← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. G.J. Metaxas Jewellery Gallery Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 8221/2004, 6/4/2020

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. G.J. Metaxas Jewellery Gallery Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 8221/2004, 6/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A177 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8221/2004 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων - και -

  1. G.J. Metaxas Jewellery Ltd
  2. Nicos Poupazis & Sons Ltd
  3. XXXXX Μεταξά
  4. XXXXX Κώστα Μεταξά
  5. XXXXX Μεταξά
  6. XXXXX Πουπάζη Εναγομένων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 28.5.2010 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων - και -
  7. G.J. Metaxas Jewellery Gallery Ltd
  8. Nicos Poupazis & Sons Ltd
  9. XXXXX Μεταξά
  10. XXXXX Κώστα Μεταξά
  11. XXXXX Μεταξά
  12. XXXXX Πουπάζη Εναγομένων ______________________________________________________________ Αίτηση ημερ. 24/3/2020 για παράταση του χρόνου καταχώρησης Αίτησης για ανανέωση δικαστικής Απόφασης (ΜΕΜΟ) Ημερομηνία: 6 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Ενάγοντες: Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αιτούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση επιζητούνται οι ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος για την καταχώρηση αίτησης ανανέωσης του ΜΕΜΟ αρ.ΕΒ737/2010 Κτηματολογίου Λεμεσού έτσι ώστε να καταχωρηθεί 15 μέρες πριν τη λήξη του αντί 30 ημερών. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να θεωρείται ως έγκαιρα καταχωρηθείσα αίτηση για ανανέωση του εμπράγματος βάρους αρ.ΕΒ737/2010 Κτηματολογίου Λεμεσού με την σύντμηση των 30 ημερών που προβλέπεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, σε 15 μέρες. Νομική Βάση Αίτησης Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, Άρθρα 55 και 56 και Νόμου 161/89 καθώς και στη Δ.33, θ.5, Δ.57, θ.2, Δ.48, θθ.1-4 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αρχική Ένορκη Δήλωση Η Αίτηση υποστηρίχθηκε αρχικά από την ένορκη δήλωση της XXXXX Πολυανίδου, υπαλλήλου των δικηγόρων των Εναγόντων, στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ■ Ως η ομνύουσα πληροφορείαται από τους Ενάγοντες, κατατέθηκε επί της ακινήτου περιουσίας του Εναγομένου 3 το MEMO ΕΒ737/2010 Κτηματολογίου Λεμεσού, το οποίο λήγει στις 19/4/2020 ■ Εκ λάθους και παραδρομής δικής τους και λόγω ασθένειας της υπαλλήλου που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση στο γραφείο τους, η Αίτηση για ανανέωση του εν λόγω εμπράγματου βάρους δεν καταχωρήθηκε 30 ημέρες πριν την λήξη της ισχύος του πιο πάνω MEMO, όπως προβλέπει ο Νόμος, ήτοι πριν την 19/3/2020 ■ Μόλις αυτό έγινε αντιληπτό, ετοιμάστηκε η παρούσα Αίτηση για καταχώρηση σήμερα (24/3/20) με σκοπό την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και με σκοπό την καταχώρηση της Αίτησης ανανέωσης των MEMO μόλις τα παρόντα Διατάγματα εκδοθούν από το Δικαστήριο. ■ Η Αίτηση για σύντμηση του χρόνου καταχώρησης της Αίτησης για ανανέωση των εμπράγματων βαρών, δηλαδή η έκδοση Διατάγματος ώστε ο χρόνος των 10 ημερών να θεωρείται ότι περικλείει τις 30 μέρες, δεν ζημιώνει ή επηρεάζει τους εναγόμενους 3 και 4 ή οιονδήποτε εξ αυτών ή οιουσδήποτε άλλους δανειστές. ■ Υπό των φώς των ανωτέρω, και λόγω του ότι το παρόν θεωρείται εξαιρετικά επείγον, διότι εάν δεν εκδοθούν τα Διατάγματα, το MEMO θα ακυρωθεί και οι Ενάγοντες θα απωλέσουν την σειρά προτεραιότητας τους που κατέχουν από τις 20/4/2010, παρακαλείται το Δικαστήριο όπως εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα, ώστε η Αίτηση των Εναγόντων για ανανέωση MEMO να θεωρηθεί ότι θα καταχωρηθεί εγκαίρως και νομότυπα. ■ Αν δεν δοθεί η αιτούμενη παράταση θα προκληθεί σοβαρή αδικία σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών οι οποίοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά διότι θα χαθεί η σειρά προτεραιότητας που έχουν και αυτό για καθαρά τυπικούς λόγους. Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Η Αίτηση υποστηρίχθηκε και από Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της XXXXX Ανδρέου η οποία είναι υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων/Αιτητών στην οποία, αφού διευκρινίζεται ότι ο σκοπός της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης είναι να παραθέσει περαιτέρω διευκρινίσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν είχε καταστεί εφικτή η από μέρους των Εναγόντων υποβολή της Αίτησης για ανανέωση του MEMO υπ' αρ. ΕΒ737/2010 εντός της περιόδου που προνοεί ο Νόμος δηλαδή έναν τουλάχιστο μήνα πριν από τη λήξη της ισχύος του εν λόγω MEMO ήτοι, μέχρι την 19/3/2020, αναφέρονται τα ακόλουθα: (α) Οι Ενάγοντες κατέθεσαν επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου 3, ως εμφαίνεται και από τα διαλαμβανόμενα της Ε/Δ Πολυανίδου, το MEMO υπ' αρ. ΕΒ737/2010 το οποίο εξακολουθεί να δεσμεύει την ακίνητη περιουσία του Εναγόμενου 3 και το οποίο λήγει στις 19/4/
  13. (β) Δυστυχώς δεν κατέστη δυνατή η υποβολή της Αίτησης ανανέωσης του MEMO μέχρι την 19/3/2020, ήτοι έναν τουλάχιστο μήνα πριν από τη λήξη της ισχύος του εν λόγω MEMO, καθότι: ▬ Η υπάλληλος του γραφείου τους η οποία χειριζόταν την παρούσα υπόθεση και η οποία ήταν υπεύθυνη για την παρακολούθηση της πορείας της υπόθεσης και την ετοιμασία και υποβολής της Αίτησής ανανέωσης του MEMO λόγω σοβαρής ασθένειας που αντιμετωπίζει χρειάστηκε να υποβληθεί σε διάφορες ιατρικές εξετάσεις και εξειδικευμένες θεραπείες με αποτέλεσμα να χρειάζεται να απουσιάζει κατά τακτά χρονικά διαστήματα από το γραφείο καθότι της παραχωρήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες άδεια ασθενείας και, ως εκ τούτου, δεν κατέστη εφικτός ο έγκαιρος εντοπισμός της υπόθεσης για την έγκαιρη υποβολή της Αίτησης στο Δικαστήριο. ▬ Στο μεσοδιάστημα, και λόγω της παγκόσμιας πανδημίας του κορωνοϊού Covid19 που έπληξε και την Κύπρο και υπό το φως της ανάγκης λήψης μέτρων προς παρεμπόδιση της εξάπλωσης του κορωνοϊού, ακολούθησε στις 16/3/2020 - δηλαδή 3 μέρες πριν την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής της Αίτησης ανανέωσης MEMO- η ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην βάση της οποίας, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ασκώντας τις δικές τις εξουσίες, μεταξύ άλλων, αποφάσισε προς προστασία της δημόσιας υγείας, την προσωρινή αναστολή της εκδίκασης και/ή περαιτέρω προώθησης των πλείστων υποθέσεων που εκκρεμούν στο Δικαστήριο πλην κάποιων επείγουσων υποθέσεων, την μη αποδοχή καταχώρησης στο Πρωτοκολλητείο υποθέσεων και/ή αιτήσεων και/ή άλλων διαδικασιών και/ή δικογράφων τα οποία δεν θεωρούνται επειγούσης φύσεως καθώς επίσης και την αναστολή από 16/3/2020 μέχρι και 30/4/2020 τόσο των προθεσμιών που προβλέπονται από τους Θεσμούς όσο και των καθορισθεισών δικαστικά προθεσμιών για τη διενέργεια δικαστικών πράξεων. Σημειώνεται πως λόγω της εξαιρετικά κρίσιμης κατάστασης ως γνωστό προηγήθηκε, για λόγους δημόσιας υγείας, η λήψη από μέρους της κυβέρνησης έκτακτων αυστηρών μέτρων τα οποία μέτρα εξακολουθούν να υφίστανται και/ή να λαμβάνονται σε αυστηρότερο βαθμό μέχρι και σήμερα με συνεπακόλουθο αντίκτυπο όπως το κλείσιμο των Συνόρων της Δημοκρατίας, η αναστολή λειτουργίας των σχολείων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, η αναστολή και/ή μείωση και/ή επηρεασμός των εργασιών και της ομαλής λειτουργίας πολλών επιχειρήσεων και γραφείων καθώς επίσης και ο περιορισμός στην ελεύθερη διακίνηση. ▬ Ως εκ των ανωτέρω και λόγω της πρωτόγνωρης αυτής έκτακτης κατάστασης και λόγω της δημιουργίας αβεβαιότητας ως προς το ποιες υποθέσεις θα μπορούσαν να καταχωρηθούν και/ή προωθηθούν στο δικαστήριο δεν κατέστη εφικτή μέχρι την 19/3/2020 η έγκαιρη καταχώρηση της Αίτησης ανανέωσης του ως άνω ΜΕΜΟ. ▬ Ακολούθως και αφότου προηγουμένως διασαφηνίστηκε εν τέλει με το Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Λευκωσίας ότι τέτοιας φύσεως Αιτήσεις θα μπορούσαν να καταχωρηθούν και προωθηθούν στο Δικαστήριο, ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε αμέσως χωρίς καθυστέρηση η προς εκδίκαση Αίτηση ημερ. 24/3/2020 για παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης ανανέωσης του προς όφελος των Εναγόντων MEMO υπ' αρ. ΕΒ737/2010 με σκοπό την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παράτασης έτσι ώστε να μπορέσουν οι Ενάγοντες να προχωρήσουν στην συνέχεια στην καταχώρηση της Αίτησης ανανέωσης του MEMO υπ' αρ. ΕΒ737/2010 προς διασφάλιση των δικαιωμάτων τους και προς είσπραξη του λαβείν τους. ▬ Στη βάση νομικής συμβουλής που η ομνύουσα λαμβάνει από τους Δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση εκφράζει την άποψη πως το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία και θα πρέπει λόγω και των εξαιρετικών περιστάσεων και της έκτακτης κατάστασης να προχωρήσει στην έκδοση των επιζητούμενων με την παρούσα Αίτηση διαταγμάτων παράτασης. ▬ Ενόψει των ανωτέρω, παρακαλείται το Δικαστήριο όπως εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα έτσι ώστε η Αίτηση των Εναγόντων για ανανέωση MEMO να θεωρηθεί ότι θα καταχωρηθεί εγκαίρως και νομότυπα καθότι σε διαφορετική περίπτωση το MEMO υπ αρ. EB737/2010 θα ακυρωθεί και οι Ενάγοντες θα απολέσουν την σειρά προτεραιότητας τους που κατέχουν από τις 20/4/2020 με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εισπράξουν το λαβείν τους από τους Εναγόμενους στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Ο κ. Καλλένος εκ μέρους των Αιτητών αφού αναγνώρισε ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο χρόνος για τον οποίο επιζητείται η παράταση καθορίζεται από νομοθετική ρύθμιση, εισηγήθηκε πως το Δικαστήριο έχει εξουσία να παρατείνει το χρόνο με βάση τις πρόνοιες της Δ.57, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Άρθρο 56 του Κεφ. 6 καθορίζει τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες παρατείνεται η εγγραφή δικαστικής απόφασης. Καθόσον δε αφορά το χρόνο εντός του οποίου επιτρέπεται η καταχώρηση αίτησης για ανανέωση της εγγραφής το εδάφιο

(2)(α) του Άρθρου 56 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(2)Δεν εκδίδεται διάταγμα παράτασης της εγγραφής, εκτός αν:- (α) η αίτηση γι αυτό υποβληθεί έναν τουλάχιστο μήνα πριν από τη λήξη της υφιστάμενης χρονικής περιόδου, για την οποία είναι εγγεγραμμένη η δικαστική απόφαση» Το ζητούμενο στην υπό κρίση Αίτηση είναι κατά πόσο το Δικαστήριο έχει την εξουσία να παρατείνει το χρόνο εντός του οποίου επιτρέπεται η καταχώρηση αίτησης για ανανέωση της εγγραφής δικαστικής απόφασης. Η Δ.57, θ.2 προνοεί τα εξής: "2. A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed : provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these Rules or by any direction or order of the Court or Judge, the costs of any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order." Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από το ίδιο το λεχτικό της εν λόγω Διάταξης, παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να επεκτείνει το χρόνο, πλην όμως αυτή η εξουσία περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο χρόνος καθορίζεται από τους ίδιους τους διαδικαστικούς Κανονισμούς ("the time appointed by these Rules"). Είναι επομένως φανερό ότι η Δ.57, θ.2 αφορά και αναφέρεται σε προθεσμίες διαδικαστικής φύσης και όχι προθεσμίες ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι η υπό εξέταση περίπτωση όπου ο χρόνος καθορίζεται αποκλειστικά από το Νόμο. Αυτό έχει αποφασισθεί στις υποθέσεις Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.ά
(1989)1 Α.Α.Δ. 193 και Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (Αρ.2)
(1990)1 Α.Α.Δ.
  1. Και στις αυτές υποθέσεις τονίσθηκε ότι η Δ.57, θ.2 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, να παρατείνει τις χρονικές προθεσμίες που καθορίζονται από τους ίδιους τους Θεσμούς. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (Αρ.2) (πιο πάνω) όπου με αναφορά στους Κανονισμούς του Ειδικού Δικαστηρίου Καθορισμού Αποζημιώσεων λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνεπώς, αφού γι' αυτά τα θέματα υπάρχει πρόνοια στους Κανονισμούς αυτούς, το Διάταγμα 57, Θεσμός 2, των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν εφαρμόζεται αν και μπορεί να ειπωθεί πως και στην περίπτωση αυτή η παράταση χρόνου αφορά και πάλι τον χρόνο που προσδιορίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και δεν έχει να κάμει τίποτε με οποιοδήποτε χρόνο που προσδιορίζεται ή καθορίζεται από το Νόμο». Ο αντίστοιχος στη Δ.57, θ.2 Αγγλικός δικονομικός Κανονισμός ήταν το Order 64, rule
  2. Στο Annual Practice του 1952 αναφέρονται στη σελίδα 1371 τα ακόλουθα σχετικά με το Order 64, rule 7: "It applies, by virtue of J.A., 1925, s.99
(1), Pt. IX, Div. I, to the time fixed by previously existing statutes, where the time for doing any act has been fixed by a Rule of Court. Such a Rule is not ultra vires, as it deals with a matter of procedure, and the power to enlarge applies to any time fixed by Rule. With that exception the Court has no power to extend time fixed by statute (Re Oliver and Scott's Arbitration, 43 Ch. D. 310)." Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αυξεντίου ν. Σάββα
(2003)1 Α.Α.Δ.1963 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία ο πιο πάνω Αγγλικός Κανονισμός έχει εφαρμογή μόνο όπου ο χρόνος καθορίζεται από νομοθετική ρύθμιση, όπως οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε άλλες περιπτώσεις. Έπεται ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών για εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των προνοιών της Δ.57, θ.2 δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ήταν, περαιτέρω, η εισήγηση του δικηγόρου της Αιτήτριας πως το Δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τον χρόνο ασκώντας τη σύμφυτη του εξουσία. Στην υπόθεση Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 στη σελ. 112 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου: «Η φύση και τα όρια της σύμφυτης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου εξετάστηκαν στη Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 584. Όπως προκύπτει, σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου Στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία Evand Promotions Ltd κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. 736 τονίσθηκε ότι η σύμφυτη εξουσία (inherent power) του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Όπως δε υπογραμμίστηκε, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκλησή της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ΄ εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Απόλυτα κατατοπιστική αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής αλλά και τα όρια της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου αποτελεί η υπόθεση Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (Αρ.2)
(2012)1 Α.Α.Δ. 158 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Περιγραφή της φύσης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και της ενάσκησής της έγινε, μεταξύ άλλων, και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην JSC BTA Bank v. Paul Kythreotis
(2011)1 Α.Α.Δ. 779, ως ακολούθως: "Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και οι προεκτάσεις της εξετάστηκαν σε σωρεία υποθέσεων. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Ενδεικτικό της επί του προκειμένου θέσης της νομολογίας μας, συνιστά το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, στο οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η Ολομέλεια στην απόφαση της στην υπόθεση Ευάγγελος Εμπεδοκλής και άλλοι (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 (πιο πάνω): "Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122)."" Όπως είχε τονισθεί και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου είναι "το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς." Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151, η Ολομέλεια, στη σελίδα 155, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: "Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1997)113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: «These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will.»" Υποστηρίχθηκε συναφώς ότι τυχόν ενάσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου θα συμπλήρωνε με εύλογο τρόπο το όλο πλαίσιο που αφορά στην εφαρμογή της Νομοθεσίας έτσι ώστε να μπορέσει η Τράπεζα να προχωρήσει στην καταχώρηση της Αίτησης ανανέωσης του ΜΕΜΟ προς εκτέλεση της προς όφελος της δικαστικής Απόφασης προς διασφάλιση των δικαιωμάτων της και προς είσπραξη του λαβείν της «λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη το γεγονός ότι απουσιάζει οιαδήποτε ρητή πρόνοια στον Νόμο ότι η περίοδος του 1 μηνός για καταχώρηση αίτησης ανανέωσης δεν παρατείνεται.» Επιπλέον προβλήθηκε ότι θα πρέπει να προσμετρήσει υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων Διαταγμάτων «η κυπριακή πραγματικότητα με τις δυσχέρειες εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις». Με δεδομένο ότι στη σχετική νομοθετική πρόνοια καθορίζεται ρητώς το χρονικό στάδιο εντός του οποίου μία αίτηση για καταχώρηση ανανέωσης θα πρέπει να υποβάλλεται, συνιστώντας με αυτό τον τρόπο μία από τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να μπορεί το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα παράτασης της εγγραφής, το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν μπορεί να επικαλεστεί τη σύμφυτη εξουσία του και, ουσιαστικά, να παρατείνει αυτή την προθεσμία. Ούτε η επίκληση της ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων από πλευράς των Αιτητών μπορεί να βοηθήσει στην προκειμένη περίπτωση. Όπως προέκυψε από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο μέσω της αρχικής ένορκης δήλωσης όσο και της συμπληρωματικής, η μη καταχώρηση εγκαίρως της αίτησης για ανανέωση του ΜΕΜΟ οφείλετο σε λάθος και παραδρομή των δικηγόρων των Αιτητών και λόγω ασθένειας της υπαλλήλου που χειρίζετο την υπόθεση αυτή στο γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών. Σχετική είναι η παράγραφος 2 της αρχικής ένορκης δήλωσης όπου αναφέρονται τα εξής:
  1. Εκ λάθους και παραδρομής δικής μας και λόγω ασθένειας της υπαλλήλου που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση στο γραφείο μας, η αίτηση για ανανέωση του εν λόγω εμπράγματου βάρους δεν καταχωρήθηκε 30 ημέρες πριν την λήξη της ισχύος του πιο πάνω MEMO, όπως προβλέπει ο Νόμος, ήτοι πριν την 19/3/2020 Μόλις αυτό έγινε αντιληπτό, ετοιμάστηκε η παρούσα αίτηση για καταχώρηση σήμερα (24/3/20) με σκοπό την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και με σκοπό την καταχώρηση της αίτησης ανανέωσης των MEMO μόλις τα παρόντα διατάγματα εκδοθούν από το Σεβαστό Δικαστήριο. Δεν διαφεύγει δε την προσοχή του Δικαστηρίου ότι στην αρχική ένορκη δήλωση δεν γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε άλλη αιτία ή λόγο που οδήγησε στην μη έγκαιρη καταχώρηση της αίτησης για ανανέωση του ΜΕΜΟ. Είναι στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση που γίνεται για πρώτη φορά αναφορά στην έκτακτη κατάσταση που δημιουργήθηκε λόγω της πανδημίας του κορωνοιού και στην Ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 16/3/2020 για αναστολή της εκδίκασης και περαιτέρω προώθησης των υποθέσεων που εκκρεμούν στο Δικαστήριο. Εκείνο το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ενώ από τη μια στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι λόγω ασθένειας της υπαλλήλου που χειρίζετο την υπόθεση αυτή στο γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών δεν κατέστη εφικτός ο έγκαιρος εντοπισμός της υπόθεσης για την έγκαιρη υποβολή της Αίτησης στο Δικαστήριο, χωρίς να καθορίζεται πότε τελικά εντοπίστηκε ο φάκελος της υπόθεσης, στη συνέχεια γίνεται αναφορά στην Ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 16/3/20, ήτοι χρονικό στάδιο 3 ημερών πριν την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής της Αίτησης ανανέωσης. Με δεδομένο ότι δεν καθορίστηκε το χρονικό στάδιο εύρεσης του φακέλου, δεν είναι αντιληπτή η διασύνδεση του όλου θέματος που γίνεται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση με το ότι είχαν μεσολαβήσει τα γεγονότα που αναφέρονται στις 16/3/
  2. Εν ολίγοις δεν προσδιορίστηκε κατά πόσο κατά το χρονικό διάστημα που απέμενε, ήτοι μεταξύ 16/3/20 μέχρι 19/3/20, ενώ η πλευρά των Αιτητών ήταν σε θέση να καταχωρήσει την Αίτηση εντούτοις στο διάστημα αυτό είχε προκύψει οτιδήποτε που την εμπόδιζε να προβεί στην καταχώρηση της. Η ουσία του ζητήματος παραμένει ότι η Αίτηση θα έπρεπε να είχε υποβληθεί το αργότερο μέχρι τις 19/3/
  3. Η επίκληση είτε λάθους, είτε παραδρομής, είτε ασθένειας υπαλλήλου των δικηγόρων των Αιτητών, γιατί αυτοί φαίνεται να είναι τελικά οι λόγοι που οδήγησαν στην μη έγκαιρη καταχώρηση της Αίτησης, δεν αποτελούν, κατά την κρίση μου, λόγους για ενάσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και μη εφαρμογής των ρητών προνοιών της σχετικής νομοθεσίας. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Ως αποτέλεσμα η Αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει του ότι η υπό κρίση Αίτηση ήτο μονομερής και ένεκα και της φύσης της δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.