← Κύπρος

ΚΑΛΛΗΣ ΜΙΛΗ & ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3081/2019, 13/4/2020

ΚΑΛΛΗΣ ΜΙΛΗ & ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3081/2019, 13/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A192 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3081/2019 ΜΕΤΑΞΥ: ΚΑΛΛΗΣ ΜΙΛΗ & ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας και NICODEMOU & GAVRIAS CONSTRUCTION CO LIMITED Εναγόμενης Αίτηση ημερομηνίας 11/11/2019 της Ενάγουσας για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 13 Απριλίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτούσα: κ. Α. Χάσικος. Για την Εναγομένη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Θ. Δημητρίου για κ.κ. Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  2. Η Ενάγουσα - Αιτούσα (η «Ενάγουσα») αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης - Καθ' ης η Αίτηση (η «Εναγομένη»).
  3. Με αγωγή που καταχωρίστηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα απαιτεί εναντίον της Εναγομένης το συνολικό ποσό των €35601,61 ως οφειλόμενο ποσό για (βλ. §8Α. της Αγωγής): «..συμφωνηθείσα και/ή εύλογο και/ή τρέχουσα αξία εκτελεσθεισών εργασιών και/ή των χωματουργικών εργασιών και/ή ισοπεδώσεων και/ή επιχωματώσεων και/ή μεταφορά υλικών οικοδομής και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού (account stated) και/ή υπόλοιπο δυνάμει τιμολογίων και/ή άλλως πως.».
  4. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ XXXXX Νικολάου, ενός εκ των διευθυντών της Ενάγουσας και προϊστάμενου του λογιστηρίου της. Μέρος των καθηκόντων του είναι η φύλαξη όλων των σχετικών εγγράφων και λογαριασμών. Έχει την προσωπική ευθύνη παρακολούθησης της κατάστασης λογαριασμού οπότε και έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης.
  5. Σύμφωνα με την απαίτηση και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, η Ενάγουσα ασχολείται με την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, εκσκαφών, επιχωματώσεων και μεταφορών υλικών οικοδομής. Η Εναγομένη ασχολείται με κατασκευαστικές εργασίες. Μεταξύ τους υπήρξε συνεργασία. Η Ενάγουσα είχε ανοίξει τρεχούμενο λογαριασμό στον οποίο καταχωρίζονταν οι χρεώσεις για τις εκτελεσθείσες εργασίες προς όφελος της Εναγομένης. Για τις πληρωμές έναντι γίνονταν και οι ανάλογες πιστώσεις. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος και/ή η μεταξύ τους πρακτική συνήθεια ότι η Εναγομένη όφειλε να πληρώσει την εκάστοτε οφειλή της ταυτόχρονα με την εκτέλεση της εργασίας ή εντός 30 ημερών από την έκδοση των τιμολογίων.
  6. Τον Ιούνιο 2018 η συνεργασία τους διεκόπη. Ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €43601,
  7. Συμφωνήθηκε όπως η Εναγομένη προχωρήσει σε εξόφληση καταβάλλοντας το ποσό των €1500 μηνιαίως. Η Εναγομένη κατέβαλε το συνολικό ποσό των €8000 και μετά σταμάτησε. Την 11/4/2019 συνέχιζε να παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €35601,
  8. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1, κατάσταση χρεοπιστώσεων για την περίοδο 31/12/2014 μέχρι 11/4/
  9. Η Εναγομένη προβάλλει συνολικά 7 λόγους ένστασης. Αρνείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18, θ. 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας (λόγος 1) και ότι ο ενόρκως δηλών στην Αίτηση έχει θετική γνώση των γεγονότων (λόγος 6). Ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση (λόγος 2) αφού το ποσό που απαιτείται δεν είναι αποδεκτό (λόγος 3) υφίσταται ζήτημα παραγραφής μέρους της αξίωσης (λόγος 5), ενώ η υπεράσπιση της δεν αντικρούεται επαρκώς με μαρτυρία (λόγος 4). Ως εκ τούτου, είναι η θέση της, υπάρχουν σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση που μόνο στα πλαίσια κανονικής δίκης μπορούν να εξεταστούν (λόγος 7).
  10. Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Γαβριά, διευθυντή και μετόχου της Εναγομένης. Στην ένορκη δήλωση του αποδέχεται τις ιδιότητες των διαδίκων αλλά και το γεγονός ότι υπήρξε συνεργασία μεταξύ τους. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως ακολούθως:

(1)Αρνείται ότι το Τεκμήριο 1 αποτελεί απόδειξη εκκαθαρισμένου ή παραδεδεγμένου λογαριασμού. Ουδέποτε αποδέχθηκε ως οφειλόμενο το ποσό των €43601,61. Σωρεία καταχωρίσεων στο Τεκμήριο 1 αφορούν τιμολόγια που δεν παραδόθηκαν ποτέ την Εναγομένη. Η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού απλά αναφέρει το ποσό που η Ενάγουσα θεωρεί ότι της οφείλει η Εναγομένη και όχι αυτό που της οφείλεται. Αναφέρει συγκεκριμένα τα ακόλουθα στην §7 της ένορκης δήλωσης του (διατηρείται η σύνταξη και ορθογραφία): «Όμως γνωρίζω ότι η πραγματική εικόνα του τι εκτελέστηκε και του τι παραδόθηκε διαφέρει κατά πολύ από αυτό που παρουσιάζει η Αιτήτρια μέσο του Τεκμηρίου 1, το οποίο πρώτη φορά βλέπουμε ως Καθ' ης η Αίτηση μέσω της επίδικης αγωγής. Δεν αρνούμαι ότι στο παρελθόν η Αιτήτρια είχε εκτελέσει εργασίες και έχει παραδώσει υλικά προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση. Όταν γινόταν αυτό η Αιτήτρια απέστελλε τιμολόγιο και η Αιτήτρια[1] το έλεγχε. Δηλαδή έλεγχε ότι όντως έγινε η εργασία ή ότι όντως τα υλικά παραδόθηκαν σε κάποιο εργοτάξιο. Μετά τον έλεγχο πλήρωνε. Η Καθ' ης η Αίτηση κατά τον Μάιο του 2019 διαφώνησε με την Αιτήτρια καθ' ότι η Αιτήτρια απαίτησε αόριστα να πληρωθεί ποσά δεκάδων χιλιάδων ευρώ για δήθεν εκτελεσθείσες εργασίες και δήθεν παραδιδόμενα υλικά και τα οποία η Καθ' ης η Αίτηση δεν μπορούσε να αντιληφθεί από που πρόκυπταν καθότι δεν της είχαν σταλεί τιμολόγια».
(2)Ουδέποτε είχαν συμφωνία για εξόφληση τιμολογίων αμέσως ή εντός 30 ημερών.
(3)Δεν διευκρινίζεται πότε δόθηκαν εντολές ή ποιές εργασίες αφορούσαν αυτές οι εντολές Η Εναγομένη δεν μπορεί να γνωρίζει πως προκύπτει το κάθε ποσό που απαιτεί η Ενάγουσα. Αμφισβητεί επίσης τη γνώση του ενόρκως δηλούντα στην Αίτηση, ενόψει και της ιδιότητας του, ως προς τις ακριβείς εργασίες που εκτελέστηκαν και υλικά που παραδόθηκαν.
(4)Όπως τυγχάνει συμβουλής, μέρος της αξίωσης της Ενάγουσας, που αφορά χρεώσεις πριν την 31/12/2015, έχει παραγραφεί την 31/12/2018 δυνάμει του άρθρου 7
(2)του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Ν. 66(Ι)/2012(«Ν.66(Ι)/2012»), όπως τροποποιήθηκε.
  1. Η θέση του επομένως είναι ότι θα πρέπει να δοθεί άδεια στην Εναγομένη να υπερασπιστεί.
  2. Κατά την ακρόαση της Αίτησης και οι δύο συνήγοροι κατέθεσαν γραπτώς τις εισηγήσεις τους και αναφέρθηκαν στη νομολογία επί του θέματος.
  3. Ο συνήγορος της Ενάγουσας ανέφερε ότι έχουν ικανοποιηθεί όλες οι προϋποθέσεις της Δ.18 από πλευράς Ενάγουσας. Εναπόκειται επομένως στην Εναγομένη να πείσει το Δικαστήριο με μαρτυρία ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας. Φέρει δηλαδή το βάρος να αποδείξει ότι έχει εύλογη, συζητήσιμη και εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, δίδοντας σχετικές λεπτομέρειες. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν αρκούν. Ο ενόρκως δηλών στην Ένσταση ανέφερε ότι προέκυψε διαφωνία με την Ενάγουσα τον Μάιο του
  4. Αν και αμφισβητεί το ποσό δεν δίδει στο Δικαστήριο την «πραγματική εικόνα» που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει. Διαφωνεί αόριστα χωρίς να αποκαλύπτει λεπτομέρειες περιοριζόμενος σε απλή άρνηση. Δεν προσφέρει μαρτυρία ούτε για το ζήτημα της παραγραφής.
  5. Ο συνήγορος της Εναγομένης αντέτεινε ότι η παρούσα δεν είναι «καθαρή» περίπτωση που να δίδει δικαίωμα συνοπτικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Υπάρχουν σωρεία πραγματικών και νομικών ζητημάτων για τα οποία η Ενάγουσα δεν έχει προβάλει τη δέουσα τεκμηρίωση. Συγκεκριμένα:
(1)Δεν έχει τεκμηριώσει το μεταξύ τους συμβατικό πλαίσιο αφού δεν αναφέρεται στο αν η συμφωνία ήταν προφορική ή γραπτή, την ημερομηνία σύναψης της και τους όρους της.
(2)Δεν προσδιορίζονται οι εργασίες που εκτελέστηκαν και τα υλικά που παραδόθηκαν. Δεν αναφέρεται πότε έγιναν, ποιες ήταν οι συμφωνημένες ή εύλογες τιμές, πότε στάλθηκαν τα τιμολόγια, ποιος παρέλαβε τα υλικά και ότι αυτά όντως παραδόθηκαν.
(3)Ο ισχυρισμός για αποδοχή του οφειλόμενου ποσού έχει αντικρουστεί και η ίδια η κατάσταση από μόνη της δεν συνιστά παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1Α ΑΑΔ 610). Προκύπτει ότι η συνεργασία διεκόπη και ότι υπήρξε διαφωνία ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο.
(4)Οι διάδικοι εμπίπτουν εντός του ορισμού «εργολάβος», οπότε και υπάρχει παραγραφή απαιτήσεων που αφορούν χρώσεις προ της 31/12/2015, σύμφωνα με το άρθρο 7
(2)του Ν. 66(Ι)/2012 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «7
(2)Καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.
(5)Ο ενόρκως δηλών στην Αίτηση δεν έχει θετική γνώση όλων των γεγονότων αλλά μόνο για ζητήματα λογιστηρίου. 12. Σκοπός της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ 818, 824, Sensus Gymnasium Ltd κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1Β ΑΑΔ 1795, 1801). 13. Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[2] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα.
(2)Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως.
(3)Η αίτηση του συνοδεύεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκιστεί εργοδοτούμενος της εταιρείας. Αυτός όμως θα πρέπει να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και την αξίωση και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Stavrinides v Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, 133 και Νεάρχου, ανωτέρω, σελ. 824 - 825).
(4)Όπου ο ενάγων στηρίζεται σε πέραν της μίας βάσεων αγωγής (τις οποίες προωθεί ταυτόχρονα) θα πρέπει να στην ένορκη δήλωση να βεβαιώνει όλες (βλ. Atlaspantou Co Limited v Angelos Nicolaides Holdings Limited
(2013)1Γ ΑΑΔ 2553, 2561 - 2562 με αναφορά στην Stainer v Tragett [1955] 3 All ER 742). 14. Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Δημητρίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1B ΑΑΔ 782, 789). 15. Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, 982, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χατζηνέστωρος
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, 754 - 755, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, 244 - 245, Brainvibes Ltd κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση 504/2012, 17/5/2018). 16. Από πλευράς εναγόμενου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)Έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου, ανωτέρω, σελ. 982, Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνα
(1999)1B ΑΑΔ 817, 822).
(2)Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί (βλ. Δ.18, θ.3 (b)[3])
(3)Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333, 337 - 338 και 339 - 340). 17. Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν Persona Advertising Ltd
(1996)1B ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (σελ. 1080 - 1081 - μετάφραση αποσπάσματος από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». 18. Στη Χαράκης ν Βρυώνη, Πολιτική Έφεση Ε28/2017, 24/10/2018 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχεται στον ενάγοντα η δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, όπου η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και είναι προφανές πέραν από λογική αμφιβολία ότι ο εναγόμενος δεν έχει καλή υπεράσπιση ή δεν υπάρχουν γεγονότα τέτοια που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, (βλ. N. V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, 822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». » 19. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές κρίνω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να ικανοποιήσει τις δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για τους ακόλουθους λόγους:
(1)Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα την 3/10/2019.
(2)Η Εναγομένη καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως την 4/11/2019.
(3)H αίτηση της Ενάγουσας συνοδεύεται από ένορκη δήλωση Διευθύνοντα Συμβούλου, στην οποία δηλώνει ότι έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης.
(4)Στην ένορκη δήλωση του επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα για παραδεδεγμένο λογαριασμό (account stated) και δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει η Εναγομένη δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Συγκεκριμένα στην §6 της ένορκης δήλωσης του αναφέρεται σε συμφωνία τον Ιούνιο 2018 ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν €43601,61 και ότι θα εξοφλούνταν με μηνιαίες δόσεις των €
  1. Η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1 επιβεβαιώνει και ότι καταβλήθηκε έναντι το ποσό των €8000, οπότε και παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €35601,
  2. Αν και δεν αναφέρεται ρητά, διαφαίνεται ότι η κατ' ισχυρισμόν συμφωνία είναι προφορική.
  3. Ως εκ τούτου οι προβληθείσες θέσεις της Εναγομένης ότι απουσιάζει το δικαιοδοτικό υπόβαθρο στην Αίτηση δεν ευσταθούν.
  4. Εναπόκειται επομένως στην Εναγομένη να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει υπεράσπιση. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση δεν παρατέθηκαν από πλευράς Εναγομένης συγκεκριμένα στοιχεία για τη μεταξύ τους συνεργασία που ήταν παραδεκτή. Ούτε ξεκαθάρισε αν δέχεται έστω και μέρος της Απαίτησης. Περιορίστηκε στο να αναφέρεται ότι δεν είναι αποδεκτό το πλήρες ποσό. Σημειώνω ότι δεν ζητήθηκε οποιαδήποτε διαταγή ή εξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση με βάση τη Δ.18, θ.θ. 3 (c)[4].
  5. Η Εναγομένη, επί της ουσίας, εγείρει δύο Υπερασπίσεις:
(1)Το ποσό που απαιτήθηκε αρχικά ουδέποτε συμφωνήθηκε ώστε να αποτελεί παραδεδεγμένο λογαριασμό, και
(2)μέρος της απαίτησης έχει παραγραφεί.
  1. Έχοντας υπόψη τις αρχές που παρέθεσα πιο πάνω θεωρώ ότι η Εναγομένη, παρά την παράλειψη της να τοποθετηθεί στο αν δέχεται μέρος της οφειλής, προβάλλει εύλογους λόγους για να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Η περίπτωση δεν είναι τέτοια ώστε να μην προκύπτει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση. Υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση. Αμφισβητείται η προφορική συμφωνία που κατέστησε τον λογαριασμό παραδεκτό και εγείρεται και νομικό θέμα, αυτό της παραγραφής. Η σύναψη ή όχι της προφορικής συμφωνίας είναι ζήτημα αξιολόγησης μαρτυρίας που μόνο στα πλαίσια της δίκης μπορεί να επιλυθεί.
  2. Δίδεται άδεια στην Εναγομένη όπως καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης εντός 30 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί.
  3. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της Εναγομένης και σε βάρος της Ενάγουσας, τα οποία, όπως θα αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Προφανώς εννοεί την Καθ' ης η Αίτηση. [2] Ord. 18, r.
  4. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [3] Ord.18, r.
  5. (b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim. [4]
  6. (c) The Court may, if it thinks fit, order the defendant, or in the case of a corporation, any officer thereof, to attend and be examined upon oath, or to produce any leases, deeds, books, or documents, or copies thereof or extracts therefrom. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.