ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. CYMaterial Ltd, Αρ. Αγωγής: 3867/14, 29/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A261 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3867/14 XXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Ενάγοντας και CYMaterial Ltd Εναγόμενοι ----------------------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Η. Χρίστου Για εναγόμενους: κ. Α. Ντορζής ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 02/01/14 ο ενάγοντας, ο οποίος τον τότε καιρό διέμενε στο Λονδίνο αλλά είχε αποφασίσει να κτίσει σπίτι σε οικόπεδο που αγόρασε στην περιοχή Κάβο Γκρέκο, επισκέφτηκε το κατάστημα πώλησης οικοδομικών υλικών των εναγομένων στη Λευκωσία όπου και παρήγγειλε συγκεκριμένου τύπου κεραμικά, συνολικής ποσότητας 470.22m2 και συνολικής αξίας €6.700 (περ. ΦΠΑ), τα οποία ζήτησε όπως του παραδοθούν στη διεύθυνση «XXXXX, AGIA NAPA, XXXXX». Κατά την παραγγελία του ο ενάγοντας εξυπηρετήθηκε από μία υπάλληλο των εναγομένων καθώς επίσης και από τη Μ. Κυπριανού, υπεύθυνη του καταστήματος, οι οποίες εξέδωσαν την ίδια ημέρα το σχετικό τιμολόγιο - sales order υπ. αρ. 25833 (Τεκ.1), στο οποίο καταγράφηκε ως ημερομηνία παράδοσης των κεραμικών στη διεύθυνση που δήλωσε ο ενάγοντας η 24/04/
- Την ίδια μέρα επίσης, ο ενάγοντας κατέβαλε στους ενάγοντες το 50% του συνολικού ποσού της παραγγελίας των €6.700, ήτοι πλήρωσε έναντι το ποσό των €3.350 και για την πληρωμή αυτή οι ενάγοντες εξέδωσαν σχετική απόδειξη είσπραξης (Τεκ.2). Στις 24/04/14, ήτοι την ημερομηνία που αναφέρετο στο sales order ως η ημερομηνία παράδοσης των κεραμικών, καμία τέτοια παράδοση δεν έγινε από πλευράς εναγόμενων και ούτε μέχρι και τις 13/05/14 τα κεραμικά παραδόθηκαν. Ο λόγος για τη μη παράδοση των κεραμικών συνιστά αντικείμενο της διαφωνίας των διαδίκων. Σε επιστολή που έστειλε στους εναγόμενους ο δικηγόρος του ενάγοντα στις 13/05/14, η οποία έφερε ημερομηνία 12/05/14, αναφερόταν ότι ο ενάγοντας θεωρούσε ότι η μη παράδοση των παραγγελθέντων κεραμικών στις 24/04/14 συνιστούσε παράβαση ουσιώδους όρους της συμφωνίας των μερών και ότι επειδή «μέχρι και σήμερα παραλείπετε ή/και αμελείτε να παραδώσετε την εν λόγω παραγγελία.(ο ενάγοντας έχει) υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη». Με την ίδια επιστολή ο δικηγόρος του ενάγοντα πληροφορούσε τους εναγόμενους ότι ο πελάτης του δεν επιθυμούσε πλέον την εκπλήρωση της συμφωνίας, ότι την τερμάτιζε άμεσα και ότι απαιτούσε όπως του επιστραφούν οι €3,350 που είχε ήδη καταβάλει έναντι του σχετικού τιμολογίου- sales order (Τεκ.3). Στην εν λόγω επιστολή απάντησε εκ μέρος των εναγομένων στις 16/05/14 η κα Κυπριανού, η οποία, δεχόμενη ότι τα παραγγελθέντα κεραμικά δεν παραδόθηκαν στις 24/04/14, ισχυρίστηκε, αφ' ενός ότι η 24/04/14 συνιστούσε ενδεικτική και όχι συμβατικά καθορισμένη ημερομηνία εφόσον τα κεραμικά θα έπρεπε να έρθουν από το εξωτερικό και ο ενάγοντας το γνώριζε και αφ' ετέρου ότι η όποια καθυστέρηση προκλήθηκε, αυτή οφείλετο αποκλειστικά στην απόφαση του ενάγοντα όπως αλλάξει την παραγγελία του στις 04/04/14, ήτοι δύο μέρες μετά την υποβολή της, αυξάνοντας την ποσότητα των κεραμικών που ήθελε στα 505,92 m2 με αποτέλεσμα να «χαθεί» η ήδη προγραμματισμένη φόρτωση των κεραμικών από την Ισπανία (Τεκ.3). Ισχυριζόμενη περαιτέρω η Κυπριανού στην επιστολή της ότι εν τω μεταξύ τα κεραμικά είχαν παραληφθεί από τους εναγόμενους αλλά δεν είχαν ακόμη παραδοθεί στον ενάγοντα διότι ανέμεναν από τον τελευταίο όπως τους ενημερώσει για τη νέα ημερομηνία που μπορούσαν να του παραδοθούν «τα προϊόντα που παραγγέλθηκαν ειδικά» γι' αυτόν, ενημέρωσε το δικηγόρο του ενάγοντα ότι τα κεραμικά ήταν στην αποθήκη των εναγομένων και στη διάθεση του ενάγοντα να προσέλθει όποτε θέλει για να τα παραλάβει, αφού βεβαίως πρώτα εξοφλήσει το υπόλοιπο της παραγγελίας του, το οποίο υπόλοιπο, σύμφωνα με την επιστολή της Κυπριανού, ανερχόταν σε €3.858,
- Απάντηση στην επιστολή της Κυπριανού από πλευράς ενάγοντα δεν υπήρξε και ούτε τα κεραμικά παραδόθηκαν ποτέ στον τελευταίο ούτε και το ποσό των €3.350 που είχε καταβάλει ο ενάγοντας έναντι του sales order του επιστράφηκε. Τα πιο πάνω γεγονότα συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων και καθίστανται ευρήματα μου. Στις 04/07/14 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με την οποία ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι «ήταν ουσιώδης όρος της συμφωνίας όπως η παράδοση των. (κεραμικών).θα έπρεπε να γίνει κατά ή περί της 24/04/14.σκοπός του πιο πάνω όρου ήταν η διασφάλιση από τον ενάγοντα ότι τα υλικά θα ήταν διαθέσιμα για τοποθέτηση τη συγκεκριμένη ημερομηνία από εκμισθωμένο συνεργείο του ενάγοντα στα πλαίσια ετοιμασίας/εξωραϊσμού/επιδιορθώσεων ή/και εργολαβίας ή/και έργου που ανέλαβε ο ενάγοντας». Επειδή, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με την εν λόγω κατ' ισχυρισμό ουσιώδη συμβατική υποχρέωση τους, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, η συμφωνία των μερών κατέστη άκυρη και/'η ακυρώσιμη κατ' εκλογή του, οπόταν όχι μόνο δικαιωματικά αυτός την τερμάτισε στις 13/05/14 αλλά και επειδή κατέστη αδύνατο να διεκπεραιώσει τις εργασίες που είχε αναλάβει λόγω αυτής της συμβατικής παράβασης των εναγομένων, αξιώνει από τους τελευταίους το ποσό των €3.350 που κατέβαλε στη βάση «.παράβαση γραπτής ή/και προφορικής συμφωνίας και/ή δυνάμει τιμολογίου και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και ως money had received ή/και άλλως πώς». Σημειώνω εδώ ότι αρχικά ο ενάγοντας αξίωνε και ποσό €5.000 ως περαιτέρω ζημιές που ισχυριζόταν ότι υπέστη συνεπεία της κατ' ισχυρισμό αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων, όμως αυτή η αξίωση του αποσύρθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στην αντίπερα όχθη οι εναγόμενοι παραδέχονται με την υπεράσπιση τους μεταξύ άλλων τον δικογραφημένο ισχυρισμό του ενάγοντα ότι «ήταν ουσιώδης όρος της συμφωνίας όπως η παράδοση των. (κεραμικών).θα έπρεπε να γίνει κατά ή περί της 24/04/14.» και ισχυριζόμενοι αφ' ενός ότι η αναφορά στην ημερομηνία 24/04/14 ήταν ενδεικτική και αφ' ετέρου ότι η καθυστέρηση στην παράδοση των κεραμικών κατ' εκείνη την ημερομηνία ήταν ολιγοήμερη και οφειλόταν αποκλειστικά στην αλλαγή της παραγγελίας από πλευράς ενάγοντα στις 04/04/14, απέρριψαν τόσο το δικαιολογημένο και νόμιμο του τερματισμού της συμφωνίας από πλευράς του τελευταίου όσο και τον ισχυρισμό ότι η μη εκτέλεση της σύμβασης οφειλόταν σε δική τους υπαιτιότητα. Θέση των εναγομένων είναι ότι η σύμβαση δεν εκτελέσθηκε λόγω άρνησης του ενάγοντα να παραλάβει τα κεραμικά που παρήγγειλε και τα οποία οι εναγόμενοι «ισχυρίζονται ότι ήταν και είναι έτοιμοι» να τα παραδώσουν εφόσον η επίδική συμφωνία εξακολουθεί να είναι σε ισχύ και τα κεραμικά στη διάθεση του ενάγοντα. Κατά την ακρόαση, μαρτυρία από πλευράς ενάγοντα έδωσε μόνο ο ίδιος (ΜΕ1) ενώ από πλευράς εναγομένων κατέθεσε η Κυπριανού ως ΜΥ
- Η μαρτυρία αμφότερων των εν λόγω μαρτύρων κινήθηκε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με τα δικόγραφα και τις θέσεις που εξέφρασαν στις επιστολές που είναι παραδεκτό ότι ανταλλάχτηκαν μεταξύ των μερών (Τεκ.3). Ειδικότερα όμως, ο μεν ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που συμφωνήθηκε ρητά η 24/04/14 ως ημερομηνία παράδοσης των κεραμικών και που καμία αναφορά δεν έγινε στο sales order ότι η εν λόγω ημερομηνία συνιστούσε «ενδεικτική ημερομηνία παράδοσης», ήταν διότι αυτός είχε αναφέρει ρητά στους ενάγοντες ότι, επειδή τότε διέμενε στο Λονδίνο, είχε διευθετήσει όπως μεταβεί στην Κύπρο εκείνη τη συγκεκριμένη ημερομηνία αποκλειστικά για να διασφαλίσει ότι τα κεραμικά θα παραλαμβάνονταν από τους εργολάβους που θα μετέβαιναν στο σπίτι του την ίδια ημέρα για να τα τοποθετήσουν. Οποιαδήποτε επομένως καθυστέρηση, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, είχε τονιστεί στους εναγόμενους ότι δεν θα γινόταν αποδεκτή διότι, «Εκείνη την περίοδο ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για μένα όπως τελειώσω εγκαίρως το σπίτι και μεταβώ στο Λονδίνο γιατί είχα πολλές υποχρεώσεις εκεί. Για αυτόν τον λόγο είχα τονίσει τον όρο ότι θα μπορώ να πάρω τα λεφτά μου πίσω σε περίπτωση μη παράδοσης των εμπορευμάτων». Ισχυρίστηκε επίσης κατά την μαρτυρία του ο ενάγοντας ότι την μεταξύ των μερών συμφωνία την τερμάτισε πολύ πριν τις 13/05/14 που στάληκε η επιστολή του δικηγόρου του και συγκεκριμένα ότι την τερμάτισε τηλεφωνικώς στις 24/04/14 όταν ενημερώθηκε από τους ενάγοντες ότι η παράδοση θα καθυστερούσε και απέρριψε υποβολές που του έγιναν ως προς το ότι επρόκειτο για ολιγοήμερη καθυστέρηση η οποία οφειλόταν στο γεγονός ότι ο ίδιος αποφάσισε να αλλάξει την παραγγελία του. Η δε Κυπριανού, η οποία ουσιαστικά επανέλαβε τις θέσεις που εξέφρασε στην επιστολή της προς το δικηγόρο του ενάγοντα στις 16/05/14, δέχτηκε ουσιαστικά ότι κατά την υποβολή της αρχικής παραγγελίας του ενάγοντα, ο τελευταίος της ανέφερε ότι ήθελε τα κεραμικά να του παραδοθούν το συντομότερο και ότι συνιστούσε επείγον θέμα γι' αυτόν, ισχυρίστηκε όμως ότι εξήγησε στον τελευταίο ότι επειδή τα κεραμικά έπρεπε να παραγγελθούν από το εξωτερικό, η ημερομηνία παράδοσης επηρεάζετο από διάφορους παράγοντες και συνεπώς θα καταβαλλόταν κάθε δυνατή προσπάθεια από του εναγόμενους όπως του τα παραδώσουν το συντομότερο. Η 24/04/14, ισχυρίστηκε η Κυπριανού, σημειώθηκε απλά ως μια ενδεικτική ημερομηνία παράδοσης, η οποία υπολογίστηκε με βάση τα τότε δεδομένα και τίποτα περισσότερο. Όταν όμως δύο μέρες αργότερα, ως ισχυρίστηκε η Κυπριανού, ο ενάγοντας αποφάσισε να αυξήσει την παραγγελία αναφέροντας ότι του είχε δοθεί λανθασμένη ποσότητα από τον εργολάβο, αυτή του εξήγησε ότι η αλλαγή θα προκαλούσε κάποια ολιγοήμερη καθυστέρηση και όταν αυτός αντέδρασε στην πληροφόρηση αυτή, του είπε ότι οι εναγόμενοι θα έκαμναν ότι μπορούσαν για να παραδώσουν τα κεραμικά το συντομότερο δυνατό. Τελικά, ισχυρίστηκε η μάρτυς, αν και δεν κατέστη δυνατό να παραληφθούν τα κεραμικά από το εξωτερικό και να παραδοθούν στις 24/04/14, όταν ο ενάγοντας επικοινώνησε μαζί της την ίδια μέρα, του ανέφερε ότι τα κεραμικά υπολογίζονταν να του παραδοθούν μεταξύ 28 - 30 Απριλίου, ήτοι σε λιγότερο από μία εβδομάδα. Παρά όμως το ότι τα κεραμικά όντως παραλήφθηκαν εντός της εβδομάδας, οι εναγόμενοι δεν τα παρέδωσαν στον ενάγοντα διότι περίμεναν τον τελευταίο, ισχυρίστηκε η μάρτυς, να τους ενημερώσει πότε ήθελε να του τα παραδώσουν εφόσον έπρεπε να διασφαλιστεί ότι κατά την παράδοση θα υπήρχε κάποιος να παραλάβει τα κεραμικά και να υπογράψει και να πληρώσει το υπόλοιπο του τιμολογίου. Αυτό ήταν που λέχθηκε και στην επιστολή της 16/05/14 πλην όμως ο ενάγοντας ουδέποτε προσήλθε να παραλάβει τα κεραμικά, τα οποία σύμφωνα με την μάρτυρα, μέχρι και σήμερα δεν έχουν πουληθεί και «βρίσκονται στην αποθήκη μας νομίζω». Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρία, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Ο μεν κ. Χρίστου επικαλέστηκε αφ' ενός το αξιόπιστο της μαρτυρίας του πελάτη του για να υποστηρίξει ότι η παράδοση στις 24/04/14 συνιστούσε ουσιώδη όρο της συμφωνίας ο οποίος παραβιάστηκε και αφ' ετέρου τις πρόνοιες της καταναλωτικής νομοθεσίας και συγκεκριμένα του Ν.133(Ι)/13, για να υποστηρίξει ότι οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν ρητά τον ενάγοντα για όλες τις σχετικές λεπτομέρειες αναφορικά με τα πωληθέντα αγαθά, περιλαμβανομένης και της ακριβούς ημερομηνίας παράδοσης τους αλλά παρά ταύτα παρέλειψαν να το πράξουν. Κατά το συνήγορο, αυτές οι παραλείψεις των εναγομένων έδωσαν το δικαίωμα στον ενάγοντα να ακυρώσει νόμιμα τη συμφωνία και να απαιτήσει επιστροφή των χρημάτων που έδωσε, εξ' ου και θα πρέπει η παρούσα αγωγή να επιτύχει. Ο κ. Ντορζής από την άλλη έδωσε έμφαση στο εκ της δικογραφίας παραδεκτό γεγονός ότι η παράδοση των εμπορευμάτων έπρεπε να γίνει «κατά ή περί την 24/04/14», γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει, κατά το συνήγορο, τη θέση των εναγομένων ότι η εν λόγω ημερομηνία συνιστούσε μόνο ενδεικτική - πιθανή ημερομηνία παράδοσης και όχι ουσιώδη όρο της συμφωνίας, καθώς και στο ότι έμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία της ΜΥ1 ότι τα κεραμικά παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους στις 28/04/14 αλλά παρά ταύτα ο ενάγοντας, ο οποίος κλήθηκε να τα παραλάβει, αρνήθηκε να το πράξει. Υποστήριξε συναφώς ο συνήγορος ότι ο τερματισμός από πλευράς ενάγοντα δεν ήταν νόμιμος και ούτε δημιουργήθηκαν προς όφελος του τελευταίου οποιαδήποτε αγώγιμα δικαιώματα ώστε να δικαιολογείται όπως του επιστραφεί το αξιούμενο ποσό. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Anot her
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Όπως θα διαφανεί πιο κάτω, λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο που τα δικόγραφα και η μαρτυρία των διαδίκων διαμόρφωσαν, τη φύση της υπόθεσης και ειδικότερα τη φύση της επίδικης αξίωσης ως αυτή έχει περιοριστεί, καθώς επίσης και τα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα που αναφέρονται ανωτέρω και τα οποία έχουν καταστεί ευρήματα μου, θεωρώ ότι η ενασχόληση με θέματα αξιολόγησης της εκατέρωθεν προσκομισθείσας μαρτυρίας προς διαπίστωση του πραγματικού λόγου που δεν κατέστη δυνατό μέχρι σήμερα να εκπληρωθεί η επίδική συμφωνία καθώς επίσης και η νομική εξέταση αναφορικά με το ποιος εκ των δύο διαδίκων ευθύνεται γι' αυτό, καθίσταται μη αναγκαία ή εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό (βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019, Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28). Εξηγώ. Με την παρούσα αγωγή, ο ενάγοντας δεν αξιώνει πλέον οποιοδήποτε ποσό γενικών ή ειδικών αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης ως αξίωνε αρχικά, αλλά η μόνη αξίωση του που παρέμεινε να προωθείται, αφορά αποκλειστικά σε επιστροφή του ποσού των €3.350 που κατέβαλε ως μερική πληρωμή έναντι του τιμολογίου των εναγομένων. Το θέμα αυτό, ήτοι το κατά πόσο ένας αγοραστής δικαιούται να ανακτήσει από τον πωλητή την πληρωμή που έκαμε στα πλαίσια μιας συμφωνίας η οποία τελικά δεν εκπληρώθηκε συνεπεία παράβασης της από κάποιον εκ των αντισυμβαλλομένων, έχει πρόσφατα απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση STIRRUP INVESTMENTS LTD ν.
- Μ. ΜΙΧΑΗΛ, κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A424, Πολιτική Έφεση Αρ. 308/2012, 11/10/
- Σε εκείνη την υπόθεση η αγωγή είχε εγερθεί από τους πωλητές στην εκεί επίδικη συμφωνία των μερών, οι οποίοι είχαν λάβει προκαταβολικά από τους αγοραστές κατά την υπογραφή της συμφωνίας το ποσό των Λ.Κ.100.000, με το συνολικό ποσό στο οποίο αφορούσε η συμφωνία να ήταν το πόσο των Λ.Κ.7.700.
- Ισχυριζόμενοι λοιπόν οι εκεί πωλητές ότι οι αγοραστές αδικαιολόγητα δεν συμμορφώθηκαν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, θεώρησαν τη συμφωνία ακυρώσιμη κατ' επιλογή τους οπόταν και την τερμάτισαν και αξίωσαν από τους τελευταίους αποζημιώσεις. Από την πλευρά τους οι αγοραστές απέρριψαν το νόμιμο του τερματισμού της συμφωνίας και ήγειραν ανταπαίτηση αξιώνοντας ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και διαζευκτικά επιστροφή της προκαταβολής των Λ.Κ.100.
- Η αγωγή πέτυχε πρωτοδίκως πλην όμως επιδικάστηκαν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις ενώ η ανταπαίτηση απορρίφθηκε. Η έφεση που καταχωρήθηκε από τους αγοραστές στο τέλος παρέμεινε να αφορά μόνο στο θέμα της απόρριψης της ανταξίωσης για επιστροφή της πληρωμής που είχε ήδη γίνει από τους αγοραστές. Απασχόλησε δηλαδή στην έφεση το ίδιο θέμα που εγείρεται προς συζήτηση στην παρούσα υπόθεση, ήτοι το δικαίωμα ενός αγοραστή να ανακτήσει πληρωμή που έχει ήδη κάμει σε πωλητή όταν η σύμβαση δεν καταστεί δυνατό να εκπληρωθεί συνεπεία παράβασης ή άλλως πώς. Κρίνω λοιπόν σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο το σχετικό μέρος από την απόφαση στην STIRRUP όπου το Ανώτατο Δικαστήριο πραγματεύτηκε τις σχετικές νομικές αρχές: «Επί της εφέσεως ο βασικός ισχυρισμός των εφεσειόντων, ως αγοραστών, εστιάζεται στον ισχυρισμό ότι οι εφεσίβλητοι προσπορίσθηκαν το ποσό των ΛΚ100.000 αδικαιολόγητα, το οποίο είχαν ανταπαιτήσει στη βάση του άρθρου 64 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 64 του Κεφ. 149, το οποίο επικαλούνται οι εφεσείοντες, προνοεί ως ακολούθως: «
- Αν ο συμβαλλόμενος κατ' εκλογή του οποίου η σύμβαση είναι ακυρώσιμη υπαναχωρήσει από αυτή, ο αντισυμβαλλόμενος δεν υποχρεούται να εκπληρώσει οποιαδήποτε υπόσχεση που τον βαρύνει στη σύμβαση. Το πρόσωπο που υπαναχωρεί από ακυρώσιμη σύμβαση υποχρεούται, αν από αυτή προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος από άλλο συμβαλλόμενο, να αποκαταστήσει το όφελος αυτό, στο μέτρο του εφικτού, στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό.» Αμέσως παρατηρείται ότι η μετάφραση του εν λόγω άρθρου, που είναι πανομοιότυπο με το Section 64 του Indian Contract Act, δεν είναι επιτυχής και ούτε νομικά ακριβής. Το άρθρο στο Indian Contract Act έχει ως εξής: «When a person at whose option a contract is voidable rescinds it, the other party thereto need not perform any promise therein contained in which he is promisor. The party rescinding α voidable contract shall if, he has received any benefit thereunder from another party to such contract, restore such benefit, so far as may be, to the person from whom it was received.» Η λέξη «rescind» δεν σημαίνει «υπαναχωρώ», που εμπεριέχει υπαιτιότητα, αλλά σημαίνει «ακυρώνω» «τερματίζω» κατ΄ έκφραση δικαιώματος. Αν το «rescission» κρίνεται αιτιολογημένο, τότε ακολουθούν διάφορες νόμιμες επιπτώσεις. Στο σύγγραμμα Pullock & Mulla Indian Contracts Act and Specific Relief Acts, 9th Edition, σελ. 456 κ.ε., όπου αναλύεται το εν λόγω άρθρο, επισημαίνεται πως η προκαταβολή δεν αποτελεί όφελος που απορρέει από τη σύμβαση, αλλά εγγύηση για την εκτέλεσή της. Σχετικό, επίσης, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts General Principles, 24η Έκδοση, σελίδα 866, παρ. 1816: «When a deposit is paid under a contract, and the contract is not completed, the right of the depositor to claim the return of the deposit depends on the construction of the particular terms of the contract. If nothing is said expressly about the conditions governing the deposit, it will be taken, according to the ordinary interpretation of businessmen, as a security for the completion of the contract by the depositor; so that it will be forfeited to the other party if the depositor fails to perform his side of the contract.» Όπως δε αναφέρεται στην παρ. 1817 του ιδίου συγγράμματος: «Different principles apply if there is a substantial prepayment of the purchase price, which is not intended to be in the nature of a deposit or earnest; in this situation the plaintiff may still have a claim for recovery, despite the fact that the non-performance of the contract was due to his own fault.» Στην παρούσα περίπτωση, η σύμβαση προνοούσε για εκτέλεση σε ένα μήνα και το ποσό των ΛΚ100.000 ήταν μικρό αναλογικά με το όλο ποσό του συμβολαίου. Συνεπώς, δε θα μπορούσε να κριθεί ότι το ποσό των ΛΚ100.000 αποτελούσε οφειλή που απορρέει από τη συμφωνία, έτσι ώστε οι εφεσείοντες να δικαιούνται την επιστροφή του ανταπαιτητικώς, ανεξάρτητα από το κατά πόσο υπάρχει η ανάλογη δικογραφική κάλυψη για την εν λόγω αξίωση. Αμφότεροι οι διάδικοι θεώρησαν το ποσό αυτό ως «προκαταβολή», παρόλο που η συμφωνία δεν το καθορίζει ως τέτοιο. Η επιστροφή της «προκαταβολής» όμως δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις όπου είναι ο αγοραστής που ως αναίτιο μέρος δικαιούται την επιστροφή του όταν ο πωλητής έχει κριθεί ότι έχει διαρρήξει υπαιτίως τη συμφωνία (Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 34, σελ. 328-329, παρ. 557-558). Στην προκείμενη περίπτωση ήταν οι εφεσείοντες ως αγοραστές που κρίθηκαν ότι αδικαιολόγητα διέρρηξαν τη συμφωνία. Το άρθρο 64 δεν ισχύει εδώ. Κατ΄ αρχάς, κατ΄ εξοχήν το άρθρο καλύπτει τις περιπτώσεις όπου μια συμφωνία είναι ακυρώσιμη κατ΄ επιλογή του ενός των μερών, όπου υπάρχει δόλος, απάτη, κτλ. Το ποσό των ΛΚ100.000 ερμηνεύεται ως ασφάλεια στην ουσία για την εκπλήρωση των όρων της συμφωνίας στο σύντομο χρονικό διάστημα του ενός μηνός και προς επιβεβαίωση αυτού βοηθά και η ρήτρα περί μη κατάθεσης της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο από τους αγοραστές-εφεσείοντες. Το ποσό είχε δοθεί ως υποβοηθητικό της συμφωνίας και της εκτέλεσής της. Δεν ήταν ποσό δοθέν ως «όφελος», το οποίο θα έπρεπε να επιστραφεί και μάλιστα στο υπαίτιο μέρος. Αυτό θα ήταν και ανεπιεικές (δέστε Pollock & Mulla -πιο πάνω - σελ. 458, κάτω από τον υπότιτλο «Benefit received «Hereunder»»). Περαιτέρω, οι όροι 9 και 10 της συμφωνίας, προνοούν ως ακολούθως: «
- Εάν για οποιοδήποτε λόγο, εξ υπαιτιότητας του Πωλητή η μεταβίβαση προς τον αγοραστή δεν πραγματοποιηθεί, τότε ο Αγοραστής δεν θα έχει οιανδήποτε ευθύνη και θα έχει το δικαίωμα ακύρωσης της παρούσας συμφωνίας και της επιστροφής προς αυτό όλων των ποσών που έχει καταβάλει στον Πωλητή.
- Εάν για οιονδήποτε λόγο, εξ υπαιτιότητας του Αγοραστή, η μεταβίβαση του κτήματος δεν πραγματοποιηθεί όπως προνοείται στον όρο 8 πιο πάνω, η παρούσα σύμβαση καθίσταται άκυρη με διπλο-συστημένη ειδοποίηση και ο Αγοραστής δεν θα έχει το δικαίωμα να εγείρει οιανδήποτε απαίτηση σε σχέση με την παρούσα συμφωνία είτε άμεσα είτε έμμεσα, είτε νομική, οικονομική ή άλλη.» Με βάση τους πιο πάνω όρους προνοείται επιστροφή του ποσού της προκαταβολής στον αγοραστή σε περίπτωση ακύρωσης της συμφωνίας με υπαιτιότητα του πωλητή, ενώ σε περίπτωση μη πραγματοποίησης της μεταβίβασης του κτήματος εξ υπαιτιότητας του αγοραστή, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, ο αγοραστής δεν έχει το δικαίωμα να εγείρει οποιανδήποτε οικονομική ή άλλη απαίτηση. Συνεπώς, ακόμα και με βάση τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, δεν δικαιολογείται η επιστροφή του ποσού.» Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι, το αξιούμενο επίδικο ποσό των €3.350 που κατέβαλε ο ενάγοντας έναντι του τιμολογίου των εναγομένων κατά την υποβολή της παραγγελίας του, συνιστούσε ουσιαστική προπληρωμή του τιμήματος αγοράς των επίδικων κεραμικών (substantial prepayment of the purchase price) και όχι εγγύηση - ντεπόζιτο (security) και κανένας εκ των διαδίκων δεν ισχυρίστηκε οτιδήποτε το διαφορετικό. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να υπάρξει οποιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός αφού από τα κοινώς αποδεκτά τιμολόγιο και απόδειξη (Τεκ. 1 και 2), φαίνεται ξεκάθαρα ότι η εν λόγω πληρωμή του ενάγοντα συνιστούσε μερική πληρωμή (part payment) έναντι της συνολικής αξίας των κεραμικών και δη σημαντική πληρωμή αναλογικά με το τίμημα αγοράς (περί το 50%). Τυγχάνει δηλαδή εφαρμογής στα επίδικα θέματα της παρούσας, η νομική αρχή που αναφέρεται στο απόσπασμα της παρ.1817 του συγγράμματος Chitty που υιοθετεί και παραπέμπει το Ανώτατο Δικαστήριο στην STIRRUP ανωτέρω, την οποία παράγραφο κρίνω σκόπιμο όπως την παραθέσω αυτούσια πιο κάτω: «Part payments not intended to be deposits. Different principles apply if there is a substantial prepayment of the purchase price, which is not intended to be in the nature of a deposit or earnest; in this situation the plaintiff may still have a claim for recovery, despite the fact that the non-performance of the contract was due to his own fault. Thus, where a buyer repudiated his contract to purchase goods, he was nevertheless held to be entitled to recover a substantial prepayment (not in the nature of a deposit) made by him, subject to a deduction in respect of the actual damage suffered by the seller through the breach of contract: if the court had allowed the whole prepayment to be retained by the seller, it would have been to allow the retention of a penalty, not liquidated damages. (Dies v, British and International Mining and Finance Corporation Ltd. [1939] 1 K.B.
- See ante, § 1614 (distinguished in Elson v. Prices Tailors Ltd. [1963] 1 W.L.R. 287). For the same principle in a contract for sale of land, see Mayson v. Clouet [1924] A.C.
- Cf. Stockloser v. Johnson [1954] 1 Q.B. 476 (ante, § 1613).» Σε ελεύθερη μετάφραση: Μερικές Πληρωμές που δεν προορίζονται να συνιστούν προκαταβολή-εγγύηση. Ισχύουν διαφορετικές αρχές εάν υπάρχει ουσιαστική προπληρωμή της τιμής αγοράς, η οποία δεν προορίζεται να συνιστά προκαταβολή-εγγύηση ή που είναι σοβαρής αξίας. Σε αυτήν την περίπτωση, ο ενάγοντας μπορεί ακόμη να δικαιούται σε ανάκτηση παρά το γεγονός ότι η μη εκτέλεση της σύμβασης οφείλεται σε δική του ευθύνη. Έτσι, όταν ένας αγοραστής απέρριψε τη σύμβασή που έκαμε για αγορά αγαθών, θεωρήθηκε ωστόσο ότι είχε το δικαίωμα να ανακτήσει μια σημαντική προπληρωμή που έκαμε (όχι της φύσης προκαταβολής-εγγύησης), υποκείμενη σε αφαίρεση της πραγματικής ζημίας που υπέστη ο πωλητής λόγω παραβίασης της σύμβασης: Αν το δικαστήριο επέτρεπε την κατακράτηση ολόκληρης της προπληρωμής από τον πωλητή, θα συνεπάγετο αποδοχή ποινικής ρήτρας και όχι εκκαθαρισμένων αποζημιώσεων» (έμφαση δική μου) Η πιο πάνω νομική αρχή που φέρει τον αγοραστή να «.μπορεί ακόμη να δικαιούται σε ανάκτηση (της προπληρωμής) παρά το γεγονός ότι η μη εκτέλεση της σύμβασης οφείλεται σε δική του ευθύνη.» έχει τις ρίζες της στη γενικότερη γενική αρχή του δικαίου των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία δεν θα επιτραπεί σε κανένα εκ των αντισυμβαλλομένων να λάβει περισσότερο όφελος από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης από το όφελος που θα δικαιούτο να λάβει αν η σύμβαση εκπληρωνόταν κανονικά εξ' ου και το μέτρο των αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους στη θέση που θα βρισκόταν αν η συμφωνία εκπληρωνόταν (βλ. μεταξύ άλλων Share Link Securities Ltd ν. Γεώργιου Σωτηρίου
(2012)1 ΑΑΔ 1265 και Αλπάν (Α/φοί Τάκη) Λτδ. ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679). Όταν λοιπόν η σύμβαση δεν εκπληρωθεί συνεπεία παράβασης από μέρους του πωλητή, ο αγοραστής δικαιούται στις ανάλογες συμβατικές αποζημιώσεις ώστε να αποκατασταθεί η ζημιά του και αυτές οι αποζημιώσεις δύνανται να περιλαμβάνουν και την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού αυτός έχει ήδη πληρώσει, αν μη τι άλλο εφόσον δεν έλαβε το συμφωνηθέν αντάλλαγμα. Όταν όμως η μη εκπλήρωση της συμφωνίας οφείλεται σε παράβαση από μέρους του αγοραστή, και ο πωλητής είχε ήδη λάβει μια σημαντική προπληρωμή σε σχέση με τα αγαθά που δεν παρέδωσε και που συνεχίζει να κρατεί, τότε εφόσον τα πωληθέντα αγαθά έχουν παραμείνει στην κατοχή του αυτός δεν μπορεί να κατακρατήσει και τα αγαθά και το πλήρες ποσό της προπληρωμής. Θα επιτραπεί τότε στον αγοραστή όπως ανακτήσει την προπληρωμή του αφαιρουμένης όμως της όποιας ζημίας ήθελε αποδείξει ο πωλητής ότι υπέστη λόγω παραβίασης της σύμβασης από τον αγοραστή. Ουσιαστικά επιτρέπεται στον πωλητή σε περίπτωση που αυτός είναι το αναίτιο μέρος όπως κρατήσει - ανακτήσει τέτοιο ποσό από την προπληρωμή ώστε να αποκαταστήσει τη ζημιά του. Ευνόητο είναι ότι αν η ζημιά που υπέστη ο πωλητής είναι μικρότερη της προπληρωμής, τότε αυτός θα πρέπει να επιστρέψει στον αγοραστή τη διαφορά ενώ αν η ζημιά είναι μεγαλύτερη, τότε ο πωλητής θα δικαιούται όπως κρατήσει ολόκληρο το ποσό της προπληρωμής και απαιτήσει τη διαφορά από τον αγοραστή. Αν όμως ο πωλητής δεν έχει υποστεί καμία ζημιά, τότε αν δεν τίθεται θέμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας και παράδοσης των αγαθών, αυτός δεν μπορεί να κρατήσει και τα αγαθά και την προπληρωμή και θα πρέπει να επιστρέψει στον αγοραστή ολόκληρη την προπληρωμή του. Η ανάγκη συνεπώς να εξεταστεί σε πραγματικό αλλά και σε νομικό επίπεδό το ποιος εκ των πωλητή ή αγοραστή είναι που ευθύνεται για τη μη εκπλήρωση της επίδικης σύμβασης και το πώς η εν λόγω ευθύνη επηρεάζει την αξίωση του αγοραστή για ανάκτηση της προπληρωμής, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το λόγο που προβάλλει ο πωλητής ως προς το γιατί να επιτραπεί στον ίδιο να κρατήσει και τα αγαθά αλλά και την προπληρωμή καθώς επίσης και με το κατά πόσο δύναται ή επιδιώκεται έστω και τώρα η ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Με γνώμονα τα πιο πάνω παρατηρώ ότι στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι μετά την υποβολή της παραγγελίας του στις 02/04/14 αλλά πριν την παράδοση των επίδικων κεραμικών σε αυτόν, ο ενάγοντας ενημέρωσε ρητά τους εναγόμενους πωλητές ότι δεν επιθυμούσε πλέον να του παραδοθούν τα κεραμικά και να εκπληρωθεί η επίδικη σύμβαση, ότι ο ενάγοντας εξακολουθεί να μην επιθυμεί την παραλαβή των κεραμικών και την εκπλήρωση της σύμβασης και ότι μέχρι και σήμερα τα κεραμικά δεν έχουν παραδοθεί. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι ο ενάγοντας έχει ήδη καταβάλει στους εναγόμενους ως προπληρωμή έναντι των παραγγελθέντων κεραμικών και του σχετικού τιμολογίου σημαντικό αναλογικά ποσό, ήτοι περί το 50% της συνολικής αξίας των κεραμικών (€3.350) και ότι μέχρι και σήμερα οι εναγόμενοι συνεχίζουν να κρατούν αυτό το ποσό. Ενώ όμως δεν αμφισβητείται από πλευράς εναγομένων ότι αυτοί εξακολουθούν να κρατούν το ποσό των €3.350 και, ως οι ίδιοι ισχυρίζονται, κρατούν και τα κεραμικά, αυτοί, οι εναγόμενοι δηλαδή, δεν προέβαλαν ούτε μέσω του δικογράφου τους αλλά ούτε και μέσω της ΜΥ1 οποιοδήποτε ισχυρισμό περί πρόκλησης κάποιας μορφής ζημιάς σε αυτούς συνεπεία της επιλογής του ενάγοντα να αρνηθεί την εκπλήρωση της επίδικης συμφωνίας και την παράδοση των κεραμικών ή περί πρόκλησης ζημιάς συνεπεία της μέχρι σήμερα κατ' ισχυρισμό φύλαξης των κεραμικών. Ούτε όμως έχει προβληθεί από πλευράς εναγομένων οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί αδυναμίας τους να πουλήσουν ή άλλως πως να διαθέσουν τα κεραμικά που παρήγγειλαν εκ μέρους του ενάγοντα και καμία ανταπαίτηση δεν εγείρουν για ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας ή για οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Το μόνο που ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι μέσω της ΜΥ1 και αυτό υπό τύπο υπεράσπισης μόνο, είναι ότι αυτοί, οι εναγόμενοι δηλαδή, έχουν παραλάβει τα επίδικα κεραμικά από το εξωτερικό, ότι μέχρι σήμερα δεν τα έχουν παραδώσει στον ενάγοντα ούτε τα έχουν πουλήσει σε τρίτους και ότι τα φυλάττουν στις αποθήκες τους ώστε να τα παραδώσουν στον ενάγοντα, ο οποίος βέβαια δεν τα θέλει. Κοντολογίς, εφόσον οι εναγόμενοι κρατούν και τα αγαθά αλλά και την προπληρωμή και δεν ζητούν μέσω ανταπαίτησης ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ούτε και ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την μη παράδοση των κεραμικών, κανένας ουσιαστικά λόγος δεν υπάρχει να εξεταστεί το ποιος νομικά και πραγματικά ευθύνεται στην παρούσα υπόθεση για τη μη εκπλήρωση της επίδικης συμφωνίας, εκτός ίσως καθαρά για ακαδημαϊκούς σκοπούς. Αυτό γιατί σύμφωνα με την αρχή που παρατίθεται στη STIRRUP ανωτέρω, η ενασχόληση με θέματα ευθύνης θα είχε σημασία σε σχέση με το δικαίωμα του ενάγοντα να ανακτήσει την προπληρωμή του μόνο αν οι εναγόμενοι ισχυρίζονταν ότι υπέστηκαν ζημιά από την κατ' ισχυρισμό αντισυμβατική άρνηση του να παραλάβει τα κεραμικά οπόταν και θα έπρεπε τότε να εξεταστεί το ποιος είναι που ευθύνεται, ώστε αν ήθελε φανεί ότι είναι ο αγοραστής που παραβίασε τη σύμβαση, να του αφαιρεθεί τέτοιο ποσό από την προπληρωμή που δικαιούται να ανακτήσει για να καλυφτεί η ζημιά του πωλητή. Από τη στιγμή όμως που ο ενάγοντας αγοραστής δεν παρέλαβε τα κεραμικά για τα οποία κατέβαλε την επίδικη προπληρωμή και οι εναγόμενοι πωλητές κρατούν και την προπληρωμή και τα κεραμικά και δεν ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά ή έστω κάποια ζημιά που θα μπορούσε να δικαιολογήσει ίσως ονομαστικές αποζημιώσεις, κανένα νομικό έρεισμα δεν παρέχεται για να μην επιτραπεί στον αγοραστή να ανακτήσει ολόκληρη την προπληρωμή που κατέβαλε σε σχέση με αγαθά που δεν παρέλαβε ή που να δικαιολογεί την κράτηση της προπληρωμής από τους εναγόμενους. Δεν παραγνωρίζω ότι κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι πιθανόν οι εναγόμενοι να χρειάστηκε όπως καταβάλουν οι ίδιοι λεφτά για να εφοδιαστούν με τα επίδικα κεραμικά που παρήγγειλε ο ενάγοντας, όμως πέραν της απουσίας οποιασδήποτε σχετικής ανταπαίτησης από πλευράς εναγομένων, κανένα τέτοιο παράπονο δεν προέβαλαν και καμία σχετική προς το θέμα αυτό μαρτυρία δεν παρουσίασαν οι τελευταίοι, ούτε και ισχυρίστηκαν ότι έχουν απωλέσει οποιαδήποτε κέρδη ή προμήθειες από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης ή αδυναμία να μεταπουλήσουν τα κεραμικά σε τρίτους, ώστε αν μη τι άλλο να μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια ενός τέτοιου ισχυρισμού ποιο ποσό θα δικαιολογείτο να αποκοπεί από την προπληρωμή του ενάγοντα αν ήθελε αποδειχθεί ότι αυτός είναι που ευθύνεται για τη μη εκπλήρωση της σύμβασης. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι ο ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει την αξίωση του στον απαιτούμενο βαθμό και συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ του και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €3.350 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο