← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Α

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 316/2018, 10/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 316/2018 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 μέχρι (Αρ. 10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, Άρθρο 80 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Αιτήτριας-Εφεσείουσας και

  1. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών
  2. C & C Inlander Developers Ltd
  3. XXXXX Θεοδώρου Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσίβλητων ------------------------- 10 Απριλίου,
  4. Για τους Αιτητές-Εφεσείοντες: κ. Χατζηγιώργη με κα Αντωνίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1: κα Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για την Καθ΄ ης η Αίτηση 2: Καμία εμφάνιση Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 3: Καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση-Έφεσή τους οι Αιτητές ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο η απόφαση και/ή διαταγή και/ή γνωστοποίηση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσία, στην αίτηση ΑΕΑ 848/2015 Του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση του ημερομηνίας 25.7.2018, τεκμήριο 1 να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η διαταγή και/ή γνωστοποίηση και/ή απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 25.7.2018 στην αίτηση με αριθμό ΑΕΑ 848/2015 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, τεκμήριο 1, με την οποία ειδοποιεί για την μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση 3, δυνάμει σύμβασης ενώ το ακίνητο βαρύνεται από Υποθήκες και ΜΕΜΟΣ προς όφελος και/ή εξασφάλιση της Εφεσείουσας-Αιτήτριας». Οι Αιτητές προβαίνουν στο αίτημά τους αυτό, στη βάση των έξι λόγων έφεσης που τέθηκαν στο σώμα της Αίτησης, ως ακολούθως: Ο Διευθυντής προέβη στην προσβαλλομένη Απόφαση στη βάση διατάξεων νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές όπως εξηγείται πιο κάτω. Η προσβαλλόμενη Απόφαση στη βάση των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015)(στο εξής «ο Νόμος») παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25

(1)του Συντάγματος, για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας, εφόσον: (α) παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα όπως αυτή θεωρεί σωστό μέσα στα πλαίσια του νόμου και με σκοπό την κερδοφορία· (β) καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την Αιτήτρια ποσών σύμφωνα με την Υποθήκη και/ή τη Σύμβαση Δανείου (όπως αυτές καθορίζονται στην επισυναπτόμενη Ένορκη Δήλωση) και/ή παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα στερώντας το δικαίωμα της Αιτήτριας στην εξασφάλιση της επίδικης υποθήκης και/ή υποχρεώνοντας την Αιτήτρια να δεχθεί εξασφάλιση ή υποθήκη διαφορετική ή σε διαφορετικό ακίνητο από εκείνο που η ίδια έκρινε ότι μπορούσε να δοθεί ως εξασφάλιση σε σχέση με συμβατικές υποχρεώσεις του οφειλέτη - υπό διαχείριση καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας, ακόμα και αν αυτό είναι ενάντια στα συμφέροντα της Αιτήτριας· (γ) ο Νόμος παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείται η ανάγκη ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 25
(2)του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος αυτού. Η προσβαλλόμενη Απόφαση συνιστά παραβίαση των άρθρων 23
(1), 23
(2)και 23
(4)του Συντάγματος καθώς: (α) επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και/ή περιορισμούς πάνω στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδεται σ' αυτή οποιαδήποτε δίκαια αποζημίωση· (β) περιορίζει και/ή απαλλοτριώνει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι του εγγυητή - ενυπόθηκου οφειλέτη - και/ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος και/ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το Άρθρο 23· (γ) παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, χωρίς οποιονδήποτε λόγο που με βάση το Άρθρο 23 θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό. Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι παράνομη αφού προσκρούει στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/
  1. Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι αντισυνταγματική αφού παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος: (α) παρεμβαίνοντας στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας με τον ενυπόθηκο οφειλέτη. (β) παρεμβαίνοντας στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της ενυπόθηκης οφειλέτιδας εταιρείας να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης· (γ) εκ των υστέρων τροποποιώντας και/ή καταργώντας συμβάσεις (την Υποθήκη και την Σύμβαση Δανείου) κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων· (δ) κατεδαφίζοντας τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών· (ε) οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ενώ ο Διευθυντής τελούσε σε πλάνη, αναφορικά με τα γεγονότα. Ως προς το νομικό της υπόβαθρο, η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στα Άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/62και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως προς το πραγματικό της υπόβαθρο η Αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Θεοδώρου, ημερομηνίας 24.8.2018, στην οποία αναφέρεται με λεπτομέρεια στα γεγονότα που αφορά η παρούσα διαδικασία και τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ως, μεταξύ άλλων, ο ενόρκως δηλών αναφέρει:
  2. .................................... Περί την 22.5.2018 παρελήφθη από την αιτήτρια, ειδοποίηση του Καθ' ου η Αίτηση 1- Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας (στο εξής ο «Διευθυντής») ημερ. 15/5/2018 με αριθμό ΑΕΑ 848/2015 με την οποία γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια η πρόθεση του Διευθυντή να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ. 30/04W1, Τεμάχιο XXXXX, στον Αρχάγγελο, Ανθούπολη, στη Λευκωσία (στο εξής το «Ακίνητο»), στο όνομα του καθ' ού η αίτηση 3, δυνάμει σύμβασης, η οποία έχει κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αρ. ΠΩΕ 3514/
  3. Αντίγραφο της εν λόγω Ειδοποίησης επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο Α. Με την εν λόγω Ειδοποίηση κλήθηκε η Αιτήτρια να υποβάλει ένσταση εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής εναντίον της ως άνω περιγραφόμενης Ειδοποίησης - πρόθεσης του Διευθυντή ή αίτηση για μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε άλλη ιδιοκτησία. Το εν λόγω Ακίνητο βαρύνεται με τα ακόλουθα βάρη ήτοι Υποθήκη XXXXX/06 (στο εξής η «Υποθήκη ») και ΕΒ4107/14, ΕΒ1293/15, ΕΒ1294/15, ΕΒ22/16, προς όφελος της αιτήτριας. Η υποθήκη συνάφθηκε μεταξύ της υπό διαχείριση πλέον εταιρείας καθ' ης η Αίτηση 2 και της Αιτήτριας ως εξασφάλιση προς όφελος της τελευταίας για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων προς την εν λόγω εταιρεία για την οποία και εκκρεμούν αγωγές, τεκμήριο Β. Όπως προκύπτει από την έρευνα αναφορικά με το Ακίνητο στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, τεκμήριο Γ, η σύμβαση πώλησης με αριθμό ΠΩΕ 3514/2007, κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μεταγενέστερα της Υποθήκης ήτοι το Σεπτέμβριο του 2007 ενώ η υποθήκη XXXXX/2006 κατατέθηκε την 25.5.
  4. 5 Μέχρι σήμερα, το εξ αποφάσεως υπόλοιπο των υποχρεώσεων της καθ' ής η αίτηση 2 , που εξασφαλίζονται με τις υποθήκες και ΜΕΜΟΣ που προανέφερα δεν έχουν εξοφληθεί και συγκεκριμένα παρουσιάζουν υπόλοιπα μέχρι 23.8.2018 ως εξής: Αγωγή XXXXX/2018 XXXXX071-4 Το υπόλοιπο του χρέους μαζί με τους τόκους ανέρχεται σε €72.316,61 μέχρι τις 23.8.2018, πλέον τόκους από 24.8.2018 με επιτόκιο προς 8% με κεφαλαιοποίηση τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, πλέον τυχόν δικηγορικά έξοδα σε εκκρεμότητα ή και άλλα τυχόν έξοδα. XXXXX072-2 Το υπόλοιπο του χρέους μαζί με τους τόκους ανέρχεται σε €240.877,20 μέχρι τις 23.8.2018, πλέον τόκους από 24.8.2018 με επιτόκιο προς 8% με κεφαλαιοποίηση τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, πλέον τυχόν δικηγορικά έξοδα σε εκκρεμότητα ή και άλλα τυχόν έξοδα. 6 Επισυνάπτω ως τεκμήριο Δ κατάσταση λογαριασμού. Παρά το γεγονός ότι τα ποσά των διευκολύνσεων που εξασφαλίζονται από τις υποθήκες και αποτελούν αντικείμενο της αγωγής XXXXX/2018 που βαρύνουν το επίδικο ακίνητο δεν έχουν αποπληρωθεί και συνεπώς οι Υποθήκες συνεχίζουν να υφίστανται και να βαρύνουν το Ακίνητο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του νέου Τροποιητικού Νόμου 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), ο οποίος τροποποιεί τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 μέχρι 2015 (στο εξής «ο Νόμος»), ο Διευθυντής απέστειλε και η Αιτήτρια παρέλαβε την Ειδοποίηση - Τεκμήριο Α, με την οποία ο Διευθυντής την ενημέρωσε για την πρόθεση του να μεταβιβάσει το Ακίνητο στο όνομα του Καθ' ού η Αίτηση 3 και κάλεσε την Αιτήτρια να υποβάλει ένσταση εναντίον της εν λόγω πρόθεσης ή αίτηση για μεταφορά των υποθηκών σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία. Όπως καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω οι λόγοι για τους οποίους δύναται η Αιτήτρια να υποβάλει ένσταση στη βάση των προνοιών του Νόμου είναι συγκεκριμένοι και πολύ περιορισμένοι και δεν καλύπτουν τους λόγους για τους οποίους υποβάλλεται η παρούσα Έφεση/Αίτηση. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια έκανε χρήση του δικαιώματος καταχώρησης Έφεσης στη βάση του άρθρου 51 περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965και 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος. Περαιτέρω, άσκηση του δικαιώματος που προσφέρεται στην Αιτήτρια για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, είτε της οφειλέτιδας Καθ' ης η Αίτηση 2 ή άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου που εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων ή των Υποθηκών εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση 2, θα μεταβάλει, χωρίς την ελεύθερη βούληση των μερών, τις συνθήκες και τους όρους τόσο των Συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων όσο και της Υποθήκης. Η Αιτήτρια καταχώρησε ένσταση, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως τεκμήριο Ε, περί 3.7.
  5. Ο καθ' ου η αίτηση 1 απέστειλε επιστολή/απόφαση με ημερομηνία 25.7.2018 Τεκμήριο 1στην Αιτήτρια η οποία παραλήφθηκε την 30.7.2018, ενημερώνοντάς τους ότι η ένσταση απορρίπτεται και ότι θα προχωρήσει στην μεταβίβαση του ακινήτου εκτός εάν λάβει σχετικό διάταγμα από το Δικαστήριο περί του αντιθέτου. Όπως καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι της Αιτήτριας, η Ειδοποίηση/απόφαση - Τεκμήριο 1 είναι άνευ έννομου αποτελέσματος και είναι άκυρη ή παράνομη εφόσον αυτή στάλθηκε στη βάση προνοιών του Νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές, καθώς αυτές περιορίζουν και παραβιάζουν αδικαιολόγητα τα ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι λόγοι για τους οποίους οι πρόνοιες του Νόμου και συγκεκριμένα τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ θεωρούνται ως αντισυνταγματικά, συγκεκριμενοποιούνται ανωτέρω στην παρούσα Έφεση/Αίτηση. Τους εν λόγω λόγους τους έχω διαβάσει, συμφωνώ με αυτούς, τους υιοθετώ και τους επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας.» Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 εμφανίστηκε στη διαδικασία και φέρει ένσταση στα αιτούμενα διατάγματα στη βάση των 13 λόγων που τίθενται στην ένστασή του. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία. Ως προς το πραγματικό της υπόβαθρο η ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 βασίζεται στα λεγόμενα της XXXXX Ματθαίου, στην ένορκή της δήλωση ημερομηνίας 27.11.
  6. Σ΄ αυτήν, η ενόρκως δηλούσα παραθέτει τα γεγονότα και ισχυρισμούς που θεωρεί ότι υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης που εγείρει ο Καθ΄ ου η Αίτηση
  7. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεών της κάθε πλευράς. Είχαν δε, την καλοσύνη να θέσουν γραπτώς τις αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων. Αρκεί να επισημάνω ότι έχω με προσοχή μελετήσει όλα τα ενώπιόν μου στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αγορεύσεων, τα οποία, άλλωστε, απασχολούν το Δικαστήριο στο τι ακολουθεί κατωτέρω, με ειδική αναφορά όπου αυτό απαιτείται. Είναι γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δεν υφίσταται ουσιαστική διαφωνία ως προς τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα που αφορούν την παρούσα. Το τι απομένει πλέον είναι η εξέταση του κατά πόσο ευσταθούν οι ως άνω λόγοι στους οποίους βασίζεται η πλευρά των Αιτητών, δίνοντας έτσι έρεισμα στα αιτούμενα διατάγματα. Ο Νόμος 139
(1)/2015 εισήξε στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν.9/1965, τα άρθρα 44 1Η - 44 ΚΖ σκοπεύοντας, όπως αναφέρεται, στην προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών. Τα εν λόγω άρθρα ρυθμίζουν τόσο το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, όσο και τις προϋποθέσεις για εφαρμογή των προνοιών, ώστε, ως προνοείται στο άρθρο 44ΚΒ: "Ειδοποίηση πρόθεσης μεταβίβασης 44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης: Νοείται ότι, ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση αίτησης για μεταφορά προβαίνει στη μεταφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση υποχρεούνται όπως προσκομίσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με Κανονισμούς για την τεκμηρίωση της ένστασής τους ή της μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή.
(6)Ο Διευθυντής, μετά την πάροδο των σαράντα πέντε
(45)ημερών, δύναται να προβεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του πωλητή, σύμφωνα με διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς.
(7)Ο Διευθυντής σε περίπτωση κατά την οποία ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, αποδέχεται αίτηση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης από τον ενυπόθηκο δανειστή ή από οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, σύμφωνα με Κανονισμούς, στην ακίνητη ιδιοκτησία- (α) Νομικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, ή (β) φυσικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία και κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης ενεργούσαν ως διοικητικοί σύμβουλοι του πωλητή ή κατείχαν ποσοστό πέραν του δέκα τοις εκατόν (10%) του μετοχικού κεφαλαίου του πωλητή, στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα των νομικών προσώπων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) και στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο πωλητής είναι νομικό πρόσωπο: Νοείται ότι, σε περίπτωση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε ακίνητη ιδιοκτησία προσώπου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (α) και (β), το εν λόγω πρόσωπο αποκτά για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και η ευθύνη του περιορίζεται στο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην ευθύνη που απορρέει από τη σχετική σύμβαση εγγύησης. Πανομοιότυπα θέματα απασχόλησαν το Δικαστήριο στην Αίτηση-Έφεση 71/2016, Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ενώπιον της Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ., καθώς επίσης σε σωρεία άλλων Αιτήσεων-Εφέσεων ενώπιον Επαρχιακών Δικαστηρίων. Βρίσκω ότι η ανάλυση της εντίμου Προέδρου, στην απόφασή της ημερομηνίας 24.5.2017, καλύπτει πλήρως τα υπό κρίση θέματα. Εκφράζοντας τη συμφωνία μου με τα λεγόμενα στην εν λόγω απόφαση και υιοθετώντας αυτά καθ΄ ολοκληρία, παραθέτω εκτενή σχετικά αποσπάσματα από την εν λόγω απόφαση αυτούσια, θεωρώντας ότι δεν θα μπορούσα να αποδώσω την ουσία των λεχθέντων με καλύτερο τρόπο: "Όπως διαφαίνεται από τους λόγους της αίτησης/έφεσης, το κύριο ζήτημα που απασχολεί είναι η συνταγματικότητα των επίδικων/επίμαχων διατάξεων. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης των Καθ΄ ων πως δεν εγείρεται με σαφήνεια το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας και δεν γίνεται σαφής αναφορά στα άρθρα του Νόμου τα οποία αντιβαίνουν το Σύνταγμα. Απαντούν οι Αιτητές πως είναι το σύνολο των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν.9/65 καθώς και το αποτέλεσμα που επιφέρουν που παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως σε περιπτώσεις όπου αμφισβητείται η συνταγματικότητα ενός Νόμου, αυτή θα εξετασθεί σε συνάρτηση με τις συνταγματικές διατάξεις και όχι σε συνάρτηση με άλλες νομοθετικές διατάξεις. Το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο Νόμο της Κυπριακής έννομης τάξης και οιαδήποτε θέματα ασυμβατότητας με αυτό θα πρέπει να εξετάζονται ως ο επίδικος Νόμος να παραβιάζει τις διατάξεις αυτού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας παραπέμπει στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Συνεπώς κρίνεται πως το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το θέμα συνταγματικότητας του συνόλου των διατάξεων, οι οποίες φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και στις οποίες γίνεται άμεσα παραπομπή και αναφορά τους στην αίτηση. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως (Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Β Α.Α.Δ. 923). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και έχουν υιοθετηθεί σε σωρεία μεταγενέστερα, συνοψίζονται στις ακόλουθες:
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Βλέπε επίσης The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62 και Δημήτρης Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7. Συναφής με τα ανωτέρω η απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R.,
  1. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Και μετά τις επεξηγήσεις του Γενικού Εισαγγελέα παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι για τους οποίους η σχετική πρόνοια του σχεδίου υπηρεσίας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 3 και 189 του Συντάγματος.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν καταχωρήσει γραπτές αγορεύσεις για ανάπτυξη των θέσεων τους. Οι συνήγορος της Εφεσείουσας και η συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 έχουν αναπτύξει και προφορικά τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει και ακούσει με προσοχή τους ευπαίδευτους συνηγόρους, η βοήθεια των οποίων ήταν σημαντική. Στα κυριότερα σημεία της επιχειρηματολογίας τους αναφορά επιχειρείται κατωτέρω. Ασυμβατότητα των επίδικων άρθρων με το Άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο προνοεί: «
  2. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  3. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  4. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  5. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας παραπέμπει στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. [.] Η έννοια της περιουσίας με βάση την νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Όλοι οι συνήγοροι αποδέχονται την ανωτέρω αρχή η οποία επιβεβαιώθηκε και από τη νομολογία. Στην αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.217, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, λέχθηκε: «Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με το άρθρο 3 του Νόμου όταν οι προϋποθέσεις πληρούνται, επιβάλλεται συμψηφισμός του ποσού της χορήγησης, με την ονομαστική αξία των αξιογράφων ή μετοχών (του δανειολήπτη), αφαιρουμένης της τρέχουσας αξίας των μετοχών, κατά την ημερομηνία αναδιάρθρωσης. Επίσης περιορίζεται, κατά τρόπον ανεπίτρεπτο, το ποσό που το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να διεκδικήσει, έτσι ώστε το μέγιστον ποσό διεκδίκησης να είναι η οφειλή σύμφωνα με την αρχικά συναφθείσα σύμβαση για παροχή χορήγησης εκ μέρους του Πιστωτικού Ιδρύματος, με συμβατικό τόκο και τόκο υπερημερίας ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2%. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζεται ακόμα και ο συμβατικός τόκος και ο τόκος υπερημερίας, επί των καθυστερημένων δόσεων αλλά και άλλα έξοδα τα οποία επιβλήθηκαν από την 29.3.13 και μετά, τα οποία δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στη διεκδίκηση του Πιστωτικού Ιδρύματος εναντίον του δανειολήπτη. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζονται δικαιώματα περιουσιακής φύσης και κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, υπό την έννοια που επεξηγήθηκε ανωτέρω, κατά τρόπον ανεπίτρεπτον από το Άρθρο 23 του Συντάγματος.» Αποτελεί τη θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας πως οι διατάξεις του επίδικου Νόμου αποτελούν στέρηση της ιδιοκτησίας της, η οποία μόνο με αναγκαστική απαλλοτρίωση μπορεί να επέλθει. Σε τέτοια δε περίπτωση, απαιτείται να δοθεί δίκαια και εύλογη αποζημίωση, η οποία στην κρινόμενη περίπτωση δεν προσφέρεται." ....................................... "Η απόφαση του Διευθυντή, βασιζόμενη στις πρόνοιες του Νόμου, να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι των αγοραστών (Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4) το ακίνητο ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους, τι άλλο παρά ακύρωση και εξάλειψη της υποθήκης συνιστά και συνεπώς στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας. Μια απόφαση που λαμβάνεται χωρίς τη συγκατάθεση του ενυπόθηκου δανειστή και χωρίς καταβολή σ΄ αυτόν δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης ως προνοεί η συνταγματική διάταξη." ....................................... "Τέτοια στέρηση μπορεί να γίνει μόνο με τον καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης όπως επιτάσσει το σύνταγμα και έχει ερμηνευθεί νομολογιακά (Simonis and another v. Improvement Board of Latsia
(1964)3 C.L.R. 109, Blueware Projects Ltd of Limassol and others v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 2522). Καταγράφεται σχετικά στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, αφού αναφέρεται σε σχετική νομολογία: «Σχετικά με την ερμηνεία του όρου δίκαια και εύλογη αποζημίωση το Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση Yiannis Anastasi Moti v. The Republic
(1968)1 CLR 102 την ερμηνεία που δόθηκε στον όρο αυτό σε αμερικάνικες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία δίκαιη αποζημίωση σημαίνει το πλήρες και τέλειο ισότιμο σε χρήμα της περιουσίας που απαλλοτριώνεται, ενώ εύλογη σημαίνει ότι πρέπει να είναι επαρκής κατά τρόπο αντίστοιχο ως προς τα κρατούντα στο ελληνικό δίκαιο [.] Ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» σημαίνει στην πράξη την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα.» Τέτοια δε στέρηση ιδιοκτησίας, μόνο με τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μπορεί να επιτευχθεί. Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί στις πιο κάτω αποφάσεις, είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στην απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδης κ.α. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α. (ανωτέρω)(Καναρά Ρεβέκκα Χρ. v. Χρυσούλλας Αντώνη Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801). Επί του ιδίου θέματος, παρατηρεί στο σύγγραμμα του ο Α. Λοϊζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας πως: «Αν οι περιορισμοί οι οποίοι επιβάλλονται, εξουδετερώνουν ουσιαστικά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, η πράξη ακυρώνεται για κατάχρηση εξουσίας.» Τονίζεται δε πως με τη μεταφορά της υποθήκης επί άλλου ακινήτου εάν αυτό επιτυγχανόταν, τούτο θα γινόταν με ακύρωση και εξάλειψη της συγκεκριμένης υποθήκης επί του συγκεκριμένου ακινήτου χωρίς την προηγηθείσα διαδικασία απαλλοτρίωσης και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. Θεωρώ ορθά τα όσα υπογραμμίζει ο κ. Πολυβίου και μεταφέρονται αυτούσια: «Αυτό που ουσιαστικά επιτυγχάνεται με τις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965 είναι η αποστέρηση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της Αιτήτριας το οποίο απορρέει από την Σύμβαση Υποθήκης Υ.268/2006. Η εν λόγω αποστέρηση επιτυγχάνεται με την ακύρωση/εξάλειψη της εν λόγω Υποθήκης χωρίς μάλιστα να δίδεται οιανδήποτε «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση η οποία να αντιστοιχεί στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία απορρέουν από την εν λόγω Υποθήκη.» Γίνεται επίκληση εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση της αιτιολογικής έκθεσης η οποία οδήγησε στη ψήφιση και εισαγωγή των επίδικων διατάξεων (Τεκμήριο ΣΤ στην ένορκη δήλωση Ζίγκα). Αναφέρει η έκθεση πως: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, έτσι ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή ή/και εξάλειψη ή/και μεταφορά ή/και ακύρωση υποθήκης ή/και εμπράγματου βάρους ή/και απαγόρευσης που βαρύνουν ακίνητο ή μέρος αυτού, με σκοπό την μεταβίβαση του επ΄ ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.» Με την ένορκη δήλωση Ζίγκα συγκεκριμενοποιείται ο αριθμός των αγοραστών αυτών στα 70.000 άτομα. Όμως: Ουδείς Νόμος θεωρείται συνταγματικός, όταν ψηφίζεται για προστασία ορισμένης μερίδας ανθρώπων. Δεν προσδιορίζεται είτε στη συγκεκριμένη έκθεση είτε στο Νόμο, το δημόσιο συμφέρον ή η ανάγκη που οδήγησε στην εισαγωγή των διατάξεων αυτών. Στην Δ. Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, επισημάνθηκε πως: «Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών (Βλ. Basu Commentary on the Constitution of India, 4th edition σελ. 526, Police v. Lanitis Bros Ltd, 3 R.S.C.C. σελ. 10, στη σελ. 12, Shistris v. CTO
(1983)2 C.L.R. 72, 80, District Office Nicosia v. Demosthenis Michael, 3 R.S.C.C. 126, 128 και Γιωργούλλα Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 616). Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να υποστηρίζει τη θέση ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος των αιτητών εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον γενικά.» Λέχθηκε στην απόφαση Μαρία Κουτσελίνη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Υποθέσεις αρ. 740/11 κ.α., ημερ. 7.10.2014, με επίκληση της Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων αρ. 2
(2000)3 Α.Α.Δ. 238: Τα δικαιώματα, που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, προσιδιάζουν στο άτομο και έχουν ως επίμετρο τη φύση του ανθρώπου. Φορέας των δικαιωμάτων, που κατοχυρώνει το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, είναι το άτομο. ........... Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου μπορεί να περιοριστούν με τον τρόπο που επιτρέπει και μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα. Περιορισμός μπορεί να τεθεί και η επέμβαση να επιτραπεί με νόμο, εφόσον αυτά κρίνονται αναγκαία και στο βαθμό που η ανάγκη τα επιβάλλει - (βλ. μεταξύ άλλων Police and Theodhorou Nikola Hondrou and another, 3 R.S.C.C. 82 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής (Αρ.2)
(1992)3 Α.Α.Δ. 165). Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D.J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-255. Όμοια, κατ΄ ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ΄ αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για τη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» Δέστε επίσης και Πιτσιλλίδης (ανωτέρω). Κρίνεται συνεπώς πως οι σχετικές διατάξεις προσκρούουν στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Άρθρο 26 Συντάγματος Το άρθρο 26 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Το δικαίωμα τούτο, έχει νομολογηθεί, πως πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης, περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, κατ΄ αρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δύναται να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα (Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων Αναφορά αρ. 1/14 και 4/14, ημερ. 31.10.2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.2017). Στην τελευταία απόφαση λέχθηκε πως: «Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» Είναι η θέση του συνηγόρου του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ότι: «Δεν προκύπτει καμία επέμβαση στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. Η επίδικη σύμβαση υποθήκης ουσιαστικά δεν καταργείται με την απόφαση του Διευθυντή, αφού θα παραμείνει εγγεγραμμένη και θα συνεχίσει να επιβαρύνει τις άλλες δυο εγγραφές που προέκυψαν μετά από το διαχωρισμό του αρχικού ακινήτου που επιβάρυνε η υποθήκη, ακόμη και αν προχωρήσει ο Διευθυντής στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα των αγοραστών. Άρα, η σύμβαση υποθήκης θα παραμείνει σε ισχύ και θα συνεχίσει να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη, εξασφαλίζοντας, παράλληλα, τα δικαιώματα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας.» Επικαλέσθηκε μεταξύ άλλων την απόφαση Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36, όπου τονίστηκε πως το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Ανάλογη άποψη και θέση προωθείται από τη συνήγορο των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 η οποία υποδεικνύει περαιτέρω πως η Αιτήτρια γενικά και αόριστα επικαλείται ζημιά χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιαδήποτε τέτοια απώλεια. Αντίθετη η άποψη του συνηγόρου της Αιτήτριας ο οποίος υποδεικνύει (με αναφορά σε νομολογία και συγγράμματα) πως οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965, στη βάση των οποίων λήφθηκε η απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 και συνεπακόλουθα την εξάλειψη και/ή ακύρωση της Υποθήκης Υ268/2006, οι οποίες ενεγράφησαν επί του επίδικου ακινήτου προς όφελος της Αιτήτριας, είναι επίσης ασύμφωνες και αντίθετες προς τις διατάξεις του Άρθρου 26 του Συντάγματος που εξασφαλίζει και προστατεύει το συνταγματικό δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως: «Τυχόν ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/1965 θα ήταν ενδεχομένως επιτρεπτή ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν θα μπορούσε να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τις επίδικες διατάξεις του υπό κρίση Νόμου. Επιπρόσθετα, αποτελεί θέση πως η εκ των υστέρων εξάλειψη της υφιστάμενης Υποθήκης, χωρίς τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ως όρος ή περιορισμός που θα μπορούσε να τεθεί γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Θεωρούμε πως οι υπό κρίση διατάξεις του Νόμου 9/1965 δεν θα μπορούσαν να διασωθούν στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων καθότι δεν υφίστανται τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που να εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση.» Στην υπόθεση Lextalionis Investments Ltd κ.α. v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1833, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 26.1 του Συντάγματος: «Υπενθυμίζουμε ότι το προστατευόμενο δικαίωμα από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Η εκχώρηση/μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος.» Κρίνεται πως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή πλήττεται άμεσα και κατάφωρα με τις επίδικες πρόνοιες. Η Αιτήτρια, ενυπόθηκος δανειστής, συνομολόγησε σύμβαση υποθήκης με την Καθ΄ ης η αίτηση 2 στις 20.1.2006 (Υ268/2006). Το περιεχόμενο αυτής, οι όροι, δεσμεύσεις και υποχρεώσεις του ενυπόθηκου οφειλέτη (Καθ΄ ης η αίτηση 2) διαμορφώθηκαν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, σύμφωνα με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (δεν υπάρχει ισχυρισμός περί του αντιθέτου). Δυνάμει του όρου 10 της σύμβασης υποθήκης, ο ενυπόθηκος οφειλέτης (Καθ΄ ης η αίτηση 2), δηλώνει ότι: «Δεν θα δικαιούμαι να μεταβιβάσω και/ή επιβαρύνω και/ή επιτρέψω να επιβαρυνθούν με οποιοδήποτε τρόπο τα ενυπόθηκα κτήματα χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση της Τραπέζης.» Παρόμοια και/ή ταυτόσημη πρόνοια περιέχει ο Νόμος 9/1965, άρθρο 31, το οποίο αναφέρει πως: «Οσάκις στη σύμβαση υποθήκης, υπάρχει απαγορευτική ρήτρα για τη μεταβίβαση της κυριότητας ενυπόθηκου ακινήτου, τότε για τη μεταβίβαση του ακινήτου αυτού, απαιτείται η έγγραφη συγκατάθεση τόσο του ενυπόθηκου δανειστή όσο και των εγγυητών στη σύμβαση, οπόταν το ακίνητο μεταβιβάζεται επιβαρυμένο με την υποθήκη.» Στην κρινόμενη περίπτωση, ουσιαστικά ο Καθ΄ ου η αίτηση 2, ο οποίος έχει λάβει το δάνειο από την Αιτήτρια και έχει εισπράξει ολόκληρο το τίμημα αγοράς από τους Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 χωρίς να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα, απαλλάσσεται όρων της σύμβασης που συνήψε ενώ η Αιτήτρια (ενυπόθηκος δανειστής) απώλεσε δικαιώματα της, χωρίς να λάβει οιοδήποτε αντάλλαγμα. Είναι ορθή η παρατήρηση ότι η υποθήκη θα παραμείνει επί του μέρους των άλλων δύο οικιών που ανεγέρθηκαν επί του ακινήτου. Όμως: Ούτε αυτό είναι το περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης, ούτε η Αιτήτρια συναίνεσε σε περιορισμό των εκ της σύμβασης δικαιωμάτων της. Η οποία συνήψε σύμβαση υποθήκης, επί ολόκληρου του ακινήτου και διατηρεί το δικαίωμα να αρνείται ή να μη συγκατατίθεται σε μεταβίβαση και άρση της υποθήκης πριν την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του ενυπόθηκου οφειλέτη. Η εξυπηρέτηση ή η προστασία δικαιωμάτων τρίτων, όπως εισηγείται η συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4, δεν αποτελεί λόγο ο οποίος να προσδίδει συνταγματικότητα στο Νόμο όπως και ανωτέρω έχει καταγραφεί. Εξάλλου, ούτε η αιτιολογική έκθεση, ούτε ο Νόμος επικαλείται κάτι τέτοιο. Στις αποφάσεις Louisville Joint Stock Land Bank v. Radford 295 U.S. 555
(1935)και W.B. Worthen Co v. Kavanaugh 295, U.S. 56
(1935), στις οποίες ο κ. Πολυβίου παρέπεμψε το Δικαστήριο και οι οποίες εξετάζουν δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή και το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, λέχθηκε ουσιαστικά πως το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι ενυπόθηκου χρέους, αποτελούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας υποθήκης. Κρίνεται πως οι επίδικες διατάξεις πλήττουν τούτο το δικαίωμα και ουσιαστικά εκθεμελιώνουν τη σύμβαση υποθήκης μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ΄ ης η αίτηση 2. Κρίνεται επίσης πως δεν παρέχεται σε νομοθέτη δικαίωμα επέμβασης και επηρεασμού σε ήδη υπάρχουσες συμβάσεις, σε προϋπάρχουσες της θέσπισης του Νόμου, συμβάσεις. Το Δικαστήριο κατανοεί τη δύσκολη θέση στην οποία οι αγοραστές (Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4) όπως και άλλοι, έχουν βρεθεί. Όμως, ενδεχομένως κάποια άλλη ρύθμιση θα πρέπει να εξευρεθεί. Όχι δια της παράκαμψης του ενυπόθηκου δανειστή. Συνακόλουθα οι επίμαχες διατάξεις κρίνονται αντισυνταγματικές." Τα ως άνω αναφερόμενα, κατά ανάλογο τρόπο, βρίσκουν έρεισμα και ισχύ επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, προδιαγράφοντας το αποτέλεσμα αυτής. Στη βάση των ως άνω είναι που αποτελεί κατάληξή μου ότι οι επίδικες νομοθετικές πρόνοιες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, είναι αντισυνταγματικές, κατάληξη η οποία από μόνη της καθορίζει το αποτέλεσμα της Αίτησης, χωρίς να εξυπηρετεί η ενασχόληση του Δικαστηρίου με οποιοδήποτε άλλο θέμα στην παρούσα. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α και Β της Αίτησης. Παρά την πληθώρα πρωτόδικων αποφάσεων προς ανάλογη κατεύθυνση, καθώς επίσης την τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας, είναι γεγονός ότι ακόμη δεν έχει αποφασιστεί τελεσίδικα το θέμα από το Ανώτατο Δικαστήριο κατ΄ έφεση. Γι΄ αυτό, και στη βάση της ιδιαιτερότητας του θέματος, αλλά και του ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση εξάσκησαν δικαιώματα που τους παρέχει η νομοθεσία, κρίνω ότι θα πρέπει να υπάρξει απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και ότι η ορθή, υπό τας περιστάσεις, απόφαση είναι όπως η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.