SINGH ν. ΠΙΣΣΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6439/2015, 24/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A205 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6439/2015 Μεταξύ: XXXXX SINGH Ενάγοντα -και-
- XXXXX ΠΙΣΣΑ
- ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων --------------- Αίτηση ημερομηνίας 10.7.2018 Ημερομηνία: 24 Απριλίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 2-Αιτητές: κα Στ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Κορομίας για Δράκος & Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο1-Καθ' ου η αίτηση: κα Χ. Σούρπη για Ανδρέας Χατζησέργης Δ.Ε.Π.Ε. ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή του, ο Ενάγων αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις και άλλες θεραπείες σχετιζόμενες με τροχαίο δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη. Ο Εναγόμενος 1 ήταν ο οδηγός του οχήματος με το οποίο συγκρούστηκε ο Ενάγων, ενώ οι Εναγόμενοι 2 είναι ασφαλιστική εταιρεία η οποία κάλυπτε, για ευθύνη έναντι τρίτου, το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος
- Οι Εναγόμενοι 2, με την υπεράσπιση τους, εγείρουν θέμα ακυρότητας του ασφαλιστηρίου και μη υποχρέωσή τους να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα ή να καλύψουν ασφαλιστικά τυχόν ευθύνη του Εναγόμενου 1 για το επίδικο ατύχημα. Ισχυρίζονται συναφώς δόλο και/ή απάτη που οδήγησε στην εξασφάλιση του ασφαλιστηρίου καθώς και άλλους λόγους και γεγονότα για τους οποίους οι ίδιοι δεν έχουν οποιαδήποτε ευθύνη. Την ημερομηνία καταχώρησης της υπεράσπισης τους, οι Εναγόμενοι 2 καταχώρησαν ειδοποίηση προς συνεναγόμενο σύμφωνα με τη Δ.10 θ.12
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με την οποία αρνούνται ότι υπέχουν οποιανδήποτε ευθύνη έναντι του Ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν εξ υπαρχής άκυρο και αναποτελεσματικό και ότι δεν υποχρεούνται να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα. Όμως, αν θεωρηθούν υπεύθυνοι, θα απαιτήσουν συνεισφορά και/ή αποζημίωση για το ποσό που τυχόν να επιδικασθεί προς όφελος του Ενάγοντα. Με την παρούσα αίτησή τους, οι Εναγόμενοι 2 ζητούν την έκδοση διατάγματος για οδηγίες συνεναγόμενου ως ακολούθως: «(Α) Όπως η Εναγομένη 2-Αιτήτρια παραδώσει την Έκθεση Απαίτησης προς τον Εναγόμενο 1 (Συνεναγόμενο) εντός 45 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. (Β) Όπως ο Εναγόμενος 1 (Συνεναγόμενος) παραδώσει την υπεράσπιση του εντός 45 ημερών από την προς αυτούς παράδοσης της Έκθεσης Απαίτησης της Εναγομένης 2. (Γ) Όπως επιτραπεί στον συνενεγόμενο 1 (Συνεναγόμενο) να εμφανιστεί κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και συμμετάσχει κατά τέτοιο τρόπο , ως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει και δεσμευτεί εκ της ληφθησομένης απόφασης. (Δ) Όπως το ζήτημα της ευθύνης του Εναγομένου (Συνεναγομένου) όπως αποζημιώσει την Εναγομένη 2-Αιτήτρια και/ή συνεισφέρει σε τέτοια έκταση, ως ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο, έναντι της απαίτησης του Ενάγοντα, εκδικαστεί κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή αμέσως μετά ταύτην, ως ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο. (Ε) Όπως το ζήτημα της Ασφαλιστικής κάλυψης του Εναγομένου 1 και των υποχρεώσεων της Εναγομένης 2 ως ασφαλιστού έναντι του Ενάγοντα και του Εναγομένου 1 αποφασισθούν στα πλαίσια της παρούσης αγωγής, ως επίσης και το θέμα της εγκυρότητας ή όχι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που η Εναγόμενη 2 εξέδωσε για το υπ' αρ. εγγραφής XXXXX18 όχημα.» Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η Δ.10 ΘΘ.7 και 8, Δ.48 Θ.2 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το άρθρο 16Α του Ν.96
(1)/2000. Ο XXXXX Τυλλής, με την ένορκή του δήλωση, ημερομηνίας 10.7.2018, υποστηρίζει την αίτηση λέγοντας ότι καταχωρήθηκε και επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 ειδοποίηση συνεναγομένου και ότι τα αιτούμενα διατάγματα πρέπει να εκδοθούν ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει όλα τα σχετικά έγγραφα και τα απαραίτητα γεγονότα για να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και ο Ενάγων φέρουν ένσταση στην αίτηση των Εναγομένων 2, ο μεν Εναγόμενος στη βάση των επτά λόγων που τίθενται στο σώμα της ένστασης του, ο δε Ενάγων στη βάση των δύο λόγων που τίθενται στο σώμα της δικής του ένστασης. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από τις ένορκες δηλώσεις των XXXXX Σούρπη, για τον Εναγόμενο 1 και XXXXX Βασιλείου, για τον Ενάγοντα. Σ' αυτές αναλύονται οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης. Προβάλλεται, μεταξύ άλλων, το ότι οι Εναγόμενοι 2 καταχώρησαν αγωγή (την Αγ. XXXXX/2016, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας) εναντίον του Εναγόμενου 1 και ενός άλλου για τα ίδια θέματα. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Αποτελεί θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών ότι η αναφερόμενη αγωγή XXXXX/2016 αφορά τις πρόνοιες του άρθρου 15
(2)του Ν.96
(1)2000 ενώ η παρούσα αφορά τις πρόνοιες του άρθρου 16Α του Ν.96
(1)/2000. Σύμφωνα με τη Δ.10 Θ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στον Κανονισμό, ο εναγόμενος, ο οποίος απαιτεί εναντίον του συνεναγόμενου του, δύναται, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου να εκδώσει και επιδώσει στον συνεναγόμενο ειδοποίηση τέτοιας απαίτησης εξειδικεύοντας το ζήτημα της απαίτησης. Σε τέτοια περίπτωση, δεν απαιτείται εμφάνιση και, για την εξέταση του ζητήματος, ακολουθείται ανάλογη διαδικασία ως προβλέπεται για τριτοδιάδικο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Εναγόμενοι 2 ήδη έχουν καταχωρήσει ειδοποίηση συνεναγόμενου. Η παρούσα αποτελεί την αίτηση για οδηγίες κατά ανάλογο τρόπο που θα υποβάλλετο σε διαδικασία τριτοδιαδίκου. Εφόσον δε, η απαίτηση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 δεν είναι ως συνυπεύθυνοι για αστικό αδίκημα (joint tortfeasors), υπό κανονικές συνθήκες, τέτοια αίτηση είναι αναγκαία (Ιωαννίδης ν. Χαραλάμπους
(1992)1 Α.Α.Δ. 558). Αποτελεί κοινό λόγο ένστασης των Ενάγοντα και Εναγομένου 1 ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική αφού αναζητεί το ίδιο με την Αγωγή XXXXX/2016. Άφθονη είναι η νομολογία αναφορικά με το υπό κρίση ζήτημα. Θα περιοριστώ σε αναφορά στην Πολιτική Έφεση 9495, αναφορικά με αίτηση της Beogradska D.D. ημερομηνίας 6.9.1996 στην οποία γίνεται λεπτομερής αναφορά και ανάλυση του θέματος και της νομολογίας. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής: «Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Τζεννάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών, Πολιτική Έφεση 9173, 16.3.95 (απόφαση της ολομέλειας). Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην Περέλλα (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση στην Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, Πολιτική Έφεση 8894, 28.4.93. Αποφάσισε ότι: «...Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου...».» Και παρακάτω: «Όπως φαίνεται από την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δυο διαδικασίες - της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις (Βλ. Mills, πιο πάνω). Δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο από τα δύο μέτρα. Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.» (Βλ. επίσης Αιτ. 130/96 επί της αφορώσι την αίτηση της εταιρείας Evand Promotions Ltd και άλλων, ημερομηνίας 19.11.96). Συναφώς προκύπτει ότι αν υφίσταται τέτοια κατάχρηση, το όποιο μέτρο αντιμετώπισης της αφορά τη μεταγενέστερη διαδικασία. Είναι γεγονός, ως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του Ενάγοντα, ότι με την Αγωγή αρ. XXXXX/2016, οι Εναγόμενοι 2 ζητούν τις ίδιες θεραπείες ως προβάλλονται στην υπεράσπιση τους στην παρούσα αγωγή και που αναζητούν να εκδικάσουν στην παρούσα εναντίον του συνεναγόμενου τους (Εναγόμενου 2 στην Αγ. XXXXX/2016). Αυτό, όμως, εισηγούνται οι Εναγόμενοι 2, είναι αποτέλεσμα των προνοιών των άρθρων 15
(2)και 16 Α του Ν.96
(1)/2000 που αφορούν διαφορετικές διαδικασίες. Το ερώτημα προβάλλει κατά πόσο τέτοια είναι η σωστή ερμηνεία των εν λόγω νομοθετικών προνοιών. Το άρθρο 15
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν.96
(1)/2000 προνοεί ότι:
(2)Κανένα ποσό δε θα είναι πληρωτέο από ασφαλιστή βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού, αν, σε αγωγή που άρχισε πριν ή εντός τριών μηνών μετά την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε η απόφαση, ο ασφαλιστής εξασφαλίσει δήλωση του Δικαστηρίου ότι, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιλαμβάνεται στο ασφαλιστήριο, δικαιούται να το ακυρώσει λόγω του ότι το ασφαλιστήριο εξασφαλίσθηκε από τη μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος, ή από παρουσίαση γεγονότος το οποίο ήταν ψευδές σε ουσιώδη του λεπτομέρεια, ή αν ακύρωσε το ασφαλιστήριο λόγω του ότι εδικαιούτο να το πράξει ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιέχεται σε αυτό: Νοείται ότι, ασφαλιστής ο οποίος εξασφάλισε τέτοια δήλωση σε αγωγή, δε θα δικαιούται με τη δήλωση αυτή να τύχει του οφέλους των διατάξεων του εδαφίου αυτού σχετικά με οποιαδήποτε απόφαση που εξασφαλίσθηκε σε διαδικασία που άρχισε πριν από την έναρξη της αγωγής αυτής, εκτός αν πριν ή εντός δεκατεσσάρων ημερών μετά την έναρξη της αγωγής αυτής έδωσε ειδοποίηση στο πρόσωπο που είναι ενάγων στην αγωγή βάσει του ασφαλιστηρίου, η οποία ειδοποίηση καθορίζει τη μη αποκάλυψη ή την ψευδή παράσταση πάνω στην οποία σκοπεύει να στηριχθεί και ότι προτίθεται να ζητήσει δήλωση και οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο δίνεται ειδοποίηση τέτοιας αγωγής, αν επιθυμεί, μπορεί να γίνει διάδικος σε αυτή». Στην προκείμενη περίπτωση, από το ως άνω Τεκμήριο 1 προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 2 απέστειλαν στις 5.1.2016 σχετική ειδοποίηση στον Ενάγοντα και στις 11.1.2016 καταχώρησαν την Αγωγή αρ. XXXXX/2016 για την οποία επίσης απέστειλαν ειδοποίηση. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.12.2015. Ως εκ τούτων, προκύπτει ότι, σε περίπτωση επιτυχίας τους στην Αγ. XXXXX/2016, οι Εναγόμενοι 2 εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 15
(2)του Ν.96
(1)/2000. Με το άρθρο 16Α του Ν.96
(1)/2000 παρέχεται στον ζημιωθέντα (στην παρούσα τον Ενάγοντα) το δικαίωμα να στραφεί εναντίον του ασφαλιστή όμως, λόγω της καταγγελίας του ασφαλιστήριου από τον ασφαλιστή, στη διαδικασία συμμετέχει και ο ασφαλισμένος. Σε τέτοια περίπτωση, ο νόμος δίδει την ευχέρεια στον ασφαλιστή (στην παρούσα τους Εναγόμενους 2) να προβάλει έναντι του Ενάγοντα όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου. Βασική αρχή ερμηνείας είναι ότι ο νομοθέτης δεν έχει πρόθεση να παράγει παράλογα αποτελέσματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υφίσταται πρόθεση ή ενδεχόμενο το ίδιο θέμα να είναι αντικείμενο εξέτασης σε δύο αγωγές. Συνδυασμένη ανάγνωση των προνοιών του άρθρου 15
(2)και 16 Α (ανωτέρω) σαφώς φανερώνει την ευχέρεια του ασφαλιστή να καταγγείλει το ασφαλιστήριο μέσω αγωγής. Υπό τις συνθήκες που προνοεί το άρθρο, θα δικαιούται να αποφύγει, αν πετύχει σε τέτοια αγωγή, υποχρέωση πληρωμής απόφασης υπέρ του ζημιωθέντα και εναντίον του ασφαλισμένου ή και του ασφαλιστή. Τέτοια απόφαση μπορεί να είναι σε αγωγή κάτω από το άρθρο 16 Α. Ο ζημιωθείς δύναται να καταστεί διάδικος στην αγωγή κάτω από το άρθρο 15
(2)ενώ ο ασφαλιστής δύναται να εγείρει στην αγωγή κάτω από το άρθρο 16Α τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου (υποχρεωτικά συνεναγόμενου του - άρθρο 16Α
(1)επιφύλαξη), όμως έναντι του ζημιωθέντος Ενάγοντα. Εναντίον του συνεναγόμενου του, ο ασφαλιστής έχει ήδη άλλη διαδικασία. Τα ίδια θέματα δεν είναι δυνατό να τύχουν εξέτασης δύο φορές. Εις δε την περίπτωση όπου υφίστανται και οι διαδικασίες, αυτό δεν αναιρεί το δεδομένο ότι δεν είναι δυνατό να τύχουν εξέτασης τα ίδια θέματα δύο φορές. Με δεδομένο επίσης ότι, διά νόμου, η δέουσα διαδικασία για εξέταση του θέματος της καταγγελίας του ασφαλιστηρίου είναι αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 15
(2)του Ν.96
(1)/2000 (εδώ η Αγ. XXXXX/2016) αυτό καθιστά αναπόφευκτο αποτέλεσμα το ότι το να αναζητούν οι Εναγόμενοι 2 να εκδικαστούν τα ίδια θέματα αναζητώντας τις ίδιες θεραπείες, στην παρούσα αγωγή ενώ εκκρεμεί η Αγ. XXXXX/2016 (δική τους αγωγή) είναι καταχρηστικό. Και συνεπώς, τέτοιο διάβημα δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα, και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, δεν θα εξυπηρετούσε η ενασχόληση του Δικαστηρίου με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα στην παρούσα αίτηση. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Ενάγοντα και Εναγόμενου 1 και εναντίον των Εναγομένων 2 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο