← Κύπρος

ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΣΤΡΟΥΘΟΣ, Αρ. Αγωγής: 1634/12, 29/5/2020

ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΣΤΡΟΥΘΟΣ, Αρ. Αγωγής: 1634/12, 29/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A262 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1634/12 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγουσα και XXXXX ΣΤΡΟΥΘΟΣ Εναγόμενος ----------------- Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους Για Εναγόμενο: κα Δ. Χριστοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο ασχολείτο με εργασίες χρηματοδότησης επενδύσεων στα χρηματιστήρια Κύπρου και Αθηνών, αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €20.283,52 πλέον τόκο 10% από 01/01/12 μέχρι εξόφλησης, ως χρεωστικό υπόλοιπο που ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος της οφείλει συνεπεία πιστωτικών διευκολύνσεων που του παραχώρησε στα πλαίσια συμφωνίας χρηματοδότησης επενδύσεων ημερ. 30/05/07, καθώς επίσης και διάταγμα πώλησης αριθμού μετοχών που κρατούνται ως εξασφάλιση των οφειλών του εναγόμενου και πίστωσης του προϊόντος πώλησης έναντι της επίδικης οφειλή. Η εκδοχή της ενάγουσας είναι ουσιαστικά ότι αν και αυτή είχε συμμορφωθεί πλήρως με τις υποχρεώσεις της δυνάμει της συμφωνίας της 30/05/07 (Τεκ.2) και παρείχε στον εναγόμενο τις συμφωνηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις τις οποίες αυτός χρησιμοποίησε για να προβεί σε χρηματιστηριακές επενδύσεις μέσω του χρηματιστή που ο ίδιος διόρισε με σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκ.2), αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, δεν συμμορφώθηκε με τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις και παρέλειψε να εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Το ότι ο εναγόμενος όντως χρησιμοποίησε προς όφελος του το παραχωρηθέν όριο με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το αξιούμενο χρεωστικό υπόλοιπο, μπορεί, κατά την ενάγουσα, να διαπιστωθεί από τα πινακίδια των χρηματιστηριακών συναλλαγών που εκδόθηκαν κατά τις διάφορες επενδυτικές συναλλαγές που έγιναν από τον πληρεξούσιο χρηματιστή του εναγόμενου (Τεκ.3 και 3Α) καθώς επίσης και από τις σχετικές χρεοπιστώσεις που αφορούν στις εν λόγω συναλλαγές και οι οποίες χρεοπιστώσεις καταγράφηκαν στη κατάσταση λογαριασμού που η ενάγουσα τηρούσε στο όνομα του εναγόμενου με αρ. XXXXX6488 (Τεκ.11). Ισχυρίζεται συγκεκριμένα η ενάγουσα ότι ενώ αυτή χρηματοδοτούσε κανονικά τις επενδύσεις του εναγόμενου από τον Ιούνιο 07 που ανοίχθηκε ο λογαριασμός, άρχισε περί τα τέλη του 2007 να δημιουργείται χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο όμως ούτε εξοφλείτο αλλά ούτε και καλυπτόταν επαρκώς από τις αξίες που κρατούνταν τότε ως εξασφάλιση, ως προνοούσε η συμφωνία των μερών. Αν και ο εναγόμενος ανταποκρίθηκε θετικά στις σχετικές εκκλήσεις της ενάγουσας, αρκετές από τις οποίες ήταν γραπτές (Τεκ.5), και προσπάθησε σε διάφορες περιπτώσεις να καλύψει τόσο τις οφειλές του καταβάλλοντας μετρητά έναντι αυτών όσο και τις εξασφαλίσεις του προσκομίζοντας περαιτέρω μετοχές, καμία περαιτέρω ανταπόκριση δεν υπήρξε από πλευράς του από τις 31/12/11 που ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €20.283,

  1. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας και του λογαριασμού από πλευράς ενάγουσας στις 16/02/12 με σχετική επιστολή προς τον εναγόμενο (Τεκ.10) και εν τέλει την καταχώρηση της παρούσας αγωγής προς ανάκτηση του εν λόγω ποσού. Η ουσία της εκδοχή του εναγόμενου περιστρέφεται γύρω από τους εξής δικογραφημένους ισχυρισμούς του: «.ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι προέβη σε σύναψη συμφωνίας χρηματοδότησης επενδύσεων ημερ.30/05/2007.με την Ενάγουσα, μετά από υπόδειξη κάποιου κ. XXXXX Λουκά, υπαλλήλου και/ή εκπροσώπου της εταιρείας Sharelink Securities and Financial Services Limited. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η εταιρεία Sharelink Securities & Financial Services Ltd τον εκπροσωπούσε στις σχέσεις του με την Ενάγουσα και/ή προέβαινε, δια μέσου του λογαριασμού του, σε αγορές και/ή πωλήσεις χρηματοοικονομικών μέσων Περαιτέρω και άνευ βλάβης των ανωτέρων, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται οτι ο αναφερόμενος κ.XXXXX Λουκάς εκπρόσωπος και/ή υπάλληλος και/ή σύμβουλος επενδύσεων σύμβουλος επενδύσεων της εταιρείας Sharelink Securities & Financial Services Ltd, ήταν αυτός που προέβαινε σε όλες τις ως άνω πράξεις αγορας και/ή πώλησης χρηματοοικονομικών μέσων για λογαριασμό του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο αναφερόμενος κ.XXXXX παρουσιαζόταν ως δήθεν σύμβουλος επενδύσεων, χωρίς να κατέχει τα απαραίτητα προσόντα, κατά παράβαση των Νόμων 148(Ι)/2002 και 144(Ι)/
  2. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα εταιρεία είχε κάθε υποχρέωση να γνωρίζει την πραγματική ιδιότητα του αναφερόμενου κ.XXXXX Λουκά δια το λόγο ότι ήταν συνδεδεμένη εταιρεία με την εταιρεία Sharelink Securities & Financial Services Ltd . Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα είχε κάθε υποχρέωση να τον ενημερώσει για την πραγματική ιδιότητα του αναφερόμενου κ.XXXXX Λουκά. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα είχε κάθε υποχρέωση να ελέγχει και/ή να προστατεύει και/ή να διαφυλάσσσει τα επενδυτικά κεφάλαια του Εναγομένου, από επενδύσεις σε δικαιώματα αγοράς μετοχών (warrants) και/ή δικαιώματα προτίμησης (rights) και να ενημερώνει τον Ενάγοντα για τους τυχόν κινδύνους που ελλοχεύουν από την αγορά των εν λόγω χρηματοοικονομικών μέσων. Περαιτέρω και άνευ βλάβης των ανωτέρων, η Ενάγουσα κατά παράβαση της παρ.1Β της μεταξύ τους συμφωνίας, παρεχώρησε διευκολύνσεις από το λογαριασμό του Εναγόμενου, στην εταιρεία Sharelink Securities & Financial Services Ltd τον Οκτώβριο και/ή τον Νοέμβριο του 2007, για αγορά δικαιωμάτων προτίμησης (rights) της εταιρείας Sea Star Capital Pic, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να υποστεί οικονομική ζημιά. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα παραχώρησε διευκολύνσεις στην εταιρεία Sharelink Securities & Financial Services Ltd για αγορά δικαιωμάτων προτίμησης (rights) της εταιρεία Sea Star Capital Plc δια το λόγο ότι είχαν κοινό οικονομικό συμφέρον αφού η Sharelink Securities Financial Services Ltd είναι ανάδοχος εταιρεία της εταιρεία Sea Star Capital Plc στο Χρηματιστήριο Κύπρου και συνδεδεμένη εταιρεία με την Ενάγουσα αφού και οι δύο εταιρείες ελέγχονται από την εταιρεία SFS Group Plc. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο αναφερόμενος κ.XXXXX Λουκά παρουσίαζε, εις γνώση της Ενάγουσας, το λογαριασμό του Εναγομένου ως κοινό μαζί του για να μπορεί να εκμεταλλεύεται τα επενδυτικά του κεφάλαια, χωρίς η Ενάγουσα να ειδοποιήσει οιανδήποτε στιγμή τον Εναγόμενο Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 09/07/08, η Ενάγουσα παράνομα αφαίρεσε από το λογαριασμό του Εναγόμενου με αρ. XXXXX6488 το ποσό των €8.500 χωρίς οιανδήποτε προηγούμενη εντολή και/ή προειδοποίηση του Εναγομένου με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να απωλέσει το πιο πάνω ποσό και/ή να το οικειοποιηθεί η ενάγουσα. Περαιτέρω και άνευ βλάβης των ανωτέρων ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν ενημέρωσε τον Εναγόμενο για την ως άνω αφαίρεση του ποσού για να επωφελείται από τους τόκους.» Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο εναγόμενος όχι μόνο απορρίπτει την απαίτηση της ενάγουσας αλλά εγείρει και ανταπαίτηση εναντίον της τελευταίας αξιώνοντας το ποσό των «€9.121.00 ως ζημιά από την παραχώρηση διευκολύνσεων από την Ενάγουσα για την αγορά δικαιωμάτων προτίμησης (rights) της εταιρείας Sea Star Capital Plc κατά παράβαση της επίδικης Συμφωνίας» και το ποσό των «€8,500.- ως απώλεια από την οικειοποίηση του πιο πάνω ποσού από την ενάγουσα και/ή λόγω παράνομης χρέωσης του λογαριασμού του εναγόμενου ως ανωτέρω αναφέρεται». Κατά την ακρόαση κατέθεσαν, για τη μεν ενάγουσα ο διευθύνων σύμβουλος της Α. Έλληνας (ΜΕ1) και ένας εκ των διευθυντών της, ο Κ. Σέρβος (ΜΕ2), για τη δε υπεράσπιση ο ίδιος ο εναγόμενος (ΜΥ1). Η ουσία της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων, οι οποίοι για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησαν γραπτές δηλώσεις (Έγγραφα Α, Β και Γ αντίστοιχα), κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με τα δικόγραφα τους και στο σύνολο κατατέθηκαν 17 τεκμήρια. Όπως θα διαφανεί πιο κάτω, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου που τα δικόγραφα και η μαρτυρία των διαδίκων διαμόρφωσαν, της φύσης της υπόθεσης που προωθήθηκε τόσο από πλευράς ενάγουσας όσο και από πλευράς εναγόμενου καθώς επίσης και ότι υποθέσεις επενδυτικών σχεδίων όπως η παρούσα δεν διαφέρουν από οποιαδήποτε άλλη υπόθεση όπου η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί ζήτημα των ιδιαζόντων γεγονότων και λεπτομερειών (βλ. ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ν. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED, ECLI:CY:AD:2017:A389, Πολιτική Έφεση Αρ 390/2011, 6/11/2017, Κρυστάλλω Γιάλλουρου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.ά.

(2011)1 Α.Α.Δ. 1635 και Suphire (Finance) Limited v. Παπαμιχαήλ Σάββα
(2011)1 Α.Α.Δ. 1649), η παράθεση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας καθίσταται θεωρώ μη αναγκαία ή εξυπηρετούσα οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό (βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019, Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28). Εξηγώ. Κατ' αρχή, σύμφωνα με τις θέσεις που η κάθε πλευρά προώθησε τόσο με τα δικόγραφα όσο και με τους μάρτυρες της, τα πιο κάτω γεγονότα προκύπτουν να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών. Στις 29/05/2007 ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση στην ενάγουσα για συμμετοχή σε σχέδιο που παρείχε η τελευταία για χρηματοδότηση επενδύσεων, ζητώντας όπως του παραχωρηθούν από την ενάγουσα πιστωτικές διευκολύνσεις με «όριο» ύψους Λ.Κ.14.000 ώστε να τις χρησιμοποιήσει για την αγορά μετοχών και άλλων αξιών εισηγμένων στο Χ.Α.Κ. (Τεκ.1). Στην εν λόγω αίτηση ο εναγόμενος δήλωσε ως χρηματιστή - σύμβουλο του αλλά και ως πρόσωπο που μπορούσε να δώσει συστάσεις γι' αυτόν, κάποιο Μ. Λουκά, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτείτο στην αδειούχο χρηματιστηριακή εταιρεία SHARELINK SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LIMITED, η οποία ήταν μία εκ των μετόχων της ενάγουσας και της οποίας ο πρόεδρος είναι ο υιός του ΜΕ
  1. Με τον εν λόγω Μ. Λουκά ο εναγόμενος, ως ο ίδιος ανέφερε κατά τη μαρτυρία του και δεν έχει αμφισβητηθεί, συνδεόταν φιλικά και επαγγελματικά από πριν την υποβολή της αίτησης προς την ενάγουσα και τα επίδικα γεγονότα αφού ο Λουκά ήταν και γείτονας του αλλά και είχε ενεργήσει και ως επενδυτικός σύμβουλος του εναγόμενου στα πλαίσια επενδυτικού λογαριασμού που ο τελευταίος ήδη διατηρούσε στη Sharelink. Αφού λοιπόν η ενάγουσα εξέτασε την αίτηση του εναγόμενου αποφάσισε όπως την εγκρίνει και όπως παραχωρήσει στον τελευταίο πιστωτικές διευκολύνσεις με όριο €25.
  2. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 30/05/07, υπεγράφη μεταξύ εναγόμενου και ενάγουσας σχετική συμφωνία χρηματοδότησης επενδύσεων, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το όριο που θα του παραχωρούσε η ενάγουσα για να διενεργήσει επενδυτικές συναλλαγές στο ΧΑΚ, μέσω χρηματιστή που αυτός θα εξουσιοδοτούσε για το σκοπό αυτό (Τεκ.2). Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε το σχέδιο ήταν ως εξής. Ο χρηματιστής θα προέβαινε στις διάφορες επενδυτικές συναλλαγές για λογαριασμό του εναγόμενου και σε περίπτωση αγοράς αξιών θα εισέπραττε το ανάλογο ποσό από τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις για να πληρώσει τον πωλητή και να ολοκληρωθεί η πράξη οπόταν η ενάγουσα θα χρέωνε ανάλογα τον επίδικο λογαριασμό ενώ σε περίπτωση πώλησης αξιών, ο χρηματιστής θα εισέπραττε το τίμημα από τον αγοραστή και θα το παρέδιδε στην ενάγουσα η οποία θα πίστωνε τον λογαριασμό του εναγόμενου. Σύμφωνα δε με άλλο όρο της συμφωνίας, επειδή ο εναγόμενος θα έπρεπε, όσο το υπόλοιπο του λογαριασμού του ήταν χρεωστικό, να μεριμνά όπως το εν λόγω υπόλοιπο εξασφαλίζεται σε συγκεκριμένο βαθμό με μετοχές ή άλλες αξίες (Περιθώριο Ασφαλείας), όσες αξίες θα αγοράζονταν για λογαριασμό του εναγόμενου με τη χρήση των πιστωτικών διευκολύνσεων της ενάγουσας, αυτές θα εγγράφονταν για σκοπούς εγγύησης - εξασφάλισης των εκάστοτε υποχρεώσεων του εναγόμενου προς την ενάγουσα, στο όνομα της ELLINAS FINANCE (CUSTODIAN) LIMITED, η οποία ήταν θυγατρική της ενάγουσας και η οποία συμπεριλήφθηκε στη συμφωνία της 30/05/07 ως μία εκ των αντισυμβαλλομένων. Ο τελικός δικαιούχος των αξιών που θα αγοράζονταν μέσω του επίδικου σχεδίου και το πρόσωπο στο οποίο θα «ανήκε» και το οποιοδήποτε κέρδος ή ζημιά από την αγοραπωλησία των αξιών αυτών, ήταν πάντα ο εναγόμενος, προς όφελος του οποίου πιστώνονταν και τα μερίσματα που κατά καιρούς εισπράττονταν από τις μετοχές που είχαν αγοραστεί για λογαριασμό του από το χρηματιστή του (Τεκ.12) . Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 30/05/07, ο εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο προς την αδειούχα χρηματιστηριακή εταιρεία SHARELINK SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LIMITED, με το οποίο εξουσιοδότησε την τελευταία όπως τον εκπροσωπεί ως χρηματιστής και αντιπρόσωπος του κατά τις επενδύσεις που θα γίνονταν μέσω των πιστωτικών διευκολύνσεων που θα του παραχωρούσε η ενάγουσα και με το οποίο έγγραφο ο εναγόμενος «ανέλαβε να επικυρώνει οτιδήποτε ο Χρηματιστής ήθελε πράξει δυνάμει του πληρεξουσίου» (βλ. παρ.3 Ε/Α και σχετική παραδοχή στην παρ.2 της Υπεράσπισης). Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο προς την SHARELINK (εφ' εξής ο χρηματιστής), επισυνάπτεται στη συμφωνία της 30/05/07 (Τεκ.2) και φέρει τίτλο «ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟ ΕΓΓΡΑΦΟ (POWER OF ATTORNEY)». Δεν αμφισβητείται ότι καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας των μερών και της παροχής των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο, όντως το όριο που παρείχε η πρώτη στον τελευταίο χρησιμοποιήθηκε για την αγοραπωλησία αριθμού επενδυτικών αξιών από το χρηματιστή του εναγόμενου, ήτοι την Sharelink, ότι η ενάγουσα τηρούσε χρεοπιστωτικό λογαριασμό στο όνομα του εναγόμενου με αρ. XXXXX6488 και στον οποίο καταγράφονταν οι διάφορες χρεοπιστώσεις που αφορούσαν στις συναλλαγές που γίνονταν από ή εκ μέρους του εναγόμενου, ότι κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού η ενάγουσα έστειλε και ο εναγόμενος παρέλαβε τουλάχιστο μία φορά, ήτοι τον Ιούλιο 2011 και ότι, όπως ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ο εναγόμενος, αυτός έλαβε και όσες επιστολές του είχε στείλει η ενάγουσα στη διεύθυνση του με συστημένο ταχυδρομείο όπως μια τέτοια επιστολή παρουσιάστηκε από τη ενάγουσα να ήταν η επιστολή τερματισμού της 16/02/12 (Τεκ.10). Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι προτού η ενάγουσα ειδοποιήσει τον εναγόμενο για την επιθυμία της να τερματίσει την επίδικη συμφωνία και λογαριασμό, ανταλλάχθηκε μεταξύ των δικηγόρων των μερών αριθμός αλληλογραφίας μεταξύ 23/12/11 και 05/03/12 (Τεκ. 6, 7, 8 και 9). Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόμενου ότι για σκοπούς συμμόρφωσης του με τη συμβατική του υποχρέωση για την ύπαρξη επαρκών εξασφαλίσεων σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού του, είχαν κατά καιρούς μεταβιβαστεί στην Custodian δικές του μετοχές σε διάφορες εταιρείες (βλ. παρ. 14 Γ/Δ εναγόμενου Έγγραφο Γ) και συγκεκριμένα ότι με υπογραμμένα από τον ίδιο τον εναγόμενο έγγραφα, μεταβιβάστηκαν 500 μετοχές της CPB στις 29/06/09 αξίας τότε €1145, 800 μετοχές της HB την 01/12/09 αξίας τότε €896, 100000 μετοχές της MSV στις 13/07/09 αξίας τότε €3000 και 20000 μετοχές της PROP την 01/08/08 αξίας τότε €2800 ,ενώ στις 18/07/08, μεταβιβάστηκαν ως εξασφάλιση του λογαριασμού του εναγόμενου από το Λουκά, 15000 μετοχές του τελευταίου της PROP αξίας τότε €1950 (Τεκ.15). Το ότι σε άλλη κατάσταση που τηρούσε η ενάγουσα με τίτλο Realized Profit Per Stock, η οποία καλύπτει την περίοδο 07/06/07 - 31/12/11 (Τεκ.13), καταγράφονται πλήρως οι εν λόγω μεταβιβασθείσες μετοχές με την αιτιολογία Additional Margin (επιπρόσθετο περιθώριο) δεν αμφισβητείται όπως και δεν αμφισβητείται ότι στην εν λόγω κατάσταση φαίνονται επίσης και ποιες αλλά και πόσες μετοχές αγοράστηκαν ή πουλήθηκαν για λογαριασμό του εναγόμενου κατά τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, η αξία πώλησης και αγοράς της κάθε συναλλαγής καθώς επίσης και το κέρδος ή η ζημιά που προέκυψε σε σχέση με την κάθε μετοχή. Πρόσθετα τούτου, αδιαμφισβήτητο παρέμεινε και το ότι σύμφωνα με την κατάσταση Τεκ.13, αμέσως πριν τον τερματισμό της συμφωνίας υπήρχαν ως εξασφάλιση του επίδικου λογαριασμού μόνο 7600 μετοχές Αlapis και 578 μετοχές CPΒ. Κατά τη μαρτυρία του ο εναγόμενος δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί ότι όντως έγιναν από πλευράς Sharelink όλες οι επενδυτικές συναλλαγές που παρουσιάζονται να έγιναν στα πινακίδια Τεκ.3 και 3Α, περιλαμβανομένων και των αγοραπωλησιών που αφορούν στα rights για τα οποία προβάλλει παράπονο και τα οποία rights αγοράστηκαν στις 05/11/07 για €10.300 και πουλήθηκαν στις 08/11/07 για €1000, ότι για όλες τις εν λόγω συναλλαγές χρησιμοποιήθηκαν οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και ότι τα ποσά με τα οποία χρεώθηκε ή πιστώθηκε ο επίδικος λογαριασμός συνεπεία αυτών των συναλλαγών, είναι ως αυτά φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκ.11, το υπόλοιπο της οποίας κατάστασης παρουσιάζεται στις 31/12/11 να ανέρχεται σε χρεωστικό υπόλοιπο €20.283,52 το οποίο από μαθηματικής και λογιστικής σκοπιάς είναι ορθό. Αυτό που ισχυρίζεται ο εναγόμενος είναι ότι είναι ο Μ. Λουκά που προέβη σε όλες αυτές τις συναλλαγές μέσω της Sharelink και ότι ο ίδιος δεν θα πρέπει να δεσμεύεται από αυτές εφόσον είτε δεν έδωσε για όλες τις συναλλαγές εντολές ή τη συγκατάθεση του είτε διότι κάποιες από αυτές έγιναν κατά παράβαση της σύμβασης της 30/05/07 και/ή παράνομα. Συνεπεία τούτου αλλά και συνεπεία του ότι σύμφωνα με τη θέση που προώθησε ο εναγόμενος κατά την ακρόαση, δεν πιστώθηκε ο λογαριασμός του με το προϊόν της εκποίησης κάποιων μετοχών του, το χρεωστικό υπόλοιπο που δείχνει η κατάσταση Τεκ.11, αν και λογιστικά και μαθηματικά ορθό, δεν είναι σύμφωνα με τον εναγόμενο το πραγματικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι περί τον Ιούλιο 2008 ο Μ. Λουκά κατέθεσε στο λογαριασμό του εναγόμενου μία επιταγή που ο ίδιος προσωπικά ο Λουκά εξέδωσε προς τον εναγόμενο για το ποσό των €8500, ότι η ενάγουσα πίστωσε το λογαριασμό του εναγόμενου στις 04/07/08 με το σχετικό ποσό και ότι στη συνέχεια η εν λόγω επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη οπόταν η ενάγουσα χρέωσε στις 09/07/08 το λογαριασμό του εναγόμενου με το αντίστοιχο ποσό και επέστρεψε την επιταγή στον εκδότη της, ήτοι στο Λουκά. Το ότι ο Λουκά είχε και σε άλλες περιπτώσεις καταθέσει επιταγές στο λογαριασμό του εναγόμενου δεν αμφισβητείται (βλ. π.χ. Τεκ.14). Τέλος, ως περαιτέρω δέχτηκε ο εναγόμενος κατά την ακρόαση, περί το Μάιο 2008 η ενάγουσα ικανοποίησε ρητή γραπτή επιστολή - παράκληση υπογραμμένη από τον ίδιο με ημερομηνία 05/05/08, και μετέφερε στον επίδικο επενδυτικό λογαριασμό του εναγόμενου το χρεωστικό υπόλοιπο κάποιου άλλου πελάτη της με αρ. λογαριασμού XXXXXX6489 και ταυτόχρονα μετέφερε ως περαιτέρω εξασφαλίσεις προς όφελος του εναγόμενου, τις μετοχές που υπήρχαν ως εξασφάλιση του λογαριασμού από τον οποίο προήλθε το χρεωστικό υπόλοιπο (Τεκ.4). Σύμφωνα με τον ίδιο τον εναγόμενο, το χρεωστικό υπόλοιπο με το οποίο χρεώθηκε τότε ο λογαριασμός του ήταν της τάξης των €18.000 και αυτό συνάδει με τη σχετική καταγραφή που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού των εναγόντων Τεκ.11 με ημερ. 14/05/08, ήτοι χρέωση του επίδικου λογαριασμού με το ποσό των €18.690,98 με την αιτιολογία της μεταφοράς από το λογαριασμό XXXXX
  3. Για όλα τα πιο πάνω κάμω ανάλογα ευρήματα. Ως εύκολα μπορεί να διαφανεί από τα πιο πάνω, τα θέματα που ουσιαστικά κατέληξαν να συνιστούν επίδικα στην υπόθεση ήταν κυρίως αυτά που σκιαγραφήθηκαν μέσω της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου, ήτοι: Α. Το κατά πόσο ήταν επιτρεπτή με βάση τη σύμβαση της 30/05/07 η χρηματοδότηση της αγοραπωλησίας των rights της Seastar από το Λουκά και τη Sharelink, ως οι εν λόγω αγοραπωλησίες παρουσιάζονται να έγιναν στα σχετικά πινακίδια συναλλαγών Τεκ.3Α και στις σχετικές χρεοπιστώσεις των 05/11/07 και 08/11/07 στην κατάσταση Τεκ.
  4. Β. Το κατά πόσο ήταν επιτρεπτό για την ενάγουσα να χρεώσει το λογαριασμό του εναγόμενου με το ποσό των €8500 όταν η επιταγή που ο Λουκά κατέθεσε στο λογαριασμό του τελευταίου επιστράφηκε απλήρωτη. Γ. Το κατά πόσο η ενάγουσα είχε υπό τις περιστάσεις τη νομική αλλά και την πραγματική υποχρέωση να προστατέψει τον εναγόμενο από τις ενέργειες του Λουκά και της Sharelink και αν ναι, κατά πόσο αυτή παρέλειψε συνειδητά ή αμελώς να ενεργήσει ως η υποχρέωση της αυτή. Σημειώνω εδώ ότι στην τελική της αγόρευση, η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου ήγειρε και τη θέση ότι η ενάγουσα επέτρεψε σε διάφορες περιπτώσεις την υπέρβαση του παραχωρηθέντος ορίου του λογαριασμού και αν και στην υπεράσπιση δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι η σύμβαση παραβιάστηκε με τον τρόπο αυτό, η θέση αυτή της συνηγόρου θα εξεταστεί υπό τη σκοπιά υπό την οποία προωθήθηκε, ήτοι στη βάση της δικογραφημένης θέσης ότι η ενάγουσα επέτρεψε την κατάχρηση του επίδικου λογαριασμού από το χρηματιστή. Δ. Το κατά πόσο η ενάγουσα τελικά πίστωσε προς όφελος του εναγόμενου τις μετοχές που μεταβιβάστηκαν από πλευράς του προς την Custodian καθώς επίσης και το κατά πόσο τελικά εκποιήθηκαν όλες τις εναπομείνασες μετοχές του εναγόμενου και αν ναι κατά πόσο η ενάγουσα πίστωσε προς όφελος του τελευταίου το προϊόν της εκποίησης. Το θέμα αυτό προέκυψε κατά την μαρτυρία του ΜΕ1 και συνδέθηκε με την αμφισβήτηση της υπεράσπισης σε σχέση με το πραγματικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Όσον αφορά τα υπό στοιχεία Α και Γ ανωτέρω επίδικα θέματα, αυτά είναι προφανές, όπως άλλωστε φάνηκε και κατά την ακρόαση, ότι κατά κύριο λόγο άπτονται του περιεχομένου της επίδικης συμφωνίας της 30/05/07, η ερμηνεία της οποίας είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται αποκλειστικά από το Δικαστήριο χωρίς να τίθεται θέμα αξιολόγησης της υποκειμενικής ερμηνευτικής άποψης που τυχόν να έχει κάποιος εκ των διαδίκων ή των μαρτύρων (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168 και ΛΙΠΕΡΗ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΝΤΖΙΟΥΡΗ ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2013, 19/7/2019). Σε κάθε περίπτωση, οι όροι της επίδικης σύμβασης ήταν και είναι η βάση επί της οποίας η μέχρι σήμερα νομολογία έχει εξετάσει τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα που προκύπτουν από επενδυτικά σχέδια της ίδιας ουσιαστικά φύσης με το επίδικο, εφόσον «Η εν λόγω συμφωνία αποτελούσε δε και τη μόνη πηγή διαπίστωσης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων κάθε συμβαλλόμενου μέρους» (βλ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΙΛΗΣ ν. ELLINAS FINANCE LTD κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A671, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 97/2010 12/10/2015 καθώς επίσης και ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ ν. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD, ECLI:CY:AD:2017:A161, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 97/2011, 5/5/2017, ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. ELLINAS FINANCE LTD κ.α., Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 283/2010, 24/3/2016, ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ELLINAS FINANCE LTD κ.α., Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 351/2010, 19/11/2015 και Nικολάου Μαρία ν. Ellinas Finance Ltd και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 2392). Παραθέτω λοιπόν τους άμεσα σχετικούς με τα πιο πάνω θέματα όρους στην υπό κρίση επίδικη σύμβαση Τεκ.2: «1. (Α) Η Εταιρεία θα παρέχει στον Επενδυτή πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή δάνεια (οι οποίες διευκολύνσεις και/ή δάνεια θα αναφέρονται μαζί πιο κάτω ως οι "Διευκολύνσεις"), το ανώτατο ύψος των οποίων (το "Όριο") καθορίζεται στο επισυνημμένο παράρτημα (το "Παράρτημα") που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας. Νοείται ότι η Εταιρεία μπορεί, κατά την απόλυτη κρίση της, να επιτρέψει υπέρβαση του Ορίου. (Β) Οι Διευκολύνσεις θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για αγορά μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (το "ΧΑΚ") και στην Κατηγορία Μεγάλης Κεφαλαιοποίησης του Χρηματιστηρίου Αθηνών (το"ΧΑ") και θα αναφέρονται πιο κάτω ως οι "Αξίες". Οι Αξίες που θα αγοράζονται με χρήση των Διευκολύνσεων και/ή μέσω του Λογαριασμού (ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στην παράγραφο 1(Γ)(ΐ) πιο κάτω) (οι "Αξίες Χαρτοφυλακίου") δε θα περιλαμβάνουν δικαιώματα αγοράς μετοχών (warrants) ή δικαιώματα προτίμησης (rights), εκτός με την εκ των προτέρων γραπτή έγκριση της Εταιρείας, την οποία η Εταιρεία μπορεί να αρνηθεί να δώσει κατά την απόλυτη κρίση της. Προς αποφυγή αμφιβολίας, οι Διευκολύνσεις μπορούν να χρησιμοποιούνται για την εξάσκηση δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants) και/ή δικαιωμάτων προτίμησης (rights) που διαπραγματεύονται στο ΧΑΚ / ΧΑ νοουμένου ότι οι αξίες που θα προκύπτουν από την εν λόγω εξάσκηση θα αποτελούν Αξίες Χαρτοφυλακίου. (Γ) Ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συμφωνίας:- (ί) η Εταιρεία θα ανοίξει λογαριασμό επ' ονόματι του Επενδυτή (ο"Λογαριασμός"), μέσω του οποίου η Εταιρεία θα παρέχει τις Διευκολύνσεις στον Επενδυτή' (
  1. ii)ο Επενδυτής θα καταθέσει στο Λογαριασμό μετρητά (τα "Μετρητά") κα|/ή θαμεταβιβάσει στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας Αξίες (εξαιρουμενών δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants) ή άλλων αξιών οι οποίες δεν ήθελαν, κατά την απόλυτη κρίση της Εταιρείας, κριθεί ικανοποιητικές) (οι "Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας") που μαζί θα αποτελούν το περιθώριο ασφάλειας (το "Περιθώριο Ασφάλειας") για σκοπούς της Συμφωνίας. Το ύψος του Περιθωρίου Ασφάλειας καθορίζεται στο Παράρτημα. Νοείται ότι τα Μετρητά θα χρησιμοποιηθούν για την αγορά Αξιών, οι οποίες θα εγγραφούν στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείαςˑ και (ϊii) ο Επενδυτής θα υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο προς μέλος του ΧΑΚ / ΧΑ της επιλογής του (ο "Χρηματιστής"), με το οποίο να εξουσιοδοτεί τονΧρηματιστή να διεκπεραιώνει συναλλαγές στο ΧΑΚ / ΧΑ για λογαριασμό του Επενδυτή μέσω του Λογαριασμού. Νοείται ότι ο Χρηματιστής θα αναλάβει να παρέχει εγκαίρως στην Εταιρεία και/ή τη Θυγατρική Εταιρεία τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 9(B) πιο κάτω και σε περίπτωση παράλειψης του να παρέχει τα εν λόγω στοιχεία η Εταιρεία θα δικαιούται να απαιτήσει την αντικατάσταση του και την υπογραφή από τον Επενδυτή πληρεξουσίου εγγράφου προς άλλο μέλος του ΧΑΚ / ΧΑ το οποίο θα ενεργεί ως Χρηματιστής και θα παρέχει τα στοιχεία αυτά. 2. (Α) Οι Αξίες Χαρτοφυλακίου θα εγγράφονται στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας και θα παραμένουν μαζί με τις Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας εγγεγραμμένες στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας, μέχρι είτε την πώληση τους από τον Επενδυτή οποτεδήποτε ο Επενδυτής το επιθυμήσει δυνάμει των διατάξεων της Συμφωνίας, είτε την εξόφληση του υπολοίπου του Λογαριασμού από τον Επενδυτή σύμφωνα με την παράγραφο 7(E) πιο κάτω, είτε την άσκηση από την Εταιρεία του δικαιώματος πώλησης τους σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμφωνίας. Το προϊόν πώλησης των Αξιών Χαρτοφυλακίου και/ή των Αξιών Περιθωρίου Ασφαλείας θα πιστώνεται στο Λογαριασμό και/ή θα εισπράττεται από την Εταιρεία έναντι οποιουδήποτε ποσού οφείλεται στην Εταιρεία από τον Επενδυτή. (Β) Η Εταιρεία θα δικαιούται (αλλά δεν θα έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να το πράξει) οποτεδήποτε ήθελε αποφασίσει, κατά την απόλυτη κρίση της, να καλεί τον Επενδυτή να προβαίνει, εντός τακτής προθεσμίας η οποία θα καθορίζεται από την Εταιρεία κατά την απόλυτη κρίση της, σε μεταβίβαση στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας επιπρόσθετων Αξιών Περιθωρίου Ασφαλείας και/ή σε κατάθεση επιπρόσθετων Μετρητών στο Λογαριασμό, ούτως ώστε το σύνολο (το "Σύνολο"):- (ί) της τιμής διάθεσης των Αξιών Χαρτοφυλακίου (που υπολογίζεται (σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου 2(E) πιο κάτω), και (
  2. ii)της τιμής διάθεσης των Αξιών Περιθωρίου Ασφάλειας (που υπολογίζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου 2(E) πιο κάτω), και (iii) του ποσού (εάν υπάρχει) των Διευκολύνσεων που παραμένει διαθέσιμο(που υπολογίζεται με αφαίρεση του τρέχοντος χρεωστικού υπολοίπου του Λογαριασμού από το Όριο), να διατηρείται ίσο προς το 200% του Περιθωρίου Ασφάλειας. (Γ) Ο Επενδυτής υποχρεούται, εφόσον η Εταιρεία του το έχει ζητήσει σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2(B) πιο πάνω, να προβαίνει σε μεταβίβαση στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας επιπρόσθετων Αξιών Περιθωρίου Ασφαλείας και/ή σε κατάθεση επιπρόσθετων Μετρητών, αναλόγως της περιπτώσεως, εντός της προθεσμίας που καθορίσθηκε από την Εταιρεία, ούτως ώστε το Σύνολο να διατηρείται στο επίπεδο που προβλέπεται από την παράγραφο 2(B) πιο πάνω. Δ) Σε περίπτωση που το Σύνολο υπερβαίνει το 200% του Περιθωρίου Ασφάλειας, ο Επενδυτής δικαιούται να ζητήσει από την Εταιρεία είτε (
  3. i)την καταβολή του εν λόγω πλεονάσματος σε αυτόν από την Εταιρεία υπό μορφή μετρητών, είτε (
  4. ii)τη μεταβίβαση στο όνομα του Αξιών Χαρτοφυλακίου και/ή Αξιών Περιθωρίου Ασφαλείας των οποίων η Αξία, υπολογιζόμενη βάσει της τιμής διάθεσης τους (ως προβλέπεται στις διατάξεις της παραγράφου 2(E) πιο κάτω), εφόσον αφαιρεθεί από το Σύνολο να αφήνει το Σύνολο ίσο ή μεγαλύτερο του 200% του Περιθωρίου Ασφαλείας, είτε (iii) την καταβολή του εν λόγω πλεονάσματος μερικώς υπό μορφή μετρητών και μερικώς με τη μεταβίβαση στο όνομα του Αξιών Χαρτοφυλακίου και/ή Αξιών Περιθωρίου Ασφαλείας όπως φαίνεται στο (
  5. ii)ανωτέρω. Νοείται ότι η Εταιρεία θα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της να επιλέξει στις περιπτώσεις (ϋ) και (iii) ποιές Αξίες Χαρτοφυλακίου και/ή Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας θα μεταβιβασθούν στο όνομα του Επενδυτή. (ΣΤ) Σε περίπτωση μη ανταπόκρισης του Επενδυτή σε κλήση της Εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2(B) πιο πάνω, ή σε περίπτωση που δεν ήταν εύλογα δυνατή η επικοινωνία με τον Επενδυτή, η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα (αλλά καμία υποχρέωση) να προβαίνει σε πώληση όλων ή ορισμένων Αξιών Χαρτοφυλακίου και/ή Αξιών Περιθωρίου Ασφαλείας και/ή κλείσιμο του Λογαριασμού και/ή τερματισμό της Συμφωνίας χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση ή άλλη ειδοποίηση προς τον Επενδυτή.. 4. (Α) Οι Αξίες Χαρτοφυλακίου και οι Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας θα εγγράφονται στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας για τον σκοπό εξασφάλισής των υποχρεώσεων του Επενδυτή προς την Εταιρεία και μόνο. Τόσο η Εταιρεία όσο και η Θυγατρική Εταιρεία δε θα έχουν οποιαδήποτε ανάμιξη στη λήψη αποφάσεων για την αγορά και/ή πώληση Αξιών μέσω του Λογαριασμού, εκτός στις περιπτώσεις που η Εταιρεία έχει δικαίωμα να προβαίνει σε πώληση των Αξιών Χαρτοφυλακίου και/ή των Αξιών Περιθωρίου Ασφαλείας βάσει των προνοιών της Συμφωνίας. Ο Επενδυτής θα είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τη λήψη και/ή τις συνέπειες της λήψης αποφάσεων για αγορά και/ή πώληση Αξιών μέσω του Λογαριασμού, καθώς και για την επενδυτική στρατηγική που θα ακολουθήσει, την παρακολούθηση και διαχείριση των Αξιών Χαρτοφυλακίου και των Αξιών Περιθωρίου Ασφάλειας και την άσκηση ή μη άσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων που δυνατό να σχετίζονται μετις Αξίες Χαρτοφυλακίου και/ή Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας πριν τη λήξη ή εκπνοή τους. (Β) Προς αποφυγή οποιασδήποτε αμφιβολίας, ούτε η Εταιρεία, ούτε η Θυγατρική Εταιρεία θα έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση, ευθύνη ή καθήκον να διαχειρίζονται τις Αξίες Χαρτοφυλακίου και/ή τις Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας και/ή να συμβουλεύουν τον Επενδυτή αναφορικά με την αγορά και/ή πώληση Αξιών και/ή να ειδοποιούν και/ή ενημερώνουν και/ή υπενθυμίζουν τον Επενδυτή αναφορικά με οποιουσδήποτε όρους έκδοσης και/ή οποιεσδήποτε ημερομηνίες λήξης ή εξαγοράς οποιωνδήποτε Αξιών και/ή να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε ενέργειες εκ μέρους του Επενδυτή αναφορικά με οποιεσδήποτε Αξίες χωρίς ειδική γραπτή εντολή του Επενδυτή η οποία να έχει γίνει, κατά την απόλυτη κρίση της Εταιρείας, αποδεκτή γραπτώς από την Εταιρεία. Σε περίπτωση που η Εταιρεία ή η Θυγατρική Εταιρεία προβούν σε οποιαδήποτε ενημέρωση ή υπενθύμιση προς τον Επενδυτή σχετικά με τις Αξίες Χαρτοφυλακίου και/ή Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας και/η σε οποιαδήποτε εξάσκηση δικαιώματος εκ μέρους του Επενδυτή αυτό δε θα δημιουργήσει οποιαδήποτε ειλημμένη υποχρέωση από την Εταιρεία ή τη Θυγατρική Εταιρεία και η ευθύνη για τη γνώση των όρων έκδοσης οποιωνδήποτε Αξιών και την άσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων αναφορικά με οποιεσδήποτε Αξίες θα παραμείνει στον Επενδυτή. (Γ) Οποιεσδήποτε εντολές και/ή οδηγίες του Επενδυτή αναφορικά με την αγορά και/ή πώληση των Αξιών Χαρτοφυλακίου και/ή των Αξιών Περιθωρίου Ασφαλείας θα δίδονται στον Χρηματιστή, και η Εταιρεία και/ή η Θυγατρική Εταιρεία δε θα έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση είτε να λαμβάνουν οποιεσδήποτε τέτοιες εντολές και/ή οδηγίες από τον Επενδυτή, είτε να τις διαβιβάζουν στον Χρηματιστή, είτε να δίδουν οι ίδιες ανάλογες εντολές και/ή οδηγίες στον Χρηματιστή. (Δ) Η Εταιρεία θα προβαίνει σε πληρωμές προς ή εισπράξεις από τον Χρηματιστή βασιζόμενη στα πινακίδια συναλλαγής (contract notes) που θα εκδίδει ο Χρηματιστής και παραδίδει στη Θυγατρική Εταιρεία και/ή στην Εταιρεία αναφορικά με κάθε συναλλαγή που διεκπεραιώθηκε στο ΧΑΚ / ΧΑ για λογαριασμό του Επενδυτή. Η Εταιρεία θα πληρώνει στον Χρηματιστή το τίμημα αγοράς Αξιών όπως αυτό θα αναγράφεται στα πινακίδια αγοράς Αξιών, στο οποίο θα περιλαμβάνεται η προμήθεια του Χρηματιστή, και θα προβαίνει σε ανάλογη χρέωση στο Λογαριασμό. Η Εταιρεία θα εισπράττει από τον Χρηματιστή το προϊόν πώλησης Αξιών όπως αυτό θα αναγράφεται στα πινακίδα πώλησης Αξιών, από το οποίο θα έχει αφαιρεθεί η προμήθεια του Χρηματιστή, και θα προβαίνει σε ανάλογη πίστωση στο Λογαριασμό. (Ε) Η Εταιρεία και η Θυγατρική Εταιρεία θα δικαιούνται να θεωρούν την έκδοση πινακιδίου συναλλαγής από τον Χρηματιστή ως απόδειξη της διεκπεραίωσης συναλλαγής σύμφωνα με τις οδηγίες και/ή εντολές και/ή εξουσιοδότηση του Επενδυτή και δε θα έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση να διερευνούν και/ή να διαπιστώνουν κατά πόσο ο Χρηματιστής όντως ενήργησε σύμφωνα με οδηγίες και/ή εντολές και/ή εξουσιοδότηση του Επενδυτή. 8 (Α) Η Εταιρεία δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον Επενδυτή, αλλά με απλή ειδοποίηση προς τον Επενδυτή, να τερματίσει τη Συμφωνία και/ή λειτουργία του Λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητό και πληρωτέο αμέσως οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητές και πληρωτέες αμέσως όλες τις Διευκολύνσεις. (Β) Σε περίπτωση που η Εταιρεία αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα της να τερματίσει τη Συμφωνία και/ή τη λειτουργία του Λογαριασμού σύμφωνα με την παράγραφο 8(A) πιο πάνω, η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα (αλλά καμία υποχρέωση), πριν η μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας και/ή της λειτουργίας του Λογαριασμού, να προβαίνει σε πώληση όλων ή ορισμένων Αξιών Χαρτοφυλακίου και/η Αξιών Περιθωρίου Ασφαλείας, και προς αποφυγή οποιοσδήποτε αμφιβολίας η παρούσα διάταξη θα συνεχίσει να ισχύει μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας και ανεξαρτήτως του εν λόγω τερματισμού. 9. (Α) Ο Επενδυτής αναλαμβάνει και υποχρεούται να διορίσει το Χρηματιστή ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του με εξουσία να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για συμμετοχή του Επενδυτή στη Συμφωνία και να υπογράψει προς το σκοπό αυτό πληρεξούσιο προς το Χρηματιστή που θα είναι αμετάκλητο εφόσον εκκρεμεί οποιοδήποτε υπόλοιπο στο Λογαριασμό. Νοείται ότι η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την αντικατάσταση του Χρηματιστή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 9(Γ) πιο κάτω.. 12. Η Συμφωνία αποτελεί ολόκληρη τη συμφωνία μεταξύ των μερών στη Συμφωνία σχετικά με την παραχώρηση των Διευκολύνσεων και περιέχει εξαντλητικά όλους τους όρους σχετικά με αυτή και οι οποίοι όροι εκτός από άλλη έγγραφη συμφωνία δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε τροποποίηση, προσθήκη ή ακύρωση που έχει γίνει διαφορετικά. Προς αποφυγή οποιασδήποτε αμφιβολίας, η συμφωνία μεταξύ του Χρηματιστή και του Επενδυτή αναφορικά με τη διενέργεια συναλλαγών στο ΧΑΚ / ΧΑ για λογαριασμό του Επενδυτή είναι ανεξάρτητη της παρούσας Συμφωνίας και περιέχεται σε ξεχωριστή σύμβαση παροχής υπηρεσιών (η "Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών"). Σε περίπτωση που υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των διατάξεων της Συμφωνίας και της Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών, οι διατάξεις της Συμφωνίας θα υπερισχύουν. Προς αποφυγή οποιασδήποτε αμφιβολίας, το περιεχόμενο της Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών, το oποίο η Εταιρεία και η Θυγατρική Εταιρεία δε γνωρίζουν, δε δεσμεύει την Εταιρεία και/ή τη Θυγατρική Εταιρεία και ούτε έχει οποιαδήποτε ισχύ αναφορικά με την Εταιρεία και/ή τη Θυγατρική Εταιρεία.» Δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθούν πολλά σε σχέση με το συμπέρασμα που ξεκάθαρα προκύπτει από τους πιο πάνω όρους ως προς το ότι πρόκειται ουσιαστικά για την ίδια φύση συμφωνίας με αυτή που εξετάστηκε στην προαναφερόμενη νομολογία, ήτοι συμφωνία την οποία ο εναγόμενος δέχεται ότι αφού την κατανόησε πλήρως την αποδέχτηκε και την υπέγραψε με την ελεύθερη βούληση του και στη βάση της οποίας ο ρόλος της καθεμιάς εμπλεκόμενης εταιρείας ήταν, όπως και η νομική τους υπόσταση, χωριστός, διαφορετικός και ανεξάρτητος, έστω και αν οι τρεις αυτές εταιρείες ήταν συνδεδεμένες εταιρείες που ανήκαν στον ίδιο όμιλο ή είχαν συνδεδεμένους αξιωματούχους (βλ. Μαρκίδης ανωτέρω). Η ενάγουσα παρείχε τις πιστωτικές διευκολύνσεις, η Sharelink Securities Ltd ενεργούσε ως χρηματιστής του εναγόμενου και η Ellinas Finance (Custodian) Ltd περιορίζετο στην επ' ονόματι της εγγραφή των μετοχών με σκοπό την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου. Η σύμβαση είναι δε ξεκάθαρη ως προς την όλη υπόσταση της ενάγουσας, η οποία ήταν εν τέλει απλώς η δανειστής του εναγόμενου και όχι η εντολοδόχος της διαβίβασης εντολών για την αγοραπωλησία των μετοχών και αξιών, εργασία που εκτελείτο από τη Sharelink ως ο πληρεξούσιος χρηματιστής του εναγόμενου, όπως ακριβώς δηλαδή συμφωνήθηκε και ήταν και το αποτέλεσμα της παραδεκτής εκ της δικογραφίας, ρητής ενυπόγραφης δήλωσης του εναγόμενου με το πληρεξούσιο έγγραφο που χορήγησε στη Sharelink (Τεκ.2), ήτοι ότι «ανέλαβε να επικυρώνει οτιδήποτε ο Χρηματιστής ήθελε πράξει δυνάμει του πληρεξουσίου». Ως προς το ότι η ενάγουσα καμία ανάμειξη δεν θα είχε στον τρόπο με τον οποίο θα ενεργούσε ή θα λάμβανε οδηγίες και εντολές ο πληρεξούσιος χρηματιστής του εναγόμενου από τον τελευταίο και ότι η ίδια καμία ευθύνη ή υποχρέωση δεν θα είχε αναφορικά με τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου ή την παροχή σε αυτόν επενδυτικών συμβουλών, αυτό κατέστη κατ' επανάληψη ξεκάθαρο στη σύμβαση όπως ξεκάθαρο κατέστη εξ υπαρχής και το ότι η ενάγουσα θα δικαιούτο να θεωρεί «την έκδοση πινακιδίου συναλλαγής από τον Χρηματιστή ως απόδειξη της διεκπεραίωσης συναλλαγής σύμφωνα με τις οδηγίες και/ή εντολές και/ή εξουσιδότηση του επενδυτή και δε θα έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση να διερευνούν και/ή να διαπιστώνουν κατά πόσο ο χρηματιστής όντως ενήργησε σύμφωνα με οδηγίες και/ή εντολές και/ή εξουσιοδότηση του επενδυτή». Το μόνο δηλαδή που ανέλαβε η ενάγουσα στην υπό κρίση σύμβαση ήταν την παροχή στον εναγόμενο πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή δανείων μέσω του λογαριασμού που η πρώτη άνοιξε στο όνομα του δεύτερου και η ευρύτερη ύπαρξη ενός ομίλου εταιρειών δεν δίνει κατά ανάγκη το δικαίωμα άρσης εταιρικού πέπλου ώστε να θεωρείται ότι οι ενέργειες μιας των εταιρειών δεσμεύουν ολόκληρο τον όμιλο ή τη μητρική εταιρεία (βλ. Χατζηγαβριήλ Μιχάλης ν. Ellinas Finance Public Company Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 668). Τα όποια λοιπόν παράπονα του εναγόμενου, η ουσία των οποίων περιστρέφεται γύρω από τις πράξεις ή παραλείψεις των προσώπων που ο εναγόμενος είχε εξουσιοδοτήσει δυνάμει της επίδικης συμφωνίας και πληρεξουσίου να διαχειρίζονται το λογαριασμό του, ήτοι τη Sharelink και το Λουκά, για τον οποίο Λουκά να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ήταν υπάλληλος της Sharelink και όχι της ενάγουσας, είναι εναντίον της Sharelink και/ή του Λουκά που έπρεπε να στρέφονται και όχι της ενάγουσας, η οποία άλλωστε δεν αμφισβητείται ότι της επιβάλλετο συμβατικά να πράξει, έχει παρουσιάσει όλα τα πινακίδια συναλλαγών που εξέδωσε η Sharelink και που ανταποκρίνονται στις χρεοπιστώσεις του επίδικου λογαριασμού. Ούτε όμως θα μπορούσε εδώ να αγνοηθεί ότι σε σχέση με αυτά του τα παράπονα ο εναγόμενος έχει ήδη καταχωρήσει την αγωγή XXXXX/12 εναντίον της Sharelink (Τεκ.17) αλλά για τους δικούς του λόγους επέλεξε όπως μην επιδιώξει είτε την συνένωση των δύο αγωγών είτε τη συνένωση της Sharelink ή του Λουκά ως διάδικους στην παρούσα. Αυτή η επιλογή του εναγόμενου όμως συνιστά επιπρόσθετο εμπόδιο στην εδώ προσπάθεια του να προβάλει ως υπεράσπιση στην αξίωση της ενάγουσας, τα παράπονα που αυτός έχει εναντίον της Sharelink και του Λουκά (βλ. μεταξύ άλλων Zερβός Παναγιώτης ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 2357). Των πιο πάνω λεχθέντων σημειώνω ότι στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα φαίνεται ότι με τον όρο 1Β της επίδικης συμφωνίας έχει συμφωνήσει όπως επεκτείνει σε κάποιο περιορισμένο βαθμό τον κατά τ' άλλα παθητικό ρόλο της σε σχέση με την αγοραπωλησία συγκεκριμένων αξιών και συγκεκριμένα σε σχέση με την αγοραπωλησία δικαιωμάτων προτίμησης (rights). Είναι δε επί αυτού του όρου που εδράζεται και η υπερασπιστική γραμμή του εναγόμενου αναφορικά με τα όσα εμπίπτουν στο υπό στοιχείο Α ανωτέρω επίδικο θέμα. Σύμφωνα λοιπόν με τον σχετικό όρο 1Β της συμφωνίας, ο οποίος όρος παρατίθεται αυτούσιος πιο πάνω, «.Οι Αξίες που θα αγοράζονται με χρήση των Διευκολύνσεων και/ή μέσω του Λογαριασμού.δε θα περιλαμβάνουν δικαιώματα αγοράς μετοχών (warrants) ή δικαιώματα προτίμησης (rights), εκτός με την εκ των προτέρων γραπτή έγκριση της Εταιρείας, την οποία η Εταιρεία μπορεί να αρνηθεί να δώσει κατά την απόλυτη κρίση της.» Ο εν λόγω όρος, αντίθετα με το πώς επιλέγει να τον χρησιμοποιεί η υπεράσπιση, δεν αφορά στην εγκυρότητα της διενέργειας των υπό αναφορά συναλλαγών από τον χρηματιστή, αλλά αποκλειστικά στην δυνατότητα χρηματοδότησης από την ενάγουσα τέτοιων συναλλαγών μέσω του επίδικου σχεδίου, χρηματοδότηση την οποία η τελευταία κατέστησε ξεκάθαρο ότι μπορούσε να μην επιτρέψει εκτός αν είχε ληφθεί «.εκ των προτέρων γραπτή έγκριση της Εταιρείας την οποία η Εταιρεία μπορεί να αρνηθεί να δώσει κατά την απόλυτη κρίση της..». Επρόκειτο δηλαδή καθαρά για ένα συμβατικό δικαίωμα της ενάγουσας, το οποίο δικαίωμα η τελευταία μπορούσε να ασκήσει όπως ήθελε κατά την απόλυτη διακριτική της ευχέρεια, αν μη τι άλλο διότι αυτή ήταν το πρόσωπο που θα πλήρωνε τη συγκεκριμένη συναλλαγή καθώς επίσης και το μόνο πρόσωπο που θα αποφάσιζε αν θα εγκρίνει ή όχι τη χρηματοδότηση. Σε καμία όμως περίπτωση το δικαίωμα αυτό δεν προκύπτει από τη σύμβαση να επεκτάθηκε ή να μεταβλήθηκε σε υποχρέωση της ενάγουσας να δεχτεί ή να μη δεχτεί να χρηματοδοτήσει τέτοια συναλλαγή ή να ενημερώσει τον εναγόμενο ή να λάβει την έγκριση του εκ των προτέρων, ως είναι η θέση της υπεράσπισης. Άλλωστε, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και του πληρεξουσίου, με την παρουσίαση του σχετικού πινακιδίου συναλλαγής από τον πληρεξούσιο χρηματιστή του εναγόμενου στην ενάγουσα, η τελευταία όφειλε να θεωρήσει τη συναλλαγή ως διενεργηθείσα στη βάση των οδηγιών του εναγόμενου και κατ' επέκταση να θεωρήσει το πινακίδιο ουσιαστικά ως αίτημα του ίδιου του εναγόμενου για χρηματοδότηση της συγκεκριμένης συναλλαγής. Είναι σε εκείνο το σημείο που η ενάγουσα θα μπορούσε να αποφασίσει αν θα επικαλείτο τον όρο 1Β της συμφωνίας και να αρνηθεί τη χρηματοδότηση και αυτή ήταν και η ουσία του επίμαχου όρου, ήτοι το να διασφαλιστεί και να καταστεί δεσμευτικό εκ των προτέρων ότι η συναλλαγή θα χρηματοδοτηθεί από την ενάγουσα μέσω του σχεδίου και όχι από τα προσωπικά χρήματα του πελάτη. Στην παρούσα περίπτωση, όταν παρουσιάστηκαν στην ενάγουσα τα σχετικά πινακίδια Τεκ.3Α από το χρηματιστή του εναγόμενου, επειδή δεν είχε εξασφαλιστεί η προηγούμενη έγκριση της ενάγουσας, δεν υπήρχε τίποτε που να δεσμεύει τη τελευταία να χρηματοδοτήσει τη συναλλαγή που είχε ήδη γίνει και να αφεθεί έτσι εκτεθειμένος ο εναγόμενος για λογαριασμό του οποίου έγινε η πράξη. Η ενάγουσα όμως αποφάσισε όπως παρά ταύτα μην ασκήσει το δικαίωμα που της παρείχε ο όρος 1B και εγκρίνει, σε εκείνο το στάδιο και προφορικά όπως ανέφεραν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 και δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος, το αίτημα για χρηματοδότηση το οποίο υπενθυμίζω υπέβαλε ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ίδιου εναγόμενου για λογαριασμό του τελευταίου. Κανένα λοιπόν έρεισμα δεν κρίνεται να έχει το επί του προκειμένου παράπονο του εναγόμενου αφού αυτό ουσιαστικά έγκειται στη παράλογη θέση ότι η ενάγουσα θα πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνη γιατί αποφάσισε όπως μην ασκήσει ένα συμβατικό δικαίωμα που αυτή είχε ώστε να μην τον αφήσει προσωπικά εκτεθειμένο απέναντι σε μια συναλλαγή που ο ίδιος ο πληρεξούσιος χρηματιστής του είχε ήδη διενεργήσει για λογαριασμό του. Πρόσθετα όμως όλων των πιο πάνω, στο σημείο αυτό δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί και ακόμη μια πτυχή των θέσεων του εναγόμενου και ειδικότερα του θέματος που αυτός εγείρει σε σχέση με την στάση που επέδειξε η ενάγουσα απέναντι στην εμπλοκή του Λουκά, ο οποίος Λουκά υπενθυμίζω ότι, κατά τον ίδιο τον εναγόμενο, ήταν υπάλληλος της Sharelink και όχι της ενάγουσας, ήταν φίλος και επαγγελματικός σύμβουλος του εναγόμενου από πριν τα επίδικα γεγονότα και ήταν και το πρόσωπο που παρότρυνε τον εναγόμενο να συνεργαστεί με την ενάγουσα. Η όλη επί του προκειμένου εκδοχή του εναγόμενου επικεντρώθηκε στην αποδοχή της ενάγουσας συγκεκριμένων κατ' ισχυρισμό πράξεων στις οποίες προέβη κυρίως ο Λουκά και συγκεκριμένα στο ότι προέβη σε αγορά rights χωρίς να έχει εξασφαλίσει τη γραπτή έγκριση της ενάγουσας, ότι χρησιμοποίησε τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις ωσάν να του παρέχονταν από κοινού με τον εναγόμενο (Τεκ.14), ότι προέβη σε διάφορες συναλλαγές που επιβάρυναν τον λογαριασμό χωρίς τη συγκατάθεση ή την εντολή του εναγόμενου, ότι τον παραπληροφόρησε ως προς τις πραγματικές συνέπειες της μεταφοράς του χρεωστικού υπολοίπου άλλου πελάτη στο λογαριασμό του και γενικά ότι εις γνώση της ενάγουσας αυτός ενεργούσε αυθαίρετα και χωρίς να τον ενημερώνει για τον λογαριασμό του. Παραπονείται συνεπώς ο εναγόμενος ότι με το να αποδεχτεί η ενάγουσα το συγκεκριμένο τρόπο εμπλοκής του Λουκά, το πραγματικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού έχει σε τέτοιο βαθμό μολυνθεί που η σημερινή χρεωστική του εικόνα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ενώ όμως φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι η εμπλοκή του Λουκά στον επίδικο λογαριασμό του εναγόμενου δεν εδράζετο σε μια καθαρά επαγγελματική συνεργασία του με τον εναγόμενο της φύσης χρηματιστή - πελάτη, αν μη τι άλλο διότι όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος άφησε να νοηθεί, υπήρχε μεταξύ των δύο τους «κάποια συμφωνία», προφανώς άλλη από τις επίδικες (παρ.13 Γ/Δ εναγόμενου - Έγγραφο Β), την ίδια στιγμή διαπιστώνεται μία έκδηλη αντιφατικότητα στα συγκεκριμένα παράπονα που ο εναγόμενος προβάλλει. Εξηγώ. Προσεκτική μελέτη των υπό κρίση γεγονότων και δη των μη αμφισβητούμενων πτυχών της υπόθεσης καταδεικνύει ότι είναι επιλεκτικά που ο εναγόμενος παραπονείται γι' αυτή την κατά τ' άλλα μη αμφισβητούμενη ανοχή της ενάγουσας σε σχέση με τις ενέργειες του Λουκά. Αυτό γιατί ενώ ο εναγόμενος παραπονείται για πράξεις του Λουκά που επιβάρυναν τον επίδικο λογαριασμό, κανένα παράπονο δεν έχει σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου η ενάγουσα αποδέχτηκε πράξεις του Λουκά οι οποίες οδήγησαν στο να αποκομίσει όφελος ο επίδικος λογαριασμός αλλά και ο ίδιος ο εναγόμενος. Για παράδειγμα, κανένα παράπονο δεν έχει ο εναγόμενος γιατί να αποδεχτεί η ενάγουσα όπως ο Λουκά μεταβιβάσει δικές του μετοχές προς όφελος του εναγόμενου ώστε να μπορεί ο τελευταίος να συνεχίσει να λαμβάνει τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις Λουκά (Τεκ.15) ή για το ότι η ενάγουσα δέχτηκε όπως πιστώσει προς όφελος του εναγόμενου και του υπολοίπου του πληρωμή που έκαμε προσωπικά ο Λουκά στις 24/04/08 για ποσό €7.000 περίπου (βλ. σχετική καταγραφή Τεκ.11). Μάλιστα δε, συνεπεία της πίστωσης αυτής των €7000, το χρεωστικό υπόλοιπο του εναγόμενου μειώθηκε τότε από €11.177,25 σε €4.242,09 και ουδέποτε ο τελευταίος παραπονέθηκε για το θέμα αυτό ή ζήτησε όπως ακυρωθεί η συγκεκριμένη πίστωση. Σίγουρα δεν τίθεται θέμα να μην ενημερώθηκε ποτέ ο εναγόμενος για τη συγκεκριμένη πίστωση αφού η εν λόγω πίστωση όχι μόνο είχε ήδη καταγραφεί στην κατάσταση λογαριασμού Τεκ.11 μέχρι τον Ιούλιο 2011 που ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι έλαβε για πρώτη φορά αντίγραφο της κατάστασης του λογαριασμού του αλλά και διότι η εν λόγω πίστωση ακολουθεί στην ίδια σελίδα τις χρεοπιστώσεις που έγιναν μεταξύ 05/11/07 και 08/11/07 σε σχέση με την αγοραπωλησία των rights και τις οποίες χρεοπιστώσεις ο εναγόμενος μπόρεσε και εντόπισε από το 2011 όταν και παραπονέθηκε έντονα. Για να έχει επομένως ο εναγόμενος διεξέλθει τον Ιούλιο 2011 την κατάσταση λογαριασμού του και να εντόπισε μόνο δύο θέματα για να παραπονεθεί, συνεπάγεται ότι δεν είχε από τότε παράπονο είτε για τη συγκεκριμένη πίστωση είτε για όλες τις άλλες συναλλαγές που είχαν ως τότε γίνει εξ' ου και δεν ζήτησε ποτέ, ούτε και τώρα, όπως ακυρωθεί αυτή η οποιαδήποτε άλλη πίστωση όπως ζητά να γίνει μόνο σε σχέση με τις χρεώσεις. Ακόμη όμως και στην περίπτωση των χρεοπιστώσεων που έγιναν αναφορικά με την επιταγή του Λουκά για το ποσό των €8.500, κανένα πρόβλημα δεν έχει ο εναγόμενος για το ότι η ενάγουσα δέχτηκε την εν λόγω κατάθεση του Λουκά έναντι του λογαριασμού και προς όφελος του, προωθώντας μάλιστα και τη θέση ότι ορθά αυτός επωφελήθηκε αρχικά του εν λόγω ποσού «γιατί είχαμε (με το Λουκά) κάποια συμφωνία» (παρ.13 Γ/Δ εναγόμενου - Έγγραφο Β). Για το θέμα της συγκεκριμένης επιταγής θα ασχοληθώ με περισσότερη λεπτομέρεια σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Με άλλα λόγια, από τη μια ο εναγόμενος επικυρώνει ουσιαστικά όλες τις πράξεις του Λουκά που δέχτηκε η ενάγουσα και οι οποίες τον ωφέλησαν, επικαλούμενος την ύπαρξη συνεννόησης και συμφωνίας του ιδίου με το Λουκά και από την άλλη μέμφεται την ενάγουσα γιατί δέχτηκε την εμπλοκή του Λουκά στις περιπτώσεις όπου η εν λόγω εμπλοκή κατέληξε να είναι ζημιογόνα για τον ίδιο. Στην ουσία δηλαδή, προβάλλοντας ως βασική θέση ότι αντισυμβατικά και παράνομα η ενάγουσα δεχόταν τον Λουκά να εμπλέκεται στον επίδικο λογαριασμό, ο εναγόμενος ζητά όπως αφαιρεθούν από το λογαριασμό μόνο οι πράξεις του Λουκά οι οποίες κατά τον ίδιο του προκάλεσαν ζημιά και όπως την ίδια στιγμή παραμείνουν προς όφελος του οι πράξεις του Λουκά οι οποίες του απέφεραν κέρδος. Με κάθε σεβασμό προς τον εναγόμενο όμως, μια τέτοιου βαθμού επιλεκτική χρήση των εκατέρωθεν συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η οποία ουσιαστικά θέση αποσκοπεί καθαρά στο να διαμορφωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού ώστε να περιλαμβάνει μόνο τις κερδοφόρες πράξεις του Λουκά και όχι τις ζημιογόνες, δεν μπορεί γίνει αποδεκτή ιδιαίτερα όταν είναι κοινώς αποδεκτό ότι η ενάγουσα όχι μόνο ενήργησε με τον ίδιο τρόπο και στις δύο περιπτώσεις αλλά και ότι χρηματοδότησε όλες τις συναλλαγές που έγιναν για λογαριασμό του εναγόμενου, ήτοι και τις ζημιογόνες αλλά και τις κερδοφόρες. Σε κάθε περίπτωση όμως, όποια και αν ήταν η κατ' ισχυρισμό συμφωνία του εναγόμενου με το Λουκά ή τα κίνητρα του τελευταίου, το ότι η ενάγουσα δεν αντιδρούσε στην εμπλοκή του Λουκά στον επίδικο λογαριασμό, δεν συνεπάγεται άνευ εταίρου ευθύνη από πλευράς ενάγουσας αφού δυνάμει της συμφωνίας και του πληρεξουσίου εγγράφου του εναγόμενου, αυτή ήταν υποχρεωμένη να ενεργεί σύμφωνα με τις οδηγίες των αντιπροσώπων της Sharelink, στους οποίους περιλαμβάνετο και ο Λουκά. Δεν θα μπορούσε τέλος να αγνοηθεί και το ότι ο εναγόμενος δεν έχει αμφισβητήσει ότι όταν το υπόλοιπο του λογαριασμού του ανερχόταν στις €10.500 περίπου, η ενάγουσα προχώρησε κατόπιν της δικής του γραπτής και ενυπόγραφης παράκλησης και τον χρέωσε με το χρεωστικό υπόλοιπο ενός άλλου λογαριασμού, ύψους πέραν των €18.500 και δη λογαριασμού που ως ο ίδιος ο εναγόμενος αποκάλυψε κατά τη μαρτυρία του, γνώριζε από τότε ότι ανήκε στη σύζυγο του Λουκά και αυτό ώστε να μπορέσει αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, να επωφεληθεί του χαρτοφυλακίου εκείνου του λογαριασμού και να συνεχίσει τις επενδύσεις. Μάλιστα δε, το μόνο παράπονο που εξέφρασε ο εναγόμενος σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης αφορούσε στον ισχυρισμό του ότι ο Λουκά, και όχι η ενάγουσα, τον παραπληροφόρησε για το πραγματικό όφελος που θα είχε από μία τέτοια ενέργεια. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, τα όσα θέματα υπό στοιχεία Α και Γ ανωτέρω εγείρει ο εναγόμενος ως υπεράσπιση αλλά και ως βάση για την ανταπαίτηση του κρίνονται να στερούνται και πραγματικού αλλά και νομικού ερείσματος και ως τέτοια απορρίπτονται. Στρέφομαι τώρα στο υπό στοιχείο Β επίδικο θέμα ανωτέρω, ήτοι αυτό της επιταγής των €
  1. Και γι' αυτό το θέμα θεωρώ ότι δεν απαιτείται να γίνει οποιαδήποτε ενδελεχής αξιολόγηση της μαρτυρίας εφόσον τα γεγονότα που το περιβάλλουν είναι στην ουσία κοινώς αποδεκτά και έχουν ως εξής. Περί τον Ιούλιο 2008 ο Λουκά κατέθεσε στο λογαριασμό του εναγόμενου μία επιταγή που ο ίδιος ο Λουκά εξέδωσε προς τον εναγόμενο για το ποσό των €
  2. Η ενάγουσα δέχτηκε την κατάθεση της επιταγής και πίστωσε το λογαριασμό του εναγόμενου στις 04/07/08 με το αντίστοιχο ποσό. Όταν στη συνέχεια η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη, η ενάγουσα χρέωσε στις 09/07/08 το λογαριασμό του εναγόμενου με το ίδιο ποσό και επέστρεψε την επιταγή στον εκδότη της, ήτοι στο Λουκά και το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των μερών μεταξύ 23/12/11 και 05/03/12 (Τεκ. 6, 7, 8 και 9). Η ενάγουσα θεωρεί ότι υπό τις περιστάσεις ενήργησε απόλυτα νόμιμα και δικαιολογημένα και εντός των συμβατικών της δικαιωμάτων. Η επί του προκειμένου θέση που εξέφρασε τότε ο εναγόμενος μέσω των δικηγόρων του ήταν ότι, εφόσον η ενάγουσα αποφάσισε να «πάρει στους ώμους της το ρίσκο» της πληρωμής ή μη της επιταγής και πίστωσε το αντίστοιχο ποσό στο λογαριασμό του εναγόμενου προτού η επιταγή ξεκαθαρίσει, ο τελευταίος δικαιούτο πλέον να κρατήσει το εν λόγω ποσό και ο μόνος τρόπος με τον οποίο η ενάγουσα μπορούσε να διεκδικήσει τα χρήματα της ήταν να κινηθεί νομικά εναντίον του Λουκά και όχι να επέμβει στο λογαριασμό του εναγόμενου χωρίς τη συγκατάθεση του (βλ. Τεκ.8). Κατά τη μαρτυρία του δε, ο εναγόμενος προώθησε τη θέση ότι με τον τρόπο που λειτούργησε η ενάγουσα έχει παραβιάσει τα δικαιώματα του ως κομιστή και τελικού δικαιούχου της επιταγής διότι «Για να καταθέσει την εν λόγω επιταγή ο κ. Λουκά σημαίνει ότι την κατάθεσε γιατί είχαμε κάποια συμφωνία, συνεπώς με το να μην με ενημερώνουν και να την παραδίδουν πίσω σε αυτόν εν αγνοία μου σημαίνει ότι δεν μου έδωσαν το δικαίωμα να απαιτήσω ως κομιστής το αναφερόμενο στην επιταγή ποσό από τον κ. Λουκά με αποτέλεσμα να υποστώ την ζημιά των €8.500 της επιταγής πλέον τους τόκους που μου χρέωνε η Ενάγουσα συνεπεία του ότι το χρεωστικό υπόλοιπο είχε αυξηθεί.» Παρατηρώ τα εξής σχετικά. Καμία από τις πιο πάνω θέσεις του εναγόμενου δεν μπορεί να έχει είτε νομικό είτε πραγματικό έρεισμα αφού όποιος και να ήταν ο λόγος που ο Λουκά κατέθεσε την επιταγή στο λογαριασμό του εναγόμενου, η ουσία είναι ότι η ενάγουσα τη θεώρησε ως πληρωμή γενόμενη από τον ίδιο τον εναγόμενο εξ' ου και είναι προς όφελος του τελευταίου που πίστωσε το σχετικό ποσό έναντι των χρημάτων που αυτή του είχε προηγουμένως καταβάλει στα πλαίσια της συμφωνίας τους. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι εφόσον μια επιταγή αντιμετωπίζεται ως πληρωμή που γίνεται σε μετρητά, η ενάγουσα υποχρεούτο να πιστώσει το λογαριασμό του εναγόμενου την ίδια μέρα που έλαβε την επιταγή ούτως ώστε το τοκοφόρο υπόλοιπο να μειωθεί άμεσα. Όταν όμως η επιταγή επιστράφηκε ατίμητη, δεν μπορούσε προφανώς να παραμείνει η σχετική πίστωση έναντι του χρέους του εναγόμενου και δικαιολογημένα και νόμιμα η ενάγουσα θεώρησε την εν λόγω πληρωμή ωσάν να και δεν έγινε ποτέ εξ' ου και χρέωσε το λογαριασμό με το ίδιο ποσό που πίστωσε αρχικά. Σε καμία όμως περίπτωση το τοκοφόρο υπόλοιπο δεν διαμορφώθηκε κατά άδικο προς τον εναγόμενο τρόπο αφού σύμφωνα με τις μη αμφισβητούμενες σχετικές καταγραφές στην κατάσταση Τεκ.11, όχι μόνο δεν μεσολάβησε καμία άλλη πράξη μεταξύ της πίστωσης και της χρέωσης του ποσού της επιταγής ώστε να τίθεται θέμα με τον τόκο που χρεώθηκε στο ενδιάμεσο αλλά και αυτό καθ' αυτό το υπόλοιπο του λογαριασμού επαναφέρθηκε στο ίδιο σημείο που ήταν πριν την κατάθεση της επιταγής, ως θα ήταν άλλωστε και η περίπτωση αν την επιταγή την κατέθετε ο ίδιος ο εναγόμενος. Πρόβλημα θα υπήρχε με το λογαριασμό αν η ενάγουσα δεν πίστωνε το ποσό της επιταγής στο λογαριασμό μέχρι αυτή να ξεκαθαρίσει οπόταν και σε τέτοια περίπτωση όχι μόνο ο εναγόμενος θα έχανε το όφελος της πίστωσης αλλά την ίδια στιγμή θα έτρεχαν και χρεωστικοί τόκοι στη βάση του απίστωτου υπολοίπου. Τίποτα τέτοιο όμως δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση και κανένα συνεπώς έρεισμα δεν έχει ούτε το επί του προκειμένου παράπονο του εναγόμενου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι η ενάγουσα του προκάλεσε ζημιά διότι δεν του επέστρεψε εκείνου την επιταγή αλλά την επέστρεψε στον εκδότη της, ήτοι στο Λουκά, ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται παντελώς ανεδαφικός αν μη τι άλλο διότι ακόμη και να ευσταθεί ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο Λουκά κατέθεσε την εν λόγω επιταγή στα πλαίσια κάποιας συμφωνίας που υφίστατο μεταξύ των δύο τους, ισχυρισμό τον οποίο να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος τον προβάλλει γενικά και αόριστα, η μη επιστροφή της επιταγής στον εναγόμενο ουδόλως επηρέασε την όποια συμβατική υποχρέωση του Λουκά απέναντι του εφόσον η πληρωμή του τελευταίου τελικά «ακυρώθηκε» και μέχρι σήμερα θεωρείται ως μη γενόμενη. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, επαναλαμβάνω και σε σχέση με το υπό κρίση θέμα τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω αναφορικά με την αντιφατικότητα στις θέσεις του εναγόμενου σε σχέση με την αποδοχή από πλευράς ενάγουσας των ενεργειών του Λουκά και υπενθυμίζω ότι κανένα παράπονο δεν έχει ο εναγόμενος για τις περιπτώσεις όπου ο Λουκά κατέθεσε προς όφελος του και η ενάγουσα το αποδέχτηκε, μετοχές, μετρητά και επιταγές ώστε αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, να μπορεί να συνεχίσει να λαμβάνει τις πιστωτικές διευκολύνσεις της ενάγουσας. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, και οι επί του προκειμένου θέσεις του εναγόμενου κρίνονται να στερούνται ερείσματος και συνεπώς απορρίπτονται. Παραμένει το τελευταίο θέμα που έχει θίξει ο εναγόμενος κατά την ακρόαση και το οποίο αναφέρεται στο υπό στοιχείο Δ ανωτέρω, ήτοι ότι η ενάγουσα δεν πίστωσε τις μετοχές που αυτός προσκόμισε έναντι της οφειλής του και ότι τελικά οι μετοχές που παρέμειναν στο χαρτοφυλάκιο του ως εξασφάλιση εκποιήθηκαν αλλά δεν πιστώθηκε το προϊόν της εκποίησης προς όφελος του, θέμα βεβαίως το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και με το κατά πόσο η μαρτυρία της ενάγουσας μπορεί να αποδείξει το ποσό που αυτή ισχυρίζεται ότι οφείλεται. Επί αυτών των θεμάτων λοιπόν σημειώνω τα εξής. Είναι κατ' αρχή κοινώς αποδεκτό ότι κατά την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και στα πλαίσια συμμόρφωσης του εναγόμενου με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, μεταβιβάστηκαν από πλευράς του τελευταίου προς την Custodian διάφορες μετοχές οι οποίες καταγράφονται λεπτομερώς στην παράγραφο 19 της Γ/Δ του ΜΕ1 (Έγγραφο Α) και στην παράγραφο 3 της Γ/Δ του ΜΕ2 (Έγγραφο Β) - (βλ. επίσης παρ. 14 Γ/Δ εναγόμενου Έγγραφο Γ). Πρόσθετα τούτου, όπως ανέφερα πιο πάνω, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόμενου ότι στην κατάσταση αξιών που τηρούσε η ενάγουσα (Τεκ.13) οι εν λόγω αξίες καταγράφονται πλήρως υπό την αιτιολογία additional margin (επιπρόσθετο περιθώριο) όπως καταγράφονται και όλες οι αξίες που αγοράστηκαν και πουλήθηκαν μέσω του επίδικου σχεδίου για λογαριασμό του εναγόμενου. Σύμφωνα με την εν λόγω κατάσταση δε, αμέσως πριν το τερματισμό της συμφωνίας το Φεβρουάριο 2012, οι μόνες μετοχές που παρέμεναν τότε ως εξασφάλιση ήταν οι μετοχές για τις οποίες ζητείται με την παρούσα αγωγή διάταγμα εκποίησης και οι οποίες δεν είναι οι ίδιες με αυτές που κατά καιρούς μεταβίβασε ο εναγόμενος αφού πρόκειται μόνο για 7600 μετοχές ΑLAPIS και 578 μετοχές CPΒ. Έναυσμα για τις επί του προκειμένου θέσεις του εναγόμενου, οι οποίες δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογράφου του αλλά όπως είπα συνδέονται με την επάρκεια της μαρτυρίας της ενάγουσας, αποτέλεσαν οι αναφορές του ΜΕ1 στην παράγραφο 19 της δήλωσης του ότι ο εναγόμενος «μεταβίβασε.(μετοχές).έναντι της οφειλής του» και ότι όταν ο τελευταίος σταμάτησε να ανταποκρίνεται στις εκκλήσεις της ενάγουσας, η τελευταία αποφάσισε να τερματίσει τη συμφωνία και να εκποιήσει τις μετοχές που εξακολουθούσαν να κρατούνται ως εξασφάλιση (βλ. επίσης επιστολή 20/12/11 - Τεκ.5). Αν και ο συγκεκριμένος μάρτυρας ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του ότι οι μετοχές που είχαν παραμείνει ως εξασφάλιση τελικά εκποιήθηκαν εντούτοις δήλωσε παράλληλα ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο στο χαρτοφυλάκιο του εναγόμενου εξακολουθούν μέχρι σήμερα να υπάρχουν μετοχές που κρατούνται ως εξασφάλιση. Δήλωσε όμως ο ΜΕ1 ότι αν υπάρχουν τέτοιες μετοχές σήμερα σημαίνει ότι αυτές δεν κατέστη δυνατό να εκποιηθούν προφανώς διότι για διάφορους λόγους δεν μπορούσαν τότε να πουληθούν. Υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι ο λογαριασμός του εναγόμενου ουδέποτε πιστώθηκε με την αξία των μεταβιβασθείσων μετοχών είτε με το προϊόν αυτής της κατ' ισχυρισμό εκποίησης και ότι αυτή η παράλειψη της ενάγουσας όχι μόνο θέτει ουσιαστικά το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο του λογαριασμού σε αμφίβολη βάση αλλά μάλιστα επιβεβαιώνει τη θέση του εναγόμενου ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο. Ο μάρτυρας απέρριψε την υποβολή αυτή και προς επίρρωση της θέσης του ότι όντως πουλήθηκαν μετοχές της CPΒ και της ALAPIS και ότι το προϊόν της πώλησης πιστώθηκε προς όφελος του εναγόμενου, παρέπεμψε σε σχετικές συναλλαγές στην κατάσταση Τεκ.
  3. Αναφορικά με το θέμα της εκποίησης των μετοχών του εναγόμενου, ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι αν και η ενάγουσα είχε ως πολιτική αλλά ποτέ συμβατική υποχρέωση να προχωρεί με τέτοιες εκποιήσεις, στην περίπτωση του εναγόμενου δεν προχώρησε τελικά με εκποίηση μετοχών διότι οι μετοχές που παρέμειναν ως εξασφάλιση, ήτοι οι μετοχές της ALAPIS και της CPB είχαν «βγει εκτός πατώματος» κατόπιν απόφασης του ΧΑΚ, και συνεπώς είχαν πλέον μηδενική αξία και δεν μπορούσαν να τύχουν επενδυτικής διαπραγμάτευσης. Θέση του ΜΕ2 ήταν ότι όσες μετοχές ο εναγόμενος έθεσε εντός του σχεδίου κατά τη λειτουργία του λογαριασμού, είτε αυτές ήταν οι μετοχές που αγοράστηκαν μέσω του σχεδίου είτε αυτές που μεταβιβάστηκαν σε διάφορες περιπτώσεις ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου, αυτές φαίνονται πλήρως στην κατάσταση Τεκ.13, όπου εκεί φαίνεται και το ποιες και το πόσες αξίες παρέμειναν στο τέλος ως εξασφάλιση. Σύμφωνα με το μάρτυρα, όλες οι χρεοπιστώσεις που παρουσιάζονται στην κατάσταση Τεκ.11, ανταποκρίνονται πλήρως σε όλα τα ποσά που προέκυψαν από τις διάφορες επενδυτικές αγοραπωλησίες μέσω του σχεδίου και ο λόγος που οι μετοχές που μεταβιβάστηκαν ως περαιτέρω εξασφάλιση δεν φαίνονται στην κατάσταση Τεκ.11 αλλά μόνο στην κατάσταση Τεκ.13 είναι διότι οι εν λόγω μετοχές δεν προέκυψαν κατόπιν αγοράς μέσω του σχεδίου ούτε και συνιστούσαν μετρητά που πληρώθηκαν έναντι του οφειλόμενου υπολοίπου ώστε να υπάρξει κάποια σχετική χρεοπίστωση. Αντιθέτως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, οι εν λόγω μετοχές συνιστούσαν απλά περαιτέρω εξασφαλίσεις του εναγόμενου ώστε να καλυφτεί το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού και να μπορέσει να συνεχίσει η λειτουργία του εντός των συμβατικών ορίων εξ' ου και οι μετοχές αυτές λήφθηκαν υπόψη προς όφελος του εναγόμενου ως εξασφαλίσεις, όπως φαίνεται και στην κατάσταση Τεκ.
  4. Επομένως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, δεν τίθεται θέμα ούτε να πουλήθηκαν μετοχές αλλά ούτε και να καταβλήθηκαν οποιαδήποτε ποσά και να μην πιστώθηκε σχετικά ο λογαριασμός του εναγόμενου και κάλεσε τη συνήγορο του τελευταίου να του υποδείξει οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει το αντίθετο. Ως προς τις πιο πάνω πτυχές της μαρτυρίας αναφέρω τα εξής. Υπενθυμίζω κατ' αρχή ότι ναι μεν στην παρούσα περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού Τεκ.11 διότι το εν λόγω άρθρο ισχύει για τραπεζικά βιβλία και η ενάγουσα δεν είναι τράπεζα, ούτε διεξάγει τραπεζικές εργασίες, όμως η κατάσταση Τεκ.11 που παρουσίασε ο ΜΕ1 συνιστά κατάσταση που τηρούσε η ενάγουσα και που είναι στην κατοχή της ιδίας και των μαρτύρων της και συνεπώς αξιολογείται ως μέρος του αποδεικτικού υλικού με την αξία του να αποτιμάται από το Δικαστήριο (βλ. Χατζήγαβριηλ ανωτέρω). Τούτου λεχθέντος, σημειώνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόμενου ότι οι χρεοπιστώσεις που περιέχονται στην κατάσταση Τεκ.11 σε σχέση τουλάχιστον με την αγοραπωλησία αξιών, αφορούν σε χρηματιστηριακές συναλλαγές που όντως έλαβαν χώρα, ως αυτές αντικατοπτρίζονται στα πινακίδια συναλλαγών Τεκ.3 και Τεκ.3Α και ότι την ίδια στιγμή, οι εν λόγω συναλλαγές ανταποκρίνονται και με την κατάσταση αξιών Τεκ.
  5. Ούτε όμως έχει αμφισβητηθεί ότι η κατάσταση αξιών Τεκ.13 παρουσιάζει όλες ανεξαιρέτως τις αξίες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τέθηκαν εντός του επίδικου σχεδίου για λογαριασμό του εναγόμενου. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου καθώς επίσης και τον κοινώς αποδεκτό τρόπο λειτουργίας του επίδικου σχεδίου, ήτοι ότι ο εναγόμενος λάμβανε πιστωτικές διευκολύνσεις από την ενάγουσα υπό την εξασφάλιση μετοχών που είτε θα προσκόμιζε ο ίδιος είτε θα αγόραζε μέσω του σχεδίου και οι οποίες μετοχές εγγράφονταν ως εξασφάλιση στην Custodian, οι επί του προκειμένου θέσεις του εναγόμενου κρίνονται να μην συνιστούν τίποτε άλλο παρά μια ύστατη προσπάθεια του τελευταίου να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα εκμεταλλευόμενος στην ουσία τον τρόπο έκφρασης των ΜΕ1 και ΜΕ
  6. Εξηγώ. Στην παρ.19 της Γ/Δ του, ο ΜΕ1 έκαμε αναφορά σε μετοχές που μεταβιβάστηκαν από τον εναγόμενο «έναντι της οφειλής του» και παρέθεσε αναλυτικά τις μετοχές των CPB, HB, MSV και PROP που αναφέρονται ανωτέρω. Την ίδια στιγμή όμως, ο μάρτυρας ανέφερε στην ίδια παράγραφο ότι οι εν λόγω μετοχές ήταν μετοχές που μεταβιβάστηκαν στην Custodian, στην εμπλοκή της οποίας είχε ήδη αναφερθεί στις παρ.9 και 10 της δήλωσης όπου ανέφερε ότι οι μετοχές που μεταβιβάζονταν επ' ονόματι της εν λόγω εταιρείας ήταν «για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων του εναγόμενου προς την ενάγουσα». Πρόσθετα όμως τούτου, στην παρ.11 της δήλωσης του ο ΜΕ1 εξηγεί με λεπτομέρεια και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι η εγγραφή μετοχών στην Custodian και όχι στο όνομα του εναγόμενου «αποσκοπούσε στο να διασφαλίσει ότι η πώληση τους θα γινόταν μέσω του Χρηματιστή στα πλαίσια του λογαριασμού στον οποίο θα πιστωνόταν το προϊόν πώλησης». Παρόμοιου τύπου ισχυρισμό ο μάρτυρας έκαμε και στις παρ.14 και 16 της δήλωσης του, όπου σύμφωνα με τις εκεί μη αμφισβητούμενες αναφορές, η οποιαδήποτε πίστωση στο λογαριασμό του εναγόμενου σε σχέση με συναλλαγή που αφορούσε μετοχές θα γινόταν κατόπιν πώλησης των εν λόγω μετοχών. Αυτή όμως ήταν και η ουσία της μαρτυρίας του ΜΕ2 ο οποίος ήταν απλά πιο ξεκάθαρος στην έκφραση του από τον ΜΕ1 ως προς το θέμα αυτό. Κοντολογίς, καμία διάσταση δεν διαπιστώνεται να υπάρχει μεταξύ του ΜΕ1 και του ΜΕ2 ως προς πώς υπολογίστηκαν προς όφελος του εναγόμενου οι μεταβιβασθείσες μετοχές και το μόνο «λάθος» που έκαμε ο ΜΕ1, επί του οποίου βασίστηκε και η όλη επί του προκειμένου επιχειρηματολογία της υπεράσπισης, ήταν ουσιαστικά μια μεμονωμένη λεκτική αναφορά σε μεταβίβαση μετοχών «έναντι οφειλών» αντί ως εξασφάλιση, η οποία υπό το φως της αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας και των κοινώς αποδεκτών γεγονότων κρίνεται επουσιώδης αν όχι άνευ σημασίας. Άλλωστε, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόμενου ότι οι μετοχές που μεταβιβάστηκαν από πλευράς του στην Custodian όντως επενήργησαν προς όφελος του αφού στη βάση αυτών των μεταβιβάσεων επιτράπηκε στον λογαριασμό να συνεχίσει να λειτουργεί και στον ίδιο να συνεχίσει να λαμβάνει στις πιστωτικές διευκολύνσεις της ενάγουσας. Ούτε όμως έχει υποδειχθεί από πλευράς εναγόμενου οποιοδήποτε λάθος στις καταστάσεις Τεκ.11 και 13, οι οποίες αντιπαραβαλλόμενες μεταξύ τους αλλά και με τα πινακίδια Τεκ.3 και 3Α, καταδεικνύουν ξεκάθαρα αυτό που ο ΜΕ1 και πιο συγκεκριμένα ο ΜΕ2 ισχυρίστηκαν, ήτοι ότι κατά τη λειτουργία του λογαριασμού, όλες οι μετοχές που ο εναγόμενος μεταβίβασε στη Custodian, πλην 500 μετοχών CPB, πωλήθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες και το προϊόν πώλησης τους πιστώθηκε στο λογαριασμό του εναγόμενου (βλ. π.χ. τις συναλλαγές που υπέδειξε ο ΜΕ1 της 09/02/11 αναφορικά με μετοχές CPB το 2011, οι οποίες εντοπίζονται επακριβώς στα πινακίδια Τεκ.3 και 3Α και οι αντίστοιχες χρεοπιστώσεις τους στην κατάσταση λογαριασμού Τεκ.11). Είναι θεωρώ περιττό να επισημάνω ότι πέραν των 500 μετοχών της CPB, οι μόνες άλλες μετοχές για τις οποίες ζητείται εκποίηση είναι οι μετοχές ALAPIS οι οποίες δεν συγκαταλέγονται στις μετοχές που ο εναγόμενος μεταβίβασε στην Custodian. Όσον αφορά τώρα το θέμα της εκποίησης των εναπομείναντων μετοχών, όντως ο ΜΕ1 ανέφερε στη δήλωση του ότι η ενάγουσα προχώρησε με τέτοια εκποίηση, θέση η οποία δεν επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα που παρουσίασε ο μάρτυρας και η οποία αναιρέθηκε ρητά από τον ΜΕ2 ο οποίος ισχυρίστηκε ότι λόγω της μηδενικής αξίας που κατέληξαν να έχουν οι εν λόγω μετοχές, η ενάγουσα αποφάσισε όπως τελικά μην προχωρήσει με μια τέτοια εκποίηση. Είναι προφανές θεωρώ ότι η επί του προκειμένου θέση του ΜΕ1 δεν ευσταθεί και αυτό όχι διότι ο ΜΕ2 είχε αντίθετη θέση αλλά διότι τα έγγραφα που η ίδια η πλευρά της ενάγουσας παρουσίασε δεν υποστηρίζουν τέτοια θέση και αυτό λαμβανομένου υπόψη και της θεραπείας που ζητείται για εκποίηση μετοχών. Αντιθέτως τα όσα επί του προκειμένου ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 επιβεβαιώνονται από την αδιαμφισβήτητη έγγραφη μαρτυρία και τίποτα δεν έχει υποδειχθεί από πλευράς εναγόμενου που να καταδεικνύει ότι τα όσα ισχυρίστηκε ο εν λόγω μάρτυρας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Υπενθυμίζω εδώ ότι η περί του αντιθέτου εκδοχή του εναγόμενου, ήτοι ότι οι εναπομείναντες μετοχές του όντως εκποιήθηκαν αλλά το προϊόν πώλησης δεν πιστώθηκε προς όφελος του, δεν υπάρχει στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης αλλά προβλήθηκε για πρώτη φορά μετά την κατάθεση της Γ/Δ του ΜΕ1 και βασίστηκε εξ ολοκλήρου στην αναφορά που έκαμε ο εν λόγω μάρτυρας χωρίς να υποστηριχθεί με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Των πιο πάνω λεχθέντων, δεν θεωρώ ότι η διάσταση που υπάρχει μεταξύ ΜΕ1 και ΜΕ2 στο υπό συζήτηση θέμα είναι τέτοιο βαθμού που δύναται να πλήξει καίρια την αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων και γενικότερα την υπόθεση της ενάγουσας. Αυτό κυρίως διότι όταν ζητήθηκε από τον ΜΕ1 να υποδείξει πότε είναι που κατ' εκείνον εκποιήθηκαν οι εναπομείνασες μετοχές, αυτός υπέδειξε διάφορες πωλήσεις οι οποίες όμως έγιναν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού και όχι μετά τις 20/12/11 που είναι η ημερομηνία την οποία επικαλέστηκε η υπεράσπιση ως την ημερομηνία που η ενάγουσα αποφάσισε ότι θα προχωρούσε με εκποίηση (Τεκ.5). Δεν μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί ότι οι συγκεκριμένες συναλλαγές που υπέδειξε ο ΜΕ1 συνιστούν συναλλαγές που ως ισχυρίστηκε η υπεράσπιση, αφορούν σε εκποίηση συνεπεία της απόφασης της 20/12/11 αλλά ούτε και από πλευράς της τελευταίας έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει ότι όντως πωλήθηκαν μετοχές του εναγόμενου μετά την εν λόγω ημερομηνία αλλά το προϊόν πώλησης τους δεν πιστώθηκε προς όφελος του εναγόμενου. Ακόμη όμως και σε σχέση με τις συναλλαγές που υπέδειξε ο ΜΕ1 στην κατάσταση Τεκ.13, το σχετικό προϊόν αυτών των πωλήσεων εντοπίζεται στην κατάσταση Τεκ.11 να πιστώνεται πλήρως στο λογαριασμό του εναγόμενου κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες. Με άλλα λόγια, σε αντίθεση με την υπόλοιπη μαρτυρία του η οποία είτε παρέμεινε αναντίλεκτη είτε επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί και δεν αμφισβητούνται, η επί του προκειμένου θέση του ΜΕ1 κρίνεται ακροσφαλής και ως τέτοια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Άλλωστε ο ίδιος ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε στο τέλος ότι δεν είναι σίγουρος αν παρέμειναν ή όχι μετοχές στο λογαριασμό του εναγόμενου. Για τον ίδιο όμως λόγο, ήτοι την έλλειψη πραγματικού ερείσματος, απορρίπτεται και η επί του προκειμένου θέση της υπεράσπισης, η οποία θέση, όπως ανέφερα, βασίστηκε αποκλειστικά στη συγκεκριμένη αναφορά του ΜΕ1 και δεν υποστηρίχτηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία. Ήταν άλλωστε υποχρέωση του εναγόμενου να αποδείξει ότι έγινε αυτό που ισχυρίζεται ότι έγινε και όχι στους μάρτυρες της ενάγουσας να αποδείξουν ότι δεν έγινε. Αντιθέτως, η επί του προκειμένου μαρτυρία του ΜΕ2, η οποία επιβεβαιώνεται από την αδιαμφισβήτητη έγγραφη μαρτυρία γίνεται πλήρως αποδεχτή. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης συνεπώς, αποδέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, εξαιρουμένης της πτυχής της μαρτυρίας του ΜΕ1 που ανέφερα πιο πάνω, ενώ απορρίπτω την περί του αντιθέτου εκδοχή του εναγόμενου ως στερούμενη πραγματικού και νομικού ερείσματος. Λαμβανομένου δε υπόψη του ότι πλην των όσων θεμάτων αναφέρονται ανωτέρω, καμία ουσιαστική αμφισβήτηση δεν έτυχαν οι καταστάσεις Τεκ.11 και Τεκ.13 καθώς επίσης και τα σχετικά πινακίδια Τεκ.3 και 3Α, τα οποία έγγραφα σε κάθε περίπτωση διαπιστώνονται να συνάδουν και αρμονικά μεταξύ τους ως επιβάλλει και η επίδικη συμφωνία των μερών, βρίσκω ότι οι εν λόγω καταστάσεις αντικατοπτρίζουν πλήρως την πραγματική πορεία και εικόνα του επίδικου λογαριασμού και ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ως τα ισχυρίστηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2, πλην του μέρους της μαρτυρίας του ΜΕ1 που για τους λόγους που ήδη ανέφερα αποφάσισα να μη δεχτώ. Όσον αφορά τέλος την αξίωση της ενάγουσας σε σχέση με την επιδίκαση τόκου ύψους 10%, αν και το θέμα αυτό δεν απασχόλησε ιδιαίτερα κατά την ακρόαση της υπόθεσης εντούτοις από την συμφωνία των μερών και συγκεκριμένα από τις παρ. 3Δ, 5Γ και το υπογραμμένο Παράρτημα της συμφωνίας, προκύπτει ότι το επιτόκιο με το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα χρεώνετο ο λογαριασμός ήταν το 8.5% και ότι επιπλέον 1.5% θα χρεώνετο σε περίπτωση που «για οποιοδήποτε λόγο το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού υπερβαίνει το όριο». Εφόσον λοιπόν στην παρούσα περίπτωση το χρεωστικό υπόλοιπο κατά τον τερματισμό της συμφωνίας ήταν €20.283,52, ήτοι κάτω από το συμφωνηθέν όριο των €25.000, η ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει τόκο επί του εν λόγω ποσού πέραν του 8.5%. Στη βάση όλων των πιο πάνω επομένως καθώς επίσης και στη βάση της σχετικής νομολογίας που έχω παραθέσει ανωτέρω, κρίνω ότι η ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση της εναντίον του εναγόμενου, με το θέμα όμως του τόκου να αποδεικνύεται μόνο για 8.5%, ενώ ο εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει τα όσα προβάλει ως υπεράσπιση και ανταπαίτηση εναντίον της ενάγουσας. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ ενάγουσας και εναντίον εναγόμενου για το ποσό των €20.283,52 πλέον τόκο 8.5% από 01/01/12 μέχρι εξόφλησης. Η ανταπαίτηση, για τους λόγους που έχω αναφέρει ανωτέρω απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, εφόσον απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εκεί όπου είναι κοινά για την απαίτηση και την ανταπαίτηση. Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.