← Κύπρος

PIERIDES HOLDINGS LTD ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, Αρ. Αί

PIERIDES HOLDINGS LTD ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 525/2017, 8/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 525/2017 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 Μεταξύ: PIERIDES HOLDINGS LTD Αιτητών-Εφεσειόντων -και- Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών Καθ' ου η αίτηση-Εφεσίβλητο Ημερομηνία: 8 Μαΐου,

  1. Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Σ. Νεοκλέους και κα. Ο. Μακλάσκυ για PHC Tsangarides LLC. Για Καθ' ου η αίτηση: κα Ε. Φλωρέντζου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την προώθηση της υπό συζήτηση Αίτησης-Έφεσης (στο εξής «Έφεση») η αιτήτρια/εφεσείουσα αξιώνει: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή όπως προβεί στην ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαταγής και/ή γνωστοποίησης και/ή ειδοποίησης και/ή απόφασης του Διευθυντή, ημερομηνίας 14/07/2017 υπ' αριθμό Φακ. ΑΔΧ415/78 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, με την οποία καθορίζει και/ή αποφασίζει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για διαγραφή και/ή ακύρωση της σύμβαση μίσθωσης με αρ.30/79 επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/8432, Φ/Σχ 30/07W2, Τεμάχιο 2913 στον Στρόβολο της επαρχίας Λευκωσίας, η οποία ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 21/08/
  2. Β) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία και/ή άλλο Διάταγμα το οποίο το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Γ) Τα έξοδα της παρούσας Έφεσης/Αίτησης και Φ.Π.Α.» Οι λόγοι για τους οποίους προβάλλει το πιο πάνω αίτημα περιλαμβάνονται στο σώμα της έφεσης. Ειδικότερα, αποτελεί θέση της εφεσείουσας ότι ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, (στο εξής ο «Διευθυντής») έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση καθ' υπέρβαση των εξουσιών του και/ή πρόωρα και/ή λανθασμένα κρίνοντας ότι έχουν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις για διαγραφή και/ή ακύρωση της ως άνω σύμβασης μίσθωσης η οποία ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 21.08.
  3. Περεταίρω, εισηγείται ότι η ως άνω απόφαση, την οποία χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, αυθαίρετη, στηριζόμενη σε πλάνη περί τα πράγματα και σε εσφαλμένα νομικά κριτήρια, λήφθηκε από τον Διευθυντή αναιτιολόγητα και καθ' υπέρβαση των εξουσιών του, χωρίς να υπάρχει έγγραφη συγκατάθεση του εκμισθωτή για διαγραφή της μίσθωσης, ούτε σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει του επιτρέπει να προχωρήσει σε διαγραφή της ως άνω μίσθωσης. Χαρακτηρίζει επίσης την απόφασή του Διευθυντή αντισυνταγματική, η οποία λήφθηκε αγνοώντας παντελώς τη μαρτυρία και τα πραγματικά γεγονότα με τα οποία σχετίζεται, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι ο Διευθυντής παρέλειψε να εξετάσει την υπόθεση τηρώντας την ορθή και νενομισμένη διαδικασία, παραβιάζοντας τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την έφεση τίθεται με την ένορκη δήλωση του XXXXX Σαββίδη, Οικονομικού Διευθυντή της εφεσείουσας. Οι εφεσείοντες, υποδεικνύει ο ως άνω ομνύων, είναι οι νόμιμοι μισθωτές του βιομηχανικού ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/8432, Φ/Σχ. 30/07W2, Τεμάχιο 2913, το οποίο βρίσκεται στον Στρόβολο, της Επαρχίας Λευκωσίας, δυνάμει σύμβασης μίσθωσης με την Κυπριακή Δημοκρατία, ημερ. 27.04.
  4. Στη βάση της ως άνω σύμβασης, η περίοδος μίσθωσης του ακινήτου καθορίστηκε σε 33 χρόνια, αρχομένη την 27 Απριλίου 1979 και λήγουσα την 26 Απριλίου
  5. Οι εφεσείοντες, στις 06.09.2011 απέστειλαν γραπτή ειδοποίηση προς τους εφεσίβλητους με την οποία τους ενημέρωναν ότι επιθυμούσαν παράταση της μίσθωσης η οποία έληγε στις 26.04.
  6. Οι εφεσίβλητοι με τη συμπεριφορά τους και/ή τη σιωπηρή συγκατάθεσή τους, αποδέχτηκαν την παράταση της μίσθωσης χωρίς να ανταποκριθούν στην ως άνω επιστολή των αιτητών και χωρίς να διαμαρτυρηθούν στην ανανέωση της μίσθωσης. Περαιτέρω, με επιστολή ημερ. 28.02.2012, το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας ενημέρωνε τους εφεσείοντες ότι μέχρι τις 27.04.2012 θα έπρεπε να καταβληθεί το ποσό των €289,91 όπως ήταν το συμφωνημένο ενοίκιο μισθώσεως για την περίοδο 27.04.2012 - 26.04.
  7. Οι εφεσείοντες ανταποκρινόμενοι στην ως άνω επιστολή πλήρωσαν το ως άνω συμφωνημένο ενοίκιο, λαμβάνοντας προς τούτο αντίγραφο σχετικής απόδειξης πληρωμής. Στις 19.09.2014, τρία χρόνια μετά την ως άνω επιστολή της εφεσείουσας, το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας, παραπέμποντας στην επιστολή της εφεσείουσας ημερ. 05.09.2011, ενημέρωσε τους τελευταίους ότι θα επισκεπτόταν το ακίνητο Κτηματολογικός Λειτουργός για να εξετάσει το σχετικό αίτημα των εφεσειόντων προς ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης. Μετά την πραγματοποίηση της πιο πάνω συνάντησης του Κτηματολογικού Λειτουργού και των εφεσειόντων στο ακίνητο, οι τελευταίοι απέστειλαν μέσω συστημένης επιστολής ημερομηνίας 20.11.2014, εσώκλειστη επιταγή για πληρωμή του ενοικίου της μίσθωσης του ακινήτου για την περίοδο 27.04.2013 μέχρι 26.04.
  8. Οι εφεσίβλητοι αποδέχθηκαν την αναφερόμενη πληρωμή αδιαμαρτύρητα και χωρίς καμία επιφύλαξη εξαργύρωσαν την επιταγή και εξέδωσαν σχετική απόδειξη πληρωμής. Στις 30.04.2015, οι εφεσείοντες απέστειλαν με συστημένη επιστολή εσώκλειστη επιταγή για την πληρωμή του ενοικίου της μίσθωσης του ακινήτου για την περίοδο 27.04.2014 μέχρι 26.04.
  9. Μήνες αργότερα, ειδικότερα στις 29.06.2015, οι εφεσίβλητοι απέστειλαν επιστολή προς την εφεσείουσα επιστρέφοντας τους την επιταγή με την οποία είχαν καταβάλει το ενοίκιο για την περίοδο 27.04.2013 μέχρι 26.04.2014, προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι η μίσθωση είχε λήξει στις 26.07.
  10. Οι εφεσίβλητοι, υποστηρίζει ο ομνύων, με την συμπεριφορά τους και την αποδοχή των ενοικίων κατά τον πιο πάνω τρόπο, αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα και αδιαμαρτύρητα τη συνέχιση της μίσθωσης από την ημερομηνία λήξης της τελευταίας, στις 26.04.
  11. Μόλις στις 30.05.2016, με επιστολή τους, υπέδειξαν ότι λανθασμένα αποδέχονταν τα ενοίκια για το προηγούμενο χρονικό διάστημα και ότι θα γινόταν σχετική επιστροφή των ανάλογων ποσών, θέση που απέρριψε η εφεσείουσα με απαντητική επιστολή της, ημερ. 24.06.2016, υποδεικνύοντας ότι η συγκεκριμένη μίσθωση υφίσταται και βρίσκεται σε ισχύ χωρίς να τερματιστεί. Οι εφεσίβλητοι, προκρίνει ο ως άνω ομνύων, χωρίς προηγουμένως να καλέσουν την εφεσείουσα για συζήτηση και επίλυση του ζητήματος που είχε προκύψει, δια μέσου του Κτηματολογίου απέστειλαν στην εφεσείουσα ειδοποίηση για διαγραφή της μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 65Ζ του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, η οποία λήφθηκε στις 07.08.
  12. Έπραξαν τούτο, υποστήριξε, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 65 του ως άνω νόμου. Αποτελεί θέση του ότι οι εφεσείοντες είχαν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα και δρομολόγησαν τις διαδικασίες για τη συνέχεια και/ή ανανέωση της μίσθωσης τόσο με επιστολή όσο και με πληρωμές των ενοικίων για περίοδο μετά τη λήξη της σύμβασης, οι οποίες γίνονταν αποδεκτές ανεπιφύλακτα από τους εφεσίβλητους. Η ως άνω συμπεριφορά των εφεσίβλητων και/ή η σιωπηρή αποδοχή των ενοικίων χωρίς επιφύλαξη και αδιαμαρτύρητα, υποστηρίζει, παρέτεινε την ισχύ της μίσθωσης χωρίς αυτή να έχει ουσιαστικά λήξει. Ο εφεσίβλητος καταχώρισε στις 07.02.2018, Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Οι λόγοι της έντασης προβάλλονται στο σώμα της. Για σκοπούς πληρότητας μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ειδικότερα προκρίνεται πως: «
  13. Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 14/7/2017, για διαγραφή και/ή ακύρωση της σύμβασης μίσθωσης με αρ. 30/79 επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/8432, Φ/Σχ. 30/07W2, Τεμάχιο 2913 στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, η οποία ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 21/08/1979, εκδόθηκε νόμιμα και κανονικά, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και ως εκ τούτου ήταν ορθή.
  14. Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 14/7/2017 εκδόθηκε κατόπιν επιτόπιας έρευνας και μετά από μελέτη όλων των σχετικών στοιχείων και γεγονότων και με αυτήν, ο Διευθυντής ενήργησε εντός των πλαισίων της εξουσίας του, με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων όλων των συνιδιοκτητών.
  15. Η παρούσα αίτηση του εφεσείοντα αιτητή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και μη τεκμηριωμένη.
  16. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ή και δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  17. Δεν προβάλλονται σοβαροί, εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.» Η XXXXX Παπανδρέου, Κτηματολογικός Λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, τόσο με την ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, ίδιας ημερομηνίας, όσο και με συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, ημερομηνίας 04.06.2019, υιοθετεί και επαναλαμβάνει ουσιαστικά το περιεχόμενο των προβαλλόμενων λόγων ένστασης, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι ουδείς από τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης ευσταθεί, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει το αίτημα των εφεσειόντων. Αναφερόμενη στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, υποδεικνύει ότι με τη σύμβαση μίσθωσης ημερ. 27.04.1979, εκμισθώθηκε το μέρος της κρατικής γης που αφορά η σχετική έφεση, αρχικά στον XXXXX Κανάρη. Η χρονική περίοδος της μίσθωσης καθορίστηκε από 27.04.1979 μέχρι 26.04.
  18. Κατόπιν αίτησης του ως άνω μισθωτή, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 22.04.2009, επετράπη η μεταβίβαση όλων των δικαιωμάτων του μισθωτή Κανάρη ως αυτά απορρέουν από την ως άνω σύμβαση μίσθωσης, στην εφεσείουσα. Το αρχικό ετήσιο μίσθωμα, καθορίστηκε σε ποσό ισόποσο με €205.03 Ευρώ, ενώ θα αναθεωρείτο κάθε πέντε χρόνια. Το ετήσιο μίσθωμα κατά την περίοδο 27.04.2009 - 26.04.2012, αναθεωρούμενο ως οι σχετικές πρόνοιες της συμφωνίας, καθορίστηκε στο ποσό των €1.162,00 Ευρώ. Σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση, έξι μήνες πριν από την εκπνοή της πρώτης περιόδου μίσθωσης, ο μισθωτής είχε την δυνατότητα να ειδοποιήσει εγγράφως τον ιδιοκτήτη ότι επιθυμεί την παράταση της πρώτης περιόδου μίσθωσης για περαιτέρω περίοδο μίσθωσης 33 ετών (δεύτερη περίοδος). Τότε, κατ' εκλογή του ιδιοκτήτη, η σύμβαση θα μπορούσε να παραταθεί για δεύτερη περίοδο υπό τους ίδιου όρους. Η εφεσείουσα, με επιστολή της ημερ. 06.09.2011, ζήτησε ανανέωση της πιο πάνω σύμβασης μίσθωσης χωρίς ωστόσο να προσέλθει για να καταθέσει σχετική αίτηση και να καταβάλει τα νενομισμένα δικαιώματα. Το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με απαντητική του επιστολή, ημερ. 06.07.2012, πληροφόρησε την εφεσείουσα για την αναγκαιότητα να καταθέσει σχετική αίτηση και να πληρωθούν τα νενομισμένα δικαιώματα, πλην όμως, μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες και τηλεφωνικές επικοινωνίες η εφεσείουσα εταιρεία δεν προσήλθε προς τούτο. Εν πάση περιπτώσει, κατά την επιτόπια έρευνα που έλαβε χώρα στις 29.09.2014 στην ως άνω αναφερόμενη κρατική γη, για την οποία η εφεσείουσα ειδοποιήθηκε με συστημένη επιστολή πλην όμως ουδείς εκπρόσωπος της παρουσιάστηκε, διαπιστώθηκε ότι εντός του ακινήτου που αφορά η ως άνω μίσθωση υπάρχουν εγκαταλειμμένα υποστατικά και η κρατική γη δεν χρησιμοποιείται για οποιοδήποτε σκοπό. Με δεδομένο, υποστηρίζει η ομνύουσα, ότι η ως άνω κρατική γη στην οποία υπάρχουν τα εγκαταλειμμένα υποστατικά δεν χρησιμοποιείται για οποιοδήποτε σκοπό ενώ η σύμβαση μίσθωσης είχε λήξει, επιστράφηκαν στην εφεσείουσα επιταγή ύψους €289,91 που αφορούσε την πληρωμή του ετήσιου μισθώματος για την περίοδο 27.04.2014 - 26.04.2015, ως επίσης και το αντίστοιχο ποσό που είχε καταβληθεί από την εφεσείουσα για την πληρωμή του ετήσιου μισθώματος για την περίοδο 27.04.2013 - 26.04.
  19. Νέα επιτόπια έρευνα που διεξήχθη τόσο στις 08.07.2015 αλλά και στις 13.11.2017, κατέδειξε ότι η κατάσταση παραμένει η ίδια, δηλαδή το ως άνω ακίνητο δεν χρησιμοποιείται και τα υποστατικά σε αυτό παραμένουν εγκαταλελειμμένα. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης στο βαθμό που θεώρησαν αναγκαίο. Υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά τόσο στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την έφεση και ένσταση αντίστοιχα και στα τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετική με τα ζητήματα που αναδείκνυαν νομοθεσία και νομολογία. Έχω σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Μέσω του άρθρου 80 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 που τιτλοφορείται «Εφέσεις κατά αποφάσεων του Διευθυντή», παρέχεται η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου από το Δικαστήριο. Στα πλαίσια του συγκεκριμένου ελέγχου ισχύουν οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, με τη διαφορά όμως ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο που διενεργεί αυτόν τον έλεγχο δεν περιορίζεται μόνο σε έλεγχο νομιμότητας, αλλά διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγξει και την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή, έχοντας μάλιστα την δυνατότητα να αντικαταστήσει την κρίση του τελευταίου με τη δική του, με σκοπό πάντα την δίκαιη επίλυση του ζητήματος. (βλ. Αριστοτέλους ν. Χατζηκυριάκου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 100, Χατζησωφρονίου ως πληρέξ. Άντ. του Α. Χατζησωφρονίου κ.ά. ν. Δημοσθένους
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 885 και Προκοπίου ν. Ryan
(2012)1(Γ) A.A.Δ. 1982). Το ένδικο μέσο για τον ως άνω δικαστικό έλεγχο μιας απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και η σχετική διαδικασία καθορίζεται από τους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, ως έχουν τροποποιηθεί. Στους εν λόγω Κανονισμούς, καθιερώνεται τόσο ο τύπος της αίτησης/έφεσης, όσο και ο σχετικός τύπος της δυνάμενης να καταχωρηθεί ένστασης (Κ.5
(1)και Κ. 10
(1)ως επίσης το σχετικό παράρτημα). Σύμφωνα δε με τον Κ.10
(3), το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ενώ παράλληλα παρέχεται η δυνατότητα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων κατά το στάδιο της ακρόασης. Παρεμβάλλεται πως στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν της εξασφάλισης άδειας για την πλευρά της εφεσίβλητης να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν επιδιώχθηκε από οποιαδήποτε πλευρά η εξασφάλιση άδειας για αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκους δηλούντες. Το Δικαστήριο ασφαλώς δεν είναι υποχρεωμένο να αποδεχθεί μια μαρτυρία απλώς και μόνον επειδή δεν υπήρξε αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Ωστόσο, καθ΄ ην έκταση ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχεται πάντα η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στα σημεία που δεν αντεξετάστηκε (Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαΐδη
(2006)1(B) A.A.Δ. 1057 και Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 624). Το άρθρο 65Ζ του Κεφ. 224, που τιτλοφορείται «Ακύρωση εγγραφής μίσθωσης ή υπομίσθωσης», προβλέπει, στην έκταση τουλάχιστο που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα: «
(1)Με την προσαγωγή ικανοποιητικής απόδειξης σχετικά με τη λήξη μίσθωσης που γράφτηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65Β, ο Διευθυντής ενεργεί την ακύρωση της εγγραφής της μίσθωσης καθώς και κάθε υπομίσθωσης που τυχόν γράφτηκε, του εμπράγματου δικαιώματος που αποκτήθηκε μέσω αυτής, και όλων των σημειώσεων και καταχωρήσεων των σχετικών με τη μίσθωση αυτή και την τυχόν υπομίσθωση και τυχόν εμπράγματων βαρών στα βιβλία του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και επί των οικείων πιστοποιητικών εγγραφής ιδιοκτησίας, και για το σκοπό αυτό το εμπράγματο δικαίωμα που αποκτήθηκε μέσω κάθε τέτοιας εγγραφής μίσθωσης και τυχόν υπομίσθωσης, καθώς και κάθε εμπράγματο βάρος που τυχόν υπάρχει πάνω σε αυτό, παύει να υπάρχει, ο δε Διευθυντής δίνει ειδοποίηση για την ακύρωση αυτή στα ενδιαφερόμενα μέρη.
(2)Οι διατάξεις του εδαφίου
(1)εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση διάλυσης με οποιοδήποτε τρόπο, πριν από τη λήξη αυτής, μίσθωσης που γράφτηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65Β, αλλά μόνο με την προσαγωγή- (α) της έγγραφης συγκατάθεσης του εκμισθωτή και του μισθωτή και του τυχόν υπομισθωτή και κάθε προσώπου προς όφελος του οποίου τυχόν επενεργεί εμπράγματο βάρος επί του εμπράγματου δικαιώματος που αποκτήθηκε με την εγγραφή της μίσθωσης ή της τυχόν υπομίσθωσης· ή (β) δικαστικού διατάγματος που εκδίδεται με αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου και αν αυτή είναι η περίπτωση, που προνοεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για αποζημίωση ή άλλη προστασία των συμφερόντων του τυχόν υπομισθωτή και κάθε προσώπου προς όφελος του οποίου τυχόν επενεργεί εμπράγματο βάρος επί του εμπράγματου δικαιώματος που αποκτήθηκε με την εγγραφή μίσθωσης ή οποιασδήποτε υπομίσθωσης. ..................................................................................................» Ότι πρωτίστως απασχολεί στα πλαίσια της παρούσας, είναι το ζήτημα της ισχύος της μίσθωσης ημερ. 27.04.1971, εξέλιξη που εκ των πραγμάτων θα μπορούσε να έχει καταλυτική επίδραση στη δυνατότητα του Διευθυντή να την ακυρώσει κατ' εφαρμογή του άρθρου 65Ζ
(1)του Κεφ.224. Άλλωστε, εξαρχής θα πρέπει να σημειωθεί πως εάν κριθεί ότι η ως άνω σύμβαση μίσθωσης, καθ' ον χρόνο ο Διευθυντής ελάμβανε την προσβαλλόμενη απόφαση, βρισκόταν σε ισχύ, τότε η ακύρωση της εγγραφής της δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί κατ' επίκληση του εδαφίου 2 του άρθρου 65Ζ του Κεφ. 224, αφού στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν έχει εξασφαλιστεί έγγραφη συγκατάθεση και του μισθωτή για μια τέτοια εξέλιξη, ούτε εκδόθηκε σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου προς τούτο. Σύμφωνα με το άρθρο 65Β του Κεφ. 224, ακίνητη ιδιοκτησία που εκμισθώνεται για περίοδο που υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη, ως η υπό συζήτηση δηλαδή, θα πρέπει να εγγραφεί στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο σύμφωνα με τις διατάξεις του συγκεκριμένου άρθρου, διαφορετικά κανένα εμπράγματο δικαίωμα δεν αποκτάται με τη συγκεκριμένη μίσθωση. Αποτελεί τούτο αναγκαία και εκ του νόμου προβλεπόμενη προϋπόθεση. Παρεμβάλλεται δε πως ανάμεσα στις διάφορες προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για να εγγραφεί κατά τον πιο πάνω τρόπο μια μίσθωση, ως ειδικότερα υποδεικνύεται στο άρθρο 65Β
(4)(θ) του σχετικού νόμου, θα πρέπει παράλληλα να καταβληθούν τα νενομισμένα τέλη και δικαιώματα εγγραφής της μίσθωσης και έκδοσης του οικείου πιστοποιητικού εγγραφής. Η προϋπόθεση αυτή δεν ισχύει, μόνο στην περίπτωση που η μίσθωση αφορά ακίνητο συγκεκριμένης κατηγορίας, ως προσδιορίζεται στην επιφύλαξη του εδαφίου 1 του άρθρου 65Β, στην οποία εν πάση περιπτώσει δεν εμπίπτει η υπό εξέταση. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν από την εκφρασθείσα πρόθεση για ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης από την πλευρά της εφεσείουσας, όπως αυτή εκδηλώθηκε με την επιστολή της, ημερομηνίας 06.09.2011, δεν υπάρχει αμφισβήτηση του γεγονότος ότι δεν είχε εξασφαλιστεί εκ των προτέρων, ρητώς τουλάχιστον, η αναγκαία για την ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης, τελική συγκατάθεση του εκμισθωτή. Περαιτέρω, δεν φαίνεται να ακολουθήθηκε η εκ του Νόμου προβλεπόμενη διαδικασία για την αναγκαία εγγραφή της, ούτε καταβλήθηκαν σύμφωνα με το σημείο Θ του εδαφίου 4 του άρθρου 65Β τα νενομισμένα τέλη και δικαιώματα προς τούτο. Ως έχει ήδη σημειωθεί πιο πάνω, η πλευρά της εφεσείουσας προβάλλει πως οι εκπρόσωποι του ιδιοκτήτη, δια της συμπεριφοράς και δια των παραστάσεων τους, ουσιαστικά διαβεβαίωσαν την εφεσείουσα ότι συμφωνούν και εγκρίνουν το αίτημα της για παράταση της μίσθωσης όπως αυτό εκδηλώθηκε με την επιστολή της ημερομηνίας 06.09.2011. Επί τούτου σημειώνεται πως όχι μόνο δεν απάντησαν στην ως άνω σχετική επιστολή της, αλλά και ότι εισέπραξαν τα ενοίκια για τα επόμενα τρία χρόνια, τα οποία μάλιστα με επιστολές τους απαιτούσαν. Ως εκ τούτου, προκρίνει, τυγχάνει εφαρμογής τόσο η αρχή του Κωλύματος (estoppel) όσο και η αρχή της Παραίτησης-Αποποίησης, (waiver) οι οποίες εμποδίζουν την υιοθέτηση της θέσης ότι η επίδικη σύμβαση μίσθωσης έχει λήξει. Είναι γεγονός ότι με βάση καλά εδραιωμένες αρχές της επιείκειας, δεν επιτρέπεται σε διάδικο να επιμένει στην απόλαυση ακόμη και νόμιμων δικαιωμάτων του, είτε αυτά απορρέουν από κάποιο συμβόλαιο είτε ακόμα από τον ίδιο τον νόμο, όταν υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν μία υπόθεση και των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων αυτό θα απέληγε να είναι άδικο, υπό την έννοια ότι θα παραβίαζε τις αρχές της επιείκειας. Βλ. μεταξύ άλλων Hughes v. Metropolitan Railway Co. (1874-1880) A.E.R. σελ.187 και Central London Property Trust v. High Trees House Ltd
(1947)K.B. 130. Το πιο πάνω, το οποίο έχει σχηματοποιηθεί και γίνει γνωστό ευρύτερα ως το δόγμα του Κωλύματος «estoppel» τυγχάνει ασφαλώς εφαρμογής και στην Κυπριακή έννομη τάξη. (Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, (αρ.1)
(2011)1(Α) 253). Στην Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1522 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σε σχέση με το Κώλυμα: «Σύμφωνα με τον Nokes to Κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes "Introduction to Evidence", 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 212). Το Κώλυμα μπορεί να είναι
(1)Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record),
(2)Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και
(3)Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Σύμφωνα με τον κανόνα του Κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, «Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή». (Χ" Γιάννης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1970)1 C.L.R. 32). Το Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του (
  1. i)Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T.598). (
  2. ii)Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd v. High Trees House Ltd
(1974)1 K.B. 130) και (iii) Περιουσιακού Κωλύματος.» Στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 5η εκδ., Τόμος 47, αφού επεξηγείτε η έννοια και η έκταση της εφαρμογής της ως άνω βασικής αρχής του δικαίου της επιείκειας, στην παράγραφο 355 του πιο πάνω τόμου, για τα ζητήματα που ειδικότερα εδώ ενδιαφέρουν, αναφέρεται: «ln order for estoppel by representation to operate, there must have been a representation made by the person to be estopped to the person claiming the benefit of the estoppel. To form the basis of an estoppel a representation may be made either by statement or by conduct; and conduct includes negligence and silence. Certain general propositions are, however, applicable, in whatever manner the representation is made. The representation must be made voluntarily; if made apparently on another's behalf, it must be made by a person having the authority to do so; it must be communicated to the person to whom it was addressed; and only the person to whom it was addressed may use it to support a plea of estoppel.» Περαιτέρω, στην παράγραφο 361 του ίδιου τόμου, ανάμεσα σε άλλα υποδεικνύεται: «The question whether a course of conduct, negligent or otherwise, amounts to a representation, or is such as a reasonable person would take to be a representation meant to be acted on in a certain way, must vary with each particular case. With certain exceptions no general rules can be laid down for answering it. A party will not, however, be held to be estopped unless his conduct is unequivocal. » Για να σημειωθεί περαιτέρω στην παράγραφο 363 του ως άνω τόμου του ίδιου συγγράμματος, ότι: «The effect of silence or inaction in binding a person has been considered in cases where there is a right of election between two courses. Mere silence does not amount to an election, but it is the duty of someone who has to make an election not to delay so long as to lead some other person, whether the party against whom the election is to be made or another, to alter his position in the belief that the first named has elected to let things remain as they are; and by so doing he will be precluded from making a different election. » Όπως άλλωστε υπεδείχθη στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα ν. Πολυδωρίδη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 68, εγείρεται κώλυμα στη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων οποτεδήποτε ο κάτοχος τους προβαίνει σε σαφείς παραστάσεις προς τον αντισυμβαλλόμενο του ότι δεν θα τα ασκήσει και ο δεύτερος στη βάση αυτών των παραστάσεων μεταβάλλει τη θέση του με τρόπο που θα ήταν άδικο να κληθεί να επιστρέψει στην προγενέστερη θέση του και να εκπληρώσει υποχρεώσεις από τις οποίες ουσιαστικά ο ενάγων τον έχει με τη στάση του απαλλάξει. O ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας εισηγήθηκε περαιτέρω πως οι εφεσίβλητοι, μέσω της συμπεριφοράς, τους ουσιαστικά έχουν αποποιηθεί (waived) από το δικαίωμα τους να επιμένουν στην εφαρμογή όρων της αρχικής συμφωνίας μίσθωσης. Είναι γεγονός πως όταν ένα μέρος με τη συμπεριφορά του δείχνει ότι δεν επιμένει σε εκτέλεση του συμβολαίου όπως ορίζουν οι αρχικοί του όροι, τότε το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι έχει παραιτηθεί των δικαιωμάτων του να επιμένει σε εκτέλεση της σύμβασης σύμφωνα με τους αρχικούς όρους. (Βλ. Cybarco Ltd v. Guest κ.ά.
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 2071). Είναι άλλωστε σημαντικό να υποδειχθεί ότι δεν χρειάζεται οποιοδήποτε αντάλλαγμα (consideration) ώστε να είναι έγκυρη και αποτελεσματική η παραίτηση ή η αποποίηση από οποιοδήποτε δικαίωμα. Ότι απαιτείται είναι αυτή να είναι αδιαμφισβήτητη και η άλλη πλευρά να ενήργησε στη βάση αυτής. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 33η έκδοση, Τόμος 1, παρ. 22-041, υποδεικνύεται ότι: «A waiver may be oral or written or inferred from contract even though the provision waived is found in a contract required to be made in or evidenced by writing. It has been noted that any variation of a contract required to be made in or evidenced by writing must itself be made in or evidenced by writing. If it is merely oral, it is of no effect. An oral forbearance or concession made by one party to the other does not require to be so evidenced, even if made at the latter's request. Thus, what is ineffective as a variation may possibly have effect as a waiver.» Στη βάση πάντα όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και παρέμειναν αναντίλεκτα, η εφεσείουσα εταιρεία, ως οι πρόνοιες της σύμβασης μίσθωσης ημερ. 27.04.1979, εκδήλωσε έγκαιρα την πρόθεση της για ανανέωση - παράταση της σχετικής σύμβασης (επιστολή ημερ. 06.09.2011). Ωστόσο, αντίθετα με ότι προβάλλει η πλευρά της, η πλευρά του Υπουργείου Εσωτερικών, ειδικότερα το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, δεν παρέμεινε αδρανής στην εκδηλωθείσα αυτή πρόθεση της. Ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση χωρίς να αμφισβητηθεί, με επιστολή ημερ. 06.06.2012, παρουσιάζεται να καλεί την εφεσείουσα να προωθήσει το σχετικό αίτημα της σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου και Κανονισμών, καταθέτοντας σχετική αίτηση και καταβάλλοντας τα νενομισμένα δικαιώματα σε περίπτωση που πράγματι επιθυμεί την παράταση της περιόδου μίσθωσης. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι για την ως άνω αντίδραση του εκπροσώπου του ιδιοκτήτη μεσολάβησαν κάποιοι μήνες. Ούτε το γεγονός ότι της ως άνω επιστολής, η οποία απευθείας διασυνδέεται με την εκφρασθείσα πρόθεση της εφεσείουσας να διεκδικήσει την παράταση της σύμβασης μίσθωσης, προηγήθηκε από την πλευρά των εκπροσώπων του ιδιοκτήτη, επιστολή τους ημερ. 28.02.2012, με την οποία καλούσαν την εφεσείουσα εν πάση περιπτώσει να καταβάλει το ενοίκιο το οποίο ήταν πληρωτέο στις 27.04.2012 και ότι η εφεσείουσα πράγματι κατέβαλε ποσό €289,91 λαμβάνοντας σχετική απόδειξη προς τούτο. Ομοίως, σημειώνεται ότι η εφεσείουσα απέστειλε σχετικές επιταγές με ισόποσα ποσά, συνδέοντας τις με το ενοίκιο για τα έτη 2013-2014 και 2014-2015. Τα πιο πάνω, ωστόσο, δεν διαφοροποιούν το γεγονός ότι η ανανέωση της υπό συζήτηση μακροχρόνιας σύμβασης μίσθωσης, για να είναι ισχυρή, πέραν από την αναγκαία τελική συγκατάθεση του εκμισθωτή, θα έπρεπε να ακολουθηθούν και συγκεκριμένες ρητές πρόνοιες του Νόμου που αφορούν και την εγγραφή της. Την εκ του νόμου προβλεπόμενη αυτή υποχρέωση, η εφεσείουσα είχε ούτος ή άλλως υποχρέωση να ικανοποιήσει. Τούτο, πέραν και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ουσιαστικά της το υπέδειξε και ο εκπρόσωπος του ιδιοκτήτη με την επιστολή του, ημερ. 06.06.2012. Η παράλειψη άμεσης απάντησης στην επιστολή της εφεσείουσας ημερ. 06.09.2011 από την πλευρά του ιδιοκτήτη, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με σαφείς και θετικές παραστάσεις προς την πλευρά της εφεσείουσας επί των οποίων η αιτήτρια βασίστηκε δυνάμενη στη συνέχεια να επικαλεστεί την αρχή του κωλύματος (estoppel). Έχει κατ' επανάληψη υποδειχθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας ότι τυχόν παραστάσεις που γίνονται θα πρέπει να είναι σαφείς και θετικές κατά τρόπο που ο αποδέκτης τους, στηριζόμενος σε αυτές να καθορίσει τη συμπεριφορά του σε βαθμό που θα ήταν άδικο σε μεταγενέστερο στάδιο να κληθεί να εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530). Στην υπόθεση Μάρκου ν. Πασχάλη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 829, υποδείχθηκε μεταξύ άλλων ότι η αρχή του Κωλύματος (estoppel) ως αποτέλεσμα συμπεριφοράς ενός εκ των συμβαλλομένων, δεν μπορεί να εγερθεί ως κώλυμα δυνάμενο να εμποδίσει τον Διευθυντή του Κτηματολογίου να εκτελέσει τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του που πηγάζουν από το Νόμο. Όπως σημειώθηκε στην ως άνω απόφαση: «Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι δεν μπορεί να γίνεται επίκληση του κωλύματος με σκοπό να εξουδετερωθεί η εφαρμογή του Νόμου (estoppel cannot be invoked to negative the operation of a statute) (βλ. Beesly v. Hallwood Estates Ltd [1960] 2 All E.R. 314, 324).» Ούτε η κλήση της εφεσείουσας να καταβάλει το ποσό των €289,91 - μέσω της επιστολής ημερ. 28.02.2012 - έχοντας στο μεταξύ γνωστοποιήσει την πρόθεση της να διεκδικήσει την ανανέωση - παράταση της σύμβασης μίσθωσης, διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων, θεωρούμενη ως σαφής και θετική παράσταση δυνάμενη να εμποδίσει τον εφεσίβλητο να προβάλει τη θέση του περί μη ανανέωσης της σύμβασης. Πέραν του γεγονότος ότι είναι προφανές πως η καταβολή τελικά του συγκεκριμένου ποσού των €289,91, ήταν σε γνώση της εφεσείουσας ότι δεν αποτελούσε το ετήσιο ενοίκιο για τα έτη 2012-2013, αφού ήδη το ετήσιο ενοίκιο είχε προ καιρού, ειδικότερα από τις 27.04.2019, στη βάση πρόνοιας της σύμβασης μίσθωσης καθοριστεί στο ποσό των €1.162, ποσό που η εφεσείουσα ως διατείνεται ανελλιπώς κατέβαλλε, δεν ακολουθήθηκε εν πάση περίπτωση η εκ του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία για την ανανέωση - παράταση και εγγραφή της σύμβασης. Διαβήματα τα οποία οι εκπρόσωποι ουσιαστικά του ιδιοκτήτη, δεν παραλείπουν ρητά να εξηγήσουν στην μεταγενέστερη επιστολή τους, ημερ. 06.06.2012, τα οποία η εφεσείουσα επιλέγει να αγνοήσει. Ούτε η αποστολή εκ μέρους της εφεσείουσας, σε μεταγενέστερο χρόνο, δύο επιταγών αξίας €289,91 έκαστη, διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων. Είναι γεγονός ότι η επιταγή της Emporiki Bank με αριθμό XXXXX9082, ημερ. 12.11.2014, η οποία απεστάλη με επιστολή της εφεσείουσας ημερ. 20.11.2014 στην οποία καταγράφεται ότι αφορά την πληρωμή ενοικίου για την περίοδο 27.04.2013 μέχρι 26.04.2014 φαίνεται πράγματι να εισπράχθηκε σύμφωνα με την απόδειξη υπ' αριθμό 1594598, ημερ. 04.12.2014 από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Πλην όμως, πέραν του γεγονότος ότι η εφεσείουσα ήταν ήδη ενήμερη για τη θέση των ιδιοκτητών όσον αφορά την αναγκαιότητα να ακολουθήσει τα νόμιμα διαβήματα για την προώθηση του αιτήματος της προς παράταση - ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης γνωρίζοντας επίσης ότι το καταβληθέν ποσό δεν αποτελούσε το οφειλόμενο με βάση τη σύμβαση ετήσιο ενοίκιο ως είχε διαμορφωθεί, είναι φανερό από το σώμα της ίδιας πιο πάνω απόδειξης είσπραξης ότι η είσπραξη του ως άνω ποσού έγινε «έναντι κατοχής και χρήσης» και όχι ως το οφειλόμενο ενοίκιο στη βάση της σύμβασης μίσθωσης. Σε σχέση δε με την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό XXXXX7859, ημερ. 30.04.2015, η οποία απεστάλη μέσω επιστολής της εφεσείουσας ημερ. 30.04.2015, η συγκεκριμένη επιταγή επεστράφη αυτούσια μέσω της επιστολής ημερ. 29.06.2015 της αρμόδιας λειτουργού του Κτηματολογίου, υποδεικνύοντας, για πολλοστή φορά, ότι η σύμβαση μίσθωσης είχε ήδη λήξει και ενημερώνοντας ταυτόχρονα την εφεσείουσα ότι θα γίνονταν ενέργειες για την επιστροφή του ποσού που είχε ήδη εισπραχθεί μέσω της επιταγής αρ. XXXXX9082, ημερ. 12.11.2014. Προφανώς η επιμονή της αιτήτριας, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να αποστέλλει επιταγές με συγκεκριμένο ποσό, το οποίο καμία σχέση δεν φαίνεται να είχε με το ετήσιο ενοίκιο ως είχε πλέον διαμορφωθεί, γνωρίζοντας ήδη τη θέση των εκπροσώπων του ιδιοκτήτη για την αναγκαιότητα να τηρηθούν οι προϋποθέσεις της σχετικής νομοθεσίας, δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να δημιουργήσει για την ίδιαν τετελεσμένα, δυνάμενα να τα επικαλείται προς υποστήριξη των θέσεων της επί του συζητούμενου. Άλλωστε, η είσπραξη πληρωμής ενοικίου, από μόνη της, δεν δημιουργεί πάντα κώλυμα για την πλευρά του ιδιοκτήτη να υποστηρίξει τη θέση ότι δεν έχει δημιουργηθεί συμβατική σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Ως ειδικότερα τέθηκε στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 18th ed., παρ. 5-23, σελ. 131: «Mere receipt of payment of rent, although raising a strong presumption of tenancy, does not of itself operate as an estoppel as against the possible landlord, but only as an admission which may be explained. However, in such circumstances the issue of a notice to quit has been held to estop the landlord from denying the existence of a tenancy.» Όπως υποδεικνύει άλλωστε η νομολογία, δεν δημιουργείται κώλυμα λόγω δηλώσεων σε κάποιο έγγραφο, στις περιπτώσεις που το έγγραφο καταδεικνύεται ότι ήταν αποτέλεσμα λάθους (βλ. Wilson v. Wilson
(1969)3 All E.R. 945 και Green v. Kettle
(1937)4 All E.R. 396). Έχοντας κατά νου όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί να λειτουργήσει προς όφελός της εφεσείουσας, κατά τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά της τελευταίας, η αρχή του Κωλύματος λόγω συμπεριφοράς του ιδιοκτήτη, πολύ δε περισσότερο να υιοθετηθεί η θέση ότι εγκατέλειψε (waiver) τα όποια δικαιώματά του. Παραπονείται επίσης η πλευρά της εφεσείουσας, ότι η απόφαση του Διευθυντή λήφθηκε χωρίς επαρκή αιτιολογία και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι θέσεις της πλευράς της. Αποκλίνω από την ως άνω εισήγηση. O Διευθυντής, ενεργώντας εντός των πλαισίων της εξουσίας και των αρμοδιοτήτων του, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, φαίνεται να ενήργησε λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Ούτε διαπιστώνεται αυθαιρεσία από την πλευρά του. Είναι αρκετό να σημειωθεί ότι από τη σχετική Νομοθεσία δεν προβλέπεται ειδική αιτιολόγηση κάθε απόφασης του Διευθυντή. Με βάση δε τις αρχές του Διοικητικού Δικαίου, είναι αρκετή γενική αιτιολογία η οποία δύναται να κριθεί επαρκής αν αναδύεται ή αν αναπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. (βλ. Δήμος Στροβόλου v Γιασεμίδου κ.α
(1998)3 Α.Α.Δ 223). Στη βάση όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είναι φανερό ότι τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του και η ευρύτερη εξέλιξη των γεγονότων, με δεδομένη ούτως ή άλλως τη μη ανανέωση και εγγραφή κατά τον δέοντα τρόπο της επίδικης συμφωνίας, η απόφαση του Διευθυντή να προχωρήσει, μετά από τόσα χρόνια και αλλεπάλληλες κλήσεις προς την εφεσείουσα να ακολουθηθεί η εκ του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία προς ανανέωση και εγγραφή της επίδικης σύμβασης, στη διαγραφή της, κρίνεται αρκούντως αιτιολογημένη. Άλλωστε, ως αναμφισβήτητο παρέμεινε, κατά επανάληψη επιτόπιες έρευνες που διεξήχθησαν από το Γραφείο του αρμόδιου κτηματολογικού λειτουργού, κατέδειξαν ότι το συγκεκριμένο ακίνητο, επί σειρά ετών, παραμένει άδειο και εγκαταλελειμμένο χωρίς να χρησιμοποιείται από την πλευρά της εφεσείουσας. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η ως άνω Αίτηση/Έφεση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και οδηγείται σε απόρριψη. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ. 412, παρ.795 και 796), επιδικάζονται προς όφελος του εφεσίβλητου και σε βάρος της εφεσείουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.