← Κύπρος

Βούρου ν. CYFIELD DEVELOPMENT CO LTD, Αρ. Αγωγής: 7595/12, 29/5/2020

Βούρου ν. CYFIELD DEVELOPMENT CO LTD, Αρ. Αγωγής: 7595/12, 29/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A257 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7595/12 Μεταξύ: *** Βούρου Ενάγουσας και CYFIELD DEVELOPMENT CO LTD Εναγομένης Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2020 Αίτηση ημερ. 26.6.19 υπό Ενάγουσας για Τροποποίηση της Απάντησης και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Δ. Χριστοδούλου, για Αναστάσιος Μυλωνάς & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Φ. Νικολάου, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αίτηση της η Ενάγουσα αιτείται άδειας για τροποποίηση και ή αντικατάσταση του δικογράφου της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Υποστηρίζει στην ένορκη δήλωση της πως, οι διορισθέντες τον Απρίλιο του 2019 νέοι δικηγόροι της, διαπίστωσαν λάθη και παραλείψεις στη δικογράφηση και συγκεκριμένα ότι απαιτείται να: - Προστεθούν οι νομικοί λόγοι μη ισχύος του τερματισμού του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, - Επιτραπεί στην ίδια να καταχωρίσει Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και - Δικογραφηθεί ο ισχυρισμός της περί παραίτησης και ή κωλύματος της Εναγομένης σε σχέση με τον τερματισμό. Ένσταση Η Εναγόμενη προέβαλε 17 λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι υπάρχει καθυστέρηση χωρίς επαρκή δικαιολογία, ότι επιχειρείται αντικατάσταση ολόκληρου δικογράφου, ότι οι ισχυρισμοί ήταν γνωστοί, ότι προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στην ίδια, ότι τίθενται νέα θέματα με εκτεταμένες αλλαγές και ότι υπάρχει κακοπιστία και ανακατασκευή αρχικών θέσεων. Οι λόγοι απόρριψης αναπτύσσονται σε συνοδευτική ένορκη δήλωση της εκ των δικηγόρων της εναγομένης κας Σ. Ηροδότου. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί πως στην παρούσα δεν τυγχάνει εφαρμογής η νέα Δ.25. Βάσει ρητής μεταβατικής διάταξης, ήτοι του κ.8 του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018 για αγωγές πέραν των €10.000 που έχουν καταχωριστεί μέχρι 31.12.15 εφαρμόζονται οι πρόνοιες της παλαιάς Δ.25. Κατά συνέπειαν, τα διάφορα ζητήματα θα πρέπει να τύχουν εξέτασης υπό το πρίσμα της παλαιάς διαταγής και νομολογίας. Οι σχετικές αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και προκύπτουν μέσα από πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά τις Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation

(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704, Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.1092). Για τις ανάγκες της παρούσας θεωρώ πως είναι αρκετό να παραπέμψω στην Clive Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2138 στην οποία, με αναφορά και σε άλλες υποθέσεις, οι βασικές αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.237. Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονή τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A. & G. Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης"». Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα ισχυρίστηκε με την έκθεση απαίτησης της (ημερ. 25.11.13) ότι βάσει σχετικού συμβολαίου κατά το 2006 είχε αγοράσει κατοικία στον Στρόβολο η οποία έπρεπε να παραδοθεί εντός 14-18 μηνών και να γίνει η μεταβίβαση με την έκδοση τίτλου. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι μέχρι τον Νοέμβριο του 2011 κατέβαλε συνολικά €789.814 (Λ.