← Κύπρος

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας κ.α., Έφεση/Αίτηση: 589/17,

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας κ.α., Έφεση/Αίτηση: 589/17, 15/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A236 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Έφεση/Αίτηση: 589/17 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του Νόμου 139

(1)/2015 και Αναφορικά με την Αίτηση της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας ΛΤΔ Αιτήτρια -Εφεσείουσα και Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας XXXXX Γεωργίου NELAZA LTD Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ 25 ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του Νόμου 139
(1)/2015 και Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Αιτήτρια -Εφεσείουσα και Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας XXXXX Γεωργίου NELAZA LTD Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων Ημερομηνία: 15/5/2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Φρ. Βρυωνίδης για Α. ΒΡΥΩΝΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.. Για Καθ' ου η αίτηση αρ.1: κα Μαριάννα Τσαγκάρη δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα. Για Καθ' ου η Αίτηση 3: κ. Γ. Αδαμίδης. Για Καθ' ου η Αίτηση 2: Καμία εμφάνιση. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση της η Αιτήτρια αιτείται ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας (που στο εξής θα αναφέρεται ως ο «Διευθυντής»), ημερ. 2/10/2017 με την οποία απέρριψε την Ένσταση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας κατά της μεταβίβασης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4/XXXXX Φ/Σχ. 21/550201 τεμάχιο XXXXX ενορία Αγ. Κωνσταντίνου & Ελένης, Λευκωσία από την Καθ΄ ης η Αίτηση 2 στον Καθ΄ ου η Αίτηση 3 παρά την ύπαρξη της υποθήκης με αριθμό XXXXX/07 με την οποία η Αιτήτρια/Εφεσείουσα επιβάρυνε το ακίνητο σύμφωνα με την συμφωνία ημερ. 7/9/
  1. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την ειδοποίηση του Διευθυντή ημερ. 5/7/2017 με την οποία ειδοποίησε την Αιτήτρια/Εφεσείουσα ότι προτίθετο να μεταβιβάσει το ακίνητο. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στις ειδοποιήσεις/απόφαση του Διευθυντή ημερ. 5/7/2017 και 2/10/
  2. Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.» Η παρούσα Έφεση/Αίτηση στηρίζεται στον Νόμο 14/60, άρθρα 29, 31 -32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4-6, 9 και 14 στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ. 1-9, Δ.55, στον νόμο 9/65, άρθρα 12, 12Α, 16-19, 21- 36, Μέρος VI(άρθρα 37- 44) , Μέρος VIA (άρθρα 44ΙΑ-44ΙΑΑ), Μέρος VIB (άρθρα 44ΙΣΤ-44ΚΖ), άρθρο 51, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Κανονισμούς του 2015, στο Κεφ. 224 άρθρο 80, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30 και στον Περί Πώλησης Ακινήτων Νόμο 81(I)/11, άρθρα 7 και 8, επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου επί των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των Αγγλικών Εφετείων και επί των Αρχών της Επιεικείας. Οι λόγοι της παρούσης Έφεσης/Αίτησης και τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται είναι τα ακόλουθα: «
  3. Η απόφαση του Διευθυντή είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/65 οι οποίες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα των Αιτητών.
  4. Η απόφαση του Διευθυντή είναι αδικαιολόγητη και/ή παράνομη καθότι αποτελεί περιορισμό και/ή στέρηση περιουσιακού δικαιώματος των Αιτητών χωρίς να τους προσφέρει εύλογη ή οποιαδήποτε αποζημίωση.
  5. Η απόφαση του Διευθυντή είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα του συμβάλλεσθαι των Αιτητών.
  6. Η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη εφόσον στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ όπως αυτές έχουν ενσωματωθεί στον Νόμο 9/65 με το άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/15 οι οποίες είναι άκυρες ως αντισυνταγματικές και/ή στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων αυτών οι οποίες δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο που να συνιστούν κατάργηση και/ή επέμβαση επί κεκτημένων δικαιωμάτων των Αιτητών δυνάμει άλλης μη καταργηθείσας νομοθεσίας.
  7. Η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική αφού βοηθά την Καθ΄ ης η Αίτηση 2 να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς τους Αιτητές.
  8. Η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη αφού δεν ασκήθηκε ορθά η διακριτική του ευχέρεια όπως αυτή του παρέχεται από την σχετική νομοθεσία.
  9. Η απόφαση του Διευθυντή παραβιάζει και/ή δεν λαμβάνει υπόψη του τα άρθρα 7 και 8 του Περί Πώλησης ακινήτων Νόμου 81(Ι)/11 τα οποία και ρυθμίζουν την σχέση πωλητή και αγοραστή σύμφωνα με τα οποία το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα ειδικής εκτέλεσης εφόσον ο αγοραστής καταβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή το ποσό που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης έναντι του ενυπόθηκου χρέους. Ενώ ορίζουν ρητά ότι η μεταβίβαση γίνεται ανεξάρτητα από τα εμπράγματα βάρη ή απαγορεύσεις που ακολουθούν κατά προτεραιότητα την σύμβαση.
  10. Η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή μη επαρκούς αιτιολογίας και/ή ουδεμία αναφορά γίνεται εις τους παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη για τη λήψη της απόφασης.
  11. Ο Διευθυντής αγνόησε παντελώς τις θέσεις και/ή απόψεις των διαδίκων και/ή τα πραγματικά γεγονότα, με τα οποία σχετίζεται η εν λόγω απόφαση.
  12. Η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πράγματα και/ή σε εσφαλμένα νομικά κριτήρια.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η έφεση/αίτηση εμφαίνονται εις την επισυνημμένη σ' αυτή Ένορκο Δήλωση του XXXXX Γεωργίου, ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Είναι στην υπηρεσία των Αιτητών στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλο έφεση/αίτηση, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως, τόσον από πληροφορίες που έλαβε όσο και από νομική συμβουλή που έχει, ως και από έγγραφα τα οποία μελέτησε και/ή έχουν περιέλθει εις χείρας του και είναι δεόντως και πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην Ένορκο Δήλωση. Περί την 7/9/2007 η Καθ' ης η Αίτηση 2 δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου που υπέγραψε με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών Κύπρου Λτδ έλαβε το ποσό των £107 200 ως δάνειο. Προς εξασφάλιση του πιο πάνω αναφερόμενου δανείου η Καθ' ης η Αίτηση 2 δυνάμει σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου ημερ. 7/9/2007 υποθήκευσε προς όφελος των Αιτητών το ακίνητο με αρ. εγγραφής 4/XXXXX, Φ/Σχ. 21/550201, τεμ. XXXXX, ενορία Αγ. Κωνσταντίνου & Ελένης, στην Λευκωσία. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης ημερ 7/9/
  13. Το εν λόγω δάνειο της Καθ' ης η Αίτηση 2 παρουσίαζε σημαντικές καθυστερήσεις και ως εκ τούτου οι Αιτητές απέστειλαν σχετικές επιστολές στην Καθ' ης η Αίτηση 2 στις 12/2/2016, 8/3/2016 και 11/4/
  14. Μετά την αποστολή των πιο πάνω αναφερόμενων επιστολών η Καθ' ης η Αίτηση 2 υπέβαλε προς τους Αιτητές αίτημα για αναδιάρθρωση του εν λόγω δανείου. Οι Αιτητές μετά από εξέταση του αιτήματος της Καθ' ης η Αίτηση 2 υπέβαλαν σχετική προσφορά για την αναδιάρθρωση του δανείου η οποία περί τα τέλη Μαΐου 2016 έγινε αποδεκτή από την Καθ΄ ης η Αίτηση
  15. Παρά το γεγονός ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 αποδέκτηκε την εισήγηση των Αιτητών για αναδιάρθρωση του εν λόγω δανείου τελικά δεν προσήλθε για υπογραφή των απαραίτητων εγγράφων και ως εκ τούτου το εν λόγω δάνειο θεωρείται ως μη εξυπηρετούμενο και έχουν δοθεί οδηγίες για την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της. Το σημερινό υπόλοιπο του δανείου της Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι €199 094,57 πλέον τόκοι από 1/7/
  16. Το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών Κύπρου ΛΤΔ περί τις 19/10/2013 μετά από έγκριση του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας των Συνεργατικών Εταιρειών, η οποία δόθηκε, σύμφωνα με τον Νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών - Αναδιοργάνωση - Συγχώνευση Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων συγχωνεύθηκε με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ. Στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ έχουν μεταφερθεί όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού, όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις και όλες τις πράξεις, τα συμβόλαια και τα έγγραφα τόσο του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών Κύπρου Λτδ όσο και του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ. Το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ περί τον Ιούλιο του 2017 μετά από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και με έγγραφη συμφωνία μετέφερε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού τoυ. Η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ με ισχύ από 24/7/
  17. Περί τα μέσα Ιουλίου οι Αιτητές ενημερώθηκαν με επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ. 5/7/2017 ότι, μετά από αίτηση της εταιρείας NELAZA LTD (Καθ΄ ης η Αίτηση 3), πρόθεση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ήταν να προχωρήσει στην μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονομάτι της Καθ΄ ης η Αίτηση 3 εξαλείφοντας την υποθήκη. Περαιτέρω με την επιστολή ημερ. 5/7/2017 οι Αιτητές ενημερώθηκαν ότι είχαν το δικαίωμα να υποβάλουν ένσταση εντός 45 ημερών. Οι Αιτητές άμεσα υπέβαλαν ένσταση μέσω του δικηγορικού γραφείου που τους εκπροσωπεί. Η ένσταση υποβλήθηκε με την επιστολή ημερ. 10/8/2017 και παραλήφθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 14/8/
  18. Όπως προέκυψε μετά από σχετική έρευνα για την ετοιμασία της ένστασης, η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 παρά το γεγονός ότι γνώριζε από το 2007 ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν υποθηκευμένο προς εξασφάλιση του δανείου της, ως ανωτέρω αναφέρεται, περί των Φεβρουάριο του 2014, επτά χρόνια αργότερα δηλαδή, πώλησε το εν λόγω ακίνητο στην Καθ' ης η Αίτηση
  19. Ο Διευθυντής του κτηματολογίου με επιστολή του ημερ. 2/10/2017 ενημέρωσε τους Αιτητές ότι η ένσταση τους απορρίπτεται ενημερώνοντας τους ότι εάν δεν προσκομιστεί διάταγμα δικαστηρίου εντός 30 ημερών που να διατάσσει διαφορετικά θα προχωρούσε στην εξάλειψη της υποθήκης και στην μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Καθ΄ ης η Αίτηση
  20. Σε περίπτωση που ολοκληρωθεί η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση 3 και ακυρωθεί η επιβάρυνση η προοπτική εξόφλησης της οφειλής της Καθ΄ ης η Αίτηση 2 προς τους Αιτητές ουσιαστικά εξουδετερώνεται εφόσον η υποθήκη επί του εν λόγω ακίνητου είναι η μόνη εξασφάλιση των εν λόγω οφειλών. Ως εκ τούτου οι Αιτητές υφίστανται απώλεια περιουσιακού δικαιώματος χωρίς αποζημίωση κατά παράβαση Συνταγματικών αρχών. Η υποθήκη προς όφελος των Αιτητών προηγείται της κατάθεσης του πωλητήριου εγγράφου από την Καθ' ης η Αίτηση
  21. Οι Αιτητές παραχώρησαν δάνειο στην Καθ΄ ης η Αίτηση 2 με την προϋπόθεση ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 θα παρείχε ως εξασφάλιση των οφειλών της το δικαίωμα στους Αιτητές να εγγράψουν υποθήκη επί του ακινήτου της. Οι Αιτητές παραχώρησαν το δάνειο στην Καθ' ης η Αίτηση 2 στηριζόμενη στην εξασφάλιση που έλαβαν με την εγγραφή της υποθήκης. Σε περίπτωση μη ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης του Διευθυντή οι Αιτητές αποστερούνται της εξασφάλισης που είχαν. Ο Καθ' ου η αίτηση αρ.1 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση ημερ.27/10/2017 στην Ειδοποίηση της οποίας κατέγραψε αριθμό λόγων ένστασης, τους εξής: «
  22. Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι ορθή και νόμιμη.
  23. Η αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή μη τεκμηριωμένη.
  24. Δε συντρέχουν οι απαιτούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις και/ή δε δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  25. Δεν προβάλλονται σοβαροί, εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  26. Η αίτηση είναι αστήρικτη, αδικαιολόγητη και καταχρηστική.
  27. Ο Εφεσίβλητος/Καθ' ου η αίτηση αρ.1 έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που θα έπρεπε να είχε λάβει, πριν την έκδοση της απόφασης.
  28. Η απόφαση του Εφεσίβλητου/Καθ' ου η αίτηση αρ.1, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα.
  29. Η απόφαση του Εφεσίβλητου/Καθ' ου η αίτηση αρ.1, είναι δεόντως αιτιολογημένη και έχει ληφθεί κατόπιν δέουσας έρευνας και δεν είναι προϊόν πλάνης.
  30. Ο Διευθυντής άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια.
  31. Ο καθ' ου η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση/έφεσης είναι εκπρόθεσμη και/ή καταχωρήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 και/ή του άρθρου 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ 224, σε σχέση με την ειδοποίηση τύπος « ΙΕ» ημερομηνίας 5.7.
  32. Άνευ βλάβης με τα πιο πάνω και/ή διαζευκτικά, ο καθ' ου η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι η αιτούσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται να προσβάλλει την ειδοποίηση τύπος «ΙΕ» ημερομηνίας 5.7.2017 καθότι είναι προπαρασκευαστική ή/και δεν έχει πλέον νομική ισχύ.
  33. Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
  34. Η αιτούσα προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
  35. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Διευθυντή δεν παραβιάζουν και/ή ούτε περιορίζουν και/ή στερούν και/ή δεν περιορίζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
  36. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
  37. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
  38. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτούσα.
  39. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν περιορίζουν ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτούσας/εφεσείουσας και/ή δε μειώνουν ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της αιτούσας/εφεσείουσας καθότι υπάρχουν πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην αιτούσα να παραμείνει εξασφαλισμένη.
  40. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Διευθυντή δεν παραβιάζουν το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει το εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, εκτίθενται στην επισυνημμένη σ' αυτή ένορκη δήλωση της XXXXX Ιωάννου, ημερ. 19/01/2018, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Είναι Κτηματολογικός Γραφέας, τοποθετημένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Η εταιρεία NELAZA LTD, Εφεσίβλητη/Καθ' ου η αίτηση αρ.3 κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 18.02.2014 τη σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 6.2.2014 μεταξύ της XXXXX Ιωάννου Γεωργίου Εφεσίβλητης/ Καθ' ου η αίτηση αρ,2 και της ίδιας ως αγοράστριας για το οικόπεδο με αριθμό τεμαχίου XXXXX, αρ. εγγραφής 4/XXXXX, Φ/Σχ. 21/550201 στο Δήμο Λευκωσίας ενορία Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης ΠΩΕ 84/
  41. Στις 29.09.2015 η εταιρεία NELAZA LTD , Εφεσίβλητη/ Καθ' ης η αίτηση αρ.3 κατέθεσε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σύμφωνα με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965, την αίτηση ΑΕΑ549/2015 (Αίτηση Εγκλωβισμένων Αγοραστών) προσκομίζοντας βεβαίωση αποπληρωμής από την ιδιοκτήτρια XXXXX Γεωργίου (Εφεσίβλητη/ Καθ' ης η αίτηση αρ.2) του πιο πάνω αγορασθέντος οικοπέδου καθώς και ένορκη δήλωση. Ακολούθως στις 23.02.2016 με επιστολή η εταιρεία NELAZA LTD (Εφεσίβλητη/Καθ' ης η αίτηση αρ.3) ειδοποιήθηκε να προσκομίσει διάφορες φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις οι οποίες προσκομίστηκαν. Στις 05.07.2017 στάληκε στην Εφεσείουσα/Αιτήτρια , με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο, ειδοποίηση (τύπος ΙΕ) για υποβολή ένστασης στην μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4/571 ή αίτηση μεταφοράς της υποθήκης XXXXX/2007 σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της πωλήτριας XXXXX Γεωργίου (Εφεσίβλητη/Καθ' ης η αίτηση αρ.2).Υπεβλήθηκε ένσταση από την Εφεσείουσα/Αιτήτρια για την μεταβίβαση του ακινήτου. Η ένσταση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας εξετάστηκε και με απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 02.10.2017 απορρίφθηκε και γνωστοποιήθηκε με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο. Η ειδοποίηση για την Απόφαση του Διευθυντή να απορρίψει την ένσταση της, είχε ως αποτέλεσμα την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης/Έφεσης. Η Καθ' ης η Αίτηση αρ.2 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία παρά το γεγονός ότι της επιδόθηκε η Αίτηση. Ένσταση καταχώρησε και η Καθ' ης η Αίτηση 3, στην οποία ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν θα υποστεί οιανδήποτε ζημιά καθότι έχει εμπράγματα βάρη σε όλη την ακίνητη περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 και θα αποζημιωθεί πλήρως από την πώληση των ακινήτων αυτής. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι ιδιοκτήτρια ακινήτων συνολικής αξίας €1.135.
  42. Οι υποθήκες και τα εμπράγματα βάρη της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 είναι €538.000 εκ των οποίων οι €477.225 είναι προς όφελος της Αιτήτριας. Περαιτέρω η Καθ' ης η αίτηση 2 είναι τακτικός Ειδικός Αστυφύλακας στην Αστυνομία και λαμβάνει μηνιαίο εισόδημα το ποσό των €1.717,
  43. Οι δικηγόροι και των δύο πλευρών καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις με τα επιχειρήματα των οποίων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, κάμνοντας αναφορά στο νόμο και τη Νομολογία. Νομική πτυχή Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του.(Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Βεβαίως δεν υπάρχει διαφορά ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών και τα νομικά τους επιχειρήματα περιστρέφονται γύρω από την Συνταγματικότητα των νομοθετημάτων κάτω από τα οποία ελήφθη η επίδικη απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση αρ.1. Στις 22/10/2019 η Αιτήτρια καταχώρισε ειδοποίηση μετονομασίας. Το όνομα της Ενάγουσας έχει αλλάξει σε «Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ», με ισχύ από 3/9/2018. Η πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή βασίστηκε πάνω στο άρθρο 44ΚΒ του Νόμου 139
(1)/2015 το οποίο προνοεί για την ειδοποίηση πρόθεσης μεταβίβασης. Παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. «44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.» Όπως φαίνεται μέσα από την Αίτηση, τους λόγους αίτησης/έφεσης και την αγόρευση των δικηγόρων της Αιτήτριας, το κύριο ζήτημα που απασχολεί είναι εκείνο της συνταγματικότητας των επίδικων διατάξεων. Όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια με την αγόρευση των δικηγόρων της οι διατάξεις των ΄Αρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/65 είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν τα άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και συνεπακόλουθα, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Καθ΄ ου η Αίτηση 1, οι οποίες στηρίχτηκαν στη βάση αντισυνταγματικού Νόμου είναι άκυρες και/ή αντισυνταγματικές και/ή άνευ νομικής ισχύος. Στην απόφαση Αρ. Αίτησης - ΄Εφεσης 115/16, Alpha Bank Cyprus Ltd v. 1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΠΑΦΟΥ κ.ά. 2/10/2017 η Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. αποφάσισε τα εξής όσον αφορά τη συνταγματικότητα των επίδικων άρθρων του Νόμου 9/65, το οποίο και υιοθετώ: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως σε περιπτώσεις όπου αμφισβητείται η συνταγματικότητα ενός Νόμου, αυτή θα εξετασθεί σε συνάρτηση με τις συνταγματικές διατάξεις και όχι σε συνάρτηση με άλλες νομοθετικές διατάξεις. Το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο Νόμο της Κυπριακής έννομης τάξης και οιαδήποτε θέματα ασυμβατότητας με αυτό θα πρέπει να εξετάζονται ως ο επίδικος Νόμος να παραβιάζει τις διατάξεις αυτού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας παραπέμπει στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Συνεπώς κρίνεται πως το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το θέμα συνταγματικότητας του συνόλου των διατάξεων, οι οποίες φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και στις οποίες γίνεται άμεσα παραπομπή και αναφορά τους στην αίτηση. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως (Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Β Α.Α.Δ. 923). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και έχουν υιοθετηθεί σε σωρεία μεταγενέστερα, συνοψίζονται στις ακόλουθες:
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Βλέπε επίσης The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62 και Δημήτρης Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7. Συναφής με τα ανωτέρω η απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R.,
  1. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Και μετά τις επεξηγήσεις του Γενικού Εισαγγελέα παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι για τους οποίους η σχετική πρόνοια του σχεδίου υπηρεσίας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 3 και 189 του Συντάγματος.» ............................... Ασυμβατότητα των επίδικων άρθρων με το Άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο προνοεί: «
  2. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  3. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  4. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  5. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου.» ............................... Στην αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.217, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, λέχθηκε: «Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με το άρθρο 3 του Νόμου όταν οι προϋποθέσεις πληρούνται, επιβάλλεται συμψηφισμός του ποσού της χορήγησης, με την ονομαστική αξία των αξιογράφων ή μετοχών (του δανειολήπτη), αφαιρουμένης της τρέχουσας αξίας των μετοχών, κατά την ημερομηνία αναδιάρθρωσης. Επίσης περιορίζεται, κατά τρόπον ανεπίτρεπτο, το ποσό που το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να διεκδικήσει, έτσι ώστε το μέγιστον ποσό διεκδίκησης να είναι η οφειλή σύμφωνα με την αρχικά συναφθείσα σύμβαση για παροχή χορήγησης εκ μέρους του Πιστωτικού Ιδρύματος, με συμβατικό τόκο και τόκο υπερημερίας ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2%. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζεται ακόμα και ο συμβατικός τόκος και ο τόκος υπερημερίας, επί των καθυστερημένων δόσεων αλλά και άλλα έξοδα τα οποία επιβλήθηκαν από την 29.3.13 και μετά, τα οποία δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στη διεκδίκηση του Πιστωτικού Ιδρύματος εναντίον του δανειολήπτη. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζονται δικαιώματα περιουσιακής φύσης και κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, υπό την έννοια που επεξηγήθηκε ανωτέρω, κατά τρόπον ανεπίτρεπτον από το Άρθρο 23 του Συντάγματος.» ................................ Η απόφαση του Διευθυντή, βασιζόμενη στις πρόνοιες του Νόμου, να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι των αγοραστών (Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4) το ακίνητο ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους, τι άλλο παρά ακύρωση και εξάλειψη της υποθήκης συνιστά και συνεπώς στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας. Μια απόφαση που λαμβάνεται χωρίς τη συγκατάθεση του ενυπόθηκου δανειστή και χωρίς καταβολή σ΄ αυτόν δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης ως προνοεί η συνταγματική διάταξη. ................................ Τέτοια στέρηση μπορεί να γίνει μόνο με τον καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης όπως επιτάσσει το σύνταγμα και έχει ερμηνευθεί νομολογιακά (Simonis and another v. Improvement Board of Latsia
(1964)3 C.L.R. 109, Blueware Projects Ltd of Limassol and others v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 2522). Καταγράφεται σχετικά στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, αφού αναφέρεται σε σχετική νομολογία: «Σχετικά με την ερμηνεία του όρου δίκαια και εύλογη αποζημίωση το Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση Yiannis Anastasi Moti v. The Republic
(1968)1 CLR 102 την ερμηνεία που δόθηκε στον όρο αυτό σε αμερικάνικες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία δίκαιη αποζημίωση σημαίνει το πλήρες και τέλειο ισότιμο σε χρήμα της περιουσίας που απαλλοτριώνεται, ενώ εύλογη σημαίνει ότι πρέπει να είναι επαρκής κατά τρόπο αντίστοιχο ως προς τα κρατούντα στο ελληνικό δίκαιο [.] Ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» σημαίνει στην πράξη την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα.» Τέτοια δε στέρηση ιδιοκτησίας, μόνο με τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μπορεί να επιτευχθεί. Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί στις πιο κάτω αποφάσεις, είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στην απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδης κ.α. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α. (ανωτέρω) (Καναρά Ρεβέκκα Χρ. v. Χρυσούλλας Αντώνη Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801). Επί του ιδίου θέματος, παρατηρεί στο σύγγραμμα του ο Α. Λοϊζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας πως: «Αν οι περιορισμοί οι οποίοι επιβάλλονται, εξουδετερώνουν ουσιαστικά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, η πράξη ακυρώνεται για κατάχρηση εξουσίας.» Τονίζεται δε πως με τη μεταφορά της υποθήκης επί άλλου ακινήτου εάν αυτό επιτυγχανόταν, τούτο θα γινόταν με ακύρωση και εξάλειψη της συγκεκριμένης υποθήκης επί του συγκεκριμένου ακινήτου χωρίς την προηγηθείσα διαδικασία απαλλοτρίωσης και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. Θεωρώ ορθά τα όσα υπογραμμίζονται με την αγόρευση της συνηγόρου της Αιτήτριας και μεταφέρονται αυτούσια: «Αυτό που ουσιαστικά επιτυγχάνεται με τις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965 είναι η αποστέρηση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της Αιτήτριας το οποίο απορρέει από την Σύμβαση Υποθήκης Υ.268/2006. Η εν λόγω αποστέρηση επιτυγχάνεται με την ακύρωση/εξάλειψη της εν λόγω Υποθήκης χωρίς μάλιστα να δίδεται οιανδήποτε «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση η οποία να αντιστοιχεί στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία απορρέουν από την εν λόγω Υποθήκη.» Γίνεται επίκληση εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση της αιτιολογικής έκθεσης η οποία οδήγησε στη ψήφιση και εισαγωγή των επίδικων διατάξεων (Τεκμήριο ΣΤ στην ένορκη δήλωση Ζίγκα). Αναφέρει η έκθεση πως: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, έτσι ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή ή/και εξάλειψη ή/και μεταφορά ή/και ακύρωση υποθήκης ή/και εμπράγματου βάρους ή/και απαγόρευσης που βαρύνουν ακίνητο ή μέρος αυτού, με σκοπό την μεταβίβαση του επ΄ ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.» Με την ένορκη δήλωση της κας Φ. Αγαθαγγέλου (παρ. 22) συγκεκριμενοποιείται ο αριθμός των αγοραστών αυτών στα 70.000 άτομα. Όμως: Ουδείς Νόμος θεωρείται συνταγματικός, όταν ψηφίζεται για προστασία ορισμένης μερίδας ανθρώπων. Δεν προσδιορίζεται είτε στη συγκεκριμένη έκθεση είτε στο Νόμο, το δημόσιο συμφέρον ή η ανάγκη που οδήγησε στην εισαγωγή των διατάξεων αυτών. Στην Δ. Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, επισημάνθηκε πως: «Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών (Βλ. Basu Commentary on the Constitution of India, 4th edition σελ. 526, Police v. Lanitis Bros Ltd, 3 R.S.C.C. σελ. 10, στη σελ. 12, Shistris v. CTO
(1983)2 C.L.R. 72, 80, District Office Nicosia v. Demosthenis Michael, 3 R.S.C.C. 126, 128 και Γιωργούλλα Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 616). Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να υποστηρίζει τη θέση ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος των αιτητών εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον γενικά.» Λέχθηκε στην απόφαση Μαρία Κουτσελίνη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Υποθέσεις αρ. 740/11 κ.α., ημερ. 7.10.2014, με επίκληση της Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων αρ. 2
(2000)3 Α.Α.Δ. 238: Τα δικαιώματα, που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, προσιδιάζουν στο άτομο και έχουν ως επίμετρο τη φύση του ανθρώπου. Φορέας των δικαιωμάτων, που κατοχυρώνει το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, είναι το άτομο. . . . . . . . . . . Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου μπορεί να περιοριστούν με τον τρόπο που επιτρέπει και μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα. Περιορισμός μπορεί να τεθεί και η επέμβαση να επιτραπεί με νόμο, εφόσον αυτά κρίνονται αναγκαία και στο βαθμό που η ανάγκη τα επιβάλλει - (βλ. μεταξύ άλλων Police and Theodhorou Nikola Hondrou and another, 3 R.S.C.C. 82 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής (Αρ.2)
(1992)3 Α.Α.Δ. 165). Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D.J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-255. Όμοια, κατ΄ ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ΄ αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για τη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» Δέστε επίσης και Πιτσιλλίδης (ανωτέρω). Κρίνεται συνεπώς πως οι σχετικές διατάξεις προσκρούουν στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Άρθρο 26 Συντάγματος Το άρθρο 26 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Το δικαίωμα τούτο, έχει νομολογηθεί, πως πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης, περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, κατ΄ αρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δύναται να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα (Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων Αναφορά αρ. 1/14 και 4/14, ημερ. 31.10.2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.2017). Στην τελευταία απόφαση λέχθηκε πως: «Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» .............................. Στην υπόθεση Lextalionis Investments Ltd κ.α. v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1833, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 26.1 του Συντάγματος: «Υπενθυμίζουμε ότι το προστατευόμενο δικαίωμα από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Η εκχώρηση/μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος.» Κρίνεται πως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή πλήττεται άμεσα και κατάφωρα με τις επίδικες πρόνοιες.» Με την απόφαση του Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1 διαγράφονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας, ενυπόθηκου δανειστή, χωρίς την ικανοποίηση της οφειλής και χωρίς τη συναίνεσή του. Οι επίδικες διατάξεις εκθεμελιώνουν τη σύμβαση υποθήκης μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ΄ ης η Αίτηση 2. Ο Νομοθέτης δεν έχει το δικαίωμα επέμβασης, κατάργησης και επηρεασμού σε ήδη υπάρχουσες συμβάσεις, προϋπάρχουσες της θέσπισης του Νόμου. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι επίμαχες διατάξεις είναι αντισυνταγματικές και κρίνονται ως τέτοιες. Η Αίτηση πετυχαίνει. Εκδίδονται διατάγματα ως οι παραγράφοι Α, Β, Γ και Δ της Αίτησης. Δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην ακολουθηθεί ο κανόνας ως προς τα έξοδα. Επιδικάζονται €2000 έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 και 3. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.