← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Ηρακλέους κ.α., Αρ. Γεν. Αιτ. 734/1998, 18/5/2020

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Ηρακλέους κ.α., Αρ. Γεν. Αιτ. 734/1998, 18/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A260 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αιτ. 734/1998 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Αιτητές και 1. XXXXX Ηρακλέους 2. XXXXX Ηρακλέους 3. XXXXX Ηρακλέους 4. XXXXX Ηρακλέους 5. XXXXX Ανδρέου Καθ'ων η αίτηση ----------------------------------------------------- (Αίτηση για άδεια εκτέλεσης ημερ. 07/05/20 και τρεις

(3)αιτήσεις για ανανέωση εγγραφής ΜΕΜΟ ημερ. 07/05/20) Ημερομηνία: 18 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για αιτητές: κ. Μερακλής Λόγω της φύσης των τεσσάρων υπό κρίση αιτήσεων και του στοιχείου του κατεπείγοντος που τις χαρακτήριζε ενόψει των εμπλεκόμενων προθεσμιών, η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία οι τέσσερεις αιτήσεις απορρίφθηκαν δόθηκε ex tempore στις 18/05/20 με τη διευκρίνιση ότι το πλήρες σκεπτικό της απόφασης θα δίδετο, ως επιβάλλει η σχετική Εγκύκλιος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εντός 3 ημερών Ημερομηνία 20 Μαίου 2020 Ακολουθεί το πλήρες σκεπτικό της απόφασης Ενώπιον μου εκκρεμούν τέσσερεις αιτήσεις που καταχωρήθηκαν την ίδια μέρα, ήτοι στις 07/05/
  1. Η μία αφορά σε λήψη άδειας για εκτέλεση απόφασης που εκδόθηκε στις 14/10/1998 και οι άλλες τρεις για ανανέωση της ισχύος τριών ΜΕΜΟ που εγγράφηκαν το 2010 στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης του 1998 και τα οποία εκπνέουν στις 10/05/20, 12/05/20 και 20/05/20 αντίστοιχα. Λόγω του αλληλένδετου των αιτημάτων, υπό την έννοια ότι τα εν λόγω αιτήματα εδράζονται επί των ίδιων ουσιαστικά γεγονότων και οι νομικές αρχές που περιβάλλουν την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που άπτεται τέτοιων αιτημάτων είναι σε μεγάλο βαθμό οι ίδιες, εξέτασα και τα τέσσερα αιτήματα ταυτόχρονα, αποφασίζοντας όμως το κάθε ένα χωριστά. Η νομολογία που αφορά στην χορήγηση άδειας για εκτέλεση απόφασης μετά την πάροδο της εκ του Νόμου προβλεπόμενης προθεσμίας είναι γνωστή και δεν θα την επαναλάβω. Γίνεται ουσιαστικά μια εξισορρόπηση της ανάγκης για εκτέλεση της απόφασης από τη μια και από την άλλη της στάσης και συμπεριφοράς που έχει επιδείξει ο εξ αποφάσεως πιστωτής στο θέμα εκτέλεσης (βλ. μεταξύ άλλων MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ΟΠΩΣ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΣΕ CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Π. Κ. κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 219/2012, 31/1/2019[1]). Ως προς αυτή την πτυχή της ενώπιον μου διαδικασίας, δηλαδή την αίτηση για άδεια εκτέλεσης, παρατηρώ ότι οι αιτητές είχαν υποβάλει παρόμοιο αίτημα στο παρελθόν και συγκεκριμένα το 2013 όταν και κατάφεραν όπως 15 χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης του 1998, το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και τους χορηγήσει τέτοια άδεια στις 11/10/
  2. Για τους λόγους όμως που το Δικαστήριο έκρινε τότε ορθούς στη βάση των σχετικών αρχών, δεν κρίθηκε ορθό όπως δοθεί στους αιτητές ολόκληρος ο χρόνος που επέτρεπε τότε η Δ.40 Θ.10 να δοθεί, ήτοι 10 χρόνια, αλλά η άδεια που δόθηκε τότε για σκοπούς εκτέλεσης περιορίστηκε στα δύο έτη, δηλαδή μέχρι 11/10/
  3. Παρά ταύτα, σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση για εκ νέου χορήγηση άδειας εκτέλεσης σήμερα, ήτοι εικοσι δύο
(22)χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης του 1998, όλα τα μέτρα εκτέλεσης που έλαβαν οι αιτητές από το 1998 που εξασφάλισαν την υπέρ τους απόφαση καθώς επίσης και όλες οι προσπάθειες τους να ανακτήσουν έκτοτε το εξ' αποφάσεως χρέος, αυτά σταμάτησαν περί τις αρχές του 2012, ήτοι πριν από 8 χρόνια χωρίς να είχε τότε το χρέος εξοφληθεί. Πλην της εγγραφής των ΜΕΜΟ το 2010 δε, ήτοι το ΕΒ207/10, το ΕΒ1196/10 και το ΕΒ908/10, τα οποία ισχύουν μέχρι τις 20/05/20, 10/05/20 και 12/05/20 αντίστοιχα, κανένα άλλο μέτρο εκτέλεσης δεν λήφθηκε από το 2012 και για τα επόμενα οχτώ χρόνια και Ούτε όμως οι αιτητές επεχείρησαν ποτέ να «ανανεώσουν» το δικαίωμα τους για εκτέλεση της απόφασης από το 2015 που «έληξε» η άδεια που έλαβαν το 2013, αν μη τι άλλο ως ένδειξη του ότι όντως προτίθεντο να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης και ότι δεν παρέλειπαν αδικαιολόγητα να εκτελέσουν την απόφαση που εξασφάλισαν πριν είκοσι δύο
(22)χρόνια, όπως και ούτε ποτέ επιχείρησαν οποιαδήποτε εκποίηση των ΜΕΜΟ που ενέγραψαν το 2010. Υπενθυμίζω εδώ ότι τόσο η επιβάρυνση γης με την εγγραφή δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ) όσο και η εκποίηση ΜΕΜΟ συνιστούν ξεχωριστά μέτρα εκτέλεσης (βλ. αρ. 14
(1)(β) Κεφ. 6 και Iακωβίδης Χριστάκης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της The Amazon Enterprises Limited (η "Eταιρεία")
(2013)1 ΑΑΔ 1371). Ο μόνος λόγος δε που τα υπό κρίση ΜΕΜΟ του 2010 παρέμειναν σε ισχύ μετά την τότε προβλεπόμενη από το αρ. 55 Κεφ.6 εξαετή διάρκεια ισχύος, δεν ήταν συνεπεία κάποιου αιτήματος ανανέωσης από πλευράς αιτητών αλλά καθαρά λόγω της τροποποίησης που επήλθε στο αρ.55 το 2014 οπόταν και τα ΜΕΜΟ ουσιαστικά παρατάθηκαν «από μόνα τους» για ακόμη τέσσερα χρόνια. Η σημερινή ανησυχία των αιτητών έγκειται προφανώς στο ότι η ισχύς των ΜΕΜΟ τους πλησιάζει να λήξει και αν δεν δοθεί άδεια για εκτέλεση της απόφασης, τα εν λόγω ΜΕΜΟ θα καταστούν άνευ αντικειμένου στη λήξη τους εφόσον σύμφωνα με το αρ.57 Κεφ. 6, η εκποίηση ενός ΜΕΜΟ δύναται να γίνει μόνο ενόσω αυτό βρίσκεται σε ισχύ και «αποκλειστικά προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης». Ακόμη και σήμερα όμως που οι αιτητές ζητούν να τους δοθεί άδεια εκτέλεσης της απόφασης που εξασφάλισαν πριν από είκοσι δύο χρόνια, αυτοί, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο τους, δεν έχουν πρόθεση να προχωρήσουν με εκποίηση των ΜΕΜΟ που ενέγραψαν το 2010 προς εκτέλεση της απόφασης, έστω και αν ζητούν και την ανανέωση της ισχύος των εν λόγω ΜΕΜΟ για ακόμη 10 χρόνια. Ο λόγος για τούτο είναι, σύμφωνα με τους ίδιους τους αιτητές, διότι δεν θέλουν να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης μέχρι να δουν πώς θα εξελιχτεί η αίτηση που φαίνεται να υπέβαλαν οι εξ' αποφάσεως οφειλέτες για συμμετοχή τους στο πρόσφατο σχέδιο ΕΣΤΙΑ, αίτηση η οποία ας μη μας διαφεύγει, προφανώς θα εξεταστεί από τους ίδιους τους αιτητές. Με άλλα λόγια, ουσιαστικά οι αιτητές θέλουν να τους δοθεί άδεια για εκτέλεση ώστε να μπορέσουν στη συνέχεια να ανανεώσουν τα ΜΕΜΟ του 2010 όχι όμως για να προχωρήσουν με την εκποίηση τους ώστε να εκτελέσουν την απόφαση και να εισπράξουν το εξ' αποφάσεως χρέος αλλά απλά για να παραμείνουν με βάση την απόφαση του 1998, ως δικαιούχοι επιβάρυνσης της γης των οφειλετών για περεταίρω χρονικό διάστημα και αυτό μέχρις ότου οι ίδιοι αποφασίσουν ότι επιθυμούν να ενεργήσουν διαφορετικά. Η πραγματικότητα λοιπόν που εξάγεται από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δύναται να συνοψιστεί στο ότι οι αιτητές είχαν κάθε ευκαιρία να εκτελέσουν την απόφαση τους αρχικά μέχρι το 2004 και μετά και από την τελευταία περιορισμένη χρονικά άδεια που έλαβαν το 2013, μέχρι τις 11/10/15. Έκτοτε καμία παρόμοια άδεια δεν επεχείρησαν να λάβουν και για τα τελευταία 8 χρόνια, ήτοι από το 2012, κανένα μέτρο εκτέλεσης δεν έλαβαν. Όσον αφορά τα ΜΕΜΟ, αυτά, από τον καιρό που εγγραφήκαν για πρώτη φορά, δηλαδή το 2010, δεν επιχειρήθηκε καθόλου όπως εκποιηθούν πριν αυτά λήξουν και ούτε φαίνεται να υπάρχει τέτοια πρόθεση σήμερα που ζητείται άδεια για εκτέλεση της απόφασης. Ακόμη όμως και αυτές καθ' αυτές οι σημερινές υπό κρίση αιτήσεις για ανανέωση των ΜΕΜΟ καταδεικνύουν και πάλι αδράνεια και έλλειψη ενδιαφέροντος από πλευράς αιτητών σε σχέση με το εξ' αποφάσεως χρέος, αφού οι εν λόγω αιτήσεις όχι μόνο δεν καταχωρήθηκαν «έναν τουλάχιστο μήνα πριν από τη λήξη» των ΜΕΜΟ, ως είναι η δικαιοδοτική προϋπόθεση που επιβάλλει το αρ. 56
(2)(α) Κεφ.6 ώστε να μπορεί να διαταχθεί η ανανέωση, αλλά καταχωρήθηκαν ουσιαστικά στην παραμονή της λήξης των ΜΕΜΟ. Για ακόμη μία φορά δηλαδή οι αιτητές δεν ενδιαφέρθηκαν καν για την απόφαση τους αφού καμία συγκίνηση δεν τους προκλήθηκε στις 10/04/20 που «έχασαν» το πρώτο ΜΕΜΟ ή στις 12/04/20 που «έχασαν» το δεύτερο ή στις 20/04/20 που «έχασαν» και την τελευταία ευκαιρία να ανανεώσουν έστω το ένα από τα τρία ΜΕΜΟ Μάλιστα δε, αυτή ακριβώς η παράλειψη των αιτητών συνιστά τη βάση της ένστασης που έχει εγείρει το Κτηματολόγιο για την ανανέωση των ΜΕΜΟ, η οποία ένσταση σίγουρα δεν μπορεί να αγνοηθεί (βλ. αρ.56
(2)(γ)). Ο κ. Μερακλής υποστήριξε ουσιαστικά ότι η τροποποίηση που έγινε στις 30/04/20 στο αρ. 31 του Περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.1 συνεπεία της πανδημίας του κορωνοϊού, η οποία τροποποίηση έλαβε τη μορφή προσθήκης της υποπαραγράφου 31(ε) η οποία αναφέρει ότι η «οποία προθεσμία ή χρόνος παραγραφής ή λήψης μέτρων (εκτέλεσης) λήγει εντός της περιόδου από τη 15η Μαρτίου μέχρι και την 30ή Ιουνίου 2020, παρατείνεται μέχρι την 31η Ιουλίου 2020»[2], έχει, και ας μου επιτραπεί η φράση, «θεραπεύσει» τις όποιες προγενέστερες παραλείψεις των αιτητών. Δεν θα συμφωνήσω όμως με το συνήγορο για τους εξής λόγους. Κατά πρώτο, υπενθυμίζοντας ότι πρόκειται για εξ αποφάσεως χρέος που εκκρεμεί εδώ και είκοσι δύο χρόνια, ήτοι από το 1998, η έντονη αδράνεια που χαρακτηρίζει την παντελώς παθητική στάση και συμπεριφορά που έχει επιδείξει η πλευρά των αιτητών μέχρι και σήμερα σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης του 1998, και ιδιαίτερα από το 2015 που έληξε και η περιορισμένη διετής ευκαιρία που τους δόθηκε το 2013 για το σκοπό αυτό, ουδόλως δικαιολογεί να δοθεί σήμερα η αιτούμενη άδεια για εκτέλεση. Επιβεβαιωτικό τούτου είναι και το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα δεν φαίνεται να υπάρχει πρόθεση από πλευράς αιτητών να εκποιηθούν τα ΜΕΜΟ γι σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης ή τουλάχιστο το ένα εξ αυτών το οποίο φαίνεται να εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Αν υπήρχε έστω κάποια ένδειξη περί πρόθεσης των αιτητών να εκποιήσουν κάποιο ΜΕΜΟ, ίσως τα πράγματα να μπορούσαν να αντικρισθούν από μια διαφορετική σκοπιά, αν μη τι άλλο εφόσον το εξ ' αποφάσεως χρέος δεν έχει ακόμη εξοφληθεί. Καμία τέτοια πρόθεση όμως δεν υπάρχει από πλευράς αιτητών και σίγουρα δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι τελευταίοι δεν είχαν υπόψη τους την τροποποίηση της 30/04/20 όταν μεταξύ 10/04/20 - 20/04/20 «έχαναν» μία - μία την ευκαιρία να ανανεώσουν τα ΜΕΜΟ τους, αφού η εν λόγω τροποποίηση δεν είχε ακόμη αποφασιστεί. Ποιος ο λόγος λοιπόν να δοθεί άδεια για εκτέλεση και στη συνέχεια ανανέωση των ΜΕΜΟ αν δεν πρόκειται η αιτούμενη άδεια και ανανέωση να αξιοποιηθούν για το σκοπό που θα χορηγηθούν, ήτοι για την εκτέλεση της απόφασης; Επί της ουσίας τους δηλαδή, όλα τα υπό κρίση αιτήματα, είτε εφαρμόζεται το αρ.31 Κεφ.1 είτε όχι, αυτά δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν αφού υπό τις περιστάσεις η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου τόσο με βάση τη Δ.40 Θ.10 όσο και με βάση το αρ. 56 Κεφ.6 δεν δικαιολογείται να ασκηθεί υπέρ των αιτητών. Κατά δεύτερο και ειδικά σε σχέση με τα αιτήματα για ανανέωση των ΜΕΜΟ του 2010, όπως έχω ήδη αναφέρει, για να μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει την εξουσία ανανέωσης που του παρέχει το αρ.56 Κεφ.6 θα πρέπει πρώτα να πληρείται η ειδική δικαιοδοτική προϋπόθεση που επιβάλλει το αρ.56
(2)(α), ήτοι ότι η αίτηση ανανέωσης έχει καταχωρηθεί τουλάχιστον ένα μήνα πριν την λήξη του ΜΕΜΟ. Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι η διάρκεια ισχύος των υπό κρίση ΜΕΜΟ καθορίζεται ρητά από το αρ.55 Κεφ.6 να είναι τα δέκα χρόνια από την αρχική έγγραφή και ότι εφόσον από το 2014 το εν λόγω άρθρο δεν έχει τροποποιηθεί σε σχέση με το θέμα αυτό, οι υπό κρίση αιτήσεις ανανέωσης δεν καταχωρήθηκαν «έναν τουλάχιστο μήνα πριν από τη λήξη.» των επίμαχων ΜΕΜΟ. Ούτε ζητείται οποιοδήποτε διάταγμα με βάση το αρ.57 Κεφ.6 για εκποίηση των ΜΕΜΟ και πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας που αυτά επιβαρύνουν. Το ερώτημα συνεπώς είναι αν το αρ.56
(2)(α) έχει επηρεαστεί από την τροποποίηση που έγινε στο αρ.31 Κεφ.1 στις 30/04/20. Επί αυτού σημειώνω τα εξής. Όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο 31 του Περί Ερμηνείας Νόμου, οι πρόνοιες του άρθρου αυτού, οι οποίες έχουν νομολογηθεί να είναι καθαρά ερμηνευτικές (βλ. ΣΟΛΩΜΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ ΚΑΡΑΣΙΑΛΗ κ.α. ν. ΑΝΤΩΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. E183/2013 και Ε183Α/2013, 23/10/2015), εφαρμόζονται μόνο «Στον υπολογισμό (του χρόνου) για τους σκοπούς Νόμου ή δημόσιου εγγράφου.» και «.εκτός αν φαίνεται το αντίθετο.» ενώ οι πρόνοιες της νέας υποπαραγράφου 31(ε) εφαρμόζονται ειδικότερα μόνο όπου Νόμος ή Κανονισμός «.προβλέπει .- (i) προθεσμία ή/και χρόνο παραγραφής για καταχώρηση οποιασδήποτε αγωγής ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, ή (ii) προθεσμία ή/και χρόνο για λήψη μέτρων εκτέλεσης δικαστικής απόφασης,.». Στην περίπτωση του αρ.56
(2)(α) Κεφ.6, ναι μεν οι εν λόγω πρόνοιες αναφέρονται σε κάποιο θέμα χρόνου όμως οι πρόνοιες αυτές είναι σε τέτοιο βαθμό ξεκάθαρες ως προς το χρόνο που αναφέρουν - η αίτηση για ανανέωση πρέπει να υποβάλλεται «έναν τουλάχιστο μήνα πριν από τη λήξη.» του ΜΕΜΟ - που δεν τίθεται καμία «ερμηνευτική» ανάγκη ώστε να χρίζουν εφαρμογής οι ερμηνευτικές πρόνοιες του αρ.31 Κεφ.1 (βλ. Dinos Coudounaris v. Winnifred L. Coudounaris
(1980)1 CLR 581, Saab and Another v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 CLR 499 και Danish Kingdom ν. Mystic Nav. Co.
(1990)1 ΑΑΔ 850. Άλλωστε, οι εδώ αιτητές δεν εγείρουν κανένα ερμηνευτικό θέμα με τον υπολογισμό. Σε κάθε περίπτωση όμως, το αρ.56
(2)(α) δεν συνιστά πρόνοια που «.προβλέπει .- (
  1. i)προθεσμία ή/και χρόνο παραγραφής για καταχώρηση οποιασδήποτε αγωγής ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, ή (
  2. ii)προθεσμία ή/και χρόνο για λήψη μέτρων εκτέλεσης δικαστικής απόφασης,.» που είναι και το ρητά αναφερόμενο ειδικό πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής της «νέας» υποπαραγράφου 31(ε) και της παράτασης που εκεί αναφέρεται ότι δίνεται. Το αρ.56
(2)(α) δεν καθορίζει κάποιο συγκεκριμένο χρόνο ή ημερομηνία και ούτε αφορά στην εγγραφή ή στην εκποίηση ΜΕΜΟ που είναι και τα μόνα νομοθετικά αναγνωρισμένα σχετικά μέτρα εκτέλεσης απόφασης και τα οποία διέπονται από άλλες πρόνοιες του Κεφ.6 και όχι το αρ. 56. Αντιθέτως, όχι μόνο το αρ.56 αφορά απλά στην ανανέωση της ισχύος ενός ΜΕΜΟ το οποίο έχει ήδη εγγραφεί, με την εν λόγω ανανέωση να συνιστά χωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από αυτή της εκποίησης εξ' ου και ανέφερα προηγουμένως ότι διαφορετική ίσως να ήταν η περίπτωση αν η ανανέωση ζητείτο στα πλαίσια αιτήματος για εκτέλεση της απόφασης με την έκδοση διατάγματος εκποίησης των ΜΕΜΟ προτού αυτά λήξουν στην καθορισμένη τους ημερομηνία, αλλά και το ίδιο το άρθρο 56
(2)(α) δίνει αρκετή ελευθερία σε σχέση με το θέμα του χρόνου αφού καμία υποχρέωση δεν επιβάλλει όπως η αίτηση καταχωρηθεί ακριβώς ένα μήνα πριν την λήξη ενός ΜΕΜΟ οπόταν και θα τίθετο θέμα ως προς το πότε ακριβώς είναι που «λήγει ο μήνας». Η μόνη ουσιαστικά υποχρέωση που επιβάλλει το 56
(2)(α) στον αιτητή είναι όπως αυτός ενεργήσει έγκαιρα και αυτό καθαρά ως δικαιοδοτική προϋπόθεση για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Αυτό που ουσιαστικά εισηγείται ο κ. Μερακλής είναι ότι η τροποποίηση που έγινε στο αρ.31 έχει μεταβάλει το εν λόγω άρθρο από μια ερμηνευτική πρόνοια που αποσκοπεί αποκλειστικά στην ερμηνεία άλλων νομοθετικών προνοιών στις οποίες όμως δεν προνοείται κάτι συγκεκριμένο, σε ουσιαστική πρόνοια δικαίου με την οποία τροποποιούνται οι χρόνοι και διάρκειες ισχύος που αναφέρονται σε άλλους Νόμους, όπως είναι για παράδειγμα η διάρκεια ισχύος ενός ΜΕΜΟ σύμφωνα με το αρ. 55 Κεφ 6. Όμως όχι μόνο δεν έχει ρητά τροποποιηθεί το αρ.55 του Κεφ.6 ως προς τη διάρκεια ισχύος ενός ΜΕΜΟ η οποία παραμένει να συνιστά 10 χρόνια, αλλά ούτε και μια τέτοια ερμηνεία του αρ.31 συνάδει με το γενικό πνεύμα του περί Ερμηνείας Νόμου και δη του ίδιου του αρ.31, το οποίο στη βασική του πρόνοια, η οποία έχει διατηρηθεί αυτούσια μετά την τροποποίηση της 30/04/20 και κάτω από την οποία ο Νομοθέτης έκρινε ορθό να εντάξει τη νέα υποπαράγραφο 31(ε), αναφέρεται ότι οι υποπαραγράφοι του άρθρου αυτού αφορούν ρητά «Στον υπολογισμό για τους σκοπούς Νόμου ή δημόσιου εγγράφου εκτός αν φαίνεται το αντίθετο». Δημιουργούνται βεβαίως ερωτηματικά ως προς το γιατί ο Νομοθέτης να αποφασίσει εν τη σοφία του να εισάξει μια τέτοια φαινομενικά ουσιαστική πρόνοια παράτασης χρόνου σε ένα νομοθέτημα που ως ρητά αναφέρεται στον τίτλο του, συνιστά απλά ένα ερμηνευτικό νομοθέτημα και δη σε ένα άρθρο στο εν λόγω νομοθέτημα όπου και εκεί ρητά αναφέρεται ότι οι πρόνοιες του αφορούν μόνο την ερμηνεία κατά τον «υπολογισμό (του χρόνου) για τους σκοπούς Νόμου ή δημόσιου εγγράφου.» και «.εκτός αν φαίνεται το αντίθετο.», και δεν τροποποίησε ή δεν ανέστειλε τις πρόνοιες των νομοθετημάτων που φαίνεται να ήθελε να αναστείλει όπως είναι π.χ. οι πρόνοιες του Κεφ.6 και του περί Παραγραφής Νόμου. Αυτή ήταν άλλωστε και η νενομισμένη πρακτική που ακολουθείτο μέχρι σήμερα. Αυτό το ερώτημα βεβαίως μόνο ο Νομοθέτης μπορεί να το απαντήσει και συνεπώς δεν θα επεκταθώ επί τούτου. Η ουσία παραμένει ότι στην παρούσα περίπτωση η ένσταση του Κτηματολογίου κρίνεται να είναι δικαιολογημένη αφού οι αιτητές δεν πληρούν τη δικαιοδοτική προϋπόθεση του αρ.56
(2)(α) ώστε να μπορεί να διαταχθεί η αιτούμενη ανανέωση της εγγραφής των ΜΕΜΟ τους ενώ ακόμη και να την πληρούσαν, αυτοί, οι αιτητές δηλαδή, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω απέτυχαν να καταδείξουν ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις όπως η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, διότι περί διακριτικής εξουσίας πρόκειται (βλ. «δύναται» αρ. 56
(1)), ασκηθεί υπέρ των αιτούμενων ανανεώσεων. Στη βάση όλων των πιο πάνω επομένως, τόσο η αίτηση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης όσο και οι τρεις αιτήσεις για ανανέωση των προαναφερόμενων ΜΕΜΟ απορρίπτονται. Προτού εγκαταλείψω την απόφαση μου θεωρώ σκόπιμο, αν και εκ του περισσού, να υπενθυμίσω ότι η απόρριψη της αίτησης για άδεια εκτέλεσης σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται είτε απαλλαγή των εξ' αποφάσεως οφειλετών από το χρέος τους ή διαγραφή του χρέους, κάτι που μόνο σύμφωνα με τι πρόνοιες του περί Παραγραφής Νόμου μπορεί να γίνει (βλ. αρ. 10 Ν. 66(I)/2012). Εάν επομένως οι αιτητές αποφασίσουν όπως στη βάση νέων δεδομένων επανέλθουν με το αίτημα τους για εκτέλεση της απόφασης ενόσω αυτή βρίσκεται εν «ζωή» σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Παραγραφής Νόμου, είναι ελεύθεροι να το πράξουν. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Το δικαστήριο παραχωρεί άδεια για λήψη μέτρων εκτέλεσης, ασκώντας προς τούτο διακριτική εξουσία, εφόσον ο εξ αποφάσεως πιστωτής καταδεικνύει, κατ' ελάχιστο, προς ικανοποίησή του, ότι εξακολουθεί να υφίσταται το εξ αποφάσεως χρέος ή οποιοδήποτε μέρος του, ότι δικαιολογημένα δεν έχουν αποδώσει τα μέτρα εκτέλεσης που ο ίδιος τυχόν να έχει λάβει εμπρόθεσμα, ώστε να καθίσταται αναγκαία η λήψη επιπρόσθετων μέτρων και ότι τα προτιθέμενα μέτρα δυνατό να οδηγήσουν στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Επιπρόσθετα, η αδράνεια εξ αποφάσεως πιστωτή στη λήψη μέτρων εκτέλεσης, προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, προς ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι δικαιολογείται η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας μετά την πάροδο δέκα ετών. Σε τέτοια περίπτωση, το εν λόγω δικαίωμα αντισταθμίζεται και με τυχόν μεταβολή των συνθηκών του εξ αποφάσεως χρεώστη, ώστε να διασφαλίζεται πως η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας δε θα του προκαλέσει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό, (βλ. Duer v Frazer [2001] 1 All ER 249, σελίδα 255, The "Good Challenger" [2004] 1 Lloyd's Rep. 67, σελίδες 85 έως 86, και Ανδρέας Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A373, ECLI:CY:AD:2017:A373, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 206/2012, 26.10.2017). [2] Αρ.31(ε) όταν νόμος ή κανονισμός προβλέπει - (i) προθεσμία ή/και χρόνο παραγραφής για καταχώρηση οποιασδήποτε αγωγής ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, ή (ii) προθεσμία ή/και χρόνο για λήψη μέτρων εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, η οποία προθεσμία ή χρόνος παραγραφής ή λήψης μέτρων λήγει εντός της περιόδου από τη 15η Μαρτίου μέχρι και την 30ή Ιουνίου 2020, παρατείνεται μέχρι την 31η Ιουλίου 2020: Νοείται ότι για σκοπούς της παρούσας παραγράφου «αγωγή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.