ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 125/13, 12/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A228 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 125/13 Μεταξύ: XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ενάγουσα και CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 03/06/2015 Μεταξύ: XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ενάγουσα και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων --------------------- 12 Μαΐου 2020 Για την Ενάγουσα: κα Ανδρέου Για τους Εναγομένους: κα Κλ. Πολυβίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά κλασσική τραπεζική διαφορά, υπό την έννοια ότι τα γεγονότα της δεν συναντώνται καθημερινώς. Όσα ακολουθούν αποκαλύπτουν του λόγου το ασφαλές. Για την ώρα παρέλκει υποχρέωση σύνοψης των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων και αυτό οφείλεται στον τρόπο που οι συνήγοροι αντιμετώπισαν την όλη υπόθεση, που ομολογουμένως διευκόλυνε το έργο του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω συμφώνησαν παραδεκτά γεγονότα και στη συνέχεια προέβησαν σε εκ συμφώνου κατάθεση αριθμού εγγράφων ως τεκμηρίων, γεγονός που κατέστησε αχρείαστη την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Αυτός είναι και ο λόγος που ουδεμία πλευρά προσκόμισε μαρτυρία άλλη από τα έγγραφα που συνοδεύουν τα παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ας δούμε λοιπόν τι αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα. «
- Η Ενάγουσα είναι φυσικό πρόσωπο και ήταν εγγυήτρια δυνάμει εγγυητηρίου εγγράφου ημερ. 01/07/2009, στο δάνειο με αρ. λογαριασμού XXXXX0761, στο οποίο πρωτοφειλέτρια ήταν η XXXXX Τάκη Νικολάου, υπό την προσωπική της εγγύηση, μέχρι του ποσού των €20,000.-, δάνειο το οποίο συνάφθηκε με την πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd.
- Η Εναγόμενη Εταιρεία είναι Τράπεζα, δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών Κύπρου και διεξάγει Τραπεζικές Εργασίες. Κατά τον επίδικο χρόνο της Αγωγής η Εναγόμενη ενάγεται με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, Ν. 17(Ι)/2013, βάσει του οποίου η συγκεκριμένη υποχρέωση της πρώην Λαϊκής Τράπεζας (CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD), που απορρέει από τη επίδικη Αγωγή, μεταφέρεται στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΠΈΔ.
- Την 01/07/2009, η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd), συνήψε δάνειο με αρ. λογαριασμού XXXXX0761, για το ποσό των €20,000.- πλέον επιτόκιο, με πρωτοφειλέτρια την XXXXX Τάκη Νικολάου. Το δάνειο θα ήταν αποπληρωτέο σε 96 δόσεις εκ €306,43.- έκαστη, αρχομένης της αποπληρωμής από 05/08/
- Το δάνειο θα εξασφαλιζόταν από τις προσωπικές εγγυήσεις της Ενάγουσας και της XXXXX Βασιλείαδου.
- Την 01/07/2009, υπογράφηκε από την Ενάγουσα και από την XXXXX Βασιλειάδου, σχετικό έγγραφο εγγύησης, αναφορικά με το δάνειο με αρ. λογαριασμού XXXXX0761, το οποίο βρίσκεται ενσωματωμένο στην συμφωνία δανείου ημερ. 01/07/
- Την 10/05/2012, οι Εναγόμενοι απέστειλαν επιστολή στην Ενάγουσα, με την οποία την πληροφορούσαν ότι είχαν προβεί σε δέσμευση του ποσού των €16.500.- από τον προσωπικό τρεχούμενο λογαριασμό της με αρ. XXXXX8521, σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου εγγύησης ημερ. 01/07/
- Την 22/05/2012, η Ενάγουσα μέσω των Δικηγόρων της, απέστειλε επιστολή προς τους Εναγόμενους, με την οποία τους καλούσε όπως ελευθερώσουν τα κεφάλαιά της, ισχυριζόμενη αόριστη επίκληση των όρων του εγγράφου εγγύησης ημερ. 01/07/2009 καθώς και παρανομία.
- Την 26/05/2012, η Εναγόμενη απέστειλε απαντητική επιστολή στην επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 26/05/2012, επικαλούμενη γενικό δικαίωμα συμψηφισμού του πιστωτικού υπολοίπου που βρίσκεται κατατεθειμένο στην Τράπεζα, επ' ονόματι της ενάγουσας, με χρεωστικές υποχρεώσεις αυτής.
- Την 31/05/2012, η Ενάγουσα απέστειλε μέσω των Δικηγόρων της απαντητική επιστολή, στην επιστολή των Εναγομένων ημερ. 26/05/
- Την 25/05/2012, η Ενάγουσα εκτύπωσε ηλεκτρονική κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού της με αρ. 017-11-018521, από το ηλεκτρονικό σύστημα της «LaikieBank», στο οποίο φαίνεται η δέσμευση του ποσού των €16.500.-. 10.Την 13/06/2012, η κατάσταση λογαριασμού του δανείου της πρωτοφειλέτριας κας XXXXX Τάκη Νικολάου, με αρ. XXXXX0761, παρουσιάζει πίστωση του ποσού των €16.635,90.- από τον τρεχούμενο λογαριασμό της Ενάγουσας με αρ. 017-11-018521, με ταυτόχρονο κλείσιμο του λογαριασμού δανείου της κας XXXXX Τάκη Νικολάου, πίστωση η οποία πραγματοποιήθηκε την 05/06/
- 11.Την 30/06/2012, η αναλυτική κατάσταση του προσωπικού τρεχούμενου λογαριασμού της Ενάγουσας με αρ. XXXXX8521 παρουσιάζει μεταφορά του ποσού των €16.635,90.- προς το λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX0761, με αντίστοιχη χρέωση του λογαριασμού με αρ. XXXXX8521, την 05/06/
- 12.Την 09/05/2012, η Ενάγουσα εξέδωσε την επιταγή με αρ. XXXXX9101, από τον προσωπικό τρεχούμενο λογαριασμό της με αρ. XXXXX8521, προς όφελος της εταιρείας GH Furnishings Ltd, για το ποσό των €15,700.- επιταγή η οποία επιστράφηκε ως απλήρωτη. 13.Την 06/06/2012, η Εναγόμενη απέστειλε προς την εταιρεία GH Furnishings Ltd «ΧΡΕΩΣΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ - DEBIT ADVISE», αναφορικά με την επιταγή με αρ. XXXXX9101, με την ένδειξη «please represent insufficient funds». 14.Ο Τρεχούμενος λογαριασμός της Ενάγουσας με αρ. XXXXX8521, με την μεταφορά των εργασιών της πρώην Λαϊκής Τράπεζας προς τους Εναγόμενους -Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, έχει μεταφερθεί στους τελευταίους, με νέο αριθμό λογαριασμού XXXXX
- Σημείωση: Τα έγγραφα στα οποία στηρίζονται τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα κατατίθενται από κοινού στο Δικαστήριο ως παραδεκτά και αναφορικά με την αλήθεια του περιεχομένου τους.» Από τα μέχρι στιγμής δεδομένα είναι κατανοητό ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η ενάγουσα ήταν εγγυήτρια σε δάνειο τρίτου προσώπου (στη συνέχεια η πρωτοφειλέτρια) και σε αυτή τη συμφωνία εγγυήσεως είναι που εδράζεται η διαφορά των διαδίκων, εφόσον βάσει του περιεχομένου τούτης η τράπεζα προέβη σε κατάσχεση των χρημάτων της ενάγουσας δια να πληρώσει την οφειλή της πρωτοφειλέτριας. Στη συνέχεια η ενάγουσα θα καλείται εγγυήτρια ή ενάγουσα, ενώ οι εναγόμενοι θα καλούνται τράπεζα. Ας δούμε τώρα τα τεκμήρια που καταχωρίστηκαν. Το έγγραφο που αναφέρεται στην 4η παράγραφο των παραδεχτών γεγονότων, δηλαδή το επίδικο έγγραφο εγγύησης, που ας σημειωθεί ότι είναι επισυνημμένο στη συμφωνία δανείου της πρωτοφειλέτριας, είναι το τεκμήριο
- Το περιεχόμενο τούτου σχολιάζεται πιο κάτω. Η αλληλογραφία που αντάλλαξαν οι διάδικοι είναι το τεκμήριο
- Περιλαμβάνει τούτο τις δύο επιστολές που απέστειλε η ενάγουσα και τις δύο επιστολές που απέστειλε η τράπεζα. Η πρώτη επιστολή στάληκε από την τράπεζα και φέρει ημερομηνία 10/05/
- Με αυτήν η τράπεζα πληροφορεί την ενάγουσα ότι προέβη σε δέσμευση ποσού €16.500 από τον λογαριασμό της, «σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου εγγύησης ημερομηνίας 01/07/2009». Επιπλέον την πληροφορεί ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματά της, τόσο εναντίον της όσο και εναντίον της πρωτοφειλέτριας και παντός άλλου υπεύθυνου. Εις απάντηση της πιο πάνω επιστολής η ενάγουσα απέστειλε μέσω του συνηγόρου της την επιστολή ημερομηνίας 22/05/
- Υποστηρίζεται εκεί ότι η δέσμευση του εν λόγω ποσού είναι παράνομη, απροειδοποίητη και άνευ διατάγματος Δικαστηρίου. Προστίθεται ακόμη ότι είναι αόριστη η επίκληση των όρων του εγγράφου εγγυήσεως και εν πάση περιπτώσει αμφισβητείται η εν λόγω ενέργεια ως νόμο και ουσία αβάσιμη, καθ' ότι δεν εξασφαλίστηκε απόφαση εναντίον της ενάγουσας, η οποία είναι εγγυήτρια, για το ποσό που ούτως ή άλλως αμφισβητείται και περιπλέον, ο νόμος δεν προβλέπει δικαίωμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων άνευ διατάγματος Δικαστηρίου. Ως εκ των πιο πάνω καλείται η τράπεζα να άρει την παρανομία και να ελευθερώσει τα κεφάλαια της ενάγουσας, ενώ προστίθεται ότι εντός των προσεχών ημερών θα επισκεφθεί το κατάστημα «για να προχωρήσει σε ανάληψη των χρημάτων της». Ακολούθησε δεύτερη επιστολή της τράπεζας, αυτή τη φορά προς τον συνήγορο της ενάγουσας, με σκοπό να απαντηθεί η προηγηθείσα επιστολή του τελευταίου. Τούτη η επιστολή είναι ημερομηνίας 26/05/2012, ως άλλωστε αναφέρεται στα παραδεχτά γεγονότα. Εκεί η τράπεζα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του συνηγόρου και σημειώνει ότι βάσει των όρων της συμφωνίας «έχει γενικό δικαίωμα συμψηφισμού και δύναται κατά την κρίση της όχι μόνο να δεσμεύσει αλλά και να συμψηφίσει το πιστωτικό υπόλοιπο που βρίσκεται κατατεθειμένο στην τράπεζα». Αυτή την επιστολή ακολούθησε η δεύτερη και τελευταία επιστολή της ενάγουσας, ημερομηνίας 31/05/2012, η οποία απέρριψε εκ νέου τις αιτιάσεις της τράπεζας και υποστήριξε ότι η ενέργεια της να παγοποιήσει τα χρήματα συνιστά πρόθεση κατακράτησης και δημιουργεί εύλογες υποψίες διάπραξης ποινικών αδικημάτων. Η αναφερόμενη στην 9η παράγραφο των παραδεχτών γεγονότων ηλεκτρονική κατάσταση που εκτύπωσε η εναγομένη είναι το τεκμήριο
- Το τεκμήριο 4 είναι η κατάσταση λογαριασμού της πρωτοφειλέτριας που αναφέρεται στη 10η παράγραφο των παραδεχτών γεγονότων. Το δε τεκμήριο 5 είναι κατάσταση λογαριασμού της ενάγουσας όπου φαίνεται η χρέωση του ποσού των €16.
- Το τεκμήριο 6 είναι αντίγραφο της επιταγής που εξέδωσε η ενάγουσα την 09/05/2012 για ποσό €15.700, ως επίσης έντυπο της τράπεζας προς τον δικαιούχο της επιταγής που τον καλεί να την παρουσιάσει εκ νέου και τον πληροφορεί ότι δεν εξαργυρώθηκε ένεκα ανεπαρκών πόρων (please represent insufficient funds). Τέλος, το τεκμήριο 7 είναι έντυπο που υπεγράφη από την ενάγουσα την 01/07/2009 κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας εγγυήσεως της πρωτοφειλέτριας. Το περιεχόμενο τούτου του εγγράφου σχολιάζεται πιο κάτω. Έχοντας παραθέσει καθετί που οι συνήγοροι έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, σειρά παίρνει η εξακρίβωση των επιδίκων θεμάτων. Υποδεικνύεται εν προκειμένω αυτό που οι διάδικοι ρητά κάλεσαν το Δικαστήριο να αποφασίσει. Συγκεκριμένα, στην τελευταία σελίδα του εγγράφου Α αναφέρεται· « Κοινή Δήλωση: Με βάση τα ανωτέρω παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία κατατίθενται από κοινού στο Δικαστήριο, μοναδικό επίδικο θέμα το οποίο παραμένει προς εκδίκαση, είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι, προέβησαν νόμιμα ή όχι, κατά ή περί τον Μάιο και Ιούνιο του 2012 και συγκεκριμένα την 10/05/2012 και 05/06/2012, σε κατακράτηση και συμψηφισμό αντίστοιχα, του ποσού των €16.635,90.- από τον προσωπικό τρεχούμενο λογαριασμό της Ενάγουσας - εγγυήτριας με αρ. XXXXX8521, ποσό το οποίο πιστώθηκε στον λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX0761, με πρωτοφειλέτρια, την XXXXX Τάκη Νικολάου. Στα πλαίσια αυτού του επίδικου ζητήματος, νοείται ότι το Σεβαστό Δικαστήριο θα προβεί σε ερμηνεία του εγγράφου εγγύησης ημερ. 01/07/2009 και σε συνάρτηση με τα νομικά σημεία που τίθενται στα δικόγραφα εκατέρωθεν». (η έμφαση είναι δική μου) Είναι εδώ κατάλληλο στάδιο να προσδιοριστεί το δικόγραφο της ενάγουσας. Το πραγματικό πλαίσιο της έκθεσης απαιτήσεως ενσωματώθηκε, στο μεγαλύτερο μέρος του, στα παραδεχτά γεγονότα - Έγγραφο Α, τα οποία έχουν ήδη τεθεί και γι' αυτό παραλείπεται επανάληψη. Τα παράπονα της ενάγουσας, σε δικανικό πλέον επίπεδο, είναι τα εξής: διατείνεται ότι απροειδοποίητα και/ή παράνομα και/ή άνευ διατάγματος και/ή απόφασης Δικαστηρίου η τράπεζα προέβη σε δέσμευση και/ή κατακράτηση του επίδικου ποσού (βλ. 4η παράγραφο έκθεσης απαιτήσεως). Η δέσμευση και/ή κατακράτηση και/ή οικειοποίηση του ποσού αυτού, είναι παράνομη και/ή αντισυμβατική και/ή καταχρηστική και/ή άνευ νομίμου ανταλλάγματος και/ή διατάγματος και/ή απόφασης και κατά παράβαση του Συντάγματος και των νόμων που εκεί αναφέρονται (βλ. 6η παράγραφο έκθεσης απαιτήσεως - λόγω της σημασίας τούτης, πιο κάτω παρατίθεται αυτούσια). Ακόμη αμφισβητείται το υπόλοιπο του δανείου και προβάλλεται ισχυρισμός ότι περιέχει παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις (βλ. 7η παράγραφο έκθεσης απαιτήσεως). Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι η μη τίμηση της επιταγής XXXXX9101 που εξεδόθη την 09/05/2012, ένεκα της απροειδοποίητης και παράνομης δέσμευσης και/ή κατακράτησης και/ή οικειοποίησης του ποσού των €16.635,90, προκάλεσε ζημία στην φήμη της ενάγουσας και άλλες συνεπακόλουθες ζημίες. Βάσει όλων των ανωτέρω η ενάγουσα αξιώνει: « Α. Δήλωση και/ή απόφαση Δικαστηρίου (Declaratory Judgment) ότι οι Εναγόμενοι παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή καταχρηστικά και/ή κατά παράβαση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας ως προστατεύονται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και/ή των δικαιωμάτων της ως εγγυήτριας και/ή ως πιστωτής των Εναγομένων και/ή κατά παράβαση του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και/ή κατά παράβαση του Περί Καταχρηστικών Ρητών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 και/ή κατά παράβαση του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003, δέσμευσαν και/ή χρέωσαν κατά ή περί τον Μάιο και Ιούνιο του 2012 και/ή κατά ή περί τις 10/05/2012 και 05/06/2012 το λογαριασμό πιστωτικού υπολοίπου της Ενάγουσας με αριθμό XXXXX8521 και/ή απέσπασαν και/ή οικειοποιήθηκαν τα χρήματα και/ή κεφάλαια της εκ ποσού €16.635,90-, και Β. Αποζημιώσεις υπέρ της Ενάγουσας και/ή αποκατάσταση της ζημιάς (restitution) που υπέστηκε η Ενάγουσα από τις αναφερόμενες πράξεις, ως η παράγραφος 8 ανωτέρω». Μέχρι στιγμής είναι αντιληπτό ότι στον πυρήνα της διαφοράς των διαδίκων βρίσκεται αυτή η λεγόμενη συμφωνία εγγυήσεως, δηλαδή το έγγραφο που αποτελεί μέρος του τεκμηρίου
- Άλλωστε το περιεχόμενο τούτου είναι που επικαλέστηκε η τράπεζα για να χρεώσει το λογαριασμό της ενάγουσας και αυτό το έγγραφο είναι που οι δύο πλευρές καλούν το Δικαστήριο να ερμηνεύσει. Συνεπώς από αυτό το έγγραφο είναι που πρέπει να αρχίσει και η διερεύνηση της όλης υπόθεσης. Προτού όμως προχωρήσω σε ερμηνευτική ανάλυση του περιεχομένου τούτου και εφόσον συνιστά παραδεχτό γεγονός ότι τα εκεί αναφερόμενα είναι όσα κατέστησαν την ενάγουσα εγγυήτρια της πρωτοφειλέτριας και εδώ ο όρος εγγυητής χρησιμοποιείται με ελαστικότητα εις αντιδιαστολή δικανικού προσδιορισμού, σκόπιμο κρίνεται λίγα λόγια να ειπωθούν για το νομικό πλέγμα που καθορίζει και διέπει αυτό που ευρέως καλείται εγγύηση. Προς τούτο ο περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149 αποκαλύπτει ότι αυτό που ευρέως καλείται εγγύηση δυνατό να εμπίπτει σε μια εκ των δύο, ή και στις δύο, νομικές περιπτώσεις που προσδιορίζονται στα άρθρα 82 και
- Η δε ανάγκη να εξακριβωθεί κατά πόσο το έντυπο που υπεγράφη συνιστά σύμβαση εγγύησης ή κάλυψης ή και τα δύο, έχει να κάνει με τις επιπτώσεις που έκαστη σύμβαση επιφέρει. Επί του προκειμένου καθ' όλα επεξηγηματική είναι η υπόθεση McGuinness v. Norwich and Peterborough Building Society
(2012)2 All ER 265, 270, όπου αναφέρθηκε ότι· « 7. It is common ground that a guarantee of a loan may impose one or more of the following types of liability on the guarantor. These are:
(1)a "see to it" obligation: i.e. an undertaking by the guarantor that the principal debtor will perform his own contract with the creditor;
(2)a conditional payment obligation: i.e. a promise by the guarantor to pay the instalments of principal and interest which fall due if the principal debtor fails to make those payments;
(3)an indemnity; and
(4)a concurrent liability with the debtor for what is due under the contract of loan. 8. The obligations in classes
(2)and
(4)create a liability in debt. But it is well established that an indemnity is enforceable by way of action for unliquidated damages: see Firma C-Trade SA v Newcastle Protection and Indemnity Association [1991] 2 AC 1 at pages 33-36. The liability arises from the failure of the indemnifier to prevent the person indemnified from suffering the type of loss specified in the contract. A guarantee of the "see to it" type has also been held by the House of Lords to create a liability in damages. The obligation undertaken by the guarantor is not one to pay the debt but consists of a promise that the debt will be paid by the principal debtor: see Moschi v Lep Air Services Ltd [1973] AC 331.» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω στρέφομαι να εξετάσω το επίδικο έγγραφο (τεκμήριο 1). Η ερμηνευτική προσέγγιση σύμβασης εγγυήσεως ή κάλυψης δεν διαφέρει από την ακολουθητέα σε κάθε άλλη σύμβαση (βλ. Halsbury's Laws, τόμος 20, επανέκδοση 1994, παράγραφος 173). Συνεπώς εφαρμογής τυγχάνουν οι ίδιες αρχές. Τώρα, όπως έχει νομολογηθεί η ερμηνεία εγγράφου σύγκειται στην εξακρίβωση του νοήματος που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, εφόσον αυτές οι λέξεις εκλαμβάνεται ότι αποδίδουν και αποκαλύπτουν τις προθέσεις των μερών. Η φρασεολογία που ενσωματώθηκε στη σύμβαση υπερτερεί έναντι τυχόν διαφορετικών προθέσεων που τα μέρη είχαν αλλά δεν εξωτερίκευσαν. Χαρακτηριστικός επ' αυτού είναι ο λόγος της υπόθεσης Monypenny ν. Monypenny
(1861)9 H.L.C. 114, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1Α Α.Α.Δ. 168, 173. Λέχθηκε εκεί ότι. « The question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions». Συνεπώς ζητούμενο δεν είναι οι ενδόμυχες και ουδέποτε αποκαλυφθείσες στην άλλη πλευρά προθέσεις ενός μέρους, αλλά το αντικειμενικό νόημα όσων περιέχονται στη συμφωνία. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Χ" Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ. 989, 993, η προσήλωση στα γραφόμενα της σύμβασης και ο αποκλεισμός εξωγενούς μαρτυρίας, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές. Ως εκ των πιο πάνω κριτής του εγγράφου είναι το Δικαστήριο και όχι η υποκειμενική αντίληψη που οι διάδικοι σχηματίζουν. Σε αυτή δε τη διεργασία κριτήριο δεν είναι άλλο από την αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου (βλ. Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1Α Α.Α.Δ. 407, 413). Δοθέντος ότι στη δοσμένη περίπτωση το έγγραφο που υπέγραψε η ενάγουσα είναι επισυνημμένο στη συμφωνία δανειοδότησης της πρωτοφειλέτριας (βλ. σελίδες 1 και 2 τεκμηρίου 1), η εξέταση αρχίζει από αυτή τη συμφωνία δανείου. Το λοιπόν, η συμφωνία δανείου που υπέγραψε η πρωτοφειλέτρια αναφέρει το ύψος της δανειοδότησης, δηλαδή €20.000 και οριοθετεί την εξόφληση τούτου σε 96 δόσεις των €306,43 μηνιαίως, με την πρώτη δόση να είναι καταβλητέα την 06/08/
- Αναφέρει ακόμη το συνολικό πληρωτέο ποσό (€28.642,28) και το συνολικό ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης (Σ.Ε.Π.Ε) (11,14%). Οι ειδικοί όροι της εν λόγω συμφωνίας προβλέπουν, μεταξύ άλλων, δια εξουσιοδότηση της τράπεζας να χρεώνει οποιοδήποτε λογαριασμό του πελάτη άνευ προειδοποιήσεως· ότι το Σ.Ε.Π.Ε είναι μεταβαλλόμενο αναλόγως των αλλαγών στο βασικό επιτόκιο· και ότι ο τόκος υπερημερίας είναι κατά 10% μεγαλύτερος από το συμβατικό επιτόκιο. Το συνημμένο έγγραφο, δηλαδή αυτό που υπεγράφη από την ενάγουσα, φέρει τίτλο «έγγραφο εγγύησης». Αναφέρεται εκεί ότι η ενάγουσα εγγυάται τις υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτριας αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με την τελευταία, καθώς ότι αποδέχεται τη διενέργεια πληρωμών προς την τράπεζα, τη χορήγηση παρατάσεων στην πρωτοφειλέτρια άνευ προειδοποιήσεως προς την ίδια και την τροποποίηση των διευκολύνσεων της πρωτοφειλέτριας μέχρι και συμβιβασμό με αυτή και/ή άλλο εγγυητή. Στο κείμενο κατ' επανάληψη η ενάγουσα καλείται εγγυήτρια, ενώ στην κατακλείδα της συμφωνίας η ευθύνη τούτης εξισώνεται με αυτή της πρωτοφειλέτριας (ως να ήμουν πρωτοφειλέτης). Η παράγραφος της σύμβασης που στο στάδιο των αγορεύσεων κέρδισε την προσοχή των συνηγόρων, αναφέρει ότι· « Συμφωνώ ότι σε σχέση με την ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης, η Τράπεζα, προς εξασφάλιση ή εγγύηση του πιο πάνω δανείου, θα έχει κατά προτεραιότητα κάθε άλλου Γενικού Δικαιώματος Επίσχεσης (General Preferential Lien) επί παντός και οποιουδήποτε ποσού χρημάτων, διαπραγματεύσιμων εγγράφων καθώς και επί του ενεργητικού πάσης φύσεως που ανήκει σε μένα και το οποίο σε οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να περιέλθει στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Τράπεζας.» Αν και σύνηθες είναι για μια σύμβαση εγγυήσεως να είναι δομημένη κατά τρόπο που αποκαλύπτει διττή ιδιότητα, δηλαδή ότι είναι τόσο εγγύησης όσο και κάλυψης (βλ. υπόθεση McGuinness, πιο πάνω, σελίδα 285), εν τούτοις η υπό κρίση συμφωνία δεν είναι τίποτα άλλο από σύμβαση εγγυήσεως, όπως ακριβώς διαλαμβάνεται στο άρθρο 84 του Κεφ.
- Η εξομοίωση του εγγυητή με τον πρωτοφειλέτη και παράλληλα η από μέρους του ανάληψη υποχρέωσης εξόφλησης «οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού δυνάμει της διευκόλυνσης», φανερώνει ευθύνη που αποκρυσταλλώνεται ευθύς μόλις ο πρωτοφειλέτης αποτύχει να εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Αυτή είναι η υποχρέωση που εδώ ανέλαβε η ενάγουσα ως εγγυήτρια της πρωτοφειλέτριας. Δικανική αντίκριση του όρου «Γενικό Δικαίωμα Επίσχεσης» ενταγμένου πλέον στην υπό κρίση σύμβαση εγγυήσεως, θέλει την εγγυήτρια να παραχωρεί στην τράπεζα δικαίωμα επίσχεσης και μάλιστα κατά προτεραιότητα κάθε άλλου, επί οιουδήποτε ποσού χρημάτων (sic) ή διαπραγματεύσιμων εγγράφων της εγγυήτριας, εν προκειμένω της ενάγουσας. Τα μέρη φαίνεται να μην διαφωνούν ότι το λεκτικό του επίδικου όρου παρείχε στην τράπεζα το δικαίωμα να συμψηφίσει το λογαριασμό της ενάγουσας με αυτό της πρωτοφειλέτριας. Απόδειξη τούτου είναι τα αναφερόμενα στην αγόρευση της ενάγουσας στη σελίδα
- Αναφέρεται εκεί ότι· « Επιπλέον, με τον όρο του Γενικού Δικαιώματος Επισχέσεως της Τράπεζας (General Preferential Lien), η τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση προς τον καταναλωτή να ενώνει ή συγχωνεύει όλους ή οποιουσδήποτε λογαριασμούς του καταναλωτή ή να διαχωρίζει οποιοδήποτε λογαριασμό σε περισσότερους, ή να συμψηφίζει ή μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό ή ποσά τα οποία βρίσκονται σε πίστη του σε οποιοδήποτε λογαριασμό ή λογαριασμούς για την πληρωμή μέρους ή όλων των υποχρεώσεων του καταναλωτή προς την τράπεζα άσχετα αν αυτές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και πληρωτέες ή αν ενδέχεται να καταστούν απαιτητές και πληρωτέες, είτε είναι άμεσες ή έμμεσες είτε είναι προσωπικές ή αλληλέγγυες ή κοινές με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα.» Η νομολογία δικαιώνει την πάρα πάνω θέση των συνηγόρων της ενάγουσας. Σχετική εν προκειμένω είναι η υπόθεση Στέφανος Μιχαήλ ν. Alpha Bank Ltd
(2009)1B A.A.Δ. 941,
- Εκεί ο εφεσείων δεν ήταν πρωτοφειλέτης. Μάλιστα δεν ήταν καν εγγυητής του πρωτοφειλέτη. Αποφασίστηκε όμως ότι είχε δεσμεύσει το λογαριασμό του ως εξασφάλιση της τήρησης της συμφωνίας από τον πρωτοφειλέτη. Η σχετική συμφωνία που ο εφεσείων υπέγραψε με την τράπεζα περιλάμβανε ακριβώς την ίδια ρήτρα, δηλαδή δικαίωμα γενικής επισχέσεως. Αυτή μάλιστα ήταν η ρήτρα που επικαλέστηκε η εφεσίβλητη τράπεζα και χρέωσε το λογαριασμό του ενάγοντα. Το ερώτημα, όπως ετέθη από το Ανώτατο Δικαστήριο, ήταν (σελ. 946)· « .ζητούμενο είναι εάν οι εφεσίβλητοι είχαν ή όχι δικαίωμα να αποσύρουν χρήματα από το λογαριασμό του εφεσείοντα και να τα χρησιμοποιήσουν για το σκοπό για τον οποίο τα χρησιμοποίησαν.» Η δε απάντηση που δόθηκε ήταν πως· « Καίριας σημασίας έγγραφο σχετικό με αυτό το θέμα ήταν το Τεκμήριο 3 - "Γενικό Δικαίωμα Επισχέσεως", το οποίο υπέγραψε ο εφεσείων στις 26.4.
- Με εκείνο το έγγραφο, όπως το κείμενο του αποκαλύπτει, ο εφεσείων παρακαλούσε τους εφεσίβλητους (τότε Lombard Natwest Bank Ltd) όπως συνεχίσουν να παρέχουν τραπεζικές διευκολύνσεις προς τον κ. Θ. Ματσεντίδη και έδιδε το δικαίωμα προς την Τράπεζα να κατακρατεί οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε ευρεθεί προς πίστιν του σε οποιονδήποτε λογαριασμό του ως εξασφάλιση και αποδεχόταν να επιβαρύνει τέτοια ποσά για την αποπληρωμή οποιουδήποτε χρέους ή υποχρέωσης του Ματσεντίδη. Περαιτέρω, ο εφεσείων έδιδε το δικαίωμα στην Τράπεζα όπως "καθ' οιανδήποτε στιγμήν και άνευ νεωτέρας εντολής υπ' εμού/υφ' ημών ή ειδοποιήσεως προς εμέ/ημάς να χρησιμοποιήσητε τοιούτον ποσόν . . ... προς ή δια την αποπληρωμήν τοιαύτης χρεώσεως τοιούτων υποχρεώσεων . ..." Με εκείνο το έγγραφο, χωρίς αμφιβολία ο εφεσείων έδιδε στους εφεσίβλητους το δικαίωμα να πράξουν όπως έπραξαν. Δηλαδή να αποσύρουν από το λογαριασμό του το τελευταίο δεσμευθέν ποσό των £15.000 και να το πιστώσουν έναντι των υποχρεώσεων του ενοικιαγοραστή Ματσεντίδη.» Ως προς την ερμηνευτική προσέγγιση του όρου «γενικό δικαίωμα επίσχεσης», σχετική είναι και η υπόθεση Νικόλαος Αντωνίου δια της πληρεξουσίου αυτού αντιπροσώπου Γιαννούλλας Παπαδοπούλου ν. The Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 720, 726, στην οποία αναφέρθηκε ότι· « Ανεξάρτητα όμως με τα όσα προαναφέρθηκαν, στην υπό κρίση υπόθεση δεν εγείρεται θέμα συνήθους επίσχεσης, γιατί υπήρξε ρητή συμφωνία με την οποία ο εφεσείων έδωσε στην εφεσίβλητη το δικαίωμα τραπεζιτικής επίσχεσης και συμψηφισμού και ακόμα υπήρξε και ειδική προς τούτο εντολή του εφεσείοντα. Η εφεσίβλητη ενεργώντας όπως ενήργησε, εφάρμοσε συμβατικές πρόνοιες και την εντολή που πήρε από τον εφεσείοντα. Συνεπώς όχι μόνο δεν υπήρξε συμφωνία που να αποκλείει τον συμψηφισμό, αλλά τουναντίον υπήρξε συμφωνία που να τον επιτρέπει και ο συμψηφισμός που έγινε δεν ισοδυναμεί με συμψηφισμό ανεξάρτητων αμοιβαίων υποχρεώσεων μεταξύ των διαδίκων, έτσι που να αποκλείεται η ενέργεια της εφεσίβλητης τράπεζας από την κυπριακή νομοθεσία.» Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η υπόθεση Μιχαήλ πιο πάνω καθορίζει την έκβαση της υπό κρίση υπόθεσης, ένεκα της ερμηνείας που δόθηκε στον πιο πάνω όρο σε συνθήκες ανάλογες με τις επίδικες. Όπως εκεί έτσι και στη δομένη περίπτωση η σύμβαση των μερών, δηλαδή τράπεζας και εγγυητή, αυτό είναι που διαλαμβάνει, δηλαδή επιτρέπει στην τράπεζα να δεσμεύσει και να αποσύρει οιονδήποτε ποσό που είναι κατατεθειμένο σε λογαριασμό της εγγυήτριας. Συνεπώς εύλογη είναι η κατάληξη πως η συμφωνία των μερών, συγκεκριμένα ο όρος «Γενικού Δικαιώματος Επισχέσεως» δικαιολογεί πλήρως τις ενέργειες της τράπεζας. Αυτή είναι και η κατάληξή μου βάσει της ανάλυσης του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης. Εν τούτοις η διερεύνηση δεν σταματά εδώ, εφόσον στη Μιχαήλ πιο πάνω δεν τέθηκε και ως εκ τούτου δεν εξετάστηκε κατά πόσο η σχετική ρήτρα είναι καταχρηστική ή αντιβαίνει των διατάξεων: του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν.93(Ι)/1996· της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας, 93/13/ΕΟΚ· του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003· και των άρθρων 91, 92, 93 και 97 του Κεφ. 149, όπως εισηγείται η ενάγουσα. Ως εκ τούτου επιβάλλεται η διερεύνηση να επεκταθεί και σε εκείνο που αναφέρεται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαιτήσεως. Ακόμη, δεν μπορεί να μην απασχολήσουν και όσα τέθηκαν με τις παραγράφους 4 και 7 της έκθεσης απαιτήσεως. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας η αξίωσή της εδράζεται, πέραν από παράβαση σύμβασης, ζήτημα που έχει ήδη εξεταστεί και κριθεί ότι ο σχετικός όρος παρείχε στην τράπεζα δικαίωμα να πράξει όπως έπραξε, και σε αδικαιολόγητο πλουτισμό εξου και αξιώνεται αποκατάσταση (restitution). Για να αποφασιστεί αυτή η πτυχή της αξίωσης λίγα λόγια χρειάζεται να ειπωθούν και για τη σχέση τράπεζας και καταθέτη. Στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α.
(2013)3 Α.Α.Δ. 427, 462, αναφέρθηκε ότι· « Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Η θέση του καταθέτη σε θυρίδα της τράπεζας είναι εντελώς διαφορετική, αφού εκείνος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα ή άλλα αντικείμενα που ευρίσκονται στη θυρίδα.» Σε αυτό που εδώ μας αφορά η σημασία των πιο πάνω επικεντρώνεται στη ρήτρα επίσχεσης. Εξηγείται στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking, 13η έκδοση, σελίδα 708, ότι δεν τίθεται θέμα επίσχεσης ίδιου ποσού χρημάτων. Επίσης στην υπόθεση National Westminster Bank Ltd v. Halesowen Presswork & Assemblies Ltd
(1972)A. C. 785, 810, υποδείχθηκε ότι· « I agree with Lord Denning M.R. and Buckley L.J. [1971] 1 Q.B. 1, 33-34, 46 that a debtor cannot sensibly be said to have a lien on his own indebtedness to his creditor. It may be that as a matter of history the recognition by the courts of the right of a banker to treat several accounts as one was influenced by their earlier recognition that in the absence of agreement to the contrary a banker had a lien on all securities in his hands for the general balance owing to him on all accounts. But to describe the right to consolidate several accounts as an example of the banker's lien is, I think, a misuse of language.» Το πιο πάνω απόσπασμα αναδεικνύει και κάτι ακόμη· το τραπεζικό δίκαιο αναγνωρίζει ότι η τράπεζα έχει δικαίωμα μεταχείρισης διαφορετικών, αλλά όμοιων σε είδος, λογαριασμών, ως να είναι ένα και το αυτό. Στον Paget's και πάλιν υποδεικνύεται ότι το εν λόγω δικαίωμα είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ως «the banker's right of set-off or the banker's right to combine accounts, there being no difference between these two expressions» (σελ 713). Καταληκτικά στη σελίδα 715 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται· « 29.16 The basic rule is that a bank may combine two current accounts at any time without notice to the customer, even though the accounts are maintained at different branches. It was so held in Garnett v McKewan, which was approved by the Privy Council in Prince v Oriental Bank Corpn. In Garnett v McKewan Kelly CB said: ' In general it might be proper or considerate to give notice to that effect, but there is no legal obligation on the blankers to do so, arising either from express contract or the course of dealing between the parties. The customer must be taken to know the state of each account and if the balance on the whole is against him or does not equal the cheques he draws, he has no right to expect more cheques to be cashed.' The rule was affirmed in the Halesowen case. In the Court of Appeal, Lord Denning posed the question whether a banker has a right to combine two accounts so that he can set off the debit against the credit and be liable only for the balance, and gave the following answer: ' The answer to this question is: Yes, the banker has a right to combine the two accounts whenever he pleases, and to set off one against the other, unless he has made some agreement, express or implied, to keep them separate. This principle was stated and applied in two cases decided on the same day - November 8, 1872. One was In re European Bank, Agra Bank Claim
(1872)8 Ch App 41 in the Court of Appeal in Chancery, The other was Garnett v McKewan
(1872)LR 8 Exch 10 in the Court of Exchequer. It has been applied several times since, such as T& H Greenwood Teale v William Williams, Brown & Co
(1894)11 TLR 56 and In re Keever (a bankrupt) [1967] Ch 182'.» Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως ότι η σχετική αρχή αφορά τον ίδιο καταθέτη όταν αυτός κατέχει λογαριασμούς ίδιου τύπου, φερ' ειπείν τρεχούμενο με τρεχούμενο, έστω και αν ο ένας εκ των δύο είναι χρεωστικός, και πλην της περίπτωσης που συμφωνία ήθελε προβλέψει άλλως, η εν λόγω αρχή δεν επεκτείνεται σε τρεχούμενο λογαριασμό και δάνειο. Ο λόγος δια αυτό δόθηκε από τον Lord Cross στην υπόθεση National Westminster Bank, πιο πάνω, στη σελίδα 809· « If a banker permits his customer to have two accounts, one - sometimes called a "loan account" - which records the indebtedness of the customer to the bank in respect of advances made to him and the other a current account which the customer keeps in credit and uses for the purpose of his trade or business or ordinary expenditure, then, unless the bank makes it clear to the customer that it is retaining the right at any moment to apply the credit balance on the current account in reduction of the debt on the loan account, it will be an implied term of the arrangement that the bank will not, so long as it lasts, consolidate the two accounts. As Scrutton L.J. pointed out in Bradford Old Bank Ltd. v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833, 847, unless such a term is implied no customer could feel any security in drawing a cheque on his current account if he had a loan account greater than the credit balance on his current account.» Διαφορετική όμως είναι η περίπτωση για ένα εγγυητή, ιδιαίτερα αν αυτό ρητά αναφέρεται στη συμφωνία των μερών, όπως εδώ, εφόσον η συμβολή του σε αυτή τούτη τη σύμβαση είναι ακριβώς για να τιμήσει την υποχρέωση που ο πρωτοφειλέτης απέτυχε να ικανοποιήσει, όπως ακριβώς ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Στέφανος Μιχαήλ, πιο πάνω. Αυτό απαντά και την ειδική θέση της ενάγουσας ότι η τράπεζα δεν τίμησε την επιταγή που εξέδωσε. Η συμφωνία των μερών δικαιολογούσε τη δέσμευση του λογαριασμού και τελικώς τη λογιστική διαφοροποίηση του ποσού και συνεπώς η τράπεζα ενήργησε εντός των προνοιών της σύμβασης των διαδίκων και δικαιωματικά δεν εξαργύρωσε την επιταγή, εφόσον όταν παρουσιάστηκε για εξαργύρωση (05/06/2012 - βλ. τεκμήριο 6), το ποσό στο λογαριασμό της ενάγουσας ήτο ήδη δεσμευμένο. Επί του προκειμένου δεν μπορεί να μην υποδειχθεί μια αντίφαση, ακόμη και σε αυτά τα παραδεκτά γεγονότα. Η επιταγή που εξέδωσε η ενάγουσα φέρει ημερομηνία 09/05/2012 (τεκμήριο 6) και η σφραγίδα επ' αυτής δεικνύει ότι παρουσιάστηκε στην τράπεζα την 05/06/
- Η επιστολή όμως της ενάγουσας προς την τράπεζα, ημερομηνίας 10/05/2012 (μέρος του τεκμηρίου 2), η οποία κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της, δεν αναφέρει την επιταγή που εξεδόθη, παρ' ότι είναι ημερομηνίας 22/05/2012, δηλαδή έπεται της έκδοσης της επιταγής και όμως στην κατακλείδα της αναφέρει ότι την επαύριον η ενάγουσα θα επισκεφθεί το κατάστημα της τράπεζας για να προχωρήσει σε ανάληψη των χρημάτων της. Και ερωτώ· ποιων χρημάτων. Του ποσού που αφορά η επιταγή; Ούτως ή άλλως το υπόλοιπο ποσό στο λογαριασμό της ενάγουσας, δηλαδή πέραν της επιταγής, παρέμεινε κατατεθειμένο στο λογαριασμό της (βλ. τεκμήριο 5). Γιατί όμως στο τεκμήριο 2 δεν πληροφόρησε την τράπεζα για την έκδοση της επιταγής. Τα πιο πάνω σημειώνονται απλώς για να αναδειχθεί η αντίφαση μέσα στο ίδιο πλαίσιο των παραδεχτών γεγονότων. Σε δικανικό επίπεδο η κατάληξη είναι πως βάσει της σύμβασης των μερών η τράπεζα δεν είχε υποχρέωση ενημέρωσης για τη δέσμευση, παρ' ότι ενημέρωσε με την επιστολή ημερομηνίας 10/05/2012 (μέρος τεκμηρίου 2) και τόσο η συμφωνία των διαδίκων (τεκμήριο 1) όσο και το δίκαιο, δικαιολογούσαν τις ενέργειες της τράπεζας. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι στο τραπεζικό δίκαιο ο συμψηφισμός ή καλύτερα η συγχώνευση λογαριασμών, συνιστά ακρογωνιαίο λίθο της σχέσης των δύο, τράπεζας και καταθέτη. Όχι μόνο δεν είναι μεμπτό είναι και φυσιολογικό, εφόσον από τη στιγμή που ποσό χρημάτων κατατεθεί σε λογαριασμό θεωρείται ότι δεν ανήκει στον καταθέτη αλλά στην τράπεζα και ο καταθέτης απλώς δικαιούται να αξιώσει από την τράπεζα ποσό ίσο με εκείνο που φαίνεται στο λογαριασμό. Αυτή ήταν και εδώ η σχέση της ενάγουσας με την τράπεζα, με πρόσθετο όμως στοιχείο και το παραχωρηθέν από την πρώτη, συμβατικό δικαίωμα επίσχεσης. Συνεπώς είναι υπό το φως των πιο πάνω αρχών που πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο ο συμβατικός όρος των μερών για «γενικό δικαίωμα επίσχεσης» είναι καταχρηστικός και αντίκειται στη σχετική νομοθεσία. Προτού όμως προχωρήσω σε αυτό, παρατηρώ ότι στην αγόρευση της ενάγουσας υποστηρίζεται πως· « Μάλιστα, αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός, ότι πουθενά δεν υπήρξε ισχυρισμός των Εναγομένων αλλά και δεν παρουσιάστηκε και κανένα έγγραφο, με το οποίο να ενημερώνεται η Ενάγουσα/Εγγυήτρια ότι η Συμφωνία Δανείου καταγγέλθηκε ή τερματίστηκε από την Τράπεζα, εξ υπαιτιότητας της πρωτοφειλέτριας και ούτε βέβαια μπορεί να έγινε κάτι τέτοιο, αφού φαίνεται ότι το δάνειο εξυπηρετείτο, με βάση την κατάσταση λογαριασμού δανείου, ημερ. 13/06/2012 - Τεκμήριο 4.» Έχει ήδη ειπωθεί ότι γεγονός είναι πως ο εγγυητής καθίσταται υπόλογος άμα ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις (βλ. άρθρο 84, Κεφ. 149 - «σε περίπτωση μη εκπλήρωσεις από τον τρίτο» και Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος ., παράγραφος 816 «The liability of the surety is secondary, that is to say, it does not arise until another (namely, the principal debtor), whose liability is primary, has made default. Consequently a creditor cannot, before any default has been committed, bring an action quia timet against a surety to force him to set apart money .»). Αν και αυτό είναι το δικανικό πλέγμα, το κατά πόσο επιβάλλεται καταγγελία της σύμβασης, και αν ορθά αντιλαμβάνομαι με αυτό η ενάγουσα εννοεί επιστολή που να ενημερώνει για τερματισμό της σύμβασης, εξαρτάται, κυρίως, από τη μορφοποίηση του αγώγιμου δικαιώματος δια των εγγράφων προτάσεων (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Μ.Α. Κτήμα Μακένζυ Λίμιτεδ, Πολ. ECLI:CY:AD:2018:D403, Αίτ. 111/18, ημερομηνίας 13/09/2018). Στη δοσμένη περίπτωση δεν είναι η τράπεζα που κίνησε την αγωγή, ώστε να οφείλει να δικογραφήσει γεγονότα που δικαιολογούν αξίωση κατά του εγγυητή. Εδώ η αγωγή κινήθηκε από την ενάγουσα και όπως έχει υποδειχθεί οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί τούτης δεν αναδεικνύουν οτιδήποτε σε σχέση με τερματισμό της σύμβασης της πρωτοφειλέτριας. Εν ολίγοις η αξίωση δεν εδράζεται στο κατά πόσο δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 84 του Κεφ. 149, ή ότι η σύμβαση δεν τερματίστηκε. Αντιθέτως εξέταση της έκθεσης απαιτήσεως φανερώνει ότι οι ισχυρισμοί εξαντλούνται σε αυτή τη σύμβαση εγγυήσεως. Εξου και εκείνο που τελικώς επιζητείται είναι αναγνωριστική δήλωση σε σχέση με τον συμψηφισμό που έλαβε χώρα. Κατά τον ίδιο τρόπο ο ισχυρισμός περί μη τίμησης επιταγής που η ενάγουσα εξέδωσε, συναρτάται με την ενέργεια της τράπεζας να συμψηφίσει τους δύο λογαριασμούς και δεν διαφοροποιεί την προηγηθείσα διαπίστωση. Προφανώς αυτοί είναι και οι λόγοι που οι συνήγοροι προσδιόρισαν τα επίδικα θέματα ως πιο πάνω υπεδείχθη και σε αυτά ουδεμία αναφορά γίνεται σε συστατικά στοιχεία αξίωσης εναντίον εγγυητή, λόγου χάριν· ότι ουδέν ποσό κατέστη οφειλόμενο ή ότι η σύμβαση αυτή δεν τερματίστηκε. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η έκθεση απαιτήσεως, αλλά και η δήλωση των συνηγόρων, δεν κατέστησε επίδικες τις πρόνοιες του άρθρου 84 του Κεφ.
- Ζητούμενο είναι μόνο το κατά πόσο η επίδικη συμφωνία επέτρεπε στην τράπεζα να πράξει ως έπραξε και αυτό έχει απαντηθεί ως προς την ερμηνεία, απομένει όμως να εξεταστεί και το κατά πόσο η επίδικη σύμβαση αντίκειται και/ή παραβιάζει τις διατάξεις των νόμων και κανονισμών που εκεί αναφέρονται. Η σημασία τούτης της διαπίστωσης εντοπίζεται σε αυτό που αναφέρθηκε στην υπόθεση Γεωργική Εταιρεία Πλατωνιά Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1Α Α.Α.Δ. 28, 35. Υποδείχθηκε εκεί ότι· « Η απαίτηση, είτε ως περιεχόμενη σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είτε ως καταχωρημένη μεταγενέστερα του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οφείλει να συμμορφώνεται με τους ουσιώδεις κανόνες δικογράφησης, όπως αυτοί απαντώνται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σε ό,τι αφορά την έκθεση απαίτησης, η Δ.19 θ.4 ορίζει την καταγραφή των ουσιωδών γεγονότων και μόνο («material facts»), κατά συνοπτικό τρόπο («summary form»), ως τη μορφή εκείνη που πρέπει να προσλαμβάνει η αξίωση. Αυτό πρέπει βέβαια να συνδυαστεί και με τη Δ.19 θ.13, η οποία προδιαγράφει ότι ο ενάγων, ή, ο εναγόμενος αντίστοιχα, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα εκείνα τα θέματα που καθιστούν την αξίωση ή την ανταξίωση ως μη υποστηρίξιμη, καθώς και όλα εκείνα τα ζητήματα που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον αντίδικο εξ απίνης. Το τι αποτελεί ουσιώδες γεγονός δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακριβωθεί ώστε να καταγραφεί στην έκθεση απαίτησης, αλλά η κλασσική τοποθέτηση του Scott L.J. στην Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 K.B. 712, ότι η λέξη «ουσιώδες» σημαίνει εκείνο το αναγκαίο γεγονός με σκοπό τη διαμόρφωση της αιτίας αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο, έχει κατά διαχρονικό τρόπο επιβεβαιωθεί νομολογιακά. Όπως αναφέρεται και στον Odgers' Principles of Pleading and Practice 21η έκδ. σελ. 87, οποιοδήποτε γεγονός δεν είναι απαραίτητο προς απόδειξη της έκθεσης απαίτησης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα, δεν χρειάζεται να καταγραφεί και μπορεί να παραλειφθεί από το δικόγραφο, εκτός αν είναι φανερό ότι μαρτυρία ως προς αυτό πρέπει να δοθεί κατά τη δίκη. Ο συντάκτης του δικογράφου πρέπει να δείξει και να εφαρμόσει στην πράξη διά της καταχώρησης του δικογράφου, τη γνώση του περί το νόμο ή καλύτερα την κοινή λογική, ανάλογα και με τις οδηγίες που έχει από το διάδικο ως προς τα δεδομένα της υπόθεσης, ως προς το τι πρέπει να συμπεριλάβει στο δικόγραφο και τι πρέπει να παραλείψει. Χρήσιμος οδηγός για τις διάφορες αιτίες αγωγής μπορούν να αποτελέσουν τα πρότυπα που απαντώνται στα διάφορα σχετικά συγγράμματα, όπως του Odgers' - ανωτέρω -, του Bullen & Leake & Jacobs: Precedents of Pleadings και των Atkin's Court Forms, (σχετική για την ορθή χρήση των προτύπων είναι και η Ελευθέριος Γαληνιώτης ν. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ κ.ά.,
(2011)1 Α.Α.Δ. 474).» Ό,τι έχει εδώ σημασία είναι πως η ενάγουσα δεν υποστήριξε οτιδήποτε σε σχέση με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 84 του Κεφ. 149 ή τον τερματισμό της σύμβασης και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται να εισάγει τέτοια ζητήματα μέσω των αγορεύσεων. Ολοκληρώνω όμως επ' αυτού υποδεικνύοντας και το εξής· εδώ η σύμβαση, τόσο της πρωτοφειλέτριας όσο και της ενάγουσας, δεν θέτει υποχρέωση για αποστολή ειδοποίησης τερματισμού της συμφωνίας (βλ. τεκμήριο 1) και περιπλέον, αποτελεί παραδεχτό γεγονός ότι η πρωτοφειλέτρια είχε καθυστερημένες δόσεις, ως φαίνεται στο τεκμήριο 4 που κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου του. Συνεπώς από όποια σκοπιά και αν εξεταστεί η πιο πάνω θέση της ενάγουσας, κρίνεται αδικαιολόγητη και γι' αυτό απορρίπτεται. Η ενάγουσα διατείνεται περαιτέρω ότι η δέσμευση και/ή κατακράτηση του ποσού διενεργήθηκε απροειδοποίητα (βλ. 4η παράγραφο έκθεσης απαιτήσεως). Κρίνω πως ο εν λόγω δικογραφημένος ισχυρισμός έχει εγκαταλειφθεί, εφόσον το τεκμήριο 2, το οποίο κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου του, αποκαλύπτει ότι η πρώτη επιστολή που η τράπεζα απέστειλε στην ενάγουσα, ημερομηνίας 10/05/2012, την ενημερώνει ότι προέβη σε δέσμευση του εκεί αναφερόμενου ποσού. Συνεπώς η τράπεζα ενημέρωσε την ενάγουσα για την απόφασή της να δεσμεύσει και να κατάσχει το συγκεκριμένο ποσό. Ακόμη η ενάγουσα διατείνεται ότι το υπόλοιπο του δανείου περιέχει παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις. Και σε αυτή την περίπτωση είμαι της γνώμης ότι ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης από την ενάγουσα φανερώνει ότι έχει εγκαταλείψει τον εν λόγω ισχυρισμό. Αυτό γιατί δεν κλήθηκε μάρτυρας και ούτε προσκομίστηκε οιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί περαιτέρω εξέταση του θέματος. Όπως προσφάτως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A540, Πολ. Έφ. 405/12, ημερομηνίας 27/12/2019, το βάρος απόδειξης του λανθασμένου των χρεοπιστώσεων το έφερε η ενάγουσα και στην προκείμενη περίπτωση δεν το απέσεισε εφόσον τίποτα σχετικό έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως μέρος των χρεοπιστώσεων είναι και ο ισχυριζόμενος ανατοκισμός, ζήτημα για το οποίο ισχύουν ακριβώς οι ίδιες αρχές (βλ. Christakis Ioannou Merkis Services Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 126/12, 10/07/2018). Ως εκ των πιο πάνω οι σχετικές αιτιάσεις της ενάγουσας στο δικόγραφο, εκλαμβάνονται ως εγκαταλειφθείσες και εν πάση περιπτώσει απορρίπτονται εφόσον δεν έχουν τεκμηριωθεί. Ό,τι πλέον απομένει να εξεταστεί είναι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαιτήσεως. Για να εξεταστεί όμως η τυχόν επίδραση όσων εκεί αναφέρονται σε σχέση με τη συμφωνία των διαδίκων, πρέπει πρώτα να αποφασιστεί η σχετική ένσταση της τράπεζας. Επί του προκειμένου είναι η θέση της τράπεζας ότι η ενάγουσα κωλύεται να εγείρει τέτοιους ισχυρισμούς λόγω της υπογραφής της συμφωνίας εγγυήσεως και «την ανεπιφύλακτη αποδοχή του περιεχομένου και ένα έκαστου των όρων που περιέχονταν σε αυτήν». Προς υποστήριξη τούτου επικαλείται την υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.G. 1004 και αριθμό κυπριακών αποφάσεων που πραγματεύονται το ζήτημα. Με όλο το σεβασμό κρίνω όμως πως στη δοσμένη περίπτωση η αρχή του κωλύματος δεν τυγχάνει εφαρμογής κατά τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά της τράπεζας. Είναι ορθή βεβαίως η θέση πως η αρχή του κωλύματος θέλει πρόσωπο που εγγράφως αναλαμβάνει δέσμευση να μην δικαιούται εκ των υστέρων να ισχυριστεί ότι τα εκεί αναφερόμενα δεν είναι ορθά (βλ. Χατζηστυλλής ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 989). Αυτό γιατί, όπως αναφέρθηκε στην Gallie πιο πάνω, είναι υποχρέωση και ευθύνη του υπογράφοντος να γνωρίζει τι υπογράφει. Συνεπικουρείται δε η αρχή αυτή και από τον κανόνα του δικαίου της απόδειξης που δεν επιτρέπει αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους τέτοιου εγγράφου (βλ. Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Σε ό,τι όμως αφορά των περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο, δεν σημαίνει ότι ο συμβαλλόμενος, δηλαδή ο υπογράφων τη σύμβαση, εδώ τη σύμβαση εγγυήσεως, δεν δικαιούται μετά την υπογραφή της συμφωνίας να ισχυριστεί ότι οι όροι τούτης αντίκεινται των διατάξεων του νόμου. Κατ' αρχάς τέτοια εισήγηση δεν συνιστά ουσιαστική άρνηση των συμφωνηθέντων, φερ' ειπείν ότι άλλα είναι που συμφωνήθηκαν και άλλα είναι που καταγράφηκαν ή ότι τα συμφωνηθέντα εγγράφως τροποποιήθηκαν με παράλληλη προφορική συμφωνία. Αν αυτή ήταν η εισήγηση της ενάγουσας σαφώς και θα προσέκρουε στην αρχή του κωλύματος. Εν τούτοις εδώ άλλο είναι που διατείνεται η ενάγουσα. Εν προκειμένω η εισήγηση τούτης θέλει το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 να είναι αυτό που συμφωνήθηκε, δηλαδή ότι όντως συμφωνήθηκαν όσα εκεί περιέχονται, εν τούτοις αυτό το περιεχόμενο αντίκεινται των διατάξεων του Νόμου 93(Ι)/1996. Εφόσον λοιπόν η εισήγηση δεν καθάπτεται του περιεχομένου των συμφωνηθέντων αλλά του κύρους τούτων, δεν αντιλαμβάνομαι τίνι τρόπω προσκρούει στην αρχή του κωλύματος. Τα πιο πάνω δεν διαφοροποιούνται από το γεγονός ότι η ενάγουσα υπέγραψε το τεκμήριο 7, δηλαδή έγγραφο που την προτρέπει να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο ώστε να της εξηγηθεί η φύση και η σημασία των εγγράφων και τα αποτελέσματα τούτων. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου πως στην 3η παράγραφο του εν λόγω εγγράφου αναφέρεται ότι· « Σκοπός των ανωτέρω επιβεβαιώσεων είναι να διασφαλιστεί ότι δεν θα μπορείτε να αμφισβητήσετε τα έγγραφα των εξασφαλίσεων μετά που θα τα υπογράψετε και αφού τα υπογράψετε θα σας δεσμεύουν νομικά.» Η σημασία του περιεχομένου του τεκμηρίου 7 στόχο έχει να διασφαλίσει το οικειοθελές της υπογραφής του συνόλου των εγγράφων και να αναδείξει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη κατήλθαν στην επίδικη συμφωνία επί ίσοις όροις, δοθέντος ότι ο υπογράφων προτρέπεται να συμβουλευθεί δικηγόρο. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι ο υπογράφων τούτο το έγγραφο αποποιείται την προστασία που του παρέχει ο νόμος και συνακόλουθα κωλύεται να επικαλεστεί όσα εκεί αναφέρονται. Περαιτέρω, απλή και μόνο ανάγνωση των διατάξεων του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις φανερώνει ότι ο νόμος τυγχάνει εφαρμογής· «σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή» (άρθρο 3
(1)). Το άρθρο 5 του νόμου αποκαλύπτει όμως ότι κατά τον έλεγχο η σύμβαση είναι ήδη γεγονός, εξου και στο νόμο χρησιμοποιείται παρελθοντικός χρόνος. Για παράδειγμα το εδάφιο
(2)του άρθρου 5 διαλαμβάνει ότι υπόψη λαμβάνονται στοιχεία και περιστάσεις που ίσχυαν «κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης». Συνεπώς η σύμβαση έχει ήδη συνομολογηθεί. Εν τούτοις ο νόμος επιτρέπει αμφισβήτησή της. Περιπλέον, και το άρθρο 5
(3)του νόμου χρησιμοποιεί παρελθοντικό χρόνο αναφορικά με τη θέση των μερών, τις τυχόν πιέσεις που ασκήθηκαν και το χειρισμό που έτυχε ο καταναλωτής, στοιχείο που επίσης αποκαλύπτει ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί. Πλέον όμως αποκαλυπτικό είναι το άρθρο 6
(2)του νόμου, το οποίο αναφέρει ότι· «Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα». Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι ο έλεγχος μιας σύμβασης για καταχρηστική ρήτρα δεν είναι πάντα προληπτικός, ως διαλαμβάνεται στο άρθρο
- Μάλλον το αντίθετο ισχύει. Στις πλείστες των περιπτώσεων τούτος ο έλεγχος δεν θα είναι παρά κατασταλτικός. Αυτή όμως η διαπίστωση δεν μπορεί να συνυπάρξει με τη θέση της τράπεζας ότι άπαξ και η σύμβαση υπεγράφη αυτό σημαίνει ότι ο καταναλωτής κωλύεται να ισχυριστεί ότι είναι καταχρηστική. Αποδοχή τούτης της θέσης θα οδηγούσε σε κατάλυση του νόμου, που σκοπό έχει τη διαφύλαξη των καταναλωτικών συμβάσεων από τον κίνδυνο καταχρηστικών ρητρών. Όπως έχει υποδειχθεί το μόνο κώλυμα της ενάγουσας είναι να αρνηθεί ότι υπέγραψε την επίδικη σύμβαση με αυτούς τους όρους, ή ότι η τράπεζα δεν της ανέφερε όσα σημειώνονται στο τεκμήριο
- Κατά τα λοιπά το επιχείρημα της υπεράσπισης απαντάται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Οικονομίδης ν. Alliance International Reinsurance Co Ltd κ.α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 2053, 2060, όπου υποδείχθηκε ότι· « Δεν υπάρχει άκαμπτος και απόλυτος κανόνας αναφορικά με το κατά πόσο μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής του κωλύματος (estoppel) για την εξουδετέρωση δικαιώματος που απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Σε αγγλική νομολογία, όμως, έχει γίνει αναφορά στο ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχή του κωλύματος για να παρακάμψει δικαίωμα του άλλου διάδικου το οποίον απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Αν μια νομοθετική πρόνοια βασίζεται σε σαφή δημόσια πολιτική τότε το δικαίωμα που απορρέει από τέτοια νομοθετική πρόνοια δεν μπορεί να παρακαμφθεί με την εφαρμογή της αρχής του κωλύματος. Σε άλλες όμως περιπτώσεις νομοθετικών προνοιών που αφορούν π.χ. σε τύπους ή χρονικούς περιορισμούς, το δικαίωμα που απορρέει από τη νομοθετική πρόνοια μπορεί να παρακαμφθεί με τη λειτουργία της αρχής του κωλύματος (Δέστε: Halsbury's Laws of England, Reissue, Τόμος 16
(2), παράγραφος 960-963, σελ. 413-420 και τη νομολογία που αναφέρεται στις σελίδες εκείνες).» Αυτό είναι που ισχύει και εδώ. Η οδηγία 93/13/ΕΟΚ, την οποία ενσωμάτωσε στο ημεδαπό δίκαιο ο Ν.93(Ι)/96, θέλει το νόμο να προστατεύει τον καταναλωτή που θεωρείται ότι βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση εν συγκρίσει με τον προμηθευτή, ώστε να απαλλάξει τις συμβάσεις εντός της ενοποιημένης και ελεύθερης αγοράς από καταχρηστικές ρήτρες. Συνεπώς, το γεγονός ότι ο καταναλωτής, δηλαδή η ενάγουσα, υπέγραψε τη σύμβαση εγγυήσεως (τεκμήριο 1), δεν σημαίνει ότι κωλύεται σήμερα να υποστηρίξει πως το έγγραφο εμπεριέχει καταχρηστικές ρήτρες. Ο σχετικός νόμος διαφυλάσσει τούτο το δικαίωμα του καταναλωτή, όχι απλώς για προστασία του ιδίου, αλλά και για εξομοίωση και προστασία αυτών τούτων των συμβατικών ηθών σε μια ενιαία αγορά, εφόσον κατ' αυτό τον τρόπο εξυπηρετείται η οικονομία και κατ' επέκταση το κοινωνικό σύνολο καθώς και ο καταναλωτής. Εν κατακλείδι, σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβεβαιώνουν, σε πρακτικό πλέον επίπεδο, ότι η εξέταση του κατά πόσο ρήτρα είναι ή όχι καταχρηστική, εξετάζεται στο πλαίσιο της δίκης (βλ. Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino, C-618/10, ημερομ. 14/06/2012). Σχετική όμως είναι και η υπόθεση Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A170, Πολ. Έφ. 283/10, ημερομηνίας 10/03/2015, όπου ένας εκ των λόγων έφεσης ήταν η καταχρηστικότητα ρήτρας και υποβλήθηκε αίτημα παραπομπής προδικαστικού ζητήματος στο ΔΕΕ γι' αυτό ακριβώς το θέμα. Αν και το αίτημα παραπομπής απερρίφθη, το Δικαστήριο άκουσε τούτο και δεν έκρινε ότι εμποδίζετο λόγω κωλύματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η υπεράσπιση του κωλύματος δεν ευσταθεί κατά τον τρόπο και στην έκταση που η τράπεζα διατείνεται και συνεπώς το Δικαστήριο δύναται να ακούσει το σχετικό επιχείρημα. Αν και όλα τα πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι η υπεράσπιση του κωλύματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να αποφασίσει όσα η ενάγουσα διατείνεται, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτομάτως ελευθερώνεται ο δρόμος εξέτασης τούτων. Το κατά πόσο ζήτημα καθίσταται επίδικο έχει να κάνει με τις έγγραφες προτάσεις. Επί του προκειμένου οι ισχυρισμοί που έχουν να κάνουν με παράβαση διαφόρων νομικών διατάξεων αποτελούν αντικείμενο της παραγράφου 6 της έκθεσης απαιτήσεως. Λόγω της σημασίας τούτης το περιεχόμενο της μεταφέρεται αυτούσιο. Αναφέρεται εκεί ότι· « Είναι ισχυρισμός της Ενάγουσας, ότι οι Εναγόμενοι παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή καταχρηστικά και/ή άνευ νομίμου ανταλλάγματος και/ή Διατάγματος και/ή Απόφασης οποιουδήποτε Δικαστηρίου, προχώρησαν κατά ή περί τον Μάιο του 2012 στη δέσμευση και/ή κατακράτηση και/ή οικειοποιήθηκαν από τον προσωπικό λογαριασμό της Ενάγουσας υπ' αρ. XXXXX8521 το ποσό των €16.635,90.- κατά παράβαση των Δικαιωμάτων της όπως αυτά προστατεύονται από το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), από τον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, άρθρα 91, 92, 93 και 97 και/ή κατά παράβαση των δικαιωμάτων της ως Εγγυήτριας όπως προστατεύονται από τον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 και συγκεκριμένα από τα άρθρα 9 και 10 και/ή κατά παράβαση του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (93(Ι)/1996) και συγκεκριμένα από τα άρθρα 5, 6 και 9 εδάφιο
(7).» Και τίθεται το ερώτημα· τα πιο πάνω ικανοποιούν ορθή δικογράφηση παράβασης νομοθετικής διάταξης; Το ερώτημα απαντάται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Παναγή κ.α. v. Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145, όπου στη σελίδα 154 λέχθηκε ότι∙ « Εμπεριέχετο στην πιο πάνω αξίωση και ισχυρισμός περί παράβασης νομίμων καθηκόντων του Κτηματολογίου, οι οποίες και εξειδικεύονται στις λεπτομέρειες της παρ. 19, με αναφορά σε λανθασμένους χειρισμούς λειτουργών του στη βάση όμως κοινού σχεδίου με την Ελπινίκη προς εξαπάτηση του Κύπρου, πατέρα του εφεσείοντος. Δεν ήταν συνεπώς ορθή η χρήση διαφόρων νομοθετικών προνοιών, ως βάση για δικαίωση του εφεσείοντος, οι οποίες εμφανίστηκαν στο προσκήνιο μόνο κατά το σχέδιο αγόρευσης του εφεσείοντος, που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο κατά το καταληκτικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, στη βάση εγγράφου που είχε ετοιμάσει ο τότε δικηγόρος του, ο οποίος διαφωνώντας με τον εφεσείοντα ως προς τα όσα πρόσθετα ήθελε να συμπεριλάβει, ζήτησε και έλαβε άδεια να αποχωρήσει. Δεν υπήρχε καμιά σαφής επίκληση των άρθρων 26
(1)και 47 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189 ή του άρθρου 49 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, τα οποία και συζήτησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του, για να καταλήξει ότι η επ' ονόματι της Ελπινίκης εγγραφή ήταν τελικώς λανθασμένη. Αυτή η νομοθετική βάση έπρεπε όμως να τίθετο με την ακρίβεια και τη λεπτομέρεια που απαιτούν και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας (Δ.19, θ.13), ιδιαίτερα σ' ό,τι αφορά την παραβίαση των νομίμων καθηκόντων του εναγομένου 5 και των αντιπροσώπων αυτού. (δέστε The Annual Practice, 1958, O.19, r.15, σελ. 468-9 και Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 14η Έκδ., Τόμος 1, σελ. 19, παρ. 1-29 και για παράδειγμα προτύπου, Τόμος 2, σελ. 1153-54, παρ. 71-S.19). Η ορθή δικογράφηση θα έδινε και το στίγμα της ανάλογης τοποθέτησης της υπεράσπισης στη δική της δικογραφία.» Σχετικό είναι και το απόσπασμα που εντοπίζεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 517 κάτω από τον τίτλο Pleading. Αναφέρεται εκεί ότι· « If a plaintiff's cause of action, depends on a statute, he must plead all facts necessary to bring him within that statute (Seear v. Lawson
(1880)16 Ch. D.121; Read v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 128); accordingly, in every claim based upon a breach of any provision of the Factories Act 1961, or of any regulation or order made thereunder, all facts necessary to bring the case within the particular provision relied on must be pleaded, and the breach must be alleged by reference to the particular provision in question which must be specifically referred to or identified.» Είμαι της γνώμης ότι η ορθή δικογράφηση ισχυρισμού ότι όρος σύμβασης αντίκειται νομοθετικής διάταξης, δεν εξαντλείται στον προσδιορισμό τούτης της διάταξης. Υποχρέωση της ενάγουσας ήταν να δικογραφήσει όχι μόνο το άρθρο του νόμου που επικαλείται, αλλά και τα γεγονότα που κατά την ίδια αναδεικνύουν τούτη την παράβαση, παντρεύοντας τα δύο κατά τρόπο που να στοιχειοθετείται το παράπονο. Σε σχέση με τον ισχυρισμό καταχρηστικής ρήτρας αναμενόμενο ήταν να δικογραφήσει τη ρήτρα ή τις ρήτρες, που θεωρεί ότι είναι καταχρηστικές, ώστε όλοι οι παράγοντες της δίκης να γνωρίζουν με τι έχουν να κάνουν. Αναμενόμενο ήταν ακόμη να αιτείται θεραπεία σε σχέση με τούτη τη ρήτρα, φερ' ειπείν ακύρωσή της, ιδιαίτερα όταν ο ίδιος ο νόμος, εν προκειμένω ο Ν.93(Ι)/1996, διαλαμβάνει ότι ακόμη και αν συγκεκριμένη ρήτρα κριθεί καταχρηστική η σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει, εκτός εάν δεν δύναται να συνεχίσει χωρίς τη ρήτρα που κρίθηκε καταχρηστική (άρθρο 6
(2)). Ανάλογη ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Περικλέους πιο πάνω, όπου αναφέρθηκε ότι· « Όπως διαπιστώνεται από την εκτεταμένη ΄Εκθεση Απαίτησης της Αιτήτριας στην πρωτόδικη διαδικασία, δεν δικογραφούνται ισχυρισμοί, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών, παρά μόνο παρενθετική επίκληση ετεροβαρών όρων (παράγραφος 9(ε) της Εκθεσης Απαίτησης). Κατά προέκταση ούτε και στην πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε τέτοιο ζήτημα. Τελικά η αξίωση της Εφεσείουσας, όπως προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις της, εδράζεται σε πληθώρα αιτιών αγωγής, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από επίκληση παράβασης συμφωνίας εκ μέρους των Εφεσιβλήτων, παράλειψής τους να ενεργήσουν σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην επίδικη συμφωνία και παράβασης, εκ μέρους τους, εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων τους ως θεματοφυλάκων και/ή επιτρόπων και/ή εμπιστευματοδόχων και/ή αντιπροσώπων της Εφεσείουσας. Περαιτέρω, διαζευκτικά, διεκδικούνται αποζημιώσεις στη βάση δόλου, απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων των Εφεσιβλήτων. Συνεπώς ούτε επίκληση ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών εντοπίζεται στην Εκθεση Απαίτησης, αλλά ούτε και αξιώνονται θεραπείες στη βάση αυτή.» (ο τονισμός είναι δικός μου) Εδώ εκείνο που δικογραφείται δεν είναι η ρήτρα αλλά η ενέργεια της τράπεζας, εν προκειμένω το αποτέλεσμα, δηλαδή ότι δεσμεύθηκε και εν τέλει κατασχέθηκε το προαναφερθέν ποσό. Δεν εξηγείται όμως βάσει ποιου όρου της σύμβασης έγινε τούτο, ούτε και ζητείται ακύρωση τέτοιου όρου που να συναρτάται εν τέλει με δικανική αιτιολόγηση δεικνύουσα ότι η σχετική ρήτρα αντίκειται στην επικαλούμενη διάταξη του νόμου. Σε πρακτικό επίπεδο το πρόβλημα αναδεικνύεται σοβαρότερο όταν στο στάδιο αγορεύσεων η ενάγουσα σχολίασε όχι μόνο τη ρήτρα γενικού δικαιώματος επίσχεσης, αλλά αριθμό ρητρών που έχουν να κάνουν είτε με αυξομείωση των διευκολύνσεων είτε του επιτοκίου (βλ. σελίδες 17 και 18 της γραπτής αγόρευσης της ενάγουσας). Διερωτάται όμως κανείς· ποιος δικογραφημένος ισχυρισμός ομιλεί περί τούτου και ποια είναι η θεραπεία που συναφώς αξιώνεται. Η απάντηση είναι προφανής και αποκαλυπτική όσων προαναφέρθηκαν. Τίποτα αναφέρεται στο δικόγραφο που να δηλοί ότι συγκεκριμένη ρήτρα είναι καταχρηστική βάσει των διατάξεων του Ν.93(Ι)/
- Δεν νοείται όμως γενική και αόριστη δικογράφηση, εφόσον δεν αναμένεται in abstracto θεώρηση των ρητρών της σύμβασης εγγυήσεως, αλλά διερεύνηση τούτης υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων ισχυρισμών που περιέχονται στο δικόγραφο. Εδώ ποια ρήτρα της σύμβασης να συζητηθεί και ποια θεραπεία να ικανοποιηθεί όταν δεν αξιώνεται τέτοια. Είναι λοιπόν σαφές ότι δεν έχει δικογραφηθεί συγκεκριμένη ρήτρα της σύμβασης, ενώ ως προαναφέρθηκε μόλις στο στάδιο των αγορεύσεων υπεδείχθησαν συγκεκριμένες ρήτρες ως καταχρηστικές. Εν όψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η ενάγουσα απέτυχε να δικογραφήσει παράβαση του νόμου περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν.93(Ι)/1996και συνεπώς τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να καταστεί επίδικο. Τα προμνησθέντα δεν περιορίζονται απλώς στον Ν.93(Ι)/
- Οι ίδιες αρχές καλύπτουν και τις διατάξεις των δύο άλλων νομοθετημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαιτήσεως, δηλαδή το Κεφ. 149 και το Ν.197(Ι)/2003, που εν πάση περιπτώσει επικουρικά επικαλέστηκε η ενάγουσα, υποστηρίζοντας εν προκειμένω ότι οι ρήτρες της σύμβασης είναι καταχρηστικές γιατί αντίκεινται των δικαιωμάτων που παρέχουν τα δύο αυτά νομοθετήματα. Και σε αυτό όμως το πλαίσιο δεν δικογραφείται γεγονός, φερ' ειπείν ρήτρα σύμβασης ή ενέργεια της τράπεζας που να συναρτάται με τα εκεί αναφερόμενα άρθρα και εν τέλει την αιτούμενη θεραπεία. Λόγου χάριν ποια είναι εκείνη η ενέργεια που η ενάγουσα θεωρεί ότι συνιστά μεταβολή των όρων της συμφωνίας, ως διαλαμβάνεται στα άρθρα 91-97 του Κεφ. 149 και ποιοι οι λόγοι που θέλουν την ενέργεια της τράπεζας να είναι ασυμβίβαστη με τις διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του Ν.197(Ι)/
- Τίποτα από αυτά αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως, με αποτέλεσμα ουδείς να γνωρίζει σε ποιους ισχυρισμούς εδράζεται η αξίωση. Και όντως η υπεράσπιση δεν παρέθεσε γεγονότα που να απαντούν τούτες τις θέσεις που ποτέ πριν την αγόρευση προσδιορίστηκαν. Η ουσία των πάρα πάνω αναδεικνύεται από αυτό το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης της ενάγουσας. Στη σελίδα 19 του εγγράφου Α αναφέρεται ότι· « Κατά πρώτο λόγο, πουθενά στα δικόγραφα αλλά και στα κατατεθέντα στο Δικαστήριο παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, δεν υπάρχει και δεν γίνεται αναφορά σε καμία επιστολή, η οποία να απεστάλη από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα, με την οποία να ενημερώνετο η τελευταία, αναφορικά με τις καθυστερήσεις της πρωτοφειλέτριας στην αποπληρωμή του εν λόγω δανείου, κατά παράβαση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας ως αυτά κατοχυρώνονται από το άρθρο 12 του Ν. (197(Ι)/2003). .» Εν τούτοις η έκθεση απαιτήσεως της ενάγουσας φανερώνει ότι δεν δικογραφείται το άρθρο 12 του Ν.197(Ι)/2003 και περαιτέρω, πουθενά αναφέρεται ισχυρισμός ως αυτός που τέθηκε στην αγόρευση. Αναδεικνύεται έτσι η σπουδαιότητα ορθής δικογράφησης για να γνωρίζουν όλοι αυτό που αναμένεται να απασχολήσει. Όπως και να έχει όμως, δεν νοείται γενική και αόριστη επίκληση ισχυρισμού περί παραβιάσεως νομοθεσίας να δικαιολογήσει διεύρυνση επίδικων θεμάτων στο στάδιο αγορεύσεων. Το άρθρο 12 του Ν.197(Ι)/2003 ουδέποτε αναφέρθηκε στην έκθεση απαιτήσεως και ούτε ηγέρθη ισχυρισμός ότι η τράπεζα δεν συμμορφώθηκε με τις διατάξεις τούτου. Δικαίως συνεπώς η τράπεζα δεν απάντησε σε σχέση με αυτό το ζήτημα, εφόσον ουδέποτε κατέστη επίδικο. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι ούτε η παράβαση των διατάξεων του Κεφ. 149 και του Ν.197(Ι)/2003 κατέστη επίδικη, λόγω της δικογράφησης που έτυχε από την ενάγουσα. Είναι αντιληπτό ότι εφόσον έχει κριθεί πως η σύμβαση των μερών (τεκμήριο 1) επέτρεπε στην τράπεζα να πράξει ότι τελικώς έπραξε και περαιτέρω έχει κριθεί ότι το δικόγραφο της ενάγουσας δεν καθιστά επίδικο οτιδήποτε που δυνατό να οδηγούσε σε ακύρωση του όρου που δικαιολογεί κατάσχεση του ποσού, η αγωγή δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί σε απόρριψη. Παρ' όλα αυτά, λόγω της ιδιαιτερότητας του ζητήματος αλλά και της πιθανότητας διαφοροποίησης των πιο πάνω σε δεύτερο βαθμό, κρίνω ορθό να μην αφήσω ασχολίαστα όσα τελικώς υποστήριξε η ενάγουσα. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι η ρήτρα που επιτρέπει στην τράπεζα να κατάσχει οιονδήποτε ποσό βρίσκεται σε λογαριασμό της, είναι καταχρηστική. Αυτό γιατί δεν είναι προϊόν διαπραγμάτευσης, γεγονός λέει που διαπιστώνεται από το ότι υπογράφηκε ταυτόχρονα με τη σύμβαση δανείου και επιπλέον είθισται οι όροι να είναι προδιατυπωμένοι. Περιπλέον, θέτει το ερώτημα κατά πόσο η τράπεζα έχει δικαίωμα επίκλησης τέτοιου όρου, τη στιγμή που οι λογαριασμοί ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα, δηλαδή εγγυητή και πρωτοφειλέτη και διερωτάται κατά πόσο λήφθηκε υπόψη ο Ν.197(Ι)/
- Είναι η θέση της ενάγουσας ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από το Ν.197(Ι)/2003ουδόλως λήφθηκαν υπόψη, εφόσον ο όρος αυτός, αλλά και ολόκληρο το περιεχόμενο της σύμβασης, έρχονται σε σύγκρουση με ό,τι εκεί αναφέρεται. Ιδιαίτερα όμως δυνάμει αυτού του όρου, λέει η ενάγουσα, η τράπεζα είχε δικαίωμα να οδηγήσει το λογαριασμό σε υπέρβαση, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που απορρέουν από αυτό. Και στη δοσμένη περίπτωση η τράπεζα κατακράτησε τα χρήματα χωρίς προειδοποίηση, με αποτέλεσμα η επιταγή που εξέδωσε η ενάγουσα, τεκμήριο 6, να επιστραφεί απλήρωτη. Συνεπώς, καταλήγει η ενάγουσα· « .ο ανωτέρω επίδικος όρος, για όλους τους πιο πάνω λόγους, διαταράσσει υπέρμετρα τη συμβατική ισορροπία σε βάρος του καταναλωτή/εγγυήτριας, καθώς επίσης αυξάνει υπέρμετρα τις υποχρεώσεις του καταναλωτή/εγγυήτριας έναντι της Τράπεζας, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Ν. 91(Ι)1996.» Περιπλέον είναι η θέση της ενάγουσας ότι η συγκεκριμένη πρόνοια της σύμβασης εγγυήσεως αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του Ν.197(Ι)/2003, εφόσον αποστέρησε από την ενάγουσα το δικαίωμα να αιτηθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που ήθελε εκδοθεί. Τέλος, είναι η θέση της ενάγουσας ότι ο σχετικός όρος αντίκειται στο Σύνταγμα, εφόσον της αποστέρησε το δικαίωμά της για πρόσβαση στο Δικαστήριο και διάγνωση των αστικών της δικαιωμάτων, τη στιγμή που η τράπεζα απέκτησε περιουσία της μονομερώς και χωρίς να εξασφαλίσει απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου. Αναμφίβολα σε μια τραπεζική σύμβαση ο καταναλωτής, εν τη εννοία του Ν.93(Ι)/1996, θεωρείται το ασθενέστερο μέρος όσον αφορά εξουσία διαπραγμάτευσης και επίπεδο πληροφορήσεως, κατάσταση που τον υποχρεώνει να προσχωρήσει στους όρους που έχουν καταρτίσει εκ των προτέρων από το άλλο μέρος, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει το περιεχόμενό τους. Τούτο έχει αναγνωριστεί στην υπόθεση C-26/13 Arpad Kasler v. OTP Jelzalogbank Zrt, ημερομηνίας 30/04/2014 (βλ. σκέψη 39). Η αναγνώριση όμως και μόνο ότι δεν προηγήθηκε διαπραγμάτευση, δεν οδηγεί σε διαπίστωση κατάχρησης. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 5 του Ν.93(Ι)/96, ρήτρα είναι καταχρηστική αν «παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση». Το ίδιο άρθρο, εδάφια
(2),
(3)και
(4)εξηγούν πώς εκτιμάται ο καταχρηστικός χαρακτήρας και παραπέμπουν σε παράρτημα που περιέχει ενδεικτικό αλλά όχι εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Προστίθεται εν τούτοις αυτό που ειπώθηκε στην υπόθεση C-478/99 Commission of the European Communities v. Kingdom of Sweden, ημερομηνίας 07/05/2002· δηλαδή ότι ρήτρα η οποία περιλαμβάνεται στον κατάλογο του εν λόγω παραρτήματος δεν πρέπει κατ' ανάγκη να θεωρείται καταχρηστική και αντιστρόφως, ρήτρα η οποία δεν περιλαμβάνεται σε αυτόν μπορεί εν τούτοις να κηρυχθεί καταχρηστική (σκέψη 11). Έχει ήδη υποδειχθεί ότι η νομολογία του ΔΕΕ εκλαμβάνει ως δεδομένο πως σε τέτοιες τραπεζικές συμβάσεις δεν προηγείται διαπραγμάτευση. Συνεπώς ο καταναλωτής, και χρησιμοποιώ τη γλώσσα της σύμβασης και του νόμου, θεωρείται ασθενέστερο μέρος. Δεν είναι όμως άνευ σημασίας να υποδειχθεί ότι εδώ ο καταναλωτής δεν είναι ο πρωτοφειλέτης αλλά ο εγγυητής. Έχει τούτο τη δική του σημασία εφόσον η λογική της σύμβασης και του νόμου θέλει το σύνολο των περιβάλλουσων περιστάσεων να αποτιμάται με σκοπό να διαπιστωθεί αν η ρήτρα είναι καταχρηστική. Ο εγγυητής λοιπόν, εν αντιθέσει με τον πρωτοφειλέτη, εισέρχεται στη σύμβαση ιδία βουλήσει και χωρίς να πιέζεται από εξωγενείς και αλλότριους παράγοντες, φερ' ειπείν την ανάγκη για χρηματοδότηση ώστε να επιτύχει κάποιο προσδοκώμενο σκοπό ή επειδή πιέζεται οικονομικά. Αντιθέτως ο εγγυητής έχει κάθε ευχέρεια να αρνηθεί να εγγυηθεί τον πρωτοφειλέτη, ειδικά εδώ που όλοι οι εμπλεκόμενοι είναι φυσικά πρόσωπα και όχι διευθυντές ή μέτοχοι εταιρείας που επιδιώκουν την οικονομική ευρωστία τούτης. Ως εκ τούτου αναμένεται να μην εισέλθει στη σύμβαση αν διαφωνεί με τους προτεινόμενους όρους. Προστίθεται ακόμη και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7, που καλούσε την ενάγουσα να λάβει νομική συμβουλή, γεγονός ουδόλως ευκαταφρόνητο. Η επιλογή της ενάγουσας να μην εισακούσει τις παροτρύνσεις της τράπεζας και να αναζητήσει νομική συμβουλή, δεικνύει πλήρη αντίληψη των πραγμάτων και οικειοθελή αποδοχή όσων συμφωνήθηκαν. Είναι γι' αυτό ακριβώς το λόγο που ο νόμος επιτάσσει το λεκτικό της ρήτρας να είναι σαφές και κατανοητό. Και στην προκείμενη περίπτωση δεν βλέπω πώς δεν ήταν, όταν κατά τρόπο σαφή και απερίφραστο η σχετική ρήτρα ομιλεί για γενικό δικαίωμα επίσχεσης επί παντός ποσού χρημάτων που ανήκει στον εγγυητή, μόλις τούτο περιέλθει στην κατοχή της τράπεζας. Εν ολίγοις, εξ αρχής η τράπεζα διατυμπάνισε και κατέστησε γνωστή αλλά και σαφή την πρόθεσή της πως σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης αποτύχει να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του, η κατάσχεση της περιουσίας του εγγυητή που βρίσκεται στα χέρια της τράπεζας είναι μια από τις προσφερόμενες επιλογές ικανοποίησης της σύμβασης. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το λεκτικό της ρήτρας είναι ξεκάθαρο και πλήρως κατανοητό. Η ρήτρα παραβιάζει, διατείνεται η ενάγουσα, δικαιώματα που παρέχονται με τον Ν.197(Ι)/2003. Δεν διαφωνώ ότι ο Ν.197(Ι)/2003, άρθρα 9 και 10 που η ενάγουσα επικαλείται, παρέχουν δικαίωμα στον εγγυητή να αιτηθεί αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης μέχρι το σημείο που επιβεβαιωμένα ο πρωτοφειλέτης δεν έχει πόρους ικανοποίησης τούτης και νοουμένου ότι το Δικαστήριο ήθελε κρίνει τούτο πρέπον. Εδώ είναι που η ενάγουσα εστιάζει το παράπονο της, εφόσον η επίμαχη ρήτρα παρέκαμψε τούτα τα δικαιώματα και οδήγησε σε πρωθύστερη, κατά το νόμο, ικανοποίηση της απαίτησης από τον εγγυητή αντί τον πρωτοφειλέτη. Επί του προκειμένου απόλυτα σχετική και καθοδηγητική των δικαιωμάτων του εγγυητή είναι η υπόθεση Λοφίτης κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A494, Πολ. Έφ. 220/13, ημερομηνίας 27/11/2019. Αναφέρθηκε εκεί ότι· « Ενώ οι υποχρεώσεις των εγγυητών πηγάζουν από τη σχετική σύμβαση, τα δικαιώματα τους είναι δημιούργημα των αρχών της επιείκειας, από την οποία πηγάζει η προστασία τους (China and South Sea Bank Ltd v. Tan [1900] 1 AC 536). Όπως ελέχθη από τον Pollock, CB, στην Watts v. Shuttleworth
(1860)5 H&N 235, 248: «The rights of a guarantor depend rather upon principles of equity than upon the actual contracts between him and the creditor». Τροποποιήσεις στη βασική συμφωνία μεταξύ πιστωτή-πρωτοφειλέτη, εκτός αν είναι σαφώς επουσιώδεις και εμφανώς δεν επηρεάζουν τον εγγυητή (Samuels Finance Group plc v. Beechmanor Ltd
(1993)67 P&CR 282 και National Westminster Bank plc v. Riley [1986] BCLC 268 CA), όπως και η παράταση χρόνου από τον πιστωτή προς τον πρωτοφειλέτη, χωρίς τη συγκατάθεση του εγγυητή, είναι μεταξύ των περιστάσεων που, κατά τις αρχές της επιείκειας, μπορούν να οδηγήσουν σε απαλλαγή του εγγυητή από τη δική του ευθύνη (Samuell v. Howarth
(1817)3 Mer 272). Είναι όμως δυνατόν να περιλαμβάνονται πρόνοιες σε μια συμφωνία εγγύησης, με τις οποίες να αναγνωρίζεται δικαίωμα στο δανειστή να τροποποιήσει τη βασική συμφωνία του με τον πρωτοφειλέτη, ή να δώσει παράταση χρόνου, ή ακόμα και να απαλλάξει τον πρωτοφειλέτη, ή να προβεί και σε άλλες πράξεις που κατά την επιείκεια κανονικά θα οδηγούσαν σε απαλλαγή του εγγυητή. Σε τέτοια περίπτωση εξουδετερώνεται η προστασία που η επιείκεια, κατά τα άλλα, προσφέρει στον εγγυητή. Σχετικές είναι οι αποφάσεις στις οποίες το πρωτόδικο δικαστήριο παρέπεμψε: British Motor Trust Co. v. Hyams
(1934)50 T.L.R. 230, Perry v. National Provincial Bank of England
(1910)1 Ch. 464, C.A., Yates v. Evans
(1892)61 L.J. Q.B. 446 και Cowper v. Smith
(1838)4 M & W 519. Το ίδιο αποτέλεσμα δυνατόν να έχει και ρήτρα όπως ο όρος 4(
- ix)στην παρούσα συμφωνία όπου, ως άνω, ρητά αναφέρει ότι οι εγγυητές θα είχαν καθόλα ευθύνη ως πρωτοφειλέτες (Greenwood v. Francis [1899] 1 QB 312 και National Westminster Bank (ανωτέρω)). H κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή. Οι σχετικοί λόγοι έφεσης 3, 4 και 5 απορρίπτονται. Ως εκ των άνω προκύπτει ότι δεν ευσταθεί ούτε η θέση των εφεσειόντων πως ο όρος 4(
- i)είναι καταχρηστικός και αντίθετος με τον περί Συμβάσεων Νόμο και μη εφαρμόσιμος. Όπως παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο αποτελεί συνηθισμένο όρο στην τραπεζική πρακτική. Εναπόκειτο στα μέρη να τον συμφωνήσουν ή όχι. Εφόσον συμφωνήθηκε είχε ως αποτέλεσμα, ως άνω, να διατηρηθεί η ευθύνη των εφεσειόντων ως εγγυητών, έστω και αν οι περιστάσεις θα μπορούσαν κατά τα άλλα να οδηγήσουν σε απαλλαγή τους επί τη βάσει της επιείκειας.» Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι παρά τα δεδομένα και αναγνωρισμένα δικαιώματα του εγγυητή, είναι εφικτό μια σύμβαση να εξουδετερώσει τούτα. Όπως ακριβώς έγινε και εδώ με γλώσσα σαφή και ξεκάθαρη, σε σχέση με τον εγγυητή που ως εκ της θέσεως του οι αντιστάσεις του είναι σθεναρότερες, συγκριτικά με τον πρωτοφειλέτη και ως εκ τούτου εισήλθε στη σύμβαση ιδία βουλήσει και χωρίς πιέσεις. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και πάντα σε σχέση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της επίδικης υπόθεσης όπου η ενάγουσα υπέγραψε ως εγγυήτρια, δεν διαπιστώνεται απουσία καλής πίστης από μέρους της τράπεζας, αλλά ούτε και η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου κατατάσσει τη σχετική σύμβαση σε οιανδήποτε από τις κατηγορίες του άρθρου 5
(3)και
(4)του Ν.93(Ι)/96, ώστε να προκύψει συμπέρασμα ότι η ρήτρα είναι καταχρηστική. Καταλήγω συνεπώς ότι υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, η ρήτρα «Γενικού Δικαιώματος Επίσχεσης» δεν είναι καταχρηστική. Τα πιο πάνω, ιδιαίτερα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Λοφίτης, απαντούν και τις αιτιάσεις της ενάγουσας σε σχέση με τα άρθρα 91 έως 97 του Κεφ.149. Εν προκειμένω είναι η κατάληξή μου ότι δεν διαπιστώνεται παραβίαση των προμνησθέντων διατάξεων, δοθέντος ότι η σύμβαση εγγυήσεως δικαιολογεί τις ενέργειες της τράπεζας. Τέλος, δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω το συλλογισμό της ενάγουσας σε σχέση με παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος και δη του δικαιώματος που προστατεύει την πρόσβαση στο Δικαστήριο. Αυτή τούτη η δικαστική διαδικασία καταδεικνύει ότι ουδέν τέτοιο δικαίωμα στερήθηκε. Αν τώρα το επιχείρημα είναι πως η τράπεζα δεν δικαιούτο να κατάσχει το επίδικο ποσό και υποχρέωσή της ήταν να ενάγει την ενάγουσα μαζί με την πρωτοφειλέτρια και την άλλη εγγυήτρια για καταβολή τούτου, επειδή η πρωτοφειλέτρια δεν τίμησε τις υποχρεώσεις της, ευθέως απαντώ ότι αυτό δεν με βρίσκει σύμφωνο και συνιστά οξύμωρη αντινομία που οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα. Γιατί δηλαδή το συνταγματικό δικαίωμα θα ικανοποιείτο αν η τράπεζα δεν κατέσχε το ποσό και αντ' αυτού ενήγαγε την ενάγουσα, αλλά δεν ικανοποιείται τώρα που οι ρόλοι αντιστρέφονται; Εν πάση περιπτώσει έχει υποδειχθεί ότι τόσο η συμφωνία των διαδίκων όσο και το τραπεζικό δίκαιο δικαιολογούν συνένωση λογαριασμών και θέλουν χρήματα που κατατέθηκαν σε λογαριασμό να μην ανήκουν στον καταθέτη αλλά στην τράπεζα. Ο καταθέτης δικαιούται απλώς να απαιτήσει ανάλογο ποσό σε χρόνο που τα μέρη συμφωνούν. Μετατρέπεται έτσι σε δανειστή και η τράπεζα σε οφειλέτη και ο λογαριασμός δεικνύει το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο. Υπό αυτή την έννοια τα χρήματα δεν ήταν της ενάγουσας αλλά της τράπεζας. Αποτέλεσμα της μη καταβολής τους άμα τη απαιτήσει της ενάγουσας, ήταν η καταχώριση της παρούσης. Σε αυτό το πλέγμα γεγονότων δεν διακρίνω παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος για πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Ούτε και ήταν λογικό να επιστρέψει η τράπεζα το ποσό, απλώς και μόνο για να κινηθεί στη συνέχεια νομικά και να το απαιτήσει. Εδώ είναι που εντοπίζεται και ο παραλογισμός στο σχετικό επιχείρημα της ενάγουσας. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει λόγους που δικαιολογούν τις αξιώσεις της. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ των εναγομένων και εις βάρος της ενάγουσας. (Υπ)....................................... Λ.Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο