ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ ν. Acumen Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1200/12, 29/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A251 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1200/12 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
- Acumen Ltd
- XXXXX Γεωργιάδης Εναγομένων --------------------- 29 Μαΐου 2020 Για τους Ενάγοντες: κα Κέντελη Για τους Εναγόμενους: κος Χριστοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Βάσει ομολογίας των δικογράφων παραδεκτό είναι ότι οι ενάγοντες συνιστούν τραπεζικό οργανισμό εγγεγραμμένο συμφώνως των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών (βλ. παράγραφο 3 υπεράσπισης και ανταπαίτησης). Ως εκ τούτου στη συνέχεια οι ενάγοντες θα καλούνται ως «η τράπεζα» ή «οι ενάγοντες». Στον αντίποδα οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι νομικό και φυσικό πρόσωπο αντίστοιχα. Ακολούθως οι εναγόμενοι 1 θα καλούνται ως «η εταιρεία», ενώ ο εναγόμενος 2 θα καλείται ως «εγγυητής» ή «εναγόμενος 2». Για την ώρα αυτά είναι όσα μπορούν να διαπιστωθούν από τις έγγραφες προτάσεις. Ως εκ τούτου σπεύδω αμέσως σε σύνοψη αμφότερων των δικογραφημένων ισχυρισμών, διαδικασία η οποία θα αναδείξει τα επίδικα ζητήματα. Είναι δικογραφημένη εκδοχή της τράπεζας πως την 01/08/2008 συμφώνησε με την εταιρεία να αυξήσει το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού τούτης από €17.086 σε €35.000, υπό την εγγύηση του εναγομένου
- Η συνομολόγηση της συμφωνίας ακολούθησε απαίτηση των εναγομένων την οποία η τράπεζα ενέκρινε την 31/07/
- Στο κλητήριο ένταλμα παρατίθεται μέρος των όρων της συμφωνίας των οποίων η επανάληψη δεν εξυπηρετεί, τουλάχιστον για την ώρα. Είναι περαιτέρω η θέση της τράπεζας ότι ο εναγόμενος 2 την 01/08/2008 εγγυήθηκε απάσας τας υποχρεώσεις της εταιρείας, παρούσες ή μελλοντικές, απαιτητές ή μη, προσωπικές ή κοινές με άλλο πρόσωπο και άμεσες ή έμμεσες. Το ποσό του κεφαλαίου που ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε ανέρχετο μέχρι €42.000, πλέον τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Περιπλέον, προς εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων της εταιρείας ο εγγυητής υποθήκευσε προς όφελος της τράπεζας ολόκληρο το κτήμα με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ.21.540603, τεμάχιο XXXXX, δια ποσό £148.
- Η υποθήκη φέρει αριθμό XXXXX/
- Επίσης, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 15/12/2006 ο εγγυητής εκχώρησε όλα τα δικαιώματά του από το ασφαλιστικό συμβόλαιο ζωής της Universal Life Ins. Co Ltd με αριθμό XXXXX037-0 όταν τούτο καταστεί πληρωτέο. Τέλος, η συμφωνία των διαδίκων εξασφαλίζετο με ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης το οποίο συνεστήθη εγγράφως με συμφωνία ημερομηνίας 14/03/2007 και κάλυπτε ολόκληρο το ενεργητικό της επιχείρησης και περιουσία της εταιρείας. Είναι η θέση της τράπεζας ότι άνοιξε τρεχούμενο λογαριασμό επ' ονόματι της εταιρείας με αριθμό XXXXX6-965, ο οποίος κατά παράβαση της συμφωνίας δείκνυε οφειλόμενο υπόλοιπο €40.144,15 με τόκο 12.658% από 31/01/2012 μέχρι εξοφλήσεως. Υποστηρίζει ότι με επιστολή ημερομηνίας 30/06/2011 κάλεσε τους εναγόμενους να προσέλθουν και εξοφλήσουν το ποσό, αλλά αυτοί αμέλησαν να ανταποκριθούν και ως εκ τούτου με επιστολή ημερομηνίας 31/01/2012 τερμάτισε τη συμφωνία του τρεχούμενου λογαριασμού. Κατά τον εν λόγω χρόνο το ποσό μετά των δεδουλευμένων τόκων ανήλθε σε €40.144,15, με τόκο 12.658% από 31/01/2012 μέχρι εξοφλήσεως. Ως εκ τούτου αξιώνει το εν λόγω ποσό και τόκο, πλέον έκδοση διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος. Στον αντίποδα η υπεράσπιση των δύο εναγομένων είναι κοινή. Εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή είναι πρόωρη καθ' ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν πρόθυμοι να ομαλοποιήσουν τον λογαριασμό δια καταθέσεως χρημάτων. Πέραν τούτου παραδέχονται ότι η συμφωνία 01/08/2008 περιείχε τους όρους που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως, ισχυρίζονται όμως ότι οι όροι του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν επαχθείς και καταχρηστικοί. Διαζευκτικά διατείνονται ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη για τους εξής λόγους· οι εναγόμενοι ουδέποτε αποφάσισαν να καταρτίσουν και/ή κατάρτισαν τούτη· ο όρος δια αποπληρωμή του λογαριασμού μόλις το υπόλοιπο ζητηθεί από τους ενάγοντες είναι παράνομος, άκυρος και ανεφάρμοστος ως καταχρηστική ρήτρα· και ο όρος περί δικαιώματος των εναγόντων να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού και να καταστήσουν απαιτητό το δάνειο ή την πίστωση ή την τραπεζική διευκόλυνση άνευ ειδοποιήσεως των εναγομένων, είναι όροι παράνομοι, άκυροι και ανεφάρμοστοι ως καταχρηστική ρήτρα. Η δικογραφημένη εκδοχή των εναγομένων θέλει τα αληθή γεγονότα για τη συνεργασία των διαδίκων να έχουν ως εξής. Αν και το αρχικό ποσό του τρεχούμενου λογαριασμού συμφωνήθηκε στις €35.000, η τράπεζα επέτρεπε στην εταιρεία να διενεργεί πληρωμές ακαθόριστου ποσού που συχνά ξεπερνούσε τις €40.
- Κάθε μήνα το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού έφτανε μέχρι και €42.233,
- Η δε τράπεζα γνώριζε, επέτρεπε και επωφελούνταν από την υπέρβαση του ορίου πέραν των €35.000, εφόσον χρέωνε τον επίδικο λογαριασμό και εισέπραττε από τις καταθέσεις της εταιρείας έξοδα υπερβάσεων και χρεωστικούς τόκους. Όποτε δε θεωρούσε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν επαυξημένο, τραπεζικός λειτουργός, ονόματι κ. Στυλιανίδης, επικοινωνούσε με τον εναγόμενο 2 και εντός μερικών ημερών οι εναγόμενοι προέβαιναν σε κατάθεση χρημάτων για μείωση του χρεωστικού υπολοίπου. Αυτή ήταν η πρακτική με την οποία οι εναγόμενοι κινούσαν τον επίδικο λογαριασμό και αυτό ήταν σε γνώση και με την άδεια της τράπεζας. Περί τα μέσα Ιουνίου 2011 ο εναγόμενος 2 εξέδωσε εκ μέρους της εταιρείας 3 επιταγές συνολικού ύψους €323,
- Η τράπεζα όμως δεν ενέκρινε την πληρωμή τους με αποτέλεσμα ο επίδικος λογαριασμός και όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις να παγοποιηθούν λόγω του ότι το όνομα του εναγομένου 1 (αυτό είναι που αναφέρεται στην παράγραφο 6(ε) της υπεράσπισης) καταχωρίστηκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (ΚΑΠ) ως εκδότης ακάλυπτων επιταγών. Έρευνα που διενήργησε ο εναγόμενος 2 σε σχέση με τη μη έγκριση των εν λόγω επιταγών του απεκάλυψε ότι οι οδηγίες δόθηκαν καθ' όν χρόνο ο κος Στυλιανίδης απουσίαζε για διακοπές και ανέλαβε άλλος τραπεζικός λειτουργός που δεν ήταν ενήμερος για την πρακτική που ακολουθείτο σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό και τον τρόπο συνεργασίας των διαδίκων. Μετά από αρκετές οχλήσεις προς την τράπεζα ο εναγόμενος 2 έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διαγραφή του ονόματός του από το ΚΑΠ. Παρ' ότι όμως το όνομα του διεγράφη από το ΚΑΠ, όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού, είχαν τερματιστεί από τους ενάγοντες και είχαν μεταφερθεί στην Υπηρεσία Είσπραξης Χρεών (Recoveries). Πέραν των ανωτέρω, είναι η θέση των εναγομένων πως η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και/ή μη εκτελεστή και/ή παράνομη λόγω ακυρότητας της συμφωνίας του τρεχούμενου λογαριασμού· αοριστίας και/ή ασάφειας της ίδιας της εγγύησης καθ' ότι αναφέρεται σε μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας· και επειδή αντίκειται στις πρόνοιες της περί Εγγυητών Νομοθεσίας. Προσθέτουν ακόμη ότι όταν το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού αυξήθηκε λόγω του τρόπου της συνεργασίας των διαδίκων, ο εγγυητής ουδέποτε εγγυήθηκε την αύξηση του ορίου και ως εκ τούτου ουδέν ποσό οφείλει στους ενάγοντες. Εν προκειμένω είναι η θέση της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος δεν εγγυήθηκε την αύξηση του λογαριασμού πέραν του ορίου των €35.000 και ότι η αύξηση που προκύπτει από τον τρόπο συνεργασίας των διαδίκων δεν καλύπτεται από τη συμφωνία εγγυήσεως ημερομηνίας 01/08/
- Εν τέλει είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η τράπεζα έχει παραβιάσει τη συμφωνία εγγυήσεως, η οποία είναι άκυρη ή ακυρώσιμη. Ο εναγόμενος 2 αρνείται ότι υπέγραψε το έγγραφο υποθήκης με αριθμό XXXXX/07 και περαιτέρω ισχυρίζεται πως η συμφωνία υποθήκης είναι άκυρη και/ή μη εκτελεστή δια το λόγο ότι καταρτίστηκε κατά παράβαση των προνοιών της περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νομοθεσίας και λόγω του ότι είναι αόριστη και ασαφής και δεν έχει σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε κλήθηκαν ή έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή αναφορικά με την εξόφληση οποιουδήποτε ποσού, αντιθέτως επανειλημμένα κάλεσαν τηλεφωνικώς και/ή γραπτώς την τράπεζα και ζήτησαν πληροφορίες για τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, εν τούτοις δεν έτυχαν οποιασδήποτε ανταπόκρισης. Διαζευκτικά είναι η θέση των εναγομένων ότι αν ήθελε αποδειχθεί οποιοσδήποτε τερματισμός, αυτός είναι παράνομος, άκυρος και/ή αντισυμβατικός. Προσθέτουν ότι οι ενάγοντες χρέωναν τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με παράνομες χρεώσεις, επαυξημένους τόκους, έξοδα υπέρβασης και άλλα έξοδα. Βάσει των ανωτέρω ισχυρισμών της υπεράσπισης που θέλουν την τράπεζα να έχει προβεί σε παράνομες χρεώσεις, επαυξημένους τόκους, έξοδα υπέρβασης και άλλα έξοδα, οι εναγόμενοι ανταπαιτούν εναντίον της τράπεζας την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου «για διενέργεια λογαριασμού σε σχέση με τις παράνομες χρεώσεις, επαυξημένους τόκους, έξοδα υπερβάσεων και άλλα έξοδα με τα οποία χρέωναν και συνεχίζουν να επιβαρύνουν οι ενάγοντες τους επίδικους λογαριασμούς». Στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση η τράπεζα απέρριψε το σύνολο των ισχυρισμών των εναγομένων και περιπλέον υποστήριξε ότι οι εναγόμενοι δεσμεύονται λόγω καταχωρίσεων (is estopped by deed) από το να προβάλλουν τέτοιους ισχυρισμούς. Προσθέτουν ότι οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν τους όρους εγγύησης και η εναγομένη 1 έκανε χρήση του εν λόγω δανείου και ήταν σε θέση να γνωρίζει το ακριβές υπόλοιπο, εφόσον η τράπεζα της απέστελλε αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού. Αρνείται η τράπεζα τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί παράνομων υπερχρεώσεων και προσθέτει ότι οι τόκοι και οι χρεώσεις δικαιωμάτων και εξόδων, χρεώνονταν σύμφωνα με τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, την υφιστάμενη νομοθεσία και την τακτική της τράπεζας. Τέλος, είναι η θέση της τράπεζας ότι ο εναγόμενος 2 υπέγραψε το έγγραφο υποθήκης παρουσία κτηματολογικού λειτουργού και επίσης, δεσμεύεται βάσει των όρων που υπέγραψε στη συμφωνία εγγύησης. Ένας μόνο μάρτυρας κλήθηκε στο Δικαστήριο και αυτός εκ μέρους των εναγόντων. Τούτος ο μάρτυρας είναι ο XXXXX Βανέζης ο οποίος ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν στην υπηρεσία των εναγόντων και συγκεκριμένα στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department), εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης λογαριασμών των πελατών στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των εναγομένων. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερομηνίας 18/10/2006 και συμφωνίας 23/10/2006 η τράπεζα παραχώρησε στην εταιρεία όριο τρεχούμενου λογαριασμού ύψους €17.
- Ο μάρτυρας προσκόμισε στο Δικαστήριο τα σχετικά έγγραφα και είναι τούτα τα τεκμήρια 2 και
- Ακολούθως το ποσό αυτό αυξήθηκε σε €35.000 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 01/08/2008, ενώ είχε προηγηθεί η απόφαση/έγκριση της τράπεζας ημερομηνίας 31/07/
- Η απόφαση της τράπεζας είναι το τεκμήριο 4 και η συμφωνία των διαδίκων είναι το τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα την ίδια ημερομηνία, 01/08/2008, ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε απάσας τας υποχρεώσεις των εναγομένων 1 έναντι των εναγόντων, παρούσες ή μελλοντικές, απαιτητές ή ενδεχόμενες να καταστούν τέτοιες, προσωπικές ή κοινές και έμμεσες ή άμεσες. Η συμφωνία εγγυήσεως είναι το τεκμήριο
- Προς περαιτέρω εξασφάλιση της τράπεζας ο εναγόμενος 2 υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων το κτήμα που περιγράφεται στην υποθήκη XXXXX/
- Το έγγραφο υποθήκης είναι το τεκμήριο
- Οι ενάγοντες παραχώρησαν στην εταιρεία τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό XXXXX6-965, ο οποίος κατά παράβαση της συμφωνίας δεικνύει οφειλόμενο υπόλοιπο €34.543,80 πλέον τόκους προς 7,55% από 31/01/
- Προς υποστήριξη τούτου ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού που αρχίζει από την 31/12/2006 και καταλήγει στην 30/09/
- Τούτη η κατάσταση είναι το τεκμήριο 8, που σύμφωνα με τον μάρτυρα η τράπεζα ανελλιπώς απέστελλε στους εναγόμενους. Εν τούτοις ο μάρτυρας ανέφερε ότι η τράπεζα προέβη σε ανακατασκευή της κατάστασης λογαριασμού και τούτη είναι το τεκμήριο 9, η οποία δεικνύει ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού της εταιρείας ανέρχεται σε €34.543,80 πλέον τόκους προς 7,55% από 31/01/
- Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι την 30/06/2011 κάλεσαν τους εναγόμενους 1 (εταιρεία) όπως προσέλθουν και εξοφλήσουν το ποσό, εν τούτοις αυτοί αμέλησαν να ανταποκριθούν. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο
- Ένεκα τούτου την 31/01/2012 τερμάτισαν τη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού και απέστειλαν νέα επιστολή. Τούτη είναι το τεκμήριο
- Ανάλογες επιστολές απέστειλαν και στον εγγυητή. Τούτες οι επιστολές, που επίσης είναι ημερομηνίας 30/06/2011 και 31/01/2012, είναι τα τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα. Πέραν όλων των ανωτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι με επιστολές τους ημερομηνίας 06/02/2009, 24/04/2009 και 15/09/2010 ενημέρωσαν τον εναγόμενο 1 για νέες χρεώσεις του λογαριασμού. Τούτες οι επιστολές είναι τα τεκμήρια 14Α-Γ. Στη δια ζώσης μαρτυρία του εξήγησε ότι οι ενάγοντες προέβησαν στην ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού καθ' ότι περιόρισαν το επιτόκιο στο 7,55% αντί 12,658%, με αποτέλεσμα να αφαιρεθεί από το προηγούμενο χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ένα ποσό €5.
- Υποστήριξε ότι σε τούτο το ποσό που αφαιρέθηκε συμπεριλαμβάνονταν και τραπεζικά έξοδα, έξοδα υπερβάσεων και διαχείρισης λογαριασμού. Ήταν δε η θέση του ότι ενόψει της ανακατασκευασμένης κατάστασης λογαριασμού η ανταπαίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Κατά την αντεξέταση οι δύο πλευρές προέβησαν σε παραδεκτό γεγονός. Συγκεκριμένα η πλευρά της υπεράσπισης δήλωσε ότι αποδέχεται πως οι συμφωνίες που προσκομίστηκαν ως τεκμήρια από την τράπεζα υπογράφτηκαν από τον εναγόμενο 2 προσωπικά και εκ μέρους της εναγομένης 1, στις ημερομηνίες που εκεί αναφέρονται και κατά τον ίδιο χρόνο παρόντες ήταν και οι μάρτυρες που εκεί αναφέρονται. Ο συνήγορος των εναγομένων πρόσθεσε ότι η υπεράσπιση περιορίζεται «μόνο σε ό,τι αφορά του τρόπου εκτέλεσης της συμφωνίας και το κατά πόσο υπήρξε σωστός τερματισμός σύμφωνα πάντα με τις υποβολές και την υπεράσπιση». Κατά την αντεξέταση ζητήθηκε από τον μάρτυρα να αναφέρει ποιο είναι το σύνολο των τόκων του τεκμηρίου 8, δηλαδή της κατάστασης λογαριασμού πριν την ανακατασκευή. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να απαντήσει, πρόσθεσε όμως ότι κάθε σελίδα έχει τόκους περιόδου και δίκην παραδείγματος υπέδειξε το ποσό £155,71 στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου
- Απάντησε ότι οι τόκοι της περιόδου προστίθενται σε αυτούς που μεταφέρονται σε κάθε επόμενο statement και το υπόλοιπο παρουσιάζεται μηδενικό άμα κεφαλαιοποιηθούν. Του ζητήθηκε να εξηγήσει τι είναι τα έξοδα υπερβάσεων και ανέφερε ότι είναι χρεώσεις στο λογαριασμό όταν διαπιστώνεται υπέρβαση ορίου και παραπέμποντας εκ νέου στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 8 υπέδειξε το ποσό των £
- Ανέφερε ότι σε σχέση με μη εγκεκριμένα χρεωστικά υπόλοιπα υπάρχει επιπλέον επιβάρυνση 5,25% και αυτή η επιβάρυνση είναι το επιτόκιο υπερημερίας. Του ζητήθηκε να εξηγήσει πότε η τράπεζα θεωρεί ότι κάποιος έχει υπερβεί το ποσό και προβαίνει σε τερματισμό και απάντησε ότι αυτό είναι στην κρίση του υπαλλήλου και στη συνολική συνεργασία που έχει με τους πελάτες. Όπως ανέφερε, δεν είναι ζήτημα συμβατικό. Του ζητήθηκε να εξηγήσει τις διαφορές μεταξύ των δύο καταστάσεων λογαριασμού, τεκμήρια 8 και 9 και απάντησε ότι η τράπεζα υπολόγισε όλα τα έξοδα τα οποία χρεώθηκε ο λογαριασμός, τραπεζικά έξοδα, έξοδα υπερβάσεων και λοιπά και πίστωσε το λογαριασμό στην κατάσταση τεκμήριο
- Πέραν τούτου μειώθηκε και το επιτόκιο στο συμβατικό, δηλαδή στο 7,55% που αναφέρεται στη συμφωνία τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτή η αφαίρεση των εξόδων έγινε από την ημερομηνία έναρξης του λογαριασμού μέχρι και την 30/09/
- Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο καταρτισμός των δύο καταστάσεων είναι αυθαίρετος καθ' ότι είναι προϊόν καταχρηστικών ρητρών του συμβολαίου, για να απαντήσει όμως ότι το θέμα είναι νομικό. Αρνητική ήταν η απάντηση του μάρτυρα και στην επόμενη υποβολή, δηλαδή πως οι τόκοι της υποθήκης είναι παράνομοι και καταχρηστικοί. Επίσης του υποβλήθηκε ότι παράνομες είναι και οι εγγυήσεις λόγω καταχρηστικών συμφωνιών και αυθαίρετων επιτοκίων. Και επ' αυτού η θέση του ήταν ότι όλα τα έγγραφα ήταν καθ' όλα νόμιμα, όπως επίσης και στην υποβολή ότι η απαίτηση δεν είναι ξεκάθαρη γιατί βασίζεται επί αυθαίρετων υπολογισμών και τόκων. Τέλος, υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν αυθαίρετος, η συμφωνία δεν έχει τερματιστεί νόμιμα και πως η αγωγή είναι πρόωρη. Και πάλιν ο μάρτυρας απέρριψε τις υποβολές παραπέμποντας στις επιστολές τερματισμού και πρόσθεσε ότι όλα έγιναν σύμφωνα με την τραπεζική πρακτική και το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο. Η προηγηθείσα σύνοψη της προσκομισθείσας μαρτυρίας αποκαλύπτει ότι στο τέλος της ημέρας οι εναγόμενοι εγκατέλειψαν μεγάλο μέρος των δικογραφημένων ισχυρισμών τους. Δοθέντος ότι δεν προσκόμισαν μαρτυρία και δεν υπόβαλαν τις δικογραφημένες θέσεις τους στον μοναδικό μάρτυρα που κλήθηκε στο Δικαστήριο, ώστε να εκμαιεύσουν μαρτυρία που να υποστηρίζει όσα διατείνονται, αντιλαμβάνομαι ότι εγκατέλειψαν τούτους τους ισχυρισμούς. Θεμελιωμένο άλλωστε είναι ότι το δικόγραφο εξυπηρετεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και δεν συνιστά μαρτυρία όπως ούτε μαρτυρικό υλικό για την απόδειξη όσων εκεί αναφέρονται (βλ. Παναγή ν. Το Πλοίο Christy υπό σημαία Αγίου Βικεντίου και Γρεναδίνες που τώρα βρίσκεται ελλιμενισμένο στο αγκυροβόλιο του λιμένα Λάρνακας κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A113, Πολ. Έφ. 34/18, ημερομηνίας 28/03/2019). Συνεπώς το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από μέρους των εναγομένων, καταμαρτυρεί την εγκατάλειψη των σχετικών ισχυρισμών. Τέτοιοι είναι οι ισχυρισμοί της παραγράφου 6 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης και ως εκ τούτου δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω. Συνυφασμένος με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 6 είναι και ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος 2 δεν ενημερώθηκε και δεν εγγυήθηκε την αύξηση του ορίου που προέκυψε από τον τρόπο συνεργασίας των διαδίκων. Συνεπώς και αυτός ο ισχυρισμός θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκε και εν πάση περιπτώσει δεν υποστηρίχθηκε από μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται τέτοια διαπίστωση. Πέραν της έμμεσης εγκατάλειψης των προμνησθέντων θέσεων, είναι αντιληπτό ότι η συνομολόγηση του συνόλου των συμφωνιών, δηλαδή τεκμήρια 2 έως και 7, συνιστά πλέον παραδεκτό γεγονός. Εν προκειμένω αυτή είναι η επίπτωση της δήλωσης του συνηγόρου των εναγομένων, που πιο πάνω έχει παρατεθεί. Ως εκ τούτου και η συνομολόγηση των τεκμηρίων 2 έως 7 κρίνεται πλέον παραδεκτή. Ας δούμε λοιπόν τι είναι που προκύπτει από τα τεκμήρια 2 έως
- Το τεκμήριο 2 είναι ημερομηνίας 18/10/2006 και αποκαλύπτει ότι είναι έντυπο των εναγόντων που πληροφορεί την εταιρεία ότι εγκρίθηκε αίτημά της για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους £10.000, που θα φέρει συνολικό επιτόκιο 9% (4,5% βασικό επιτόκιο και 4,5% προσαύξηση). Το τεκμήριο 3, το οποίο είναι ημερομηνίας 23/10/2006, είναι η συμφωνία που ακολούθησε το τεκμήριο 2 και είναι μεταξύ της τράπεζας και της εταιρείας. Σημαντικά όμως είναι τα τεκμήρια 4 και
- Το τεκμήριο 4 φέρει ημερομηνία 31/07/2008 αλλά φαίνεται να υπογράφηκε από την εταιρεία την 01/08/2008 και συνιστά και αυτό έγκριση της τράπεζας προς την εταιρεία για αύξηση της παροχής των τραπεζικών διευκολύνσεων από €17.086 σε €35.
- Αναφέρεται εκεί ότι το επιτόκιο συνίσταται σε Euribor 6 μηνών, που τη δεδομένη στιγμή ανέρχεται σε 5.150%, προσαυξημένο όμως κατά 2,4%. Εν προκειμένω το συνολικό επιτόκιο ανέρχετο σε 7,55%. Αναφέρεται ότι η κεφαλαιοποίηση του τόκου θα είναι ανά εξάμηνο, κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Προστίθενται τα τραπεζικά δικαιώματα και ακολουθούν οι εξασφαλίσεις. Τούτες συνίστανται σε εγγύηση του μετόχου/διευθυντή της εταιρείας ύψους €42.000 και αναφέρεται το όνομα του εναγομένου
- Περιπλέον, ως πρόσθετη εξασφάλιση αναφέρεται η υποθήκη Υ4756/2007, ημερομηνίας 03/04/2007 για ποσό €54.
- Το τεκμήριο 5 είναι η συμφωνία των διαδίκων που ακολούθησε το τεκμήριο 4 και μεταφέρει την ουσία όσων εκεί αναφέρονται και είναι ημερομηνίας 01/08/
- Τα μέρη όντως συμφώνησαν συνολικό επιτόκιο 7,55% με κεφαλαιοποίηση κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Μεταξύ άλλων η συμφωνία των μερών προβλέπει για επιτόκιο υπερημερίας το οποίο θα ορίζεται από την τράπεζα, θα κοινοποιείται στον χρεώστη και θα είναι πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα ισχύει (όρος 2). Περιπλέον η τράπεζα δικαιούται σε οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς προειδοποίηση να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και να καταστήσει το ποσό απαιτητό και να ζητήσει από τον χρεώστη να πληρώσει, συμπεριλαμβανομένου τόκου, εξόδων και λοιπά (όρος 11). Ειδοποιήσεις βάσει της συμφωνίας μπορούν να δοθούν στο χρεώστη γραπτώς με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στη συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δώσει ο χρεώστης ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση (όρος 13). Το τεκμήριο 6 τιτλοφορείται εγγυητήριο για περιορισμένο ποσό. Από τα εκεί αναφερόμενα διαπιστώνεται ότι αφορά τον εναγόμενο 2 ο οποίος εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 εταιρείας, παρούσες ή μελλοντικές, απαιτητές ή μη, προσωπικές ή κοινές με άλλο πρόσωπο και άμεσες ή έμμεσες. Ανέλαβε δε να πληρώσει την τράπεζα μόλις του ζητηθεί, μέχρι ποσού €42.000 πλέον τόκους (όρος 2). Περιπλέον, τα μέρη συμφώνησαν ότι αυτή η εγγύηση του εναγομένου 2 θα είναι συνεχής και δεν θα τερματίζεται παρά μόνο ως εκεί αναφέρεται (όρος 3). Ακόμη, συμφωνήθηκε ότι η τράπεζα θα έχει εξουσία, κατά την απόλυτη κρίση της και χωρίς άλλη συγκατάθεση από τον εγγυητή, να τερματίζει και/ή ελαττώνει και/ή αυξάνει και/ή τροποποιεί τις τραπεζικές διευκολύνσεις που παρέχει στην εταιρεία (όρος 5). Όπως και για την εταιρεία έτσι και για τον εγγυητή συμφωνήθηκε ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση μπορεί να δοθεί ιδιοχείρως ή με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στη συμφωνία ή σε νέα διεύθυνση που ήθελε δοθεί ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση. Τέλος, το τεκμήριο 7 φέρει τον τίτλο σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου. Αφορά το ακίνητο 0/XXXXX, Φ/Σχ. 21/540603, τεμ. XXXXX, καλύπτει ολόκληρο το μερίδιο και ανέρχεται στο ποσό των £148.000 με τόκο 6,5%. Με δεδομένη την παραδοχή των εναγομένων σε σχέση με την υπογραφή των ανωτέρω συμφωνιών, δεν επιβάλλεται να ειπωθούν πολλά. Αρκεί η διαπίστωση ότι τα μέρη συμφώνησαν την παροχή των τραπεζικών διευκολύνσεων που πιο πάνω εξηγήθηκαν. Η δε ανάλυση της συμφωνίας εγγυήσεως αποκαλύπτει ότι ο εναγόμενος 2 παρείχε συνεχή εγγύηση, μέχρι του ποσού των €42.000, πλέον τόκους. Ότι η εγγύηση τούτου είναι συνεχής δεν υπάρχει αμφιβολία. Όχι απλώς γιατί χαρακτηρίζεται ως τέτοια στη συμφωνία, αλλά πολύ περισσότερο επειδή τα όσα εκεί αναφέρονται, ιδιαίτερα στους όρους 2, 3 και 5, έχουν κριθεί νομολογιακά και θέλουν τέτοια εγγύηση να είναι συνεχής (βλ. Γεώργιος Εργατίδης κ.α. ν. Bank of Cyprus Public Company Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A450, Πολ. Έφ. 111/12, ημερομηνίας 11/12/2017). Ως εκ τούτου αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία της τράπεζας με την εταιρεία ήτο για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων μέχρι €35.000 (τεκμήριο 5) και εξασφαλίζετο από τη συνεχή εγγύηση του εναγομένου 2, που ήτο μέχρι ποσού €42.000 πλέον τόκους (τεκμήριο 6) και την υποθήκη XXXXX/2007 που κάλυπτε ποσό μέχρι £148.000 πλέον τόκους (τεκμήριο 7). Με εφόδια όλα τα πιο πάνω σπεύδω σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δυο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια. Ζητούμενο πάντα είναι η εξεύρεση της αλήθειας. Προς εξυπηρέτηση τούτου του στόχου αξιολογικό μέτρο συνιστούν αυτά τα ιδιαίτερα στοιχεία κάθε μαρτυρίας, όπως πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελίδα 333). Εν τέλει οι ισχυρισμοί εκάστου δεν αξιολογούνται απομονωμένα από το σύνολο, αλλά αντιπαραβάλλονται και συσχετίζονται στην αντικειμενική τους υπόσταση με κάθε άλλη μαρτυρία, γραπτή ή προφορική, με σκοπό την επιβεβαίωση των αξιολογικών ευρημάτων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/2018). Τέλος, η αξιολογική διεργασία έχει να κάνει και με τον τρόπο που κάθε πλευρά διαχειρίζεται την προσκομισθείσα μαρτυρία. Εν προκειμένω συνιστά αξίωμα του αντιπαραθετικού συστήματος πως παράλειψη αντεξέτασης δυνατό να οδηγήσει σε συμπέρασμα αποδοχής του ισχυρισμού που δεν αμφισβητήθηκε. Αν η πιο πάνω αρχή καλεί για ειδική αιτιολόγηση, αρκεί να παραπέμψω στα λεχθέντα στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, 1540, όπου υποδείχθηκε ότι· « Εκκινώντας από αυτό το τελευταίο, θα ήταν χρήσιμο ένα σύντομο σχόλιο. Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. Είναι σχετική η ρήση του Lord Hanworth, M.R., την οποία αναφέρει, επιδοκιμάζοντας την, ο Sankey L.C., στην υπόθεση Mechanical and General Inventions Co. Ltd. and Lehwess v. Austin and the Austin Motor Co. [1935] A.C. 346 στη σελ. 359: "Cross-examination is a powerful and valuable weapon for the purpose of testing the veracity of a witness and the accuracy and completeness of his story." Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Σχετική είναι και η πολύ πρόσφατη απόφαση ΧΧΧ Α. Σκορδή ν. Α. Λάντου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος ΧΧΧ Λάντου κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A127, Πολ. Έφ. 429/12, ημερομηνίας 22/04/
- Εν προκειμένω δεν είναι άνευ σημασίας τα πιο πάνω. Εδώ η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν φανερώνει εγγενή αναξιοπιστία. Αντιθέτως οι εξηγήσεις του υποστηρίζονται από τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Η δε όλη εικόνα του μάρτυρα στο Δικαστήριο άφησε θετικές εντυπώσεις. Συνεπώς το γεγονός ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων και εγγενούς αναξιοπιστίας, ενώ την ίδια ώρα παρέμεινε αναντίλεκτη και αναμφισβήτητη, επιτρέπει στο Δικαστήριο να υιοθετήσει τους αναμφισβήτητους ισχυρισμούς ως ανταποκρινόμενους στην αλήθεια. Και εξηγώ· η προηγηθείσα σύνοψη της μαρτυρίας φανερώνει πως καίτοι στον ΜΕ1 υποβλήθηκε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού περιλαμβάνει αυθαίρετο υπολογισμό τόκων, κανένα ποσό δεν του υπεδείχθη ως τέτοιο και ούτε προσκομίστηκε οιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τη σχετική θέση. Εν πάση περιπτώσει ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε ότι τα τεκμήρια 8 και 9 είναι αυτά που ανέφερε, δηλαδή καταστάσεις λογαριασμού της εταιρείας. Επιπλέον, δεν αμφισβητήθηκε ότι τα τεκμήρια 10 έως 14 είναι οι επιστολές που η τράπεζα ετοίμασε και απέστειλε στους εναγόμενους. Κατά τα λοιπά θετική ήταν η εντύπωση που άφησε και σε σχέση με τις εξηγήσεις που έδωσε για το τι εστί επιτόκιο του λογαριασμού και επιτόκιο υπερημερίας, αλλά και για το υπόλοιπο του λογαριασμού, τόσο σε σχέση με το τεκμήριο 8 όσο και σε σχέση με την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού, δηλαδή το τεκμήριο
- Ως εκ των πιο πάνω η αξιόπιστη και εν πολλοίς αναμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ1, που εξηγεί ό,τι σχετικό των καταστάσεων λογαριασμού (τεκμήρια 8 και 9) γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της, με εξαίρεση βεβαίως το σκέλος των απαντήσεων που έχουν να κάνουν με δικανική ερμηνεία της σύμβασης και εφαρμογής του νόμου, εφόσον τέτοια ζητήματα εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και δεν εξαρτώνται από τη θετική αξιολόγηση του μάρτυρα που δεν είναι εμπειρογνώμονας δικαίου. Ενόψει όλων των ανωτέρω δέχομαι ότι το τεκμήριο 8 αποδίδει το σύνολο των πράξεων του επίδικου λογαριασμού και παρήχθη κατά τον τρόπο που ο ΜΕ1 εξήγησε και επιπλέον, αποστέλλετο ανελλιπώς στην εναγομένη εταιρεία. Περιπλέον το τεκμήριο 9 είναι ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού που προέκυψε μετά την αφαίρεση των εξόδων και του τόκου υπερημερίας και μείωση του επιτοκίου στο συμβατικό, δηλαδή 7,55%. Πέραν τούτου αναμφισβήτητη παρέμεινε και η άλλη θέση του ΜΕ1 που έχει να κάνει με το ότι η τράπεζα διατηρεί σύστημα ελέγχου των επιστολών που αποστέλλονται και παραλαμβάνει τις επιστολές που επιστρέφονται ως αζήτητες. Στην προκείμενη περίπτωση οι επιστολές που η τράπεζα απέστειλε στους εναγόμενους δεν επέστρεψαν πίσω ως αζήτητες. Περαιτέρω, η τράπεζα απέστειλε στην εναγομένη 1 εταιρεία τις επιστολές τεκμήρια 14Α-Γ και την ενημέρωσε για τις νέες χρεώσεις του λογαριασμού. Τέλος, η τράπεζα απέστειλε στους δύο εναγόμενους την επιστολή ημερομηνίας 30/06/2011 (τεκμήρια 10 και 12), δηλαδή για να προσέλθουν να εξοφλήσουν το ποσό και όταν αυτοί αμέλησαν τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και προς τούτο ειδοποίησε σχετικά τους εναγομένους με την επιστολή ημερομηνίας 31/01/2012 (βλ. τεκμήρια 11 και 13). Όλα τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και αποτελούν μέρος της αξιόπιστης μαρτυρίας του ΜΕ
- Ως εκ τούτου υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα στην όλη διαδικασία. Δεν παραγνωρίζω ότι οι εναγόμενοι διατείνονται ότι τόσο το τεκμήριο 8 όσο και το τεκμήριο 9 περιέχουν παράνομες χρεώσεις, αυξημένους τόκους, έξοδα υπερβάσεων και άλλα έξοδα. Εν τούτοις όπως υπεδείχθη ο σχετικός ισχυρισμός παρέμεινε κενός περιεχομένου και περιορίστηκε σε κάποιες υποβολές προς τον ΜΕ
- Όμως ο ΜΕ1 απέρριψε τη θέση των εναγομένων και οι τελευταίοι δεν προσκόμισαν, ως όφειλαν, οιανδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων διαπίστωση όσων ισχυρίζονται. Επ' αυτού σημασία έχουν όσα υποδείχθηκαν στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2287, 2294, δηλαδή ότι· « Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Wynne v. Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Μαυρονικόλα
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω). Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου.» Περιπλέον απολύτως σχετική είναι και η υπόθεση Alpha Bank Cyprus Limited v. Ζαλούμη κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A123, Πολ. Έφ. 149/13, ημερομηνίας 14/04/2020, η οποία συζήτησε την επενέργεια του άρθρου 22 του Κεφ.
- Αναφέρθηκε εκεί ότι· « Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, μαρτυρία για τα πιο πάνω γίνεται δεκτή ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη καταχώρησης των «θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτό», δηλαδή, το αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού και μαρτυρία προς τούτο δίδεται από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας, είτε προφορικά, είτε με ένορκη δήλωση. Η παρουσίαση, επομένως, και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε ένσταση, πέραν από τον αριθμό των ίδιων των λογαριασμών και των ημερομηνιών των δοσοληψιών, του λογαριασμού δανείου, Τεκμήρια 16(α) και 16(β), (που έγινε όμως δεκτό από το Δικαστήριο ότι υπήρξε αλλαγή αριθμού), δημιούργησε εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ορθότητας όλων των καταχωρήσεων.» Και εδώ η υπεράσπιση απέτυχε να πλήξει αυτή την εκ πρώτης όψεως απόδειξη, ιδιαίτερα εφόσον η αντεξέταση ήτο επιδερμική, αόριστη και περιορισμένη σε γενικές υποβολές, τις οποίες ο ΜΕ1 απάντησε επαρκώς και αιτιολογημένα, παραπέμποντας πάντα στα συμφωνηθέντα από τους διαδίκους. Και είναι αλήθεια ότι η συμφωνία των διαδίκων δικαιολογούσε επιτόκιο υπερημερίας επί των υπολοίπων που υπερέβαιναν τη συμφωνηθείσα πιστωτική διευκόλυνση. Δυνάμει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι το τεκμήριο 9 συνιστά ανακατασκευασμένη κατάσταση του λογαριασμού και η διαφορά του με το τεκμήριο 8 έγκειται στο ποσό που είναι μειωμένο κατά €5.
- Αυτή η μείωση οφείλεται, όπως εξήγησε η αξιόπιστη και αναμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ1, στο ότι στον υπολογισμό του τεκμηρίου 9 λήφθηκε υπόψη μειωμένο επιτόκιο, δηλαδή υπολογίστηκε το συμβατικό 7,55% αντί 12,658%, αφαιρέθηκαν οι χρεώσεις τραπεζικών εξόδων και εκείνες που συνίσταντο σε έξοδα υπερβάσεων, δηλαδή το επιτόκιο υπερημερίας και διαχείρισης λογαριασμού. Αντίλογος σε αυτό δεν υπήρξε. Ως εκ τούτου δέχομαι τα πιο πάνω ποσά ως ορθά και αληθή. Εν κατακλείδι διαπιστώνω ότι την 30/06/2011 το υπόλοιπο του λογαριασμού της εταιρείας, το οποίο ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε, ανέρχετο σε €37.800,47 (βλ. τεκμήριο 8 στην ημερομηνία 30/06/2011). Αποτελεί ήδη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι κατά αυτή την ημερομηνία η τράπεζα απέστειλε στους εναγόμενους 1 και 2 τις επιστολές τεκμήρια 10 και 12 με τις οποίες τους καλούσε να διευθετήσουν το ποσό. Επειδή δεν ανταποκρίθηκαν την 31/01/2012, δηλαδή σε χρόνο που το υπόλοιπο του λογαριασμού ανέρχετο σε €40.144,15, η τράπεζα τερμάτισε το λογαριασμό και προς τούτο έστειλε νέα επιστολή στους εναγόμενους (τεκμήρια 11 και 13 αντίστοιχα). Το σύνολο των επιστολών που ταχυδρομήθηκαν στη διεύθυνση που αναγράφεται στη συμφωνία δεν επιστράφηκαν στους ενάγοντες ως αζήτητες, γεγονός που προκύπτει από το σύστημα που διατηρεί η τράπεζα. Με δεδομένη τη νομολογία που θέλει επιστολή η οποία ταχυδρομείται και δεν επιστρέφεται από το ταχυδρομείο, και εδώ η ταχυδρόμηση είναι σύμφωνη με τα διαλαμβανόμενα στη συμφωνία των διαδίκων (τεκμήρια 5 και 6), να αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι παρελήφθη από το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν και περιπλέον, με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι ουδεμία αντικρουστική μαρτυρία προσκόμισαν, καταλήγω ότι το σύνολο των επιστολών, τεκμήρια 10 έως 14, έφθασαν στον παραλήπτη, δηλαδή τους εναγόμενους (βλ. Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1895, 1907, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, 491 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A648, Πολ. Έφ. 84/09, ημερομηνίας 02/10/2015). Συνεπώς, η τράπεζα ειδοποίησε τους εναγόμενους για την υπέρβαση (τεκμήρια 10 και 12) και όταν αυτοί αμέλησαν να συμμορφωθούν τερμάτισε το λογαριασμό και ενημέρωσε τους εναγόμενους σχετικά (τεκμήρια 11 και 13). Ο λόγος τερματισμού ήταν η μη συμμόρφωση τούτων με το περιεχόμενο των επιστολών τεκμήρια 10 και 12 και ωσαύτως η ομαλοποίηση του λογαριασμού. Και τίθεται πλέον το ερώτημα· ποια είναι η υπεράσπιση των εναγομένων; Παρεμβάλλεται ότι στο στάδιο αγορεύσεων ο συνήγορος των εναγομένων προσκόμισε στο Δικαστήριο τετρασέλιδο έγγραφο που αριθμεί 15 νομοθεσίες και ευρωπαϊκές οδηγίες, τις οποίες επικαλέστηκε στην προφορική αγόρευσή του. Αναγνώρισε ότι δεν δικογραφούνται, εισηγήθηκε όμως ότι η Δ.19 κ.23 των Θεσμών του επιτρέπει να επικαλεστεί νομοθετική πρόνοια, έστω και αν δεν είναι δικογραφημένη. Με όλο το σεβασμό η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αφενός παρερμηνεύει τον κ.23 της Δ.19 και αφετέρου συνιστά αφοριστική τοποθέτηση που όχι μόνο απάδει των νομολογηθέντων, έτι χειρότερα οδηγεί σε αντινομία. Υποδεικνύεται συναφώς αυτό που λέχθηκε στην υπόθεση Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφ. 87/2013, ημερομηνίας 03/12/2019· « Παραμένει η επίπτωση του Νόμου αρ. 160(Ι)/99, όπως τροποποιήθηκε το 2015, επί της συγκεκριμένης συμφωνίας των διαδίκων που τερματίσθηκε το 2006. Έγινε αναφορά σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων επί του θέματος καθώς και στην ACC Bank Plc v. Friends First Managed Pensions Funds Ltd
(2012)1 EHC 435, η οποία υιοθέτησε την Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia
(1996)QB 752, ως προς το ότι το ποσοστό αύξησης τόκου πρέπει να αποτελεί γνήσια προσπάθεια καθορισμού της ζημιάς. Όμως για τους λόγους που ακολουθούν δεν είναι αναγκαίο να γίνει αναφορά σε οποιαδήποτε από αυτές τις αποφάσεις. Ως πρώτη παρατήρηση, θα πρέπει να λεχθεί ότι η υπεράσπιση ουδόλως καλύπτει το ζήτημα με την αναγκαία επάρκεια που απαιτείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα τη Δ.19 θ.13, που επιβάλλει στον εναγόμενο να εγείρει με τη δικογραφία του όλα τα θέματα ώστε να μην καταληφθεί ο αντίδικος εξ απροόπτου, μεταξύ των οποίων, και ότι η αγωγή ή η συναλλαγή είναι άκυρη ή ακυρώσιμη κατά Νόμο. Και να καταγράψει βεβαίως εκείνα τα γεγονότα που δείχνουν παρανομία οποιασδήποτε φύσης. Η απλή καταγραφή, και μάλιστα άνευ βλάβης του προηγούμενου ισχυρισμού περί μη παραλαβής των επιστολών, ότι η τράπεζα παράνομα και/ή αντισυμβατικά τροποποίησε το επιτόκιο σε 11,5% ετησίως δεν αρκεί να καλύψει το ζήτημα και ρητά έπρεπε να μνημονευθεί ο Νόμος ώστε να είχε υπόβαθρο και η εισήγηση περί ποινικής ρήτρας. Ορθά στο ζήτημα απαντά στο περίγραμμα της η εφεσίβλητη τράπεζα ότι τέτοια θέση δεν ηγέρθηκε με την υπεράσπιση και, επομένως, δεν θα μπορούσε να εξεταστεί, σύμφωνα και με την καθιερωμένη νομολογία ότι η υπεράσπιση είναι δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου και το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάζει ζητήματα που είναι εκτός δικογραφίας, (Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826 και Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Ζήτημα που αφορά εισήγηση περί ποινικής ρήτρας πρέπει να εγείρεται ρητά στην υπεράσπιση, (Λίλλης ν. Ξενής
(2009)1 Α.Α.Δ. 217). » Είναι λοιπόν κατανοητό ότι επίδικο ζήτημα καθίσταται εκείνο που δικογραφείται με δέουσα επάρκεια, ώστε το σύνολο των εμπλεκομένων στη διαδικασία να γνωρίζει τι έχει να αντιμετωπίσει. Συνεπώς δεν νοείται εισαγωγή νέων επιδίκων θεμάτων στο στάδιο της αγόρευσης. Τώρα, είναι η θέση των εναγομένων ότι ο τερματισμός της λειτουργίας του λογαριασμού είναι πρόωρος και αυθαίρετος. Σε σχέση με το πρώτο σκέλος του ισχυρισμού (πρόωρος), ευθύς υποδεικνύω ότι δικογραφικά η σχετική θέση συναρτήθηκε με τις αιτιάσεις της παραγράφου 6 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης και ήθελε τους διαδίκους να συμφωνούν, σιωπηρά και εκ της συμπεριφοράς τους, επέκταση του ορίου του λογαριασμού. Εν τούτοις έχει υποδειχθεί πως τέτοια μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε από τους εναγόμενους, αλλά ούτε και με την αντεξέταση του ΜΕ
- Συνεπώς δεν νοείται διαπίστωση ότι ένεκα συμπεριφοράς συμφωνήθηκε ή επήλθε αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού και ότι λόγω τούτου ο τερματισμός ήταν πρόωρος. Αντιθέτως το τεκμήριο 8 και συγκεκριμένα στις ημερομηνίες 30/06/2011 και 31/01/2012, καταδεικνύει ότι η εταιρεία είναι εκείνη που υπερέβη το συμφωνηθέν όριο και λόγω τούτου η τράπεζα κάλεσε τους εναγομένους να διευθετήσουν την υπέρβαση. Όταν δεν συμμορφώθηκαν ακολούθησε ο τερματισμός της συμφωνίας και απαίτηση εξόφλησης ολόκληρου του ποσού. Μάλιστα κατά το χρόνο τερματισμού (31/01/2012) το ποσό του λογαριασμού ανέρχετο σε €40.144,15, δηλαδή υπερέβαινε κατά πολύ το συμφωνηθέν όριο των €35.
- Αποκαλύπτεται συνεπώς ότι ο τερματισμός των πιστωτικών διευκολύνσεων δεν ήταν πρόωρος αλλά δικαιολογημένος βάσει της συμφωνίας των διαδίκων που δικαιολογούσε απαίτηση πληρωμής του ποσού σε οποιαδήποτε στιγμή (όρος 11). Σε ό,τι αφορά το άλλο σκέλος, δηλαδή ότι ο τερματισμός είναι αυθαίρετος, η επιχειρηματολογία του συνηγόρου των εναγομένων εστίασε στο ότι η συμφωνία των διαδίκων επιτρέπει τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού και απαίτηση εξόφλησης άνευ ειδοποιήσεως και αυτό συνιστά καταχρηστική ρήτρα. Το πρώτο που σημειώνεται είναι πως ασχέτως του τι η συμφωνία διαλαμβάνει, εδώ η τράπεζα παρείχε στους εναγόμενους χρονικό διάστημα 21 ημερών. Τα τεκμήρια 10 και 12, δηλαδή η επιστολή που προηγήθηκε του τερματισμού και στάληκε τόσο στην εταιρεία όσο και στον εγγυητή, καλούσε για τη διευθέτηση της εκκρεμότητας εντός αυτής της περιόδου, δηλαδή επαναφορά του λογαριασμού στο επιτρεπτό όριο κάτω των €35.000, άλλως πως, αναφέρετο, θα τερματίζετο η συμφωνία. Ο τερματισμός ακολούθησε όταν δεν συμμορφώθηκαν. Συνεπώς σε πρακτικό επίπεδο παρασχέθηκε χρόνος ώστε οι εναγόμενοι να διευθετήσουν την υπέρβαση που παρατηρείτο. Εν πάση όμως περιπτώσει, εδώ οι διάδικοι, τράπεζα και εταιρεία, συνομολόγησαν συμφωνία παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο ύψους €35.000 (βλ. τεκμήρια 4 και 5). Σε απλή καθημερινή γλώσσα αυτό που χορηγήθηκε ήταν πιστωτική διευκόλυνση, αγγλιστί overdraft. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Ellinger's Modern Banking Law, 5η έκδοση, σελίδα 760· «As an overdraft is essentially a loan, there may be issues that arise concerning repayment, such as whether a bank can demand repayment at any time, without regard to the customer's interests. In Rouse v. Bradford Banking Co., following the reorganization of a partnership, the new partnership was allowed to increase an existing overdraft granted to the original firm. This raised the question of whether a surety for the partnership's overdraft was discharged by the bank giving extra time to the partnership, as principal debtor, without the surety's consent. The argument was that the increase of the overdraft ceiling, coupled with the mention of a new date, effectively gave the partnership the entitlement to have the overdraft available for the relevant period. Rejecting this argument, Lord Herschell LC said: It may be that an overdraft does not prevent the bank who have agreed to give it from at any time giving notice that it is no longer to continue, and that they must be paid their money. This I think at least it does; if they have agreed to give an overdraft they cannot refuse to honour cheques or drafts, within the limit of that overdraft, which have been drawn and put into circulation before any notice to the person to whom they have agreed to give the overdraft that the limit is to be withdrawn. His Lordship added that although an overdraft arrangement may not in itself grant the customer a period in which he will be able to utilize the facility, neither of the parties would contemplate a withdrawal of the overdraft without notice shortly after the time of its extension.» Επιπλέον στον Paget's Law of Banking, 13η έκδοση, παράγραφο 11.16 αναφέρεται ότι· «An overdraft is repayable on demand and forms of charge over security invariably provide accordingly». Συνεπώς τα συγγράμματα αποκαλύπτουν ότι συνιστά αναγνωρισμένη τραπεζική πρακτική στο πλαίσιο παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων η ευχέρεια της τράπεζας να απαιτήσει το ποσό σε οιανδήποτε στιγμή. Εν τούτοις αναγνωρίζεται ότι συχνά οι τράπεζες παρέχουν περίοδο αποπληρωμής. Και επαναλαμβάνω· εδώ η συμφωνία των διαδίκων δεν διαλάμβανε χρόνο. Εν τούτοις η τράπεζα χορήγησε χρόνο 21 ημερών (βλ. τεκμήρια 10 και 12), προειδοποιώντας ότι αν δεν υπάρξει συμμόρφωση θα τερματίσει τη συμφωνία. Εν ολίγοις, η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων δεν τερματίστηκε απλώς επειδή οι εναγόμενοι υπερέβησαν το συμφωνηθέν όριο. Τερματίστηκε όταν δεν συμμορφώθηκαν με το κάλεσμα της τράπεζας να ισορροπήσουν το λογαριασμό, δηλαδή να τον επαναφέρουν εντός επιτρεπτού ορίου, όπως αναφέρετο στις επιστολές τεκμήρια 10 και
- Υπό αυτή τη θεώρηση των συμφωνηθέντων δεν διαπιστώνεται παρανομία. Όσο δε για το άλλο σκέλος του ισχυρισμού που θέλει τον σχετικό όρο εξόφλησης άμα απαιτηθεί να συνιστά καταχρηστική ρήτρα, απολύτως σχετική είναι η υπόθεση Frakapor Courier Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A286, Πολ. Έφ. 9/11, ημερομηνίας 15/06/2016, που επικαλείται η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων. Αντί άλλης απάντησης παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα της απόφασης. Λέχθηκε εκεί ότι· « Η συμφωνία των μερών, όπως περιλαμβάνεται στο Τεκμ. 2, ημερ. 3 Δεκεμβρίου 2001, προνοεί στον όρο 3: ″Η Τράπεζα δικαιούται όποτε θέλει και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλη Τραπεζική ή πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε ή που θα παραχωρηθεί στον πελάτη και να ζητήσει από τον πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά τα οποία ο πελάτης οφείλει στην Τράπεζα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα χρεώσεις και δαπάνες.″ Παρουσιάζεται, με την πιο πάνω συμφωνία, να έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ότι ο τερματισμός της συμφωνίας επαφίεται στην αποκλειστική ευχέρεια των εφεσιβλήτων. Αυτή η παράγραφος μπορεί να χαρακτηριστεί ως περιλαμβάνουσα καταχρηστικό όρο; Αυτό ήταν το ερώτημα πρωτοδίκως και ενώπιόν μας.» (και πιο κάτω) « Το πρωτόδικο δικαστήριο στηρίχθηκε στις υποπαραγράφους «(στ) και (ζ)» του παραρτήματος του Νόμου, που συνάδουν με τα υπό εξέταση γεγονότα, και μετά από προβληματισμό, ως προς την παρεχόμενη, στους εφεσιβλήτους, δυνάμει της συμφωνίας δανείου, αποκλειστική δυνατότητα τερματισμού, ανέφερε: ″Είναι γεγονός ότι η διατύπωση του άρθρου 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου δεν βοηθά στην εύκολη κατανόηση του. Καθοδήγηση μπορεί, όμως, να αντληθεί από την Ευρωπαϊκή Οδηγία αρ. 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Ανάγνωση της προαναφερόμενης οδηγίας αποκαλύπτει ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος αποτελεί την προσπάθεια του Νομοθέτη να εναρμονίσει την Κυπριακή Νομοθεσία με την Ευρωπαϊκή Οδηγία, και μάλιστα άρθρα του Ν. 93(Ι)/96 είναι μετάφραση άρθρων της εν λόγω Οδηγίας. Το άρθρο 5 του Ν. 93(Ι)/96 είναι η ενσωμάτωση του άρθρου 3
(1)της Οδηγίας, όπου αναφέρονται τα εξής τα οποία και θεωρώ ότι βοηθούν στην κατανόηση της φράσης «παρά την απαίτηση καλής πίστης» στο Κυπριακό κείμενο: «A contractual term which has not been individually negotiated shall be regarded as unfair if, contrary to the requirement of good faith, it causes a significant imbalance in the parties' rights and obligations arising under the contract, to the detriment of the consumer».″ ″Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε εύρημα ότι η παράγραφος 3 της Συμφωνίας Τεκμήριο 2 είναι καταχρηστική, είναι απαραίτητο να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των Εναγόντων. Καμία μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ενώπιον μου, ούτε καν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων.″ Δεν βρίσκουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πιο πάνω προσέγγιση και ιδιαιτέρως όταν στη βάση του περιεχομένου του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 του Νόμου, οι ισχύουσες, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, συνθήκες και οι υπόλοιπες ρήτρες της συμφωνίας, εξετάζονται στο πλέγμα προσδιορισμού της ″καλής πίστης″.» Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο χαρακτήρας ρήτρας και συγκεκριμένα το ερώτημα κατά πόσο είναι καταχρηστικός, απαντάται από αριθμό παραγόντων. Μεταξύ αυτών είναι και η απουσία καλής πίστης. Εδώ καμία πτυχή της μαρτυρίας δικαιολογεί συμπέρασμα ότι η τράπεζα δεν επέδειξε καλή πίστη. Και όλα αυτά για ένα όρο που όπως έχει υποδειχθεί με αναφορά στα συγγράμματα, αποτελεί πάγια πρακτική της τράπεζας. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι η μαρτυρία δεν δικαιολογεί συμπέρασμα ότι ο σχετικός όρος είναι καταχρηστικός. Η άλλη εισήγηση των εναγομένων που θέλει το προϊόν του λογαριασμού να είναι αυθαίρετο λόγω του ότι οι πρόνοιες της συμφωνίας που μεριμνούν για επιβολή επιτοκίου υπερημερίας συνιστούν καταχρηστική ρήτρα, κρίνονται πλέον άνευ αντικειμένου. Αυτό γιατί στο τέλος της ημέρας το υπόλοιπο που διεκδικεί η τράπεζα είναι απαλλαγμένο επιτοκίου υπερημερίας όσο και άλλων εξόδων. Εδώ είναι που έγκειται και η αναπροσαρμογή του λογαριασμού, η οποία οδήγησε στο τεκμήριο
- Σε ό,τι αφορά την εγγύηση του εναγομένου 2, η θέση της υπεράσπισης είναι διττή. Εν πρώτοις συναρτάται με τη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, η οποία θεωρείται άκυρη λόγω καταχρηστικών ρητρών. Συναφώς υποστηρίζεται ότι αυτή η ακυρότητα καλύπτει και την εγγύηση. Εν τούτοις το επιχείρημα αυτό των εναγομένων είναι πλέον ανυπόστατο, δοθέντος ότι η προηγηθείσα κρίση σε σχέση με τη συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων είναι πως δεν διαπιστώνονται καταχρηστικές ρήτρες που ακυρώνουν τη συμφωνία. Έπεται λοιπόν ότι εφόσον η συμφωνία (τεκμήριο 5) δεν ακυρώνεται λόγω τούτου, το επιχείρημα, το οποίο δεν τέθηκε αυτοτελώς αλλά σε συνάφεια με την ακυρότητα της συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων, δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Η άλλη έκφανση της επιχειρηματολογίας των εναγομένων σε σχέση με την εγγύηση, ήταν πως ο εναγόμενος 2 ουδέποτε εγγυήθηκε την αύξηση του ορίου του πιστωτικού λογαριασμού που προέκυψε από τη συνεργασία των διαδίκων και τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού. Και αυτό όμως το επιχείρημα είναι πλέον μετέωρο πραγματικού υποβάθρου. Οι προηγηθείσες διαπιστώσεις δεν δικαιολογούν τούτη τη θέση. Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία που δικαιολογεί διαπίστωση ότι η τράπεζα συναίνεσε σε αύξηση του ορίου των πιστωτικών διευκολύνσεων. Ούτε τέθηκε τέτοια θέση στο μάρτυρα των εναγόντων. Αντιθέτως τα τεκμήρια 10 και 12, δηλαδή οι επιστολές που η τράπεζα έστειλε στους δύο εναγόμενους, δεικνύουν ότι ευθύς μόλις διαπιστώθηκε η υπέρβαση η τράπεζα απαίτησε, ως άλλωστε δικαιούταν στη βάση της συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων (τεκμήριο 5), την ομαλοποίηση του λογαριασμού, δηλαδή την επαναφορά εντός ορίου. Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης είναι ανίκανη να επιτύχει, δοθέντος ότι εκφεύγει των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου και εδράζεται σε ανύπαρκτο υπόβαθρο γεγονότων. Εν πάση όμως περιπτώσει, δικανική θεώρηση της συμφωνίας εγγυήσεως, δηλαδή του τεκμηρίου 6, αποκαλύπτει ότι τα παράπονα της υπεράσπισης δεν είναι βάσιμα. Αναφέρθηκε ήδη ότι ο εναγόμενος 2 παρείχε στην τράπεζα συνεχή εγγύηση μέχρι του ποσού των €42.000 πλέον τόκους. Εκείνο όμως που εδώ ενδιαφέρει είναι ο όρος 5(α) της συμφωνίας εγγυήσεως (τεκμήριο 6), ο οποίος διαλαμβάνει ότι· « Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από μένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης: (α) Να τερματίζει και/ή ελαττώνει και/ή αυξάνει και/ή τροποποιεί τις χρηματοδοτήσεις και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που παρέχει προς τον Πρωτοφειλέτη.» Προκύπτει λοιπόν ότι ο εγγυητής, εν προκειμένω ο εναγόμενος 2, συναίνεσε προκαταβολικά στην αύξηση και/ή τροποποίηση της χρηματοδότησης και/ή των τραπεζικών διευκολύνσεων. Η σημασία του σχετικού όρου ανταποκρίνεται σε αυτό που προσφάτως εξηγήθηκε στην υπόθεση Λοφίτης κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A494, Πολ. Έφ. 220/13, ημερομηνίας 27/11/
- Αναφέρθηκε εκεί ότι· « Ενώ οι υποχρεώσεις των εγγυητών πηγάζουν από τη σχετική σύμβαση, τα δικαιώματα τους είναι δημιούργημα των αρχών της επιείκειας, από την οποία πηγάζει η προστασία τους (China and South Sea Bank Ltd v. Tan [1900] 1 AC 536). Όπως ελέχθη από τον Pollock, CB, στην Watts v. Shuttleworth
(1860)5 H&N 235, 248: «The rights of a guarantor depend rather upon principles of equity than upon the actual contracts between him and the creditor». Τροποποιήσεις στη βασική συμφωνία μεταξύ πιστωτή-πρωτοφειλέτη, εκτός αν είναι σαφώς επουσιώδεις και εμφανώς δεν επηρεάζουν τον εγγυητή (Samuels Finance Group plc v. Beechmanor Ltd
(1993)67 P&CR 282 και National Westminster Bank plc v. Riley [1986] BCLC 268 CA), όπως και η παράταση χρόνου από τον πιστωτή προς τον πρωτοφειλέτη, χωρίς τη συγκατάθεση του εγγυητή, είναι μεταξύ των περιστάσεων που, κατά τις αρχές της επιείκειας, μπορούν να οδηγήσουν σε απαλλαγή του εγγυητή από τη δική του ευθύνη (Samuell v. Howarth
(1817)3 Mer 272). Είναι όμως δυνατόν να περιλαμβάνονται πρόνοιες σε μια συμφωνία εγγύησης, με τις οποίες να αναγνωρίζεται δικαίωμα στο δανειστή να τροποποιήσει τη βασική συμφωνία του με τον πρωτοφειλέτη, ή να δώσει παράταση χρόνου, ή ακόμα και να απαλλάξει τον πρωτοφειλέτη, ή να προβεί και σε άλλες πράξεις που κατά την επιείκεια κανονικά θα οδηγούσαν σε απαλλαγή του εγγυητή. Σε τέτοια περίπτωση εξουδετερώνεται η προστασία που η επιείκεια, κατά τα άλλα, προσφέρει στον εγγυητή. Σχετικές είναι οι αποφάσεις στις οποίες το πρωτόδικο δικαστήριο παρέπεμψε: British Motor Trust Co. v. Hyams
(1934)50 T.L.R. 230, Perry v. National Provincial Bank of England
(1910)1 Ch. 464, C.A., Yates v. Evans
(1892)61 L.J. Q.B. 446 και Cowper v. Smith
(1838)4 M & W 519. Το ίδιο αποτέλεσμα δυνατόν να έχει και ρήτρα όπως ο όρος 4(
- ix)στην παρούσα συμφωνία όπου, ως άνω, ρητά αναφέρει ότι οι εγγυητές θα είχαν καθόλα ευθύνη ως πρωτοφειλέτες (Greenwood v. Francis [1899] 1 QB 312 και National Westminster Bank (ανωτέρω)). H κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή. Οι σχετικοί λόγοι έφεσης 3, 4 και 5 απορρίπτονται. Ως εκ των άνω προκύπτει ότι δεν ευσταθεί ούτε η θέση των εφεσειόντων πως ο όρος 4(
- i)είναι καταχρηστικός και αντίθετος με τον περί Συμβάσεων Νόμο και μη εφαρμόσιμος. Όπως παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο αποτελεί συνηθισμένο όρο στην τραπεζική πρακτική. Εναπόκειτο στα μέρη να τον συμφωνήσουν ή όχι. Εφόσον συμφωνήθηκε είχε ως αποτέλεσμα, ως άνω, να διατηρηθεί η ευθύνη των εφεσειόντων ως εγγυητών, έστω και αν οι περιστάσεις θα μπορούσαν κατά τα άλλα να οδηγήσουν σε απαλλαγή τους επί τη βάσει της επιείκειας.» Ανάλογα ισχύουν και στη δοσμένη περίπτωση. Η συμφωνία των διαδίκων, σε αυτό το πλαίσιο τράπεζας και εγγυητή, δεν επιτρέπει διαπίστωση άλλη, πλην ότι εκ προοιμίου παρασχέθηκε η ευχέρεια στην τράπεζα να αυξήσει, αν ήθελε, το όριο των πιστωτικών διευκολύνσεων. Η από μέρους του εγγυητή αποδοχή τούτου του όρου, που έχει κριθεί νομολογιακά ως μη καταχρηστικός, δεν του επιτρέπει να παραπονείται σήμερα για αύξηση του ορίου των πιστωτικών διευκολύνσεων και ότι δεν γνώριζε την όποια αύξηση. Συνεπώς και αυτή η θέση απορρίπτεται. Ένα μόνο θέμα απομένει πλέον να εξεταστεί και τούτο έχει να κάνει με την υποθήκη. Κατ' αρχάς επαναλαμβάνεται ότι η παραδοχή του συνηγόρου των εναγομένων πως ο εναγόμενος 2 υπέγραψε τις συμφωνίες που προσκομίστηκαν ως τεκμήρια από την τράπεζα, θέτει εκ ποδών τη δικογραφημένη θέση πως ο εναγόμενος 2 δεν υπέγραψε το έγγραφο υποθήκης (βλ. παράγραφο 9 υπεράσπισης και ανταπαίτησης). Παραμένει όμως η θέση της υπεράσπισης ότι η συμφωνία υποθήκης είναι άκυρη και/ή μη εκτελεστή, λόγω του ότι καταρτίστηκε κατά παράβαση των προνοιών της περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νομοθεσίας. Παρεμβάλλω πως αυτό είναι όλο και όλο που δικογραφείται στην υπεράσπιση (βλ. παράγραφο 9(α) της υπεράσπισης και ανταπαίτησης). Με όλο το σεβασμό έχω όμως την άποψη ότι αυτή και μόνο η αναφορά δεν αρκεί ώστε να καταστεί το θέμα επίδικο. Πιο πάνω παρατέθηκε απόσπασμα από την υπόθεση Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφ. 87/2013, ημερομηνίας 03/12/2019, που εξηγά πως πρέπει να δικογραφείται η παράβαση νόμου και ως εκ τούτου δεν επαναλαμβάνεται. Και ερωτώ· ποιο άρθρο να εξετάσει το Δικαστήριο και ποια στοιχεία να λάβει υπόψη του. Τίποτα από αυτά τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Καταλήγω συνεπώς ότι εφόσον δεν δικογραφήθηκε συγκεκριμένη πρόνοια του νόμου, όπως ούτε ισχυρισμοί που να δεικνύουν το λόγο για τον οποίο η υπεράσπιση θεωρεί ότι παραβιάστηκε η εν λόγω νομοθεσία, δεν δικαιολογείται in abstracto θεώρηση του συνόλου των διατάξεων του νόμου. Συνεπώς καταλήγω ότι τέτοιο θέμα ουδέποτε κατέστη επίδικο. Παρ' όλα αυτά, διεξήλθα με προσοχή τη σύμβαση υποθήκης, τεκμήριο 7 και διαπίστωσή μου είναι ότι δεν αντίκειται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, όσων διαλαμβάνονται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν.9/1965, ως ίσχυε το 2007, δηλαδή κατά το χρόνο σύστασης της περί ης ο λόγος υποθήκης. Η υπεράσπιση υποστηρίζει περαιτέρω ότι η συμφωνία υποθήκης είναι αόριστη και/ή ασαφής και δεν έχει σχέση με τη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού, δηλαδή το τεκμήριο 5. Εν προκειμένω είναι ορθό να λεχθεί ότι η συμφωνία υποθήκης, τεκμήριο 7, καταρτίστηκε σε χρόνο προγενέστερο της επίδικης συμφωνίας με την οποία αυξήθηκε το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού, δηλαδή το τεκμήριο 5. Συγκεκριμένα η συμφωνία υποθήκης καταρτίστηκε την 03/04/2007, ενώ η συμφωνία αύξησης των πιστωτικών διευκολύνσεων του τρεχούμενου λογαριασμού (τεκμήριο 5) υπογράφηκε την 01/08/2008. Σημειώνεται ακόμη ότι στην απόφαση/έγκριση της τράπεζας (τεκμήριο 4), που επίσης είναι ημερομηνίας 01/08/2008 και υπογράφηκε από την εταιρεία (εναγομένη 1), αναφέρεται η επίδικη υποθήκη ως μία από τις εξασφαλίσεις. Και εγείρεται τώρα το ερώτημα· το γεγονός ότι η συμφωνία υποθήκης προηγήθηκε της συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων θέλει την υποθήκη να καθίσταται αόριστη και ασαφής; Είμαι της γνώμης ότι η απάντηση είναι αρνητική. Έχει νομολογηθεί ότι η υποθήκη μπορεί να εξασφαλίσει είτε υφιστάμενη είτε μελλοντική υποχρέωση. Αντί περαιτέρω ανάλυσης παραπέμπω στις υποθέσεις Επιφανίου ν. Οδυσσέως
(2001)1Α Α.Α.Δ. 161 και Χ¨Οικονόμου ν. Ελληνική Τραπέζης Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ. 949. Στην υπόθεση Επιφανίου, αναφέρθηκε ότι. « Στην υπόθεση Χ" Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, στην οποία αναφέρεται και η κα Βραχίμη στο περίγραμμα αγόρευσης της, αποφασίστηκε πως είναι δυνατή η υποθήκευση ακινήτου υπό μορφή εγγύησης τρίτου, έστω και αν φαίνεται ως ενυπόθηκος οφειλέτης ο εγγυητής. Λέχθηκαν επί του προκειμένου τα πιο κάτω σε σχέση με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, 1965, στη σελ. 961 της απόφασης: "Ακόμα, σύμφωνα με το άρθρο 22, η σύσταση υποθήκης μπορεί να γίνει ως ασφάλεια υφιστάμενης, μελλούσης ή υπό αίρεση υποχρέωσης και λαμβάνοντας υπόψη πως ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθορίζεται στο άρθρο 2, σαν ο κύριος ακινήτου που συνιστά υποθήκη επί του ακινήτου του, χωρίς να αναφέρεται σε πραγματικούς οφειλέτες, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως είναι δυνατή η υποθήκευση ακινήτου υπό μορφή εγγύησης τρίτου προσώπου και σαν ενυπόθηκος οφειλέτης να εμφανίζεται ο εγγυητής." Κρίνουμε πως η επισύναψη του τεκμηρίου 3 του μεσοπρόθεσμου γραμματίου ορθά έγινε και ορθά η υποθήκη παραπέμπει σε αυτό, αφού μόνο συνολική θεώρηση των δύο εγγράφων θα οδηγήσει στο τελικό συμπέρασμα της φύσης και του περιεχομένου της συμφωνίας. (Βλ. και πάλιν Χ" Οικονόμου, ανωτέρω)». (και πιο κάτω) « Κρίνουμε ότι η εφεσείουσα υπέγραψε τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ως ασφάλεια για το δάνειο, το οποίο δόθηκε από τη ΣΠΕ Στροβόλου στον τότε γαμπρό της, εφεσίβλητο. Τούτο προκύπτει σαφώς, όπως τονίσαμε πιο πάνω, από τις συνδυασμένες πρόνοιες των τεκμηρίων 3 και
- Το ότι αναλαμβάνει με βάση την υποθήκη να πληρώσει τις £10.500 δεν την καθιστούν πρωτοφειλέτιδα γιατί, όπως φαίνεται, δεν έλαβε ποτέ αυτό το ποσό. Είναι καθαρόν ότι αναλαμβάνει να το πληρώσει ως εγγυήτρια για την υποχρέωση πληρωμής του από τον εφεσίβλητο, και εν περιπτώσει που δεν το πληρώσει η εφεσείουσα, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής θα δικαιούται στην εκποίηση της υποθήκης. Για τον ενυπόθηκο δανειστή είναι βεβαίως πρωτοφειλέτις η εφεσείουσα όσον αφορά την υποχρέωση που ανέλαβε που εξασφαλίζεται με την υποθήκη. Σε σχέση όμως με τον εφεσίβλητο, είναι απλώς εγγυήτριά του και δικαιούται, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 98 του Κεφ.149 να απαιτήσει απ΄αυτόν ότι πλήρωσε για λογαριασμό του». Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η υποθήκη δεν είναι αόριστη, όπως ούτε και ασαφής. Εδώ αν και η υποθήκη προηγήθηκε της επίδικης συμφωνίας, εν τούτοις η εξασφάλιση της είναι συγκεκριμένη και περιορίζεται στο ποσό που αναφέρεται στο τεκμήριο 4 που τα μέρη υπόγραψαν, δηλαδή στο ποσό των €54.
- Όσο δε αφορά τον τόκο της υποθήκης και τις συναφείς αιτιάσεις της υπεράσπισης, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 27, στην παράγραφο
- Αναφέρεται εκεί ότι. « Where the mortgage deed provides for payment of interest on a principal debt after default, and judgment for the principal debt is obtained, the mortgage debt is merged in the judgment, and, if the covenant to pay interest was merely incidental to the covenant to pay the principal debt, the interest will no longer be recoverable under the covenant to pay interest, but interest at four per cent is recoverable on the judgment..». Ενόψει όλων των πιο πάνω οι αιτιάσεις της υπεράσπισης απορρίπτονται. Η δε επικράτηση των θέσεων των εναγόντων ως αποτέλεσμα έχει την απόρριψη της ανταπαίτησης. Ως εκ τούτου η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, υπέρ των εναγόντων και εις βάρος των εναγομένων 1 και 2, κεχωρισμένα και αλληλέγγυα, εκδίδεται απόφαση, για το ποσό των €34.543,80 πλέον τόκο προς 7,55% επί ποσού €34.351,82 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές ετησίως στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου. Περιπλέον εκδίδεται διάταγμα πώλησης του ακινήτου που περιγράφεται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαιτήσεως. Είναι αντιληπτό ότι δυνάμει της παρούσης το μέγιστο ποσό που η τράπεζα δικαιούται να λάβει από την εκποίηση της υποθήκης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των €54.
- Τέλος, υπέρ των εναγόντων και εις βάρος των εναγομένων 1 και 2, κεχωρισμένα και αλληλέγγυα, επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας σε σχέση όμως μόνο με την αγωγή εφόσον αξίωση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)....................................... Λ.Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο