← Κύπρος

D.J.C. LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1835/2011, 12/5/2020

D.J.C. LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1835/2011, 12/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A229 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου - Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1835/2011 Μεταξύ: D.J.C. LTD Ενάγουσα και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενου 12 Μαΐου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α. Καριτζής διά Α. Καριτζής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Δ. Παπαστεφάνου δια Γενικό Εισαγγελέα ΑΠΟΦΑΣΗ Δικογραφημένες θέσεις. Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταξύ της ιδίας και του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (στο εξής το «ΤΟΜ»), είχε αναλάβει τη συγγραφή βιβλίου σχετικού με τη διεύθυνση επιχειρήσεων που εκτελούν οδικές μεταφορές εμπορευμάτων ή επιβατών έναντι αμοιβής €56.383,85 (ΛΚ.33.000). Παράλληλα, ως εγγύηση για την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, η Ενάγουσα είχε καταθέσει ποσό €8.457,58 (ΛΚ.3.300). Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το ΤΟΜ, ενεργώντας αντισυμβατικά, τερμάτισε τη σύμβαση και παρακράτησε το ποσό της εγγύησης. Με την αγωγή αξιώνει αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη συνεπεία του αντισυμβατικού τερματισμού της συμφωνίας. Αξιώνει επίσης την επιστροφή του ποσού της εγγύησης που παρακρατήθηκε. Στην Υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν νόμιμος. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το κείμενο του βιβλίου που παρέδωσε η Ενάγουσα δεν ανταποκρινόταν στις προδιαγραφές της σύμβασης. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα καθυστέρησε στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Συνεπώς, ισχυρίζεται ότι το ΤΟΜ ενεργούσε εντός των συμβατικών του δικαιωμάτων απορρίπτοντας το κείμενο του βιβλίου, τερματίζοντας τη συμφωνία και παρακρατώντας το ποσό της εγγύησης. Πραγματικό υπόβαθρο/πλαίσιο γεγονότων. Στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης οι μάρτυρες παρουσίασαν 76 έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Πριν προχωρήσω, σημειώνω ότι έχω μελετήσει το περιεχόμενο όλων των Τεκμηρίων. Τα Τεκμήρια περιλαμβάνουν την επίδικη σύμβαση και τα έγγραφα προκήρυξης του δημόσιου διαγωνισμού που προηγήθηκε, προσχέδια του επίδικου βιβλίου, εσωτερική αλληλογραφία μεταξύ διαφόρων τμημάτων του ΤΟΜ, αλληλογραφία μεταξύ λειτουργών του ΤΟΜ και εκπροσώπων της Ενάγουσας. Η γνησιότητα αυτών των εγγράφων δεν έχει αμφισβητηθεί. Δεν αμφισβητήθηκε ότι συντάχθηκαν από τα πρόσωπα που φαίνονται ως συντάχτες τους. Η αλληλογραφία και όσα άλλα Τεκμήρια φαίνεται να κοινοποιήθηκαν μεταξύ προσώπων επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι ανταλλάγησαν ή παραλήφθηκαν. Οι εξαιρέσεις ήταν ελάχιστες και ειδική αναφορά σε αυτές γίνεται πιο κάτω στην απόφαση μου. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι οι ημερομηνίες που καταγράφονται σε κάποια εξ αυτών αποτυπώνουν ορθά την ημερομηνία σύνταξης τους. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, αποδέχομαι ότι τα διάφορα Τεκμήρια συντάχθηκαν από το/α πρόσωπο/α που φαίνονται σε έκαστο εξ αυτών ως συντάχτης και με το αυτό περιεχόμενο. Αποδέχομαι επίσης ότι τα Τεκμήρια που συνιστούν αλληλογραφία, κοινοποιήθηκαν ή ανταλλάχθηκαν μεταξύ των προσώπων ως σε αυτά καταγράφεται. Στο βαθμό που στα έγγραφα γίνεται αναφορά σε γεγονότα που έλαβαν χώρα, όπου αυτό δεν αμφισβητείται, αποδέχομαι ότι τα εν λόγω γεγονότα είχαν επισυμβεί ως σε αυτά καταγράφεται. Εκεί όπου στα έγγραφα εκφράζονται απόψεις, αυτές παραμένουν απόψεις του συντάκτη του κάθε εγγράφου. Δεν τις υιοθετώ εκτός εάν ρητά αναφέρω το αντίθετο. Η έγγραφη αυτή μαρτυρία συνθέτει το μεγαλύτερο μέρος του πραγματικού υπόβαθρου και πλαισίου γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Πέραν των πιο πάνω, σημειώνω ότι σημαντικό μέρος των γεγονότων καθίσταται παραδεκτό ή κοινώς αποδεκτό από τα δικόγραφα. Παράλληλα, μέρος των όσων κατέθεσαν οι μάρτυρες που παρουσίασε η κάθε πλευρά, δεν έτυχαν αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση - αυτό θα διαφανεί στην σύνοψη της δια ζώσης μαρτυρίας που παραθέτω πιο κάτω στην απόφαση μου. Ενόψει της έκτασης της μαρτυρίας και της φύσης των θεμάτων που εγείρονται, θα ξεκινήσω την απόφαση μου με την καταγραφή του πλαισίου των γεγονότων επί των οποίων υπάρχει σύμπτωση και που είναι κοινώς αποδεκτά. Στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας καθώς και των πληροφοριών που αντλούνται από αυτήν, αλλά και στη βάση των συγκλίσεων που προκύπτουν από τα δικόγραφα και του μέρους εκείνου της μαρτυρίας που δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την ακρόαση, συνοψίζω πιο κάτω μέρος του πραγματικού υπόβαθρου της υπόθεσης και του πλαισίου των γεγονότων που την αφορούν. Διευκρινίζω ότι θα αναφερθώ μόνο στα σημεία που έκρινα σημαντικά για τη διαμόρφωση του αποτελέσματος. Όπου παραθέτω αποσπάσματα από τα διάφορα τεκμήρια αυτό γίνεται διότι κρίνω ότι είναι αναγκαίο για κατανόηση της κατάληξης μου. 1 Η Ενάγουσα είναι Κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. 2 Ο Εναγόμενος ενάγεται στη βάση του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/

  1. 3 Στις 25.4.2007 η Ενάγουσα υπέβαλε προσφορά (Τεκμήριο 3) προς το ΤΟΜ, σύμφωνα με τους όρους του Διαγωνισμού 04/2007 (Τεκμήριο 2) που είχε προκηρύξει το ΤΟΜ για τη συγγραφή βιβλίου «με γνωστικό αντικείμενο τη διεύθυνση επιχειρήσεων οι οποίες εκτελούν οδικές μεταφορές, διεθνείς ή εσωτερικές, εμπορευμάτων ή επιβατών» (στο εξής το «επίδικο βιβλίο»). 4 Μετά από αλληλογραφία καθώς και συνάντηση που ακολούθησε μεταξύ της Ενάγουσας και του ΤΟΜ (Τεκμήρια 4, 5, 6, 7 και 9), στις 27.6.2007 το ΤΟΜ ενημέρωσε γραπτώς την Ενάγουσα ότι αποφάσισε να αναθέσει σε αυτήν τη συγγραφή του επίδικου βιβλίου για ποσό Λ.Κ.33.000 πλέον Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 8). 5 Στις 4.7.2007 υπογράφηκε μεταξύ της Ενάγουσας και του ΤΟΜ η επίδικη σύμβαση (Τεκμήριο 11). 6 Με την υπογραφή της σύμβασης, η Ενάγουσα κατέθεσε στο ΤΟΜ το ποσό των Λ.Κ.3.300 (Τεκμήριο 9), ως εγγύηση για την πιστή εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων. 7 Στις 5.7.2007 ο Λειτουργός Οδικών Μεταφορών κ. ΧΧΧΧΧ Τσιαμέττης (ΜΥ2) απέστειλε e-mail (Τεκμήριο 12) προς τον διευθυντή της Ενάγουσας ΧΧΧΧΧ Κυριάκου (ΜΕ1), με κοινοποίηση προς τους λειτουργούς του ΤΟΜ κα ΧΧΧΧΧ Πίπη και τον κ. ΧΧΧΧΧ Κυθραιώτη (ΜΥ1). Σε αυτό ανέφερε τα εξής: «Έχω οδηγίες να αναφερθώ στο πιο πάνω θέμα και να σας πληροφορήσω ότι για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά την αποπεράτωση της εργασίας συγγραφής του εν λόγω βιβλίου, μπορείτε να επικοινωνείτε με τον κ. ΧΧΧΧΧ Κυθραιώτη, Ανώτερο Λειτουργό Οδικών Μεταφορών [..] Σε περίπτωση που η επικοινωνία με τον κ. Κυθραιώτη δεν είναι δυνατή παρακαλώ όπως επικοινωνείτε με την κα ΧΧΧΧΧ Πίπη, Λειτουργό Οδικών Μεταφορών [.]. Τέλος, αν δεν μπορέσετε να επικοινωνήσετε ούτε με την κα Πίπη παρακαλώ όπως επικοινωνήσετε μαζί μου.» 8 Στις 4.10.2007 και 30.10.2007 ο ΜΕ1 απέστειλε με e-mail (Τεκμήριο 13) προς τον ΜΥ1 και ΜΥ2, κείμενα των ενοτήτων του επίδικου βιβλίου που αφορούσαν τα φορολογικά και οικονομικά ζητήματα. 9 Στις 24.10.2007 ο ΜΕ1 απέστειλε με e-mail (Τεκμήριο 14) στον ΜΥ1, κείμενο της ενότητας του επίδικου βιβλίου που αφορούσε την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα. 10 Στις 30.10.2007 ο ΜΕ1 απέστειλε με e-mail (Τεκμήριο 15) στον ΜΥ1 και στον ΜΥ2, κείμενο της ενότητας του επίδικου βιβλίου που αφορούσε νομικά ζητήματα. 11 Στις 31.10.2007 ο ΜΕ1 απέστειλε με e-mail (Τεκμήριο 16) στον ΜΥ2, αναθεωρημένο κείμενο της ενότητας του επίδικου βιβλίου που αφορούσε τα φορολογικά ζητήματα. 12 Στις 2.11.2007 ο ΜΕ1 απέστειλε με e-mail (Τεκμήριο 17) στον ΜΥ2 νέο αναθεωρημένο κείμενο της ενότητας που αφορούσε τα φορολογικά ζητήματα. 13 Στις 15.11.2007 ο ΜΥ2 απέστειλε προς τον ΜΕ1 e-mail (Τεκμήριο 20) με το οποίο προωθεί συνημμένα: «διάφορα θέματα εξετάσεων για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα που μας έχουν δοθεί από το ελληνικό δημόσιο. Θεωρούμε ότι το νομικό μέρος του βιβλίου θα πρέπει να συνταχθεί και να διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο που ο αναγνώστης να μπορεί εύκολα να λάβει τις απαιτούμενες γνώσεις και να εντοπίσει τις απαντήσεις σε τέτοιου είδους ερωτήσεις. Όπως έχει διαμορφωθεί αυτή τη στιγμή το κείμενο (απλή παράθεση του νόμου) δεν θεωρούμε ότι εξυπηρετείται ο πιο πάνω σκοπός.» 14 Στις 25.11.2007 ο ΜΕ1 απέστειλε με e-mail (Τεκμήριο 18) στον ΜΥ1, αναθεωρημένο κείμενο για την ενότητα που αφορούσε την πρόσβαση στο επάγγελμα οδικού μεταφορέα. 15 Στις 3.12.2007 ο ΜΕ1 απέστειλε με e-mail (Τεκμήριο 19) στον ΜΥ2, νέο αναθεωρημένο κείμενο για την ενότητα που αφορούσε με φορολογικά ζητήματα. 16 Τον Δεκέμβριο 2008 εκδόθηκε από το ΤΟΜ Οδηγός/Ενημερωτικό Φυλλάδιο για το Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα (Τεκμήριο 76), το οποίο διατίθετο στο κοινό. 17 Στις 11.12.2007 ο ΜΥ2 απέστειλε e-mail (Τεκμήριο 21) στον ΜΕ1 με κοινοποίηση στον ΜΥ1 και XXXXX Πίπη. Σε αυτό, μεταξύ άλλων, επισημαίνει ότι στο κείμενο που έχει αποσταλεί από την Ενάγουσα: «δεν ακολουθείται η ίδια σειρά που καταγράφεται στο Δεύτερο Παράρτημα των περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα Κανονισμών του
  2. [Τ]α κείμενα να προσαρμοστούν με τρόπο που να πληρείται η πιο πάνω πρόνοια (δηλ. ο γενικός τίτλος κάθε Παραρτήματος να είναι ο ίδιος με αυτόν του Παραρτήματος και ο τίτλος των Κεφαλαίων της κάθε ενότητας να αντιστοιχεί επακριβώς σε κάθε σημείο του Παραρτήματος και παράλληλα να διευκρινίζεται αν το κείμενο που ακολουθεί αφορά στην οδική μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών ή μόνο εμπορευμάτων ή μόνο επιβατών). Προς διευκόλυνση σας και για καλύτερη κατανόηση, έχει ενδεικτικά προσαρμοστεί το κείμενο της φορολογίας το ποίο επισυνάπτεται. Επιπλέον, ιδιαίτερα για τα κείμενα της νομοθεσίας, θα πρέπει να γίνεται ανάλυση και επεξήγηση όπως προβλέπεται πιο πάνω, και όχι απλή αντιγραφή της νομοθεσίας». 18 Στις 7.1.2008 ο ΜΕ1 απέστειλε μέσω e-mail (Τεκμήριο 22) στον ΜΥ1 και ΜΥ2, αναθεωρημένο κείμενο για τα χρηματοοικονομικά και φορολογικά ζητήματα. 19 Στις 8.1.2008 ο ΜΕ1 απέστειλε με e-mail (Τεκμήρια 18 και 22) στον ΜΥ1, αναθεωρημένο κείμενο για νομικά ζητήματα. 20 Στις 21.1.2008 ο ΜΕ1 απέστειλε e-mail (Τεκμήριο 23) στον ΜΥ1 κείμενο που αφορούσε τεχνικά ζητήματα και υπενθύμιζε ότι αναμένονταν σχόλια για τα μέρη του βιβλίου που είχαν ήδη υποβληθεί. 21 Στις 23.1.2008 ο ΜΕ1 απέστειλε e-mail (Τεκμήριο 24) στον ΜΥ1 στο οποίο αναφερόταν σε συνομιλία τους που είχε προηγηθεί την ίδια μέρα. Ο ΜΕ1 ενημερώνει ότι δεν έχει παραλάβει σχόλια από την XXXXX Πίπη αναφορικά με το νομικό μέρος του βιβλίου όπως είχαν συζητήσει. 22 Στις 31.1.2008 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή προς το ΤΟΜ (Τεκμήριο 25) στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Μετά λύπης μας παρατηρούμε ότι παρά την κατ' επανάληψη επικοινωνία που είχαμε μαζί σας, τόσο τηλεφωνικώς όσο και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και τις συνεχείς διαβεβαιώσεις σας για την προσκόμιση των τελικών σας παρατηρήσεων επί του συγγράμματος που αφορά στον πιο πάνω διαγωνισμό, δεν παραλάβαμε καμία αλληλογραφία από το Τμήμα σας. Αντίθετα με το νέο έτος παρατηρούμε μια διακοπή στις προσπάθειες σας προς ολοκλήρωση του συγγράμματος. Ως εκ τούτου εσωκλείουμε το ενοποιημένο τελικό κείμενο. Σε αυτό θα παρακαλούσαμε θερμά όπως έχουμε τα σχόλια σας εντός δύο εβδομάδων, ώστε να προβούμε στις δέουσες αλλαγές. Αν αυτό δεν συμβεί μέσα στο πιο πάνω περιθώριο θα θεωρήσουμε το εν λόγω κείμενο ως τελικό και θα προχωρήσουμε σε γραμματικό και συντακτικό έλεγχο, σε μεταφράσεις και σε εκτύπωση». 23 Στις 6.2.2008 ο ΜΥ2 απέστειλε e-mail (Τεκμήριο 27) προς τον ΜΕ1 στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «στέλνω το κείμενο της φορολογίας με τις σημειώσεις μας. Οι Πίνακες που επισυνάπτονται θα σε βοηθήσουν όσον αφορά τα κεφάλαια 2 και 3 του κειμένου (τέλη κυκλοφορίας και φόροι εγγραφής). Το κείμενο με τα οικονομικά θα το κοιτάξω και θα σου στείλω απάντηση μέσα στις επόμενες μέρες.» 24 Στις 7.2.2008 ο ΜΥ1 απέστειλε e-mail (Τεκμήριο 26) στον ΜΕ1 με το οποίο διαβιβάζει «τις παρατηρήσεις του Τμήματος για το νομικό μέρος του βιβλίου» καθώς και ότι «σε λίγες μέρες θα σας διαβιβαστεί και το Τεχνικό μέρος του βιβλίου». 25 Στις 8.2.2008 ο Διευθυντής του ΤΟΜ, XXXXX Κολέττας, απέστειλε επιστολή στην Ενάγουσα (Τεκμήριο 48) στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι: «Αναφέρομαι στο πιο πάνω θέμα και στην επιστολή σας ημερ. 31.1.2008 και σαν πληροφορώ ότι σύμφωνα με το Άρθρο Α 5 του Μέρους Β των Εγγράφων του Διαγωνισμού. "Το βιβλίο θα πρέπει να γραφεί στην Ελληνική και στη συνέχεια αφού το πρότυπο εγκριθεί από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, να μεταφραστεί και στις Τουρκική και Αγγλική Γλώσσα". Παράλληλα, τα έγγραφα της Σύμβασης δεν προνοούν συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός του οποίου το Τμήμα Οδικών Μεταφορών οφείλει να ενημερώσει τον Ανάδοχο για την πιο πάνω έγκριση. Με βάση τα πιο πάνω, η αναφορά που γίνεται στην επιστολή σας ότι σε περίπτωση που δεν λάβετε τα σχόλια μας εντός δύο εβδομάδων θα θεωρήσετε το πρότυπο που μας έχετε αποστείλει ως τελικό, είναι λανθασμένη και δεν προνοείται από τους όρους της Σύμβασης. Συνεπώς αναμένουμε ότι θα προχωρήσετε σε μετάφραση και εκτύπωση του συγγράμματος μόνο αφού πρώτα το Τμήμα Οδικών Μεταφορών δώσει την τελική του έγκριση και ενημερωθείτε σχετικά. Όπως γνωρίζετε το Τμήμα Οδικών Μεταφορών σας έχει ήδη αποστείλει τα προκαταρτικά του σχόλια όσον αφορά το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου (στοιχεία αστικού δικαίου, στοιχεία εμπορικού δικαίου, στοιχεία κοινωνικής νομοθεσίας, στοιχεία φορολογικού δικαίου, πρόσβαση στην αγορά) και θα σας αποστείλει σύντομα τα σχόλια του για το υπόλοιπο κείμενο (στοιχεία εμπορικής και χρηματοοικονομικής διαχείρισης, τεχνικά πρότυπα και εκμετάλλευση, οδική ασφάλεια). Σύμφωνα με τη Σύμβαση ο Ανάδοχος έχει υποχρέωση μέσα σε 60 ημέρες να προβεί στις διορθώσεις ή στις αναδιατυπώσεις ή και τις αλλαγές που θα του υποδείξει το Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Το Τμήμα Οδικών Μεταφορών εξετάζει τα κείμενα που μας αποστέλλετε με τη δέουσα προσοχή και λεπτομέρεια, καθώς πρόκειται για ένα σημαντικό έργο το οποίο θα καθορίσει το επαγγελματικό επίπεδο και τις γνώσεις των διευθυντών επιχειρήσεων οδικών μεταφορών στην Κύπρο. Εύλογα, η λεπτομερής εξέταση και διόρθωση ενός βιβλίου το οποίο προορίζεται για το συγκεκριμένο σκοπό δεν μπορεί να αποπερατωθεί εντός μικρού χρονικού διαστήματος. Παράλληλα, η μερική καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στις μέχρι τώρα ανταποκρίσεις του Τμήματος Οδικών Μεταφορών στα κείμενα που μας αποστείλατε, οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι τα κείμενα αυτά δεν ήταν σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης. Συγκεκριμένα, όπως σας είχαμε ενημερώσει με το ηλεκτρονικό μας μήνυμα ημερ. 11/12/2007 (επισυνάπτεται για εύκολη αναφορά) τα κείμενα που μας αποστείλατε δεν ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο των Θεματικών Ενοτήτων, κατά την ίδια σειρά και τάξη, που καταγράφεται στο Δεύτερο Παράρτημα των Περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα Κανονισμών. Μετά λύπης μας διαπιστώνουνε στην επιστολή σας ημερ. 31.01.2008 ότι προτίθεστε να προβείτε σε γραμματικό και συντακτικό έλεγχο, αφού λάβετε την τελική έγκριση του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Αναφορικά με αυτό το θέμα σας ενημερώνουμε τα εξής: (α) Σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης, η έγκριση του Τμήματος Οδικών Μεταφορών θα δοθεί για το τελικό κείμενο και καμία αλλαγή, ιδίως συντακτική δεν θα πρέπει να γίνει μετά από αυτή την έγκριση. (β) Οποιεσδήποτε συντακτικές αλλαγές αλλάζουν τη μορφή και ενδεχομένως το περιεχόμενο του κειμένου. Συνεπώς ο γραμματικός και συντακτικός έλεγχος θα έπρεπε να είχε ήδη αποπερατωθεί και το πρότυπο που μας είχατε αποστείλει θα έπρεπε να ήταν ελεγμένο. (γ) Η ύπαρξη μεγάλου αριθμού γραμματικών και συντακτικών λαθών στο κείμενο, αυξάνει τον χρόνο που απαιτείται από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών για τον έλεγχο και τη διόρθωση του κειμένου και πρακτικά υποχρεώνει το Τμήμα να εκτελεί μέρος του έργου το οποίο εσείς έχετε αναλάβει να παραδώσετε. Το Τμήμα Οδικών Μεταφορών ευελπιστεί ότι θα ανταποκριθείτε πλήρως στις υποχρεώσεις σας σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης και ότι το αποτέλεσμα της συνεργασίας θα είναι η ετοιμασία ενός ποιοτικού βοηθήματος για τους διευθυντές των επιχειρήσεων οδικών μεταφορών στην Κύπρο.» 26 Στις 18.2.2008 ο ΜΕ1 απαντά στο e-mail του ΜΥ2 ημερομηνίας 7.2.2008 με δικό του e-mail (επίσης μέρος του Τεκμηρίου 27) και του ζητά να «επικοινωνήσεις μαζί μου, για κάποιες διευκρινίσεις στο κεφάλαιο της φορολογίας, ούτως ώστε να καταλήξουμε στο τελικό κείμενο». 27 Στις 19.2.2008 και αφού είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ ΜΕ1 και ΜΥ2, ο ΜΕ1 απέστειλε σε email (Τεκμήριο 28) στους ΜΥ1 και ΜΥ2 το «τελικό κείμενο που αφορά τη φορολογία». 28 Στις 20.2.2008 ο ΜΕ1 απέστειλε e-mail (Τεκμήριο 29) στον ΜΥ2 στο οποίο αναφέρεται σε τηλεφωνική τους επικοινωνία που είχε προηγηθεί την προηγούμενη μέρα και επισυνάπτει το «πρώτο κείμενο για το υποκεφάλαια που αφορά τα ITS». 29 Στις 6.3.2008 ο ΜΥ1 αποστέλλει με e-mail (Τεκμήριο 30) στον ΜΕ1 «το κείμενο που έχει διορθωθεί από την κα Πίπη [για νομικά θέματα], χωρίς να έχει διορθωθεί από εμένα». 30 Στις 11.3.2008 ο ΜΥ2 απαντά με e-mail (Τεκμήριο 29) στο e-mail του ΜΕ1 ημερομηνίας 20.2.2008 και του αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αναφορικά με το κείμενο για τα ITS το έχω διαβάσει αλλά έχω διαπιστώσει ότι είναι πολύ δυσνόητο για κάποιον που δεν γνωρίζει το θέμα. Το κείμενο θα πρέπει να ξαναγραφεί με απλά λόγια και με την ακόλουθη δομή: τι είναι τα ITS; που εφαρμόζονται με πρακτικά παραδείγματα; ποια τα πλεονεκτήματα/λόγοι χρήσης τέτοιων συστημάτων. Για καλύτερη εξήγηση θα πρέπει να περιληφθούν και σχεδιαγράμματα κάτι το οποίο είχε ζητηθεί και στο προηγούμενο σχετικό μου e-mail. Έχω εντοπίσει ένα έντυπο του Υπουργείου Μεταφορών της Ελλάδας το οποίο επισυνάπτεται και μπορεί να βοηθήσει. Το κείμενο που θα ετοιμαστεί θα πρέπει να είναι ακόμα πιο απλό και κυρίως με παραδείγματα.» 31 Στις 19.3.2008 ο ΜΥ2 αποστέλλει e-mail (Τεκμήριο 31) στον ΜΕ1 με το οποίο τον ενημερώνει ότι: «ο λειτουργός του Τμήματος Οδικών Μεταφορών που ανέλαβε τη διόρθωση του κειμένου που αφορά τα "Τεχνικά Πρότυπα και Εκμετάλλευση" και την "Οδική Ασφάλεια" δεν ολοκλήρωσε την ανάγνωση του κειμένου καθώς διαπίστωσε ότι το κείμενο που μας είχατε στείλει δεν επιδέχεται διόρθωσης και πρέπει να ξαναγίνει από την αρχή. Συγκεκριμένα το κείμενο δεν ακολουθεί τη δομή της σχετικής νομοθεσίας και το περιεχόμενο του απέχει πολύ από αυτό που η νομοθεσία αναφέρει. Πολλά θέματα δεν καλύπτονται ενώ για άλλα θέματα γίνεται μόνο μια αόριστη και τυπική αναφορά/τοποθέτηση. Υπάρχουν διατυπώσεις ακατανόητες, εκφραστικά λάθη κτλ. Συνεπώς το εν λόγω κείμενο δεν γίνεται δεκτό από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών ούτε ως αρχικό (draft)». 32 Στις 9.6.2008 ο ΜΥ2 απέστειλε με e-mail (Τεκμήριο 32) στον ΜΕ1 και με κοινοποίηση στον ΜΥ1 «το κεφάλαιο με τα Οικονομικά θέματα με τις διορθώσεις/εισηγήσεις μας. Παρακαλούμε όπως δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στα σχόλια που καταγράφονται σε συγκεκριμένα σημεία του κειμένου». Πρόκειται για το κείμενο που είχε αρχικά αποσταλεί από τον ΜΕ1 στις 2.11.2007 (Τεκμήριο 17). 33 Στις 13.6.2008 ο Διευθυντής του ΤΟΜ, XXXXX Κολέττας, απέστειλε με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο επιστολή προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 33) στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι: «[Τ]ο Τμήμα Οδικών Μεταφορών έχει εξετάσει το πρότυπο του βιβλίου που έχετε υποβάλει τόσο με την επιστολή σας ημερ. 31.1.2008 όσο και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και έχει αποφασίσει σχετικά με τις συγκεκριμένες διορθώσεις, αναδιατυπώσεις και αλλαγές που απαιτούνται. Πιο αναλυτικά, οι ανά ενότητα διορθώσεις, αναδιατυπώσεις και αλλαγές που υποδεικνύονται από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών είναι οι εξής: ΕΝΟΤΗΤΑ Δ: Στοιχεία φορολογικού δικαίου Ως οι υποδείξεις μας στο έντυπο που επισυνάπτεται. Όλα τα ποσά θα πρέπει να μετατραπούν σε ευρώ. ΕΝΟΤΗΤΑ Ε: Εμπορική και χρηματοοικονομική διαχείριση της επιχείρησης Ως οι υποδείξεις μας στο ηλεκτρ. μήνυμα ημερ. 9.6.2008 το οποίο επισυνάπτεται για εύκολη αναφορά. ΕΝΟΤΗΤΑ Ζ: Τεχνικά πρότυπα και εκμετάλλευση Ως οι υποδείξεις μας στο ηλεκτρ. μήνυμα ημερ. 19.03.2008 το οποίο επισυνάπτεται για εύκολη αναφορά. Το συγκεκριμένο κείμενο θα πρέπει να ξαναγίνει από την αρχή καθώς είναι δυσκολονόητο, δεν ακολουθεί τη δομή της σχετικής νομοθεσίας και το περιεχόμενο του απέχει πολύ από αυτό που η νομοθεσία αναφέρει. ΕΝΟΤΗΤΑ Η: Οδική ασφάλεια Ως οι υποδείξεις μας στο ηλεκτρ. μήνυμα ημερ. 19.03.2008 το οποίο επισυνάπτεται για εύκολη αναφορά. Το συγκεκριμένο κείμενο πρέπει να ξαναγίνει από την αρχή καθώς είναι δυσκολονόητο, δεν ακολουθεί τη δομή της σχετικής νομοθεσίας και το περιεχόμενο του απέχει πολύ από αυτό που η νομοθεσία αναφέρει. Σημειώνεται ότι τα τελευταία κείμενα των Ενοτήτων Α (Στοιχεία Αστικού Δικαίου), Β (Στοιχεία εμπορικού δικαίου), Γ (Στοιχεία κοινωνικής νομοθεσίας) και ΣΤ (Πρόσβαση στην αγορά) που μας έχετε αποστείλει έχουν γίνει αποδεκτά ως τελικά και μπορούν να περιληφθούν στο ολοκληρωμένο κείμενου του βιβλίου που θα μας αποστείλετε. Σύμφωνα με το Άρθρο 26.1 του Μέρους Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού για τη Συγγραφή του Βιβλίου με γνωστικό αντικείμενο τη διεύθυνση επιχειρήσεων οι οποίες εκτελούν οδικές μεταφορές, διεθνείς ή εσωτερικές εμπορευμάτων ή επιβατών ο προμηθευτής, αφού ειδοποιηθεί γραπτώς ή μέσω τηλεομοιότυπου, θα έχει υποχρέωση μέσα σε 60 ημέρες να προβεί στις διορθώσεις ή στις αναδιατυπώσεις ή και τις αλλαγές που θα του υποδείξει το Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Συνεπώς παρακαλώ όπως το αργότερο μέσα σε 60 ημέρες από την ημερομηνία της παρούσας επιστολής προβείτε σε όλες τις διορθώσεις, αναδιατυπώσεις και αλλαγές που υποδεικνύονται πιο πάνω και μας αποστείλετε το τελικό κείμενο. Τονίζεται ότι σύμφωνα με το Άρθρο 26.3 του Μέρους Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού, σε περίπτωση αδυναμίας του προμηθευτή να συμμορφωθεί με την παράγραφο 26.1 θα θεωρείται ότι η Ενδιαφερόμενη Υπηρεσία, χωρίς βλάβη όλων των άλλων δικαιωμάτων της που απορρέουν από τη Σύμβαση, έχει το δικαίωμα να αποταθεί στον επόμενο προσφοροδότη με την πιο χαμηλή τιμή και να απαιτήσει τυχόν πρόσθετα έξοδα ή ζημιές του Προμηθευτή. Παράλληλα το Άρθρο 22.2 του Μέρους Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού, ορίζει ότι σε περίπτωση αποτυχίας του Αναδόχου να εκπληρώσει τις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις του, θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί η εγγύηση πιστής εκτέλεσης της σύμβασης ως αποζημίωση». 34 Στις 13.8.2008 ο ΜΕ1 απέστειλε με e-mail (Τεκμήριο 34) στους ΜΥ1, ΜΥ3 και τον διευθυντή του ΤΟΜ κ. Κολέττα: «το τελικό κείμενο του βιβλίου για τη διεύθυνση επιχειρήσεων οι οποίες εκτελούν οδικές μεταφορές, διεθνείς ή εσωτερικές εμπορευμάτων ή επιβατών, όπως αναφέρεται στην τελευταία επιστολή σας του Ιουνίου
  3. Εντός της ημέρας θα σας αποσταλεί και τυπωμένο.» 35 Στις 16.10.2008 διευθετήθηκε συνάντηση στα γραφεία του ΤΟΜ. Στην εν λόγω συνάντηση συμμετείχαν εκ μέρους του ΤΟΜ, μεταξύ άλλων, ο ΜΥ1 και η XXXXX Πίπη. Για την Ενάγουσα συμμετείχαν ο ΜΕ1, ο ΜΕ2 και ο XXXXX Τζιαμαλλής που ήταν εκ των συγγραφέων του βιβλίου. Κατά τη συνάντηση δόθηκε στους εκπροσώπους την Ενάγουσας έγγραφο που τιτλοφορείται «Γενικές παρατηρήσεις/σχόλια και υποδείξεις του Τμήματος Οδικών Μεταφορών στο προσχέδιο που υποβλήθηκε από τους προσφοροδότες "DJC Certified Accountants Ltd" στις 13.8.2008» (Τεκμήριο 35). Στο δισέλιδο αυτό έγγραφο καταγράφονται περί τις 21 παρατηρήσεις, με εισαγωγή ότι: «Στη συνέχεια καταγράφονται τόσο γενικές όσο και συγκεκριμένες αλλαγές και διορθώσεις τις οποίες το Τμήμα Οδικών Μεταφορών θεωρεί επιβεβλημένο να γίνουν προκειμένου να γίνει αποδεκτό το περιεχόμενο του προσχεδίου που υποβλήθηκε στις 18.8.
  4. Οι διορθώσεις θα πρέπει να γίνουν με την επιβαλλόμενη για το συγκεκριμένο βιβλίο σχολαστικότητα και επιμέλεια». 36 Στη συνάντηση που έγινε στις 16.10.2008 είχε ζητηθεί από την Ενάγουσα, πέραν από τις παρατηρήσεις που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 35, η συμπερίληψη σχεδιαγραμμάτων και εικόνων σε συγκεκριμένα σημεία του βιβλίου. Το ΤΟΜ είχε αναλάβει να τα αποστείλει στην Ενάγουσα και τα απέστειλε με e-mail στις 6.11.2008 (Τεκμήριο 37). 37 Στις 26.11.2008 ο ΜΕ1 απέστειλε με e-mail (Τεκμήριο 38) στον ΜΥ1: «συνημμένο κείμενο με όλες τις διορθώσεις και υποδείξεις που μας κάνατε στην τελευταία συνάντηση που είχαμε στα γραφεία σας. Παρακαλώ όπως μετά την εξέταση του μας δώσετε την τελική σας έγκριση για να προβούμε στις σχετικές λεκτικές διορθώσεις και διορθώσεις παρουσίασης.» Το Τεκμήριο 38 αποτελείται από το κείμενο και το συνοδευτικό e-mail. 38 Μέχρι 9.9.2009, η Ενάγουσα δεν είχε λάβει την απάντηση του ΤΟΜ επί του κειμένου που είχε αποστείλει στις 26.11.
  5. Στις 9.9.2009 ο ΜΕ1 απέστειλε νέο κείμενο με e-mail (Τεκμήριο 39) στον ΜΥ
  6. Στο εν λόγω e-mail ο ΜΕ1 αναφέρει ότι: «Σε συνέχεια της τηλεφωνικής μας επικοινωνίας παρακαλώ όπως βρείτε συνημμένο το τελικό ελληνικό κείμενο μετά τις συντακτικές και γραμματικές αλλαγές. Να σημειωθεί ότι από το προηγούμενο συμφωνημένο κείμενο έχουν γίνει μόνο συντακτικές και ορθογραφικές αλλαγές». 39 Επίσης, με επιστολή της Ενάγουσας προς το ΤΟΜ ημερομηνίας 9.9.2009 (Τεκμήριο 40), η Ενάγουσα αναφέρει ότι: «Σύμφωνα με το Άρθρο 26.1 του Μέρους Α των εγγράφων του διαγωνισμού για την συγγραφή Βιβλίου με γνωστικό αντικείμενο τη διεύθυνση επιχειρήσεων οι οποίες εκτελούν οδικές μεταφορές, διεθνείς ή εσωτερικές, εμπορευμάτων ή επιβατών, σας εσωκλείουμε το τελικό ελληνικό κείμενο του συγγράμματος. Οι μεταφράσεις στην αγγλική και τουρκική θα παραδοθούν σε εσάς εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.» Έχει καταστεί παραδεκτό γεγονός ότι το «τελικό ελληνικό κείμενο του συγγράμματος» στο οποίο γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 40 είναι το ίδιο με το έγγραφο που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 39 και επισυνάπτεται στο εκεί αναφερόμενο e-mail. 40 Στις 20.10.2009 ο κ. Κολέττας, διευθυντής του ΤΟΜ με το Έντυπο Διορισμού Επιτροπής Παραλαβής, Τεκμήριο 70 διόρισε τους XXXXX Πίπη Χατζηκώστα, XXXXX Ηρακλέους (ΜΥ6) και XXXXX Φενερίδου (ΜΥ5) ως μέλη Επιτροπής Παραλαβής του επίδικου βιβλίου. Σύμφωνα με το σχετικό έντυπο, η εν λόγω Επιτροπή διορίστηκε με βάση της πρόνοιες του Κανονισμού 22 του περί Εκτέλεσης Συμβάσεων Κανονισμών του 2004 «για να διενεργήσει την παραλαβή» του επίδικου βιβλίου και να ελέγξει «κατά πόσον συνάδει με τις προδιαγραφές και όρους του διαγωνισμού». 41 Ο ΜΕ1 απέστειλε προς τον ΜΥ1, e-mail ημερομηνίας 27.11.2009 (Τεκμήριο 41) με το οποίο ζητούσε να ενημερωθεί: «για την πρόοδο της διαδικασίας αναφορικά στο τελικό κείμενο του συγγράμματος για τα οδικές μεταφορές που σας αποστάληκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2009 και να σας υπενθυμίσω ότι περιμένουμε την συγκατάθεση σας για να προχωρήσουμε στις μεταφράσεις στη τουρκική και αγγλική.» 42 Στις 7.12.2009 ο διευθυντής του ΤΟΜ κ. Κολέττας ανακάλεσε το διορισμό της Επιτροπής Παραλαβής που είχε διοριστεί στις 20.10.
  7. Η ανάκληση έγινε με επιστολή ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 72). 43 Στις 7.12.2009 ο κ. Κολέττας, διευθυντής του ΤΟΜ, υπέγραψε το Έντυπο Διορισμού Επιτροπής Παραλαβής, Τεκμήριο
  8. Με αυτό διόρισε τους XXXXX Ησαΐα, ΜΥ5 και ΜΥ6 ως μέλη νέας Επιτροπής Παραλαβής του επίδικου βιβλίου. Σύμφωνα με το σχετικό έντυπο, η εν λόγω επιτροπή διορίστηκε με βάση της πρόνοιες του Κανονισμού 22 του περί Εκτέλεσης Συμβάσεων Κανονισμών του 2004: «για να διενεργήσει την παραλαβή του πιο πάνω Βιβλίου-Εγχειριδίου, όπως αυτή προβλέπεται στους σχετικούς περί της Σύναψης Συμβάσεων Κανονισμούς (ΚΔΠ 2001/2007) και ζητώ τη διενέργεια ελέγχου κατά πόσον συνάδει με τις προδιαγραφές και όρους του διαγωνισμού αυτού». 44 Την 1.2.2010 ο ΜΥ6 κατέγραψε τις σημειώσεις που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 73 που προέκυψαν από την μελέτη των Ενοτήτων Ζ και Η του κειμένου που είχε υποβληθεί από την Ενάγουσα στις 9.9.
  9. Αναφορά στις σημειώσεις αυτές γίνεται πιο κάτω. 45 Οι Επιτροπή Παραλαβής διενήργησε 5 συνεδρίες, στις 13.1.2010, 27.1.2010, 12.2.2010, 22.3.2010 και 24.3.2010, για να συζητήσει το κείμενο του επίδικου βιβλίου. Μέρος των πρακτικών των συνεδριάσεων της Επιτροπής Παραλαβής καταγράφονται στο Τεκμήριο
  10. 46 Στις 24.3.2010 η Επιτροπή Παραλαβής εξέδωσε το Πιστοποιητικό Παραλαβής (Τεκμήριο 68) στο οποίο καταγράφονται οι τέσσερεις παρατηρήσεις που αυτολεξί περιλήφθηκαν στην επιστολή Τεκμήριο 42 στην οποία αναφέρομαι πιο κάτω στην παράγραφο
  11. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό: «Η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνει ότι το βιβλίο δε μπορεί να διατίθεται εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατά συνέπεια αποφάσισε την απόρριψη του.» 47 Στις 6.4.2010 ο διευθυντής του ΤΟΜ XXXXX Κολέττας απέστειλε χειρόγραφο σημείωμα στην Επιτροπή Παραλαβής (Τεκμήριο 74) στο οποίο αναφέρει: «Επειδή η απόρριψη θα έχει ως επακόλουθο την καθυστέρηση του βιβλίου, ανεξάρτητα από τις συνέπειες που θα έχει ο ανάδοχος παρ. αν κρίνετε εσείς ότι μπορεί να γίνει, να γίνει μια ύστατη προσπάθεια αν υπάρχει δυνατότητα να βελτιωθεί σε αποδεκτό επίπεδο το βιβλίο που ετοιμάστηκε διαφορετικά να γίνουν όλα τα διαβήματα προκήρυξης νέας προσφοράς.» 48 Στις 20.4.2010 η Επιτροπή Παραλαβής ενημέρωσε με επιστολή Τεκμήριο 69 τον Διευθυντή του ΤΟΜ XXXXX Κολέττα ότι: «Η επιτροπή συνήλθε στις 20.4.2010 για να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα το βιβλίο να βελτιωθεί σε αποδεκτό επίπεδο προκειμένου να γίνει δυνατή η παραλαβή του. Η επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να ισχύσει η αρχική της απόφαση καθότι: (α) έχουν γίνει στη διάρκεια των τριών χρόνων αρκετές υποδείξεις στον συγγραφέα για διόρθωση σημείων του βιβλίου οι οποίες είτε δεν έχουν ληφθεί υπόψη, είτε δεν έχουν υλοποιηθεί. (β) πέραν των πιο πάνω, στην περίπτωση που γίνουν προς τον συγγραφέα οποιεσδήποτε υποδείξεις για διορθώσεις θεωρούμε ότι θα εμπλακούμε σε χρονοβόρες διαδικασίες και δεν θα αποφύγουμε τελικά την καθυστέρηση στην έκδοση του βιβλίου. (γ) λαμβάνοντας υπόψη την εισαγωγή του νέου κανονισμού σε σχέση με το περιεχόμενο του βιβλίου διαφαίνεται ότι η προκήρυξη νέου διαγωνισμού είναι αναπόφευκτη.» 49 Με επιστολή ημερομηνίας 13.7.2010 (Τεκμήριο 42) που υπογράφεται από τον XXXXX Κολέττα, Διευθυντή του ΤΟΜ ενημερώνετε η Ενάγουσα ότι: «Η Επιτροπή Παραλαβής της υπό αναφορά σύμβασης διαπίστωσε τα ακόλουθα: 1) Το βιβλίο δεν έχει δομημένη ούτε λειτουργική διαρθρωτική μορφή. Ο τρόπος δόμησης του, η έλλειψη αρίθμησης παραγράφων καθώς επίσης και ευρετηρίου δυσκολεύει τον αναγνώστη και καθιστά τη χρήση του βιβλίου δύσκολη. 2) Με τη μέθοδο της αντιγραφής/επικόλλησης έχουν μεταφερθεί κείμενα από ηλεκτρονικές ιστοσελίδες διαφόρων Κυβερνητικών Τμημάτων και έχουν ενταχθεί στο βιβλίο, χωρίς οποιαδήποτε επεξεργασία με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται έντονο το στοιχείο του πλεονασμού, της επανάληψης, της διαφορετικής γλωσσικής απόδοσης (νομικίστικο ύφος, δημοτική, καθαρεύουσα κλπ). 3) Σε πολλά σημεία του βιβλίου προκύπτουν ασάφειες γύρω από τα θέματα που αναλύονται. Υπάρχουν επίσης κεφάλαια για τα οποία δεν γίνεται καμία αναφορά στο βιβλίο ενώ έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με τον οδηγό [Τεκμήριο 76] που δόθηκε από το ΤΟΜ σε όσους επιθυμούν να αποκτήσουν πιστοποιητικό Επαγγελματικής Επάρκειας Οδικού Μεταφορέα Επιβατών ή Εμπορευμάτων. 4) Στο βιβλίο παρουσιάζονται αρκετά σημεία στα οποία έγινε αλλοίωση της ισχύουσας νομοθεσίας και στα οποία μεταφέρθηκαν λάθος στοιχεία και λάθος ποσά που αφορούν ποινές και πρόστιμα. Με βάση τα πιο πάνω, διαπιστώνουμε ότι δεν έχετε προβεί στις ενδεικτικές διορθώσεις που σας υπέδειξε το ΤΟΜ και ούτε προβήκατε στις δικές σας διορθώσεις συντακτικές, ορθογραφικές, ύφους κλπ και το τελικό πρότυπο του βιβλίου που έχετε υποβάλει δεν καλύπτει στοιχειωδώς τα όσα απαιτούσε η πιο πάνω Σύμβαση και γενικά η Οδηγία 96/26/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως σας ζητήθηκε και κατά συνέπεια αποφάσισε την απόρριψη του. Ενόψει των πιο πάνω και με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 23 της Σύμβασης που υπογράφτηκε μεταξύ μας στις 4.7.2007 η εγγύηση (τραπεζική επιταγή αρ.XXXXX0963) για πιστή εκτέλεση για το ποσό των 5638,38 ΕΥΡΩ θα κατακρατηθεί επειδή ακριβώς δεν έχετε συμπληρώσει το έργο για το οποίο σας έχει κατακυρωθεί η προσφορά.» 50 Η Ενάγουσα απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 29.9.2010 (Τεκμήριο 43) στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι: «Σε απάντηση της επιστολή σας ημερομηνίας 13.7.2020 θα θέλαμε να σας πληροφορήσουμε ότι απορρίπτουμε πλήρως το περιεχόμενο της. ... Κατά την τελευταία συνάντηση μας... η οποία πραγματοποιήθηκε σε κλίμα άριστης συνεργασίας, συζητήθηκαν εκτεταμένα οι τροποποιήσεις και/ή διορθώσεις οι οποίες επιθυμούσατε να γίνουν στο προσχέδιο του κειμένου και εύλογα είχαμε σχηματίσει την εντύπωση ότι η έγκριση του κειμένου απαιτούσε απλά μικροδιορθώσεις και εισαγωγή σχεδίων και/ή εικόνων. Εμείς ακολουθήσαμε πιστά τις υποδείξεις σας και εργαστήκαμε σκληρά και με κάθε επαγγελματισμό για να σας αποστείλουμε το τελικό προσχέδιο το οποίο είχε προηγουμένως διορθωθεί γραμματικά και συντακτικά από φιλόλογο. Το εν λόγω κείμενο σας αποστάληκε την 9η Σεπτεμβρίου
  12. Μετά την αποστολή του τελικού προσχεδίου δεν μπήκατε καν στον κόπο να επικοινωνήσετε μαζί μας και να μας αναφέρετε ή υποδείξετε τυχόν διαπιστώσεις σε σχέση με το περιεχόμενο του. Ειλικρινά δε μπορούμε να αντιληφθούμε τι μεσολάβησε έκτοτε που σας ώθησε να αποστείλετε την προαναφερόμενη απαράδεκτη επιστολή την οποία παραλάβαμε με μεγάλη μας έκπληξη. Στην επιστολή αναφέρονται κάποιοι γενικοί, άοριστοι και ατεκμηρίωτοι λόγοι οι οποίοι υποτίθεται ότι σας ώθησαν στην απόφαση σας να απορρίψετε το κείμενο. Αναφορικά με τους τέσσερις λόγους που επικαλείστε στην επιστολή σας σχολιάζουμε ως ακολούθως: Πρώτος λόγος: Ουδέποτε μας αναφέρθηκε προηγουμένως ότι το βιβλίο δεν έχει δομημένη και/ή λειτουργική διαρθρωτική μορφή. Εξ άλλου ο κάθε λογικός άνθρωπος θα ανέμενε από εσάς να μας υποδείξετε αυτά τα υποτιθέμενα διαρθρωτικά προβλήματα για να τα διορθώσουμε ούτως ώστε να έχετε το δικαίωμα να τα επικαλείστε ως αιτία απόρριψης. Δεύτερος λόγος: Δεν αρνούμαστε ότι χρησιμποιήσαμε ως πηγή πληροφοριών τις ηλεκτρονικές ιστοσελίδες διάφορων κυβερνητικών τμημάτων αλλά δεν αποδεχόμαστε ότι αυτό έγινε χωρίς οποιαδήποτε επεξεργασία αφού μεταξύ άλλων οι οποιεσδήποτε αναφορές στο κείμενο έτυχαν διεξοδικής μελέτης και αντιπαραβολής με τις υφιστάμενες νομοθεσίες και κανονισμούς. Τρίτος λόγος: Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε σε ποιες ασάφειες αναφέρεστε και σας παρακαλούμε να μας υποδείξετε επακριβώς ποιες είναι αυτές. Σε σχέση δε με τον ισχυρισμό σας ότι δεν έγινε αναφορά στον οδηγό του ΤΟΜ θα θέλαμε να σας υποδείξουμε ότι εξ όσων γνωρίζουμε ο εν λόγω Οδηγός εκδόθηκε μετά την υπογραφή της μεταξύ μας σύμβασης για συγγραφή του εγχειριδίου. Εξ άλλου ουδέποτε μπήκατε στον κόπο να μας αποστείλετε ή παραδώσετε αντίγραφο του εν λόγω Οδηγού [Τεκμήριο 76] και ουδέποτε μας υποδείξατε ότι θα έπρεπε να τον χρησιμοποιήσουμε ως σημείο αναφοράς. Τέταρτος λόγος: Ειλικρινά θεωρούμε ότι δεν είναι άξιος σχολιασμού αυτός ο λόγος και σας προκαλούμε να μας υποδείξετε τα σημεία στα οποία έγινε αλλοίωση της ισχύουσας νομοθεσίας. Ενόψει των πιο πάνω σας καλούμε να ανακαλέσετε άμεσα την εν λόγω επιστολή και την απόφαση σας να απορρίψετε το εγχειρίδιο για τη δημιουργία του οποίου αφιερώσαμε πολύτιμο χρόνο και χρήματα. Είναι αδιανόητο ένα κυβερνητικό τμήμα να λαμβάνει τέτοιου είδους αποφάσεις χωρίς προηγουμένως να έχει αποστείλει γραπτώς τις υποδείξεις του προς τον αντισυμβαλλόμενο.» 51 Ακολούθησε άλλη επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας προς το ΤΟΜ ημερομηνίας 3.11.2010 (Τεκμήριο 45) στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής σας προκαλεί μεγάλη έκπληξη και πολλά ερωτηματικά και εν πάση περιπτώσει κρίνεται ως αβάσιμο, απαράδεκτο και πιθανόν καθοδηγούμενο, όπως αποδεικνύεται από τις εκ των υστέρων σκέψεις του Τμήματος σας το οποίο χρησιμοποιεί διάφορες προφάσεις και ανυπόστατους ισχυρισμούς για να αποφύγει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει έναντι των πελατών μας, σύμφωνα με το συμβόλαιο ημερομηνίας 4 Ιουλίου
  13. Επιπρόσθετα των όσων οι πελάτες μας αναφέρουν στην επιστολή τους ημερομηνίας 29.9.2010, τονίζουμε τα ακόλουθα:
  14. Οι πελάτες μας υπόβαλαν για πρώτη φορά το Τμήμα σας προς έγκριση το σύγγραμμα τα οποίο ανέλαβαν να συντάξουν, περί τα τέλη του
  15. Το Νοέμβριο 2008 και αφού προέβηκαν στις ανάλογες τροποποιήσεις και/ή διορθώσεις κατόπιν δικών σας υποδείξεων, υπόβαλαν το σύγγραμμα στην τελική του μορφή προς έγκριση. Το σύγγραμμα στάληκε εκ νέου στο Τμήμα σας το Σεπτέμβρη του 2009 για σκοπούς υπενθύμισης.
  16. Το Τμήμα σας ως Αναθέτουσα Αρχή ουδέποτε προηγουμένως, είτε μετά την υποβολή του συγγράμματος το 2007 ή στο διάστημα που μεσολάβησε από το Σεπτέμβρη του 2009 μέχρι τη λήψη της πιο πάνω επιστολής, δεν είχε προβεί σε ανάλογα σχόλια με αυτά που διατυπώνετε στην επιστολή σας. Και αυτό παρά το ότι οι λειτουργοί του Τμήματος σας στους οποίος ανατέθηκε η εξέταση και σχολιαμός του συγγράμματος, είχαν προβεί σε ενδελεχή θεώρηση και εξέταση του περιεχομένου αυτού, περιλαμβανομένων της δομής, γλώσσας και ουσίας του.
  17. Το σημαντικότερο, κατά την τελευταία συνάντηση του Τμήματος σας με τους πελάτες μας τον Αύγουστο του 2008 στην παρουσία του κου XXXXX Κυθρεώτη, το μόνο που είχατε ζητήσει ήταν τη συμπερίληψη στο σύγγραμμα εικόνων και ενός ακόμη υποκεφαλαίου (το οποίο δεν ξεπερνά τις δύο σελίδες) αναφέροντας στους πελάτες μας ρητώς ότι με τις προσθήκες αυτές το Τμήμα σας θα προέβαινε σε τελική έγκριση του συγγράμματος.
  18. Αντ' αυτού οι πελάτες μας, σχεδόν δύο χρόνια μετά από την πιο πάνω αναφερόμενη συνάντηση κατά τη διάρκεια των οποίων το Τμήμα σας τηρούσε σιγή ισχθύος παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των πελατών μας, έλαβαν την επιστολή σας ημερομηνίας 13/07/2007 προς μεγάλη τους έκπληξη με την οποία, όπως συνάγεται από αυτήν, το Τμήμα σας αποφάσισε να τερματίσει τη Σύμβαση ημερομηνίας 4/07/2007 ενώ αδυνατούν ακόμα να αντιληφθούν τους λόγους που οδήγησαν το Τμήμα σας στην απόφαση αυτή. Επισημαίνουμε με πάσα βεβαιότητα πως σε κάθε περίπτωση οι πραγματικοί λόγοι τερματισμού της σύμβασης δεν είναι αυτοί τους οποίους το Τμήμα σας επινόησε και πρόβαλε στην εν λόγω επιστολή σας. ..
  19. Θα θέλαμε να σας υπενθυμίσουμε ότι με βάση το Νόμο, Επιτροπή Παραλαβής διορίζεται μόνο σε περιπτώσεις συμβάσεων δημοσίων προμηθειών και όχι υπηρεσιών όπως είναι η σύμβαση του Τμήματος σας με τους πελάτες μας.
  20. Από την άλλη πουθενά στη σύμβαση δεν καθορίζεται ο διορισμός Επιτροπής Παραλαβής για την τελική θεώρηση, εξέταση και έγκριση του συγγράμματος αλλά και ουδέποτε αναφέρθηκε ή αφέθηκε να νοηθεί η ύπαρξη και/ή η εξουσία μιας τέτοιας επιτροπής να ενεργήσει για τους σκοπούς της σύμβασης και ως εκ τούτου οι πελάτες μας αμφισβητούν την υπόσταση, αρμοδιότητα της και/ή οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες αποφάσεις πιθανό να έχει λάβει. . Με βάση τα πιο πάνω, κρίνουμε τον τερματισμό της σύμβασης από μέρους του Τμήματος σας ως αντισυμβατικό, παράνομο και αυθαίρετο. Ο τρόπος με τον οποίο επιλέξατε να τερματίσετε την εν λόγω σύμβαση πέραν του ότι είναι παράνομος, αφού δεν εδράζεται στο Νόμο και/ή στους όρους της Σύμβασης, σε συνδυασμό με τα γεγονότα που σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογούσαν τον τερματισμό της, εγείρει εύλογα ερωτηματικά για τα κίνητρα του Τμήματος σας, που πλήττουν κατάφορα τις αρχές της χρηστής διοίκησης και την εμπιστοσύνη των πολιτών σ΄αυτές. Ως εκ των ανωτέρω οι πελάτες μας, θεωρώντας ότι έχουν εκτελέσει πλήρως τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, είναι έτοιμοι να εκδώσουν το σχετικό τιμολόγιο για τις υπηρεσίες τις οποίες έχουν προσφέρει στο Τμήμα σας δυνάμει της σύμβασης ημερομηνίας 4/07/2007, μετά την επιστροφή της τραπεζικής επιταγής την οποία παράνομα και καταχρηστικά το Τμήμα σας έχει κατακρατήσει και την οποία απαιτούν.» 52 Η επιστολή Τεκμήριο 45 δεν απαντήθηκε από την πλευρά του ΤΟΜ. 53 Στις 18.2.2011 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 44) προκήρυξη διαγωνισμού από το ΤΟΜ με το ίδιο στην ουσία αντικείμενο με αυτό της επίδικης σύμβασης, ήτοι για τη συγγραφή βιβλίων για χρήση από όσους επιθυμούν να παρακαθίσουν στις εξετάσεις για την απόκτηση Πιστοποιητικού Επαγγελματικής Επάρκειας για την οδική μεταφορά επιβατών και/ή εμπορευμάτων. Τα πιο πάνω συνιστούν συνοπτικά το πλαίσιο των γεγονότων και δεδομένων που προκύπτει από το μη αμφισβητούμενο μέρος της έγγραφης μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί και τα δικόγραφα. Δια ζώσης μαρτυρία. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε τη μαρτυρία δύο προσώπων. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Κυριάκου εκ των διευθυντών της Ενάγουσας εταιρείας (ΜΕ1). Δεύτερος μάρτυρας ήταν ο εκ των διευθυντών της Ενάγουσας εταιρείας και δικηγόρος XXXX Παντελή (ΜΕ2). Για την Εναγόμενη κατέθεσαν έξι μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο XXXX Κυθραιώτης που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Ανώτερος Λειτουργός Οδικών Μεταφορών και προϊστάμενος του Τομέα Ρύθμισης Οδικών Μεταφορών (ΜΥ1). Δεύτερος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Τσιαμέττης, που μέχρι τις 14.7.2008 εργαζόταν στο ΤΟΜ ως Λειτουργός Οδικών Μεταφορών (ΜΥ2). Τρίτος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Νικολαΐδης που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν προϊστάμενος του Τεχνικού Τομέα του ΤΟΜ (ΜΥ3). Τέταρτος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Ησαΐας, Ανώτερος Τεχνικός Μηχανικός στο Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών (ΜΥ4). Πέμπτη μάρτυρας για τον Εναγόμενο ήταν η XXXXX Φενερίδου, Ελεγκτής Μεταφορών στο ΤΟΜ και Γραμματέας του Συμβουλίου Οδικών Μεταφορών (ΜΥ5). Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Ηρακλέους, Τεχνικός στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (ΜΥ6). Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω ωφέλιμο να παραθέσω με λεπτομέρεια όλα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε και που αφορά άμεσα τα επίδικα θέματα ή που κρίθηκε σημαντική για σκοπούς αξιολόγησης. Να σημειώσω ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα αφορούσε και σχετιζόταν με τα Τεκμήρια που παρουσιάστηκαν. Δεν θα επαναλάβω γεγονότα που έχω ήδη παραθέσει. Η συνοπτική αναφορά μου στη δια ζώσης μαρτυρία επικεντρώνεται σε εκείνο το μέρος της που δεν καλύπτεται ήδη από τα προαναφερόμενα. Ξεκινώ από τον πρώτο μάρτυρα, XXXXX Κυριάκου, εκ των διευθυντών της Ενάγουσας εταιρείας (ΜΕ1). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ήταν ο «υπεύθυνος εκτέλεσης του βιβλίου» και εκ της ιδιότητας του αυτής γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, παρουσίασε τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1-
  21. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε και εξήγησε για το κάθε έγγραφο τι αφορά και πως περιήλθε στη γνώση ή κατοχή του ιδίου και της Ενάγουσας. Πρόσθεσε ότι με βάση οδηγίες που δόθηκαν στην Ενάγουσα με την επιστολή Τεκμήριο 12, οι ΜΥ1, ΜΥ2 και XXXXX Πίπη ήταν τα πρόσωπα με τα οποία η Ενάγουσα είχε επικοινωνία καθ΄ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, σε σχέση με το επίδικο βιβλίο. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στη συνάντηση που έγινε στις 16.10.
  22. Υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια της, είχε καταστεί «σαφές ότι με τη διενέργεια [μικροδιορθώσεων] το Βιβλίο θα εγκρίνετο από κάθε άποψη και τελεσίδικα». Προσθέτει επίσης ότι το ΤΟΜ «δεν έθεσε οποιοδήποτε χρονοδιάγραμμα και χρονική προθεσμία σε σχέση με το ότι είχε ζητήσει το ΤΟΜ από [την Ενάγουσα]. Αν υπήρχε τέτοια πρόθεση, οπωσδήποτε θα αναγραφόταν ρητά στο καθοδηγητικό σημείωμα [Τεκμήριο 35] που μας είχε δώσει το ΤΟΜ κατά τη συνάντηση». Περιέγραψε τη συνάντηση που είχε γίνει στις 16.10.2008 στα γραφεία του ΤΟΜ ως πολύωρη. Ανέφερε ότι «χωριστήκαμε σε ομάδες εργασίας, ανάλογα με το θέμα που είχαμε να συζητήσουμε. Δηλαδή για τα φορολογικά και για τις οικονομικές καταστάσεις ήμουνα εγώ υπεύθυνος και ήμουν μαζί με τον [ΜΥ2] από το ΤΟΜ. Ο κύριος XXXXX Τζιαμάλης μαζί με τον [ΜΥ1] και ο [ΜΕ2] με την κυρία Πίπη και συζητήσαμε στην ουσία τις τελευταίες αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο σύγγραμμα, ώστε το σύγγραμμα να είναι αποδεκτό από το ΤΟΜ. Επήραμε σημειώσεις, συμφωνήσαμε στις αλλαγές που πρέπει να γίνουν, μας υπέδειξαν κάποια σχεδιαγράμματα που πρέπει να περιληφθούν και σε ποιο κομμάτι του βιβλίου πρέπει να περιληφθούν, συμφωνήσαμε τα σχεδιαγράμματα να μας αποσταλούν ηλεκτρονικά, το οποίο έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο και καταλήξαμε στις τελευταίες αλλαγές που πρέπει να γίνουν ώστε να αποδεχτεί το ΤΟΜ το δικό μας το κείμενο.» Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 υποβλήθηκε η θέση ότι η Ενάγουσα είχε συμφωνήσει να υποβάλει το αναθεωρημένο κείμενο του βιβλίου μέχρι 17.11.
  23. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε ότι είχε συμφωνηθεί τέτοια προθεσμία. Σε σχετική ερώτηση απάντησε «δεν θα μπορούσαμε να λάβουμε προθεσμία ούτε να συμφωνήσουμε σε προθεσμία διότι στη συνάντηση μας 16.10.2008 ένα εκ των θεμάτων ήταν το ότι έπρεπε να συμπεριλάβετε στο κείμενο κάποια σχεδιαγράμματα τα οποία περιμέναμε να μας αποσταλούν και μας αποστάλθηκαν 06.11.
  24. Άρα καταλαβαίνετε δεν θα μπορούσε να τεθεί προθεσμία, αφού περιμέναμε από το ΤΟΜ να κάνει κάτι.» Δεύτερος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο εκ των διευθυντών της Ενάγουσας και δικηγόρος κ. XXXXX Παντελή (ΜΕ2). Κατέθεσε ότι ήταν ένας εκ των συγγραφέων του βιβλίου και ότι κατά τη συγγραφή ακολουθήθηκαν οι προδιαγραφές της επίδικης σύμβασης. Ανάφερε ότι ο κατάλογος των θεματικών ενοτήτων καταρτίστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορές Νόμου Ν. 101(Ι)/2001και των σχετικών Κανονισμών ΚΔΠ 547/2001 καθώς και της Οδηγίας 96/26/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως είχε τροποποιηθεί. Ο ΜΕ2 κατέθεσε ότι ο ίδιος είχε συγγράψει στην ολότητα του το Κεφάλαιο Α (Στοιχεία Αστικού Δικαίου), το Κεφάλαιο Β (Στοιχεία Εμπορικού Δικαίου) και το Κεφάλαιο Γ (Στοιχεία Κοινωνικής Νομοθεσίας). Παράλληλα ασχολήθηκε και με τη «θεώρηση ή συγγραφή τμημάτων από τα υπόλοιπα κεφάλαια όπου. παρίστατο ανάγκη παράθεσης ή περιγραφής σχετικής νομοθεσίας». Ο ΜΕ2 αναφέρθηκε και στη συνάντηση που είχε γίνει στο ΤΟΜ στις 16.10.
  25. Την περιέγραψε ως πολύωρη και ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της «καταρτίστηκε από το ΤΟΜ σημείωμα το οποίο δόθηκε στον [ΜΕ1] δια χειρός». Σύμφωνα με τον ΜΕ2, «αμέσως μετά την πιο πάνω συνάντηση, διενεργήσαμε στο σύνολο τους τις διορθώσεις και αλλαγές που μας είχε υποδείξει το ΤΟΜ στο σημείωμα τους της 16/10/2008 και υποβάλαμε τελικό προσχέδιο του Βιβλίου στις 26.11.
  26. Σ' αυτό και συγκεκριμένα στην Ενότητα Η: Οδική Ασφάλεια και Ενότητα Ζ: Τεχνικά Πρότυπα είχαμε συμπεριλάβει και σχεδιαγράμματα τα οποία μας είχε εφοδιάσει το ίδιο το ΤΟΜ στις 06/11/2008 μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος». Στα πλαίσια της κυρίως εξέταση του, ο ΜΕ2 ανέφερε επίσης ότι για «ορισμένες υποδείξεις του ΤΟΜ τις οποίες δεν υλοποιήσαμε και συγκεκριμένα η υπόδειξη του ΤΟΜ για την αντικατάσταση των λέξεων «έμφορτο» και «αυτοφορολογία», αυτό έγινε γιατί οι λέξεις αυτές χρησιμοποιούνται στην ίδια τη νομοθεσία και/ή τους κανονισμούς. Για παράδειγμα η λέξη «έμφορτο» εντοπίζεται στον περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς, στην ερμηνεία της φράσης «μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος ανά άξονα» και στο εδάφιο 50

(4). Η λέξη «αυτοφορολογία» εντοπίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 13 του περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου και είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται κατά κόρον στις συζητήσεις περί φορολογικών θεμάτων.» Ο ΜΕ2 πρόσθεσε κατά την κυρίως εξέταση του ότι η πρώτη αναφορά σε Επιτροπή Παραλαβής του επίδικου βιβλίου έγινε από το ΤΟΜ στην επιστολή ημερομηνίας 13.7.
  1. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο ΜΕ2 διευκρίνισε ότι με εξαίρεση τη συνάντηση που έγινε στις 16.10.2008, ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε άμεση επικοινωνία ή επαφή με λειτουργούς του ΤΟΜ. Τα κείμενα τα οποία συνέταξε αποστέλλονταν στο ΤΟΜ μέσω του ΜΕ
  2. Επίσης, μέσω του ΜΕ1, λάμβανε τα σχόλια και παρατηρήσεις του ΤΟΜ επί αυτών. Εξήγησε ότι το κείμενο Τεκμήριο 38 που είχε υποβληθεί στις 26.11.2008 είχε διαμορφωθεί μετά που λήφθηκαν υπόψη και ενσωματώθηκαν τα σχόλια του ΤΟΜ από τη συνάντηση 16.10.
  3. Αναφορικά με τη συνάντηση 16.10.2008, ο ΜΕ2 κατέθεσε ότι είχε ζητηθεί η εισαγωγή σχεδιαγραμμάτων και συζητήθηκαν τα σημεία στα οποία θα εισάγετο το κάθε σχεδιάγραμμα καθώς και υποδείχθηκαν κάποιες άλλες διορθώσεις. Ο ΜΕ2 κατέθεσε ότι μετά τη συνάντηση προέβηκαν σε όλες τις αλλαγές που συζητήθηκαν αναφέροντας ότι «είμαι βέβαιος ότι αυτά τα οποία συμφωνήθηκαν είχαν ενταχθεί στο κείμενο». Ανέφερε επίσης ότι θεώρησε ότι τα πρόσωπα που εκπροσώπησαν το ΤΟΜ κατά τη συνάντηση 16.10.2008 ήταν αυτά που θα ενέκριναν το τελικό κείμενο. Κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει ότι με την επιστολή 13.6.2008 η Ενάγουσα ενημερώθηκε ότι είχε απορριφθεί η ενότητα Ζ ως δυσνόητη, γιατί δεν ακολουθούσε τη δομή της νομοθεσίας και γιατί το περιεχόμενο απείχε από τη νομοθεσία. Ο ΜΕ2 απάντησε ότι μετά την τοποθέτηση εκείνη του ΤΟΜ ενεπλάκη εκείνος στη σύναξη των κεφαλαίων Ζ και Η και στις «13.8.2008 υποβάλλεται το τελικό κείμενο το οποίο συμπεριλαμβάνει την ενότητα Ζ και Η που συνέταξα εγώ και ακολούθως γίνεται η συνάντηση 16.10.
  4. Στη συνάντηση 16.10.2008 δεν μου λέχθηκε εμένα ότι απορρίπτεται η ενότητα Ζ και Η, αντιθέτως συζητούμε όλο το κείμενο και καταλήγουμε σε συγκεκριμένες τροποποιήσεις τις οποίες εισήγαγα και ακολούθως υποβλήθηκε το κείμενο 26.11.
  5. Στις 16.10.2008 συζητήθηκε το κείμενο που υποβλήθηκε 13.8.2008, δεν υπήρχαν εκτεταμένες τροποποιήσεις που θα έπρεπε να γίνουν, μια από τις κύριες τροποποιήσεις ήταν η εισαγωγή αυτών των σχεδιαγραμμάτων που αναφέρθηκα προηγουμένως, όλες οι εισηγήσεις εισήχθηκαν στο κείμενο και το κείμενο το οποίο υποβλήθηκε 13.8.2008, καθ' όσον αφορά τις ενότητες που συνέταξα εγώ, ανταποκρινόταν πλήρως στις εισηγήσεις και τα συμφωνηθέντα που έγιναν στις 16.10.
  6. Ουδέποτε στη συνάντηση, σε κανένα σημείο της συνάντησης 16.10.2008 δεν μου υποδείχθηκε εμένα σε σχέση με τις ενότητες που συνέταξα εγώ, ότι δεν έχω καλύψει το γνωστικό αντικείμενο το οποίο θα έπρεπε να καλύψω με βάση τις θεματικές ενότητες. Είχαμε συμφωνήσει σε ποια σημεία θα έπρεπε να γίνουν οι οποιεσδήποτε μικροτροποποιήσεις, δεν υπήρχε στη συνάντηση εκείνη οποιαδήποτε θέση από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών ότι θα έπρεπε να γίνουν εκτεταμένες τροποποιήσεις, ήταν μικρές και θα τις χαρακτήριζα διακοσμητικές τροποποιήσεις. Ακολούθως ολοκληρώνεται η συνάντηση, μεταβαίνουμε στο γραφείο του λειτουργού που ανέφερα προηγουμένως, συζητούμε, είπα ότι η συνάντηση ήταν με την κυρία Πίπη και τον κύριο Κυθραιώτη και ακολούθως με τη λήξη της μεταβήκαμε στο γραφείο κάποιου λειτουργού, που δεν θυμάμαι το όνομα του, στο οποίο συζητήσαμε εκεί τα σχεδιαγράμματα τα οποία θα έπρεπε να εισαχθούν στο κείμενο.» Κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 ερωτήθηκε κατά πόσο κατά τη συνάντηση 16.10.2008 είχε τεθεί συγκεκριμένη προθεσμία για την υποβολή του αναθεωρημένου κειμένου. Η στιχομυθία ήταν η εξής: «Ε. Και θυμάστε πώς ένα από τα συμφωνηθέντα κατά τη συνάντηση ημερομηνίας 16.10.2008 είναι ότι τα κείμενα θα έπρεπε να σταλούν στο ΤΟΜ μέχρι τις 17.11.2008, σωστά; Α. Όχι. Ε. Διαφωνείτε; Α. Δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία. Ε. Ποια ήταν η συμφωνία; Α. Να ετοιμαστεί το κείμενο και να αποσταλεί. Ε. Κατά το δοκούν από τους Ενάγοντες; Α. Δεν ξέρω, εμείς το υποβάλαμε 26.
  7. Δεν είχε τεθεί οποιοδήποτε deadline για την υποβολή του τελικού κειμένου, είμαι βεβαιότατος και εάν υπήρχε οποιοδήποτε deadline δεν υπήρχε περίπτωση να μην το τηρήσουμε.» Αυτή είναι συνοπτικά η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της Ενάγουσας. Προχωρώ στους μάρτυρες υπεράσπισης. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του Εναγόμενου ήταν ο κ. XXXXX Κυθραιώτης, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Ανώτερος Λειτουργός Οδικών Μεταφορών και προϊστάμενος του Τομέα Ρύθμισης Οδικών Μεταφορών (ΜΥ1). Σημειώνω ότι το 2011 ο ΜΥ1 αφυπηρέτησε από το ΤΟΜ. Αρκετό μέρος της κυρίως εξέτασης του ΜΥ1 αναλώθηκε σε ιστορική αναφορά των όσων προηγήθηκαν της υπογραφής της επίδικης σύμβασης και αφορούσαν τους λόγους για τους οποίους κατέστη αναγκαία η προκήρυξη του διαγωνισμού για τη συγγραφή του βιβλίου, τη διαδικασία προσφορών και τα όσα προηγήθηκαν μέχρι την κατακύρωση της προσφοράς στην Ενάγουσα. Αυτά τα στοιχεία της μαρτυρίας του ΜΥ1 δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω γιατί δεν επηρεάζουν τα επίδικα θέματα. Εξηγώ επί του σημείου αυτού πιο κάτω στην απόφαση μου. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, όταν ξεκίνησε η μελέτη των αρχικών προσχεδίων του βιβλίου που αποστέλλονταν από την Ενάγουσα διαπιστώθηκαν λάθη και ελλείψεις και η Ενάγουσα ενημερώθηκε σχετικά με e-mail ημερομηνίας 11.12.2007 Τεκμήριο
  8. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στην αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε με την Ενάγουσα και κατέληξε στο κείμενο το οποίο είχε αποσταλεί από την Ενάγουσα στο ΤΟΜ στις 13.8.2008, το οποίο παρουσίασε (Τεκμήριο 63). Ανέφερε σχετικά ότι «αφού εξετάστηκε από το Τμήμα διαπιστώθηκε ότι δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό και να εγκριθεί. Προς τούτο το Τμήμα κάλεσε την Ενάγουσα σε σύσκεψη που θα πραγματοποιηθεί στο Τμήμα στις 16.10.2008.» Σύμφωνα με τον ΜΥ1 «Στη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε 16.10.2008 ομόφωνα αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: (α) Για να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες που παρουσιάζουν τα κείμενα αναφορικά με τη γλώσσα, την ορθογραφία τη σύνταξη κλπ το κείμενο να δοθεί από την Ενάγουσα σε κειμενογράφο/διορθωτή ο οποίος να διεξέλθει το κείμενο και να το αναδιατυπώσει ανάλογα. (β) Ο κατάλογος με τις γενικές παρατηρήσεις/σχόλια και υποδείξεις που ετοίμασε το Τμήμα και ο οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των πρακτικών της σύσκεψης και δόθηκε και στην Ενάγουσα να δοθεί σε κειμενογράφο ο οποίος να αναδιαμορφώσει το κείμενο ανάλογα, ως το Τεκμήριο
  9. (γ) Τα κείμενα να σταλούν στο Τμήμα μέχρι τις 17.11.2008» Ο ΜΥ1 παρουσίασε έγγραφο που περιέγραψε ως τα πρακτικά της σύσκεψης που έγινε στις 16.10.2008, Τεκμήριο
  10. Το συγκεκριμένο έγγραφο τιτλοφορείται «Πρακτικά σύσκεψης που έγιναν στις 16.10.2008 σχετικά με τη συγγραφή του βιβλίου με γνωστικό αντικείμενο τη διεύθυνση επιχειρήσεων οδικών μεταφορών». Καταγράφονται ως παρόντες στη συνάντηση οι ΜΥ1, XXXXX Πίπη και Ορφανίδου εκ μέρους του ΤΟΜ και ΜΕ1, ΜΕ2 και XXXXX Τζιαμαλής εκ μέρους της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στο έγγραφο: «Ο [ΜΥ1] αφού καλωσόρισε τους παρευρισκόμενους, ανέφερε ότι σκοπός της παρούσας συνάντησης είναι η συζήτηση επί του προσχεδίου του βιβλίου που ετοιμάστηκε για τη διεύθυνση επιχειρήσεων οι οποίες εκτελούν οδικές μεταφορές. Ανέφερε ότι το κείμενο παρουσιάζει τρομερές αδυναμίες όσον αφορά τη γλώσσα, την ορθογραφία, τη σύνταξη κ.λ.π. Για τα θέματα αυτά θα πρέπει το κείμενο να δοθεί σε κειμενογράφο/διορθωτή ο οποίος να διεξέλθει το κείμενο και να το αναδιατυπώσει ανάλογα. Στη συνέχεια δόθηκε στους παρευρισκόμενους κατάλογος με Γενικές παρατηρήσεις/Σχόλια και Υποδείξεις που ετοίμασε το Τμήμα ο οποίος επισυνάπτεται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των πρακτικών αυτών. Δεδομένων των παρατηρήσεων αυτών συμφωνήθηκε όπως το κείμενο δοθεί σε κειμενογράφο ο οποίος θα το διαμορφώσει ανάλογα. Οι παρευρισκόμενοι διεξήλθαν το κείμενο και συζήτησαν γενικά πως θα διαμορφωθεί το κείμενο. Στο τέλος συμφωνήθηκε ομόφωνα όπως σταλούν στον Τμήμα τα κείμενα χωρίς τις διορθώσεις ορθογραφίας κ.λ.π. ώστε να καταλήξουμε στην ορθότητα των κειμένων. Τα κείμενα θα σταλούν στο Τμήμα μέχρι 17.11.
  11. Τμήμα Οδικών Μεταφορών Νοέμβριος 2008» Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η Ενάγουσα απέστειλε νέο κείμενο στις 26.11.
  12. Παρουσίασε αντίγραφο του κειμένου του βιβλίου που είχε υποβληθεί στις 26.11.2008 (Τεκμήριο 66). Ο ΜΥ1 εξέφρασε τη θέση ότι η υποβολή από την Ενάγουσα του κειμένου στις 26.11.2008 ήταν εκπρόθεσμη γιατί η Ενάγουσα όφειλε να υποβάλει «το τελικό κείμενο μέχρι τις 17.11.2008 όπως είχε δεσμευτεί να πράξει στη σύσκεψη της 16.10.2008». Στο Τεκμήριο 66 υπάρχει χειρόγραφη σημείωση που αποδίδει ο ΜΥ1 στον ΜΥ3 και φέρει ημερομηνία 28.11.2088, όπου καταγράφεται «XXXXX, έχω διεξέλθει τις ενότητες Ζ & Η. Πρόκειται για επανάληψη σχετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, ορισμένες φορές κατά γράμμα και άλλες φορές με μικρές επεξηγήσεις. Αυτή τη φορά το κείμενο μπορεί τουλάχιστον να διαβάζεται. Στη διάθεση σου για οτιδήποτε άλλο σχετικό.» Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1 διευκρίνισε ότι δεν ήταν ο συντάκτης των πρακτικών Τεκμήριο
  13. Αναφορικά με το κείμενο Τεκμήριο 35, που υπενθυμίζω ότι κατέγραφε «Γενικές Παρατηρήσεις/Σχόλια και Υποδείξεις του ΤΟΜ» επί του προσχεδίου του βιβλίου που είχε υποβληθεί από την Ενάγουσα στις 13.8.2008, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι «το συγκεκριμένο έγγραφο αναφέρεται στες ελλείψεις των κειμένων που έστειλε η ενάγουσα, μόνο στις ελλείψεις των κειμένων. Τίποτε άλλο δεν αναφέρεται εδώ. Είναι οι ελλείψεις για τις οποίες το τμήμα επιθυμούσε γι' αυτό και έδωσε τόση πολλή παράταση εις την ενάγουσα αντί του Δεκεμβρίου 2007, μέχρι το 2008, για να κάμει τες διορθώσεις, ούτως ώστε το κείμενο να ανταποκρίνεται στο επίπεδο που απαιτούσε ο σχετικός κανονισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Αναφορικά με τον τρόπο που γινόταν η μελέτη των κειμένων που έστελλε η Ενάγουσα, ο ΜΥ1 εξήγησε ότι «εγώ επέβλεπα όπως σας είπα, δεν έκαμα διορθώσεις του βιβλίου. Οι διορθώσεις του βιβλίου βασικά γίναν από λειτουργούς του Τ.Ο.Μ. με κατάλληλη γνώση και εμπειρία του αντικειμένου των συγκεκριμένων ενοτήτων του βιβλίου». Ο ΜΥ1 ανέφερε όμως ότι ήταν ένας από τους συντάκτες της επίδικης σύμβασης Τεκμήριο
  14. Για τη σύνταξη της χρησιμοποιήθηκε πρότυπο «που ετοιμάζει το Γενικό Λογιστήριο του κράτους». Διευκρίνισε ότι «πρότυπο [συμφωνίας] από το Γενικό Λογιστήριο που να αφορά τη συγγραφή συγκεκριμένα βιβλίων δεν υπήρχε. Έπρεπε να κάμουμε κάτι. Αυτό το κάτι ήταν η προσαρμογή συγκεκριμένων άλλων συμβάσεων, ούτως ώστε να καλύπτει, να ανταποκρίνεται σε αυτό που ήθελε το Τμήμα. Δηλαδή συγκεκριμένα τη συγγραφή συγκεκριμένων βιβλίων και το τι ζητήθηκε από την ενάγουσα, ήταν αυτό που περιγράφεται στο Μέρος Β [του Τεκμηρίου 11].» Αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση η αναφορά στην οποία είχε προβεί κατά την κυρίως εξέταση του, ότι στη συνάντηση που έγινε στις 16.10.2008 είχε συμφωνηθεί όπως η Ενάγουσα παραδώσει τελικό, αναθεωρημένο κείμενο μέχρι τις 17.11.
  15. Ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί με ποιόν από τους εκπροσώπους της Ενάγουσας που ήταν παρόντες είχε συμφωνηθεί η συγκεκριμένη προθεσμία. Παρέπεμπε στα πρακτικά Τεκμήριο 35 που είχαν συνταχθεί μεταγενέστερα από το ΤΟΜ. Αμφισβητήθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας ότι τα πρακτικά και η συγκεκριμένη προθεσμία είχαν κοινοποιηθεί στην Ενάγουσα, καθώς και ότι η Ενάγουσα είχε συμφωνήσει σε τέτοια προθεσμία. Ακολούθησε η εξής συζήτηση: «Α: θα πρέπει να δούμε τους φακέλους, πως στάληκε το πρακτικό στην ενάγουσα. Πρέπει να γίνει έλεγχος, έρευνα στα πρακτικά ή στα emails των λειτουργών που χειρίζονταν το θέμα αυτό. Ε: Άρα ουσιαστικά αυτό που μας λέτε, είναι ότι δεν είχε λεχθεί στη συνάντηση κάποια προθεσμία, απλά- Α: Εγώ λέω ότι αναφέρεται στο πρακτικό, ότι λέχθηκε και ότι αναφέρεται ότι συμφωνήθηκε στο πρακτικό, λέω ότι συμφωνήθηκε.. Συμφωνήθηκε κατά τη διάρκεια της σύσκεψης που έγινε στο τμήμα, στην παρουσία τριών, θα έλεγα ότι εκ μέρους της ενάγουσας παρόντες ήταν ο [ΜΕ1], [ΜΕ2] και Τζιαμαλής, πρέπει να κράτησαν σημειώσεις εκείνης της σύσκεψης, να τις παρουσιάσουν στο Δικαστήριο. Ε: Και εγώ λέω ότι σε καμία από τις σημειώσεις των αντιπροσώπων της ενάγουσας δεν υπάρχει αναφορά σε οποιανδήποτε προθεσμία. Α: Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει, πρέπει. Τα πραγματικά, τις πραγματικές σημειώσεις που κράτησαν. Αν κράτησαν σημειώσεις, το ορθό είναι να κρατούν σημειώσεις». Αργότερα κατά την αντεξέταση του, επέμενε ότι «εγώ θεωρώ ότι τους το στείλαμε και γι' αυτό επικαλούμαι τους σχετικούς φακέλους που τηρούνται στο τμήμα.» Ο συνήγορος της Ενάγουσας επέμενε και ρώτησε τον ΜΥ1 εάν μπορούσε να θυμηθεί συγκεκριμένα με ποιο τρόπο είχε γίνει η συζήτηση αναφορικά με την προθεσμία και πως συμφωνήθηκε αυτή από την Ενάγουσα. Ο ΜΥ1 παρέπεμψε στο κείμενο του Τεκμηρίου 65 αναφέροντας «εγώ εμπιστεύομαι ότι το κείμενο του πρακτικού, αντιπροσωπεύει, αντικατοπτρίζει τα τμήματα ουδέποτε κάναμε πρακτικά τα οποία δεν αντιπροσώπευαν την πραγματικότητα και σε ανύποπτο χρόνο. Δεν γνωρίζαμε εμείς όταν συντασσόταν το πρακτικό αυτό ότι η κατάληξη θα ήταν στις αίθουσες Δικαστηρίων για να αμφισβητείται αυτό το συγκεκριμένο σημείο του πρακτικού, ούτως ώστε να το αναδιατυπώσουμε ή να το προσθέσουμε ή να το συμπληρώσουμε το πρακτικό. Αυτό το πράγμα δεν έγινε και ποτέ δεν γινόταν στο τμήμα.» Όταν ερωτήθηκε εάν «θυμάστε όμως να έγινε συζήτηση κατά τη συγκεκριμένη σύσκεψη, με περιεχόμενο προθεσμία υποβολής βιβλίου;» ο ΜΥ1 απάντησε «τη συζήτηση που έγινε στη σύσκεψη που έγινε πριν από 11 χρόνια. Πείτε μου εσείς μια συζήτηση που θυμάστε που έγινε πριν 11 χρόνια για να θυμηθώ και εγώ». Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1 ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει ποιοι απάρτιζαν την Επιτροπή Παραλαβής του βιβλίου ούτε πότε συστάθηκε αυτή η Επιτροπή. Πρόσθεσε ότι δεν γνωρίζει ποιες ήταν οι αρμοδιότητες της εν λόγω Επιτροπής. «Τα κείμενα τα οποία έστελνε η ενάγουσα διαβιβάζονταν σε λειτουργούς που είχαν γνώση του αντικειμένου του συγκεκριμένου θέματος το οποίο εγειρόταν. Εάν εγειρόταν θέμα τεχνικό, πήγαινε εις τον λειτουργό που ήταν προϊστάμενος του τεχνικού τομέα. Αν ήταν θέμα οικονομικό, νομικό, αφορούσε, τότε πήγαινε σε λειτουργούς που χειρίζονταν ανάλογα θέματα.» Ο δικός του ρόλος στη συγγραφή του βιβλίου, «ήταν να διευκρινίζω εάν είχαν απορίες, τι θα έπρεπε να περιλαμβάνει το βιβλίο το συγκεκριμένο». Συμφώνησε ο ΜΥ1 ότι οι Ενότητες Α, Β, Γ και ΣΤ του βιβλίου είχαν γίνει δεκτές με την επιστολή 13.6.2008, Τεκμήριο
  16. Όταν ερωτήθηκε ποιοι είχαν αποδεχτεί τις ενότητες αυτές απάντησε ότι αυτό έγινε από τους λειτουργούς «που έλεγχαν τα επί μέρους κείμενα και έγινε αποδεκτό και από τη διεύθυνση αυτό το πράγμα και αποτυπώθηκε και εις το πρακτικό, στο κείμενο που συνόδευε το πρακτικό της σύσκεψης που εκάμαμεν και σε άλλη επιστολή που απέστειλε το ΤΟΜ». Οι λειτουργοί αυτοί, συνέχισε «είχαν αποκλειστική ευθύνη για τη διατύπωση παρατηρήσεων, απόψεων, εισηγήσεων όσον αφορά την ορθότητα των κειμένων και με ενημέρωναν ασφαλώς με ενημέρωναν, όχι σε λεπτομέρειες.» Επόμενος μάρτυρας για την πλευρά του Εναγόμενου ήταν ο κ. XXXXX Τσιαμέττης (ΜΥ2) ο οποίος εργαζόταν ως Λειτουργός Οδικών Μεταφορών μέχρι 14.7.2008 οπόταν και αποχώρησε από το ΤΟΜ. Αρκετός μέρος της κυρίως εξέτασης του, όπως και στην περίπτωση του ΜΥ1 αφορούσε γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφής της επίδικης σύμβασης. Όπως και στην περίπτωση του ΜΥ1, δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Επίσης μέρος της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα αυτού, που αποτέλεσε και μέρος της κυρίως εξέτασης του, αφορούσε την έκφραση θέσεων και επιχειρημάτων αναφορικά με την νομική επίπτωση διαφόρων γεγονότων και συμπεράσματα σε σχέση με εκατέρωθεν επιστολές. Αυτές οι απόψεις που εκφράζει δεν έχουν ληφθεί υπόψη στην απόφαση μου. Πέραν αυτών, ο ΜΕ2 κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στην αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ Ενάγουσας και ΤΟΜ μέχρι και τη συνάντηση 16.10.2008 και υποστήριξε ότι είναι ενδεικτική των ελλείψεων και ελαττωμάτων των διαφόρων κειμένων που υπέβαλε κατά καιρούς η Ενάγουσα. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ήταν το πρόσωπο που είχε διορθώσει την ενότητα που αφορούσε την εμπορική και χρηματοοικονομική διαχείριση της επιχείρησης και αναγνώρισε ως δικές του τις αλλαγές που παρουσιάζονται στο κείμενο Τεκμήριο
  17. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι είχε εξετάσει επίσης την Ενότητα Δ του επίδικου βιβλίου που αφορούσε φορολογικά θέματα και την Ενότητα Ε που αφορούσε την διαχείριση των επιχειρήσεων οδικών μεταφορών. Ο ΜΥ2 αντεξετάστηκε αναφορικά με το e-mail Τεκμήριο 12 που συνέταξε ο ίδιος. Ερωτήθηκε γιατί το σύνταξε και απάντησε ότι για να «δώσει έμφαση στο οποιοδήποτε ζήτημα, οποιαδήποτε απορία ή έστω και βοήθεια ήθελε ο ανάδοχος για την αποπεράτωση της εργασίας συγγραφής του βιβλίου θα μπορούσε να επικοινωνήσει με τα συγκεκριμένα άτομα». Σε σχέση με τον τρόπο που γινόταν ο έλεγχος των κειμένων που έστελλε η Ενάγουσα, ο ΜΥ2 ανέφερε «Τα κείμενα που είχαν σταλεί τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο στο ΤΟΜ είχαν κατανεμηθεί σε άτομα που είχαν εντός του τμήματος την σχετική τεχνογνωσία. Ο σκοπός ήταν να ελέγξουν το κείμενο με το περιεχόμενο τους για να προβούν σε συγκεκριμένες εισηγήσεις. Δεν είχαν όμως αρμοδιότητα μεμονωμένα [τα άτομα αυτά] να εγκρίνουν τα κείμενα.» Σε σχέση με το κείμενο που είχε αρχικά υποβληθεί στις 31.1.2008 από την Ενάγουσα και είχε ο ίδιος εμπλοκή στον έλεγχο του, ζητήθηκε από τον ΜΥ2 να εντοπίσει και να υποδείξει σημεία στο κείμενο εκείνο που να δείχνουν ότι «ήταν δυσνόητο». Ο ΜΥ2 απάντησε «Πρέπει να πω ότι αυτό είναι κάτι το οποίο προσπάθησα να εντοπίσω κατά τη σύνταξη της γραπτής μου δήλωσης και το πρόβλημα είναι ότι στα τεκμήρια όπως έχουν υποβληθεί δεν φαίνονται στην ολότητα τους τα αρχικά κείμενα γιατί οι διαγραφές των αρχικών κειμένων είναι κομμένες και δεν φαίνονται στο σύνολο του αρχικού κειμένου. Η αναφορά μου ότι αρκετά σημεία ήταν δυσνόητα με γραμματικά και συντακτικά λάθη είναι εν μέρει αυτό που προσπαθούσα να θυμηθώ γιατί τότε με την υποβολή των κειμένων υπήρχε γενική εντύπωση ότι τα κείμενα παρουσίαζαν πρόβλημα.» Ο ΜΥ2, όπως αναφέρω πιο πάνω, αποχώρησε από το ΤΟΜ στις 14.7.
  18. Διευκρίνισε κατά την αντεξέταση ότι τα κείμενα που έλεγξε είχαν υποβληθεί πριν την αποχώρηση του. Δεν εξέτασε το κείμενο που είχε υποβληθεί από την Ενάγουσα στις 13.8.2008 ούτε εκείνα που είχαν υποβληθεί στις 26.11.2008 και 9.9.
  19. Διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει εάν οι υποδείξεις του ΤΟΜ στην επιστολή 13.6.2008 είχαν ακολουθηθεί από την Ενάγουσα και ενσωματωθεί στο επόμενο κείμενο που είχε υποβληθεί αφού είχε ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία. «[Α]υτό που οφείλω να πω», πρόσθεσε, «είναι ότι τουλάχιστον από την δική μου πλευρά είμαστε πολύ κοντά στο να οριστικοποιηθούν και πρέπει να πω ότι παρά τα προβλήματα η συνεργασία με τον ανάδοχο για να γίνουν οι διορθώσεις και οι αλλαγές ήταν θετική, παρόλο ότι ήταν εκτεταμένες οι αλλαγές». Ο τρίτος μάρτυρας που παρουσίασε η πλευρά του Εναγόμενου ήταν ο κ. Γιάννης Νικολαΐδης που, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν προϊστάμενος του Τεχνικού Τομέα του ΤΟΜ (ΜΥ3). Κατέθεσε ότι είχε λάβει οδηγίες από τον διευθυντή του ΤΟΜ να ελέγξει το κείμενο που υποβλήθηκε από την Ενάγουσα και ειδικότερα τα κείμενα της Ενότητας Ζ: Τεχνικά Πρότυπα και Εκμετάλλευση και Ενότητα Η: Οδική Ασφάλεια. Εξήγησε ότι κατά τη μελέτη των αρχικών προσχεδίων που είχαν υποβληθεί από την Ενάγουσα πριν τις 13.8.2008 «άρχισα να διαβάζω το κείμενο της Ενότητας Ζ: Τεχνικά Πρότυπα και εκμετάλλευση, το οποίο. έχει ήδη κατατεθεί ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 59» και διαπίστωσε ότι τα συγκεκριμένα κεφάλαια δεν ακολουθούσαν τη δομή της σχετικής νομοθεσίας, παρουσίαζαν ελλείψεις και συντακτικά και ορθογραφικά λάθη. Ο ΜΥ3 αναφέρθηκε στη πορεία της μαρτυρίας του στο κείμενο που είχε υποβληθεί από την Ενάγουσα στις 26.11.
  20. Σε σχέση με αυτό είπε ότι «σε μεταγενέστερο χρόνο, μου στάληκε από τον [ΜΥ1] άλλο κείμενο το οποίο αφορούσε και πάλι την Ενότητα Ζ: Τεχνικά πρότυπα και εκμετάλλευση και την Ενότητα Η: Οδική Ασφάλεια, το οποίο. έχει ήδη κατατεθεί ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  21. Διεξήλθα το κείμενο και ανέφερα με σημείωση μου στον [ΜΥ1] ότι πρόκειται για επανάληψη σχετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, ορισμένες φορές κατά γράμμα και άλλες φορές με μικρές επεξηγήσεις. Αναφέρω ότι αυτή τη φορά το κείμενο μπορεί τουλάχιστον να διαβάζεται. Δηλαδή μπορεί κάποιο πρόσωπο να διαβάσει και να κρίνει αν αυτό θα μπορούσε να ανταποκριθεί ή όχι στις απαιτήσεις, οπόταν ο [ΜΥ1] θα μπορούσε να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες, όπως π.χ. να το αποστείλει για έλεγχο στην επιτροπή παραλαβής για να κρίνει η ίδια αν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Όντως το νέο κείμενο δεν περιείχε τα εμφανή εκφραστικά και γλωσσικά λάθη του πρώτου κειμένου ούτε και ήταν γραμμένο σε ακατανόητη γλώσσα. Τούτο επειδή περιείχε, κατά κύριο λόγο, αυτοτελή μέρη της κείμενης νομοθεσίας, υπό την μορφή «αντιγραφή»-«επικόλληση». Κάποιος δηλαδή αντέγραψε, κυρίως, ορισμένα κομμάτια από διάφορα νομοθετικά κείμενα και τα παρέθεσε στο υπό διαμόρφωση βιβλίο. Κατά την άποψη μου, το γεγονός πως μπορούσε να διαβαστεί το νέο κείμενο δεν συνεπάγεται ότι ήταν κατάλληλο για τους σκοπούς που θα έπρεπε να ετοιμαστεί.. Ανέμενα να δω, στο μέρος του βιβλίου που θα έπρεπε να ετοιμαστεί από την Ενάγουσα και αφορούσε τα Τεχνικά Πρότυπα και την Οδική Ασφάλεια, παραπομπές μεν στη σχετική νομοθεσία για να γνωρίζει ο εν δυνάμει διευθυντής της μεταφορικής επιχείρησης τη νομοθεσία από την οποία διέπεται η δραστηριότητα του, αλλά όχι απλή αντιγραφή αυτοτελών μερών της νομοθεσίας, όπως π.χ. την παράθεση ολόκληρου του Πίνακα βαθμών ποινής και του Πίνακα των εξώδικων προστίμων. Θα ανέμενα να δω π.χ. να επεξηγείται στον εν δυνάμει διευθυντή, με κατανοητή γλώσσα, η ευθύνη του που προκύπτει από τις ενέργειες και δραστηριότητες της εταιρείας και των εργοδοτουμένων της και η επικινδυνότητα ορισμένων δραστηριοτήτων, όπως μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων. Θα ανέμενα να δω π.χ. ανάλυση και επεξήγηση της διάταξης του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου που καθορίζει ποινική ευθύνη σε εργοδότη που εργοδοτεί οδηγό που δεν κατέχει την κατάλληλη άδεια οδήγησης, κάτι που θα πρέπει να γνωρίζει οπωσδήποτε κάθε διευθυντής μεταφορικής επιχείρησης, και όχι τις λεπτομέρειες της κάθε κατηγορίας άδειας οδήγησης, για τις οποίες θα μπορούσε να γίνει απλή παραπομπή.» Ο ΜΥ3 κατέληξε ότι παρά τις διορθώσεις που έγιναν, δεν θεωρεί ότι το τελικό κείμενο ήταν ικανοποιητικό για σκοπούς του διαγωνισμού. Αναφορικά με το Τεκμήριο 66 που είχε υποβληθεί από την Ενάγουσα στις 26.11.2008 ζητήθηκε από τον μάρτυρα να υποδείξει μέρη όπου θεωρούσε ότι συνιστούσαν «αντιγραφή και επικόλληση από τις νομοθεσίες». Απάντησε «στη σελίδα 138, όπως ξεκινάει είναι ακριβώς ότι αναφέρεται στον κανονισμό 50, τον περί μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως κανονισμό, συνεχίσει ουσιαστικά το ίδιο, είναι ουσιαστικά ο κανονισμός 50, σε σχέση με τις μέγιστες μάζες και διαστάσεις και είναι η αντιγραφή του κανονισμού 50 με κάποια λάθη απ΄ότι βλέπω τώρα, με αρνητικό πρόσημο σε μέγιστο βάρος, που δεν το είχα προσέξει τότε. Συνεχίζει το ίδιο και για το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος ανά άξονα. Είναι ακριβώς ότι αναφέρεται στον κανονισμό 50 ο οποίος στη δήλωση μου είχα πει ότι μπορούσε πράγματι να γίνει μια παραπομπή» Συμφώνησε όμως ο ΜΥ3 ότι οι μέγιστες επιτρεπόμενες διαστάσεις ήταν μια από τις θεματικές ενότητες που περιλαμβάνονταν στην ΚΔΠ 457/
  22. Συμφώνησε επίσης ότι η μέγιστη επιτρεπόμενη διάσταση δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί με τρόπο ώστε να διαφέρει από αυτό που προνοούσε ο κανονισμός. Συνέχισε λέγοντας «θεωρώ ότι η απλή αντιγραφή του κανονισμού δεν ήταν αυτό που θα έπρεπε να κάνει ένα βιβλίο.. Το ότι κάποιος αντέγραψε τον κανονισμό που εν πάση περιπτώσει υπάρχει, δεν θεωρώ ότι πρόσφερε το αναμενόμενο το λογικά αναμενόμενο προϊόν ή εν πάση περιπτώσει το προϊόν μιας ποιότητας που λογικά αναμένεται για το σκοπό αυτό.» Ερωτήθηκε επίσης ο ΜΥ3 κατά πόσο εντόπισε στο κείμενο που είχε σταλεί από την Ενάγουσα στις 26.11.2008, Τεκμήριο 66, οτιδήποτε «στις ενότητες Ζ και Η, τις οποίες εξετάσατε η οποία να μην ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του Νόμου ή να ήταν λανθασμένη». Ο ΜΥ3 απάντησε ότι «Λάθη σε σύγκριση με τη συγκεκριμένη Νομοθεσία δεν έχω εντοπίσει για τους λόγους που ανέφερα προηγουμένως». Ερωτήθηκε επίσης εάν οι ενότητες που εξέτασε «καλύπτουν τις θεματικές ενότητες του κανονισμού». Ο ΜΥ3 απάντησε ότι θεωρεί ότι δεν καλύπτονται αν και «οι τίτλοι στις θεματικές ενότητες που καθορίζει η ΚΔΠ 457/2002 είναι οι ίδιοι με τους τίτλους του κειμένου που βρίσκεται στο Τεκμήριο 66». Συνέχισε λέγοντας ότι «Δεν είναι τον κανονισμό με αριθμό ΚΔΠ 457/2002 που εξετάζουμε αλλά το περιεχόμενο του βιβλίου το οποίο θα περιλάμβανε αυτά που προβλέπονται στον κανονισμό 457/
  23. Εκτιμώ ότι η αντιγραφή της διάταξης των Νόμων και των κανονισμών δεν είναι αρκετή ώστε να αποτελέσει γνώση υπό εξέταση για τέτοιο διευθυντή. Δηλαδή θα μπορούσε για παράδειγμα σε ένα τέτοιο βιβλίο να υπάρχει μια υπόθεση, δηλαδή αυτό που ονομάζουμε στα αγγλικά ένα case study που να αναφέρει σε αυτόν τον διευθυντή διάφορα πράγματα τα οποία φυσικά και προκύπτουν από την Νομοθεσία για να δει και να εξετάσει μέσω ερωτήσεων για παράδειγμα αν είναι σε θέση να δίνει τέτοιες οδηγίες. Αν είναι σε θέση να μπορεί να δημιουργεί να μπορεί να θεσπίσει διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται.. Το ότι ο συγγραφέας απλά αντέγραψε τις ευθύνες του οδηγού που καταγράφονται στους κανονισμούς μέσα σε αυτό το βιβλίο, προσωπική μου άποψη είναι ότι δεν κάλυψε αυτό που μόλις έχω διαβάσει». Τέταρτος μάρτυρας ήταν ο κ. XXXXX Ησαΐας, Ανώτερος Τεχνικός Μηχανικός στο Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών του ΤΟΜ (ΜΥ4). Κατέθεσε ότι τον Δεκέμβριο 2009 διορίστηκε από τον Διευθυντή του ΤΟΜ ως μέλος τριμελούς Επιτροπής Παραλαβής του επίδικου βιβλίου. Ο ΜΥ4 παρουσίασε ως Τεκμήριο 67 το Έντυπο Διορισμού της Επιτροπής Παραλαβής. Ο ΜΥ4 κατέθεσε ότι δεν είχε εμπλοκή, ενημέρωση ή γνώση για τις διεργασίες που προηγήθηκαν του διορισμού και της συμμετοχής του στην Επιτροπή. Μετά από «μερικές συναντήσεις προκειμένου να παραλάβουμε το βιβλίο. Διαβάζοντας το βιβλίο. μεταξύ άλλων διαπιστώσαμε ότι στερείτο δομημένης και λειτουργικής μορφής και αποφασίσαμε τη μη παραλαβή του.» Ενημέρωσαν σχετικά με την απόφαση αυτή τον Διευθυντή του ΤΟΜ με επιστολή 24.3.2010 (Τεκμήριο 68). Ο ΜΥ4 συνέχισε λέγοντας ότι ο Διευθυντής του ΤΟΜ «μας ζήτησε να γίνει μια ύστατη προσπάθεια ώστε το βιβλίο να γίνει αποδεκτό. η Επιτροπή παραλαβής συνεδρίασε στις 20.04.2010 και διαπίστωσε εκ νέου ότι το βιβλίο δεν επιδεχόταν βελτιώσεων.» Ετοιμάστηκε σχετικό σημείωμα το οποίο παραδόθηκε στον Διευθυντή του ΤΟΜ, Τεκμήριο
  24. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του, ο ΜΥ4 αναφέρθηκε στο κείμενο που είχε υποβληθεί από την Ενάγουσα στις 9.9.2009, Τεκμήριο 39, και, σε σχέση με αυτό, παρέθεσε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του έξι παραδείγματα ελαττωμάτων που διαπίστωσε η Επιτροπή Παραλαβής. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ4 ανέφερε τα εξής: «i. Στην Ενότητα Α, η εισαγωγή αρχίζει «Το κεφάλαιο που.» ενώ μετά δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε κεφάλαιο. ii. Η αρίθμηση των παραγράφων στις διάφορες ενότητες του βιβλίου γίνεται με εντελώς διαφορετικά, με τρόπο που δεν εξασφαλίζεται η συγγραφική σύνδεση μεταξύ των ενοτήτων του βιβλίου. iii. Στην Ενότητα Γ, στις σελίδες 63, 65, 67, 68, 69 και 70 γίνεται χρήση διακεκομμένων γραμμών, προσδίδοντας στο βιβλίο συγγραφικό κενό και ασάφεια. iv. Στην Ενότητα Ε, στη σελίδα 131 γίνεται αναφορά για έκδοση τιμολογίου για οδική μεταφορά εμπορευμάτων και μετά στη σελίδα 135 επαναλαμβάνεται αχρείαστα η ίδια αναφορά για οδική μεταφορά επιβατών. v. Στην Ενότητα Στ, στη σελίδα 139 γίνεται αναφορά ότι οι άδειες Α και Δ χορηγούνται από το ΥΣΕ στη σελίδα 140 γίνεται αναφορά ότι η άδεια Ε χορηγείται από την Αρμόδια Αρχή, επαναλαμβάνεται δηλαδή η συγγραφική ασυνάφεια. vi. Στην Ενότητα Ζ, στη σελίδα 179 γίνεται αναφορά για μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν άλλες δύο σελίδες 1 και 2 για το ίδιο θέμα.» Εξήγησε ότι οι παρατηρήσεις στις οποίες αναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση του αφορούν κάποια ζητήματα που περιήλθαν στην αντίληψη του από μια επιφανειακή, όπως τη χαρακτήρισε, μελέτη του Τεκμηρίου 39 για σκοπούς μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ο ΜΥ4 εξήγησε ότι τα μέλη της επιτροπής «κάναμε ανάγνωση ομαδικά στο σύνολο του βιβλίου. Το βασικό είναι εκείνο που άρχισα να λέω προηγουμένως, το βασικό κριτήριο ήταν ότι είχαμε να παραλάβουμε ένα βιβλίο, δεν μπήκαμε καν στη διαδικασία να ελέγξουμε το βιβλίο σε σχέση με τις απαιτήσεις του διαγωνισμού διότι στην ουσία δεν δεχτήκαμε ότι το συγκεκριμένο σύγγραμμα μπορούσε να θεωρηθεί είτε βιβλίο, είτε εγχειρίδιο, είτε οδηγός για άτομα που ήθελαν να παρακαθίσουν σε εξετάσεις για πιστοποιητικά.» Στις ελλείψεις συμπεριέλαβε ότι στο κείμενο του βιβλίου δεν υπήρχαν παραδείγματα ώστε να βοηθηθεί ο αναγνώστης να κατανοήσει διάφορες πρόνοιες της νομοθεσίας. Ο ΜΥ4 αναφέρθηκε επίσης σε «κάποιες σοβαρές ασάφειες και υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις της νομοθεσίας που έπρεπε να περιλαμβάνονται, υπήρχαν σοβαρά σημεία.» Όταν κατά την αντεξέταση του ζητήθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας να δώσει συγκεκριμένα παραδείγματα απάντησε ότι δεν μπορεί να θυμηθεί λόγω της παρόδου του χρόνου. Διευκρίνισε ο ΜΥ4 ότι στις συνεδρίες που προηγήθηκαν της απόφασης της Επιτροπής Παραλαβής δεν κλήθηκαν εκπρόσωποι της Ενάγουσας και δεν θυμάται να είχαν παραστεί άλλοι λειτουργοί του ΤΟΜ. Ο ΜΥ4 ανέφερε επίσης απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ότι δεν γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή Παραλαβής ότι το κείμενο θα δίδετο σε κειμενογράφο και σκιτσογράφο για διόρθωση. Ο ΜΥ4 ανέφερε επίσης ότι δεν γνώριζε κατά πόσο το ΤΟΜ είχε ενημερώσει την Ενάγουσα ότι κάποιες ενότητες του βιβλίου είχαν γίνει αποδεκτές. Η πέμπτη μάρτυρας XXXXX Φενερίδου ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο Ελεγκτής Μεταφορών στο ΤΟΜ (ΜΥ5). Η ΜΥ5 είχε διοριστεί ως μέλος της Επιτροπής Παραλαβής του επίδικου βιβλίου με το έντυπο διορισμού Τεκμήριο
  25. Η ΜΥ5 εξήγησε ότι λόγω των καθηκόντων της ο ρόλος της περιοριζόταν στον έλεγχο της Ενότητας ΣΤ, το κείμενο που αφορά "Πρόσβαση στην Αγορά". Η ΜΥ5 ανέφερε ότι «έκρινα ότι το εν λόγω κεφάλαιο δεν ανταποκρινόταν στους όρους του διαγωνισμού γιατί ο υποψήφιος εξεταζόμενος έπρεπε μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου να είναι σε θέση να βρει παραδείγματα που να επεξηγούν τη σχετική νομοθεσία.» Παρουσίασε παραδείγματα εξετάσεων (Τεκμήριο 71) σε σχέση με το υπό αναφορά γνωστικό αντικείμενο «τα οποία οι συγγραφείς του βιβλίου θα μπορούσαν να περιλάβουν ώστε αν επιτευχθεί και ο σκοπός του βιβλίου. Διαφορετικά το ΤΟΜ θα καλούσε τους εξεταζόμενους σε μια στείρα ανάγνωση και απομνημόνευση του Νόμου κάτι που δεν ήταν ο σκοπός του Διαγωνισμού.» Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της η ΜΥ5 εξήγησε ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που είχε διατελέσει μέλος Επιτροπής Παραλαβής. Πρόσθεσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη προηγουμένως σε σχέση με το επίδικο βιβλίο και δεν γνωρίζει οτιδήποτε είχε προηγηθεί. Αντεξεταζόμενη αναφορικά με τα παραδείγματα εξετάσεων, Τεκμήριο 71 που παρουσίασε, η ΜΥ5 συμφώνησε ότι για να είναι σε θέση κάποιος υποψήφιος να περάσει τις εξετάσεις θα πρέπει να γνωρίζει τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Όμως η μάρτυρας υποστήριξε ότι «υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί με αυτά τα παραδείγματα να το κάνει πιο κατανοητό». Ερωτήθηκε η μάρτυρας κατά πόσο στις πρόνοιες της επίδικης σύμβασης και του διαγωνισμού υπήρχε «οποιαδήποτε απαίτηση για συμπερίληψη στο βιβλίο παραδειγμάτων». Η ΜΥ5 απάντησε ότι «αναφέρεται αν θυμάμαι καλά ότι πρέπει να είναι αναλυτικο, περιγραφικό και επεξηγηματικό. Δεν θυμάμαι να υπήρχε η λέξη «παραδείγματα» αλλά θεωρώ ότι η έννοια είναι πιο απλή για τον αναγνώστη». Η ΜΥ5 ανέφερε ότι δεν γνώριζε εάν το ΤΟΜ ζήτησε από την Ενάγουσα με «οποιοδήποτε με τρόπο συγκεκριμένο να περιλάβουν στο βιβλίο παραδείγματα». Διευκρινίζοντας ανέφερε επίσης ότι δεν γνώριζε κατά πόσο το ΤΟΜ είχε ενημερώσει την Ενάγουσα ότι είχαν γίνει αποδεκτές οι Ενότητες Α, Β, Γ και ΣΤ του κειμένου. Η ΜΥ5 ερωτήθηκε κατά πόσο αντί απόρριψης του κειμένου θα μπορούσε να γίνει υπόδειξη στην Ενάγουσα για συμπερίληψη παραδειγμάτων στην Ενότητα ΣΤ. Η ΜΥ5 απάντησε ότι «Εμάς ο ρόλος μας δεν ήταν να υποδείξουμε, είμασταν επιτροπή παραλαβής. Απλά θα παίρναμε ή θα απορρίπταμε το τελικό βιβλίο. Δεν ήταν ο ρόλος μας να υποδείξουμε κάτι.» Ερωτήθηκε μετά η μάρτυρας πως συνάδει αυτό με το γεγονός ότι ο διευθυντής του ΤΟΜ είχε επανέλθει και τους ζήτησε να αποφασίσουν ή να συμβουλέψουν εάν το βιβλίο επιδεχόταν βελτιώσεων. Απάντησε «Εγώ σαν επιτροπή παραλαβής συμμετείχα σε αυτή τη διαδικασία. Ο σκοπός μου και ο ρόλος μου ήταν ελέγξω αν το τελικό κείμενο μπορούσαμε να τα παραλάβουμε σαν τμήμα. Δεν είναι ο ρόλος μου να ζητήσω εγώ αλλαγές». Η ΜΥ5 ανέφερε επίσης ότι δεν κατάφερε να εντοπίσει τα πρακτικά των 5 συνεδριάσεων της Επιτροπής Παραλαβής που είχαν προηγηθεί της απόφασης που λήφθηκε. Ούτε δεν κατάφερε να εντοπίσει τις δικές της σχετικές σημειώσεις. Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Λεωνίδας Ηρακλέους, Τεχνικός στο ΤΟΜ (ΜΥ6) και μέλος της Επιτροπής Παραλαβής. Κατέθεσε ότι η εμπλοκή του με το επίδικο βιβλίο αφορούσε τη μελέτη της Ενότητας Ζ "Τεχνικά Πρότυπα και Εκμετάλλευση" και Ενότητας Η "Οδική Ασφάλεια" του επίδικου βιβλίου. Ανέφερε ότι «από τη μελέτη διαπίστωσα ότι το τελικό βιβλίο δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Περιληπτικά θα έλεγα ότι στην Ενότητα Η γίνεται αντιγραφή από τον Ν. 94(Ι)/2001 - ο περί Άδειας Οδήγησης Νόμος του 2001 χωρίς οποιαδήποτε επεξεργασία και στοιχεία πλεονασμού όπως π.χ. η αναφορά σε κατηγορίες αδειών οδήγησης και πίνακας βαθμών ποινής καθώς επίσης παρατίθεται αχρείαστα όλος ο πίνακας με τα εξώδικα πρόστιμα. Στη δε Ενότητα Ζ: Τεχνικά Πρότυπα και Εκμετάλλευση», υπάρχει αντιγραφή από τον Ν. 68/1972 - ο περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμος του 1972 ως τροποποιήθηκε μέχρι τον επίδικο χρόνο του σχετικού Κανονισμού, όσον αφορά την εγγραφή μηχανοκίνητων οχημάτων, την αλλαγή ιδιοκτησίας και διεύθυνσης και τους ορισμούς των εξαρτημάτων των οχημάτων.» Ο ΜΥ6 παρουσίασε σημειώσεις που κατέθεσε ότι τηρούσε κατά την ανάγνωση των δύο κεφαλαίων όπου «φαίνονται τα κενά, παραλείψεις, ασάφειες και λάθη που παρουσίαζε το βιβλίο που παραλήφθηκε» (Τεκμήριο 73). Πρόκειται για έγγραφο αποτελούμενο από 3 περίπου χειρόγραφες σελίδες. Ο ΜΥ6 παρουσίασε επίσης πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής Παραλαβής (Τεκμήριο 75). Εξήγησε ότι αρκετά από τα σημεία που γράφει στις χειρόγραφες του σημειώσεις Τεκμήριο 73 περιλαμβάνονται στα πρακτικά αυτά. Ο ΜΥ6 παρουσίασε τέλος, ως Τεκμήριο 76, οδηγό/φυλλάδιο του ΤΟΜ που δίδεται στο κοινό για ενημέρωση αναφορικά με το συγκεκριμένο τομέα. Πρόκειται για τον οδηγό στον οποίο γίνεται αναφορά στην παράγραφο 3 του Τεκμηρίου
  26. Στα πλαίσια της κυρίως εξετασής του ο ΜΥ6 αναφέρθηκε και εξήγησε τα ελαττώματα που είχε εντοπίσει στο κείμενο των δύο κεφαλαίων που εξέτασε. Ειδικότερα, (α) αναφέρθηκε σε σημεία που αποτελούν αντιγραφή από τον σχετικό κανονισμό, (β) εξήγησε ότι για σκοπούς ευκολίας του αναγνώστη θεωρούσε ότι όλοι οι ορισμοί έπρεπε να αναφέρονταν στην αρχή του βιβλίου, (γ) πρόσθεσε ότι στο κείμενο γίνεται αναφορά σε αποδεικτικά συμμόρφωσης που το ΤΟΜ δεν εξέδιδε τότε, (δ) κάποια ποσά που στη νομοθεσία είναι σε ΛΚ δεν έγινε ορθά η μετατροπή σε €, (ε) σε κάποια σημεία το κείμενο δεν είναι αρκετά επεξηγηματικό, «να εξηγεί λίγα πράγματα, να μην είναι στείρα αντίγραφο από το Νόμο», (στ) διαπίστωσε πλεονασμούς. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ6 αμφισβητήθηκε η ορθότητα των παρατηρήσεων αυτών. Μεταξύ άλλων τέθηκε στον μάρτυρα ότι ορθώς γινόταν αναφορά σε πιστοποιητικό συμμόρφωσης αφού αυτό συνάδει με τις πρόνοιες της νομοθεσίας, άσχετα εάν η πρακτική του ΤΟΜ ήταν να μην τα εκδίδει. Ο ΜΥ6 επέμενε ότι εφόσον τέτοια πιστοποιητικά δεν εκδίδονταν οι πληροφορίες στον αναγνώστη δεν ήταν ορθές. Σε σχέση με την μετατροπή ποσών από ΛΚ σε €, τέθηκε στον μάρτυρα ότι η μετατροπή έγινα αυτόματα με νομοθεσία. Η θέση του ήταν ότι «το οδικό τέλος που ήταν 50 λίρες και 1 λίρα ανά χιλιόμετρο το έκανα 85ευρώ και 1 ευρώ ανά χιλιόμετρο, αυτό είπα, είπα ότι έγινε στρογγυλοποίηση λανθασμένα». Τελικές αγορεύσεις. Όταν ολοκληρώθηκε η παρουσίαση της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς υποστήριξαν τις θέσεις των αντιδίκων εκατέρωθεν στις τελικές τους αγορεύσεις. Έχω μελετήσει τα όσα ανέφεραν καθώς και τη νομολογία στην οποία παρέπεμψαν. Αναφορά σε κάποια επιμέρους επιχειρήματα γίνεται κατωτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Όπως επιτάσσει η νομολογία, η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα, όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Να προσθέσω, όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου, ότι έχω μελετήσει το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια στα πλαίσια της ακρόασης. Η φύση της υπόθεσης και η έκταση των γεγονότων που είτε προκύπτουν από την έγγραφη μαρτυρία ή και είναι κοινώς αποδεκτά καθιστά μειωμένης σημασίας τη δια ζώσης μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί. Μάλλον η δια ζώσης μαρτυρία «συμπλήρωσε» το πλαίσιο των γεγονότων παρά το καθόρισε. Έχω παρακολουθήσει όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν και εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους σε συνάρτηση και με τα κατατεθέντα τεκμήρια. Παρατήρηση που ισχύει για όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν είναι ότι δεν παρέκκλιναν από την έγγραφη μαρτυρία. Προσέφεραν κάποιες επιπλέον πληροφορίες όμως γενικά τα όσα κατέθεσαν δεν ήταν ασύμβατα με το περιεχόμενο των διαφόρων τεκμηρίων. Στα σημεία των εγγράφων και ιδιαίτερα της αλληλογραφίας όπου εκφράζονται απόψεις για την ποιότητα ή την επάρκεια κειμένων, ασφαλώς υπήρχαν διαφορές όμως αυτές οφείλονταν στην υποκειμενική γνώμη του κάθε μάρτυρα. Διαφωνίες όμως για τα γεγονότα που προέκυπταν από τα έγγραφα, δεν υπήρχαν. Επιπρόσθετα, δεν διέκρινα στοιχεία ότι κάποιος από τους μάρτυρες είχε πρόθεση να παραπλανήσει με τη μαρτυρία του το Δικαστήριο ή να παραποιήσει γεγονότα. Θεωρώ ότι όλοι οι μάρτυρες έχουν καταθέσει όσο καλύτερα τους επέτρεπε η μνήμη τους τα γεγονότα που γνώριζαν και περιβάλλουν την υπόθεση. Πιο συγκεκριμένα για τους ΜΕ1 και ΜΕ2, αναφέρθηκαν με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο στα γεγονότα και απάντησαν όλες τις ερωτήσεις που τους τέθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και την αντεξέταση, με σταθερότητα και συνέπεια, χωρίς αντιφάσεις. Το ίδιο όμως ισχύει και για τους μάρτυρες που παρουσίασε η πλευρά του Εναγόμενου. Επίσης κατέθεσαν με σαφήνεια, σταθερότητα και δεν δίσταζαν στις απαντήσεις τους. Σημειώνω ότι οι ΜΥ1 και ΜΥ2 αποχώρησαν από το ΤΟΜ το 2011 και 2008 αντίστοιχα και είναι πλέον αποστασιοποιημένοι τόσο χρονικά όσο και πραγματικά από το ΤΟΜ. Αυτό καθιστά ακόμα πιο απομακρυσμένο το ενδεχόμενο να υπάρχει οποιοδήποτε συμφέρον ή όφελος να μην έχουν καταθέσει την αλήθεια. Ενόψει του ότι έχουν μεσολαβήσει περί τα 10 χρόνια από τα γεγονότα μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, θεωρώ λογικό να μην ήταν σε θέση κάποιοι από τους μάρτυρες να θυμηθούν με ακρίβεια όλα τα γεγονότα. Αυτό δεν είχε επίπτωση στην αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ και αποδέχομαι τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων ως αληθινή και αξιόπιστη. Πριν ολοκληρώσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να αναφερθώ σε κάποια επί μέρους σημεία ώστε να μπορέσω να καταλήξω σε ευρήματα. Το πρώτο σημείο αφορά τη θέση του Εναγόμενου ότι είχε συμφωνηθεί χρονοδιάγραμμα μέχρι 17.11.2008 για την υποβολή του βιβλίου. Για να αποδείξει αυτό τον ισχυρισμό η πλευρά του Εναγόμενου βασίστηκε στη μαρτυρία του ΜΥ1 καθώς και στο Τεκμήριο
  27. Ο ΜΥ1 είχε δηλώσει στα πλαίσια της μαρτυρίας του ότι είχε συμφωνηθεί αυτή η προθεσμία. Αυτό δεν είναι αποδεκτό από την Ενάγουσα. Θέση της Ενάγουσας είναι ότι δεν είχε οριστεί συμφωνημένη προθεσμία για την υποβολή του αναθεωρημένου κειμένου. Η αναφορά του ΜΥ1 αμφισβητήθηκε στα πλαίσια της αντεξέτασης. Ο ΜΥ1 διευκρίνισε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί με ποιο τρόπο είχαν ακριβώς εκφράσει την αποδοχή τους στο χρονοδιάγραμμα αυτό οι εκπρόσωποι της Ενάγουσας. Στο τέλος κατέληξε ότι η θέση του περί συμφωνίας βασίζεται στα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 65, που περιέγραψε ως τα πρακτικά της συνάντησης. Ο ΜΥ1 υποστήριξε αρχικά ότι το περιεχόμενο των πρακτικών είχε κοινοποιηθεί στην Ενάγουσα η οποία είχε συμφωνήσει με αυτά που εκεί καταγράφονται. Σημειώνω ότι τα πρακτικά Τεκμήριο 65 είναι έγγραφο που παρουσίασε στο Δικαστήριο ο ΜΥ1 και δεν υποδείχθηκε στους ΜΕ1 και ΜΕ
  28. Επιπρόσθετα, η ύπαρξη του εγγράφου ή η θέση περί κοινοποίησης και συμφωνίας τους με το περιεχόμενο του δεν τέθηκε στους μάρτυρες της Ενάγουσας ώστε να τοποθετηθούν. Ο συντάκτης του εγγράφου δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο. Δεν έχω κάποιο στοιχείο που να δείχνει ότι το συγκεκριμένο έγγραφο περιήλθε στη γνώση της Ενάγουσας. Εκφράστηκαν κάποιες απόψεις για την ταυτότητα του συντάκτη όμως όχι άμεση και θετική μαρτυρία. Αυτές οι διαπιστώσεις επηρεάζουν την αποδεικτική αξία και βαρύτητα που μπορώ να αποδώσω στο συγκεκριμένο έγγραφο, Τεκμήριο
  29. και στο περιεχόμενο του. Δέχομαι ότι συντάχθηκε από λειτουργό του ΤΟΜ τον Νοέμβριο 2008, ως σε αυτό καταγράφεται. Δέχομαι επίσης ότι τα όσα εκεί καταγράφονται είναι σχετικά με τη συνάντηση 16.10.
  30. Πέραν από αυτό δεν μπορώ να κάνω εικασίες για την ταυτότητα του συντάκτη του εγγράφου. Ούτε μπορώ να δεχτώ ότι η Ενάγουσα έλαβε γνώση και ότι συμφώνησε και αποδέχτηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  31. Ακολουθεί ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι η Ενάγουσα συμφώνησε σε προθεσμία υποβολής κειμένου μέχρι 17.11.2008 ως καταγράφεται στο έγγραφο. Τέλος σημειώνω ότι κάποια από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση τελικά δεν αναγνωρίστηκαν και δεν κατέστησαν Τεκμήρια. Αυτά δεν αξιολογήθηκαν και δεν έχουν ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποτελέσματος. Ευρήματα. Ενόψει των όσων αναφέρω στην αρχή της απόφασης μου σε σχέση με τα διάφορα Τεκμήρια, κοινώς αποδεκτά γεγονότα και αντίστοιχους δικογραφημένους ισχυρισμούς, τα όσα καταγράφω στις παραγράφους 1-53 είναι και δικά μου ευρήματα. Εξαίρεση αποτελούν οι διάφορες απόψεις που εκφράζονται στην αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε. Αυτές παραμένουν απόψεις του προσώπου που εκάστοτε τις εκφράζει και δεν τις υιοθετώ εκτός εάν ρητά αναφέρω το αντίθετο. Επίσης, στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της υπόλοιπης μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα, επιπρόσθετα, ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Για σκοπούς ακολουθίας, συνεχίζω την αρίθμηση που ξεκίνησα στην αρχή της απόφασης μου: 54 Όλοι οι μάρτυρες προέβησαν στις ενέργειες στις οποίες αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους, δηλαδή συμμετείχαν σε συναντήσεις και επικοινωνίες και μελέτησαν προσχέδια των διαφόρων κειμένων όπως ανέφεραν. 55 Το Τεκμήριο 65 συνιστά έγγραφο που συντάχθηκε τον Νοέμβριο 2008, από λειτουργό του ΤΟΜ στο οποίο ο συντάκτης καταγράφει σημειώσεις σε συνέχεια και σε σχέση με τη συνάντηση που έγινε στο ΤΟΜ στις 16.10.2008 Με βάση το σύνολο των ευρημάτων που καταγράφω παραμένει να εξεταστεί εάν στοιχειοθετείται επαρκώς η απαίτηση της Ενάγουσας. Απαίτηση Ενάγουσας. Όπως ανέφερα στην αρχή της απόφασης μου, με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου ποσό €56.383,85 (ΛΚ.33.000) πλέον ΦΠΑ ως αποζημιώσεις για τον αντισυμβατικό τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Διαζευκτικά ζητά αποζημιώσεις για ουσιαστική εκπλήρωση της συμφωνίας. Αξιώνει περαιτέρω απόφαση για επιστροφή του ποσού των €5.638,38 (ΛΚ.3.300) που είχε καταθέσει ως εγγύηση για την πιστή εκτέλεση της σύμβασης και το οποίο παρακρατήθηκε από το ΤΟΜ. Συνιστά γενική αρχή ότι το γενικό βάρος απόδειξης μιας υπόθεσης είναι και παραμένει στους ώμους του ενάγοντα. Εάν η πλευρά του ενάγοντα αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης, τότε η πλευρά του εναγόμενου πρέπει να αποσείσει το ειδικό βάρος των ισχυρισμών που προβάλλει για σκοπούς υπεράσπισης[3]. Στην παρούσα περίπτωση, προκύπτει από τα ευρήματα και δεν έχει αμφισβητηθεί η σύναψη της επίδικη σύμβασης. Δεν έχει αμφισβητηθεί επίσης η κατάθεση του ποσού της εγγύησης από την Ενάγουσα. Είναι επίσης αποδεκτό ότι η Ενάγουσα παρέδωσε στο ΤΟΜ σε διάφορες ημερομηνίες κείμενα. Επιπρόσθετα, δεν αμφισβητείται ότι με την επιστολή του ΤΟΜ ημερομηνίας 13.7.2020 (Τεκμήριο 42), ουσιαστικά το ΤΟΜ τερμάτισε την επίδικη σύμβαση, απορρίπτοντας το κείμενο που είχε υποβληθεί στις 9.9.2009 και κατάσχεται το ποσό της εγγύησης. Εξάλλου ότι η επιστολή Τεκμήριο 42 τερμάτισε ουσιαστικά τη συμφωνία, είναι και το μοναδικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί δεδομένου ότι το κείμενο που υποβλήθηκε απορρίπτεται, ότι κατακρατείται η εγγύηση και ότι, μετά την επιστολή, τερματίζεται κάθε επικοινωνία από πλευράς του ΤΟΜ. Συνεπώς, η πλευρά της Ενάγουσας έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τους αντίστοιχους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Βασίζεται σε αυτά τα δεδομένα και επικαλείται αντισυμβατικό τερματισμό της συμφωνίας από την πλευρά του ΤΟΜ και παράνομη κατακράτηση του ποσού της εγγύησης που είχε καταθέσει. Ο Εναγόμενος με τη σειρά του αρνείται ότι ο τερματισμός της σύμβασης και η κατάσχεση της εγγύησης από το ΤΟΜ έγιναν αντισυμβατικά. Το αρνείται στη βάση δύο ισχυρισμών. Ο πρώτος είναι ότι ενεργούσε εντός των συμβατικών του δικαιωμάτων γιατί το κείμενο υπολείπεται των προδιαγραφών της σύμβασης. Ο δεύτερος είναι ότι ενεργούσε εντός των συμβατικών του δικαιωμάτων γιατί το κείμενο είχε υποβληθεί εκπρόθεσμα. Εξετάζω στη συνέχεια τους ισχυρισμούς αυτούς. Ποιοτική επάρκεια του βιβλίου. Ο πρώτος ισχυρισμός που προβάλλει ο Εναγόμενος για να υποστηρίξει ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ήταν νόμιμος είναι ότι το κείμενο δεν πληρούσε τις τεχνικές προδιαγραφές της σύμβασης. Η συνήγορος του Εναγόμενου εξηγεί τη θέση αυτή ως εξής στην τελική της αγόρευση: «Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το προσχέδιο που η Ενάγουσα εταιρεία υπέβαλε προς έγκριση. ήταν ανεπαρκές ή/και δεν ανταποκρινόταν στις Τεχνικές Προδιαγραφές του έργου ή/και ήταν δυσνόητο κατά τρόπο που δεν ανταποκρινόταν στο αντικείμενο της Σύμβασης ως αυτό ορίζεται στους όρους της Προσφοράς. Συνακόλουθα το ΤΟΜ αρνήθηκε να παραλάβει το προσχέδιο του βιβλίου, ως είχε δικαίωμα να πράξει δυνάμει ουσιωδών όρων της Προσφοράς που ορίζουν πως το βιβλίο που δεν συνάδει με τους όρους της Σύμβασης ή/και τις τεχνικές προδιαγραφές των εγγράφων των διαγωνισμών δεν θα παραλαμβάνεται και θα θεωρείται ότι δεν παραδόθηκε..[Ο] Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα φέρει πλήρη ευθύνη για τη διάρρηξη της Σύμβασης λόγω αδυναμίας της να υποβάλει προσχέδιο βιβλίου το οποίο είναι επαρκές ή/και να ανταποκρίνεται στις Τεχνικές Προδιαγραφές του έργου ή/και ήταν ευνόητο κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στο αντικείμενο της Σύμβασης ως αυτό ορίζεται από τους όρους της Προσφοράς. Είναι ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι οι αλλαγές ή/και διορθώσεις ή/και η εξ υπαρχής συγγραφή δεν ήταν ικανοποιητικές ή/και σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές του έργου.» Προχωρώ να εξετάσω τη θέση αυτή σε συνάρτηση με τα ευρήματα και τα Τεκμήρια. Σύμφωνα με την παράγραφο 1.1 του Μέρους Α της επίδικης σύμβασης, Τεκμήριο 11: «1.1 Αντικείμενο του Διαγωνισμού είναι: (α) η συγγραφή βιβλίου στην Ελληνική γλώσσα, το περιεχόμενο του οποίου θα είναι η ανάλυση, επεξήγηση και περιγραφή των γνώσεων του δίδουν υπόσταση και περιεχόμενο στον Κατάλογο Θεματικών Ενοτήτων, κατά την ίδια σειρά και τάξη, που καταγράφεται στο Δεύτερο Παράρτημα των περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα Κανονισμών του 2002 (ΚΔΠ. 457/2002). Το βιβλίο αυτό, δηλαδή, θα πρέπει να περιλαμβάνει το σύνολο της εξεταστέας ύλης την οποία θα πρέπει να γνωρίζουν όσοι ενδιαφέρονται να παρακαθίσουν στις γραπτές εξετάσεις για την απόκτηση του πιστοποιητικού επαγγελματικής επάρκειας που προβλέπεται στους περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα Νόμους του 2001 μέχρι 2006 (Νόμος 101(Ι)/2001) (β) η μετάφραση του βιβλίου που θα συγγραφεί, από την Ελληνική γλώσσα, στις Τουρκική και Αγγλική γλώσσες, (γ) η πλήρης και ανεπιφύλακτη συμμόρφωση με τις ποσότητες, τεχνικές προδιαγραφές και σχέδια που καθορίζονται στα Έγγραφα του Διαγωνισμού.» Το Μέρος Β της επίδικης σύμβασης, Τεκμήριο 11, περιλαμβάνει τις Τεχνικές Προδιαγραφές. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνει τα εξής: «Α.1 Προετοιμασία βιβλίων που περιέχουν το σύνολο των γνώσεων που είναι απαραίτητο να γνωρίζουν όσοι θέλουν να προετοιμαστούν για να περάσουν τις υποχρεωτικές γραπτές εξετάσεις όπως αυτές περιγράφονται στη νομοθεσία για την πρόσβαση στο επάγγελμα οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων ή επιβατών, στο εσωτερικό ή διεθνώς, καθώς και στο σχετικό κοινοτικό κεκτημένο. Α.2 Η δομή του βιβλίου θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τη δομή που καταγράφεται στους Κανονισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο Α.1 πιο πάνω. Α.3 Το περιεχόμενο του βιβλίου θα πρέπει να καλύπτει όλες τις θεματικές ενότητες που αναφέρονται στο Δεύτερο Παράρτημα των Κανονισμών που αναφέρονται στην παράγραφο Α.1 πιο πάνω. Όσον αφορά στα θέματα αυτά, οι υποψήφιοι οδικοί μεταφορείς πρέπει να έχουν φθάσει στο επίπεδο γνώσεων και πρακτικών ικανοτήτων που είναι αναγκαία για να διευθύνουν επιχείρηση μεταφορών. . Α.5 Το βιβλίο θα πρέπει: (α) να γραφεί στην Ελληνική και στη συνέχεια, αφού το πρότυπο εγκριθεί από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, να μεταφραστεί και στις Τουρκική και Αγγλική γλώσσα.» Οι λόγοι για τους οποίους το ΤΟΜ τελικά απέρριψε το βιβλίο καταγράφονται στην επιτολή ημερομηνίας 13.7.2010 Τεκμήριο
  32. Όπως αναφέρω στην αρχή, η εν λόγω επιστολή απευθύνεται στην Ενάγουσα και υπογράφεται από τον XXXXX Κολέττα, Διευθυντή του ΤΟΜ. Με αυτή ενημερώνεται η Ενάγουσα ότι το ΤΟΜ αποφάσισε την απόρριψη του βιβλίου. Στην απόφαση αυτή το ΤΟΜ βασίστηκε σε τέσσερεις διαπιστώσεις της Επιτροπής Παραλαβής. Οι διαπιστώσεις αυτές, όπως καταγράφονται στην επιστολή Τεκμήριο 42, είναι οι ακόλουθες: «1) Το βιβλίο δεν έχει δομημένη ούτε λειτουργική διαρθρωτική μορφή. Ο τρόπος δόμησης του, η έλλειψη αρίθμησης παραγράφων καθώς επίσης και ευρετηρίου δυσκολεύει τον αναγνώστη και καθιστά τη χρήση του βιβλίου δύσκολη. 2) Με τη μέθοδο της αντιγραφής/επικόλλησης έχουν μεταφερθεί κείμενα από ηλεκτρονικές ιστοσελίδες διαφόρων Κυβερνητικών Τμημάτων και έχουν ενταχθεί στο βιβλίο, χωρίς οποιαδήποτε επεξεργασία με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται έντονο το στοιχείο του πλεονασμού, της επανάληψης, της διαφορετικής γλωσσικής απόδοσης (νομικίστικο ύφος, δημοτική, καθαρεύουσα κλπ). 3) Σε πολλά σημεία του βιβλίου προκύπτουν ασάφειες γύρω από τα θέματα που αναλύονται. Υπάρχουν επίσης κεφάλαια για τα οποία δεν γίνεται καμία αναφορά στο βιβλίο ενώ έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με τον οδηγό [Τεκμήριο 76] που δόθηκε από το ΤΟΜ σε όσους επιθυμούν να αποκτήσουν πιστοποιητικό Επαγγελματικής Επάρκειας Οδικού Μεταφορέα Επιβατών ή Εμπορευμάτων. 4) Στο βιβλίο παρουσιάζονται αρκετά σημεία στα οποία έγινε αλλοίωση της ισχύουσας νομοθεσίας και στα οποία μεταφέρθηκαν λάθος στοιχεία και λάθος ποσά που αφορούν ποινές και πρόστιμα.» Θέση της Ενάγουσας είναι ότι το τελευταίο κείμενο του βιβλίου που υπέβαλε τις 9.9.2009 (Τεκμήριο 39), και που εξέτασε η Επιτροπή Παραλαβής, πληρούσε τις τεχνικές προδιαγραφές και ήταν σύμφωνο με τις υποδείξεις που είχαν γίνει μέχρι τότε από το ΤΟΜ. Προχώρησα να εξετάσω το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 39 σε συνάρτηση με τους όρους της επίδικης σύμβασης. Το κείμενο αποτελείται από 206 σελίδες και είναι χωρισμένο στις εξής θεματικές ενότητες: Ενότητα Α: Στοιχεία Αστικού Δικαίου Ενότητα Β: Στοιχεία Εμπορικού Δικαίου Ενότητα Γ: Στοιχεία Κοινωνικής Νομοθεσίας Ενότητα Δ: Στοιχεία Φορολογικού Δικαίου Ενότητα Ε: Εμπορική και Χρηματοοικονομική Διαχείριση της Επιχείρησης Ενότητα Στ: Πρόσβαση στην Αγορά Ενότητα Ζ: Τεχνικά Πρότυπα και Εκμετάλλευση Ενότητα Η: Οδική Ασφάλεια Οι Ενότητες αυτές ακολουθούν τις Ενότητες που καθορίζονται στο Δεύτερο Παράρτημα της ΚΔΠ 457/
  33. Η πλευρά της Ενάγουσας υποστηρίζει ότι οι Ενότητες Α, Β, Γ και ΣΤ του κείμενου είχαν ήδη εγκριθεί από το ΤΟΜ. Βασίζεται σχετικά στην επιστολή ημερομηνίας 13.6.2008 Τεκμήριο
  34. Η επιστολή αυτή υπογράφεται από τον XXXXX Κολέττα, Διευθυντή του ΤΟΜ και, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι: «Σημειώνεται ότι τα τελευταία κείμενα των Ενοτήτων Α (Στοιχεία Αστικού Δικαίου), Β (Στοιχεία εμπορικού δικαίου), Γ (Στοιχεία κοινωνικής νομοθεσίας) και ΣΤ (Πρόσβαση στην αγορά) που μας έχετε αποστείλει έχουν γίνει αποδεκτά ως τελικά και μπορούν να περιληφθούν στο ολοκληρωμένο κείμενου του βιβλίου που θα μας αποστείλετε.» Θέση της Ενάγουσας είναι ότι ο Διευθυντής του ΤΟΜ δεσμεύει το Τμήμα και συνεπώς το ΤΟΜ δεν μπορεί να υπαναχωρήσει από τη δέσμευση αυτή. Περαιτέρω, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι οι λειτουργοί του ΤΟΜ με τους οποίους είχε επικοινωνία, όπως καθορίζονται στο e-mail Τεκμήριο 12, ενεργούσαν ως εκπρόσωποι του ΤΟΜ και δέσμευαν το Τμήμα με τις αποφάσεις και ενέργειες τους. Η πλευρά του Εναγόμενου υποστηρίζει ότι η Επιτροπή Παραλαβής ήταν το αρμόδιο σώμα για να αποφασίσει για την αποδοχή ή απόρριψη του κειμένου του βιβλίου και ότι η απόφαση της Επιτροπής αυτής είναι δεσμευτική για την Ενάγουσα. Συνεπώς, υποστηρίζει, ότι η δήλωση του Διευθυντή του ΤΟΜ στην επιστολή Τεκμήριο 33 δεν σημαίνει την έγκριση των Ενοτήτων εκείνων του βιβλίου. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι οι λειτουργοί που κατονομάζονται στο Τεκμήριο 12 δεν είχαν εξουσία να εκπροσωπήσουν και δεσμεύσουν το ΤΟΜ. Πιο συγκεκριμένα, η συνήγορος του Εναγόμενου παραπέμπει στην παράγραφο 24 του Μέρους Α της συμφωνίας που προνοεί τα εξής: «
  35. Παραλαβή Προμηθειών Η παραλαβή της προμήθειας θα γίνεται με βάση τις προδιαγραφές και τους όρους των εγγράφων του παρόντος διαγωνισμού, καθώς επίσης και των προνοιών του άρθρου 22, 23 των περί Εκτέλεσης Συμβάσεων Κανονισμοί ΚΔΠ 115/2004» Η πλευρά της Ενάγουσας διαφωνεί ότι αυτό είναι το αποτέλεσμα της παραγράφου 24 του Μέρους Α της συμφωνίας. Ο συνήγορος της Ενάγουσας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή Παραλαβής δεν είχε ρόλο να διαδραματίσει στην διαδικασία αποδοχής του κειμένου γιατί η ΚΔΠ 115/2002 δεν τυγχάνει εφαρμογής σε αυτή την περίπτωση. Αυτό διότι Επιτροπή Παραλαβής δυνάμει του άρθρου 22 της ΚΔΠ 115/2004 διορίζεται μόνο αναφορικά με συμβάσεις για παράδοση εμπορευμάτων ή προϊόντων. Στην προκειμένη περίπτωση, συνεχίζει, η επίδικη σύμβαση αφορά παροχή υπηρεσιών συγγραφής βιβλίου και όχι παράδοση προμήθειας ή προϊόντων. Ανατρέχω στο κείμενο της συμφωνίας. Παράλληλα έχω υπόψη μου το αντικείμενο της συμφωνίας. Έχω επίσης υπόψη μου τις αναφορές του ΜΥ1 στη μαρτυρία του για τον τρόπο που συνέταξε την επίδικη συμφωνία. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι χρησιμοποιήθηκε προσχέδιο συμφωνίας που ετοιμάστηκε από το Γενικό Λογιστήριο του κράτους, το οποίο προσάρμοσε για τους σκοπούς αυτής της σύμβασης. Δέχομαι, ως η εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας, ότι ΚΔΠ 115/2004 αφορά συμβάσεις για παράδοση «προμηθειών», εμπορευμάτων ή προϊόντων. Το αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας είναι σύνθετο. Περιλαμβάνει τόσο τη συγγραφή του βιβλίου και μετάφραση του, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως παροχή υπηρεσίας, αλλά και την παράδοση συγκεκριμένης ποσότητας βιβλίων, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν παράδοση ενός προϊόντος ή αντικειμένου. Επειδή η φύση και το αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας έχει αυτή την ιδιαιτερότητα, οι πρόνοιες της ΚΔΠ 115/2004 δεν συνάδουν απόλυτα. Υπάρχουν περαιτέρω κάποιες ασάφειες στο κείμενο της συμφωνίας ενώ, ιδιαίτερα, οι πρόνοιες που αφορούν την παραλαβή του βιβλίου που θα μπορούσαν να είναι διατυπωμένες με πιο σαφή τρόπο. Παρά τις όποιες αδυναμίες στη διατύπωση, το Τεκμήριο 11 συνιστά τη συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ των μερών. Οι κανόνες ερμηνείας του κειμένου μιας συμφωνίας προβλέπουν ότι, όπου διαπιστώνεται ασάφεια, το κείμενο πρέπει να ερμηνεύεται με τρόπο που να προσεγγίζει στο μέτρο του δυνατού τις προθέσεις των μερών. Με τη συμπερίληψη της συγκεκριμένης αναφοράς στην παράγραφο 24 του Μέρους Α της συμφωνίας, φαίνεται ότι η πρόθεση ήταν το κείμενο του βιβλίου να ελεγχθεί από Επιτροπή Παραλαβής κατά τα προβλεπόμενα της ΚΔΠ 115/
  36. Αυτό έπραξαν οι λειτουργοί του ΤΟΜ αποστέλλοντας το κείμενο Τεκμήριο 39 στην Επιτροπή Παραλαβής που είχε διοριστεί για σκοπούς της σύμβασης. Μετά τον διορισμό της, η Επιτροπή Παραλαβής προέβη στις ενέργειες που καταγράφω πιο πάνω στα ευρήματα μου. Ταυτόχρονα όμως, η Επιτροπή Παραλαβής δεν ήταν μέρος της επίδικης συμφωνίας. Αντισυμβαλλόμενος της Ενάγουσας ήταν το ΤΟΜ. Ο διορισμός και ενέργειες της Επιτροπής Παραλαβής αφορούσαν εσωτερική διεργασία του ΤΟΜ. Ήταν μέρος ενός εσωτερικού μηχανισμού ενός εκ των συμβαλλομένων. Ενδεχομένως η απόφαση της Επιτροπής Παραλαβής να ήταν «εσωτερικά» δεσμευτική για το ΤΟΜ, όμως η Ενάγουσα είχε συμβληθεί με το ΤΟΜ και όχι με την Επιτροπή Παραλαβής. Πρόσωπα που είτε οργανικά είτε κατόπιν συγκεκριμένης εξουσιοδότησης είχαν την πραγματική ή φαινόμενη εξουσία να ενεργούν εκ μέρους του ΤΟΜ έναντι της Ενάγουσας, δέσμευαν το ΤΟΜ με τις αποφάσεις και ενέργειες τους. Ο Διευθυντής του ΤΟΜ ήταν ο αξιωματούχος που υπέγραψε την επίδικη σύμβαση εκ μέρους του ΤΟΜ. Δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι πρόσωπο το οποίο έχει εξουσία να αντιπροσωπεύει και να δεσμεύει το ΤΟΜ για σκοπούς της σύμβασης. Επομένως, όταν ο Διευθυντής του ΤΟΜ δήλωνε στην επιστολή 13.6.2008, Τεκμήριο 33 ότι «τα τελευταία κείμενα των Ενοτήτων Α (Στοιχεία Αστικού Δικαίου), Β (Στοιχεία εμπορικού δικαίου), Γ (Στοιχεία κοινωνικής νομοθεσίας) και ΣΤ (Πρόσβαση στην αγορά) που μας έχετε αποστείλει έχουν γίνει αποδεκτά ως τελικά και μπορούν να περιληφθούν στο ολοκληρωμένο κείμενου του βιβλίου που θα μας αποστείλετε», αυτό δεν μπορεί να ερμηνευτεί με άλλο τρόπο παρά ότι οι συγκεκριμένες Ενότητες ήταν ικανοποιητικές ως τελικές και δεν υπήρχαν σχόλια, παρατηρήσεις ή επιφυλάξεις επί αυτών. Η απόφαση αυτή που εκφράστηκε με την επιστολή Τεκμήριο 33 είναι δεσμευτική για το ΤΟΜ. Πέραν όμως της εξουσίας του Διευθυντή του ΤΟΜ να δεσμεύει το Τμήμα, σχετικό με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και το e-mail Τεκμήριο
  37. Όπως αναφέρω πιο πάνω[4], με το συγκεκριμένο e-mail το ΤΟΜ ενημερώνει την Ενάγουσα ότι «για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά την αποπεράτωση της εργασίας συγγραφής του εν λόγω βιβλίου, μπορείτε να επικοινωνείτε με» τον ΜΥ1, την XXXXX Πίπη ή τον ΜΥ
  38. Αυτά τα άτομα είχαν εκτεταμένες επικοινωνίες με την πλευρά της Ενάγουσας, παραλάμβαναν κείμενα, τα έλεγχαν, απέστελλαν σχόλια και έδιναν οδηγίες. Η πιο πάνω δήλωση στο Τεκμήριο 12 καθώς και ο ρόλος και εμπλοκή των συγκεκριμένων προσώπων, όπως προκύπτει από τα ευρήματα, δημιουργούσε τη λογική προσδοκία στην Ενάγουσα ότι είχαν εξουσία και αρμοδιότητα να εκπροσωπούν το ΤΟΜ για τους σκοπούς της σύμβασης. Η πραγματική ή φαινόμενη πληρεξουσιότητα των προσώπων αυτών, έχει ως αποτέλεσμα το ΤΟΜ να δεσμεύεται από τις αποφάσεις και ενέργειες τους[5]. Συνεπώς, κρίνω ότι οι θέσεις που εξέφρασε τόσο ο Διευθυντής όσο και οι συγκεκριμένοι λειτουργοί του ΤΟΜ περί αποδοχής μέρους του κειμένου και συγκεκριμένων ενοτήτων ή σχόλια επί άλλων είναι δεσμευτικές για την πλευρά του TOM. Το ότι ο διορισμός Επιτροπής Παραλαβής προβλεπόταν από τη σύμβαση, η συγκρότηση της Επιτροπής αυτής και οι όποιες διεργασίες της, δεν μπορούν να αναιρέσουν τις δεσμεύσεις του ΤΟΜ που είχαν προηγηθεί. Το κείμενο των Ενοτήτων Α, Β, Γ και ΣΤ είχε εγκριθεί για τους σκοπούς της συμφωνίας. Παραμένουν οι Ενότητες Δ, Ε, Ζ και Η του κείμενου. Οι ισχυρισμοί για ανεπάρκεια του κειμένου των Ενοτήτων αυτών πρέπει να εξεταστούν με βάση τις τέσσερεις παρατηρήσεις που καταγράφονται ως λόγοι για απόρριψη του βιβλίου στην επιστολή Τεκμήριο 42 αλλά και σε συνάρτηση με τη συμφωνία των μερών και τα όσα προηγήθηκαν. Ξεκινώ από την πρώτη παρατήρηση που καταγράφεται στην επιστολή Τεκμήριο 42 που αφορούσε μη ικανοποιητική διαρθρωτική μορφή του κειμένου, ελλείψεις αρίθμησης παραγράφων και έλλειψη ευρετηρίου. Έχω ήδη σημειώσει πιο πάνω ότι το κείμενο ακολουθούσε τις θεματικές ενότητες που καθορίζονται στο Δεύτερο Παράρτημα της ΚΔΠ 457/
  39. Αναφορικά με την έλλειψη αρίθμησης των παραγράφων, σημειώνω ότι υπάρχει στο κείμενο διαχωρισμός μεταξύ ενοτήτων και υπο-ενοτήτων με τη χρήση γραμμάτων/αλφαβητικά ή αριθμητικά, οπόταν η συγκεκριμένη παρατήρηση δεν είναι ορθή. Εάν ο τρόπος αρίθμησης δεν ήταν ο προτιμότερος για την Επιτροπή Παραλαβής ή το ΤΟΜ αυτό συνιστά υποκειμενική άποψη. Εξάλλου οι Τεχνικές Προδιαγραφές της σύμβασης δεν περιλαμβάνουν αναφορά σε αρίθμηση παραγράφων ούτε σε συγκεκριμένο τρόπο αρίθμησης. Η ύπαρξη ευρετηρίου επίσης δεν περιλαμβάνεται στις Τεχνικές Προδιαγραφές της συμφωνίας. Ο τρόπος με τον οποίο η δομή «δυσκολεύει» και «καθιστά τη χρήση του βιβλίου δύσκολη» δεν έχουν υποδειχθεί συγκεκριμένα, ούτε διαπιστώνω τέτοιο πρόβλημα. Προχωρώ στη δεύτερη παρατήρηση της επιστολής Τεκμήριο 42 σύμφωνα με την οποία έχουν μεταφερθεί στο κείμενο του βιβλίου κείμενα από ηλεκτρονικές ιστοσελίδες κυβερνητικών τμημάτων και έχουν ενταχθεί στο κείμενο χωρίς επεξεργασία. Αυτό, σύμφωνα με το ΤΟΜ, δημιουργεί πρόβλημα πλεονασμού , επανάληψης, διαφορετικής γλωσσικής απόδοσης. Οι μάρτυρες της Ενάγουσας εξήγησαν ότι υπάρχουν μέρη του κειμένου που αποτελούν αντιγραφή σημείων της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών. Είναι παραδεκτό μέσα από το μαρτυρία του ΜΕ2 ότι έγινε σε κάποια έκταση αντιγραφή και επικόλληση από νομοθεσία και κανονισμούς. Ο ΜΕ2 υποστήριξε όμως ότι αυτό έγινε στο βαθμό που ήταν αναγκαίο για την ενημέρωση του αναγνώστη για το γνωστικό αντικείμενο, ότι αφορούσαν τεχνικά σημεία που δεν επέτρεπαν διαφορετική διατύπωση και ότι υπήρχαν οι απαραίτητες επεξηγήσεις. Το ότι υπήρχαν επεξηγήσεις, έστω και μειωμένης έκτασης, είναι αποδεκτό και από την πλευρά του ΤΟΜ. Αρνήθηκε όμως ο ΜΕ2 ότι με τη μέθοδο της «αντιγραφής-επικόλλησης» είχαν απλώς μεταφερθεί κείμενα από ιστοσελίδες ή άλλες πηγές. Αντιγραφές από τέτοιες πηγές δεν υποδείχθηκαν συγκεκριμένα από τους μάρτυρες υπεράσπισης. Έχοντας εξετάσει το κείμενο, δέχομαι ότι σημεία που ήταν τεχνικής φύσης έπρεπε να αποτυπωθούν κατά τον τρόπο που καταγράφονται στη σχετική νομοθεσία και κανονισμούς. Δεν υπήρχε περιθώριο απόκλισης ώστε να αποδοθεί σωστά το νόημα. Διαπιστώνω επίσης ότι υπάρχει και επεξήγηση και ότι δεν πρόκειται απλώς για στείρα επανάληψη νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων. Οι μάρτυρες υπεράσπισης δεν υπέδειξαν συγκεκριμένα χωρία του κειμένου που να υπάρχει εκτενής και στείρα αναπαραγωγή. Όπου παρατίθενται αποσπάσματα από νομοθεσίες ή κανονισμούς αυτό γίνεται αφού ενταχθούν στην θεματική ενότητα και με εισαγωγή που να εξηγεί τον λόγο συμπερίληψης τους. Δεν έχουν επίσης υποδειχθεί από τους μάρτυρες υπεράσπισης σημεία όπου υπάρχουν λανθασμένες αναφορές σε νομοθεσία ή κανονισμό. Αυτό το οποίο έχει ενδεχομένως συμβεί είναι ότι η διατύπωση του κειμένου δεν ήταν αυτή που θα προτιμούσαν τα μέλη της Επιτροπής Παραλαβής. Αυτό όμως συνίσταται σε κρίση υποκειμενική. Αναφέρθηκαν από τους ΜΥ4, ΜΥ5 και ΜΥ6 κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα πλεονασμού, διαφορετικής γλωσσικής απόδοσης και επανάληψης. Παραπέμπω στη σύνοψη της μαρτυρίας τους πιο πάνω. Αυτά όμως ήταν μεμονωμένα παραδείγματα σε ένα κείμενο που εκτείνεται πέραν των 200 σελίδων. Διαφωνώ επομένως ότι αυτή η παρατήρηση χαρακτηρίζει το σύνολο του κειμένου. Δεδομένης της έκταση του κειμένου, ήταν πολύ περιορισμένα, ήσσονος σημασίας παραδείγματα. Προχωρώ στην τρίτη παρατήρηση της επιστολής Τεκμήριο
  40. Αφορά «ασάφειες γύρω από θέματα που αναλύονται» και ότι το κείμενο δεν συνάδει με τον Οδηγό Τεκμήριο
  41. Συγκεκριμένα παραδείγματα που να προκαλούν σύγχυση στον αναγνώστη δεν έχουν αναφερθεί και δεν έχω διαπιστώσει. Αναφορικά με τον Οδηγό Τεκμήριο 72, σημειώνω ότι καμία αναφορά σε αυτόν γίνεται στη συμφωνία. Οι όροι και προδιαγραφές δεν περιλαμβάνουν απαίτηση το κείμενο να ακολουθεί ή να συνάδει με τον Οδηγό. Ο Οδηγός αυτός εξάλλου είναι έγγραφο μεταγενέστερο της επίδικης συμφωνίας αφού εκδόθηκε από το ΤΟΜ τον Δεκέμβριο 2007 ενώ η συμφωνία υπογράφτηκε τον Ιούνιο
  42. Τέλος, αναφορικά με την τέταρτη παρατήρηση του Τεκμηρίου 42, δεν υποδείχθηκαν από του μάρτυρες που παρουσίασε η υπεράσπιση σημεία στα οποία έγινε «αλλοίωση της ισχύουσας νομοθεσίας» ή σημεία όπου «μεταφέρθηκαν λάθος στοιχεία». Μοναδική εξαίρεση ήταν μια περίπτωση λανθασμένης μετατροπής ποσού ποινής από ΛΚ σε € στην οποία αναφέρθηκε ο ΜΥ
  43. Σε ένα κείμενο που εκτείνεται πέραν των 200 σελίδων, η μία αυτή αναφορά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι χαρακτηρίζει την ποιότητα όλου του κειμένου. Συνεπώς, από τα πιο πάνω καταλήγω ότι οι τέσσερεις παρατηρήσεις τις Επιτροπής Παραλαβής τις οποίες επικαλείται ο Διευθυντής του ΤΟΜ στην επιστολή του Τεκμήριο 42, δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Στην επιστολή Τεκμήριο 42, ο Διευθυντής του ΤΟΜ αναφέρει ότι με δεδομένες τις πιο πάνω διαπιστώσεις η Ενάγουσα δεν έχει «προβεί στις ενδεικτικές διορθώσεις που σας υπέδειξε το ΤΟΜ και ούτε προβήκατε στις δικές σας διορθώσεις συντακτικές, ορθογραφικές, ύφους κλπ». Όμως, η μαρτυρία δεν συνάδει με θέση του ΤΟΜ ότι η Ενάγουσα δεν έχει συμμορφωθεί με τις διάφορες υποδείξεις που έγιναν. Αντίθετα, αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία, από τον Οκτώβρη 2007 μέχρι και το τέλος, είναι ότι η Ενάγουσα ανταποκρινόταν με όσα σχόλια και υποδείξεις γίνονταν, ζητούσε τα σχόλια και τις παρατηρήσεις του ΤΟΜ για όλα τα προσχέδια που απέστελλε. Ποτέ δεν εκφράστηκε άρνηση ή διαφωνία να ακολουθηθούν υποδείξεις. Η προσπάθεια που οδήγησε στην συνάντηση 16.10.2008 ήταν να συζητηθούν οι τελευταίες υποδείξεις και παρατηρήσεις του ΤΟΜ και να ανταποκριθεί η Ενάγουσα. Το θετικό κλίμα στο οποίο έγινε εκείνη η συνάντηση διαφαίνεται μέσα από τις μαρτυρίας τόσο των ΜΕ1 και ΜΕ2 όσο και του ΜΥ
  44. Κάποιες αναφορές των ΜΥ4, ΜΥ5 και ΜΥ6 σε ελαττώματα που υποστήριξαν ότι παρουσίαζε το κείμενο, αφορούσαν σημεία που δεν είχαν εγερθεί προηγουμένως και δεν είχε δοθεί στην Ενάγουσα η ευκαιρία να ενημερωθεί και να προβεί σε αλλαγές. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την εισήγηση για case studies και παραδείγματα. Παρά την ανταλλαγή όγκου αλληλογραφίας και προσχεδίων των διαφόρων ενοτήτων του βιβλίου, δεν ζητήθηκε από την Ενάγουσα η συμπερίληψη στο κείμενο παραδειγμάτων ή case studies. Ούτε σε εσωτερική αλληλογραφία ή σημειώματα του ΤΟΜ εντοπίζεται κάτι τέτοιο. Δεν δικογραφείται ως έλλειψη ή ελάττωμα του βιβλίου. Καθοριστικό ότι η σύμβαση δεν προβλέπει ρητά για την συμπερίληψη τέτοιων στοιχείων στο κείμενο. Από τα πιο πάνω, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι παρατηρήσεις της Επιτροπής Παραλαβής που επικαλείται το ΤΟΜ ως λόγους για τερματισμό της σύμβασης δεν συνιστούν ικανούς λόγους για απόρριψη του βιβλίου. Δεν συνιστούν παραβάσεις των τεχνικών όρων και προδιαγραφών της σύμβασης. Σημειώνω και την αναφορά του ΜΥ4 στη μαρτυρία του για την Επιτροπή Παραλαβής ότι «δεν μπήκαμε καν στη διαδικασία να ελέγξουμε το βιβλίο σε σχέση με τις απαιτήσεις του διαγωνισμού». Ακόμα όμως και οι διαπιστώσεις της Επιτροπής Παραλαβής που επικαλείται ο διευθυντής του ΤΟΜ στην επιστολή Τεκμήριο 42, συνιστούσαν παράβαση των όρων της επίδικης συμφωνίας, το ερώτημα παραμένει εάν αυτές οι διαπιστώσεις έδιναν το δικαίωμα στο ΤΟΜ να απορρίψει το κείμενο και να τερματίσει τη συμφωνία κατά τον τρόπο που το έπραξε. Κρίνω ότι δεν θα έδιναν τέτοιο δικαίωμα. Η παράγραφος 26.1 του Μέρους Α της επίδικης σύμβασης προβλέπει ότι: «βιβλίο που δεν θα συνάδει με τους όρους της Σύμβασης ή της τεχνικές προδιαγραφές των εγγράφων του διαγωνισμού δεν θα παραλαμβάνεται και ο προμηθευτής, αφού ειδοποιηθεί γραπτώς ή μέσω τηλεομοιότυπου, θα έχει υποχρέωση μέσα σε 60 ημέρες να προβεί στις διορθώσεις ή στις αναδιατυπώσεις ή και τις αλλαγές που θα του υποδείξει το Τμήμα Οδικών Μεταφορών.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης προκύπτει το εξής. Όπου διαπιστώνεται ότι το κείμενο που έχει παραδοθεί δεν συνάδει με τους όρους της σύμβασης ή τις τεχνικές προδιαγραφές, το ΤΟΜ δεν έχει δικαίωμα να απορρίψει το κείμενο. Όφειλε να δώσει στην Ενάγουσα προθεσμία 60 ημερών για να προβεί σε διορθώσεις. Το γεγονός ότι το ΤΟΜ επικαλέστηκε την παράγραφο 26.3 και την προθεσμία των 60 ημερών όταν απέστελλε την επιστολή 13.6.2008 (Τεκμήριο 33) δεν επηρεάζει. Τα δεδομένα δείχνουν ότι το ΤΟΜ εγκατέλειψε στην πορεία την απαίτηση για διορθώσεις σε εκείνο το κείμενο. Η εν λόγω επιστολή αφορούσε προηγούμενο προσχέδιο του βιβλίου. Ακολούθησε νέο προσχέδιο 13.8.2008, η συνάντηση 16.10.2008, το αναθεωρημένο προσχέδιο 27.11.2008 και το τελευταίο κείμενο που υποβλήθηκε 9.9.2009 που ήταν και αυτό που εξέταση η Επιτροπή Παραλαβής. Εάν το κείμενο που είχε υποβληθεί από την Ενάγουσα στις 9.9.2009 δεν ικανοποιούσε, κατά την κρίση του ΤΟΜ, τους όρους της επίδικης συμφωνίας, τότε έπρεπε να ειδοποιήσει γραπτώς την Ενάγουσα και να της δώσει προθεσμία 60 ημερών να προβεί σε διορθώσεις. Μόνο εάν δεν ανταποκρινόταν η Ενάγουσα εντός της προθεσμίας εκείνης, θα μπορούσε ενδεχομένως το ΤΟΜ να απορρίψει το κείμενο. Καταλήγω συνεπώς, στη βάση των ευρημάτων και των ενώπιον μου δεδομένων, το ΤΟΜ δεν είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία με βάση τα όσα επικαλείται στην επιστολή Τεκμήριο
  45. Πριν ολοκληρώσω αυτή την ενότητα να προσθέσω παρενθετικά και το εξής. Κατά την κυρίως εξέταση των ΜΥ1 και ΜΥ2 αναλώθηκε χρόνος σε αλληλογραφία που είχε προηγηθεί της κατακύρωσης της σύμβασης στην Ενάγουσα. Έγινε αναφορά και παρουσιάστηκαν επιστολές με τις οποίες ενημερωνόταν η Ενάγουσα ότι έπρεπε να παρουσιάσει περαιτέρω στοιχεία για να αποδείξει ότι τα πρόσωπα που θα ασχολούνταν με τη συγγραφή του βιβλίου είχαν την κατάλληλη τεχνογνωσία και εξειδίκευση. Ζητήθηκαν και λήφθηκαν περαιτέρω πληροφορίες, βιογραφικά σημειώματα και ενημέρωση για τη συγγραφική ομάδα. Όπως αναφέρω πιο πάνω, το μέρος αυτό της μαρτυρίας δεν έχει απασχολήσει. Δεν δικογραφείται ισχυρισμός από πλευράς του Εναγόμενου που θα μπορούσε να καταστήσει επίδικες τις επικοινωνίες και αλληλογραφία που είχαν προηγηθεί της υπογραφής της επίδικης σύμβασης. Χρόνος εκπλήρωσης υποχρεώσεων Ενάγουσας. Ο δεύτερος λόγος που προβάλλει ο Εναγόμενος για να ισχυριστεί ότι το ΤΟΜ ενεργούσε εντός των συμβατικών του δικαιωμάτων τερματίζοντας την επίδικη σύμβαση και εισπράττοντας το ποσό της εγγύησης, είναι γιατί η Ενάγουσα παραβίασε τις υποχρεώσεις της αναφορικά με το χρόνο παράδοσης του επίδικου βιβλίου. Η συνήγορος υπεράσπισης, στην τελική της αγόρευση, εξηγά τη θέση αυτή ως εξής: «κατά ή περί τις 13.6.2008 το ΤΟΜ ενημέρωσε τους Ενάγοντες για τις ελλείψεις του προσχεδίου βιβλίου που υπέβαλαν και τους κάλεσε όπως εντός 60 ημερών από την υπό αναφορά επιστολή προβούν σε όλες τις αναγκαίες διορθώσεις, αναδιατυπώσεις και αλλαγές και να αποσταλεί το τελικό κείμενο. Η προρρηθείσα προθεσμία των 60 ημερών δόθηκε δυνάμει ουσιώδους όρου της Προσφοράς. Κατά ή περί τις 13.8.2008 οι Ενάγοντες υπέβαλαν το κείμενο τους. Το ΤΟΜ αφού μελέτησε το κείμενο κάλεσε την Ενάγουσα εταιρεία σε σύσκεψη ημερ. 16.10.
  46. Στην εν λόγω σύσκεψη το ΤΟΜ εξέθεσε εκ νέου τις απόψεις, παρατηρήσεις και σχόλια του και συμφωνήθηκε όπως το ΤΟΜ λάβει όλες τις διορθώσεις ή/και συμφωνηθείσες διορθώσεις ή/και αλλαγές ή/και τροποποιήσεις ή/και εξ υπαρχής συγγραφή μέχρι τις 17.11.
  47. Η Ενάγουσα εταιρεία Οι Ενάγοντες [sic] δεν απάντησε επί των παρατηρήσεων ή/και αλλαγών ή/και διορθώσεων ή/και εξ υπαρχής συγγραφή τις οποίες συμφώνησαν να δώσουν μέχρι τις 17.11.
  48. Απήντησαν στις 26.11.
  49. Συνακόλουθα η Ενάγουσα παραβίασε ουσιώδη όρο της Σύμβασης.» Έχω εξετάσει τα επιχειρήματα αυτά σε συνάρτηση με τη μαρτυρία. Για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια διαφωνώ ότι ο χρόνος παράδοσης του κειμένου του επίδικου βιβλίου από την Ενάγουσα έδινε το δικαίωμα στο ΤΟΜ να τερματίσει την σύμβαση. Σύμφωνα με την παράγραφο 1.3 του Μέρους Α της επίδικης συμφωνίας: «Χρόνος παράδοση είναι η ώρα 12:00 της 180ης ημέρας από την ημέρα υπογραφής της Σύμβασης, της ημέρας αυτής συμπεριλαμβανομένης». Αυτή η ημερομηνία, ως συμφωνούν και οι δύο πλευρές, ήταν η 30.12.
  50. Το χρονοδιάγραμμα αυτό δεν τηρήθηκε. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η Ενάγουσα είχε αρχίσει να αποστέλλει κείμενα στο ΤΟΜ από τον Οκτώβριο 2007 και συνέχισε μέχρι αρχές του
  51. Καθ' όλο αυτό τον χρόνο ανταλλάσσονταν προσχέδια διαφόρων ενοτήτων του βιβλίου. Ακολούθως υποβλήθηκε αρχικό ενοποιημένο προσχέδιο του κειμένου στις 31.1.2008 (Τεκμήριο 25). Συνέχισε η ανταλλαγή κειμένων και σχολίων. Αναθεωρημένο ενοποιημένο προσχέδιο του βιβλίου υποβλήθηκε στις 13.8.2008 (Τεκμήριο 43). Μετά τη συνάντηση στις 16.10.2008 υποβλήθηκε νέο αναθεωρημένο προσχέδιο στις 26.11.2008 (Τεκμήριο 38). Στις 9.9.2009 η Ενάγουσα υπέβαλε διορθωμένο προσχέδιο μετά από συντακτικές και ορθογραφικές αλλαγές (Τεκμήριο 39). Η μόνη προθεσμία που αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο είναι η ισχυριζόμενη προθεσμία της 17.11.
  52. Δεν υπάρχει δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου περί καθυστερημένης υποβολής του βιβλίου στις 31.1.2008, 13.8.2008 ή 9.9.2009 και επομένως δεν θα επεκταθώ αχρείαστα. Σημειώνω μόνο τα εξής συνοπτικά. Η αρχική προθεσμία, που έθετε η επίδικη σύμβαση ήταν η 30.12.
  53. Θέση του Εναγόμενου είναι ότι η προθεσμία αυτή συνιστούσε ουσιώδη όρο της σύμβασης. Αυτή η προθεσμία δεν τηρήθηκε. Το ΤΟΜ, ενδεχομένως, τότε είχε το δικαίωμα να επικαλεστεί την παράβαση αυτής της πρόνοιας και να τερματίσει την επίδικη συμφωνία. Δεν το έπραξε. Επέλεξε τη συνέχιση της συμφωνίας. Οι επικοινωνίες συνεχίστηκαν, τόσο τηλεφωνικώς όσο και μέσω e-mail. Συνεχίστηκε η παραλαβή προσχεδίων κειμένων που απέστελλε η Ενάγουσα, τα οποία μελετούνταν και γίνονταν σχόλια και εισηγήσεις επί αυτών. Καμία ενέργεια του ΤΟΜ δείχνει ότι είχε πρόθεση να τερματίσει τη συμφωνία επειδή δεν τηρήθηκε η αρχική προθεσμία. Μέχρι την επιστολή 13.6.2008 δεν υπάρχει καμία ένδειξη ή εισήγηση, ρητή ή εξυπακουόμενη, από την πλευρά του ΤΟΜ ότι θα επέμενε στην τήρηση οποιουδήποτε νέου συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος από την πλευρά της Ενάγουσας. Το αρχικό χρονοδιάγραμμα που έθετε η επίδικη συμφωνία είχε παρέλθει προ πολλού. Στην επιστολή 13.6.2008 γίνεται επίκληση της παραγράφου 26.1 του Μέρους Α της επίδικης συμφωνίας και η πλευρά του ΤΟΜ ζητά την αποστολή αναθεωρημένου κειμένου εντός 60 ημερών. Η πλευρά της Ενάγουσας ανταποκρίνεται εμπρόθεσμα (κάτι που δεν αμφισβητείται) και αποστέλλει νέο κε

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.