ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, δεδομένη είναι η αδυναμία της αιτήτριας να παρακολουθήσει και να κατανοήσει επαρκώς την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που την έθεσαν στην πιο πάνω δυσμενή θέση, πλήττοντας κατά τον τρόπο που έχει εξηγηθεί τα συμφέροντά της. Κατ' επανάληψη προσπάθησε να εξασφαλίσει τις επιζητούμενες πληροφορίες και στοιχεία χωρίς όμως επιτυχία. Προσπάθεια να αντληθεί πληροφόρηση από τους προηγούμενους διευθυντές της αιτήτριας, δεν καρποφόρησε, αφού οι τελευταίοι, για τους λόγους που εξηγήθηκαν δεν συνέδραμαν προς τούτο. Περαιτέρω, παρά τις πολλαπλές προσπάθειες της αιτήτριας να εξασφαλίσει τις επιζητούμενες πληροφορίες από την καθ' ης η αίτηση τράπεζα, διαφάνηκε στο τέλος της ημέρας ότι κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν χωρίς την ύπαρξη σχετικού δικαστικού διατάγματος. Η υπόδειξη δε από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση τράπεζας πως εν πάση περιπτώσει τις όποιες πληροφορίες επιζητεί η αιτήτρια όφειλε η ίδια να τις διατηρεί και να τις γνωρίζει, υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ειδικότερα για το προηγηθέν καθεστώς διαχείρισης και ιδιοκτησίας της αιτήτριας, δεν φαίνεται πραγματικά να μπορεί να αντιταχθεί στη λογική του αιτήματος. Προσπάθεια δε των αιτητών να εξασφαλίσουν σχετικές πληροφορίες και στοιχεία μέσω εταιρείας που προσέφερε κατά τον ουσιώδη χρόνο επιχειρηματικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες στην αιτήτρια προσέκρουσε σε άρνηση της τελευταίας, με τους αιτητές να προωθούν προς τούτο δικαστικές διαδικασίες, οι οποίες βρίσκονται σε εκκρεμότητα. Σε συνάρτηση με την τρίτη ειδικότερη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος του είδους, δεν υπάρχει αμφισβήτηση του γεγονότος ότι η καθ' ης η αίτηση τράπεζα, «εκτελώντας οδηγίες των πελατών της», ως η ίδια διακηρύσσει, διεκπεραίωνε τις τραπεζικές και οικονομικές συναλλαγές της αιτήτριας στην Δημοκρατία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Δεδομένη είναι η ανάμιξη της - μέσω της ως άνω ιδιότητάς της - στην εξέλιξη των γεγονότων που φαίνεται να διασυνδέουν και να εμπλέκουν κατά τον πιο πάνω τρόπο και την αιτήτρια στην εκτέλεση του παγκόσμιας εμβέλειας «παράνομου σχεδίου». Συνακόλουθα είναι σε θέση να παράσχει στην αιτήτρια τις πληροφορίες που αυτή επιζητεί και οι οποίες είναι αναγκαίες για την προώθηση της αγωγής της τελευταίας εναντίον των προσώπων που ως ισχυρίζεται, ενεργώντας εναντίων των συμφερόντων της και ζημιώνοντας την, την ενέπλεξαν και την χρησιμοποίησαν ως άβουλο όχημα κατά την εκτέλεση του «παράνομου σχεδίου». Εξετάζοντας κατά πόσο ικανοποιούνται οι γενικότερες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, δεν παραβλέπω την υπόδειξη στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά (ανωτέρω), ότι με την τεκμηρίωση της διάπραξης μια αδικοπραξίας και την εμπλοκή της καθ' ης η αίτηση σε αυτήν, τούτο ουσιαστικά συνεπάγεται την ικανοποίηση των πρώτων δύο προϋποθέσεων του άρθρου 32. Όπως τέθηκε το ζήτημα: «το θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων είναι στο στάδιο εξέτασης των δυο πρώτων προϋποθέσεων του αρθ.32 κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι καθ' ων η αίτηση εμπλέκονται σε αυτή - είτε αθώα είτε όχι. Τα πιο πάνω αγγίζουν τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης όσο και την θεμελίωση «ορατής πιθανότητας επιτυχίας» νομικών εννοιών που έτυχαν ευρείας νομολογιακής αξιολόγησης διαχρονικά στην ιστορία του Κυπριακού δικαίου» Στην υπό συζήτηση περίπτωση για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί οι αιτητές έχουν εξηγήσει την εμπλοκή και την συμμετοχή τους στην εκτέλεση του «παράνομου σχεδίου» κατά τρόπο που φαίνεται εκ πρώτης όψεως να τους επιτρέπει να δρομολογήσουν κατά τον τρόπο που εισηγούνται δικαστικά μέτρα προς προάσπιση των συμφερόντων τους, ως επίσης την εμπλοκή της καθ' ης η αίτηση στην ευρύτερη εξέλιξη των γεγονότων που έθεσαν την αιτήτρια στην ως άνω δυσμενή θέση. Πέραν όμως από τις ως άνω επισημάνσεις, εξετάζοντας περαιτέρω κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, έχοντας κατά νου ότι οι αρχές που έχουν τεθεί από την απόφαση Norwich Pharmacal μπορούν να αποτελέσουν αυτοτελή αιτία αγωγής, είναι φανερό ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση αποκαλύπτεται εκ των πραγμάτων σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κατά τρόπο που ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Άλλωστε, έχοντας κατά νου όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είναι φανερό ότι, στο βαθμό πάντα που τούτο απαιτείται, παρουσιάζεται μια συζητήσιμη υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εγείρονται ζητήματα συνομωσίας και διάπραξης αδικημάτων στα οποία εμπλέκεται η αιτήτρια, ενάντια στα συμφέροντά της. Η τελευταία, φέρεται - όπως παρουσιάζεται να έκρινε ήδη και το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης - να χρησιμοποιήθηκε ως όχημα διάπραξης δόλιων ενεργειών, απάτης και υπεξαίρεσης, συμμετέχοντας σε ένα παράνομο σχέδιο εξαπάτησης επενδυτών, τρίτης εταιρείας και ευρύτερα της αγοράς. Δρομολογήθηκαν προς τούτο και σε βάρος της δικαστικές διαδικασίες στο εξωτερικό. Σε συνάρτηση δε με το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει ή όχι η δεύτερη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος στη βάση του θεμελιακού για το ζήτημα άρθρου 32, του Ν.14/60, με δεδομένο ότι σε αυτό το στάδιο δεν απαιτείται η κατάδειξη πιθανότητας επιτυχίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, η αιτήτρια φαίνεται να έχει υπερβεί το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλείται να υπερπηδήσει σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση για να καταδείξει ορατό τουλάχιστον ενδεχόμενο επιτυχίας. Δεν αμφισβητείται η ανάμειξη της καθ' ης η αίτηση τράπεζας στην εξέλιξη των γεγονότων που οδήγησαν στην όποια εμπλοκή της αιτήτριας στην εξέλιξη και εκτέλεση του ως άνω «παράνομου σχεδίου». Η καθ' ης η αίτηση τράπεζα, παραδέχεται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως η τράπεζα της αιτήτριας, εκτελώντας οδηγίες της και διεκπεραιώνοντας τραπεζικές και οικονομικές συναλλαγές της αιτήτριας στην Κύπρο. Πράττοντας τούτο, πιθανόν να αναμείχθηκε, έστω και αθώα, στην όλη εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν την εφαρμογή των όποιων σχεδιασμών για την εκπλήρωση του παράνομου σχεδίου, έχοντας μάλιστα στη διάθεσή της διάφορα έγραφα, στοιχεία και πληροφορίες για τις ενέργειες που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, προς εξυπηρέτηση της πελάτιδας της αιτήτριας εταιρείας, προέβαινε. Διερευνώντας τον παράγοντα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στην τρίτη θεμελιακή προϋπόθεση του άρθρου 32, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι σε αυτήν εμπίπτουν και άλλα, μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η δικαιοσύνη άλλωστε δεν συναρτάται πάντα με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι επιζητούμενες πληροφορίες φαίνεται πράγματι να είναι απαραίτητες, όχι μόνο για να αντιληφθεί η αιτήτρια το είδος και την έκταση των δόλιων ενεργειών που την ενέπλεξαν στην εκτέλεση του «παράνομου σχεδίου» κατά τον τρόπο που ετέθη υπόψη του Δικαστηρίου και σε βάρος των συμφερόντων της, αλλά και τα σχετιζόμενα με αυτές τις ενέργειες μέρη και το ρόλο τους, δυνάμενη έτσι να εξακριβώσει τα δικαστικά μέτρα που θα πρέπει να λάβει προς διαφύλαξη και προάσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων της. Θα μπορέσει επίσης να ιχνηλατήσει την πορεία περιουσιακών της στοιχείων που φαίνεται να αποξενώθηκαν ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων δόλιων ενεργειών, ενώ παράλληλα να συμμορφωθεί με διάταγμα αλλοδαπού δικαστηρίου, μέσω του οποίου διατάσσεται να παράσχει λεπτομέρειες σε σχέση με το σύνολο των περιουσιακών της στοιχείων. Συνακόλουθα, κρίνεται ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, αφού η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποκάλυψης, είναι προφανές ότι θα επιδράσει κατά τρόπο δυσμενή για την πλευρά της αιτήτριας, προκαλώντας της ζημία τέτοιου είδους, η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά, καθιστώντας δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος υπό το άρθρο 32 του Ν.14/1960 και συνακόλουθα και διατάγματοςNorwich Pharmacal, δεν είναι αυτόματη. Πρόσθετα, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση να σταθμίσει κατά πόσο, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν μια υπόθεση, είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. Κουννάς ν. C & A Simons Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255 και Χρίστου Ευστρατίου ν. Dicran Oyzounian and Company Ltd, Εμπορευόμενη με την επωνυμία LEXUS CYPRUS, ECLI:CY:AD:2014:A38, Πολιτική Έφεση Αρ. 292/2010, 20/1/2014). Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788 με παραπομπή σε σχετική Αγγλική νομολογία: «Αναφορικά, με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκόψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited ν. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (η θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Στην υπό συζήτηση περίπτωση, σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, αναμφίβολα το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε παρά να κλίνει υπέρ της πλευράς των αιτητών. Οι τελευταίοι, παρά τις πολυεπίπεδες προσπάθειες τους, δεν κατάφεραν μέχρι σήμερα να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες πληροφορίες και στοιχεία για την προώθηση των αξιώσεών τους. Τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα καταστήσει εξαιρετικά δύσκολο για την αιτήτρια να εντοπίσει τα πρόσωπα που συμμετείχαν στις ως άνω ενέργειες εμπλοκής της στο «παράνομο σχέδιο» συνομωσίας, εξαπάτησης και καταδολίευσης τρίτων αλλά και το ρόλο που κάθε ένα από αυτά διαδραμάτισε σε αυτές, ενάντια πάντα στα συμφέροντα της αιτήτριας, εμποδίζοντας ουσιαστικά την τελευταία να προωθήσει τις αξιώσεις της. Οι επιζητούμενες δε πληροφορίες και στοιχεία φαίνεται ότι θα συμβάλουν στην ανίχνευση πτυχών του ισχυριζόμενου «παράνομου σχεδίου», εξυπηρετώντας το στόχο της καταστολής δόλιων πράξεων και εξαπάτησης αλλά και ευρύτερα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Ενδέχεται ακόμη, να της επιτρέψουν να ανταποκριθεί σε υποχρεώσεις της δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου της Σιγκαπούρης. Αντίθετα, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν φαίνεται να έχει οποιεσδήποτε δυσανάλογες ή επαχθείς συνέπειες για την καθ' ης η αίτηση τράπεζα. Καταληκτικά, συνολικά θεωρούμενων των πραγμάτων, η ζημιά που θα υποστεί η ενάγουσα από την απόρριψη του αιτήματος θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την ταλαιπωρία που θα υποστεί η εναγόμενη στην περίπτωση έγκρισης του αιτήματος. Η καθ' ης η αίτηση, προβάλλει τη θέση ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά, αόριστα και διατυπωμένα με τρόπο ούτως ώστε να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα λογαριασμών, πράξεων και εγγράφων για ακαθόριστη χρονική περίοδο, καθιστώντας τη συμμόρφωση σχεδόν αδύνατη. Τα εντάσσει παράλληλα στην προσπάθεια της ενάγουσας να «ψαρέψει μαρτυρία» (fishing expedition). Ούτε η συγκεκριμένη εισήγηση αισθάνομαι ότι μπορεί να υιοθετηθεί. Έχουν ήδη εκτεθεί οι λόγοι για τους οποίους δικαιολογείται η έκδοση του σχετικού διατάγματος αποκάλυψης. Παρέλκει η επανάληψη τους. Στα σχετικά αιτητικά καθορίζονται οι πληροφορίες, τα στοιχεία και τα έγγραφα που επιζητούνται τα οποία φαίνεται να έχουν άμεση σχέση με τις υποθέσεις της ενάγουσας με τις οποίες σχετίζεται η εναγόμενη τράπεζα. Παρεμβάλλεται ότι δεν επιχειρήθηκε καν να εξηγηθεί η γενική και αόριστη ως παρέμεινε θέση για τις πρακτικές δυσκολίες - αν όντως υπάρχουν - εντοπισμού των ζητούμενων πληροφοριών και στοιχείων από την πλευρά ενός τραπεζικού οργανισμού ως η καθ' ης η αίτηση. Πέραν του γεγονότος ότι δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε ζήτημα ασάφειας και αοριστίας των αιτούμενων διαταγμάτων, δεδομένη είναι η δυνατότητα το Δικαστήριο, αν κριθεί τούτο αναγκαίο, να καθορίσει τον χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να παραχωρηθούν οι όποιες πληροφορίες. Η καθ' ης η αίτηση τράπεζα προβάλλει τέλος τον ισχυρισμό ότι δεσμεύεται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο, υποδεικνύοντας ουσιαστικά ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα οδηγήσει σε παράβαση του τραπεζικού απορρήτου κατά παράβαση του άρθρου 29 του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου (Ν.66(Ι)/97). Με κάθε σεβασμό η ως άνω εισήγηση δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Πέραν του γεγονότος πως οι όποιες πληροφορίες και στοιχεία επιζητούνται, αφορούν την ίδια την αιτήτρια, με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)του ως άνω άρθρου, η απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της τράπεζας «προς ίδιον όφελος» κάτι που δεν ισχύει στην υπό συζήτηση περίπτωση. Περαιτέρω, το τραπεζικό απόρρητο, ως κατ' επανάληψη έχει διακηρυχθεί από τη νομολογία, σύμφωνα και με το άρθρο 29
(2)του ως άνω νόμου, υποχωρεί έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Στην ίδια την υπόθεση Norwich Pharmacal (ανωτέρω) σε απάντηση στο επιχείρημα ότι νομοθετικές διατάξεις αλλά και λόγοι δημόσιου συμφέροντος, απαγορεύουν την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, τονίστηκε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, ως έκφανση του δημόσιου συμφέροντος, υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεομένων αδικοπραγούντων. Όπως δε σημειώθηκε και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά. (ανωτέρω): «Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Tournier v. National Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. 550. στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. (..) Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας (...) Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες». Στη υπό συζήτηση περίπτωση, έχουν προβληθεί από την πλευρά της αιτήτριας ισχυροί λόγοι που θεμελιώνουν το δικαίωμα της τελευταίας να λάβει τις αιτούμενες πληροφορίες και στοιχεία, χωρίς η καθ' ης η αίτηση τράπεζα να χρειάζεται τη συγκατάθεση οποιωνδήποτε άλλων. Ως προς το αιτητικό Γ της αίτησης και το σχετικό επικουρικό διάταγμα φίμωσης που μονομερώς εκδόθηκε στη βάση αυτού, δεν έχει τεθεί ενώπιων του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι θα πρέπει να ακυρωθεί ή να μην οριστικοποιηθεί. Συνακόλουθα, για να αποφευχθεί πλήρως ο κίνδυνος τα διατάγματα αποκάλυψης να απολέσουν την χρησιμότητά τους ή να καταστούν εκ των πραγμάτων άσκοπα και άνευ ουσίας, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 03.06.2019 οριστικοποιείται και θα ισχύει μέχρι την πλήρη συμμόρφωση της καθ' ης η αίτηση με το εκδοθέν διάταγμα της παράγραφος Α της αίτησης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει. Πέραν της οριστικοποίησης του διατάγματος ημερομηνίας 03.06.2019, εκδίδονται διατάγματα ως το Α και Β της αίτησης. Ο χρόνος συμμόρφωσης σε σχέση με το Διάταγμα ως το Α της αίτησης, καθορίζεται σε 25 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος. Νοείται ότι οι ενάγοντες θα καλύψουν οποιαδήποτε έξοδα τα οποία η καθ' ης η αίτηση τράπεζα λογικώς θα επωμιστεί για σκοπούς συμμόρφωσης με το διάταγμα. Τα έξοδα αυτά, σε περίπτωση που δεν συμφωνηθούν εντός δέκα ημερών από τα μέρη, θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στη βάση στοιχείων που θα θέσει υπόψη του η Καθ' ης η αίτηση αφού τα κοινοποιήσει στην άλλη πλευρά και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, χωρίς επ' ουδενί να παραβλέπω τις αρχές επί του ζητήματος ως αναφέρθηκαν στην υπόθεση Avila (ανωτέρω), συνεκτιμώντας αφενός την επιτυχία της ενάγουσας, της οποίας η γενικότερη απαίτηση εναντίων της εναγομένης περιορίζεται σε αποκάλυψη πληροφοριών και στοιχείων και αφετέρου, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η καθ' ης η αίτηση εμφανίστηκε στη διαδικασία καταχωρώντας ένσταση, κρίνεται ορθότερο η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα στη διαδικασία. (Υπ.) ............ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο