← Κύπρος

ΑΝΘΟΥΛΗΣ κ.α., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 6276/2015, 3/4/2020

ΑΝΘΟΥΛΗΣ κ.α., ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 6276/2015, 3/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ: 6276/2015 Μεταξύ: XXXXX ΑΝΘΟΥΛΗΣ, από XXXXX, κ.α. ως ο επισυνημμένος κατάλογος Ενάγοντες -και- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, από Λευκωσία Εναγόμενος ______________________________________________________________________________ Αίτηση ημερ. 11/11/19 για Περατέρω Αποκάλυψη Ημερομηνία: 3 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Ενάγοντες: κα Κ. Ευαγγέλου για Δειλινός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ου η Αίτηση/Εναγόμενο: κα Δ. Παπαστεφάνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αιτούμενη Θεραπεία Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η ακόλουθη θεραπεία: ▲ Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων από τους Αιτητές, εντός οποιασδήποτε προθεσμίας το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη. Νομική Βάση Αίτησης Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, θθ.1-14,Δ.39, θθ.1-21, Δ.48, θθ.1-4, 7- 9,12, Δ.57, θθ.1 και 2, Δ.64 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Αίτησης Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Ανθούλη, πατέρα του Ενάγοντα 1, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: → Όπως πληροφορείται ο ομνύων από τους δικηγόρους των Εναγόντων στις 30/1/2018 το Δικαστήριο εξέδωσε εκατέρωθεν Διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων σύμφωνα με τα οποία οι ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων έπρεπε να καταχωρηθούν μέχρι τις 14/3/

  1. → Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από πλευράς των Εναγόντων καταχωρήθηκε στις 13/3/2018, και βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. → Εκ παραδρομής και σίγουρα χωρίς πρόθεση στην εν λόγω ένορκη δήλωση δεν αποκαλύφθηκαν ορισμένα έγγραφα, τα οποία είναι βοηθητικά ή/και χρήσιμα για να μπορέσουν οι Ενάγοντες να αποδείξουν την υπόθεσή τους. → Με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης ο ομνύων προτίθεται να αποκαλύψει έγγραφα σχετικά με τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προκύπτουν από τα δικόγραφα. → Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης δεν θα φέρει προ εκπλήξεως τον Εναγόμενο, αφού όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ομνύοντα είναι έγγραφα τα οποία είναι εις γνώσιν του Εναγόμενου και η παραχώρηση άδειας από το Δικαστήριο για την καταχώρησή τους θα συμβάλει στη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. → Ως εκ τούτου, η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος είναι αναγκαία ώστε να μπορεί να καταχωρήσει τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και να χρησιμοποιήσουν οι Ενάγοντες τα συγκεκριμένα έγγραφα κατά την ακροαματική διαδικασία, η οποία είναι ορισμένη στις 13/11/
  2. → Σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος, δεν θα μπορεί ο ομνύων να παρουσιάσει τα έγγραφα, τα οποία έχει στην κατοχή του, κατά την ακροαματική διαδικασία, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης για καθαρά τυπικούς λόγους. → Η αποκάλυψη δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τον Εναγόμενο, καθότι δεν έχει αρχίσει ακόμα η διαδικασία της ακρόασης και θα έχει την δυνατότητα να μελετήσει τα έγγραφα που θα αποκαλύψει ο ομνύων πριν την έναρξη της ακρόασης. → Δεν έχει καταδειχθεί κακοπιστία εκ μέρους του ομνύοντα και η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε μόλις εντοπίστηκαν τα έγγραφα. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, θθ. 1-15, Δ.
  3. θ1, Δ.48, θθ. 1-4, Δ.57, Δ.64, θθ.1-2, στο Άρθρο 44 του Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και επί των γενικών ή/και συμφυών εξουσιών και πρακτικών του Δικαστηρίου. Ως Λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Η υπό εκδίκαση Αίτηση είναι παράτυπή ή/και αντικανονική. · Η υπό εκδίκαση Αίτηση υποβάλλεται με καθυστέρηση. · Δεν δίδεται επαρκής αιτιολογία για την καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος. · Οι Ενάγοντες δεν εξειδικεύουν ποια έγγραφα επιθυμούν να αποκαλύψουν. · Οι Ενάγοντες δεν εξειδικεύουν ποια έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή τους και πότε. · Η υπό εκδίκαση Αίτηση έχει αλλότριο σκοπό ή/και καταχωρείται καταχρηστικά. Η υπό εκδίκαση Αίτηση έχει ως σκοπό την κατάχρηση χρόνου. · Τα γεγονότα ή/και η ιστορική βάση επί των οποίων ερείδονται τα αιτήματα των Εναγόντων ήσαν γνωστά ή/και εύλογα μπορούσαν να περιέλθουν εις γνώσιν του Ενάγοντος πριν την έγερση της Αγωγής ή/και από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. · Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αποτέλεσμα της αμέλειας ή/και της οκνηρίας των Εναγόντων . · Οι αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρούν να διευρύνουν ή/και να μεταβάλουν ή/και τροποποιήσουν ή/και να εισάξουν νέα βάση Αγωγής. Ένορκη Δήλωση Ένστασης Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Τσαγγάρη Δικηγόρου στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω τα ακόλουθα: § Η Αίτηση παραμένει ουσιαστικά μετέωρη και χωρίς τεκμηρίωση, αφού οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν επισυνάψει, ως όφειλαν, ως Τεκμήρια τα έγγραφα τα οποία επιθυμούν να αποκαλύψουν συμπληρωματικώς. Παραμένει άγνωστο ποια είναι τα έγγραφα τα οποία επιθυμούν οι Ενάγοντες να αποκαλύψουν. § Περαιτέρω πουθενά δεν αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση πότε τα έγγραφα αυτά συντάχθηκαν και ωσαύτως δεν αναφέρεται πότε τα έγγραφα αυτά περιήλθαν εις γνώσιν τους. § Ο Ενόρκως Δηλών δεν αναφέρει πότε περιήλθε εις γνώση του ότι το έγγραφο προς αποκάλυψη δεν αποκαλύφθηκε. Ούτε δικαιολογεί με οποιοδήποτε τρόπο γιατί καταχωρεί την υπό εκδίκαση Αίτηση στο παρόν στάδιο και όχι ενωρίτερα. Τι είναι εκείνο που εμπόδισε τον Ενάγοντα από να λάβει τα δέοντα μέτρα για την αποκάλυψη του άγνωστου εγγράφου προς αποκάλυψη που εν ολίγοις στηρίζει την απαίτησης του, ενωρίτερα. § Το γεγονός ότι τώρα αποφάσισαν οι Ενάγοντες να δώσουν τα έγγραφα τα οποία ανέκαθεν είχαν στην κατοχή τους ή μπορούσαν να λάβουν έγκαιρα δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση. Ιδίως με την επιλογή του χρόνου της καταχώρησης της, ήτοι την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για να αρχίσει. § Αν το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατά τρόπο επιτρέποντα την υπό εκδίκαση Αίτηση, τότε κάθε διάδικος θα είχε το δικαίωμα να καθορίζει την έναρξη και πορεία της ακροαματικής διαδικασίας και να εμφανίζει έγγραφα τα οποία σε προγενέστερο στάδιο και ενώ είχε την ευκαιρία και δυνατότητα να αποκαλύψει δεν τα απεκάλυψε, ενώ αρχικώς δήλωνε ότι δεν τα κατείχε ή και δεν κατέβαλε την εύλογη επιμέλεια ώστε να περιέλθουν στην κατοχή του. § Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος είχε εύλογη αιτία για την παράλειψη του να συμμορφωθεί με το διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων για να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της επιπρόσθετης αποκάλυψης. Η αλλαγή δικηγόρου, η αβλεψία και η αμέλεια δεν αποτελούν ικανοποιητική δικαιολογία. § Πουθενά στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την υπό εκδίκαση Αίτηση, ο Ενόρκως Δηλών δεν αναφέρει κατά πόσο έδειξε την εύλογη επιμέλεια που απαιτείτο ώστε να προβεί νωρίτερα στην εν λόγω αποκάλυψη. § Με βάση το διάταγμα που εκδόθηκε οι Ενάγοντες όφειλαν να αποκαλύψουν όλα τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους και που σχετίζονται με την υπόθεση. Δεν υπήρξε συμμόρφωση ενώ η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση αρκετές φορές χωρίς η πλευρά των Εναγόντων να πληροφορήσει τον Εναγόμενο ότι προτίθεται να αποκαλύψει και άλλα έγγραφα για να προωθήσει την υπόθεση τους. Νομική Πτυχή - Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αποκάλυψης εγγράφων έχουν αποκρυσταλλωθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.[1] Η αποκάλυψη εγγράφου στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διάδικους. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία[2]. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 13, παράγραφο 1 σελίδα 2, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The function of the discovery of documents is to provide the parties with the relevant documentary material before the trial so as to assist them in appraising the strength or weakness of their respective cases, and thus to provide the basis for the fair disposal of the proceedings before or at the trial. Each party is thereby enabled to use before the trial or to adduce in evidence at the trial relevant documentary material to support or rebut the case made by or against him, to eliminate surprise at or before the trial relating to documentary evidence and to reduce the costs of the litigation." Η γενικότητα καθώς και το συνεχές της υποχρέωσης αποκάλυψης έχει ξεκάθαρα τονισθεί στην υπόθεση Oscar Shipping PTE Ltd V. Του φορτίου επί του πλοίου Asphodel (Αρ. 2)

(2012)1 Α.Α.Δ. 2771 όπως προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα: «Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. περισσότερα στο Supreme Court Practice 1988, vol. 1, para. 24, σελ. 408)». Στην πιο πάνω υπόθεση δεν επετράπη η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης ένεκα του ότι σχετική αίτηση για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων έγινε μετά την έναρξη της ακρόασης επί της ουσίας της υπόθεσης και προτού κλείσει η υπόθεση των Εναγόντων και επειδή τα προς αποκάλυψη έγγραφα αφορούσαν προσπάθειες για μείωση της ζημιάς η οποία δεν δικογραφείτο ενώ προηγούμενο αίτημα για τροποποίηση είχε απορριφθεί. Η συνεχής υποχρέωση ενός διαδίκου να αποκαλύπτει τα έγγραφα ούτως ώστε να μην παραπλανείται ο αντίδικος του έχει και πιο πρόσφατα τονισθεί στην υπόθεση Marcegaglia SPA v. Του Πλοίου Vysokagorsk ECLI:CY:AD:2016:D264, Αγωγή Ναυτοδικείου 31/2013, ημερ. 31/5/2016 από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τ. Οικονόμου ο οποίος παρέπεμψε σε αποσπάσματα από τις υποθέσεις Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 (HL) Vernon v. Bosley (No.2) [1997] 1 All ER 613 καθώς και από το Σύγγραμμα Supreme Court Practice1987. Στην υπόθεση Mitchell (ανωτέρω) είχε αναφερθεί ότι, αν μετά την αρχική αποκάλυψη κάποιος διάδικος ανακαλύψει έγγραφο το οποίο ο αντίδικος του έχει δικαίωμα να επιθεωρήσει αλλά δεν είχε αρχικά αποκαλυφθεί είτε λόγω του ότι είχε ξεχαστεί, είτε είχε παραβλεφθεί ή είχε υποτεθεί ότι δεν υφίστατο, τότε είναι υποχρεωμένος να ενημερώσει τον αντίδικο του είτε μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε με ειδοποίηση και δεν έχει το δικαίωμα να αποκρύψει τη γνώση για το έγγραφο που ανακάλυψε αργότερα. Η σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση έχει ως ακολούθως: "Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not tο exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery". Aναφορά στην υπόθεση Mitchell (ανωτέρω) γίνεται και στο Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol.12, para 43, σελ. 30, στο οποίο, επίσης, παρέπεμψε ο Δικαστής Οικονόμου στην πιο πάνω απόφαση στο ακόλουθο απόσπασμα: "Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice." Σε ό,τι αφορά την παραπομπή στο Σύγγραμμα Supreme Court Practice1987 εκεί αναφέρεται ότι η αρχική αποκάλυψη δεν συνιστά και το τέλος της υποχρέωσης ενός διαδίκου για αποκάλυψη και ότι η υποχρέωση αποκάλυψης απαιτεί την αποκάλυψη όλων των σχετικών εγγράφων όποτε αυτά περιέλθουν στην κατοχή ενός διαδίκου. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως: "Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O. 24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party΄s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr. 8 and 9), and that he must not, by whithholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (
(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly." Όπως συναφώς τονίσθηκε στην υπόθεση Marcegaglia SPA (ανωτέρω), η υποχρέωση ενός διαδίκου να αποκαλύπτει έγγραφα είναι συνεχής την οποία οφείλει να ασκεί χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή ακόμη και με ειδοποίηση προς τον αντίδικο χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Όπως μάλιστα υπογραμμίστηκε, δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωση του[3]. Με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και ειδικότερα την υποχρέωση συνεχούς αποκάλυψης και αποφυγής οποιασδήποτε παραπλάνησης στον αντίδικο θεωρώ πως είναι ορθή, κατά την κρίση μου, η θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων για τους Αιτητές ότι με δεδομένο ότι κάποια έγγραφα δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική ένορκη δήλωση τους οι Ενάγοντες έχουν υποχρέωση να προβούν σε αποκάλυψη των εν λόγω εγγράφων. Προβλήθηκαν από μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση ως κύριοι λόγοι Ένστασης ότι υπήρξε καθυστέρηση εφόσον δεν προηγήθηκε νωρίτερα στη διαδικασία οποιοδήποτε διάβημα για την επιπρόσθετη αποκάλυψη καθώς και ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική δικαιολογία για την μη συμπερίληψη των εγγράφων στην αρχική αποκάλυψη. Παρά το γεγονός ότι στη σχετική με το θέμα νομολογία δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αναφορά περί της αναγκαιότητας παροχής επαρκούς δικαιολογίας για την μη συμπερίληψη στην αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης των σχετικών εγγράφων, τέτοια αναφορά ίσως να κρίνετο αναγκαία σε περιπτώσεις όπου τέτοιο διάβημα θα επηρέαζε την προώθηση της υπόθεσης ή θα προκαλούσε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στον αντίδικο. Δεν παραβλέπω ότι η υπό κρίση Αίτηση υπεβλήθη δύο μέρες πριν την ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η ακρόαση της παρούσα υπόθεσης. Προβλήθηκε, ωστόσο, ότι εκ παραδρομής δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική αποκάλυψη τα σχετικά έγγραφα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της Αίτησης. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει αποκαλυφθεί και δεν υπήρξε οποιαδήποτε προς τούτο μαρτυρία για την ύπαρξη από πλευράς Εναγόντων οποιουδήποτε αλλότριου σκοπού για την μη αποκάλυψη των εγγράφων εξ αρχής. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι, ανεξαρτήτως του λόγου που δεν είχαν προηγουμένως αποκαλυφθεί, σήμερα οι Αιτητές, εκπληρώνοντας το καθήκον που είχαν, όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω στη βάση της σχετικής νομολογίας, το πράττουν. Εν πάση περιπτώσει η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και δεν βλέπω πως μπορεί να προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στην πλευρά του Καθ΄ου η Αίτηση. Η επίκληση στη Δ.28, θ.3 από την πλευρά του Καθ΄ου η Αίτηση είναι, με κάθε σεβασμό, ατυχής. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Marcegaglia SPA (ανωτέρω) «Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3.». Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, η Αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στους Ενάγοντες/Αιτητές να προβούν σε περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από σήμερα και αντίγραφα των αποκαλυφθέντων εγγράφων να παραδοθούν στην άλλη πλευρά εντός της ίδιας προθεσμίας. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης θεωρώ πως, υπό τις περιστάσεις, η πιο δίκαιη διαταγή είναι να είναι έξοδα στην πορεία της δίκης. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 A.A.Δ. 1624, 1629, Ανδρέας Χρ. Τηλλυρής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271, 2274, VECTOR ONEGA A.G. v. Το Πλοίο M/V GIRVAS κ.α. (αρ.4)
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 823, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)1 C.L.R. 40, Lagos Yachting Center Ltd v. Το Πλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600 [2] Δέστε The Peruvian Guano Company
(1883)11 Q.B. 55 και ειδικότερα το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Brett L.J. στη σελίδα 63: «. It seems to me that every document relates to the matters in question in the action, which not only would be evidence upon any issue, but also which, it is reasonable to suppose, contains in formation which may - not which must - either directly or indirectly enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary. I have put in the words "either directly or indirectly" because, as it seems to me, a document can properly be said to contain information which may enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary, if it is a document which may fairly lead him to a train of inquiry, which may have either of these two consequences. .» [3] «Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.