Νίκολας ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3890/12, 19/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A242 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3890/12 Μεταξύ: XXXXX Νίκολας Ενάγοντα και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου --------------------- 19 Μαΐου 2020 Για τον Ενάγοντα: Αυτοπροσώπως Για τον Εναγόμενο: κος Χριστοφόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσης είναι η προδικαστική ένσταση της παραγράφου 3Α της τροποποιημένης υπεράσπισης. Ό,τι εκεί αναφέρεται είναι πως· « Ο Εναγόμενος εγείρει Προδικαστική Ένσταση λόγω Δεδικασμένου καθώς ο Ενάγοντας καταχώρησε Πολιτική Έφεση με Αρ. 10301 η οποία αφορούσε τα ίδια επίδικα γεγονότα και νομικά ζητήματα και η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 29 Ιουνίου 2001.» Λίγα λόγια χρειάζεται να ειπωθούν και για το πώς τα πράγματα οδηγήθηκαν μέχρι εδώ. Την 14/11/2019, ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο ενάγων υπέβαλε αίτημα αναβολής. Σε αυτό το πλαίσιο διεξήχθη η εξής στιχομυθία· « κος Χριστοφόρου: Κύριε Πρόεδρε παρόλο που η άποψη μου είναι ότι όλα αυτά που ζητά τα έγγραφα τα οποία ψάχνει ο ενάγοντας δεν θα του είναι χρήσιμα, δεν θα ενστώ στο αίτημα για αναβολή και θα κάνω μια εισήγηση την οποία συζητήσαμε προηγουμένως με τον ενάγοντα. Να κάνει παραδεκτό ότι για το ίδιο ζήτημα έκανε αγωγή και πολιτική έφεση την οποία θα βάλουμε την επόμενη δικάσιμο ως τεκμήριο, για να μπορέσετε να ακούσετε το προδικαστικό μου ζήτημα, ως η τροποποίηση μου. Αν αυτό το αποδέχεται ο ενάγοντας θα έρθουμε την επόμενη φορά με γραπτές αγορεύσεις ως προς τούτο το ζήτημα μόνο. Ενάγοντας: Βεβαίως θα το δεχτώ. Είναι γεγονός ότι έκαμα αίτηση και απορρίφθηκε. Βεβαίως το αποδέχομαι. Αλλά θα έχουμε και την ευκαιρία να πούμε λίγα πράγματα προφορικά; Δικαστήριο: Να αντιληφθώ ότι δέχεστε να ακουστεί προδικαστικά το θέμα που έθεσε ο κ. Χριστοφόρου; Ενάγοντας: Βεβαίως αλλά ζητώ να πω και λίγα πράγματα προφορικά. Δικαστήριο: Επιθυμείτε να καταθέσετε σήμερα ό,τι σχετικό με το πραγματικό πλαίσιο του προδικαστικού ζητήματος; κ. Χριστοφόρου: Μάλιστα. Δικαστήριο: Εσείς κ. Νίκολας συμφωνείτε; Ενάγοντας: Συμφωνώ. κ. Χριστοφόρου: Παρακαλώ να γίνει τεκμήριο η απόφαση του Εφετείου. Ενάγοντας: Συμφωνώ. Δικαστήριο: Εν τοιαύτη περιπτώσει η απόφαση σημειώνεται και κατατίθεται ως Τεκμήριο Χ. κ. Χριστοφόρου: Εγώ θα εισηγούμουν να μας ορίσετε μια ημερομηνία να έρθουμε για γραπτές αγορεύσεις. Δικαστήριο: Θέλετε να προστεθεί κάτι άλλο; κ. Χριστοφόρου: Όχι. Ενάγοντας: Όχι.» Ακολούθως και εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα είναι νομικό, το αίτημα για προδικαστική εκδίκαση εγκρίθηκε και ως εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε σε νέα ημερομηνία για αγορεύσεις. Από τις δηλώσεις των διαδίκων αντιλαμβάνεται κανείς ότι το πραγματικό πλαίσιο του προδικαστικού ζητήματος εξικνείται σε αυτό το περιεχόμενο του τεκμηρίου Χ, δηλαδή την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαρ. Νίκολας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 983 (στη συνέχεια θα καλείται τεκμήριο Χ ή η απόφαση στην πρώτη αγωγή) και την εδώ δήλωση του ενάγοντα ότι όντως προέβη στην καταχώριση της πρώτης αγωγής που οδηγήθηκε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο και την έκδοση του τεκμηρίου Χ. Στη συνέχεια η επίδικη αγωγή θα καλείται η δεύτερη αγωγή. Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον εναγόμενο ότι δύο θέματα πρέπει να απασχολήσουν. Το πρώτο είναι κατά πόσο το τεκμήριο Χ αποκαλύπτει ταύτιση γεγονότων της δεύτερης αγωγής με την πρώτη και το δεύτερο, κατά πόσο το γεγονός ότι μετά την απόφαση στην πρώτη αγωγή (τεκμήριο Χ) ο ενάγων ζήτησε αποκατάσταση με βάση το άρθρο 146
(6)του Συντάγματος, του δίνει το δικαίωμα να καταχωρίσει την επίδικη και δεύτερη αγωγή. Απαντά τα δύο ερωτήματα λέγοντας ότι υπάρχει ταύτιση γεγονότων των δύο αγωγών, η οποία προκύπτει από αντιπαραβολή της έκθεσης απαιτήσεως της δεύτερης αγωγής - δηλαδή της επίδικης - με τα αναφερόμενα στο τεκμήριο Χ. Καταλήγει εν προκειμένω ότι ο λόγος (ratio) της εφετειακής απόφασης (τεκμήριο Χ) παρήγαγε δεδικασμένο το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί με νέα αγωγή ή νέους ισχυρισμούς, εφόσον η απόφαση της πλειοψηφίας απέρριψε την έφεση δια το λόγο ότι «ο Ενάγοντας δεν ισχυρίστηκε αλλά κύρια δεν απέδειξε ότι αν δεν μεσολαβούσε η ακυρωτική απόφαση ο ίδιος θα επιλεγόταν». Ως προς το έτερο ερώτημα που έθεσε λέγει ότι το γεγονός πως η έφεση απερρίφθη και για δεύτερο λόγο, δηλαδή ότι ο ενάγων δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα αφού δεν ζήτησε αποκατάσταση, δεν μπορεί να απασχολήσει καθ' ότι δεν ήταν αυτός ο βασικός λόγος απόρριψης αλλά αυτό που προαναφέρθηκε, δηλαδή ότι δεν απεδείχθη πως αν δεν μεσολαβούσε η ακυρωτική απόφαση θα επιλεγόταν. Στον αντίποδα ο ενάγων αναφέρει ότι παραδέχθηκε μόνο την ύπαρξη της αρνητικής για τον ίδιο απόφασης (τεκμήριο Χ), όχι όμως ότι οι αποζημιώσεις έχουν εκδικαστεί ή ότι η πρώτη αγωγή αφορά την ουσία της επίδικης αγωγής που είναι η αποζημίωση της ζημιάς που προκλήθηκε. Πραγματεύεται την απόφαση τεκμήριο Χ και καταλήγει ότι· « 3.
- Παρεμπιπτόντως αναφέρω ότι αναφορικά με το μέρος της εν λόγω απόφασης δηλαδή της παράγραφος Α-(4 Δικαστές), όπου ερμηνεύεται από την μειοψηφία της πλειοψηφίας της απόφασης το ότι σε αυτόν το στάδιο της διαδικασίας, και για το συγκεκριμένο σημείο, ο Εναγόμενος είχε «υποχρέωση» να αποδείξει ότι «θα εξασφάλιζε διορισμό αν δεν παρεμβαλλόταν η ακυρωθείσα πράξη», εφόσον στις παραγράφους Β-(4 Δικαστές), & Γ-(1 Δικαστής), ΔΕΝ υιοθετούν τέτοια άποψη. Άρα 4 υπέρ ΚΑΙ 5 κατά. Η μειοψηφία της απόφασης πεντακάθαρη. Συνεπώς το συγκεκριμένο σημείο ΔΕΝ μπορεί να ερμηνευτεί ως δεδικασμένο, άρα ενάντια των δικαιωμάτων του. Άρα δεν ευσταθεί. (Βλέπε και σημείο 3.11 για περαιτέρω επί αυτού του σημείου). 3.
- Επιπλέων αναφορικά και με την παράγραφο Δ πρέπει να είναι αποκρυσταλλωμένο παραδεκτό γεγονός ότι ούτε οι 4 Δικαστές που αποτελούν την μειοψηφία της απόφασης-υιοθετούν τέτοια υποχρεώσει από τον Εναγόμενο, επομένως τα πραγματικά στατιστικά είναι 4 υπέρ ΚΑΙ 9 κατά. Άρα από οποίαν πλευρά το δει κανίς, αποτελούν, στην κυριολεξία, μειοψηφία στην ούτω καλούμενη «υποχρέωση» μου.» Εν τέλει ήταν η θέση του ενάγοντα ότι η δεύτερη αγωγή δεν έχει τα ίδια επίδικα θέματα με εκείνα που «εξετάστηκαν και κρίθηκαν στην τότε Πολιτική Έφεση», εφόσον η απόρριψη της πρώτης ήταν για δικονομικούς λόγους, ενώ η δεύτερη αγωγή ακολούθησε τη «διατύπωση απαίτησης προς τη διοίκηση». Συνεπώς η πρώτη αγωγή δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσής του. Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακές Αερογραμμές, ECLI:CY:AD:2017:D442, Πολ. Έφ. 225/12, ημερομηνίας 06/12/2017, αναλύονται οι προϋποθέσεις που εφόσον διαπιστωθούν το ζήτημα κρίνεται δεδικασμένο. Τούτες είναι (α) τελεσίδικη απόφαση, (β) ταύτιση διαδίκων, (γ) ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και (δ) ταύτιση επίδικων θεμάτων. Στην προκείμενη περίπτωση είναι γεγονός ότι υπάρχει ταύτιση διαδίκων καθώς και των ιδιοτήτων τους. Ο ενάγων δήλωσε ότι ο ίδιος είναι που καταχώρισε την πρώτη αγωγή, άλλωστε διαπιστώνεται και από τον τίτλο που φέρει το τεκμήριο Χ, ενώ το σύνολο των στοιχείων ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή η επίδικη αγωγή και το τεκμήριο Χ, αποκαλύπτουν ότι οι διάδικοι στις δύο διαδικασίες είναι οι ίδιοι και έχουν και στις δύο περιπτώσεις την ίδια ιδιότητα. Ως εκ των πιο πάνω ορθό είναι ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις (β) και (γ) που πιο πάνω παρατίθενται. Είμαι της γνώμης ότι αναμφισβήτητη είναι και η πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή αυτή που θέλει τη δικαστική απόφαση να είναι τελεσίδικη. Το τεκμήριο Χ είναι απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εν τη ασκήσει της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του, γεγονός που δεν αφήνει περιθώριο άλλης διαπίστωσης, πλην ότι συνιστά τελεσίδικη απόφαση. Συνεπώς και αυτή η προϋπόθεση πληρούται. Εξ όσων αντιλαμβάνομαι η διαφορά των διαδίκων σε σχέση με το επίδικο αίτημα, επικεντρώνεται σε αυτό που έκαστος θεωρεί ότι είναι ο λόγος (ratio) της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαρ. Νίκολας πιο πάνω, δηλαδή το τεκμήριο Χ. Άλλωστε το υπό κρίση αίτημα της υπεράσπισης σε αυτή την απόφαση της πρώτης αγωγής (τεκμήριο Χ) είναι που εδράζεται, εξου και δεν προσκομίστηκε μαρτυρία σε σχέση με οτιδήποτε άλλο. Συνεπώς αν υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων αυτή θα προκύψει από αντιπαραβολή του τεκμηρίου Χ με την έκθεση απαιτήσεως στην υπό κρίση αγωγή. Ας δούμε λοιπόν τι αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως της επίδικης αγωγής. Υποστηρίζεται ότι ο ενάγων είναι προσοντούχος πιλότος αεροσκαφών αερογραμμών από το
- Ζήτησε να εργοδοτηθεί στην αεροπορική εταιρεία Eurocypria μετά από σχετική γνωστοποίηση στον ημερήσιο τύπο για πρόσληψη αριθμού πιλότων. Αν και ήταν προσοντούχος πιλότος το Υπουργείο Εργασίας με απόφαση του ημερομηνίας 23/07/1993 έδωσε άδειες σε αλλοδαπούς, για εργασία και παραμονή στην Κύπρο ως πιλότοι στην εν λόγω εταιρεία. Ο ενάγων προσέφυγε κατά της εν λόγω απόφασης στο Ανώτατο Δικαστήριο με το επιχείρημα ότι σύμφωνα με την τότε ισχύουσα κυπριακή νομοθεσία δεν επιτρέπετο να δοθούν άδειες σε αλλοδαπούς, εφόσον υπήρχαν Κύπριοι κατάλληλοι και προσοντούχοι, όπως ο ενάγων που διεκδίκησε τη θέση. Το Ανώτατο Δικαστήριο δικαίωσε τον ενάγοντα με απόφαση ημερομηνίας 19/04/
- Παρεμβάλλεται εδώ ότι η έκθεση απαιτήσεως δεν αναφέρει τον αριθμό της προσφυγής που καταχώρισε ο ενάγων. Αυτό όμως το στοιχείο προκύπτει από τα αναφερόμενα στην αιτούμενη θεραπεία, όπου αξιώνονται αποζημιώσεις για την «ακύρωση στην προσφυγή αρ. 701/93». Συνεπώς το όποιο κενό καλύπτεται και είναι αντιληπτό ότι η προσφυγή που έφερε την ακύρωση της διοικητικής πράξης είναι η 701/
- Σύμφωνα με τον ενάγοντα η διοικητική απόφαση ακυρώθηκε λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας περί των προσόντων του ιδίου, με αποτέλεσμα να ελλείπει και η αναγκαία αιτιολογία. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι την 23/03/2011 απέστειλε επιστολή στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ζήτησε αποζημιώσεις ανερχόμενες σε €150.000, δια το λόγο ότι η αρμόδια αρχή του Υπουργείου «δεν επανεξέτασε το θέμα έτσι που να θεραπευτεί το νομικό ελάττωμα που οδήγησε στην εν λόγω ακύρωση». Οι αρμόδιες αρχές προς τις οποίες απευθύνθηκε απάντησαν με επιστολή τους ημερομηνίας 13/06/2011, υποστηρίζοντας ότι δεν κρίθηκε κατάλληλος από την Eurocypria, ενώ στην πραγματικότητα ο αιτητής κρίθηκε κατάλληλος, εξου και μπήκε στην τελική επιλογή του καταλόγου των υποψηφίων, δηλαδή στο short list. Επίσης στις 17/01/1994 και 24/03/1994 λειτουργός του Τμήματος Εργασίας επιβεβαίωσε γραπτώς ότι ο αιτητής ήταν κατάλληλος. Συνεπώς δεν υπήρξε συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου και δεν καταβλήθηκαν οι σχετικές αποζημιώσεις οι οποίες ανέρχονται σε €152.385, που ο ενάγων ζήτησε και αντιπροσωπεύουν τη συνολική αμοιβή για την εργοδότησή του σε αεροπορική εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, η οποία αποκλείστηκε παράνομα λόγω των νομικών ελαττωμάτων της ακυρωθείσας απόφασης και της έλλειψης θεραπείας από μέρους των αρμοδίων αρχών. Προσθέτει ο ενάγων ότι η παρανομία δεν θεραπεύτηκε, διότι μέχρι την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης του Δικαστηρίου έληξε η περίοδος της επιδιωκόμενης εργοδότησης για την οποία είχε όλα τα προσόντα να επιτύχει. Αναλύει το ποσό της αξίωσης αντιστοιχώντας τούτο στις χρονολογίες 1991, 1992, 1993 και 1994 και καταλήγει στην αξίωση που είναι· « (Α) Αποζημιώσεις βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος για την ακύρωση στην προσφυγή αρ. 701/13 διοικητικής πράξης με την μορφή άδειας για την πρόσληψη αλλοδαπών για την κάλυψη κενών θέσεων κυβερνήτη και συγκυβερνήτη αεροσκάφους και με την οποία εκδόθηκαν αντίστοιχες άδειες εργασίας στους αλλοδαπούς που προσελήφθηκαν αποκλειομένου σαν αποτέλεσμα των εν λόγω αδειών του ενάγοντα για διορισμό στην θέση κυβερνήτη και/ή συγκυβερνήτη αεροσκάφους. Η αρμόδια αρχή δεν επανεξέτασε το θέμα έτσι που να θεραπεύσει το νομικό ελάττωμα που οδήγησε στην εν λόγω ακύρωση και ο ενάγων πρόβαλε την αξίωση του για αποζημιώσεις και η αρμόδια αρχή δεν ικανοποίησε το αίτημα του ενάγοντα.» Έχει ήδη λεχθεί ότι κατόπιν δηλώσεως του ενάγοντος αποτελεί παραδεχτό γεγονός ότι προηγήθηκε η καταχώρηση άλλης αγωγής, με τη δικαστική διαμάχη να καταλήγει μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο. Το τεκμήριο Χ είναι η απόφαση που το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε στην πρώτη αγωγή. Απλή και μόνο ανάγνωση του τεκμηρίου Χ αποκαλύπτει ότι αποτελείται από τέσσερις αποφάσεις. Το αποτέλεσμα τούτων δεν είναι ομόφωνο. Η μειοψηφούσα θέση, με εκφραστή τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κο Πική, κατέληξε ότι· « Βάσει της ακυρωθείσας απόφασης, παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντος να διεκδικήσει εργοδότηση στην Κύπρο, ως κυβερνήτης ή συγκυβερνήτης αεροπλάνου, αποκλειομένων αλλοδαπών. Η χρονική διάρκεια της παραβίασης αυτού του δικαιώματος ήταν σύντομη, έξι μήνες. Το δικαίωμά του για αποζημίωση δεν εξισούται με απώλεια σταδιοδρομίας ή, ακόμα, με τη μισθοδοσία, την οποία θα απολάμβανε κατά την εξάμηνη περίοδο. Ήταν πάντα υπαρκτή πιθανότης η μη πρόσληψή του από τη EuroCypria, έστω και αν δεν είχε διαζευκτική επιλογή.» Βάσει των ανωτέρω επιδικάστηκε στον ενάγοντα το ποσό των £4.000, ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη. Αυτή όμως είναι η απόφαση της μειοψηφίας. Η απόφαση της πλειοψηφίας είχε τρεις εκφραστές. Αυτοί ήταν οι δικαστές Αρτεμίδης, Καλλής και Γαβριηλίδης. Η απόφαση στην οποία εμφαίνονται οι πραγματικές διαπιστώσεις της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι αυτή του δικαστή Καλλή. Οι άλλες δύο αποφάσεις υιοθετούν ό,τι εκεί αναφέρεται και προσθέτουν τη δική τους δικανική θεώρηση, επί των ιδίων όμως πραγματικών διαπιστώσεων. Ως εκ τούτου η απόφαση Καλλή είναι εκείνη που θα αναδείξει καθετί σχετικό με τα πραγματικά στοιχεία του αιτήματος. Αναφέρεται εκεί ότι· « ΚΑΛΛΗΣ, Δ.: Με την προσφυγή αρ. 701/93 ο εφεσείων στην παρούσα υπόθεση προσέβαλε τη νομιμότητα της απόφασης με την οποία παραχωρήθηκε σε Κυπριακή αεοροπορική εταιρεία και συγκεκριμένα την EuroCypria Airlines Ltd άδεια για την πρόσληψη αλλοδαπών για την κάλυψη κενών θέσεων κυβερνήτη και συγκυβερνήτη αεροσκάφους στην εν λόγω εταιρεία και με την οποία εκδόθηκαν αντίστοιχες άδειες εργασίας στους αλλοδαπούς που προσλήφθηκαν. Με απόφαση του ημερ. 2.2.1995 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εφεσείων ήταν πρόσωπο το οποίο είχε "ίδιο ενεστώς συμφέρον" και αποφάσισε ότι η προσφυγή ήταν παραδεκτή και δόθηκαν οδηγίες για την περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης για ακρόαση. Στις 19.4.1995 μετά από κάποιες δηλώσεις που έγιναν από τα μέρη το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση στην ολότητα της με βάση το Άρθρο 146.4 (β) του Συντάγματος επειδή η διερεύνηση του θέματος υπήρξε ατελής και μη δέουσα. Μετά από την ακύρωση της διοικητικής απόφασης ο εφεσείων καταχώρησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο (το πρωτόδικο δικαστήριο) με την οποία ζητούσε αποζημιώσεις με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Στην έκθεση απαίτησης ανάφερε ότι ο εφεσείων ήταν υποψήφιος και απόλυτα προσοντούχος για διορισμό στη θέση κυβερνήτη και/ή συγκυβερνήτη στην εταιρεία EuroCypria Airlines Ltd και ενώ ανέμενε την απόφαση της εταιρείας πληροφορήθηκε ότι διορίστηκαν με άδειες εργασίας και παραμονής στην Κύπρο, που ενέκρινε ο εφεσίβλητος δια των αρμοδίων οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας, άλλα πρόσωπα που ήσαν αλλοδαποί. Ισχυρίστηκε δε ότι σαν συνέπεια των παράνομων αποφάσεων και/ή πράξεων του εφεσίβλητου δεν πέτυχε διορισμό στην Κύπρο και υπέστη απώλειες, γενικές και ειδικές ζημιές και βλάβη για την οποία αξίωσε εύλογες και/ή δίκαιες αποζημιώσεις. Ισχυρίστηκε ότι υπέστη ειδικές ζημιές, το σύνολο των οποίων καθόρισε σε £148.416.» Οι προρρηθείσες διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι αντικείμενο της πρώτης αγωγής ήταν αυτή η ζημία που κατ' ισχυρισμό υπέστη ο ενάγων μετά την ακυρωτική απόφαση της προσφυγής υπ' αριθμό 701/
- Αυτό ακριβώς όμως είναι και το αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής και εδώ είναι που ο εναγόμενος εδράζει το αίτημά του, θεωρώντας ότι η αξίωση κωλύεται ένεκα δεδικασμένου. Όπως έχει υποδειχθεί ο ενάγων ανταπαντά ότι ουδέν κώλυμα εμποδίζει την αξίωση που σήμερα προωθεί. Αυτό γιατί η πρώτη αγωγή απορρίφθηκε, όπως υποστηρίζει, ένεκα του ότι δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα εφόσον πριν την καταχώριση της αγωγής δεν προηγήθηκε απαίτηση προς τη διοίκηση. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι αυτός είναι ο λόγος των αποφάσεων των δικαστών Γαβριηλίδη και Αρτεμίδη και πως αυτές είναι οι δύο αποφάσεις της πλειοψηφίας. Μάλιστα χαρακτηρίζει την απόφαση Καλλή ως «μειοψηφία της πλειοψηφίας». Καταλήγει ως εκ τούτου πως· εφόσον το τεκμήριο Χ έκρινε πως γι' αυτό το λόγο δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα, όταν στη συνέχεια απέστειλε επιστολή στη διοίκηση - επιστολή ημερομηνίας 23/03/2011 - και έλαβε απάντηση που όμως δεν θεράπευσε όσα ανέδειξε η ακυρωτική απόφαση - 701/93 - εκ της οποίας υπέστη ζημία, γεννήθηκε αγώγιμο δικαίωμα που είναι αυτό της επίδικης αγωγής. Με όλο το σεβασμό έχω όμως την άποψη ότι ο ενάγων δεν ερμηνεύει ορθά το περιεχόμενο του τεκμηρίου Χ. Θεωρεί ο ενάγων ότι δεσμευτική είναι η απόφαση του δικαστή Γαβριηλίδη, καθ' ότι με αυτή συμφωνούν τέσσερις δικαστές (ο συντάκτης και άλλοι τρεις), πλέον ο δικαστής Αρτεμίδης. Συνεπώς κατά τον ενάγοντα αυτή είναι η δεσμευτική απόφαση. Έχει σημασία να παρατεθεί το εναρκτήριο μέρος της απόφασης του Δικαστή Αρτεμίδη, το οποίο θα φανερώσει ό,τι σχετικό. Αναφέρεται εκεί ότι· « ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Δ.: Συμφωνώ και εγώ με την απόφαση του αδελφού δικαστή Καλλή, και σε ότι αφορά το μέρος της που επιλαμβάνεται των γεγονότων της έφεσης αλλά και με τη νομική ανάλυση που γίνεται σ' αυτή, με αποτέλεσμα την απόρριψη της. Συμμερίζομαι και την άποψη που διατυπώνει ο δικαστής Γαβριηλίδης. Θα απέρριπτα την έφεση για τον ίδιο λόγο.» Δεν μπορεί να μην σταθεί κανείς στο γεγονός ότι ο δικαστής Αρτεμίδης συμφώνησε με την απόφαση του δικαστή Καλλή, με αποτέλεσμα, όπως ο ίδιος αναφέρει, την απόρριψη της έφεσης. Είμαι της γνώμης ότι αυτός είναι ο δικανικός λόγος (ratio decidendi) της απόφασης Αρτεμίδη. Οτιδήποτε άλλο λέχθηκε ήτο ειρήσθω εν παρόδω (obiter) και ως προβληματισμός του Δικαστηρίου (per curiam) που αφορά την πρακτική προσέγγιση του πράγματος. Διαπιστώνεται τούτο από την αναφορά ότι συμφωνεί με την απόφαση Καλλή, ενώ σε σχέση με την άλλη άποψη, δηλαδή την απόφαση του δικαστή Γαβριηλίδη, περιορίζεται στο να δηλώσει ότι τη συμμερίζεται και αυτήν. Αυτή η συμφωνία του με την απόφαση Καλλή είναι και ο λόγος που σε σχέση με την κατάληξη της απόφασης Γαβριηλίδη χρησιμοποιεί συντελεσμένο μέλλοντα (θα απέρριπτα), εφόσον έχει ήδη καταλήξει σε σχέση με το αποτέλεσμα, δηλαδή ακολουθώντας το σκεπτικό της απόφασης Καλλή. Συνεπώς απόφαση πλειοψηφίας είναι αυτή του δικαστή Καλλή, με την οποία συμφώνησε και ο δικαστής Αρτεμίδης. Ποιο είναι όμως το αποτέλεσμα της απόφασης Καλλή, που σε αντίθεση με όσα ο ενάγων διατείνεται, συνιστά το σκεπτικό της πλειοψηφίας. Αυτό εντοπίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί· « Με την ανάκληση της προσβαλλόμενης πράξης και με την επανεξέταση, μετά από δέουσα έρευνα, θα αποκαθίστατο η νομιμότητα. Ωστόσο από το ενώπιον μας υλικό δεν φαίνεται κατά πόσο η διοίκηση έχει λάβει μέτρα για αποκατάσταση της νομιμότητας. Ανεξάρτητα από αυτή τη πτυχή της υπόθεσης το μόνο επίδικο θέμα που χρήζει επίλυσης είναι το κατά πόσο ο εφεσείων δικαιούται σε αποζημιώσεις σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω ακυρωτικής απόφασης. Έχουμε την άποψη πως η ορθή νομική προσέγγιση αντανακλάται στις αποφάσεις που δόθηκαν στις υποθέσεις Εγγλεζάκη, Μαυρονύχη και Δήμος Αραδίππου (πιο πάνω). Κρίνουμε, επομένως, ότι τίθεται ζήτημα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της. Η απαίτηση του εφεσείοντα στηρίχθηκε στον ισχυρισμό του ότι σαν αποτέλεσμα της ακυρωθείσας απόφασης δεν πέτυχε διορισμό στην Κύπρο και "υπέστει απώλειες, γενικές και ειδικές ζημιές". Εν όψει των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση θεωρούμε ότι για να επιτύχει στην αξίωση του ο εφεσείων έπρεπε να είχε αποδείξει ότι θα εξασφάλιζε διορισμό αν δεν παρεμβαλλόταν η ακυρωθείσα πράξη. Τέτοια απόδειξη δεν έχει προσφερθεί. Έπεται πως το βάρθο της απαίτησης του έχει καταρρεύσει (Βλ. Εγγλεζάκη, πιο πάνω). Το γεγονός ότι η εργοδότηση των αλλοδαπών ήταν περιορισμένης διάρκειας, η οποία είχε λήξει κατά τον χρόνο λήψης της ακυρωτικής απόφασης, δεν μεταβάλλει την κατάσταση γιατί: (α) Το δικαίωμα της αποζημιώσεως "δεν γεννάται ipso facto εκ της ακυρωτικής αποφάσεως". Η ακύρωση διοικητικής απόφασης δε θεμελιώνει αφεαυτής δικαίωμα για αποζημίωση (Βλ. Εγγλεζάκη και Frangoulides, πιο πάνω). (β) Το δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της. Τέτοια ζημιά δεν έχει προκληθεί γιατί ο εφεσείων δεν έχει αποδείξει ότι θα ήταν ένας επιτυχών υποψήφιος. Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί πιο πάνω και οι οποίοι είναι διαφορετικοί από εκείνους που δόθηκαν από το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε ζημιά. Ακολουθεί πως η έφεση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα.» Δεν είναι άνευ σημασίας να υποδειχθεί ότι εκλήφθηκε δεδομένο ότι η διοίκηση δεν συμμορφώθηκε με την ακυρωτική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν έλαβε «μέτρα για αποκατάσταση της νομιμότητας». Είναι αυτή η κατάληξη ένας από τους λόγους διαφοροποίησης σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση. Αυτό όμως οδήγησε στο επόμενο κρίσιμο ερώτημα, δηλαδή κατά πόσο η ακυρωτική απόφαση προκάλεσε στον ενάγοντα ζημία. Διασυνδέθηκε τούτο με το κατά πόσο ο ενάγων θα εξασφάλιζε διορισμό αν δεν παρεμβαλλόταν η ακυρωθείσα πράξη και κρίθηκε ότι δεν προσφέρθηκε τέτοια απόδειξη. Αυτή εν προκειμένω είναι η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την έκβαση της πρώτης αγωγής του ενάγοντα. Η μη απόδειξη του αναμενόμενου, δηλαδή ότι ο ενάγων θα εξασφάλιζε διορισμό αν δεν παρεμβαλλόταν η ακυρωθείσα πράξη, είναι ο λόγος δια τον οποίο δεν δικαιολογείτο η επιδίκαση αποζημιώσεων και συνεπεία τούτου είναι που απερρίφθη η αγωγή του ενάγοντα. Εδώ ακριβώς ήταν και η διαφωνία της μειοψηφίας που έκρινε ότι δικαιολογείτο αποζημίωση ύψους £4.
- Το να αφεθεί σήμερα η υπόθεση να προχωρήσει εκ δευτέρου, θα ισοδυναμεί με δεύτερη ευκαιρία απόδειξης αυτού που ο ενάγων ανεπιτυχώς επιχείρησε να αποδείξει στην πρώτη αγωγή, εφόσον η προηγηθείσα διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση του τεκμηρίου Χ κατέστησε δεδικασμένο το κατά πόσο δικαιολογούνται αποζημιώσεις και η απάντηση ήτο αρνητική. Επ' αυτού σχετικά είναι όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Χριστοφής Α. Χριστοφή (Παπέττας) ν. Σ&Μ Φλόκκας Λτδ κ.α.
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1703, 1710-1712· « Στην K.S.R. Comercio SA και Αλλων ν. Bluecoral Nav. Ltd
(1995)1 A.A.Δ. σελ. 309 ο Δικαστής Νικήτας ανέφερε τα εξής: "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπισή του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνισή τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα. Μία από τις πλέον αυθεντικές διατυπώσεις του κανόνα έγινε από το Sir James Wigram, V-C., στην Henderson v. Henderson [1843] 3 Hare 100 στις σελ. 114-115: "In trying this question I believe I state the rule of the court correctly when I say that, where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time." Βλέπε επίσης Fidelitas Shipping Co., Ltd v. V/O Exportchleb [1965] 2 All E.R. 4." H αρχή του δεδικασμένου στοχεύει να προστατεύσει ένα διάδικο από την ανάγκη να υποχρεωθεί να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές. Βλ. Odger's on Pleadings and Practice, 22η έκδοση, σελ. 188. Στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσίβλητοι 1 και 2 επέλεξαν να απομονώσουν από το βασικό κορμό του συνόλου των διαφορών τους με τον εφεσείοντα, για τις οποίες έγινε δίκη και απέτυχαν, μια επιμέρους επουσιώδη διαφορά και να δημιουργήσουν επίδικο θέμα στα πλαίσια διαδικασίας τριτοδιαδίκου κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Αυτή ακριβώς η διαφορά ως εκ της φύσεως της και στην κανονική πορεία των πραγμάτων, υπαγόταν στην προηγούμενη αντιδικία όπου οι εφεσίβλητοι αν ασκούσαν τη δέουσα επιμέλεια θα έπρεπε να την είχαν προωθήσει. Η καθυστερημένη επαναφορά του θέματος μπορεί να χαρακτηριστεί υπό τις περιστάσεις και ως κατάχρηση της διαδικασίας που θα οδηγούσε στην απόρριψη της απαίτησης κατά του εφεσείοντα. Βλ. Greenhalgh v. Mallard [1947] 1 All E.R. 255 σελ. 257.» Δεν παραγνωρίζεται ότι η αγόρευση του ενάγοντα - γραπτό κείμενο και προφορική τοποθέτηση - διαφωνεί σε σχέση με το αποτέλεσμα του τεκμηρίου Χ. Δεν είναι βεβαίως αυτό το κυρίαρχο. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης
(1998)3 Α.Α.Δ. 608, 615· « Ο αντίθετος προσανατολισμός θα δημιουργούσε επικίνδυνο ρήγμα στην αρχή της τελεσιδικίας. Το δεδικασμένο έχει τη θεωρητική του προέλευση και διατύπωση στο Ρωμαϊκό δίκαιο. Στον Ουλπιανό ανήκει η κλασσική φράση, που εκφράζει την πεμπτουσία του δόγματος, quia res judicata pro veritate accipitur (Dig. 15,25), που συνδέθηκε με την αλήθεια των νομικών καταστάσεων. Αξίζει να παραθέσουμε από τη μελέτη του καθηγητή Χρίστου Μπάκα στον τόμο "Δεδικασμένο" του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών
(1989)στη σελ. 50, που φανερώνει τη διαχρονική αξία του δόγματος : "Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση άσχετα αν είναι δίκαια ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να αποδεχθεί την απόφαση και την εκτέλεση της ... ... Το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με την προαναφερόμενη αρχή είναι σαφώς προτιμότερο από τη διαιώνιση της αβεβαιότητας που θα κυριαρχούσε σε διαφορετική περίπτωση στη δίκαιη κρίση ... ..."» Η απόφαση του δικαστή Καλλή δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας πλην ότι η πρώτη αγωγή διερευνήθηκε εφ' όλης της ύλης και η προσκομισθείσα μαρτυρία κρίθηκε ανεπαρκής να δικαιολογήσει την αξίωση για αποζημιώσεις. Είτε ο ενάγων συμφωνεί είτε όχι, γεγονός παραμένει ότι η υπόθεση εκδικάστηκε και αποφασίστηκε επί της ουσίας και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται επαναφορά του ίδιου αγώγιμου δικαιώματος. Αυτό το αγώγιμο δικαίωμα κατέστη, δια του τεκμηρίου Χ, res judicata. Διαφορετική θεώρηση του πράγματος θα οδηγούσε σε αντινομικό αποτέλεσμα, δηλαδή θα παρείχε στον ενάγοντα την ευχέρεια να προσκομίσει εκ δευτέρου την ίδια μαρτυρία, θέτοντας την άλλη πλευρά για δεύτερη φορά στον ίδιο κίνδυνο και εν τέλει να απαιτήσει αυτό που απεφασίσθη και απερρίφθη με την πρώτη αγωγή. Είναι αυτό ακριβώς που απαγορεύει το δόγμα του res judicata. Εν πάση όμως περιπτώσει, έστω ότι λανθάνομαι στην προρρηθείσα ανάλυση της απόφασης στην πρώτη αγωγή (τεκμήριο Χ) και πάλιν η ουσία παραμένει η ίδια. Αυτό γιατί οι δικαστές Γαβριηλίδης και Αρτεμίδης συμφώνησαν με την απόφαση Καλλή. Χαρακτηριστικά ο δικαστής Γαβριηλίδης ανέφερε· « ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ.: Εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι ο εφεσείων είχε αγώγιμο δικαίωμα, συμφωνούμε με την απόφαση του αδελφού Δικαστή Καλλή.» Εν ολίγοις, σε κάθε περίπτωση η απόφαση της πρώτης αγωγής (τεκμήριο Χ), έκρινε οριστικά και τελεσίδικα το σύνολο των συστατικών στοιχείων του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα στην πρώτη αγωγή, που είναι ταυτόσημο με αυτό της επίδικης. Αυτό γιατί και η απόφαση Γαβριηλίδη υιοθέτησε εν προκειμένω την απόφαση Καλλή. Συνεπώς δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν απέδειξε πως θα εξασφάλιζε διορισμό και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείτο συμπέρασμα ζημίας που έχρηζε αποζημίωσης. Αυτή όμως η κατάληξη επί ζητήματος ουσίας αναδεικνύει αυτό που ειπώθηκε στην Blair v. Curran
(1939)62 CLR 464, 531-533 από τον δικαστή Dixon· « In the phraseology of Lord Shaw «a fact fundamental to the decission arrived at» in the former proceedings and 'the legal quality of the fact' must be taken as finally and conclusively established.» Προκύπτει λοιπόν ότι το σύνολο των αποφάσεων της πλειοψηφίας αποφάσισε, ασχέτως και άλλης δικανικής θεώρησης, ότι ο ενάγων δεν απέδειξε πως θα εξασφάλιζε διορισμό. Αυτό όμως είναι ό,τι δικαιολογεί απαίτηση αποζημιώσεων και στην προκείμενη περίπτωση κρίθηκε οριστικά, γεγονός που δεν επιτρέπει αναβίωσή του. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η αξίωση του ενάγοντα έχει αποφασιστεί στην πρώτη αγωγή, καθιστώντας το αγώγιμο δικαίωμα res judicata. Ως εκ τούτου η προδικαστική ένσταση επιτυγχάνει και συνεπεία τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα. (Υπ)..................................... Λ.Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο