← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1736/2016, 13/4/2020

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1736/2016, 13/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1736/2016 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΤΔ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ______________________________________________________________________ Αίτηση ημερομηνίας 13/11/2019 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 13 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Ενάγοντα: Γ. Γεωργιάδης και κα Ν. Βαρωσιώτου για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ΄ης η Αίτηση/Εναγόμενη: Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Επιδιωκόμενες Θεραπείες Με μονομερή Αίτηση που καταχώρησε ο Ενάγων/Αιτητής επεδίωξε την έκδοση των ακόλουθων Διαταγμάτων: (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση και/ή στους αντιπροσώπους τους και/ή στους εντολοδόχους τους και/ή στους υπαλλήλους τους και/ή σε οποιονδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο, όπως συνεχίσουν και/ή προωθήσουν οποιεσδήποτε περαιτέρω διαδικασίες ως προνοείται στο Μέρος VIA των Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως 2015 ως έχει τροποποιηθεί με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2018 (Ν. 87(Ι)/2018)και/ή δια του οποίου να απαγορεύεται στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση και/ή στους αντιπροσώπους τους και/ή στους εντολοδόχους τους και/ή στους υπαλλήλους τους και/ή σε οποιονδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο όπως προχωρήσουν οποιεσδήποτε διαδικασίες πώλησης και/ή εκποίησης και/ή μεταβίβασης και/ή πλειστηριασμού των ακινήτων με αριθμό υποθήκης XXXXX/2008, XXXXX/2008 και XXXXX/2007, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να παραμερίζεται η Ειδοποίηση «Τύπου ΙA» σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα με Αριθμούς Υποθηκών XXXXX/2008, XXXXX/2008 και XXXXX/2007και/ήδια του οποίου να απαγορεύεται η αποστολή «Ειδοποίησης προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη για Διορισμό Εκτιμητή» δυνάμει του Άρθρου 44Δ

(2)Τύπος «ΙΒ» και/ή Ειδοποίησης Πλειστηριασμού και/ή η διαδικασία που προνοείται στο ΜέροςVIAτων Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως 2015 ως έχουν τροποποιηθεί με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2018 (Ν. 87(Ι)/2018), μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να κηρύττει την αποστολή της Ειδοποίησης ΙΑ σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα υπό τους Αρ. Υποθηκών XXXXX/2007 και XXXXX/2008 ως άκυρη, καταχρηστική και παράνομη ενόψει της απόφασης ημερ. 28/09/2017 στην Αίτηση-Έφεση. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της Αίτησης αυτής έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί στην άλλη πλευρά κρίνοντας ότι δεν πληρείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος. Νομική Βάση Αίτησης Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 29,30, 31, 32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, στις Δ.63, Δ.64, Δ.39, Δ.48, 1 - 7, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Συμβάσεων Νόμο, στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν.93(Ι)/96), στον Νόμους 39(Ι)/2001, 103(Ι)/2007, 144(Ι)/2007 και 106(Ι)/2010, των Τραπεζικών Κανονισμών και των Οδηγιών, του Εθελοντικού Τραπεζικού Κώδικα Συμπεριφοράς κατά την Προσυμβατική Ενημέρωση για Στεγαστικά Δάνεια και των Κανονισμών της Κεντρικής Τράπεζας,στον Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Νόμο του 1965 μέχρι το 2004 ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει του Ν. 87(Ι)/2018 και ειδικότερα αλλά όχι περιοριστικά στο Μέρος VIA, Άρθρα 44Α - 44ΙΑΑ και στα σχετικά παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 -ΚΔΠ 185/2015, στα Άρθρα 80 και 81 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 ως έχει τροποποιηθεί, στους Περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς Άρθρα 1-18,στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στην ισχύουσα Νομολογία, στην Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, στο Κοινοδίκαιο, στην Πρακτική και τις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Ενάγοντα Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: § Η παρούσα Αγωγή αφορά απαίτηση εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, μεταξύ άλλων, για ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση που ώθησαν τον Αιτητή να προχωρήσει στη σύναψη των επίδικων Συμφωνιών δανείων και των Συμφωνιών υποθηκών και άλλων συναφών συμφωνιών που σχετίζονται με τα επίδικα δάνεια, για ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις σε σχέση με τις εξασφαλίσεις, εγγυήσεις παροχής δανείων, σε σχέση με τους επιβαλλόμενους όρους συμφωνιών, για αντισυμβατικές και παράνομες χρεώσεις και υπερχρεώσεις σε σχέση με τα δάνεια που σύνηψε ο Ενάγων με τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση, για παράνομη, αντισυμβατική και αντισυνταγματική επιβολή και διακύμανση των επιτοκίων, για καταχρηστικές ρήτρες κατά παράβαση της ισχύουσας κυπριακής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας και νομολογίας. § Πάντοτε ο ομνύων ήτο συνεπής με την πληρωμή των δόσεων των δανείων του στην Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση και κατέβαλλε σε αυτή τεράστια χρηματικά ποσά μηνιαίως τα οποία ανέρχοντο αρχικά σε ύψος €60.000 μηνιαίως ενώ μεταγενέστερα της περιόδου του κουρέματος σε ύψος πέραν των €25.
  1. Ενόψει των πολύ υψηλών τόκων και υπέρογκων χρεώσεων που του επέβαλλαν αυθαίρετα και μονομερώς η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση, προσπάθησε να προσεγγίσει την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση με σκοπό την αναδιάρθρωση των δανείων του, ώστε να συνεχίσει να καταβάλλει τις δόσεις του μηνιαίως, σε μια δίκαιη και εύλογη βάση η οποία θα καθοριζόταν κατόπιν συμφωνίας αναδιάρθρωσης. Ενόψει του ότι η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση δεν ανταποκρίθηκε στα αιτήματα του και ενόψει του ότι δεν επιτεύχθηκε διευθέτηση του θέματος, προέβη στην καταχώρηση της παρούσης Αγωγής. § Εκκρεμούσης της υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Αγωγής, προσωπικά και δια μέσω των δικηγόρων του ζήτησε κατ' επανάληψη όπως του προσκομιστούν όλα τα στοιχεία σε σχέση με την μεθοδολογία, τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών και τον τρόπο υπολογισμό των χρεώσεων και των τόκων σε σχέση με τις συμφωνίες δανείων που είχε με την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση, με σκοπό να αποδείξει με ακρίβεια, μέσω οικονομικού αναλυτή και εμπειρογνώμονα, τις υπερχρεώσεις που έγιναν κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας και κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνιών. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τόσο του ομνύοντα όσο και των δικηγόρων του για την προσκόμιση των πιο πάνω στοιχείων ώστε να προχωρήσει στη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης και τη δικογράφηση των ειδικών ζημιών και με απώτερο σκοπό την διευθέτηση του όλου ζητήματος, η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση δεν ανταποκρίνετο στα αιτήματα τους και παράτεινε χρονικά την οποιαδήποτε λήψη είτε θετικής, είτε αρνητικής απάντησης και ζητούσε περαιτέρω χρόνο να μελετήσει το αίτημα του. § Ενώ εζητείτο η προσκόμιση των πιο πάνω στοιχείων με σκοπό την εξεύρεση μιας λύσης και διευθέτησης της παρούσης Αγωγής, η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση εκδικητικά τερμάτισε τις Συμφωνίες δανείων και απέστειλε επιστολές με φερόμενη ημερομηνία παράδοσης 13/2/2017 και απαίτησε σε σχέση με τα επίδικα δάνεια, το ποσό των €2.224.730,18 πλέον τόκους επί €2.103.582,97 προς ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο 7,6251 και το ποσό των €3.269.112,21 πλέον τόκους επί €3.238.387,45 προς ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο 1,
  2. Αντίγραφο των εν λόγω επιστολών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3(α) και 3(β) αντίστοιχα, στις οποίες μάλιστα επισυνάπτονται στον «Τύπο Ι» οι γενικές καταστάσεις λογαριασμών,χωρίς να φαίνεται ο τρόπος υπολογισμού των πιο πάνω ποσών. § Αφού παράλαβε τις πιο πάνω επιστολές, προέβη αμέσως σε νέα προφορικά και γραπτά αιτήματα προς την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση, για να τον εφοδιάσουν με τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία είναι στον αποκλειστικό έλεγχο της τελευταίας, ώστε να μπορέσει ο οικονομικός αναλυτής να προβεί σε μια εκτίμηση των ζημιών που ο Ενάγων έχει υποστεί. § Ενώ η παρούσα Αγωγή ορίζετο κατά καιρούς για οδηγίες λόγω του ότι έπρεπε να καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης, οι δικηγόροι του Ενάγοντα δήλωναν στο Δικαστήριο πως ανέμεναν τα πιο πάνω έγγραφα για σκοπούς δικογράφησης των ειδικών αποζημιώσεων και με απώτερο σκοπό τη συζήτηση της εν λόγω υπόθεσης. Οι δικηγόροι της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση, δεσμεύτηκαν και ανέλαβαν την υποχρέωση όπως μεταβιβάσουν το μήνυμα στην Τράπεζα. Λόγω και πάλι της μη ανταπόκρισης των δικηγόρων της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση, μη έχοντας άλλη επιλογή οι δικηγόροι του Ενάγοντα αναγκάστηκαν να έρθουν οι ίδιοι σε επικοινωνία στις 18/5/2017 με τον κ. Λακκοτρύπη, υπεύθυνο λειτουργό των δανείων του που εργάζεται στην υπηρεσία της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση. Λόγω και πάλι της μη ανταπόκρισης τους, στις 24/5/2017 απεστάλη επιστολή από τους δικηγόρους του Ενάγοντα στον ίδιο τον κ. Λακκοτρύπη προσωπικά, με κοινοποίηση στους δικηγόρους των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση. § Μόλις απεστάλη η σχετική επιστολή στον κ. Λακκοτρύπη με κοινοποίηση στους δικηγόρους των Εναγόντων/Αιτητών, τότε επιδόθηκε στον Ενάγοντα την ίδια κιόλας ημέρα, ήτοι στις 24/5/2017 (Ειδοποίηση Τύπος ΙΒ), που αφορά ειδοποίηση διορισμού εκτιμητή και δια της οποίας τον καλούν όπως εντός 10 ημερών προχωρήσει με διορισμό εκτιμητή για την αγοραία αξία των ενυπόθηκων ακινήτων καθώς επίσης και Ειδοποίηση τύπου ΙΑ δια της οποίας καθορίζεται ημερομηνία και τόπος πώλησης των ακινήτων. Αντίγραφο των εν λόγω ειδοποιήσεων με ημερομηνία επίδοσης 24/5/2017 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  3. Την ίδια μάλιστα ημέρα, ήτοι στις 24/5/2017, οι δικηγόροι του Ενάγοντα ενημερώθηκαν για πρώτη φορά τηλεφωνικώς από τους δικηγόρους της Εναγόμενης/Καθ'ης η Αίτηση πως η απάντηση τους στα αιτήματα τους σε σχέση με την προσκόμιση των πιο πάνω εγγράφων είναι αρνητική. § Η αποστολή της Ειδοποίησης ημερ. 24/5/2017 εκ μέρους της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση έγινε εκδικητικά και μάλιστα αφότου θορυβήθηκαν από τους δικηγόρους του Αιτητή σε σχέση με την αναγκαιότητα της αποστολής των πιο πάνω εγγράφων. Ενώ λοιπόν γνώριζε πως εκκρεμεί η παρούσα Αγωγή και ενώ προσπαθούσε ο Ενάγων να εξακριβώσει μέσω οικονομικού εμπειρογνώμονα το πραγματικά οφειλόμενο ποσό, τις υπερχρεώσεις που έγιναν και να επέλθει μια διευθέτηση του όλου θέματος, προέβη στην αποστολή της Ειδοποίησης με ημερ. επίδοσης 24/5/
  4. Ο τρόπος συμπεριφοράς της είναι καθόλα ανεπίτρεπτος, αφού φαίνεται πως εκμεταλλευόμενη τη θέση ισχύος της έναντι της δικής του θέσης καθώς και τις πρόνοιες της νομοθεσίας περί πλειστηριασμού των ενυπόθηκων δανείων, συμπεριφέρεται ωσάν να είναι η ίδια Ενάγουσα στην παρούσα Αγωγή και μάλιστα συμπεριφέρεται ωσάν να έχει εκδοθεί απόφαση υπέρ της αδιαφορώντας για την έγερση της παρούσας Αγωγής, δια της οποίας αμφισβητούνται ουσιαστικά οι χρεώσεις των δανείων. § Ενόψει του ότι η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε με τα επόμενα διαβήματα για πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων, ενώ εκκρεμούσε η παρούσα Αγωγή, oι δικηγόροι του Ενάγοντα κατόπιν οδηγιών του, καταχώρησαν την Αίτηση/Έφεση XXXXX/2017 δια της οποίας ζητούσαν όπως ακυρωθούν οι προαναφερόμενες Ειδοποιήσεις και πλειστηριασμοί, ενόψει του ότι εκκρεμούσε η υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Αγωγής. Δια της Απόφασης ημερ. 28/9/2017, οι πιο πάνω Ειδοποιήσεις και πλειστηριασμοί ακυρώθηκαν, δεδομένης της ύπαρξης της πιο πάνω αγωγής, ως ίσχυε προγενέστερα της τροποποίησης της νομοθεσίας. Αντίγραφο της πιο πάνω Αίτησης/Έφεσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5, ενώ αντίγραφο της Απόφασης ως Τεκμήριο
  5. § Στο μεταξύ στις 23/1/2019, επιδόθηκαν στον Ενάγοντα τρεις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα υπό τους αριθμούς XXXXX/2008, XXXXX/2008 και XXXXX/2007, οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 10(α), 10(β) και 10(γ). § Οι δικηγόροι του Αιτητή προχώρησαν με την καταχώρηση της Αίτησης ημερομηνίας 8/4/2019 για παραμερισμό της Ειδοποίησης «Ι» για τους λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω Αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει για την οποία επιφυλάχθηκε Απόφαση, ως εξήγησα ανωτέρω. § Στις 26/10/2019, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 13, ενώ μάλιστα εκκρεμεί η Απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με την Αίτηση ημερ. 8/4/2019 οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση καταχρηστικά προχώρησαν με την επίδοση Ειδοποιήσεων «ΙΑ». § Υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, πολύ καλές πιθανότητες και ορατές πιθανότητες επιτυχίας της παρούσης Αγωγής. § Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα τότε αυτό θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τον Ενάγοντα. Σε περίπτωση εκποίησης των ακινήτων, το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής θα μείνει χωρίς οποιοδήποτε έρεισμα και θα στερηθεί ο Ενάγων το κατά τα άλλα αναφαίρετο δικαίωμα του για προώθηση και απόδειξη της υπόθεσης του κατά παράβαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί ισότητας των όπλων των διαδίκων και για δίκαιη δίκη. § Σε περίπτωση που η Εναγόμενη/Καθ'ης η Αίτηση προχωρήσουν με πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων αυτό θα αποφέρει καταστροφικές συνέπειες στον Ενάγοντα αλλά και σε τρίτα πρόσωπα, οι οποίες θα είναι ανεπανόρθωτες. Η υποθήκη XXXXX/2007 αφορά ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθη το μεγάλο ιατρικό κέντρο και επιστημονικό κέντρο έρευνας Οphthalmos Research and Educational Institute, όπου ο Ενάγων ασκεί την εργασία του, υπό την ιδιότητα του χειρούργου οφθαλμίατρου, εταιρεία η οποία εργοδοτεί γύρω στα 30 άτομα και παρακολουθεί πάνω από 40.000 ασθενείς. § Έγκριση του αιτήματος δεν θα μπορούσε κατ΄ουδένα λόγο να κριθεί πως επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο αρνητικά την πλευρά της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση, οι οποίοι δεν πρόκειται να υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά και οι οποίοι είναι ήδη εξασφαλισμένοι, αφού έχουν υποθηκευμένα προς όφελος τους τα πιο πάνω ακίνητα. Ένσταση- Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα Άρθρα 5, 27, 36, 37, 44Α - 44ΙΑΑ, 44ΚΣΤ και παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στα Άρθρα 21, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 Άρθρα 5, 6, 7, 8 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Τα αιτητικά 2 και/ή 3 της Αίτησης δεν μπορούν να εκδοθούν στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. · Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη και/ή καταχρηστική. · Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του Άρθρου. · Η δικονομική και/ή άλλως πως συμπεριφορά του Αιτητή είναι κακόπιστη και/ή παραπλανητική και/ή είναι τέτοιας φύσεως που δεν του επιτρέπει να αξιώνει θεραπείες του δικαίου της Επιείκειας και/ή ο Αιτητής ηθελημένα και/ή εσκεμμένα επιχείρησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή δεν προέβηκε σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. · Ο Αιτητής κωλύεται από το να αμφισβητεί την νομιμότητα και/ή εγκυρότητα των Συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή των επίδικων Συμφωνιών και Εγγράφων Υποθήκης καθότι με τις πράξεις και/ή παραλείψεις του και/ή με την υπογραφή και/ή αποδοχή των τροποποιητικών Συμφωνιών έδωσε στην Τράπεζα την εύλογη υπό τις περιστάσεις εντύπωση ότι αποδέχεται και/ή δεν τις αμφισβητεί και η Τράπεζα στηριζόμενη στις πιο πάνω συμπεριφορά του Αιτητή προέβηκε σε πράξεις και/ή παραλείψεις οι οποίες ήσαν δυσμενείς και/ή επιζήμιες προς τα έννομα συμφέροντα της. · Ο Αιτητής κωλύεται από το να εξαιτείται την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού και/ή την αναστολή του δικαιώματος της Τράπεζας να προχωρήσει στην πώληση των επίδικων ακινήτων καθ' ότι σύμφωνα με τα έγγραφα υποθήκης η Τράπεζα σε περίπτωση υπερημερίας και/ή μη εξόφλησης και/ή καταβολής των προβλεπόμενων από τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων δόσεων έχει κάθε δικαίωμα να προχωρήσει στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με όποιο τρόπο ήθελε επιλέξει χωρίς να ειδοποιήσει και/ή ενημερώσει τον Αιτητή. · Ο Αιτητής παραδέχεται ότι οφείλει στην Τράπεζα κάποιο ποσό και/ή το μόνο επίδικο ζήτημα που έχει παραμείνει είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού και ορθά η Τράπεζα έχει ξεκινήσει την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και/ή έχει κινηθεί δικαστικά εναντίον του και/ή κωλύεται από το να αμφισβητεί την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού. · Οι αξιώσεις του Αιτητή είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στον Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής. · Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Τράπεζας και της απόρριψης της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης. Ένορκη Δήλωση Μ. Αδάμου Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μ. Αδάμου ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήτο και εξακολουθεί να είναι στην υπηρεσία της Τράπεζας. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα; ü H παρούσα Αγωγή αφορά Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων που δόθηκαν προς τον Αιτητή από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd και αφορούσαν Τρεχούμενο Λογαριασμό με Όριο και Δάνεια, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από τον ίδιο, οι οποίες κατόπιν και πάλι απαίτησης του ίδιου του Αιτητή, κατά καιρούς τροποποιούντο και αναδιαρθρώνονταν, μεταξύ άλλων, μέσω αλλαγών στο πρόγραμμα αποπληρωμής των δανείων, ούτως ώστε ο Αιτητής να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της Συμφωνίας Τρεχούμενου Λογαριασμού με όριο ημερ. 26/3/2007 και αντίγραφα των Συμφωνιών Δανείων ημερ. 26/3/2007, 10/2/2008, 23/7/2008, 10/11/2009, 28/9/2010 και 7/2/
  6. ü Όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις που αναφέρονται ανωτέρω, δόθηκαν προς τον Αιτητή κατόπιν δικής του απαίτησης και οι από καιρό εις καιρό τροποποιήσεις που γίνονταν στις επίδικες Συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων (είτε υπό τη μορφή διαφοροποίησης της τιμολόγησης του δανείου, είτε υπό τη μορφή αλλαγής στο πρόγραμμα αποπληρωμής των δανείων), γίνονταν και πάλι κατόπιν απαίτησης του ίδιου του Αιτητή, αλλά και δικαιωματικά από την Τράπεζα, σύμφωνα με ρητούς όρους όλων των Συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων (τροποποιητικών και αρχικών), διαφοροποιήσεις τις οποίες ο Αιτητής αποδέχθηκε και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Οι Συμπληρωματικές Συμφωνίες ημερ. 25/6/2007, 19/5/2011, 23/12/2011, 7/2/2012 και 4/1/2013 και η Επιστολή Προσφοράς ημερ. 28/9/2010 (μαζί οι «Τροποποιητικές Συμφωνίες») επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  7. ü Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι σχέσεις του Αιτητή με την Τράπεζα ήταν σχέσεις τραπεζίτη-πελάτη, χωρίς η Τράπεζα να αναλάβει ποτέ οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας ή υποχρέωση παροχής συμβουλών (νομικών, οικονομικών, επενδυτικών ή άλλως πως) προς τον Αιτητή, με την Τράπεζα να παρέχει την χρηματοδότηση και τις πιστωτικές διευκολύνσεις στον Αιτητή, κατόπιν απαίτησής του, με τους συνήθεις τραπεζικούς όρους οι οποίοι συμφωνούνταν μεταξύ των μερών. ü Στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει ο ομνύων, ο Αιτητής κωλύεται από το να αμφισβητεί την νομιμότητα, εγκυρότητα και δεσμευτικότητα όλων των επίδικων συμφωνιών. αφενός λόγω του ότι ο Αιτητής μέσω της ΕΔ του παραδέχεται ότι με την έγερση της παρούσας Αγωγής αμφισβητούνται ουσιαστικά οι χρεώσεις των δανείων και σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητείται η υπογραφή όλων των επίδικων Συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων, αλλά και των Συμβάσεων Υποθήκης, και αφετέρου ένεκα του ότι ο Αιτητής υπέγραψε όλες τις Τροποποιητικές Συμφωνίες, ü Προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στον Αιτητή δόθηκαν διάφορες εξασφαλίσεις, όπως οι Υποθήκες υπ' αρ. Υ. XXXXX/07, Υ. XXXXX/08, και Υ. XXXXX/
  8. Αντίγραφα των εν λόγω υποθηκών επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3 ü Ειδικότερα όσον αφορά τα έγγραφα υποθήκης και τα δικαιώματα της Τράπεζας που ο Αιτητής ως ενυπόθηκος οφειλέτης έδωσε σε αυτήν με την υπογραφή των υποθηκών, γίνεται παραπομπή στον όρο 5 αυτών, μέσω του οποίου, σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης παρέλειπε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό που οι υποθήκες εξασφάλιζαν (που σύμφωνα με ρητό όρο αυτών εξασφάλιζαν όλες τις υποχρεώσεις του Αιτητή παρούσες ή μέλλουσες, άμεσες ή έμμεσες πλην της Υποθήκης Υ. XXXXX/08 καθώς στο Έγγραφο Υποθήκης αυτής υπάρχει σημείωση η οποία αναφέρει ότι η εν λόγω υποθήκη εξασφαλίζει συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση του Αιτητή), η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα, είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε κατόπιν αγωγής και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει. ü Δυστυχώς, οι υποχρεώσεις του Αιτητή δεν εξυπηρετούνταν κανονικά παρ' όλο που οι Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων και οι όροι αποπληρωμής αυτών κατόπιν απαίτησης του ίδιου του Αιτητή ανά τακτά χρονικά διαστήματα αναδιαρθρώνονταν και η αποπληρωμή αυτών αναβάλλετο σε μεταγενέστερο χρόνο, ενώ οι όποιες χρεώσεις και αυξήσεις περιθωρίου κέρδους τυχόν γίνονταν, γίνονταν στη βάση των ρητών όρων των Συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων και των Τροποποιητικών Συμφωνιών και με την σύμφωνη γνώμη όλων των εμπλεκομένων προσώπων και ο Αιτητής όχι μόνο απαιτούσε την αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων του, αλλά ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε είτε για τις αναδιαρθρώσεις, είτε για τις όποιες χρεώσεις και αυξήσεις περιθωρίου τυχόν γίνονταν. ü Λόγω ακριβώς της μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του Αιτητή, ως αυτές πήγαζαν από τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων, η Τράπεζα τερμάτισε όλες τις Συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων κατά ή περί τον Μάϊο του
  9. Αντίγραφα των επιστολών τερματισμού ημερ. 12/5/2016 που απέστειλε η Τράπεζα στον Αιτητή επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  10. ü Πέραν της πλήρους άρνησης του να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Τράπεζας, ο Αιτητής προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας Αγωγής. ü Ακολούθως η Τράπεζα έγειρε την Αγωγή αρ. XXXXX/2017 στο Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον, μεταξύ άλλων, του Αιτητή. Παράλληλα, εκκρεμούντων των εκατέρωθεν διαδικασιών μεταξύ των διαδίκων, η Τράπεζα αποφάσισε να ενεργοποιήσει το δικαίωμά της και να προωθήσει διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Ως εκ τούτου, καθόρισε ημερομηνία πλειστηριασμού των ακινήτων που επιβαρύνονται με τις Υποθήκες Υ. XXXXX/07 και Υ. XXXXX/08 στις 29/9/2017, ο οποίος ακυρώθηκε δυνάμει Απόφασης του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 28/9/2017 στο πλαίσιο της Αίτησης/Έφεσης αρ. XXXXX/2017 που καταχώρησε ο Αιτητής. ü Στην συνέχεια, η Τράπεζα εκκίνησε εκ νέου την διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων και απέστειλε τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» ημερ. 23/1/2019 στον Αιτητή, ο οποίος τις παρέλαβε στις 6/2/2019 μέσω συστημένου ταχυδρομείου. ü Ο Αιτητής αντέδρασε στην αποστολή των εν λόγω Ειδοποιήσεων Ι με την καταχώρηση Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 8/4/2019 η οποία απερρίφθη με αιτιολογημένη Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 25/11/
  11. ü Ενώ εκκρεμούσε η Απόφαση του Δικαστηρίου και αφού δεν είχε εκδοθεί οποιοδήποτε απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να την εμποδίζει, η Καθ' ης η Αίτηση αποφάσισε όπως αποστείλει και να επιδώσει στις 26/10/2019 τις επίδικες Ειδοποιήσεις «ΙΑ» εσκεμμένα ορίζοντας τον πλειστηριασμό των επίδικων ακινήτων στις 4/3/2020 και 5/3/2020, ήτοι 5 μήνες μεταγενέστερα ούτως ώστε αφενός μεν να υπάρχει ορισμένη ημερομηνία πλειστηριασμού και αφετέρου να υπάρχει επαρκής χρόνος ούτως ώστε να εκδοθεί από την μία η Απόφαση του Δικαστηρίου και από την άλλη ο Αιτητής να έχει την δυνατότητα να λάβει οποιαδήποτε διαβήματα έκρινε ως απαραίτητα για την προστασία των εννόμων συμφερόντων του. ü Όσον αφορά στους ισχυρισμούς του Αιτητή περί δήθεν απροθυμίας εκ μέρους της Τράπεζας να προσκομίσει τα έγγραφα, αυτοί απορρίπτονται κατηγορηματικά από την Τράπεζα. Ο Αιτητής ζήτησε από την Τράπεζα τη λήψη ενός τεράστιου όγκου εγγράφων ώστε να κατασκευάσει την Αγωγή του, όπως άλλωστε παραδέχεται ο ίδιος, τα οποία έγγραφα παραδόθηκαν στον Αιτητή όπως ο ίδιος παραδέχεται στην Ε/Δ Γεωργίου. ü Οι θέσεις του Αιτητή περί δήθεν παράνομων χρεώσεων, υπερχρεώσεων και δήθεν παράνομης, αντισυμβατικής και αντισυνταγματικής επιβολής και διακύμανση των επιτοκίων, καταχρηστικών ρητρών και παράνομο τερματισμό, αυτοί απορρίπτονται κατηγορηματικά. Όλες οι χρεώσεις οι οποίες γίνονταν ήταν νόμιμες, νομότυπες και προβλέπονταν ρητά στους όρους των Συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων (όπως αυτές τροποποιούνταν από καιρό εις καιρό), τις οποίες ο Αιτητής αποδεχόταν εγγράφως. Το υπόλοιπο μέρος της ένορκης δήλωσης του Μ. Αδάμου αφορά κατ' ουσίαν επανάληψη και περαιτέρω ανάλυση των νομικών λόγων Ένστασης και, επομένως, δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνει παράθεσή τους στο παρόν στάδιο. Τα νομικά ζητήματα και επιχειρήματα τα οποία αναφέρονται εν προκειμένω θα τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο στη συνέχεια της Απόφασης στη βάση των αγορεύσεων και της επιχειρηματολογίας που έχει προβληθεί από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Αιτητικά υπό στοιχεία (β) και (γ) Πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην εξέταση της υπό κρίση Αίτησης θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω, σε συμφωνία με τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ης η Αίτηση έχει υποστηρίξει, ότι δεν είναι νοητό στο πλαίσιο αίτησης για παρεμπίπτοντα ενδιάμεσα διατάγματα, όπως η υπό κρίση Αίτηση, να επιδιώκονται, στο πλαίσιο του αιτητικού υπό στοιχείο (β), η θεραπεία του παραμερισμού της Ειδοποίησης τύπου ΙΑ καθώς και, στο πλαίσιο του αιτητικού υπό στοιχείο (γ), η θεραπεία της έκδοσης διατάγματος που να κηρύττει την αποστολή της Ειδοποίησης τύπου ΙΑ ως άκυρης και/ή παράνομης. Ο παραμερισμός της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, μπορεί να επιδιωχθεί μόνο μέσω αίτησης/έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, εντός καθορισμένης προθεσμίας και για λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στον Άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου 9/
  1. Ζήτημα δεδικασμένου Ένα από τα ζητήματα που ηγέρθησαν από την πλευρά του Αιτητή ήτο και η θέση ότι η Εναγόμενη κωλύεται στη βάση των αρχών του δεδικασμένου από του να προωθεί διαδικασίες εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων λόγω της Απόφασης που είχε εκδοθεί στην Αίτηση/Έφεση 373/2017 με την οποία το Δικαστήριο είχε εκδώσει Διάταγμα παραμερισμού της Ειδοποίησης τύπου ΙΑ που είχε εκδοθεί αναφορικά με τα ενυπόθηκα ακίνητα καθώς και Διάταγμα ακύρωσης του πλειστηριασμού που ήταν ορισμένος στις 29/9/
  2. Για να γίνει κατανοητό το επιχείρημα της πλευράς του Αιτητή θα πρέπει να γίνει αναφορά σε κάποια γεγονότα τα οποία προκύπτουν στην παρούσα διαδικασία ως αναντίλεκτα και αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Συγκεκριμένα μετά την έγερση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής η Εναγόμενη Τράπεζα καταχώρησε εναντίον του Ενάγοντα στο Ε.Δ. Λευκωσίας την Αγωγή με αρ. XXXXX/
  3. Παράλληλα, εκκρεμούσης της εν λόγω Αγωγής Αγωγής, η Τράπεζα αποφάσισε να προωθήσει διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Ως εκ τούτου, καθόρισε ημερομηνία πλειστηριασμού των ακινήτων που επιβαρύνονται με τις Υποθήκες Υ. XXXXX/07 και Υ. XXXXX/08 στις 29/9/2017, ο οποίος ακυρώθηκε δυνάμει Απόφασης του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 28/9/2017 στο πλαίσιο της Αίτησης/Έφεσης αρ. XXXXX/2017 που καταχώρησε ο Αιτητής. Η Απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε πριν την θέσπιση του τροποποιητικού Νόμου 87(Ι)/2018 και στη βάση του ότι εκκρεμούσε αγωγή για την Ειδοποίηση τύπου Ι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Νόμου ως ίσχυαν πριν την τροποποίηση του Νόμου που καθιστούσε ως λόγο έφεσης για παραμερισμό Ειδοποίησης κατά τον τύπο ΙΑ την εκκρεμοδικία αγωγής για την Ειδοποίηση κατά τον τύπο Ι. Ως γνωστό η εν λόγω πρόνοια με την θέσπιση του τροποποιητικού Νόμου 87(Ι)/2018 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με την πρόνοια που καθιστά ως λόγω έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος. Όπως είναι αντιληπτό, το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ως άνω Αίτησης/Έφεσης υπ. αρ. XXXXX/2017 εκδίκασε αυτό που δύνατο να εκδικάσει στο πλαίσιο του Άρθρου 44Γ
(3), ήτοι μόνον αίτημα για ακύρωση της Ειδοποίησης ΙΑ και, συνεπακόλουθα, του επίδικου πλειστηριασμού. Ακύρωσε, επομένως, τις συγκεκριμένες Ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ που είχαν εκδοθεί αναφορικά με τα επίδικα ακίνητα και, συνεπακόλουθα, τον πλειστηριασμό που ήτο ορισμένος στις 29/9/
  1. Η συγκεκριμένη κατάληξη του Δικαστηρίου στην πιο πάνω Αίτηση/Έφεση ήτο ως εξής: «Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα Αίτηση/Έφεση, επιτυγχάνει. Εκδίδεται Διάταγμα παραμερισμού των Ειδοποιήσεων Τύπου ΙΑ που εκδόθηκαν και αφορούν στα επίδικα ακίνητα, πιο πάνω. Επιπρόσθετα και ως αποτέλεσμα αυτών, εκδίδεται Διάταγμα ακύρωσης του πλειστηριασμού ο οποίος είναι ορισμένος στις 29/9/2017.» (Οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου που εξέδωσε την Απόφαση στην Αίτηση/Έφεση αρ. XXXXX/2017) Επισημαίνεται ότι στην πιο πάνω Αίτηση/Έφεση ο Αιτητής/Εφεσείοντας, πέραν από την ακύρωση της Ειδοποίησης τύπου ΙΑ (καθώς και των Ειδοποιήσεων τύπου Ι, Θ και ΙΒ), επεδίωξε μέσω της θεραπείας υπό στοιχείο (Β) και την έκδοση Διατάγματος «δια του οποίου να ακυρώνονται και/ή να αναστέλλονται οι οποιεσδήποτε διαδικασίες σε σχέση με την πώληση και/ή εκποίηση και/ή πλειστηριασμό των ανωτέρω ακινήτων και/ή οποιεσδήποτε διαδικασίες δυνάμει του Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Νόμο του 1965 και ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα αλλά όχι περιοριστικά στο Μέρος VIA, ένεκα της ακυρότητας και/ή του παραμερισμού των ειδοποιήσεων Τύπου «Θ», «I», «ΙΑ» και «ΙΒ». Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω τέτοιο Διάταγμα δεν εκδόθηκε από το Δικαστήριο. Στη βάση όλων όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω η εισήγηση περί ύπαρξης δεδικασμένου το οποίο εμποδίζει την Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση να προωθεί διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων στη βάση νέων Ειδοποιήσεων δεν έχει, κατά την κρίση μου, οποιοδήποτε έρεισμα. Ισχυρισμός για Κατάχρηση Ένας από τους Λόγους Ένστασης της Καθ΄ης η Αίτηση ήτο ότι προηγήθηκε της υπό κρίση Αίτησης άλλη Αίτηση πανομοιότυπη με αυτή, η Αίτηση ημερ. 8/4/2019, η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριο και ότι, στην απουσία ύπαρξης νέων γεγονότων ή επιχειρημάτων, θα πρέπει, επίσης, να απορριφθεί ως καταχρηστική. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Recnex Trading Ltd κ.α. ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολιτική Έφεση αρ. 71/11, ημερ. 16/4/2014,οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ενώ η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και, ως εκ τούτου, η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Με δεδομένο ότι στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης η πλευρά του Αιτητή επικαλείται νέα δεδομένα και στοιχεία όπως την εξασφάλιση προκαταρκτικής Έκθεσης εμπειρογνώμονα (Τεκμήρια 14α και 14β), θεωρώ ότι δεν έχει τεκμηριωθεί η εισήγηση ότι η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική. Eφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
  2. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Βασικά εκείνο το οποίο εξετάζεται αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, αν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο τόσο του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος όσο και της Έκθεσης Απαίτησης διαπιστώνεται ότι ο Ενάγων προσβάλλει την εγκυρότητα των επίδικων Συμφωνιών Δανείου και παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων επιδιώκοντας την έκδοση Διαταγμάτων για ακύρωση τους καθώς και όλων των συνδεδεμένων και/ή παρεπόμενων Συμφωνιών και επιστροφή στον Ενάγοντα του ποσού που καταβλήθηκε στην Εναγόμενη που αντιστοιχεί σε τόκους και/ή τόκους υπερημερίας και/ή υπερχρεώσεις. Προβάλλεται ότι οι επίδικες Συμφωνίες υπεγράφησαν υπό συνθήκες που απέκλειαν την ελεύθερη βούληση και συναίνεση του Ενάγοντα και ότι η Εναγόμενη Τράπεζα εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι αποτελούσε ισχυρό Χρηματοπιστωτικό ίδρυμα επέβαλε καταχρηστικούς και/η αυθαίρετους όρους και χωρίς ο Ενάγων να έχει περιθώριο να αρνηθεί και/ή να διαπραγματευθεί και/ή κατόπιν οικονομικού εξαναγκασμού. Προβάλλεται, ακόμη, ότι οι επίδικες Συμφωνίες ήτο αποτέλεσμα παραπλανητικών και/ή ψευδών και/ή ανακριβών παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων. Ακόμα προβάλλεται ότι η Εναγόμενη αυθαίρετα και/ή παράνομα προέβαινε περιοδικά σε μονομερή αύξηση του επιτοκίου και/ή επιπρόσθετων χρεώσεων και/ή τόκων υπερημερίας και/ή παράνομη κεφαλαιοποίηση. Στη βάση όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23/3/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Η εκδοχή του Αιτητή είναι ότι η Καθ΄ης η Αίτηση προέβησαν σε ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις ώστε να του αποσπάσουν τις υπογραφές του για τη σύναψη δανείων που στην πραγματικότητα περιλάμβαναν όρους αντίθετους με τις παραστάσεις στις οποίες προέβαιναν προφορικά στον ίδιον. Όπως προβάλλεται, προέβησαν, μεταξύ άλλων, σε ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις, ότι οι όροι των Συμφωνιών ήταν συνήθεις και τυπικοί και μη διαπραγματεύσιμοι. Την ίδια ώρα, όπως υποστηρίζει, του είχαν αναφέρει ότι δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί γιατί οι τυπικές ρήτρες δεν θα ενεργοποιούνταν ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε την εκποίηση των υποθηκών, αφού ως του είχαν αναφέρει, τους είχε παραχωρήσει πολλές εγγυήσεις, συμφωνίες εκχώρησης και εξασφαλίσεις. Εξ' όσων μάλιστα έχει ενημερωθεί εκ των υστέρων, προχώρησαν μάλιστα, σε σύναψη συμφωνιών δανείων τις οποίες τιτλοφόρησαν ως συμφωνίες ενοικιαγοράς, παράτυπα και αντικανονικά και κατά παράβαση του νόμου, αφού κανονικά δεν νομιμοποιούνταν από το να παραχωρήσουν περαιτέρω δάνεια. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η πλευρά της Εναγόμενης προχώρησε παράλληλα σε υπερχρεώσεις και υπερδιόγκωση των μηνιαίων δόσεων και σε τερματισμό των δανείων του παράτυπα και αντικανονικά, ενώ μάλιστα εκκρεμούσε η παρούσα Αγωγή. Επικαλείται δε μέρος των υπολογισμών εμπειρογνώμονα οικονομολόγου στον οποίο είχε αναθέσει την διακρίβωση του πραγματικά οφειλόμενου ποσού καθώς και την αρχική του έκθεση, προς το σκοπό υποστήριξης της θέσης ότι έχουν γίνει πολλές υπερχρεώσεις εις βάρος του, με την επιβολή παράνομου επιτοκίου. Εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή όπως αυτοί καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση αποκαλύπτει ότι, ενώ ισχυρίζεται την προβολή από μέρους της Καθ΄ης η Αίτηση ψευδών και/ή παραπλανητικών παραστάσεων αναφορικά με τους όρους των Συμφωνιών οι οποίες (παραστάσεις) ώθησαν τον Αιτητή να προχωρήσει στη σύναψη των επιδίκων Συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων καθώς και των άλλων Συμφωνιών αναφορικά με εξασφαλίσεις όπως συμφωνίες Υποθήκης, στην παράγραφο 10 της ένορκης του δήλωσης φαίνεται να περιορίζει την απαίτηση του στην αμφισβήτηση των χρεώσεων των επίδικων δανείων. Η σχετική περικοπή από την παράγραφο 10 έχει ως εξής: «...Δια των πράξεων τους, της επιθετικής και κατά τα άλλα προκλητικής συμπεριφοράς τους ουσιαστικά αδιαφορούν, αγνοούν και παρακάμπτουν την έγερση της παρούσας αγωγής, δια της οποίας αμφισβητούνται ουσιαστικά οι χρεώσεις των δανείων που έχω συνάψει μαζί τους και συμπεριφέρονται ωσάν να έχουν πάρει το ρόλο του Δικαστηρίου και αποφάσισαν ωσάν να ήταν Δικαστήριο περί της ύπαρξης οφειλόμενου χρέους και το ύψος αυτού». Προηγουμένως στην ίδια παράγραφο αναφέρεται μάλιστα ότι ο Αιτητής προσπαθούσε μέσω οικονομικού εμπειρογνώμονα να εξακριβώσει το πραγματικά οφειλόμενο ποσό και τις υπερχρεώσεις που, όπως ισχυρίζεται έγιναν, και να επέλθει μια διευθέτηση του όλου θέματος. Η σχετική περικοπή έχει ως εξής: «..[..]Είναι μάλιστα άξιον απορίας, πως οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση, ενώ γνώριζαν πως εκκρεμεί η παρούσα αγωγή και ενώ προσπαθούσα να εξακριβώσω μέσω οικονομικού εμπειρογνώμονα το πραγματικά οφειλόμενο ποσό, τις υπερχρεώσεις που έγιναν και να επέλθει μια διευθέτηση του όλου θέματος, προέβησαν στην αποστολή της ειδοποίησης με ημερομηνία επίδοσης 24/05/2017.[..]». Κατά παρόμοιο τρόπο στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή αναφέρονται τα εξής: «Ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν με τα επόμενα διαβήματα για πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων, ενώ μάλιστα εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή,δια της οποίας ουσιαστικά αμφισβητούνται οι χρεώσεις των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση και ενώ γίνονταν προσπάθειες συζήτησης της υπόθεσης μετά τον υπολογισμό των ειδικών ζημιών από ανεξάρτητο οικονομολόγο εμπειρογνώμονα,.[..]..» Παραμένει, ωστόσο, το ζήτημα των ισχυριζόμενων υπερχρεώσεων και της κατ΄ισχυρισμό επιβολής παράνομου επιτοκίου για τις οποίες η πλευρά του Αιτητή επισυνάπτει ως Τεκμήριο 14(α) μέρος των υπολογισμών του εμπειρογνώμονα οικονομολόγου στον οποίο ανέθεσε τον σχετικό υπολογισμό καθώς και το Τεκμήριο 14(β) το οποίο αποτελεί μέρος της αρχικής του Έκθεσης. Η πλευρά της Εναγόμενης απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις δόθηκαν προς τον Αιτητή κατόπιν δικής του απαίτησης και ότι οι από καιρό εις καιρό τροποποιήσεις που γίνονταν σε αυτές (είτε υπό τη μορφή διαφοροποίησης της τιμολόγησης του δανείου, είτε υπό τη μορφή αλλαγής στο πρόγραμμα αποπληρωμής των δανείων), γίνονταν και πάλι κατόπιν απαίτησης του ίδιου του Αιτητή, αλλά και δικαιωματικά από την Τράπεζα, σύμφωνα με ρητούς όρους όλων των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων (τροποποιητικών και αρχικών), διαφοροποιήσεις τις οποίες ο Αιτητής αποδέχθηκε και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Η Καθ΄ης η Αίτηση απορρίπτει, επίσης, τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί παραπλανητικών παραστάσεων και παράνομων συμπεριφορών των υπαλλήλων της Τράπεζας επισημαίνοντας ότι δεν δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες όπως για παράδειγμα από ποιον έγιναν οι εν λόγω παραπλανητικές παραστάσεις, πότε, που, αναφορικά με ποιες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων ή εξασφαλίσεων έγιναν, πότε έλαβε γνώση ο Αιτητής για αυτές κτλ. Όσον δε αφορά τις χρεώσεις που γίνονταν προβάλλεται ότι αυτές ήταν νόμιμες, νομότυπες και προβλέπονταν ρητά στους όρους των Συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων (όπως αυτές τροποποιούνταν από καιρό εις καιρό), τις οποίες ο Αιτητής αποδεχόταν εγγράφως. Προβάλλεται, ακόμη, ότι ενώ με την συμπεριφορά του ο Ενάγων έδειχνε ρητά και ξεκάθαρα ότι δεν αμφισβητεί τις επίδικες Συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και εξαιτείτο την αναδιάρθρωση και τροποποίηση τους για να είναι σε θέση να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, όταν αντιλήφθηκε ότι δεν είναι σε θέση να εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς την Καθ' ης η Αίτηση, αρνήθηκε να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά και ήγειρε ισχυρισμούς περί δήθεν παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων, προφανώς για σκοπούς καλλιέργειας εντυπώσεων. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Το κατά πόσο ευσταθούν οι πιο πάνω θέσεις του Αιτητή τουλάχιστον καθόσον αφορά το ζήτημα των ισχυριζομένων υπερχρεώσεων και επιβολής παράνομου επιτοκίου, δεν είναι επί του παρόντος για να κριθεί. Το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση του Ενάγοντα, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Κατά πόσο με τα όσα ο Αιτητής έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Οι ισχυρισμοί της Καθ΄ης η Αίτηση δεν εξασθενίζουν, κατά την εκτίμηση μου, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Αιτητή σε βαθμό μάλιστα που να οδηγούν στη διαπίστωση μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Όλα όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας εκ μέρους του Αιτητή/Ενάγοντα και, ως εκ τούτου, καθόσον αφορά αυτούς πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος.[6] Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.[7] Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης ακόμα και στην περίπτωση που ο Αιτητής επιτύχει στην Αγωγή του και αποδειχθεί η ύπαρξη υπερχρεώσεων επί των επίδικων λογαριασμών πιστωτικών διευκολύνσεων, τότε η ζημιά η οποία θα υποστεί είναι καθαρά οικονομική, εύκολα υπολογίσιμη και θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Και τούτο γιατί οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα, σε ένα μεγάλο μέρος, εστιάζονται σε υπερβολικές και/ή καταχρηστικές και/ή παράνομες χρεώσεις των λογαριασμών των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Όπως προκύπτει από τα όσα ο ίδιος ο Ενάγων αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση του, η ύπαρξη οφειλόμενου προς την Εναγόμενη ποσού είναι δεδομένη. Η διαφωνία του Ενάγοντα έγκειται, βασικά, στο ύψος αυτής της οφειλής. Κρίνεται, επίσης, σκόπιμο να λεχθεί πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα υπό την έννοια πως σε περίπτωση που η τιμή πώλησης ξεπερνά τα ποσά των υποθηκών, τότε αναμφίβολα η Τράπεζα θα καταβάλει το υπόλοιπο στον Ενάγοντα, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι χαμηλότερο της αξίας των ενυπόθηκων και/ή ο Ενάγων έχει υποστεί ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, τότε η Τράπεζα δύναται να τον αποζημιώσει. Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι δεν έχει προβληθεί η θέση από τον Αιτητή ότι η οικονομική κατάσταση της Καθ΄ης η Αίτηση/Εναγόμενης είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν Απόφαση υπέρ του και ότι η Καθ΄ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα. Αντίθετα, η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι αποτελεί ένα καθόλα φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα, κάτι που η πλευρά του Αιτητή δεν έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο, με συνεπακόλουθο να υφίσταται οικονομική δυνατότητα αποζημίωσης του Αιτητή στην περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής του. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντος πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων, οι Ενάγοντες στερούνται του συνταγματικού τους δικαιώματος να ακουστούν στην Αγωγή η οποία καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου δεν βρίσκει έρεισμα σε όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον οποιοδήποτε ζήτημα υπολογισμού του τόκου και χρεώσεων και συνακόλουθα καθορισμού του ύψους του οφειλόμενου ποσού, εξακολουθεί να αποτελεί ζήτημα που θα απασχολήσει κατά την ακρόαση της ουσίας. Αποτέλεσε, επίσης, θέση του Αιτητή ότι σε περίπτωση που η Εναγόμενη προχωρήσει σε πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων αυτό θα προκαλέσει καταστροφικές συνέπειες καθότι τα ενυπόθηκα ακίνητα αποτελούν την επαγγελματική στέγη του Ενάγοντα. Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα του Ενάγοντα στην περιουσία του ταυτόχρονα λέω,σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης, ότι ο κίνδυνος απώλειας των ενυπόθηκων ακινήτων και/ή το δικαίωμα της Καθ΄ης η Αίτηση να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα εάν και εφόσον τα εξασφαλιζόμενα με τις επίδικες υποθήκες ποσά δεν καταβάλλονταν, το οποίο (δικαίωμα) ο ίδιος ο Αιτητής έδωσε στην Τράπεζα, υπήρχε πάντοτε από την αρχή της συμβατικής σχέσης των μερών. Με άλλα λόγια από τη στιγμή που ο Ενάγων προς εξασφάλιση των επίδικων Συμβάσεων πιστωτικών Διευκολύνσεων υποθήκευσε την ακίνητη του ιδιοκτησία προφανώς γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, για το ενδεχόμενο εκποίησης της προς αποπληρωμή των εξασφαλιζόμενων με αυτή ποσών. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραπέμψω στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd v. Hellenic Bank Public Company Ltd Πολιτική Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/9/2019,αναφορικά με την 3η προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και την ενδεχόμενη απώλεια ακίνητης ιδιοκτησίας που οι Εφεσείοντες στην υπόθεση εκείνη είχαν υποθηκεύσει όπου ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παμπαλλής Δ. ανέφερε τα εξής σχετικά: «...Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή ο Αιτητής χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο, στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα λήγει εκεί χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για την μη έκδοση του[8]. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καθορίζει επομένως και την πορεία της Αίτησης χωρίς να καθίσταται αναγκαία οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Κατάληξη Συνεπακόλουθα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Καθ΄ης η Αίτηση δικαιούται στα έξοδα της. Ο Αιτητής να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1]* MΔέστε Demades Overseas Ltd v.Studio MA.ST
(1996)1A.A.Δ.799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1Α.Α.Δ.704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1C.L.R.38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1C.L.R.585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1C.L.R.605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1C.L.R.557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1C.L.R.303,Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R.583,599-602,Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ.182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1Α.Α.Δ.54,Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ.282, Louis Vuitton v. Dermosak Limitedκ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ.1453. [3]Δέστε Bacardi v.Vinco
(1996)1(Β)Α.Α.Δ.788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ)Α.Α.Δ.1603,Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1791και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1Α.Α.Δ.149. [4]Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1C.L.R.263, 267-268,Δημοκρατίατης Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(Α) Α.Α.Δ.225,235, P.A.Micrologic Consultants Ltd v.Microsoft Corporation
(2002)1Α.Α.Δ.1802. [5]Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1C.L.R.263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α.ν.Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1Α.Α.Δ.248. [6]ΔέστεΚ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. [7] Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ.
  1. [8]Δέστε Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited ΠολιτικήΈφεσηαρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.