← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD ν. AEPSILON LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3061/2014, 22/5/2020

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD ν. AEPSILON LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3061/2014, 22/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A245 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. B. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3061/2014 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσας και

  1. AEPSILON LTD
  2. *** ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
  3. *** ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ
  4. *** ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ
  5. *** ΕΡΩΤΟΚΡΙΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 8.7.19 υπό Εναγομένων για ενδιάμεσα Διατάγματα Ημερομηνία: 22 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους: κα Α. Λιβέρα για Αγνή Λιβέρα Δ.Ε.Π.Ε Για Ενάγουσα: κα Α. Τσαγγαρίδου για Χρ. Π. Μιτσίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση τους οι Εναγόμενοι αιτήθηκαν την έκδοση αφενός διαταγμάτων απαγόρευσης προώθησης εκποίησης και ή ακύρωσης πλειστηριασμού και αφετέρου διάταγμα αναστολής εκποίησης της επίδικης ισόγειας οικίας, ιδιοκτησίας της Εναγομένης
  6. Στη συνοδευτική ένορκη δήλωση της η Εναγόμενη 4 αναφέρεται μεταξύ άλλων στις ιδιότητες των Εναγομένων, στις αξιώσεις της Ενάγουσας, στη δική τους υπεράσπιση και ανταπαίτηση (διά της οποίας αρνούνται την υπογραφή των επίδικων εγγράφων, τον τερματισμό και την ενημέρωση για αλλαγές επιτοκίων), στην ύπαρξη υπερχρεώσεων, στη μη επεξήγηση των εγγράφων (εάν ήθελε αποδειχθεί η υπογραφή αυτών), στην ακυρότητα των εγγράφων (εάν ήθελε αποδειχθεί η υπογραφή των), σε επισκέψεις υπαλλήλων της Ενάγουσας κατά τα έτη 1993 - 2013 και πιέσεις τους προς δανειοδότηση οπότε και υπέγραψε διάφορα έγγραφα χωρίς να τα διαβάσει, σε απώλειες που υπέστη η Εναγόμενη 1 και τέλος εκφράζει την πρόθεση να πληρώσουν μετά την εκδίκαση και αφού γίνει συμψηφισμός όταν πρώτα διευκρινιστεί το ορθό ενδεχομένως οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω αναφέρεται στην παραλαβή Ειδοποιήσεων Τύπου Θ και Ι στις 19.6.19 για εκποίηση της οικίας, η οποία είναι η πρώτη κατοικία των Εναγομένων, καθώς και η επαγγελματική στέγη της Εναγόμενης 1, οικογενειακής εταιρείας και στην ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία θα προκληθεί εάν προχωρήσει ο πλειστηριασμός. Προς υποστήριξη των θέσεων της επισυνάπτει διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια 1 έως
  7. Ένσταση Η Ενάγουσα προέβαλε οκτώ λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι ο πλειστηριασμός δύναται να ακυρωθεί μόνο μέσω αίτησης - έφεσης, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για διατάγματα, ότι οι Εναγόμενοι κωλύονται λόγω των εγγράφων και ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη. Στη δική του συνοδευτική ένορκη δήλωση ο εργοδοτούμενος στην Ενάγουσα κ. Κουντούρης, αναφέρεται επίσης στο ιστορικό της σύναψης των διαφόρων συμφωνιών (§1-9), στο ότι η Εναγόμενη 1 δεν τις τήρησε με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να τερματίσει τους λογαριασμούς (358 και 913), στην αποστολή των σχετικών ειδοποιήσεων Θ και Ι, στο ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε πίεση για υπογραφή των συμφωνιών και καταλήγει αναφερόμενος, αφενός σε συναντήσεις στις οποίες υπήρξε αναγνώριση χρέους καθώς και εισηγήσεις για μεταβίβαση της οικίας με παράλληλο δικαίωμα επικαρπίας και αφετέρου στο ότι δεν έχει εκδοθεί Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ. Νομική Πτυχή Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others

(1982)1 C.L.R.557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ.248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ.Ε7/18, ημερ. 21.3.19). Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ.201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ.253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Trafalgar Developments Ltd κ.ά. ν. Uralchem Holdings P.L.G., Πολ. Έφ.331/17, ημερ. 21.2.19). Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω). Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει αναφερθεί στη Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ.71/11, ημερ. 16.4.14, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος, πράγμα το οποίο κρίνεται πως ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.2015). Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκριση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις». Εξέταση προϋποθέσεων Εννοείται ότι στην παρούσα περίπτωση οι πιο πάνω προϋποθέσεις τυγχάνουν εξέτασης σε συνάρτηση με την ανταπαίτηση των Εναγομένων και όχι βέβαια σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση και με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν ακύρωση δώδεκα γραπτών συμφωνιών (ήτοι συμβάσεων δανείου, εγγυήσεων, ομολόγων και υποθηκών), καθώς και αποζημιώσεις για παραλείψεις της Ενάγουσας, θεωρώ πως εγείρεται σοβαρό ζήτημα, υπό την έννοια ότι αποκαλύπτονται γνωστές στον Νόμο αιτίες αγωγής, οι οποίες αν επιτύχουν θα δώσουν το δικαίωμα για χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, ας σημειωθεί, πως η αρχική θέση την οποία προβάλλουν οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους είναι ότι δεν υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο με την Ενάγουσα. Η θέση αυτή εν πρώτοις είναι αντιφατική με την ίδια την αξίωση τους καθότι αν δεν έχουν υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία ή έγγραφο ασφαλώς και δεν δεσμεύονται ούτε και τους αφορά οποιαδήποτε από αυτές τις συμφωνίες, οπότε δεν υπάρχει και αναγκαιότητα ακύρωσης ανύπαρκτων ή πλαστών συμφωνιών. Απλά δεν θα επιτύχει στις δικές της αξιώσεις η Ενάγουσα. Εν πάση περιπτώσει όμως, το ουσιώδες για σκοπούς της αίτησης είναι πως ο πιο πάνω ισχυρισμός αναιρείται από την ένορκη μαρτυρία της Εναγόμενης 4 η οποία εν τέλει δέχεται ότι με την εμπλοκή τριών συγκεκριμένων τραπεζικών λειτουργών, (τους οποίους κατονομάζει), κατά την περίοδο 1993 - 2013 υπέγραψε διάφορα έγγραφα για τη δανειοδότηση της Εναγομένης 1 εταιρείας. Όμως ούτε η θέση περί πιέσεων ή μη κατανόησης βέβαια έχει ορατές προοπτικές επιτυχίας, κυρίως εάν συνεκτιμηθεί ότι ποτέ δεν έλαβαν κάποιο μέτρο για την ακύρωση των συμφωνιών στη βάση του Κεφ.
  1. Με άλλα λόγια θα ήταν δύσκολο να επιτύχει η θέση ότι υπήρξε πίεση ή μη αντίληψη των περιεχομένων στα έγγραφα αλλά παρόλα αυτά δεν επελέγη η καταγγελία των συμφωνιών με την πρώτη δυνατή ευκαιρία αντί να αναμένουν την επίδοση ειδοποιήσεων εκποίησης. Σημειώνω πως είχαν μακρόχρονη και επιτυχή συνεργασία, την οποία επικαλείται και ο Εναγόμενος 2 σε επιστολή η οποία έχει επισυναφθεί. Το ουσιωδέστερο βέβαια είναι πως οι διάφοροι ισχυρισμοί για μη υπογραφή και άγνοια τυγχάνουν άρνησης από τον ενόρκως δηλούντα υπέρ της Ενάγουσας, ο οποίος δεν έχει αντικρουστεί για σκοπούς της αίτησης είτε μέσω αντεξέτασης είτε μέσω άλλης ένορκης δήλωσης. Είναι λοιπόν η κατάληξη μου πως δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αξίωση για ακύρωση των συμβάσεων. Όσον αφορά τις αξιούμενες αποζημιώσεις σχετική είναι μόνο η σύντομη §14 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Εν ολίγοις, οι Εναγόμενοι πολύ γενικά ισχυρίζονται ότι επειδή η προκάτοχος της Ενάγουσας (και αρχικώς συμβληθείσα) Cyprus Popular Bank Public Co Ltd διέκοψε τις εργασίες της απροειδοποίητα κατά τον Μάρτιο του 2013, η Εναγόμενη 1 και ο Εναγόμενος 2 απώλεσαν τη δυνατότητα σύναψης συμφωνίας με τη διεθνούς φήμης Galleries Lafayette (Γαλλίας) για ποσό πέραν των €600.
  2. Στο δικόγραφο τους όμως οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταγράψει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες είτε αμέλειας είτε ζημιών ως όφειλαν. Από πλευράς μαρτυρίας η Εναγόμενη 4 (στην §5(στ) της Ε/Δ) επαναλαμβάνει τον πιο πάνω ισχυρισμό, προσθέτει γενικά ότι η απώλεια οφείλεται σε «πράξεις ή παραλείψεις» της Ενάγουσας και επισυνάπτει επιστολή του Εναγόμενου 2 ημερ. 22.3.13 προς την τράπεζα (Τεκμήριο 10). Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση περί του ότι ασφαλώς θα απαιτούντο λεπτομέρειες αμέλειας οι οποίες να συνδέονται αιτιωδώς με τη ζημιά καθώς και εξειδίκευση της ζημιάς. Ακόμα και αν ήταν δυνατό αυτά να ελεγχθούν στο παρόν μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 και πάλι το μόνο που διαπιστώνεται είναι η αναφορά του Εναγόμενου 2 σε αστάθεια (instability) της τράπεζας, σε διαπραγματεύσεις του με τον οίκο Lafayette για μια τριετή συμφωνία (για έξι σεζόν),σε προμήθεια ενδυμάτων αξίας €100.000 ανά περίοδο και στο ότι η συνολική αξία του συμβολαίου θα ήταν €600.000 («.to expand our business there for a large womens wear space for a contract of three years.»). Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν μπορούσε να διασυνδεθεί αιτιωδώς η μη ευόδωση συμφωνίας με το κλείσιμο της Λαϊκής σίγουρα δεν θα μπορούσε να αποδοθεί ως αποζημίωση η συνολική αξία ενός τέτοιου συμβολαίου. Η όποια συζήτηση θα αφορούσε ενδεχομένως κάποιο μέρος του συμβολαίου υπό την έννοια διαφυγόντος κέρδους, το οποίο βέβαια δεν έχει καν τεθεί έστω υπό τύπον ισχυρισμού. Ούτε λοιπόν για το θέμα των διεκδικούμενων αποζημιώσεων διακρίνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της προσφερθείσας μαρτυρίας. Παρότι νομολογιακά δεν είναι απαραίτητο εντούτοις διευκρινίζωˑ όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση και ειδικά τη διατήρηση της οικίας πως δεν θα είχα οποιαδήποτε δυσκολία να δεχθώ ότι στην περίπτωση κατά την οποία προχωρούσε ο πλειστηριασμός και εκποιείτο η οικία, σίγουρα θα υπήρχε δυσκολία επαναφοράς των πραγμάτων και απόδοσης της οικίας στους Εναγομένους εάν επιτύγχαναν στην ανταπαίτηση τους. Αντιλαμβάνομαι ότι δεν έχει εκδοθεί ακόμα οποιαδήποτε ειδοποίηση τύπου ΙΑ και ως εκ τούτου δεν τίθεται άμεσα τέτοιος κίνδυνος. Πλην όμως εκλαμβάνεται πως η διαδικασία έχει ήδη αρχίσει με την ειδοποίηση τύπου Ι και δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι θα δοθεί συνέχεια αφού δεν έχει αποσυρθεί. Θα έκρινα λοιπόν πως συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση. Κατάληξη Για τους λόγους όμως που έχω εξηγήσει και ειδικά λόγω μη συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €1.200 συν Φ.Π.Α υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος των Εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως. (Υπ.)................ Χ. B. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.