Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Δημητρίου κ.α., Αρ. Αίτησης: 1772/12, 18/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A238 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ‑ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ Αρ. Αίτησης: 1772/12 Εναρκτήρια Πρωτογενής Αίτηση (Δ.55, Θ.1) Αναφορικά με την Διαιτητική Απόφαση στη Διαιτησία μεταξύ της εταιρείας G. Mak Construction Ltd και της Κυπριακής Δημοκρατίας ενεργούσης δια του Τμήματος Δημοσίων Έργων σε σχέση με το Συμβόλαιο για το Έργο Βελτιώσεως Δρόμου Λατσιών - Γέρι (Φάση Α) ημερομηνίας κατά ή περί 9/10/
- Και Αναφορικά με τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αιτητή Και
- XXXXX Δημητρίου
- G. Mak Construction Ltd Καθ' ών η Αίτηση Ημερομηνία: 18 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Χρ. Αλεξάνδρου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για Καθ' η Αίτηση αρ. 2: Α. Χαβιαράς για Χαβιαράς και Φιλίππου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά σε Πρωτογενή Αίτηση δια της οποίας επιζητείται η έκδοση Διατάγματος για παραμερισμό και/ή ακύρωση Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 13/2/2012 για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά στο σώμα της Πρωτογενούς Αιτήσεως. Με την παρούσα διαδικασία το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει και αποφασίσει τις προδικαστικές Ενστάσεις που εκτίθενται ως λόγοι ένστασης αριθμός 1, 2 και 3 στην Ένσταση που καταχώρησε η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 ημερ. 12/12/
- Το Δικαστήριο με ενδιάμεση Απόφασή του ημερ. 3/12/2019 είχε επιτρέψει την εκδίκαση προδικαστικά των ενστάσεων που εγείρονται, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω στις παραγράφους 1 μέχρι 3 της Ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση αρ.
- Συγκεκριμένα, οι εν λόγω Ενστάσεις αναφέρονται στα ακόλουθα: · Η εν τω τίτλω Αίτηση δεν εκθέτει στο κύριο σώμα της ή οπουδήποτε αλλού τις Διατάξεις οποιουδήποτε Νόμου που θα μπορούσε να θεμελιώσει το νομικό της υπόβαθρο με αποτέλεσμα να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. · Η εν τω τίτλω Αίτηση απλώς αναφέρει στον τίτλο της ότι είναι εναρκτήρια αίτηση στη βάση της Δ.55, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πλην όμως αυτή δεν εφαρμόζεται αφού η εφαρμογή της περιορίζεται στα όσα η ίδια προσδιορίζει. · Η εν τω τίτλω Αίτηση δεν επικαλείται το Άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4 που θα ήταν η μόνη δικαιοδοτική βάση της εν λόγω Αίτησης. Θέσεις και Εισηγήσεις των Μερών Κατά το στάδιο εκδίκασης των πιο πάνω Ενστάσεων, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις. Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε ο κ. Χαβιαράς, η εν λόγω υπό κρίση Αίτηση άρχισε με λανθασμένο δικονομικό διάβημα που δεν διασώζεται και για αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα υποστηρίχθηκε ότι η Δ.55 αναφέρεται μόνο σε πρόσωπα που θεωρούν ότι έχουν δικαιώματα από τα έγγραφα που περιγράφει και τα οποία επιδιώκουν την ερμηνεία τους, καθώς και δικαστική δήλωση για τα τυχόν δικαιώματά τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως τόνισε, είναι προφανές ότι εκείνο που επιδιώκεται είναι η ακύρωση της Διαιτητικής Απόφασης και όχι η ερμηνεία της. Επιπλέον ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 υποστήριξε ότι με δεδομένη τη μη αναφορά σε οποιοδήποτε άρθρο του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 και της μη επίκλησης του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4, τότε προκύπτει ακυρότητα της διαδικασίας. Τέλος, ανέφερε ότι η γενική αναφορά στον Περί Διαιτησίας Νόμο στον τίτλο της Αίτησης δεν μπορεί να θεραπεύσει την παράλειψη επίκλησης του Άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4. Αντίθετη υπήρξε η θέση του κ. Αλεξάνδρου εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα και Αιτητή στην Κυρίως Αίτηση. Εν πρώτοις, υποστήριξε ότι στην υπό κρίση Εναρκτήρια Πρωτογενή Αίτηση γίνεται επίκληση του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στο οποίο κεφάλαιο περιλαμβάνεται και το Άρθρο 20
(2). Επιπλέον, η Δ.55, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καλύπτει απόλυτα την παρούσα υπόθεση αφού η επίδικη Διαιτητική Απόφαση αποτελεί αναντίλεκτα γραπτό έγγραφο. Πρόσθεσε ότι η Δ.55, θ.1 τυγχάνει εφαρμογής για να προσδιορίσει ποια δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε ποια έκταση έχουν επηρεαστεί από την παράτυπη συμπεριφορά του Διαιτητή όπως αυτή αναλύεται λεπτομερώς στην επίδικη Πρωτογενή Αίτηση. Όσον αφορά τη μη επίκληση του Άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4 υποστηρίχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή αφενός ότι γίνεται στην Εναρκτήρια Πρωτογενή Αίτηση επίκληση του Κεφ. 4 στο οποίο κεφάλαιο περιλαμβάνεται και το Άρθρο 20
