GOTΜAR LTD ν. A.S.A. FARMAKAS TABLE WATER LTD, Αρ. Αγωγής: 3186/17, 26/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A249 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3186/17 Μεταξύ: GOTHAR LTD Εναγόντων και A.S.A. FARMAKAS TABLE WATER LTD Εναγομένων ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/05/2020 Μεταξύ: GOTΜAR LTD Εναγόντων και A.S.A. FARMAKAS TABLE WATER LTD Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομ. 14/02/2018 για ακύρωση/παραμερισμό απόφασης 26 Μαΐου 2020 Για τους Αιτητές: κα Ε. Μπριάνα Για τους Καθ' ων η αίτηση: κος Ζαχαράκης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση που αφορά η παρούσα ως αντικείμενο έχει το αίτημα των εναγομένων για ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους την 15/11/
- Δεν εξυπηρετεί αυτούσια μεταφορά της ιδιαιτέρως μακροσκελούς νομικής βάσης που η αίτηση φέρει. Σημειώνεται απλώς ότι μεταξύ άλλων εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.5 κ.κ.1, 2 και 7 και Δ.17 κ.
- Επίσης επικαλείται το άρθρο 30 του Συντάγματος και τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόντων. Στο πρόσωπο της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης εμφαίνονται οι λόγοι στους οποίους αυτή εδράζεται. Αναφέρεται εκεί ότι· « Α. Η προσβαλλόμενη επίδοση είναι νόμιμη, έγκυρη και κανονική. Η εναντίον της εταιρείας αγωγή περιήλθε στη γνώση της ρητά και με σαφήνεια από τον δικαστικό επιδότη όταν την επισκέφθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Β. Η Διευθύντρια των Εναγομένων, XXXXX Κωνσταντίνου, δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο ή/και δεν ανέφερε τα πλήρης γεγονότα αναφορικά με την επίδοση του κλητήριου εντάλματος της αγωγής. Γ. Οι λόγοι που αναφέρονται στην αίτηση για παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης δεν ευσταθούν ή/και δεν είναι ικανοποιητικοί. Δ. Η αίτηση δεν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Ε. Η αίτηση δεν αποκαλύπτει καλή τη πίστη συζητήσιμη υπόθεση. ΣΤ. Η υπεράσπιση που προβάλλεται στην αίτηση είναι εν γνώση της διευθύντριας των Αιτητών ψευδής και αφορά μόνο μικρό μέρος του ποσού της απόφασης. Ζ. Τα αποδεικτικά στοιχεία που επισυνάπτονται στην αίτηση δεν εμπεριέχουν βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή των Αιτητών. Η. Η αίτηση δεν ικανοποιεί τις νομοθετικές και νομολογικές προϋποθέσεις. Θ. Η παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης υποδηλώνει έλλειψη ενδιαφέροντος ή/και αδιαφορία των Αιτητών για την τύχη της αγωγής, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση. Ι. Η συμπεριφορά των Αιητών υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. ΙΑ. Οι Αιτητές παραλείπουν να αποκαλύψουν ή/και να αναφέρουν επαρκή και ουσιαστικά γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.» Η αίτηση υποστηρίζεται από μια ένορκη δήλωση. Ομνύουσα είναι η XXXXX Κωνσταντίνου. Η μαρτυρία τούτης συνοψίζεται ως ακολούθως. Είναι μια εκ των διευθυντών των εναγομένων που είναι εταιρεία, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την εταιρεία να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Προσκομίζει το τεκμήριο 1 που είναι πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών, όπου φαίνεται πως η ίδια και άλλα δύο πρόσωπα - XXXXX Αναστάση και XXXXX Αναστάση - είναι διευθυντές των εναγομένων. Επίσης φαίνεται εκεί ότι γραμματέας των εναγομένων είναι ο XXXXX Αναστάση. Η ομνύουσα αναφέρει περαιτέρω ότι την 15/11/2017 εκδόθηκε απόφαση ερήμην των εναγομένων. Η απόφαση επισυνάπτεται στην αίτηση και είναι το τεκμήριο
- Φαίνεται εκεί ότι η απόφαση είναι για ποσό €114.110,22 πλέον τόκο 3,5% ετησίως από 29/08/2017 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα €1.430 και έξοδα επίδοσης €11 πλέον ΦΠΑ. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι τόσο η ίδια όσο και οι άλλοι αξιωματούχοι των εναγομένων δεν έλαβαν γνώση για την ύπαρξη και την κατάληξη της παρούσας αγωγής πριν την 31/01/2018 που της επιδόθηκε η απόφαση τεκμήριο
- Συγκεκριμένα η απόφαση στάλθηκε την 12/01/2018 στο εγγεγραμμένο γραφείο των εναγομένων που βρίσκεται στην οδό Αγίου Γαβριήλ 12 στον Στρόβολο. Αντίγραφο της επιστολής 12/01/2018 επισυνάπτεται στην αίτηση ως τεκμήριο
- Προσθέτει η ομνύουσα ότι στην εν λόγω διεύθυνση βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και προς απόδειξη τούτου παρουσιάζει το τεκμήριο 5, δηλαδή σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών το οποίο δεικνύει ότι όντως το εγγεγραμμένο γραφείο των εναγομένων βρίσκεται στην εν λόγω διεύθυνση. Με την παραλαβή του τεκμηρίου 3, δηλαδή της επιστολής που οι συνήγοροι των εναγόντων έστειλαν στο εγγεγραμμένο γραφείο των εναγομένων και τους πληροφόρησαν για την έκδοση της απόφασης, αποτάθηκε στους δικηγόρους των εναγομένων και ζήτησε τη διενέργεια έρευνας στο φάκελο του Δικαστηρίου σε σχέση με τις συνθήκες έκδοσης τούτης της απόφασης. Ο λόγος για αυτό, ως η ίδια ισχυρίζεται, είναι γιατί ουδέποτε έλαβε γνώση της επίδοσης της αγωγής. Όπως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, αναφέρει η ομνύουσα, και συγκεκριμένα στην ένορκη δήλωση του ιδιώτη δικαστικού επιδότη ονόματι XXXXX Γιαγκόπουλος, στις 18/09/2017 άφησε αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αναφερόμενης αγωγής στην οδό XXXXX 17 XXXXX στην XXXXX στον XXXXX Βακαλέξη. Αντίγραφο της ένορκης δήλωσης του επιδότη επισυνάπτεται στην αίτηση ως τεκμήριο
- Γεγονός είναι ότι όσα η ομνύουσα αναφέρει ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 4, δηλαδή της ενόρκου δηλώσεως του ιδιώτη δικαστικού επιδότη. Τούτη όμως η επίδοση, προσθέτει η ομνύουσα, είναι άκυρη, αντικανονική και παράτυπη εφόσον δεν έγινε σε αξιωματούχο της εταιρείας, όπως αυτοί φαίνονται στο πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών και ούτε επιδόθηκε στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου, δηλαδή στην Αγίου Γαβριήλ 12 στον Στρόβολο. Περιπλέον, είναι η θέση της ότι ο παραλήπτης της αγωγής, δηλαδή ο XXXXX Βακαλέξη, όχι μόνο δεν είναι αξιωματούχος των εναγομένων, είναι πρόσωπο που εργάζεται σε άλλη εταιρεία δηλαδή την D.A. Transformational Business Dev. Ltd. Προς απόδειξη τούτου προσκομίζεται το τεκμήριο 6, δηλαδή απόκομμα της μισθοδοσίας του εν λόγω προσώπου που δεικνύει ότι εργοδοτείται από την προμνησθείσα εταιρεία και όχι τους εναγόμενους. Πέραν του ισχυρισμού πως η επίδοση της αγωγής ήτο παράτυπη, η ομνύουσα προσθέτει ότι οι εναγόμενοι δεν επέδειξαν αδιαφορία για να εμφανιστούν στο Δικαστήριο, δοθέντος ότι η έκδοση της επίδικης απόφασης επήλθε αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της μη νομότυπης επίδοσης και συνεπώς της μη παροχής δυνατότητας να γνωρίζουν οι εναγόμενοι τους λόγους που καλούνται στο Δικαστήριο. Προσθέτει ακόμη ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησαν οι ενάγοντες σε σχέση με την επίδοση δεν είναι μόνο λανθασμένος αλλά και ύποπτος, αφού η επίδοση της εκδοθείσας απόφασης έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο των εναγομένων ενώ η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε σε άλλη διεύθυνση ως πιο πάνω αναφέρεται. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι αξιοσημείωτο είναι πως στις 16/05/2017, δηλαδή σε ημερομηνία προγενέστερη της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος, οι δικηγόροι των εναγόντων απέστειλαν στους εναγόμενους επιστολή για αποπληρωμή ισχυριζόμενου χρέους, στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου και απευθύνετο στους αξιωματούχους των εναγομένων, όπως φαίνονται στο πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο 7 στην αίτηση. Συνεπώς προσθέτει, εξ υπαρχής γνώριζαν τους αξιωματούχους και τη διεύθυνση των εναγομένων και μπορούσαν να επιδιώξουν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην ίδια προσωπικά ή με υποκατάστατη επίδοση ή έστω με τοιχοκόλληση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Πέραν των πιο πάνω είναι η θέση της ομνύουσας ότι οι εναγόμενοι διαθέτουν άριστη και αδιάσειστη υπεράσπιση. Κατέβαλαν λέει στους ενάγοντες ποσό ύψους €31.086,31 που αφορά την πληρωμή των τιμολογίων 92839 και
- Οι σχετικές αποδείξεις πληρωμής είναι το τεκμήριο 8 στην αίτηση. Ως εκ τούτου, καταλήγει η ομνύουσα, κανένα ποσό δεν οφείλουν στους ενάγοντες, ενώ προσκομίζει ακόμη το τεκμήριο 9, δηλαδή απαντητική επιστολή ημερομηνίας 23/05/2017 που οι δικηγόροι των εναγομένων απέστειλαν στους δικηγόρους των εναγόντων και υποστηρίζουν ότι οι εν λόγω έχουν εξοφλήσει όλες τις οφειλές τους. Είναι βάση τούτων των στοιχείων που η ομνύουσα καταλήγει ότι οι εναγόμενοι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που δικαιολογεί τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Στον αντίποδα η ένσταση των εναγόντων υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη ένορκη δήλωση είναι του XXXXX Παναγιώτου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες και δίνει εξηγήσεις γιατί ορκίζεται ο ίδιος και όχι οι ενάγοντες προσωπικά. Η δεύτερη είναι του XXXXX Γιαγκόπουλου, δηλαδή του επιδότη που προέβη στην επίδικη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Ας λεχθεί από τώρα ότι το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση, επέτρεψε και καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως από τον πρώτο ομνύοντα, δηλαδή τον XXXXX Παναγιώτου. Επί της ουσίας, οι ισχυρισμοί των δύο ομνυόντων την ένσταση έχουν κοινό πραγματικό υπόβαθρο, ως εκ τούτου στην έκταση που αυτό ταυτίζεται θα συνοψισθεί ενιαίως. Είναι η θέση του XXXXX Παναγιώτου, την οποία επιβεβαιώνει και ο XXXXX Γιαγκόπουλος (στη συνέχεια ο επιδότης), ότι στις 18/09/2017 έγινε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο χώρο εργασιών των εναγομένων στην οδό XXXXX 17 XXXXX στην XXXXX. Ο λόγος που το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε σε εκείνη τη διεύθυνση είναι γιατί αυτές ήταν οι ρητές οδηγίες που έλαβε ο επιδότης από τη διευθύντρια των εναγομένων XXXXX Κωνσταντίνου, δηλαδή την ομνύουσα την ένσταση. Προς απόδειξη του ισχυρισμού ότι στην οδό XXXXX 17 οι εναγόμενοι εκτελούν εργασίες, ο XXXXX Παναγιώτου προσκόμισε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 1 στην ένσταση, που όπως ο ίδιος αναφέρει είναι φωτογραφικό υλικό (screenshots) από την ηλεκτρονική σελίδα των εναγομένων, στο οποίο αναφέρεται ότι εκεί ακριβώς εκτελούν τις εργασίες τους. Εν πάση περιπτώσει, η κοινή θέση των δύο ομνυόντων την ένσταση είναι πως κατά ή περί την 01/09/2018 με 10/09/2018 - προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος και η ορθή χρονολογία είναι το έτος 2017 δοθέντος ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε την 15/11/2017 - ο επιδότης επισκέφθηκε την οδό XXXXX 12 που είναι δηλωμένη ως το εγγεγραμμένο γραφείο των εναγομένων, η οποία είναι οικία, ώστε να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα. Χτύπησε την πόρτα της οικίας, του άνοιξε μια κυρία - δεν αναφέρεται όνομα - και αφού της ανέφερε το λόγο της επίσκεψής του, η εν λόγω επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την XXXXX Κωνσταντίνου, διευθύντρια των εναγομένων. Κατά τον ίδιο χρόνο δόθηκε το τηλέφωνο στον επιδότη ο οποίος συνομίλησε με την XXXXX Κωνσταντίνου. Η τελευταία ανέφερε στον επιδότη ότι βρίσκεται στο εξωτερικό και να μην ενοχλεί στη συγκεκριμένη οικία και του έδωσε οδηγίες να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα της αγωγής στον XXXXX Βακαλέξη, που όπως η ίδια του ανέφερε είναι υπάλληλος των εναγομένων εξουσιοδοτημένος για παραλαβή δικαστικών εγγράφων στο χώρο εργασιών των εναγομένων στην οδό Ασφαλείας 17 C-N-A Λακατάμια. Προσθέτει ο επιδότης ότι επειδή αδυνατούσε να μεταβεί την ίδια μέρα στην Λακατάμια, επισκέφθηκε το χώρο εργασιών των εναγομένων στην οδό Ασφαλείας 17 C-N-A Λακατάμια στις 18/09/2017 και αφού εντόπισε τον XXXXX Βακαλέξη και αφού ο εν λόγω του επιβεβαίωσε ότι είναι εξουσιοδοτημένος να παραλαμβάνει δικαστικά έγγραφα των εναγομένων, του επέδωσε το κλητήριο ένταλμα το οποίο και υπέγραψε. Η ένορκη δήλωση του επιδότη δεν προσθέτει κάτι άλλο. Στο ιδιαίτερο σκέλος της δήλωσης του XXXXX Παναγιώτου αναφέρεται ότι μετά την ως ανωτέρω επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης και ως εκ τούτου το γραφείο τους την 31/10/2017 προχώρησε στην καταχώριση μονομερούς αιτήσεως για έκδοση απόφασης. Εν τέλει, την 15/11/2017 εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Είναι η θέση του ότι η XXXXX Κωνσταντίνου δεν είπε την αλήθεια, αφού εκείνη ήταν που ζήτησε από τον επιδότη να προβεί στην επίδοση κατά τον τρόπο που αυτή διενεργήθηκε, ενώ προσθέτει ακόμη ότι η ομνύουσα την αίτηση απέκρυψε από το Δικαστήριο το γεγονός ότι πέραν των εναγομένων είναι και διευθύντρια της εταιρείας D.A. Transformational Business Dev. Ltd στην οποία εργοδοτείται ο XXXXX Βακαλέξης. Προς απόδειξη τούτου παρουσίασε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 2, δηλαδή έντυπο του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με διευθυντές και γραμματέα της προμνησθείσας εταιρείας, όπου όντως φαίνεται ότι η XXXXX Κωνσταντίνου είναι μία εκ των διευθυντών της περί ης ο λόγος εταιρείας. Σε κάθε περίπτωση είναι η θέση του XXXXX Παναγιώτου ότι οι εναγόμενοι δεν απεκάλυψαν καλή υπεράσπιση και πως οι ισχυρισμοί σε σχέση με την προβληθείσα υπεράσπιση είναι ψευδείς και αυτό το γνωρίζει η ομνύουσα. Εν προκειμένω αναφέρει ότι έστω και αν θεωρηθεί πως οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των €31.086,31 για τα τιμολόγια 92839 και 92840, και πάλι δεν απαντούν σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό που επιδικάστηκε, δηλαδή €83.023,91 (€114.110,22 - €31.086,31). Εν πάση περιπτώσει, ο XXXXX Παναγιώτου υποστηρίζει ότι είναι σε γνώση της ομνύουσας την αίτηση πως το ποσό των €31.086,31 δεν καταβλήθηκε στους ενάγοντες λόγω του ότι η πληρωμή έγινε σε hackers. Προς τούτο προσκόμισε το τεκμήριο 3 στο Δικαστήριο, δηλαδή ηλεκτρονική αλληλογραφία που αντάλλαξαν οι διάδικοι. Παρεμβάλλεται εδώ ότι αυτό ακριβώς το τεκμήριο 3 ήταν και ο λόγος της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως του XXXXX Παναγιώτου. Δοθέντος ότι εκ λάθους καταχωρίστηκε μόνο η πρώτη σελίδα της αλληλογραφίας, δόθηκε άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ώστε να προσκομιστεί και το υπόλοιπο μέρος τούτης της αλληλογραφίας. Το σύνολο της αλληλογραφίας είναι το τεκμήριο 3Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του XXXXX Παναγιώτου. Φαίνεται εκεί (τεκμήριο 3Α) αλληλογραφία μεταξύ δύο γυναικών, κάποιας XXXXX εκ μέρους των εναγόντων και κάποιας XXXXX εκ μέρους των εναγομένων. Η μεν πρώτη καλεί για καταβολή του οφειλόμενου ποσού, η δε άλλη απαντά ότι τούτο καταβλήθηκε και μετά από αλληλογραφία που θέλει να αναμένεται από την τράπεζα η έκδοση του ηλεκτρονικού εμβάσματος, η κατάληξη είναι πως εν τέλει το ποσό καταβλήθηκε σε άλλο λογαριασμό, δηλαδή στο λογαριασμό των hackers. Πέραν των πιο πάνω ο XXXXX Παναγιώτου προσκόμισε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο 4 που είναι βεβαίωση της τράπεζας των εναγόντων ότι ποτέ δεν έγινε τέτοια πληρωμή στον λογαριασμό των τελευταίων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι η θέση του XXXXX Παναγιώτου ότι οι εναγόμενοι επέδειξαν αδιαφορία και έλλειψη απαιτούμενης σοβαρότητας που αρμόζει σε δικαστικές διαδικασίες, δεν ανέφεραν την αλήθεια στο Δικαστήριο και δεν αποκάλυψαν καλή υπεράσπιση. Οι αρχές που διέπουν αίτημα ως το υπό κρίση είναι χιλιοειπωμένες και καλά θεμελιωμένες στο δικαιϊκό μας σύστημα. Έχει νομολογηθεί ότι o παραμερισμός απόφασης εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από το κατά πόσο ο αιτητής αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο (βλ. Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 528 και Siberia Air v. Βαρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Β Α.Α.Δ 893). Εν τούτοις ο έλεγχος δεν μπορεί να μην αγγίξει και τους λόγους που έφεραν τον εναγόμενο να μην εμφανίζεται στο Δικαστήριο. Ακόμη και εκεί που ο εναγόμενος αποκαλύπτει υπεράσπιση, ασύγγνωστη συμπεριφορά, εν προκειμένω αδιαφορία που ισούται με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, δεν επιτρέπει παραμερισμό της απόφασης (βλ. Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλέους
(2013)1Α Α.Α.Δ. 64, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ 941, 945 και Λευκίδου, πιο πάνω). Στην Milouca, πιο πάνω, επαναλήφθηκε η βασική αρχή, όπως καθιερώθηκε στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Λέχθηκε ότι· « Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert ν. Mainland Market [197η 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Από την άλλη, απόφαση που εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, παραμερίζεται ex debito justitiae (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3Β Α.Α.Δ. 1060 και Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1Α Α.Α.Δ. 64, 72). Έχοντας αναφέρει ό,τι μέχρι στιγμής ειπώθηκε, προέχει να σημειωθεί ότι η εκδίκαση της αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Έχει τούτο τη δική του σημασία εφόσον συνιστά αναγνωρισμένη δικαιϊκή αρχή ότι για ισχυρισμούς που είτε δεν υπήρξε αντίλογος είτε δεν έτυχαν αντεξέτασης, η νομολογία θέλει τούτους να εκλαμβάνονται ως δεδομένοι (βλ. Παττούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118, 2124). Σχετική εν προκειμένω είναι και η υπόθεση Thinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1B A.A.Δ. 1460, 1466-1467. Και στη δοσμένη περίπτωση η σύνοψη της προσκομισθείσας μαρτυρίας αποκαλύπτει αντικρουόμενες εκδοχές, τόσο σε σχέση με την επίδοση της αγωγής όσο και με τα περιβάλλοντα γεγονότα της ισχυριζόμενης υπεράσπισης. Έπεται συνεπώς ότι στην προκείμενη περίπτωση αντιπαραβολή των δύο αυτών εκδοχών είναι αναπόφευκτη, πάντα κατά τον περιορισμένο τρόπο που η νομολογία επιτρέπει και στη βάση των αρχών που έχουν μνημονευθεί (βλ. Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1Α Α.Α.Δ. 647, 655). Τώρα, συνιστά αδιάσειστο γεγονός ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε την 18/09/2017 στον XXXXX Βακαλέξη έναντι της υπογραφής του, στην οδό XXXXX 17 XXXXX στη XXXXX. Αυτό δεν είναι μόνο κοινή θέση των διαδίκων, διαπιστώνεται και από το αντίγραφο της επίδοσης, που είναι το τεκμήριο 4 στην αίτηση. Το ερώτημα βεβαίως που αναφύεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία είναι· τι ήταν εκείνο που οδήγησε σε τούτη την επίδοση; Επ' αυτού η XXXXX Κωνσταντίνου ισχυρίζεται ότι δεν είχε γνώση της αγωγής πριν την έκδοση της απόφασης και την παραλαβή της ενημερωτικής επιστολής των εναγόντων (τεκμήριο 3 στην αίτηση). Εν τούτοις οι αντίθετοι ισχυρισμοί των ομνυόντων την ένσταση δεν παρέμειναν απλώς αναμφισβήτητοι. Είναι απαλλαγμένοι εγγενούς αντινομίας και παρέχουν πλούσιες και πρωτίστως ευλογοφανείς λεπτομέρειες ως προς το τι έλαβε χώρα. Η δε αξιοπιστία τούτων των λεπτομερειών συνεπικουρείται από τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν (τεκμήρια 1 και 2 στην ένσταση) που δείχνουν ότι στη διαδικτυακή οικοσελίδα των εναγομένων η διεύθυνση XXXXX 17 XXXXX στη XXXXX παρουσιάζεται ως χώρος εργασίας τους και περιπλέον, οι αξιωματούχοι των εναγομένων είναι οι ίδιοι με τους αξιωματούχους της εταιρείας D.A. Transformational Business Dev. Ltd, που εργοδοτεί τον αναφερόμενο XXXXX Βακαλέξη που παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα. Μάλιστα αναμφισβήτητο παρέμεινε ότι το εγγεγραμμένο γραφείο των εναγομένων, που βρίσκεται στη διεύθυνση XXXXX 12 στον XXXXX, είναι οικία, όπως αναφέρθηκε από τους ενάγοντες. Συνεπώς ουδόλως παράλογη είναι η ούτως ή άλλως αναμφισβήτητη θέση των ομνυόντων την ένσταση, συγκεκριμένα του XXXXX Γιαγκόπουλου, πως η XXXXX Κωνσταντίνου ζήτησε από τον επιδότη να μην ενοχλεί στην οικία της οδού XXXXX 12 και να επιδώσει σε υπάλληλο της σε τρίτη εταιρεία στην οδό XXXXX 17 XXXXX. Ως εκ των πιο πάνω δέχομαι ότι ο λόγος που η επίδοση διενεργήθηκε κατά πως έχει εξηγηθεί, είναι γιατί αυτές τις οδηγίες έλαβε ο επιδότης από τη διευθύντρια των εναγομένων, ως εξηγείται στην ένορκη δήλωση τούτου. Και η άλλη όμως θέση των εναγόντων, δηλαδή εκείνη που αφορά την ισχυριζόμενη από τους εναγόμενους εξόφληση των τιμολογίων, βρίσκει έρεισμα στα τεκμήρια που προσκομίστηκαν και αντικρούει τους ισχυρισμούς της ομνύουσας την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Κατ' αρχάς το τεκμήριο 4 στην ένσταση, δηλαδή το έντυπο από την τράπεζα των εναγόντων, όπως και οι συναφείς ισχυρισμοί του XXXXX Παναγιώτου, δεν αμφισβητήθηκαν από τους εναγόμενους. Εν τούτοις από τα εκεί αναφερόμενα προκύπτει ότι μεταξύ 01/03/2016 και 30/04/2016 δεν εμβάστηκε οιονδήποτε ποσό στον εν λόγω λογαριασμό από την εταιρεία A.S.A. Farmakas Table Water Ltd, δηλαδή τους εναγόμενους. Περιπλέον, το τεκμήριο 3Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του XXXXX Παναγιώτου αποκαλύπτει ότι μεταξύ 22/03/2016 και 08/04/2016 οι δύο εταιρείες βρίσκονταν σε ηλεκτρονική επικοινωνία. Εν προκειμένω εκπρόσωπος των εναγόντων, ονόματι XXXXX, βρισκόταν σε επικοινωνία με την λογίστρια των εναγομένων, ονόματι XXXXX, από την οποία ζήτησε να καταβάλει οφειλόμενα ποσά. Από κάποιο χρονικό σημείο και εντεύθεν η λογίστρια των εναγομένων παρουσιάζεται να δηλώνει ότι έχει καταβάλει ποσό ύψους €31.086,31. Η τελευταία, χρονικά, ηλεκτρονική επικοινωνία των δύο, είναι ημερομηνίας 19/04/2016 (είναι η πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 3Α). Εκεί η λογίστρια των εναγομένων ανέφερε «Dear XXXXX this is the first email I received from the hackers, as I went back and check all the correspondence we had the last days». Συνεπώς αναγνώρισε την παρεμβολή των hackers στη μεταξύ τους αλληλογραφία. Στο ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα καταγράφεται και το μήνυμα στο οποίο παραπέμπει, δηλαδή το μήνυμα που έλαβε από τους ούτω καλούμενους hackers. Ενόψει όλων των ανωτέρω, δηλαδή της αλληλογραφίας των διαδίκων καθώς και της βεβαίωσης της τράπεζας των εναγόντων ότι μεταξύ των ημερομηνιών 01/03/2016 και 30/04/2016 (τεκμήριο 4 στην ένσταση) στο λογαριασμό τούτων δεν κατατέθηκε οιονδήποτε ποσό από τους εναγόμενους, επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί των εναγόντων και ως εκ τούτου καταρρίπτονται οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των εναγομένων. Συνεπώς και επ' αυτού υιοθετείται η θέση των εναγόντων, δηλαδή ότι οι ενάγοντες δεν έλαβαν από τους εναγόμενους το ποσό των €31.086,31 ως οι τελευταίοι ισχυρίζονται. Οι πάρα πάνω διαπιστώσεις, αφορώσες την πραγματική πτυχή του αιτήματος, δεν ολοκληρώνουν βεβαίως τη διερεύνηση της υπόθεσης. Οφείλεται πλέον υπαγωγή τούτων στις δικανικές αρχές που διέπουν το θέμα. Αρχίζω από την προβληθείσα υπεράσπιση. Εν προκειμένω έχει νομολογηθεί ότι απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή παράθεση εκδοχής. Χρειάζεται να προσκομιστούν αποδεικτικά στοιχεία που να υποστηρίζουν την εκδοχή που προβάλλεται (βλ. Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 289, 294-295). Στη δοσμένη όμως περίπτωση η εκδοχή των εναγομένων έχει απορριφθεί, για τους λόγους που πιο πάνω εξηγήθηκαν. Τελικώς ο ισχυρισμός τους ότι κατέβαλαν στους ενάγοντες ποσό €31.086,31, δεν παρέμεινε απλώς μετέωρος και άνευ πραγματικού υποβάθρου, έτι χειρότερα αντικρούεται από τη μεταξύ τους αλληλογραφία, η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τους ενάγοντες (τεκμήριο 3Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση). Οι πιο πάνω διαπιστώσεις ανταποκρίνονται σε αυτό που λέχθηκε στην υπόθεση K.G.P. Commission Agents & Importers Limited κ.α. ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415,
- Λέχθηκε εκεί ότι· « . Η αντίφαση είναι τόσο εντυπωσιακή που αποκαλύπτει την πλήρη έλλειψη καλής πίστης εκ μέρους των εφεσειουσών όταν προωθούσαν το διάβημα τους. Η κακοπιστία αυτή είναι ασυμβίβαστη με τη γνήσια προβολή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Όλα αυτά μας πείθουν ότι ούτε η παράλειψη αιτιολογήθηκε αλλά ούτε υπεράσπιση αποκαλύφθηκε. Είναι βέβαιο ότι οι ενέργειες των εφεσειουσών αποσκοπούσαν στην παρέλκυση της υπόθεσης.» Εδώ είναι οι απαντήσεις των εναγόντων εκείνες που ανέδειξαν την έλλειψη καλής πίστης, εφόσον στην αλληλογραφία των διαδίκων οι εναγόμενοι αναγνώρισαν ότι παρενέβαλαν hackers, καθώς ότι αυτοί οι hackers είναι που έλαβαν το ποσό που έστειλαν και συνεπώς οι ενάγοντες δεν επωφελήθηκαν το έμβασμα αυτό. Κατά τα άλλα οι εναγόμενοι δεν προώθησαν οιανδήποτε υπεράσπιση σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της αξίωσης. Ενόψει όλων των ανωτέρω και συγκεκριμένα ότι οι αιτιάσεις των εναγομένων απαντήθηκαν δεόντως, καθίστανται πλέον ανίκανες να οικοδομήσουν καλή τη πίστη υπεράσπιση. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν να πείσουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι έχουν υπεράσπιση. Η άλλη θέση που πρόβαλαν οι εναγόμενοι για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αφορά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Οι σχετικές διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφέρονται πιο πάνω. Εδώ απλώς επαναλαμβάνεται ότι γεγονός είναι πως το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε σε αξιωματούχο των εναγομένων όπως ούτε στο εγγεγραμμένο γραφείο τούτων. Και βάσει των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου τούτο έγινε επειδή αυτές ήταν οι οδηγίες που η διευθύντρια των εναγομένων, Δέσποινα Κωνσταντίνου, έδωσε στον επιδότη τηλεφωνικώς, όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, το οποίο είναι οικία. Σε αυτό το σκέλος του αιτήματος το ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι αν αυτή η επίδοση είναι νομότυπη. Η απάντηση τούτου μας οδηγεί στον κ.7 της Δ.
- Αυτούσια παράθεση του περιεχομένου του εν λόγω κανονισμού κρίνεται χρήσιμη. Αναφέρεται εκεί ότι· « In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; and in the case of any company not formed in Cyprus, the copy may be left at its place of business in Cyprus, or if there is no such place, with any person in Cyprus who appears to be authorized to transact business for the company in Cyprus, and such leaving of the copy shall he deemed good service unless the Court or a Judge otherwise orders. And where by any law provision is made for the service of any writ of summons or other process on any corporate body or any society or fellowship or any body or enumber of persons, corporate, or unincorporate, the service of the office copy of a writ may be effected accordingly.» Κλασσικές πλέον είναι οι αποφάσεις Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1151. Και στις δύο περιπτώσεις το κλητήριο ένταλμα είχε επιδοθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Στην πρώτη εξ αυτών (Ιερά Μητρόπολη), διαπιστώθηκε ότι η επίδοση επιτεύχθηκε αφήνοντας το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο, αλλά μη γνωρίζοντας το πρόσωπο που το παρέλαβε. Η επίδοση κρίθηκε άκυρη. Στη δεύτερη (J.Z. Classic), η ειδοποιός σε πραγματικό επίπεδο διαφορά, ήταν ότι το κλητήριο ένταλμα που επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας έφερε υπογραφή παραλαβής από το πρόσωπο που το έλαβε. Αυτό κρίθηκε αρκετό για να θεωρηθεί η επίδοση νομότυπη. Εν τούτοις στην υπό κρίση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε κατά πως διαλαμβάνεται στον κ.7 της Δ.5, εφόσον η επίδοση έγινε σε χώρο άλλο από το εγγεγραμμένο γραφείο και σε πρόσωπο που δεν είναι αξιωματούχος της εταιρείας. Υπό κανονικές συνθήκες αυτή η διαπίστωση είναι αρκετή δια ακύρωση της απόφασης ex debito justitiae. Εδώ όμως επιβάλλεται να εξεταστεί κατά πόσο η διαπιστωθείσα συμπεριφορά της διευθύντριας των εναγομένων διαφοροποιεί την κατάληξη. Αυτή άλλωστε είναι και η εισήγηση των εναγόντων που επικαλούνται την πρωτόδικη υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας XXXXX/17, ημερομηνίας 23/12/2019 και καλούν το Δικαστήριο να ακολουθήσει ανάλογη προσέγγιση και να καταλήξει ότι η επίδοση είναι νομότυπη. Προφανώς διέλαθε την προσοχή των εναγόντων η υπόθεση Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A37, Πολ. Έφ. 413/11, ημερομηνίας 03/02/2017, η οποία ασχολήθηκε με το κατά πόσο παρέχεται ευχέρεια απεμπόλησης δικαιώματος (waiver) ή δημιουργίας κωλύματος ένεκα συμπεριφοράς (estoppel). Εκεί το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον πατέρα του εναγομένου σε χώρο που ο ίδιος δεν διέμενε και ο πατέρας του ουδέποτε τον ενημέρωσε. Αν και η επίδοση κρίθηκε λανθασμένη, εν τούτοις δεν ακυρώθηκε, εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η μετέπειτα συμπεριφορά του ενάγοντα καταδείκνυε αποδοχή της επίδοσης. Αυτή η συμπεριφορά συνίστατο στο ότι εμφανίστηκε σε δύο αιτήσεις οικονομικής εξέτασης εναντίον του, στις οποίες δεν πρόβαλε τους ισχυρισμούς που αφορούν την επίδοση. Μάλιστα στη μια εκ των αιτήσεων ο συνήγορος του εναγομένου πρότεινε το ποσό των €100 ως ποσό που δύνατο να καταβάλλει μηνιαίως δια αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Ακυρώνοντας την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα· « Η προαναφερθείσα κυπριακή νομολογία υιοθέτησε την αντίληψη του αγγλικού δικαίου πως κακή επίδοση συνιστά θεμελιακό ελάττωμα (fundamental vice) που δημιουργεί υποχρέωση για ex debito justitiae παραμερισμό μιας ερήμην απόφασης. Έτι περαιτέρω μάλιστα, η νομολογία μας προσέδωσε στο ζήτημα τη συνταγματική διάσταση που προκύπτει από το Άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος, υποδεικνύοντας ότι η δέουσα επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο και τη δυνατότητά του, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, να προβάλει την υπεράσπισή του.» (και πιο κάτω) Το ερώτημα που προκύπτει εν προκειμένω, αφορά το κατά πόσο, σε περίπτωση που διαπιστώνεται δικαίωμα παραμερισμού υπό την παραπάνω έννοια, μπορεί να υπάρξει απεμπόληση του δικαιώματος τούτου (waiver) ή να δημιουργηθεί κώλυμα, ως εκ της συμπεριφοράς του εναγόμενου, στην άσκησή του (estoppel). Προς αυτή την κατεύθυνση κατέτεινε η προσπάθεια του Lord Denning M.R. στην απόφαση μειοψηφίας στην υπόθεση Pritchard, με αναφορά, μάλιστα, στην περίπτωση διαδίκου ο οποίος, όπως εν προκειμένω ο εφεσείοντας, ενώ λαμβάνει γνώση της διαδικασίας, αφήνει την εκτέλεση της απόφασης να προχωρήσει εναντίον του χωρίς παράπονο και χωρίς να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης εντός εύλογου χρόνου. Κατά την πλειοψηφία, όμως, σε περίπτωση ακυρότητας και ειδικά σε περίπτωση κακής επίδοσης, δεν είναι δυνατή η θεραπεία του ελαττώματος ή η απεμπόληση του δικαιώματος προς παραμερισμό. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Craig, όπως και στην υπόθεση Hamp-Adams v. Hall [1911] 2 K.B. 942, C.A. Πιο πρόσφατα και στο υψηλότερο δικαστικό επίπεδο της Κοινοπολιτείας, λέχθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα στην απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council) Strachan v. The Gleaner Co Ltd and Another [2005] UKPC 33: «The distinction between orders which are often (though in their Lordships' view somewhat inaccurately) described as nullities and those which are merely irregular is usually made to distinguish between those defects in procedure which the parties can waive and which the court has a discretion to correct and those defects which the parties cannot waive and which give rise to proceedings which the defendant is entitled to have set aside ex debito justitiae. The leading example is Craig v Kanssen [1943] kb 256, where the proceedings were not served on the defendant at all. The Court of Appeal held that the proceedings were a nullity which the defendant was entitled as of right to have set aside.» Ευθυγραμμισμένα με την προαναφερθείσα αγγλική νομολογία και με αναφορά σε αυτή, είναι τα όσα είχαν αναφερθεί από τον Στυλιανίδη, Δ. (ως ήτο τότε), στην υπόθεση Gesico Photographic Ltd v. J.K. Video Art Co. Ltd.,
(1991)1 ΑΑΔ 134, ότι δηλαδή διαδικασία που δεν επιδόθηκε και δεν περιήλθε σε γνώση του εναγομένου είναι άκυρη και όχι ακυρώσιμη, μη υποκείμενη σε θεραπεία ή νομιμοποίηση με οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη ή διάβημα οποιουδήποτε μέρους.» (και πιο κάτω) Η έκδοση, όμως, ερήμην απόφασης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου, ήτοι χωρίς (δέουσα) επίδοση, είναι κατά την πάγια νομολογία που παραθέσαμε, νομικά ανυπόστατη, εξ υπαρχής άκυρη, μη δυνάμενη να διασωθεί. Αυτή είναι η αρχή που εφαρμόστηκε και στην Hewitson με αποτέλεσμα να μην είχε σημασία η καθυστέρηση εκ μέρους του εναγομένου.» Τα πιο πάνω δεν χωρούν πολλαπλών ερμηνειών. Η ουσία του πράγματος είναι μια και έχει ως εξής· άπαξ και κριθεί ότι η επίδοση είναι λανθασμένη, και εδώ είναι γεγονός ότι η επίδοση δεν συνάδει με τα προβλεπόμενα στη Δ.5 κ.7, μια είναι η οδός που το Δικαστήριο οφείλει να ακολουθήσει, ως απαιτούμενο χρέος στη δικαιοσύνη. Προσφάτως είχα την ευκαιρία να πραγματευτώ τις επιπτώσεις κακής επίδοσης στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Τσιολής κ.α., Αγ. 7578/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 04/03/2020. Όπως εκεί αναφέρθηκε· « Ποια όμως η σημασία των πιο πάνω διαπιστώσεων; Η σημασία της επίδοσης και οι επιπτώσεις εκεί όπου παραλείπεται επίδοση, με γλαφυρότητα αποδόθηκαν στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ζήνας Πουλλή
(2001)3Β Α.Α.Δ. 1060,
- Λέχθηκε εκεί ότι· «Η παροχή ευκαιρίας σε κάθε πρόσωπο να ακουστεί σε υπόθεση που το αφορά αποτελεί αξίωμα της φυσικής δικαιοσύνης, οι ρίζες του οποίου ανάγονται στα πρώτα στάδια διαμόρφωσης των θεσμών της δίκης. Η αρχή της ακροάσεως αμφοτέρων των μερών, πριν το δικαστήριο προέλθει σε κρίση, διακηρύχθηκε από αρχαιοτάτων χρόνων, από τους Έλληνες ποιητές και τραγωδούς, ως ανυπέρβατη αρχή του δικονομικού δικαίου και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του διαδίκου. Το «μηδενί δίκην δικάσεις πριν αμφοίν μύθον ακούσης» αποδίδεται στον Ησίοδο. Το κωδικοποιεί σε πληρέστερη μορφή ο Ευριπίδης: «Τις αν δίκην κρίνειεν ή γνοίη λόγον, πριν αν παρ' αμφοίν μύθον εκμάθη σαφώς» - («Ηρακλείδες», στίχοι 179-180)*. Μη επίδοση της διαδικασίας στους διαδίκους καθιστούσε, ανέκαθεν στο αγγλικό δίκαιο, άκυρη διαταγή ή απόφαση που εκδιδόταν στο πλαίσιο της. Η θεμελιώδης αυτή αρχή του αγγλικού δικαίου αποτυπώνεται ως ακολούθως στο εισαγωγικό μέρος της Graig v. Kanssen [1943] 1 K.B. 256 (C.A.):- "A person who is affected by an order of the court which can properly be described as a nullity is entitled ex debito justitiae to have it set aside. Failure to serve process where service of process is required renders null and void an order made against the party who should have been served. The court can set aside such an order in its inherent jurisdiction and it is not necessary to appeal from it." (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Πρόσωπο, το οποίο επηρεάζεται από διαταγή του δικαστηρίου, η οποία δεόντως μπορεί να χαρακτηριστεί ως άκυρη, μπορεί δικαιωματικά να ζητήσει τον παραμερισμό της, ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη. Παράλειψη επίδοσης της διαδικασίας, όπου η επίδοσή της απαιτείται, καθιστά άκυρη και ανυπόστατη τη διαταγή που εκδόθηκε εναντίον του προσώπου, προς το οποίο έπρεπε να είχε επιδοθεί. Το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει τέτοια διαταγή, εν τη ενασκήσει της σύμφυτης δικαιοδοσίας του. Δε χρειάζεται να υποβληθεί έφεση κατ' αυτής.») Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένη ενέργεια ή συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα για την κινητοποίηση του δικαστηρίου να εκπληρώσει το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος και να παραμερίσει άκυρη απόφαση. Εφόσον τα γεγονότα που εκθέτουν την απόφαση σε ακύρωση περιέλθουν σε γνώση του, το ίδιο το δικαστήριο μπορεί να θέσει το θέμα και να δράσει, αφού ακούσει πάντα ενδιαφερόμενο. Άλλη αντιμετώπιση θα προσέκρουε στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, όπως υποδεικνύει ο Pennycuick V-C στη Fleet Mortgage v Lower Maisonette [1972] 2 All ER
- Τα ίδια υιοθετεί και ο Sir Arnold P στην Ebrahim v Ali [1983] 3 All E.R. 615:- (σελ. 616) "It is, in my judgment, quite plain that where there has been no service of process any order made in the litigation in which process should have been served must necessarily be void, unless service has been in some way validly dispensed with." (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Σύμφωνα με την απόφασή μου, είναι σαφές ότι, όπου δε γίνεται επίδοση της διαδικασίας, οποιαδήποτε διαταγή εκδίδεται στη δίκη, στην οποία η διαδικασία έπρεπε να είχε επιδοθεί, πρέπει απαρέγκλιτα να θεωρείται ως άκυρη, εκτός εάν εξουσιοδοτήθηκε εγκύρως η μη επίδοσή της.») Διαπιστώνουμε ότι παρέχεται στο δικαστήριο σύμφυτη δικαιοδοσία ακύρωσης διαταγής ή απόφασης, που εκδίδεται σε διαδικασία η οποία δεν επιδίδεται σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση της έφεσης όσο και της αντέφεσης, που ακούονται χωρίς γνωστοποίηση της διαδικασίας σε κάθε διάδικο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η ακύρωση αποτελεί χρέος προς αποκατάσταση της δικαιοσύνης και το χρέος αυτό μπορεί να πληρωθεί είτε μετά από διάβημα ενδιαφερομένου προσώπου ή με πρωτοβουλία του ιδίου του δικαστηρίου». Τα πιο πάνω δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι άμα διαπιστωθεί πως το κλητήριο ένταλμα ουδέποτε επιδόθηκε στον εναγόμενο, ο τελευταίος δικαιούται παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae. Σε αυτό μάλιστα το πλαίσιο ο παραμερισμός δεν είναι προϊόν άσκησης διακριτικής εξουσίας από μέρους του δικαστηρίου. Είναι καθαρή υποχρέωση έναντι του θιγόμενου, ως αναγνώριση της οφειλής για διαφύλαξη του αναφαίρετου δικαιώματος τούτου να ακουστεί στην όλη διαδικασία. Η αποστέρηση του δικαιώματος αυτού δικαιολογεί τον θιγόμενο να απαιτήσει, ιδίω δικαιώματι αναφέρει η νομολογία, παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε. Εξού και τέτοιος παραμερισμός απόφασης, δηλαδή λόγω μη επίδοσης, δεν συμβαδίζει με επιβολή όρων (βλ. Γεωργαλλίδης ν. Χρυσοστόμου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 247, 250). Διαδικασία η οποία αρχίζει χωρίς επίδοση είναι οικοδόμημα στην άμμο υποκείμενο σε καταστροφή μόλις η άμπωτη δώσει τη θέση της στην πλημμυρίδα. Υπαίτιος δεν είναι η φυσική αρμονία, που απλώς επιδιώκει επαναφορά των πραγμάτων σε τάξη, αλλά η απερίσκεπτη οικοδόμηση στην άμμο.» Η υποχρέωση ορθής και νομότυπης επίδοσης δεν εξαρτάται από τις οδηγίες του προσώπου στο οποίο θα επιδοθεί η αγωγή. Ο δικαστικός επιδότης επέχει θέση λειτουργού του Δικαστηρίου (βλ. Δ.5Β, παράρτημα Γ μέρος 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Η δε άσκηση των καθηκόντων του διαγράφεται στις σχετικές δικονομικές διατάξεις. Συνακόλουθα δεν νοείται απόκλιση απ' όσα εκεί αναφέρονται με πρόφαση ότι αυτό ήταν που του ζητήθηκε από τον παραλήπτη του δικαστικού εγγράφου. Αποκλειστικός οδηγός στον τρόπο που θα επιδοθεί η αγωγή είναι οι σχετικοί θεσμοί και τίποτα άλλο. Το δε πραγματικό υπόβαθρο, φερ' ειπείν ποιο είναι το εγγεγραμμένο γραφείο εταιρείας ή ποιοι είναι οι αξιωματούχοι τούτης, προκύπτει από θεματοφύλακες τέτοιων αρχείων, όπως είναι ο Έφορος Εταιρειών. Στην προκείμενη περίπτωση η επίδοση της αγωγής απάδει των επιτακτικών διατάξεων του κ.7 της Δ.5 και ως εκ τούτου είναι λανθασμένη και υποκείμενη σε ακύρωση. Καίτοι διαπιστωθείσα είναι η συμβολή της διευθύντριας των εναγομένων σε τούτο το αποτέλεσμα, η επίδοση δεν διασώζεται. Η υπόθεση Μανώλη, πιο πάνω, αποσαφηνίζει το αυτονόητο, δηλαδή ότι τίποτα δεν είναι ικανό να υποστυλώσει μια επίδοση που δεν πληροί τις δικονομικές επιταγές. Αυτό απαντά και τις θέσεις των εναγόντων που έχουν να κάνουν με αντιπρόσωπο εταιρείας ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι η εκδοθείσα απόφαση είναι υποκείμενη σε παραμερισμό ex debito justitiae λόγω του σφάλματος της επίδοσης στην οποία οικοδομήθηκε. Ως εκ τούτου η απόφαση ημερομηνίας 15/11/2017 παραμερίζεται. Δεν επιβάλλονται βεβαίως όροι, εφόσον ο παραμερισμός είναι ιδίω δικαιώματι και όχι άλλως πως (βλ. Γεωργαλλίδης ν. Χρυσοστόμου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 247, 250). Έξοδα της επίδικης διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εις βάρος των εναγόντων, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ)..................................... Λ.Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο