← Κύπρος

ASTROBANK LIMITED ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ & ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Γενική Αίτηση/Έφεση αρ.: 642/17, 22/5/2020

ASTROBANK LIMITED ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ & ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Γενική Αίτηση/Έφεση αρ.: 642/17, 22/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A244 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση/Έφεση αρ.: 642/17 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/65)μέχρι (Αρ.10 & Αρ.11) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Άρθρο 2 του Νόμου 139(I)/2015), Άρθρα 441Θ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ και Αρ.11/2015 (Ν.198(Ι)/2015). -και- Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224,΄Αρθρο 80 (ως έχει τροποποιηθεί). ΜΕΤΑΞΥ: USB BANK PLC (πρώην UNIVERSAL BANK PUBLIC LTD, πρώην UNIVERSAL BANK LTD) από τη Λευκωσία Αιτήτριας/Εφεσείουσας και

  1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ & ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
  2. XXXXX Χατζηιωάννου
  3. SUPERCHICK HATCHERIES LIMITED (A.E. 6683)
  4. SUPERCHICK POULTRY FARM LIMITED (A.E. 6684)
  5. ROCKLAND SHOES LIMITED (Α.Ε. 41289) Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 5/4/2019 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/65)μέχρι (Αρ.10 & Αρ.11) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Άρθρο 2 του Νόμου 139(I)/2015), Άρθρα 441Θ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ και Αρ.11/2015 (Ν.198(Ι)/2015). -και- Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224,΄Αρθρο 80 (ως έχει τροποποιηθεί). ΜΕΤΑΞΥ: ASTROBANK LIMITED, H.E. 189515, από τη Λευκωσία Αιτήτριας/Εφεσείουσας και
  6. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ & ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
  7. XXXXX Χατζηιωάννου
  8. SUPERCHICK HATCHERIES LIMITED (A.E. 6683)
  9. SUPERCHICK POULTRY FARM LIMITED (A.E. 6684)
  10. ROCKLAND SHOES LIMITED (Α.Ε. 41289) Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων Ημερομηνία: 22/5/2020 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια/Εφεσείουσα: κα Μιλτιάδους για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο αρ.1: κα Κ. Παπαδοπούλου, δικηγόρος, για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Καθ' ου η Αίτηση αρ.5: κ. Χρ. Χριστοφόρου για Χριστόφορος Α. Χριστοφόρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση της η Αιτήτρια/Εφεσίουσα αιτείται τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και/ή όπως το Δικαστήριο προβεί στην ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαταγής και/ή γνωστοποίησης και/ή απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερομηνίας 21/9/2017 στην αίτηση με αριθμό ΑΕΑ 1052/2015 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, με την οποία ειδοποιεί για τη μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι της Εταιρείας ROCKLAND SHOES LTD (Α.Ε.41289), δυνάμει σύμβασης, ενώ το ακίνητο βαρύνεται από Υποθήκη/Εμπράγματο Βάρος προς όφελος και/ή εξασφάλιση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την απόφαση/ειδοποίηση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ. 21/09/2017 και που επισυνάπτεται με την παρούσα ως Παράρτημα Α. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει και/ή αναστέλλει την απόφαση/ειδοποίηση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ. 15/11/2017 και που επισυνάπτεται με την παρούσα ως Παράρτημα Β. Δ. Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στις αποφάσεις/ειδοποιήσεις του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Επαρχιακού του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερ. 21/09/2017 και 15/11/2017 (Παράρτημα Α και Παράρτημα Β, ως ανωτέρω). Ε. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965, δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και του Νόμου 198(Ι)/2015 αντισυνταγματικές, και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν το Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. ΣΤ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και του Νόμου 198(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν το Άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ζ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και του Νόμου 198(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν την Συνταγματική Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.» Η αίτηση βασίζεται στο Νόμο 14/60 άρθρα 29, 31-32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 Άρθρο 4, 5, 6, 7, 8, 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1,Θ2, Δ.48 Θ1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, Δ.55, Δ.64, στον Νόμο 9/1965, Άρθρα 12 Α, 16, 17, 18, 19, 21-36, Μέρος VI, νΐΑ, νίΒ, 51, 53

(4), στα Άρθρα 44ΙΘ,44Κ,44ΚΒ,44ΚΓ και 51, όπως τροποποιήθηκε με τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Άρθρο 2 του Νόμου 139(I)/2015) και Αρ.11/2015 (Ν.198(Ι)/2015),στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στον περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224, άρθρα 80 και 81, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, Κανονισμοί 3 - 12, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρα 23, 25, 26, 28, 29, 30, 35, 152, 158 και 179, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στο Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον Κυρωτικό Νόμο Ν.39/62επί των αρχών της επιείκειας, των αρχών του Κοινοδικαίου και επί τις συμφυείς εξουσίες και πρακτικής του Δικαστηρίου. Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση/Έφεση, είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας ημερ. 21/09/2017 και 15/11/2017 είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε νομική πλάνη με αποτέλεσμα να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα η Αιτήτρια/Εφεσείουσα. (β) Η εφεσιβληθείσα απόφαση ημερ. 21/9/2017 και 15/11/2017 του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας να προχωρήσει με την απαλλαγή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ 2-218-390, Τεμάχιο XXXXX στην Κοκκινοτριμιθιά, Λευκωσίας, από την Υποθήκη Υ1496/2003, είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθ' ότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, οι οποίες παραβιάζουν Συνταγματικά Δικαιώματα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. (γ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας ημερ. 21/9/2017 και 15/11/2017, η οποία λήφθηκε στην βάση των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ, ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ, ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στο Νόμο 9/1965, στη βάση των οποίων λήφθηκε η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας, εξαϋλώνουν και/ή αδρανοποιούν και/ή αποστερούν και/ή περιορίζουν την περιουσία και τα περιουσιακά/ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας, τα οποία απορρέουν από την Υποθήκη XXXXX/2003, χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε και/ή εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα. Με τα εν λόγω άρθρα του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας επιβάλλει αδικαιολόγητη στέρηση και/ή επιβάρυνση και/ή περιορισμό στην περιουσία και ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας, χωρίς οποιαδήποτε και/ή εύλογη αποζημίωση. Περαιτέρω, η Αιτήτρια/Εφεσείουσα αποστερείται του δικαιώματος της στον έλεγχο και απόλαυση της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, η οποία έχει υποθηκευθεί προς όφελος της έναντι τραπεζικών διευκολύνσεων, για τις οποίες έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση ημερ. 22.11.2006, στην αγωγή με αρ.XXXXX/05. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση. (δ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας ημερ. 21/9/2017 και 15/11/2017 η οποία λήφθηκε στη βάση των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας/Εφεσείουσας βάσει του Άρθρου 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965, στη βάση των οποίων λήφθηκε η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας, παρεμβαίνουν στο δικαίωμα των συμβαλλομένων να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων, και/ή παρεμβαίνουν στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις και δικαιώματα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας με την ενυπόθηκη οφειλέτιδα/εγγυήτρια εταιρεία και επιφέρουν εκ των υστέρων κατάργηση και/ή τροποποίηση των υφιστάμενων συμβάσεων και των όρων αυτών και/ή αποτρέπουν την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των Συμβαλλομένων και το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Με την εκ των υστέρων - της σύναψης της Υποθήκης XXXXX/2003 - νομοθετική παρέμβαση, ήτοι με τη θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν. 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, στρεβλώνεται η βούληση των Συμβαλλόμενων Μερών, ήτοι της Αιτήτριας/Εφεσείουσας και του Καθ' ου η αίτηση 3, ως προς τα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. (ε) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας ημερ. και 21/9/2017 και 15/11/2017 είναι εσφαλμένη, καθ' ότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στο Νόμο 9/1965, οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με την Συνταγματική Αρχή Διάκρισης των Εξουσιών. Η δικαιοδοσία του Καθ' ου η αίτηση 1 δεν εκτείνεται στην επίλυση διαφορών, αναγόμενων στην ιδιοκτησία ακινήτου ή παράβαση σύμβασης οι οποίες αποτελούν αρμοδιότητα των Δικαστηρίων και υπάγονται στη δικαιοδοσία πολιτικού Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση η θέσπιση από την Βουλή των Αντιπροσώπων των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου, καταστρατηγούν, μεταξύ άλλων, την αποκλειστική δικαιοδοσία και/ή εξουσία και/ή αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ασκεί δικαστική εξουσία επί επίλυσης περιουσιακών διαφορών και/ή θεμάτων σε σχέση με εμπράγματα δικαιώματα, και/ή ιδιοκτησιακά δικαιώματα και/ή θεμάτων παραβίασης και/ή εκτέλεσης μιας σύμβασης και/ή επίλυσης διαφορών εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου. Τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου, εκχωρούν στον Καθ' ου η αίτηση 1, ήτοι μια μη Δικαστική Αρχή - κατά παράβαση της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών - δικαστική εξουσία και επιτρέπουν στον Καθ' ου η αίτηση 1 να ασκεί δικαστική εξουσία, κατά παράβαση της Συνταγματικής Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών. (στ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας ημερ. 21/9/2017 και 15/11/2017 είναι εσφαλμένη, καθ' ότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με τα άρθρα 23, 26, 28 και 29 του Συντάγματος, και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και εν πάση περιπτώσει, άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. (ζ) Η προσβαλλόμενη απόφαση στη βάση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν. 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25
(1)του Συντάγματος, για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας, εφόσον: i. παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητας όπως αυτή θεωρεί σωστό μέσα στα πλαίσια του νόμου και με σκοπό την κερδοφορία. ii.καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την Αιτήτρια ποσών στη βάση της Υποθήκης και/ή τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερ. 22.11.06 στην αγωγή με αρ. 8167/05 (όπως αυτές περιγράφονται στην επισυναπτόμενη Ένορκη Δήλωση) και/ή παραβιάζει και/ή προσβάλλει και/ή εξαλείφει εντελώς το υπέρ της Αιτήτριας εμπράγματο βάρος και/ή το δικαίωμα της Αιτήτριας επί του ακινήτου χωρίς κανένα αντάλλαγμα και/ή την εξασφάλιση της επίδικης υποθήκης και/ή υπό προϋποθέσεις και/ή στην καλύτερη για την Αιτήτρια περίπτωση, υποχρεώνει την Αιτήτρια να δεχθεί εξασφάλιση ή υποθήκη διαφορετική ή σε διαφορετικό ακίνητο από εκείνο που η ίδια έκρινε ότι μπορούσε να δοθεί ως εξασφάλιση σε σχέση με συμβατικές υποχρεώσεις του Οφειλέτη - Καθ' ου η Αίτηση 2, ακόμα και αν αυτό είναι ενάντια στα συμφέροντα της Αιτήτριας. iii. ο Νόμος παραβιάζει και/η προσβάλλει και/ή καταργεί το εν λόγω δικαίωμα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείται η ανάγκη ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 25
(2)του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος αυτού. (η) Η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά παραβίαση των άρθρων 23
(1), 23
(2)και 23
(4)του Συντάγματος καθώς: i. επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και περιορισμούς πάνω στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδεται σ' αυτήν οποιαδήποτε δίκαια αποζημίωση. ii.περιορίζει και/ή απαλλοτριώνει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι της ενυπόθηκης οφειλέτιδας/εγγυήτριας - Καθ' ης η Αίτηση 3 - και/ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος και/ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησίας προστατευόμενη από το Άρθρο 23, iii. παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, χωρίς οποιοδήποτε λόγο που με βάση το Άρθρο 23 θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό. (θ) Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη, αφού προσκρούει στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/
  1. (ι) Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντισυνταγματική αφού παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος: i. παρεμβαίνοντας στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας με την ενυπόθηκη οφειλέτιδα/εγγυήτρια - Καθ' ης η Αίτηση 3, ii.παρεμβαίνοντας στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 3 να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης, iii. εκ των υστέρων τροποποιώντας και/ή καταργώντας συμβάσεις κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων και/ή εξαλείφοντας και/ή ακυρώνοντας δικαιώματα που πηγάζουν από αυτές, iv. κατεδαφίζοντας τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών, v. οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. (κ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας ημερ. 21/9/2017 και 15/11/2017 είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθ' ότι υποβοηθά την Καθ' ης η αίτηση 3, ενυπόθηκη οφειλέτιδα/ εγγυήτρια, να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την Αιτήτρια/Εφεσείουσα και παραβιάζουν τις πρόνοιες των εγγράφων Υποθήκης που υπογράφτηκαν μεταξύ της Αιτήτριας/Εφεσείουσας και της Καθ' ης η αίτηση
  2. (λ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας ημερ. 21/9/2017 και 15/11/2017, είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη, καθ' ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας δεν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά που του παρέχεται από το Νόμο 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί. (μ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας ημερ. 21/9/2017 και 15/11/2017 δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα Αίτηση εμφαίνονται στην συνημμένη σ' αυτήν Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Παναγιώτου, ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Είναι στην υπηρεσία της ASTROBANK LIMITED. Είναι στην υπηρεσία των Αιτητών. Έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Έχει στην κατοχή του όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Είναι εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια/Εφεσείουσα όπως προβεί στην παρούσα Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη των θέσεων της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. Κατά ή περί την 18/2/2003 ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας η Υποθήκη με αριθμό XXXXX/2003 από την Καθ' ης η αίτηση 3 προς όφελος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. Η Υποθήκη αυτή ενεγράφη για ποσό των ΛΚ 300.000,00 (€512.580,43), πλέον τόκους. Η υποθήκη αυτή εξασφάλιζε και εξακολουθεί να εξασφαλίζει μέχρι σήμερα, υποχρεώσεις του XXXXX Χατζηιωάννου/Καθ' ου η Αίτηση 2 προς την Αιτήτρια/Εφεσείουσα. Ο Καθ' ου η αίτηση 2 είναι χρεώστης/πρωτοφειλέτης στην Αγωγή XXXXX/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην οποία στις 22/11/2006 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Αιτήτριας/Εφεσείουσας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγομένων 2, 3 &
  3. Η Καθ' ης η αίτηση 3 είναι ενυπόθηκη οφειλέτιδα και εγγυήτρια του πρωτοφειλέτη (Εναγομένου 2 στην πιο πάνω Αγωγή) και η Καθ' ης η αίτηση 4 είναι εγγυήτρια του πρωτοφειλέτη. Στην εν λόγω απόφαση εκδόθηκαν και διάταγμα εκποίησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ 2-218-390, Τεμάχιο XXXXX στην Κοκκινοτριμιθιά, Λευκωσίας που βαρύνεται με την Υποθήκη XXXXX/
  4. Ο Καθ' ου η αίτηση 2 οφείλει στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα ποσόν ύψους Λ.Κ. 2.023.187,00 (€3.456.820,20), πλέον τόκους, δυνάμει της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή 8167/2005, ημερ. 22/11/
  5. Το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται σε €7,080,214.72, πλέον τόκοι από 1.12.
  6. Η αξία των εξασφαλίσεων που κατέχει η Τράπεζα για τις υποχρεώσεις του Καθ' ου η αίτηση 2, ανέρχεται στο ποσόν των €459.000 - και αυτό σύμφωνα με την αξία που προσδίδει το Κτηματολόγιο στην Υποθήκη του ακινήτου του Καθ' ου η Αίτηση 3 προς την Τράπεζα/Αιτήτρια/Εφεσείουσα. Η Καθ' ης η Αίτηση 4, SUPERCHICK HATCHERIES LIMITED (Αρ. Εγγραφής 6683), είναι εταιρεία στην οποία διευθυντής και κύριος μέτοχος είναι ο Καθ' ου η Αίτηση 2, XXXXX Χατζηιωάννου και το εγγεγραμμένο γραφείο της ευρίσκεται επίσης στην οδό XXXXX 40 - 42, στην XXXXX, XXXXX Λευκωσία και είναι ενυπόθηκη οφειλέτιδα και εγγυήτρια του XXXXX Χατζηιωάννου, στην απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου εναντίον όλων των Καθ' ων η Αίτηση, ήτοι 2,3 &
  7. Η Καθ' ης η Αίτηση 3, SUPERCHICK POULTRY FARM LIMITED (Αρ. Εγγραφής 6684), είναι εταιρεία στην οποία διευθυντής και κύριος μέτοχος είναι ο Καθ' ου η Αίτηση 2, XXXXX Χατζηιωάννου και το εγγεγραμμένο γραφείο της ευρίσκεται στην οδό XXXXX - 42, στην XXXXX, XXXXX Λευκωσία και είναι ενυπόθηκη οφειλέτιδα και εγγυήτρια του XXXXX Χατζηιωάννου, στην απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου εναντίον όλων των Καθ' ων η Αίτηση, ήτοι 2,3 &
  8. Κατά περί τον Σεπτέμβριο του 2017 η Αιτήτρια/Εφεσείουσα παρέλαβε επιστολή ημερ. 21/9/2017 του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας «ΤΥΠΟΣ ΙΕ» (Αρ.44ΚΒ) επιστολή, με την οποία την πληροφορεί ότι ο Διευθυντής προτίθετο να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ 2-218-390, Τεμάχιο XXXXX στην Κοκκινοτριμιθιά, Λευκωσίας, που βαρύνεται με την υποθήκη XXXXX/2003 στο όνομα του αγοραστή - Καθ' ου η αίτηση 5, δυνάμει Σύμβασης και/ή πωλητηρίου εγγράφου με αρ. ΠΩΕ480/2008, ημερ. 11.2.2008 και κατ' επέκταση με την εξάλειψη του πιο πάνω εμπράγματου βάρους. Εάν η Αιτήτρια/Εφεσείουσα επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση στη μεταβίβαση αυτή και/ή αίτηση για μεταφορά της Υποθήκης σε άλλην ακίνητη ιδιοκτησία του Καθ' ου η αίτηση 3, θα έπρεπε να το κάμει τούτο εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής ημερ. 21/9/
  9. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα υπέβαλε ένσταση την 23/10/2017 η οποία παραλήφθηκε στις 24/10/2017, με επιστολή της προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν. Το Κτηματολόγιο απάντησε στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα με επιστολή του ημερ. 15/11/2017- την οποία η Αιτήτρια/Εφεσείουσα παρέλαβε στις 21/11/2017- απορρίπτοντας την ένσταση της και ειδοποίησε αυτήν ότι, εκτός εάν προσκομίσει διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά, ο Διευθυντής Τμήματος και Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας θα προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ 2-218-390, Τεμάχιο XXXXX στην Κοκκινοτριμιθιά, Λευκωσίας, στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση
  10. Όπως φαίνεται από τη Κτηματολογική έρευνα για την Καθ' ης η αίτηση 3, για όλα τα ακίνητα της, υπάρχουν εμπράγματα βάρη και/ή επιβαρύνσεις. Η αξία του επίδικου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ 2-218-390, Τεμάχιο XXXXX στην Κοκκινοτριμιθιά Λευκωσίας, βάσει εκτίμησης κτηματολογίου (τιμές του 2013), ανέρχεται στα €288.900,
  11. Η εγγραφή της επίδικης Υποθήκης έγινε στις 18.2.2003 (XXXXX /2003) και προηγείται της κατάθεσης του επίδικου ΠΩΕ 480/2008, ημερ. 11.2.
  12. Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας και η προτιθέμενη μεταβίβαση, αντιβαίνει και καταστρατηγεί τις πρόνοιες της Σύμβασης Υποθήκης, και παρεμποδίζει την εκτέλεση αυτής. Επομένως πλήττονται ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και δικαιώματα της Αιτήτριας, τα οποία είχε κατοχυρώσει με την συμφωνία Υποθήκης XXXXX/
  13. Ο Καθ' ου η αίτηση 3 δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος για να μπορούν να μεταφερθούν τα εμπράγματα βάρη της Αιτήτριας που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  14. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα κανένα ποσό εισέπραξε από την πώληση του ακινήτου από τον Καθ' ου η αίτηση 3 προς τον Καθ' ου η αίτηση
  15. Υπάρχουν πρόνοιες για μεταφορά της Υποθήκης σε άλλην ακίνητη περιουσία του πωλητή, ήτοι του Καθ' ου η αίτηση
  16. Στην παρούσα περίπτωση όμως ο Καθ' ου η αίτηση 3 δεν έχει ελεύθερη περιουσία η οποία να μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια/Εφεσείουσα να παραμείνει εκτεθειμένη συνέπεια της επικείμενης μεταβίβασης της προς όφελος της υποθηκευμένης ακίνητης περιουσίας. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα με την Καθ' ης η αίτηση 3 υπέγραψαν σύμβαση Υποθήκης το
  17. Με την σκοπούμενη μεταβίβαση εμποδίζεται η εκτέλεση της σύμβασης αυτής, και παραβιάζονται ουσιώδεις όροι αυτής της συμφωνίας, η οποία υπεγράφη ελευθέρα βουλήσει και με κάποιο αντάλλαγμα. Με την εκ των υστέρων νομοθετική παρέμβαση, ήτοι με την θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν. 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, στρεβλώνεται η βούληση των συμβαλλόμενων μερών, ήτοι της Αιτήτριας/Εφεσείουσας και της Καθ' ης η αίτηση 3, ως προς τα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω Αίτηση, στην ειδοποίηση της οποίας αναφέρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
  18. Ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος υπ' αρ. 1 εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι τα διατάγματα τα οποία ζητεί η αιτούσα είναι γενικού και/ή αορίστου περιεχομένου και/ή το Σεβαστό Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης-έφεσης όπως εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Άνευ βλάβης της ανωτέρω προδικαστικής Ενστάσεως, ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος υπ' αρ. 1 αναφέρει τα ακόλουθα:
  19. Η απόφαση του Καθ' ου /Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1 είναι ορθή, βασιζόμενη επί των Νόμων και των Κανονισμών, προϊούσα δέουσας και επαρκούς έρευνας και/ή πλήρως και/ή δεόντως αιτιολογημένη και αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών που του απονέμονται από τον Νόμο στον Καθ' ου/Εφεσίβλητο υπ' αρ.
  20. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως δικαιολογημένη και αιτιολογημένη, καθότι ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος υπ' αρ. 1, πριν την απόφαση του, έλαβε υπόψη όλα τα σχετικά πραγματικά γεγονότα και περιστατικά, σύμφωνα με το Νόμο, τα οποία ήταν αποτέλεσμα δέουσας και/ή επαρκούς και/ή ολοκληρωμένης έρευνας.
  21. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/ Εφεσίβλητου υπ' αρ. 5 και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ1052/2015 είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «η ΕΣΔΑ»), το πρώτο πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, όπως αυτό έχει κυρωθεί, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες της επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.
  22. Η Αιτούσα/Εφεσειούσα προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου, χωρίς να προβάλλει και να εξειδικεύει κατά πόσον ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος υπ' αρ.1 προέβη σε συγκεκριμένη παράβαση του Νόμου. Περαιτέρω Η Αιτούσα/Εφεσειούσα δεν τεκμηριώνει και επεξηγεί με ποιο τρόπο στοιχειοθετείτε η επικαλούμενη αντισυνταγματικότητα και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
  23. Η Αιτούσα/Εφεσειούσα δεν εξηγεί, το αιτιολογικό υπόβαθρο της κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητας ώστε να δικαιολογείται ο ισχυρισμός και τοιουτοτρόπως να αποσείεται το βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού και να εκθεμελιώνεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το τεκμήριο της Συνταγματικότητας του Νόμου.
  24. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει αφηρημένα ζητήματα συνταγματικότητας παρά μόνο εκτός εάν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του διαφοράς. Η παρούσα Αίτηση/Έφεση καταχωρήθηκε απλώς και μόνο για να εξεταστεί το ζήτημα της συνταγματικότητάς του Νόμου, ενώ πληρούνται όλες οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την εφαρμογή του. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να υπεισέρχεται σε έλεγχο του πνεύματος του νομοθέτη, παρά μόνο να εξετάζει κατά πόσον συγκεκριμένες διατάξεις που τίθενται ενώπιον του αντίκεινται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος.
  25. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1, δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
  26. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
  27. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές. Περαιτέρω, από τον Νόμο προβλέπεται το δικαίωμα υποβολής αίτησης για μεταφορά του εμπράγματου βάρους σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή, προβλέπεται δηλαδή μηχανισμός για να παραμείνει η εξασφάλιση της Αιτούσας/Εφεσειούσας έναντι των χρεών του πωλητή.
  28. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος και δη του δικαιώματος στην ιδιοκτησία που προστατεύει το άρθρο 23 του Συντάγματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην Αιτούσα.
  29. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της Αιτούσας/Εφεσείουσας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της Αιτούσας/Εφεσείουσας, καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και/ή σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό προς την αιτούσα, υπάρχουν δε πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην αιτούσα να παραμείνει εξασφαλισμένη και/ή να καταχωρήσει Αίτηση μεταφοράς της υποθήκης.
  30. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1, δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει του εν λόγω άρθρου δεν επηρεάζεται, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Ο Νόμος σε καμία περίπτωση δεν προβαίνει σε κατάργηση και/ή τροποποίηση υφιστάμενων συμβάσεων και των όρων αυτών και/ή δεν αποτρέπει την εκτέλεση τους και/ή δεν στρεβλώνει την βούληση των μερών, όπως αυτή εκφράστηκε κατά την υπογραφή της Σύμβασης.
  31. Άνευ βλάβης του ανωτέρω Λόγου Ένστασης, εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 26 του Συντάγματος, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
  32. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1, δεν παραβιάζει την Συνταγματική Αρχή Διάκρισης των εξουσιών. Ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος σε καμία περίπτωση δεν επέλυσε διαφορές αναγόμενες στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου και δεν άσκησε αρμοδιότητες που αποδίδει ο Νόμος και το Σύνταγμα στο Επαρχιακό Δικαστήριο, παρά μόνο εφάρμοσε τον Νόμο.
  33. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1 και/ή οι πρόνοιες του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν. 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί είναι πλήρως σύμφωνες με τα άρθρα 23, 26, 28 και 29 του Συντάγματος, την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Σε καμία περίπτωση δεν είναι άδικες προς τα δικαιώματα της Αιτούσας/Εφεσειούσας, αντιθέτως τίθενται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
  34. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1, δεν παραβιάζει το άρθρο 25
(1)του Συντάγματος και/ή δεν παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτούσας/Εφεσειούσας για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και επικερδούς εργασίας και/ή δεν καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλομένων προς την Αιτούσα/Εφεσειούσα ποσών, αφού δίνεται το δικαίωμα μεταφοράς των υποθηκών. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 25 του Συντάγματος, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και επιτρεπτό από το άρθρο 25
(2)του Συντάγματος.
  1. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου/Εφεσίβλητου υπ' αρ. 1, δεν παραβιάζει τις πρόνοιες των εγγράφων υποθήκης που υπογράφηκαν μεταξύ της Αιτούσας/Εφεσειούσας και της Καθ 'ης/Εφεσίβλητης υπ' αρ. 3 και/ή σε καμία περίπτωση δεν τάσσεται υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη για να μπορεί αυτός να αποφύγει συμβατικές του υποχρεώσεις προς την Αιτούσα/Εφεσειούσα. Η Αιτούσα/Εφεσειούσα, ειδοποιήθηκε για το δικαίωμα της να υποβάλει ένσταση ή αίτηση για μεταφορά των υποθηκών της και προτίμησε να υποβάλει Ένσταση στην οποία προέβαλε ζητήματα συνταγματικότητας του Νόμου. Ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για μεταφορά της Υποθήκης σε άλλη περιουσία της Καθ' ης/Εφεσίβλητης υπ' αρ. 3, ως προνοείται από τον Νόμο.
  2. Η XXXXX/2003 εξασφαλίζει εμπραγμάτως την αιτούσα μέχρι το ύψος του υπολοίπου του δανείου της και εκτείνεται σε δύο ακίνητα.
  3. Οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ και 44ΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως, μεταξύ άλλων, των λοιπών διατάξεων του Νόμου, συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έρχεται σε σύγκρουση με τις υπόλοιπες διατάξεις του Νόμου. Περαιτέρω, το Σεβαστό Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να εξετάσει τη συνταγματικότητα του παρόντος Νόμου υπό το φως άλλων νομοθετικών διατάξεων και/ή άλλων προνοιών του ίδιου νόμου, από την στιγμή που έχουν την ίδια τυπική ισχύ μεταξύ τους.
  4. Το άρθρο 44Κ του Νόμου δεν παρέχει διακριτική εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για απόρριψη της αίτησης που προβλέπεται από τα άρθρα 44ΙΗ μέχρι και 44ΚΖ του Νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τα στοιχεία (α) και (β) του εν λόγω άρθρου. Εάν ήθελε αποφασιστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο ότι παρέχεται διακριτική εξουσία στο Διευθυντή για απόρριψη της αίτησης, είναι ισχυρισμός του Διευθυντή ότι αυτή ενασκήθηκε ορθά, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση δεδομένα και/ή περιστατικά.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην συνημμένη σ' αυτήν ένορκη δήλωση της Δέσπως Κανικλίδου, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ως Κτηματολογικός Λειτουργός και ορκίζεται υπό αυτή της την ιδιότητα. Έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, από μελέτη των σχετικών φακέλων και είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να προβεί στην Ένορκο Δήλωση. Η Εταιρεία Rockland Shoes Ltd (HE 41289) από Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄9, 2682 Παλιομέτοχο (στο εξής «η Καθ' ης/Εφεσίβλητη υπ' αρ. 5») κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 11/02/2008 την σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 04/02/2008 μεταξύ της εταιρείας Superchick Hatcheries Ltd (HE 6683) (στο εξής «Καθ' ης/Εφεσίβλητη υπ' αρ. 2») (πωλήτριας) και της ίδιας σαν αγοράστριας για τα 2/10 μερίδια (20% του κτήματος) του τεμαχίου XXXXX, αρ. εγγραφής 0/XXXXX. Φ/Σχ. 2-218-390 του χωριού Κοκκινοτριμιθιά ΠΩΕ 480/
  5. Στις 29/10/2015, η Καθ' ης/Εφεσίβλητη υπ' αρ. 5, κατέθεσε στο Γραφείο της, σύμφωνα με τον περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεων Ακινήτων Νόμο. Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Νόμο 139(Ι)/2015, την Αίτηση Μεταβίβασης ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή, η οποία έλαβε τον αριθμό ΑΕΑ1052/
  6. Μαζί με την αίτηση της, η Καθ' ης/Εφεσίβλητη υπ' αρ. 5 προσκόμισε και Ένορκη Δήλωση με τεκμήριο την απόδειξη αποπληρωμής του πιο πάνω αγορασθέντος κτήματος. Ακολούθως, στις 06/06/2017 με επιστολή η Καθ' ης/ Εφεσίβλητη υπ' αρ. 5, αγοράστρια, ειδοποιήθηκε να προσκομίσει διάφορές φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις. Η Καθ' ης/Εφεσίβλητη υπ' αρ. 5 προσκόμισε (α) Βεβαίωση από το Τμήμα Φορολογίας, (β) Βεβαίωση από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας, (γ) Βεβαίωση από το Κοινοτικό Συμβούλιο Κοκκινοτριμιθιάς. Στις 21/09/2017 στάληκε προς την Αιτήτρια/Εφεσειούσα, με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο Ειδοποίηση (Τύπος ΙΕ) για υποβολή ένστασης στην Μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/13314, Κοκκινοτριμιθιά ή αίτηση μεταφοράς της υποθήκης XXXXX/2003 σ' άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της πωλήτριας εταιρείας. Την 24/10/2017 ελήφθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, επιστολή της Αιτήτριας/Εφεσειούσας ημερ. 23/10/2017, με την οποία η Αιτήτρια/Εφεσειούσα υπέβαλλε την Ένσταση της για την μεταβίβαση του ακινήτου. Η Ένσταση εξετάστηκε από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με απόφαση του οποίου απορρίφθηκε. Η απόρριψη της Ενστάσεως κοινοποιήθηκε στην Αιτούσα/Εφεσειούσα με επιστολή του Διευθυντή Κτηματολογίου ημερ. 15/11/2017, η οποία αποστάλθηκε στην Αιτούσα/Εφεσειούσα με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο. Η Καθ' ης/Εφεσίβλητη υπ' αρ. 5, έχει καταβάλει πλήρως το τίμημα αγοράς/πώλησης του επίδικου ακινήτου και ως εκ τούτου πληροί τις πρόνοιες του Νόμου για την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της. Περαιτέρω, η Καθ' ης/Εφεσίβλητη υπ' αρ. 5, έχει προβεί σε όλες τις απαιτούμενες πληρωμές των Φόρων και/ή τελών που επιτάσσει ο Νόμος. Με την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου περί Εγκλωβισμένων Αγοραστών στην παρούσα υπόθεση, όχι μόνο δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα της Αιτούσας/Εφεσειούσας, αλλά παρέχει και προστασία προς τους καλόπιστους τρίτους, ήτοι τους αγοραστές, οι οποίοι τήρησαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν από τη σύμβαση πώλησης και δεν τους έχει μεταβιβαστεί το ακίνητο, το οποίο νομίμως και κανονικώς αγόρασαν. Αυτό προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου του Γενικού Εισαγγελέα, ημερομηνίας 22/06/
  7. Στην εν λόγω αιτιολογική έκθεση γίνεται αναφορά ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση του Νόμου, επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, εξειδικεύεται δηλαδή η αδήριτη ανάγκη για προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών. Νομική πτυχή Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του.(Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Βεβαίως δεν υπάρχει διαφορά ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών και τα νομικά τους επιχειρήματα περιστρέφονται γύρω από την Συνταγματικότητα των νομοθετημάτων κάτω από τα οποία ελήφθη η επίδικη απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση αρ.1. Η πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή βασίστηκε πάνω στο άρθρο 44ΚΒ του Νόμου 139
(1)/2015 το οποίο προνοεί για την ειδοποίηση πρόθεσης μεταβίβασης. Παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. «44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.» Όπως φαίνεται μέσα από την Αίτηση, τους λόγους αίτησης/έφεσης και την αγόρευση των δικηγόρων της Αιτήτριας, το κύριο ζήτημα που απασχολεί είναι εκείνο της συνταγματικότητας των επίδικων διατάξεων. Όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια με την αγόρευση των δικηγόρων της οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/65 είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν τα άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και συνεπακόλουθα, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Καθ΄ ου η Αίτηση 1, οι οποίες στηρίχτηκαν στη βάση αντισυνταγματικού Νόμου είναι άκυρες και/ή αντισυνταγματικές και/ή άνευ νομικής ισχύος. Στην απόφαση Αρ. Αίτησης - ΄Εφεσης 115/16, Alpha Bank Cyprus Ltd v. 1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.ά. 2/10/2017 η Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. αποφάσισε τα εξής όσον αφορά τη συνταγματικότητα των επίδικων άρθρων του Νόμου 9/65, το οποίο και υιοθετώ: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως σε περιπτώσεις όπου αμφισβητείται η συνταγματικότητα ενός Νόμου, αυτή θα εξετασθεί σε συνάρτηση με τις συνταγματικές διατάξεις και όχι σε συνάρτηση με άλλες νομοθετικές διατάξεις. Το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο Νόμο της Κυπριακής έννομης τάξης και οιαδήποτε θέματα ασυμβατότητας με αυτό θα πρέπει να εξετάζονται ως ο επίδικος Νόμος να παραβιάζει τις διατάξεις αυτού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας παραπέμπει στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Συνεπώς κρίνεται πως το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το θέμα συνταγματικότητας του συνόλου των διατάξεων, οι οποίες φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και στις οποίες γίνεται άμεσα παραπομπή και αναφορά τους στην αίτηση. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως (Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Β Α.Α.Δ. 923). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και έχουν υιοθετηθεί σε σωρεία μεταγενέστερα, συνοψίζονται στις ακόλουθες:
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Βλέπε επίσης The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62 και Δημήτρης Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7. Συναφής με τα ανωτέρω η απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R.,
  1. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Και μετά τις επεξηγήσεις του Γενικού Εισαγγελέα παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι για τους οποίους η σχετική πρόνοια του σχεδίου υπηρεσίας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 3 και 189 του Συντάγματος.» ............................... Ασυμβατότητα των επίδικων άρθρων με το Άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο προνοεί: «
  2. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  3. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  4. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  5. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου.» ............................... Στην αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.217, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, λέχθηκε: «Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με το άρθρο 3 του Νόμου όταν οι προϋποθέσεις πληρούνται, επιβάλλεται συμψηφισμός του ποσού της χορήγησης, με την ονομαστική αξία των αξιογράφων ή μετοχών (του δανειολήπτη), αφαιρουμένης της τρέχουσας αξίας των μετοχών, κατά την ημερομηνία αναδιάρθρωσης. Επίσης περιορίζεται, κατά τρόπον ανεπίτρεπτο, το ποσό που το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να διεκδικήσει, έτσι ώστε το μέγιστον ποσό διεκδίκησης να είναι η οφειλή σύμφωνα με την αρχικά συναφθείσα σύμβαση για παροχή χορήγησης εκ μέρους του Πιστωτικού Ιδρύματος, με συμβατικό τόκο και τόκο υπερημερίας ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2%. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζεται ακόμα και ο συμβατικός τόκος και ο τόκος υπερημερίας, επί των καθυστερημένων δόσεων αλλά και άλλα έξοδα τα οποία επιβλήθηκαν από την 29.3.13 και μετά, τα οποία δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στη διεκδίκηση του Πιστωτικού Ιδρύματος εναντίον του δανειολήπτη. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζονται δικαιώματα περιουσιακής φύσης και κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, υπό την έννοια που επεξηγήθηκε ανωτέρω, κατά τρόπον ανεπίτρεπτον από το Άρθρο 23 του Συντάγματος.» ................................ Η απόφαση του Διευθυντή, βασιζόμενη στις πρόνοιες του Νόμου, να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι των αγοραστών (Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4) το ακίνητο ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους, τι άλλο παρά ακύρωση και εξάλειψη της υποθήκης συνιστά και συνεπώς στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας. Μια απόφαση που λαμβάνεται χωρίς τη συγκατάθεση του ενυπόθηκου δανειστή και χωρίς καταβολή σ' αυτόν δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης ως προνοεί η συνταγματική διάταξη. ................................ Τέτοια στέρηση μπορεί να γίνει μόνο με τον καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης όπως επιτάσσει το σύνταγμα και έχει ερμηνευθεί νομολογιακά (Simonis and another v. Improvement Board of Latsia
(1964)3 C.L.R. 109, Blueware Projects Ltd of Limassol and others v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 2522). Καταγράφεται σχετικά στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, αφού αναφέρεται σε σχετική νομολογία: «Σχετικά με την ερμηνεία του όρου δίκαια και εύλογη αποζημίωση το Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση Yiannis Anastasi Moti v. The Republic
(1968)1 CLR 102 την ερμηνεία που δόθηκε στον όρο αυτό σε αμερικάνικες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία δίκαιη αποζημίωση σημαίνει το πλήρες και τέλειο ισότιμο σε χρήμα της περιουσίας που απαλλοτριώνεται, ενώ εύλογη σημαίνει ότι πρέπει να είναι επαρκής κατά τρόπο αντίστοιχο ως προς τα κρατούντα στο ελληνικό δίκαιο [.] Ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» σημαίνει στην πράξη την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα.» Τέτοια δε στέρηση ιδιοκτησίας, μόνο με τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μπορεί να επιτευχθεί. Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί στις πιο κάτω αποφάσεις, είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στην απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδης κ.α. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α. (ανωτέρω) (Καναρά Ρεβέκκα Χρ. v. Χρυσούλλας Αντώνη Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801). Επί του ιδίου θέματος, παρατηρεί στο σύγγραμμα του ο Α. Λοϊζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας πως: «Αν οι περιορισμοί οι οποίοι επιβάλλονται, εξουδετερώνουν ουσιαστικά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, η πράξη ακυρώνεται για κατάχρηση εξουσίας.» Τονίζεται δε πως με τη μεταφορά της υποθήκης επί άλλου ακινήτου εάν αυτό επιτυγχανόταν, τούτο θα γινόταν με ακύρωση και εξάλειψη της συγκεκριμένης υποθήκης επί του συγκεκριμένου ακινήτου χωρίς την προηγηθείσα διαδικασία απαλλοτρίωσης και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. Θεωρώ ορθά τα όσα υπογραμμίζονται με την αγόρευση της συνηγόρου της Αιτήτριας και μεταφέρονται αυτούσια: «Αυτό που ουσιαστικά επιτυγχάνεται με τις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965 είναι η αποστέρηση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της Αιτήτριας το οποίο απορρέει από την Σύμβαση Υποθήκης Υ.268/2006. Η εν λόγω αποστέρηση επιτυγχάνεται με την ακύρωση/εξάλειψη της εν λόγω Υποθήκης χωρίς μάλιστα να δίδεται οιανδήποτε «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση η οποία να αντιστοιχεί στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία απορρέουν από την εν λόγω Υποθήκη.» Γίνεται επίκληση εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση της αιτιολογικής έκθεσης η οποία οδήγησε στη ψήφιση και εισαγωγή των επίδικων διατάξεων (Τεκμήριο ΣΤ στην ένορκη δήλωση Ζίγκα). Αναφέρει η έκθεση πως: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, έτσι ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή ή/και εξάλειψη ή/και μεταφορά ή/και ακύρωση υποθήκης ή/και εμπράγματου βάρους ή/και απαγόρευσης που βαρύνουν ακίνητο ή μέρος αυτού, με σκοπό την μεταβίβαση του επ΄ ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.» Με την ένορκη δήλωση της κας Φ. Αγαθαγγέλου (παρ. 22) συγκεκριμενοποιείται ο αριθμός των αγοραστών αυτών στα 70.000 άτομα. Όμως: Ουδείς Νόμος θεωρείται συνταγματικός, όταν ψηφίζεται για προστασία ορισμένης μερίδας ανθρώπων. Δεν προσδιορίζεται είτε στη συγκεκριμένη έκθεση είτε στο Νόμο, το δημόσιο συμφέρον ή η ανάγκη που οδήγησε στην εισαγωγή των διατάξεων αυτών. Στην Δ. Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, επισημάνθηκε πως: «Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών (Βλ. Basu Commentary on the Constitution of India, 4th edition σελ. 526, Police v. Lanitis Bros Ltd, 3 R.S.C.C. σελ. 10, στη σελ. 12, Shistris v. CTO
(1983)2 C.L.R. 72, 80, District Office Nicosia v. Demosthenis Michael, 3 R.S.C.C. 126, 128 και Γιωργούλλα Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 616). Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να υποστηρίζει τη θέση ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος των αιτητών εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον γενικά.» Λέχθηκε στην απόφαση Μαρία Κουτσελίνη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Υποθέσεις αρ. 740/11 κ.α., ημερ. 7.10.2014, με επίκληση της Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων αρ. 2
(2000)3 Α.Α.Δ. 238: Τα δικαιώματα, που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, προσιδιάζουν στο άτομο και έχουν ως επίμετρο τη φύση του ανθρώπου. Φορέας των δικαιωμάτων, που κατοχυρώνει το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, είναι το άτομο. . . . . . . . . . . Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου μπορεί να περιοριστούν με τον τρόπο που επιτρέπει και μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα. Περιορισμός μπορεί να τεθεί και η επέμβαση να επιτραπεί με νόμο, εφόσον αυτά κρίνονται αναγκαία και στο βαθμό που η ανάγκη τα επιβάλλει - (βλ. μεταξύ άλλων Police and Theodhorou Nikola Hondrou and another, 3 R.S.C.C. 82 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής (Αρ.2)
(1992)3 Α.Α.Δ. 165). Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D.J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-255. Όμοια, κατ΄ ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ΄ αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για τη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» Δέστε επίσης και Πιτσιλλίδης (ανωτέρω). Κρίνεται συνεπώς πως οι σχετικές διατάξεις προσκρούουν στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Άρθρο 26 Συντάγματος Το άρθρο 26 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Το δικαίωμα τούτο, έχει νομολογηθεί, πως πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης, περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, κατ΄ αρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δύναται να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα (Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων Αναφορά αρ. 1/14 και 4/14, ημερ. 31.10.2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.2017). Στην τελευταία απόφαση λέχθηκε πως: «Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» .............................. Στην υπόθεση Lextalionis Investments Ltd κ.α. v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1833, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 26.1 του Συντάγματος: «Υπενθυμίζουμε ότι το προστατευόμενο δικαίωμα από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Η εκχώρηση/μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος.» Κρίνεται πως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή πλήττεται άμεσα και κατάφωρα με τις επίδικες πρόνοιες.» Με την απόφαση του Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1 διαγράφονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας, ενυπόθηκου δανειστή, χωρίς την ικανοποίηση της οφειλής και χωρίς τη συναίνεσή του. Οι επίδικες διατάξεις εκθεμελιώνουν τη σύμβαση υποθήκης μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ΄ ης η Αίτηση
  1. Ο Νομοθέτης δεν έχει το δικαίωμα επέμβασης, κατάργησης και επηρεασμού σε ήδη υπάρχουσες συμβάσεις, προϋπάρχουσες της θέσπισης του Νόμου. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι επίμαχες διατάξεις είναι αντισυνταγματικές και κρίνονται ως τέτοιες. Η ειδοποίηση ημερομηνίας 21/9/2017 (Τύπος «ΙΕ») είναι προκαταρκτική. Αποτελεί ειδοποίηση πρόθεσης μεταβίβασης και όχι ειδοποίηση μεταβίβασης ακινήτου. Δεν αποτελεί απόφαση με την έννοια του άρθρου 51 του Νόμου και / ή του άρθρου 80 του Κεφ. 224, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, ώστε να μπορεί να εφεσιβληθεί. Για τον λόγο αυτό τα Αιτητικά Α και Β της παρούσας Αίτησης θα απορριφθούν. Καθώς επίσης και το αιτητικό Δ σε όσον μέρος αφορά την ειδοποίηση ημερομηνίας 21/9/
  2. Η Αίτηση πετυχαίνει όσον αφορά τα αιτητικά Γ, Δ (μέρος), Ε, ΣΤ και Ζ. Εκδίδονται διατάγματα ως οι παραγράφοι Γ και Δ (Μέρος ως ανωτέρω), Ε, ΣΤ και Ζ. Όσον αφορά τα Αιτητικά Α, Β και Δ (το μέρος που αφορά την επιστολή ημερομηνίας 21/9/2017) απορρίπτονται. Δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην ακολουθηθεί ο κανόνας ως προς τα έξοδα. Επιδικάζονται €2000 έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. (Υπ.) ............ Γ. Στυλιανίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.