← Κύπρος

Dreamhack AB ν. Solser Management Limited, Αρ. Γεν. Αίτ.: 110/19, 8/5/2020

Dreamhack AB ν. Solser Management Limited, Αρ. Γεν. Αίτ.: 110/19, 8/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτ.: 110/19 Αναφορικά με τον Κυρωτικό της Σύμβασης Περί Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός Νόμος) Ν.84/79 και Αναφορικά με τον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο Ν.121

(1)/2000 και Αναφορικά με την Αλλοδαπή Διαιτητική Απόφαση ημερ. 20.9.18 που εκδόθηκε στα πλαίσια Διαιτησίας που διεξήχθη σύμφωνα με τους Κανόνες Διαιτησίας του Κέντρου Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης (Rules of Arbitration of the Arbitration Institute of the Stockholm Chamber of Commerce) με αρ. Arbitration No. F2018/016 μεταξύ της Dreamhack AB από τη Στοκχόλμη της Σουηδίας και της Solser Management Limited από τη Λευκωσία και της Astro S.A. από την Πολωνία και Μεταξύ: Dreamhack AB Αιτήτρια και Solser Management Limited Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 8 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Π. Μουτράκης, για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης: κα Ν. Στάροβλαχ, για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση της η Αιτήτρια ζητά την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 20.9.18, την οποία εξέδωσε το Ινστιτούτο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης (Arbitration Institute of Stockholm-εφεξής «A.I.S.»). Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της η εκ των δικηγόρων της Αιτήτριας, κα Χαραλάμπους, αναφέρεται μεταξύ άλλων στην υπογραφή συμφωνίας ημερ. 14.2.17 (Τεκμήρια 2Α, 2Β), στην υπογραφή μεταγενέστερης συμφωνίας εκχώρησης των δικαιωμάτων της Καθ' ης ημερ. 1.6.17 (Τεκμήρια 3Α, 3Β), στη διεξαγωγή διαιτησίας ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου του A.I.S., στην έκδοση σχετικής απόφασης ημερ. 20.9.18 για καταβολή οφειλόμενου υπολοίπου, αποζημίωσης και εξόδων (Τεκμήρια 4Α, 4Β), στο ότι αυτή είναι εκτελεστή βάσει σχετικής γνωμάτευσης (Τεκμήριο 5), στο ότι δεν έχει εξοφληθεί παρά την επιστολή ημερ. 24.9.18 (Τεκμήριο 6) και στο ότι η Σουηδία και η Κύπρος έχουν προσχωρήσει στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958 (Τεκμήρια 7, 8). Ένσταση Η Καθ' ης προέβαλε πέντε λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των σχετικών Νόμων ή της Σύμβασης, ήτοι σχετικά με τα απαραίτητα έγγραφα και τις μεταφράσεις. Στη δική της υποστηρικτική ένορκη δήλωση, η επίσης δικηγόρος κα Οικονομίδου, παραθέτει τις προϋποθέσεις του Ν.84/79 και προβάλλει ζητήματα επικύρωσης ή πιστοποίησης των εγγράφων (συμφωνίας, απόφασης) και ικανότητας του μεταφραστή τόσο γενικότερα όσο και με βάση τον νέο Ν.45
(1)/19 περί Ορκωτών Μεταφραστών). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Είναι προφανές μέσα από τις αγορεύσεις ότι και οι δύο πλευρές αναφέρονται και συμφωνούν πως η αίτηση θα κριθεί στη βάση του περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικού) Ν.84/79. Σημειώνω πως δεν αμφισβητείται ότι τόσον η Κυπριακή Δημοκρατία όσον και η Σουηδία έχουν προσχωρήσει στην εν λόγω Σύμβαση. Συνεπώς το μοναδικό επίδικο ζήτημα είναι το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις της Σύμβασης αυτής, η οποία έχει ενσωματωθεί και σε ημεδαπή νομοθεσία, ως εξηγείται κατωτέρω. Προϋποθέσεις Εγγραφής (Άρθρο IV) Οι δύο πλευρές συμφωνούν επίσης στο ότι όντως το άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης καθορίζει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις εγγραφής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο το Αιτούν μέρος οφείλει κατά τον χρόνον της αίτησης να προσκομίσει («. shall at the time of the application, supply): α) Το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπο της απόφασης ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της β) Το πρωτότυπο της γραπτής συμφωνίας βάσει της οποίας οι διαφορές υπεβλήθησαν σε διαιτησία ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφο της. γ) (i) Εάν κάποιο από τα πιο πάνω έγγραφα δεν συνετάχθη στην επίσημη γλώσσα του Κράτους εγγραφής, τότε το Αιτούν μέρος πρέπει να προσκομίσει μετάφραση των εγγράφων αυτών στην επίσημη γλώσσα (ii) Η τυχόν απαιτούμενη μετάφραση πρέπει να πιστοποιείται από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή ή από διπλωματικό ή προξενικό αντιπρόσωπο. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αναφορικά με αίτηση της Beogradska
(1995)1 Α.Α.Δ.737: «Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο Αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο Αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση» Σε άλλο σημείο της ίδιας απόφασης αναφέρεται πως το άρθρο IV προνοεί τα αναγκαία για να επιτύχει η αίτηση ενώ το άρθρο V καθορίζει το πώς μπορεί να απορριφθεί ένα τέτοιο διάβημα και οι λόγοι οι οποίοι το επιτρέπουν αυτό καθορίζονται και είναι περιορισμένοι. Θα πρέπει να σημειωθεί πως λίγα χρόνια μετά την κύρωση της Σύμβασης η Επιτροπή του Ο.Η.Ε. για το Διεθνές Εμπορικό Δίκαιο (UNCITRAL), ήτοι το 1985, εξέδωσε τον Πρότυπο Νόμο για τη Διεθνή Εμπορική Διαιτησία, ο οποίος παρατίθεται ως Παράρτημα ΙΙ, με τις τροποποιήσεις του 2006, στον Οδηγό για την Ερμηνεία της Σύμβασης, τον οποίο εξέδωσε το 2011 το Διεθνές Συμβούλιο για την Εμπορική Διαιτησία (εφεξής «το ICCA» - International Council for Commercial Arbitration). Με μια απλή σύγκριση καθίσταται προφανές πως ο Πρότυπος αυτός Νόμος αποτέλεσε τη βάση και μετουσιώθηκε, με κάποιες αλλαγές, στον ημεδαπό περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Ν.101/87. Όπως δύναται να διαπιστωθεί, κάποια από τα άρθρα του διευρύνουν την ευχέρεια του ημεδαπού Δικαστηρίου (π.χ. στο θέμα μεταφράσεων). Είναι σαφέστατο ότι στην παρούσα περίπτωση η Καθ' ης δεν εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα υπεράσπισης. Προέβαλε μόνο ζητήματα τα οποία αφορούν τα προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι την απόφαση, τη συμφωνία των συμβαλλομένων για διαιτησία, καθώς και τις μεταφράσεις τους. Έχω υπόψιν τα ζητήματα αυτά, ως έχουν εξειδικευθεί στην αγόρευση και θεωρώ ότι παρέλκει η αυτούσια καταγραφή τους. Το Αιτούν μέρος προσκόμισε με την αρχική του ένορκη δήλωση όχι πρωτότυπα των εγγράφων αλλά αντίγραφα, για τα οποία διατείνεται ότι είναι δεόντως πιστοποιημένα ως τέτοια. Παράλληλα παρουσίασε μεταφράσεις των εγγράφων αυτών, για τις οποίες επίσης διατείνεται ότι πληρούν τις προϋποθέσεις. α) Διαιτητική Απόφαση-Συμφωνία Διαιτησίας Όσον αφορά τη διαιτητική απόφαση και τη συμφωνία διαιτησίας η Αιτήτρια παρουσίασε δύο αντίστοιχα έγγραφα στην αγγλική φερόμενα ως πιστοποιηθέντα από τον πιστοποιούντα υπάλληλο (Notary Public) κ. Franzen (Τεκμήρια 2Α και 4Α). Η Καθ' ης αγορεύοντας προέβαλε και για τα δύο αυτά έγγραφα ότι δεν αποτελούν πιστοποιημένα αντίγραφα των πρωτοτύπων εγγράφων επειδή δεν επικυρώνεται η γνησιότητα των υπογραφών και της σφραγίδας του πιστοποιούντος υπαλλήλου. Από πλευράς της η Αιτήτρια εν πρώτοις επικαλείται την έννοια του όρου «πιστοποιημένο αντίγραφο» (certified copy) με παραπομπή στο σύγγραμμα του Albert Jan van den Berg, «The New York Arbitration Convention of 1958», έκδοση 1981, (σελ.251) όπου αναφέρεται ότι: «The certification of a copy is the formality by which the copy is attested to be a true copy of the original. The authentication therefore concerns the signature, whilst the certification concerns the document as a whole.» Το ερώτημα συνεπώς είναι κατά πόσον υπάρχει η δέουσα πιστοποίηση των δύο αυτών εγγράφων ως αντιγράφων. Δεν έχει αμφισβητηθεί και διαπιστώνεται ιδίοις όμμασι πως αυτά πιστοποιούνται ως αντίγραφα από τον πιστοποιούντα υπάλληλο κ. Franzen. Στη δεύτερη σελίδα κάθε τεκμηρίου υπάρχουν συγκεκριμένες πιστοποιήσεις ημερ. 13.12.18 και 20.3.19 αντίστοιχα, με το ανάλογο στην κάθε περίπτωση λεκτικό («. certify that the document . is . true and correct . copy of the original.») Η Καθ' ης όμως σφάλλει στη θέση της ότι δεν επικυρώνεται η γνησιότητα των υπογραφών και της σφραγίδας του πιστοποιούντος υπαλλήλου. Τον ρόλο αυτό επιτελούν κανονικότατα οι δύο πιστοποιήσεις τύπου Apostille οι οποίες υπάρχουν στα Τεκμήρια 2Α και 4Α. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για τη σημασία των πιστοποιήσεων αυτών. Οι εν λόγω πιστοποιήσεις - Apostille είναι ακριβώς στον τύπο που προνοεί το άρθρο 4 της κυρωθείσας με τον περί Καταργήσεως της Υποχρεώσεως προς Νομιμοποίησιν Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων Ν.50/72, Σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης αυτής, το πιστοποιητικό Apostille είναι η μόνη διατύπωση η οποία δυνατόν να απαιτηθεί προς πιστοποίηση της αυθεντικότητος της υπογραφής και της ιδιότητος υπό την οποία ενήργησε ο υπογράφων και στην κατάλληλη περίπτωση για την πιστοποίηση της ταυτότητας της σφραγίδας, η οποία τέθηκε επί του εγγράφου. Βασικά όταν υπάρχει το Apostille δεν απαιτείται και δεν μπορεί να απαιτηθεί οτιδήποτε άλλο για την πιστοποίηση της υπογραφής, της ιδιότητος και της σφραγίδας. Άρα στην παρούσα βεβαιώνεται δεόντως ότι το παρουσιασθέν είναι πιστόν αντίγραφο της εκδοθείσας απόφασης, ως έχει πιστοποιηθεί από αρμόδιο πιστοποιούντα υπάλληλο. Στη βάση των πιο πάνω συμφωνώ ότι έχουν παρουσιαστεί δεόντως πιστοποιημένα αντίγραφα της απόφασης και της συμφωνίας. Τα ίδια βέβαια κατ' αναλογίαν ισχύουν και για τη Συμφωνία Εκχώρησης (Τεκμήριο 3Α). β) Μεταφράσεις Όσον αφορά τη μετάφραση των τριών κειμένων, η Αιτήτρια έχει παρουσιάσει τρεις μεταφράσεις με αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις από τον Δρα Ζαϊκόβσκι ως Τεκμήρια 2Β, 3Β και 4Β. Στην κάθε ένορκη δήλωση αναγράφονται και τα προσόντα του μεταφραστή, τα οποία δεν αμφισβητούνται μεν πλην όμως προβάλλεται ότι αυτός δεν ήταν συνεργάτης-μεταφραστής του Γ.Τ.Π., ότι δεν είχε εξουσιοδότηση από το Γ.Τ.Π. να μεταφράζει από τα Αγγλικά στα Ελληνικά (αλλά μόνο σε Ρωσικά) και ότι τα έγγραφα δεν φέρουν σφραγίδες του Γ.Τ.Π. (Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών). Εν πρώτοις, όσον αφορά το ζήτημα των μεταφράσεων θα πρέπει σε αυτό το σημείο να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στον Ν.101/87 και ειδικά στο άρθρο 35
(2)το οποίο προνοεί πως αν η απόφαση και η συμφωνία είναι διατυπωμένες σε ξένη γλώσσα τότε «. το Δικαστήριο δύναται να ζητήσει» και την προσκόμιση μετάφρασης. Παρατηρούμε λοιπόν ότι αφήνεται όντως κάποια ευχέρεια στο Δικαστήριο για το ζήτημα αυτό. Δεν μπορεί να μην λεχθεί πως όσον αφορά το θέμα των μεταφράσεων υπάρχει διεθνώς μια μεγάλη συζήτηση για το κατά πόσον θεωρείται υποχρεωτική η μετάφραση στη γλώσσα του Κράτους εγγραφής ακόμα και στην περίπτωση που τα έγγραφα παρουσιάζονται σε κατανοητή γλώσσα στο Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Kronke, Namiciento, Otto, Port «Recognition and Enforcement of Foreign Arbitral Awards: A Global Commentary on the New York Convention» (σελ.194): «Many courts assume that it is at the discretion of the enforcing court to waive the translation requirement, if and as long as the award is in a language with which the court is familiar. ............ Unfortunately, not all courts follow the pragmatic approach of allowing the translation requirement to be waived.» Στην παρούσα περίπτωση, εφόσον ο ημεδαπός εφαρμοστικός Ν.101/87(άρθρο 35)το επιτρέπει και δεδομένου ότι τα κείμενα που παρουσιάστηκαν είναι σε κατανοητή γλώσσα, θα ήμουν διατεθειμένος να προχωρούσα χωρίς απαίτηση για μετάφραση. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, σημειώνω πως ο μεταφραστής έχει ορκιστεί ότι έχει την ικανότητα να μεταφράζει από τα Αγγλικά στα Ελληνικά, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί με ένορκη μαρτυρία η θέση του αυτή. Αναμφίβολα οι μεταφράσεις έγιναν πριν τη δημοσίευση του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή στη Δημοκρατία Ν.45
(1)/19 και δεν τίθεται θέμα να είχε εγγραφεί είτε στο μεταβατικό Ειδικό Μητρώο του άρθρου 4
(2)είτε στο Κανονικό Μητρώο του άρθρου 5. Όμως, όπως έχει λεχθεί ήδη, ο ίδιος ορκίστηκε ότι τα κείμενα που έχει παρουσιάσει είναι ορθές και πιστές μεταφράσεις των εγγράφων τα οποία επισυνάπτει επίσης και τα οποία ταυτίζονται με τα Τεκμήρια 2Α, 3Α και 4Α. Σε καμία περίπτωση δεν έχει υποστηριχθεί ή υποδειχθεί οποιοδήποτε σημείο ως εσφαλμένη μετάφραση. Ακόμα λοιπόν και στην περίπτωση που θα αναζητούσα οποιεσδήποτε μεταφράσεις σε μια από τις επίσημες γλώσσες θα θεωρούσα ότι υπάρχουν τέτοιες κατάλληλες και επαρκώς πιστοποιημένες ενόρκως από τον ίδιο τον μεταφραστή, κρίνοντας ότι αυτό ικανοποιεί απόλυτα την απαίτηση της νομοθεσίας. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης. Ως εκ τούτου εκδίδονται διατάγματα ως οι §§Α και Β αυτής. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος της Αιτήτριας και εις βάρος της Καθ' ης εταιρείας ως θα υπολογιστούν, συν Φ.Π.Α.. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.