Κ.462.257) αλλά λόγω υπερβολικών απαιτήσεων της Εναγομένης, δεν μετέβη στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση με αποτέλεσμα στη συνέχεια η Εναγόμενη να αρνείται την παράδοση κατοχής. Με την αγωγή της αξίωσε ειδική εκτέλεση της σύμβασης και €1.708 μηνιαίως από τον Απρίλιο του 2009 μέχρι την παράδοση ως απώλεια χρήσης της κατοικίας. Η Εναγόμενη με την Υπεράσπιση της (ημερ. 9.4.14) υποστήριξε πως η όποια καθυστέρηση στην παράδοση οφείλετο σε αλλαγές ή επιπρόσθετες εργασίες ή δυσκολίες που προκαλούσε η Ενάγουσα και ότι λόγω της άρνησης εκείνης να δεχθεί μεταβίβαση στις 10.6.11 και στις 20.6.11 στη συνέχεια εξαργυρώθηκε σχετική εγγυητική προς τη Σ.Π.Ε. Λήδρας ύψους €472.526 στις 11.11.11 για την οποία η Εναγόμενη συνήψε σχετικό δάνειο, κατέβαλε σχετικά έξοδα και χρεώθηκε με τόκους, πέραν των εξόδων ανανέωσης της. Περί τις 30.3.12 η Εναγόμενη επέδωσε ειδοποίηση τερματισμού με προειδοποίηση τεσσάρων μηνών λόγω παράβασης ουσιωδών όρων, με τη λήξη της οποίας ισχυρίζονται ότι το αγοραπωλητήριο έχει τερματιστεί, πλην όμως δεν κατάφεραν να το πωλήσουν σε τρίτο πρόσωπο λόγω της κατάθεσης του συμβολαίου στο Κτηματολόγιο. Με την Ανταπαίτηση της η Εναγόμενη αξιώνει: - Διάταγμα ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική και ότι πρέπει είτε να απορριφθεί είτε να ανασταλεί μέχρι εκδίκασης της υπ' αρ. XXXXX/12 την οποία ήγειρε η ίδια εναντίον της εδώ Ενάγουσας για το ίδιο συμβόλαιο. - Διαζευκτικά αξιώνει διακήρυξη ότι το πωλητήριο έχει τερματιστεί νόμιμα, διατάγματα ακύρωσης και απόσυρσης του από το Κτηματολόγιο και (
  1. i)απόφαση για αποζημιώσεις λόγω της παράβασης συμβολαίου και (
  2. ii)απόφαση για €581.691 το οποίο αφορά το ποσό που εισέπραξε η Σ.Π.Ε. βάσει της εγγυητικής, τα έξοδα δανείου το οποίο συνήψαν για εξόφληση της εγγυητικής, ποσά τα οποία κατέβαλαν για ανανεώσεις της εγγυητικής και τους τόκους που κατέβαλαν για το δάνειο εξόφλησης της εγγυητικής. Ακολούθησε η αρχική Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, την οποία η Ενάγουσα καταχώρισε στις 12.2.15 μετά από αίτηση της Εναγομένης. Αίτηση ορισμού υπεβλήθη από την Εναγομένη στις 8.5.15 και από τις 24.6.15 έως τις 8.6.17 συναινούντων και των δύο πλευρών η αγωγή ορίζετο για οδηγίες. Για πρώτη φορά ορίστηκε για ακρόαση στις 12.12.17 οπότε με αίτημα άλλων δικηγόρων της Ενάγουσας που μόλις είχαν αναλάβει και παρά την ένσταση της Εναγομένης επαναορίστηκε για τις 7.5.18. Μεσολάβησε όμως στις 7.2.18 αίτηση της Ενάγουσας για συνένωση της αγωγής με την XXXXX/12. Η αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση στις 24.9.18, οδηγίες στις 8.10.18 και ξανά για ακρόαση στις 3.12.18 οπότε επιφυλάχθηκε απόφαση που εκδόθηκε στις 6.12.18, απορρίπτουσα το αίτημα και ορίζοντας την αγωγή για ακρόαση στις 17.4.19 και αργότερα στις 23.10.19 λόγω έλλειψης δικαστικού χρόνου. Στο ενδιάμεσο μεσολάβησε η υπό κρίσιν αίτηση στις 26.6.19 μόλις ανέλαβαν οι νέοι δικηγόροι της Ενάγουσας. Η Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρων καταχωρίστηκε επίσης στις 26.6.19. Αυτό το οποίο συνάγεται είναι ότι με το αρχικό δικόγραφο της Απάντησης και Υπεράσπισης της η Ενάγουσα: - Προέβαλε το θέμα κατάχρησης λόγω της παλαιότερης αγωγής. - Επανέλαβε τους αρχικούς ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, δεχόμενη ότι είχε δοθεί αρχική εγγυητική επιστολή προς εξασφάλιση της μεταβίβασης περί τις 10.5.09, η οποία και ανανεώνετο με έξοδα της Εναγομένης μέχρις τις 11.5.11, καθώς και μεταγενέστερη εγγυητική στις 20.4.10 ύψους €300.000 για μεταβίβαση μέχρι τις 18.3.11. - Αρνήθηκε ότι η ίδια είχε οποιαδήποτε ευθύνη για καθυστέρηση στην οικοδόμηση ή στην πληρωμή ή στην τήρηση των υποχρεώσεων της, ισχυριζόμενη ότι η Εναγόμενη απαιτούσε πλήρη αποπληρωμή προς εγγραφή υποθήκης, καθώς και υπέρογκα ποσά προκειμένου να προβεί σε μεταβίβαση της επίδικης οικίας. - Αρνήθηκε ότι είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος κατά τον Απρίλιο του 2011, παραδεχόμενη όμως ότι υπήρξε εξαργύρωση της εγγυητικής και προβάλλοντας ότι δεν έφερε ευθύνη η ίδια αλλά η Εναγόμενη, η οποία προέβαλλε υπέρογκες χρηματικές απαιτήσεις που ήταν και ο λόγος για τη μη εμφάνιση της στο Κτηματολόγιο. - Αρνήθηκε τα περί σύναψης δανείων από την Εναγόμενη προς εξυπηρέτηση εγγυητικής. - Δέχθηκε ότι είχε παραλάβει επιστολή των αντιδίκων δικηγόρων την 1.3.12 (ημερ. 16.2.12) με την οποία τής ζητούσαν €339.425 συν τόκους επικαλούμενοι την ακύρωση της μεταξύ τους συμφωνίας και προσέθεσε ότι είχε απαντήσει με επιστολή των δικών της δικηγόρων, αρνούμενη τότε τα επιπλέον ποσά και αξιώνοντας τα €1.708 μηνιαίως για την καθυστέρηση στην παράδοση της οικίας. - Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν ήταν νόμιμος ο τερματισμός της συμφωνίας με την εν λόγω επιστολή. - Δέχθηκε ότι είχαν προβεί σε διαπραγματεύσεις, αρνούμενη οποιαδήποτε ευθύνη για την αποτυχία τους. - Αρνήθηκε ότι είχε αποδεχθεί οποτεδήποτε τον τερματισμό. Το πρώτο το οποίο πρέπει να επισημανθεί είναι πως πράγματι η Ενάγουσα, παρότι χαρακτήρισε το δικόγραφο της ως «Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση», εντούτοις στην πράξη δεν υπερασπίστηκε όσον αφορά την Ανταπαίτηση. Αυτή από πλευράς Εναγομένης είχε παρατεθεί στην §47 υπό τον τίτλο «Ανταπαίτηση» και όπως διαπιστώνεται η Ενάγουσα είχε απαντήσει μόνο για τις §§1-46 παραλείποντας να πει οτιδήποτε για τις προβληθείσες ανταπαιτητικώς αξιώσεις της Εναγομένης. Υπ' αυτή την έννοια όντως θα μπορούσε να λεχθεί - και συμφωνώ - ότι ελλείπει η Υπεράσπιση της Ενάγουσας στην Ανταπαίτηση της Εναγομένης. Όσον αφορά την ουσία των προτεινόμενων αλλαγών είναι γεγονός ότι στην πλειονότητα τους οι προβαλλόμενες θέσεις δεν εκφεύγουν από την αρχική υπερασπιστική γραμμή. Από την άλλη είναι επίσης γεγονός πως εισάγονται και ισχυρισμοί οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί όπως: (
  3. i)οι αφορώντες την παραίτηση ή το κώλυμα, (
  4. ii)οι σχετικοί με καταχρηστικές ρήτρες λόγοι μη αποδοχής του τερματισμού και (iii) αναιρείται η αρχική παραδοχή περί έκδοσης του τίτλου και δη επικαιροποιημένου. Δεν χρειάζεται βέβαια ιδιαίτερη ανάλυση περί του ότι σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο δεν απαιτείται να καταδειχθεί και ούτε εξετάζεται η βασιμότητα ή αξιοπιστία των ισχυρισμών τους οποίους επιχειρεί να εισαγάγει ο αιτούμενος την τροποποίηση διάδικος. Ούτε βέβαια ευσταθεί η θέση ότι δεν επιτρέπεται γενικά διαφοροποίηση των θέσεων οι οποίες είχαν προβληθεί με παλαιότερο δικόγραφο αφού κάτι τέτοιο θα απαγόρευε εκ προοιμίου τη δυνατότητα τροποποίησης ενός δικογράφου. Με δεδομένο ότι είναι επιτρεπτή ακόμα και η απόσυρση παραδοχών, εκτός αν υπό τις περιστάσεις εγείρεται κώλυμα (estoppel) στη βάση των όσων έχουν κριθεί στη Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.1874, δεν ευσταθεί ούτε αυτός ο λόγος ένστασης. Δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Ενάγοντες έχουν βασιστεί στις παραδοχές αναπροσαρμόζοντας τη θέση τους σε βαθμό και έκταση που θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον αντίδικο να προβάλει διαφορετική από την αρχική του θέση. Αναμφίβολα βέβαια η Εναγόμενη έχει καταχωρίσει Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τοποθετούμενη αναλόγως των αρχικών δηλώσεων και παραδοχών, πλην όμως αυτό δεν συνιστά δυσμενή επηρεασμό δεδομένου ότι αφενός εκ της φύσεως της η δική της θέση παραμένει αμετάβλητη και αφετέρου ούτως ή άλλως θα έχει το δικαίωμα επανατοποθέτησης (με Απάντηση), εάν η αίτηση εγκριθεί. Η Εναγόμενη προβάλλει ότι με τις τροποποιήσεις επιδιώκεται αλλαγή στη βάση υπεράσπισης. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς αυτό και είναι όντως γνωστή η γενικότερη αρχή ότι «. τροποποίηση η οποία διαφοροποιεί τη βάση αγωγής ή υπεράσπισης εγκρίνεται με πολύ δισταγμό» (Τσαγκάρη ν. Γαβριηλίδου κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.156). Σε αντίθεση με την Kallice Holdings Co. Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1) 1 Α.Α.Δ.162 στην παρούσα προβάλλονται μεν κάποιοι νέοι ισχυρισμοί πλην όμως αυτό δεν επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης της Εναγομένης από πλευράς ουσίας, αφού η θέση της ίδιας ήταν εξαρχής και παραμένει ότι είχε εκδώσει τίτλο, ότι ήταν σε θέση να προβεί σε μεταβίβαση, ότι ήταν λόγω συμπεριφοράς της Ενάγουσας που αυτή δεν πραγματοποιήθηκε και κυρίως ότι δικαιωματικά η Εναγόμενη τερμάτισε τη σύμβαση. Δεν διαπιστώνονται δηλαδή ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα της και την απόδειξη της ανταπαίτησης της αφού τα συγκεκριμένα στοιχεία ήταν ζητήματα τα οποία ούτως ή άλλως θα έπρεπε να αποδειχθούν. Εν πάση όμως περιπτώσει το θέμα δεν θα απασχολήσει περαιτέρω καθότι γενικά και υπό προϋποθέσεις δεν απαγορεύεται ακόμα και η προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης, καθώς και ο ανασχηματισμός ή η αναδιαμόρφωση του δικογράφου ενός διαδίκου, ούτως ώστε να αναδείξει την πραγματική αμφισβητούμενη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Η δυνατότητα αυτή επιβεβαιώνεται από τα παρατιθέμενα στο σύγγραμμα των Bullen and Leake and Jacob's PRECEDENTS OF PLEADINGS, 12η έκδοση, σελ.127 ως εξής: «Thus, before the trial, leave to amend is readily granted on the usual terms that the costs of and occasioned by the amendment, including the costs of the application, are to be paid by the party amending in any event. So, the plaintiff may add a new cause of action and the defendant a new ground of defence or either party may re-frame or re-formulate his case so as to bring out the real question in controversy between them.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Κρίνεται ότι από πλευράς περιεχομένου οι επιχειρούμενες αλλαγές εμπίπτουν στην επιτρεπόμενη, με βάση τις ως άνω αρχές αναδιαμόρφωση και ή ανασχηματισμό δικογράφου, αφού πραγματικά αναδεικνύει και τροχιοδρομεί προς εκδίκαση τα πραγματικά επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων. Ακόμα όμως και αν τα πιο πάνω θεωρηθούν ως προσθήκη νέας βάσης, θεωρώ πως ευρίσκονται εντός των επιτρεπτών ορίων από πλευράς δικογραφικών κανόνων. Καθίσταται περαιτέρω σαφές πως τα ουσιώδη ερωτήματα, όσον αφορά την αίτηση, είναι αφενός κατά πόσον το εγχείρημα της Ενάγουσας είναι ανέντιμο ή ότι μέσω αυτού σκοπείται η εξαπάτηση των αντιδίκων ή ότι έχει προωθηθεί με αλλότρια κίνητρα ή ότι είναι αβάσιμο ή άσχετο με τα επίδικα θέματα και αφετέρου κατά πόσον το Δικαστήριο ικανοποιείται ως προς τη βασιμότητα και ουσιαστικότητα της επιδιωκόμενης τροποποίησης. Θα πρέπει εξαρχής να διευκρινιστεί πως παρά τις όποιες πιθανές δικογραφικές αδυναμίες του δικογράφου όπως προτείνεται, εντούτοις αποδίδει τις θέσεις της Ενάγουσας και δεν στοιχειοθετεί κάποιον από τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Αναμφίβολα από τα πιο πάνω δεν προκύπτει κάτι το οποίο να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι παρέλειψε σκόπιμα η Ενάγουσα είτε να συμπεριλάβει στο αρχικό δικόγραφο τα όσα προβάλλει είτε να προωθήσει νωρίτερα την αίτηση της. Εκτός από μερικές δικασίμους οι αναβολές δεν προκλήθηκαν από την ίδια και δεν φαίνεται να είναι υπεύθυνη άλλης καθυστέρησης στην υπόθεση. Οι πλείστες αναβολές οφείλοντο σε κοινά αιτήματα και σε μια περίπτωση η αναβολή ακρόασης σε έλλειψη χρόνου του Δικαστηρίου. Ούτε έχει υπάρξει μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι σκοπίμως άλλαξε δικηγόρο στο στάδιο που το έπραξε, και όχι νωρίτερα, αποβλέποντας σε καθυστέρηση. Δεν έχει καταδειχθεί πως η Ενάγουσα είχε οποιοδήποτε λόγο ή κάτι να ωφεληθεί από μια σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης της. Όπως έχει αναφερθεί στην Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.745: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη.» Είναι όμως γεγονός πως οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί, καθώς και οι διαμορφωθείσες αξιώσεις θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί και στο αρχικό δικόγραφο, δεδομένου ότι τα γεγονότα όντως ήταν γνωστά. Δεν έχει διαφανεί βέβαια ότι η Ενάγουσα κατά τη σύνταξη του είχε σχετική ειδική γνώση και ενέκρινε τη μη συμπερίληψη των θέσεων αυτών στο αρχικό δικόγραφο της. Αντιθέτως η εικόνα η οποία δίδεται από την ένορκη δήλωση και την αγόρευση της Ενάγουσας και αυτό το οποίο εμμέσως πλην σαφώς αφήνεται να νοηθεί είναι πως η μη συμπερίληψη αυτών οφείλεται στην κρίση των αρχικών δικηγόρων. Ο νέος δικηγόρος διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση μετά τον Απρίλιο του 2019 και προχώρησε στις 26.6.19 στην παρούσα αίτηση, δηλαδή αμέσως μετά τη διαπίστωση των αδυναμιών και ελλείψεων. Ο βασικός λόγος ένστασης είναι σαφέστατα η 7ετής καθυστέρηση από την καταχώριση της αγωγής μέχρι την καταχώριση της παρούσας. Ανεξαρτήτως του ότι στις 26.6.19 είχε αναλάβει ο νέος δικηγόρος, είναι γεγονός πως υπήρξε αδράνεια για κάποια έτη τουλάχιστον από τους αρχικούς δικηγόρους, ήτοι από το 2015 μέχρι την παρούσα αίτηση, η οποία (καθυστέρηση) βεβαίως ορθώς αποδίδεται στην Ενάγουσα. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξε καθυστέρηση, για την οποία μάλιστα δεν έχει δοθεί εξήγηση άλλη εκτός από την παράλειψη δικηγόρου να προβάλει τα θέματα όπως στην πραγματικότητα θα επιθυμούσε η Ενάγουσα και όπως επιζητείται σήμερα. Σχετικά έχει αναφερθεί στην Ikos Cif Ltd v. Marfin Coward κ.ά., Πολ. Έφ.137/13 κ.ά., ημερ. 20.3.14 ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και ότι δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. Από την άλλη πλευρά όμως, όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece (ανωτέρω) παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου επί του οποίου δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με κατάλληλη μαρτυρία η εκδοχή των εφεσειόντων. Στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ.426 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έκρινε πως η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Προσέθεσε επίσης πως μια καλόπιστη αίτηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί ακόμα και αν, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση αιτιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Είναι αυτή η στάθμιση όλων των παραγόντων που οδήγησε, επίσης κατ' έφεσιν, στην έγκριση τροποποίησης 11 έτη μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και αφού ακούστηκαν 12 μάρτυρες εναγόντων στην Kayat Trading Ltd v. Genzyme
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Συγκεκριμένα είχε μεταξύ άλλων συνεκτιμηθεί πως δεν υπήρχε κακοπιστία από πλευράς αιτητών και πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανάκληση μαρτύρων για περαιτέρω αντεξέταση δεν μπορούσε να έκλινε την πλάστιγγα εναντίον της τροποποίησης αφού προείχε το συμφέρον της δικαιοσύνης, η δε ζημιά των καθ' ων μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ αντίθετα οι συνέπειες για την υπόθεση των αιτητών από τη μη τροποποίηση θα ήταν καταστροφικές. Έχω τη γνώμη πως η παρούσα περίπτωση διακρίνεται ουσιωδώς από την Ikos (ανωτέρω) στην οποίαν κρίθηκε πως τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξ ολοκλήρου τον χαρακτήρα της αφού υπήρχε παλαιότερη προσθήκη διαδίκων, και με την αίτηση προέκυπτε νέα βάση αγωγής και δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, ενώ παράλληλα παρέμενε ανεπίδοτη η αγωγή σε κάποιους και παρέμεναν σε ισχύ ενδιάμεσα διατάγματα, οπότε υπήρχε κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς στην άλλη πλευρά και εν τέλει ήταν προσφορότερο τα νέα αγώγιμα δικαιώματα να εκδικάζοντο στα πλαίσια άλλων αγωγών. Καθοδηγητικά είναι τα αναφερθέντα στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα, Πολ. Έφ.Ε5/14, ημερ. 24.3.14, η οποία οδήγησε σε διαταγή επανεκδίκασης αίτησης τροποποίησης με την οποία ζητείτο η προσθήκη στην υπεράσπιση ισχυρισμού για novus actus interveniens πέντε έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και ενώ η ακρόαση της είχε ήδη αρχίσει (και είχε προχωρήσει ακόμα περισσότερο μέχρι την εκδίκαση της έφεσης). Λέχθηκαν τα εξής: «Εξάλλου, η υπεράσπιση, αν και η ίδια καταχωρημένη με καθυστέρηση, επεδιώχθη να τροποποιηθεί αμέσως μόλις ανεκαλύφθη, όπως είναι ο ισχυρισμός, η εκ παραδρομής παράλειψη αναφοράς στη διάσταση αυτή. Δεν υπήρξε λοιπόν υπέρμετρη καθυστέρηση όσον αφορά την ίδια την αίτηση, έστω και αν το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί προηγουμένως. Εν πάση όμως περιπτώσει, λανθασμένη είναι και η άλλη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι προέκυπτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Είναι γεγονός ότι η ακρόαση είχε αρχίσει και δεν επρόκειτο για αγωγή για την οποία δεν είχε ακόμα αρχίσει η ακρόαση. Αλλά προφανώς βρισκόμαστε στο πρώτο στάδιο της υπόθεσης με μαρτυρία του ίδιου του εφεσιβλήτου και χωρίς καν να είχε εισαχθεί ιατρική μαρτυρία, η οποία ήταν και το ουσιαστικό ζητούμενο στην όλη υπόθεση». Στη βάση των πιο πάνω αρχών αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως το βασικό και ουσιώδες κριτήριο είναι άλλο και πως η παρούσα δεν θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ανεξήγητης καθυστέρησης, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν πως η ακρόαση δεν έχει ακόμα αρχίσει, ότι η Εναγόμενη δύναται δεόντως να αποζημιωθεί λαμβάνοντας τα έξοδα που θα προκαλέσει η τροποποίηση, ότι δεν υπήρξε κακοπιστία και ότι με την επιχειρούμενη τροποποίηση τίθεται το αναγκαίο υπόβαθρο για προώθηση της εκδοχής της Ενάγουσας. Κατάληξη Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και ασκώντας τη δικαστική ευχέρεια κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως η §Α της αίτησης. Η Τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση της Ενάγουσας να καταχωριστεί μέχρι τις 15.6.
  2. Τροποποιημένη Απάντηση της Εναγομένης να καταχωριστεί μέχρι τις 8.7.
  3. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της αίτησης, καθώς και όσα παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 30.10.20 και ώρα 11:00 π.μ.. Χωρίς έξοδα. (Υπ.) .................. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.