(2)και αφετέρου ότι με δεδομένο ότι η Πρωτογενής Αίτηση εδράζεται στη Δ.55 η οποία δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια αντίστοιχη προς εκείνη της Δ.48, θ. 2, η Δ.55, θ.1 αρκεί, όπως το έθεσε, να καλύψει την επίδικη Αίτηση. Κατά πόσο ήτο αναγκαία η επίκληση του Άρθρου 20
(2)του Κεφ.4 Είναι φανερό με βάση την αιτούμενη στην υπό κρίση Αίτηση θεραπεία ότι ο Αιτητής/Γενικός Εισαγγελέας επιδιώκει την ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης του διαιτητή XXXXX Δημητρίου. Αποτελεί δε κοινό τόπο ότι η πιο πάνω θεραπεία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης με βάση κυρίως τα όσα διαλαμβάνονται στις πρόνοιες του Άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4. Αυτό εξάλλου αναφέρεται ρητά από την Καθ΄ης η Αίτηση στο πλαίσιο διατύπωσης των Λόγων Ενστάσεως της όπου, μεταξύ άλλων, αναγνωρίζει ότι το Άρθρο 20
(2)του Κεφ.4 «είναι η μόνη δικαιοδοτική βάση της αίτησης για ακύρωση διαιτητικής απόφασης». Αποτελεί, περαιτέρω, γεγονός ότι το Άρθρο 20
(2)του Κεφ.4 δεν αναφέρεται ρητά στην Αίτηση. Ωστόσο, όπως ορθά επισημάνθηκε από πλευράς Αιτητή, στην υπό κρίση Εναρκτήρια Πρωτογενή Αίτηση γίνεται επίκληση του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στο οποίο Κεφάλαιο περιλαμβάνεται και το Άρθρο 20
(2). Επιπλέον όπως εν προκειμένω προκύπτει, η Αίτηση βασίζεται στις πρόνοιες της Δ.55 οι οποίες δεν περιέχουν οιανδήποτε πρόνοια αντίστοιχη με εκείνη της Δ.48, θ.2[1] η οποία επιτάσσει την αναγκαιότητα ρητής επίκλησης στο σώμα της αίτησης του ειδικού άρθρου του Νόμου. Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι η μη επίκληση του ειδικού Άρθρου του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση Εναρκτήρια Πρωτογενή Αίτηση για σκοπούς απόδοσης της αιτούμενης θεραπείας του παραμερισμού και/ή ακύρωσης της επίδικης διαιτητικής Απόφασης δεν επηρεάζει το κύρος της Αίτησης. Κατά πόσο χρησιμοποιήθηκε ο κατάλληλος τύπος εναρκτήριου μέσου H μόνη διάταξη η οποία διέπει ζητήματα δικονομίας για την εκδίκαση ζητημάτων που βασίζονται στις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 είναι το Άρθρο 30 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «30. Ο Κυβερvήτης με τη συμβoυλή και βoήθεια τoυ Αρχιδικαστή δύvαται vα εκδίδει Διαδικαστικoύς Καvovισμoύς για τη ρύθμιση της πρακτικής και διαδικασίας και τov καθoρισμό τωv δικαιωμάτωv τα oπoία θα εισπράττovται αvαφoρικά με κάθε είδoυς διαδικασίες πoυ λαμβάvoυv χώρα με βάση τov Νόμo αυτό: Νoείται ότι μέχρις ότoυ εκδoθoύv τέτoιoι Καvovισμoί, εφαρμόζovται σε διαδικασίες με βάση τo Νόμo αυτό με τις αvαγκαίες πρoσαρμoγές oι περί Πoλιτικής Δικovoμίας Διαδικαστικoί Καvovισμoί και oπoιεσδήπoτε τρoπoπoιήσεις αυτώv». Με δεδομένο ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν εκδοθεί οποιοιδήποτε διαδικαστικοί Κανονισμοί που να ρυθμίζουν την πρακτική των διαδικασιών που προβλέπονται στον περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας για ακύρωση και/ή παραμερισμό διαιτητικής απόφασης, με βάση τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 30 τυγχάνουν εφαρμογής με τις αναγκαίες προσαρμογές οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί. Σχετική είναι η ακόλουθη αναφορά στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου v. Dynacon Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1978: «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιες του.» Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την Αγγλική νομολογία και Συγγράμματα που αναφέρονται στη διαδικασία για παραμερισμό απόφασης. Όπως συναφώς προκύπτει η ορθή διαδικασία είναι μέσω της καταχώρησης εναρκτήριας κλήσης. Η πιο κάτω περικοπή από το Σύγγραμμα "Russell on the Law of Arbitration", 19th edn, London Stevens & Sons, 1979, σελ. 495 είναι κατατοπιστική: «Procedure The particular procedure for setting aside an award is by motion before a single judge (Ord.73, r.2), the case being entered before a single judge. Misconduct of the arbitrator cannot be pleaded as a defence to an action to enforce the award, and since an award cannot be set aside in an action commenced by writ, a fortiori it cannot be set aside on a counterclaim (Birtley & District Co-operative Society Ltd v Windy Nook & District Industrial Co-operative Society Ltd. [1959] 1 W.L.R. 142; [1959] 1 ALL ER 43; Scrimaglio v Thornett and Fehr
(1924)131 L.T. 174.». Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει σαφώς ότι δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί το εναρκτήριο μέσο της αγωγής (action) για να ακυρωθεί και/ή παραμερισθεί διαιτητική απόφαση, ενώ, ως κατάλληλο εναρκτήριο μέσο για το σκοπό αυτό, προκρίνεται η υποβολή εναρκτήριας αίτησης (εκεί αναφερόμενου ως «motion»). Υποστηρίχθηκε από πλευράς του κ. Χαβιαρά ότι η Δ.55, θ.1, επί της οποίας βασίζεται η υπό κρίση Αίτηση, δεν εφαρμόζεται και ότι δεν μπορεί να αποτελέσει το μέσο επιδίωξης ακύρωσης διαιτητικής απόφασης εφόσον η εν λόγω Διάταξη εφαρμόζεται όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων. Η πιο πάνω αναφορά του ευπαίδευτου συνήγορου στηρίχθηκε, προφανώς, στις πρόνοιες της Δ.55,θ.1 οι οποίες διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: "1. Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested". Όπως έχει υπογραμμιστεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Junport International Limited Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτηση Αρ. 115/2017 ημερ. 15/9/2017, η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ΄ ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Οι τύποι αρ. 50 και 51 που μνημονεύονται στο θ. 1 της Διαταγής, περιορίζουν ακριβώς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης σε θέματα που προκύπτουν από διαχείριση (τύπος 50), ή, από ζητήματα προκύπτοντα από εμπιστεύματα προερχόμενα από διαθήκη (τύπος 51). Ωστόσο, στην ίδια υπόθεση επισημάνθηκαν και τα πιο κάτω: «Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originating summons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers' σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλότητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω.» Η έννοια της πρωτογενούς αιτήσεως, αναφερόμενης και ως «εναρκτήρια κλήση», απαντάται στη Δ.1 θ.2 όπου καθορίζεται να σημαίνει οποιαδήποτε κλήση άλλη από κλήση σε εκκρεμούσα αιτία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται και στην πιο πάνω απόφαση, η Δ.55 καθορίζει πρωτίστως, αλλά όχι εξαντλητικά, τις περιπτώσεις για τις οποίες ενδείκνυται η χρήση εναρκτήριας κλήσης. Η εν λόγω διάταξη όμως και οι προβλεπόμενοι τύποι αρ. 50 και 51 που αναφέρονται στο Θ. 1 της Διαταγής, περιορίζονται ρητά στις περιπτώσεις «...όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ' ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο...» Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω Διαταγής καθώς και από τα αναφερόμενα στη Wilfrid Wortham κ.α. ν. Ντίνας Κώστα Τσίμον
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1442 οι Θεσμοί 2 και 3 της Δ.55 περιλαμβάνουν πρόνοιες αναφορικά με την επίδοση της εναρκτήριας κλήσης και τη στήριξη της με μαρτυρία, κατά τον τρόπο που θα απαιτήσει το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει εναρκτήρια κλήση αν κρίνει λαμβάνοντας υπόψη την φύση της διαφοράς, ότι δεν είναι το κατάλληλο δικονομικό μέσο για την έναρξη της διαδικασίας. Μια εναρκτήρια κλήση δεν προβλέπεται να υποστηρίζεται κατά την καταχώρηση της από μαρτυρικό υλικό. Ο Τύπος αρ. 50 που εμπεριέχεται στο Παράρτημα Α, Τύποι, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν περιλαμβάνει αναφορά, όπως στις δευτερογενείς αιτήσεις, ότι η αίτηση εδράζεται ή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του τάδε προσώπου ή προσώπων. Η Δ.55, θ.3 προνοεί ότι η αίτηση θα πρέπει να υποστηρίζεται από τέτοια μαρτυρία όπως το Δικαστήριο θα ήθελε ζητήσει. Στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η εισήγηση του συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 ότι, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε λανθασμένο ένδικο μέσο, δεν ευσταθεί και, συνεπώς, απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, απορρίπτονται οι εισηγήσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 υπό των υπό εξέταση ενστάσεων. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων δεν βρίσκω οποιοδήποτε λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός και αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, και, συνεπώς, ο Αιτητής δικαιούται τα έξοδά του. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ) ............... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] 2.
(1)Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο