← Κύπρος

Κ.Δ.Α ΜΠΕΤΟΝ ΝΗΣΟΥ ΛΤΔ ν. CH. TAKKAS CONSTRUCTORS AND DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6717/15, 13/5/2020

Κ.Δ.Α ΜΠΕΤΟΝ ΝΗΣΟΥ ΛΤΔ ν. CH. TAKKAS CONSTRUCTORS AND DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6717/15, 13/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A258 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6717/15 Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ.27/05/16 Κ.Δ.Α ΜΠΕΤΟΝ ΝΗΣΟΥ ΛΤΔ Ενάγοντες και

  1. CH. TAKKAS CONSTRUCTORS AND DEVELOPERS LTD
  2. XXXXX ΤΑΚΚΑΣ, προσωπικά και/ή εμπορευόμενος με την επωνυμία TAKKAS DEVELOPER Εναγόμενος ----------------------------------------------------- Ημερομηνία: 13 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κα Λ. Δήμου για Μάριος Γεωργίου ΔΕΠΕ Για εναγόμενο 2: κ. Α. Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η οποία αρχικά στρεφόταν εναντίον και των δύο εναγομένων οι οποίοι καταχώρησαν κοινή υπεράσπιση μέσω του ίδιου δικηγόρου, οι ενάγοντες, εταιρεία που ασχολείται με την παρασκευή, πώληση και παράδοση έτοιμου σκυροδέματος, αξιώνουν το ποσό των €10.067,46, ως το εν λόγω ποσό περιορίστηκε κατά την ακρόαση, «δυνάμει τιμολογίων και/ή κατάστασης λογαριασμού και/ή εκτελεσθείσας εργασίας και/ή προϊόντων πωληθέντων και παραδοθέντων και/ή δυνάμει συμφωνίας πώλησης αγαθών και ή υπηρεσιών.». Τελικά η αγωγή προωθήθηκε μόνο εναντίον του εναγόμενου 2 αφού την ημέρα που η υπόθεση ήχθη προς ακρόαση, αυτή αποσύρθηκε εναντίον της εναγόμενης 1 και το θέμα των εξόδων της εν λόγω εναγόμενης, το οποίο ηγέρθη από τον συνήγορο της τελευταίας κατά την απόσυρση της αγωγής, αφέθηκε να αποφασισθεί στο τέλος της υπόθεσης, αναλόγως και της έκβασης της, εφόσον και οι δύο εναγόμενοι τύγχαναν κοινής υπεράσπισης και εκπροσώπησης. Εν συντομία, η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων είναι ότι με τον εναγόμενο άρχισαν να συνεργάζονται περί το 2009, όταν ο τελευταίος επικοινώνησε μαζί τους σε αριθμό περιπτώσεων και παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως εμπορευόμενο με την επωνυμία TAKKAS DEVELOPER, τους ζήτησε όπως παρασκευάσουν και παραδώσουν έτοιμο σκυρόδεμα σε διάφορες υπό κατασκευή οικοδομές στις οποίες εμπλέκετο. Το σκυρόδεμα που παράγγελλε ο εναγόμενος παραδιδόταν, σύμφωνα με τους ενάγοντες, σε τόπο που αυτός τους υποδείκνυε, όπου εκεί, ο εναγόμενος ή αντιπρόσωπος αυτού το παραλάμβανε αφού ικανοποιείτο για την ποιότητα και την ποσότητα του. Για το σκυρόδεμα που παρέδιδαν στη βάση των παραγγελιών του εναγόμενου οι ενάγοντες εξέδιδαν σχετικά τιμολόγια και τηρούσαν σχετική κατάσταση λογαριασμού στην οποία καταγράφονταν τόσο οι χρεώσεις των τιμολογίων όσο και οι πληρωμές που γίνονταν κατά καιρούς από πλευράς εναγόμενου. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αριθμός συγκεκριμένων τιμολογίων που είχαν εκδώσει μέχρι και τις 03/12/09 και τα οποία παρατίθενται στην Ε/Α, δεν εξοφλήθηκαν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί και να παραμείνει οφειλόμενο προς αυτούς το αξιούμενο ποσό, ως αυτό περιορίστηκε κατά την ακρόαση. Στην αντίπερα όχθη, η κοινή υπεράσπιση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι, η οποία στο τέλος παρέμεινε να αφορά μόνο τον εναγόμενο 2, περιλαμβάνει, πέραν των ισχυρισμών των πρώτων ως προς την ουσία της υπόθεσης και δύο προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες περιστρέφονται γύρω από τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος 2 καμία σχέση δεν έχει με την επωνυμία TAKKAS DEVELOPER και ότι η εν λόγω ονομασία, ούτως ή άλλως δεν συνιστά υπαρκτό νομικό πρόσωπο εφόσον δεν έχει ποτέ εγγραφεί ως εμπορική επωνυμία. Επί της ουσίας της υπόθεσης, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του εναγόμενου περιστρέφονται γύρω από την άρνηση του περί ύπαρξης οποιασδήποτε σχέσης του ιδίου με την φερόμενη εμπορική επωνυμία TAKKAS DEVELOPER ή περί ενασχόλησης του ιδίου υπό την προσωπική του ιδιότητα με κατασκευαστικά έργα και/ή ανάπτυξη γης. Ισχυρίζεται παρά ταύτα ο εναγόμενος ότι ναι μεν δραστηριοποιείτο στο συγκεκριμένο κατασκευαστικό τομέα όμως πάντοτε ενεργούσε ως αντιπρόσωπος εταιρείας η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή και ότι «εκ του κύκλου εργασιών του. όχι όμως σε προσωπικό επίπεδο αλλά στα πλαίσια εμπορικών δραστηριοτήτων άλλης εταιρείας, υπήρξε συνεργασία με τους ενάγοντες.(και).κατά τη λήξη και/ή τον τερματισμό της συνεργασίας, δεν εκκρεμούσε οιονδήποτε υπόλοιπο για πληρωμή.ακόμα και αν αποδειχθεί συνεργασία των εναγόντων στα πλαίσια άλλου νομικού προσώπου.(και).τα συγκεκριμένα τιμολόγια, ακόμα και αν έχουν εκδοθεί.δεν έχουν εκδοθεί επ' ονόματι (των εναγομένων) για συγκεκριμένες υπηρεσίες, τις οποίες, εν πάση περιπτώση, ουδέποτε έλαβαν». Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, μαρτυρία έδωσαν από πλευράς εναγόντων ένας εκ των διευθυντών τους, ο Χ. Χαραλάμπους (ΜΕ1) και από πλευράς εναγόμενου μόνο ο ίδιος ως ΜΥ
  3. Η μαρτυρία του ΜΕ1, η ουσία της κυρίως εξέτασης του οποίου έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με το δικόγραφο των εναγόντων. Ειδικότερα ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι είναι ο ίδιος που είχε προσωπική και άμεση εμπλοκή στην όλη συνεργασία των εναγόντων με τον εναγόμενο και μάλιστα ότι στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας, αν και δεν είναι ο ίδιος που παρέδιδε το σκυρόδεμα στους χώρους που ζητούσε ο εναγόμενος εντούτοις αυτός ήταν που μιλούσε και συναντούσε τον τελευταίο καθ' όλα ουσιαστικά τα άλλα στάδια της συνεργασίας τους, ήτοι κατά την υποβολή της τηλεφωνικής παραγγελίας του εναγόμενου μέχρι και την είσπραξη της πληρωμής του τελευταίου. Στις πλείστες δε των περιπτώσεων, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ο ίδιος έπαιρνε τα τιμολόγια των εναγόντων στον εναγόμενο προσωπικά, ο οποίος τα υπέγραφε στην παρουσία του όπως γινόταν και με τις πληρωμές που έκαμνε ο εναγόμενος οπόταν και ο μάρτυρας έδινε στον τελευταίο σχετική απόδειξη είσπραξης. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιες τις επί του προκειμένου θέσεις του μάρτυρα. «Η συνεργασία μας με τον εναγόμενο 2 ήταν μακροχρόνια. Ο εναγόμενος 2 τηλεφωνούσε στο κεντρικό τηλέφωνο της εταιρείας, το οποίο απαντώ εγώ και παράγγελνε την ποσότητα του μπετόν που χρειαζόταν. Ακολούθως το παραδίδαμε με αυτοκίνητα της εταιρείας σε χρόνο και στο τόπο ως η παραγγελία του. Κατά την παράδοση εκδίδω Δελτία Παραγγελίας τα οποία έχει στην κατοχή του ο καθένας οδηγός της εταιρείας και τα παραδίδει στον υπεύθυνο έργου που βρίσκεται στο χώρο της παράδοσης του μπετόν. Αργότερα , εκδίδω εγώ τα τιμολόγια ή κάποιες φορές το Δελτίο Παράδοσης μετατρέπεται και/ή θεωρείται τιμολόγιο και τα παραδίδω στο πελάτη , ο οποίος και τα υπογράφει. Όλα τα πιο πάνω τιμολόγια που έχω καταθέσει, τα έχω παραδώσει εγώ προσωπικά στον εναγόμενο 2 ή στην γυναίκα του και τα υπογράφαν στη παρουσία μου. Η υπογραφή τους φαίνεται κάτω από την λέξη «Ο παραλήπτης». Θέλω επίσης να πω ότι όλες οι πληρωμές που έγιναν από τον εναγόμενο 2 έγιναν στο σπίτι του και πηγαίναμε εμείς εκεί για να πληρωθούμε. Συνήθως μας άνοιγε την πόρτα η γυναίκα του που είχε έτοιμη επιταγή ή έτοιμα χρήματα σε μετρητά. Όλες τις παραγγελίες τις έκανε ο κος XXXXX Τάκκας που είναι ο εναγόμενος 2 και από την πρώτη κιόλας φορά που παρήγγειλε μπετόν μου έδωσε οδηγίες όπως εκδώσω τα Δελτία Παράδοσης και τα τιμολόγια στο όνομα Takkas Developer. Καθόλη την διάρκεια της συνεργασίας μας τα Δελτία Παράδοσης, τα τιμολόγια και οι αποδείξεις πληρωμής εκδίδονταν στο όνομα Takkas Developer κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου
  4. Μάλιστα να αναφέρω ότι όσες φορές πήγα για να πληρωθώ, πληρωνόμουν κάποτε με μετρητά και κάποτε με επιταγές και όλα τα κατέθετα στο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρώ η ενάγουσα εταιρεία στην Λαϊκή Τράπεζα όπως ήταν τότε.Η σχέση συνεργασίας που είχε η ενάγουσα εταιρεία ήταν με τον ίδιο τον εναγόμενο 2, ο οποίος πάντοτε μου έδιδε οδηγίες να εκδίδω Δελτία Παράδοσης, τιμολόγια και αποδείξεις στο όνομα Takkas Developer.» Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο μάρτυρας κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμών που τηρούσαν οι ενάγοντες στο όνομα Takkas Developer (Τεκ.1), τα τιμολόγια που κατά τον μάρτυρα εκδόθηκαν στο όνομα Takkas Developer και αφορούν στις παραγγελίες του εναγόμενου και για τα οποία ο ισχυρισμός είναι ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν εξοφληθεί και συνθέτουν το οφειλόμενο υπόλοιπο στο οποίο αφορά η παρούσα αγωγή (Τεκ.2), τις τελευταίες τρεις αποδείξεις είσπραξης πληρωμών που έκαμε ο εναγόμενος έναντι του υπολοίπου του στις 08/04/11, 16/06/11 και 14/03/13 εκ €1.000 έκαστη (Τεκ.3) και δύο αντίγραφα επιταγών με τις οποίες ο εναγόμενος έκαμε τις πληρωμές που κατά το μάρτυρα αφορούν στις αποδείξεις 16/06/11 και 14/03/13 (Τεκ.4). Σημειώνω εδώ ότι αν και για δύο από τα φερόμενα τιμολόγια του Τεκ.2, ήτοι το «τιμολόγιο και δελτίο παραλαβής» 41243 και 41562, στην Ε/Α και στη δήλωση του μάρτυρα αναφέρονται ως ημερομηνίες έκδοσης τους οι 02/11/09 και 26/11/09 αντίστοιχα, εντούτοις τα εν λόγω φερόμενα τιμολόγια αναφέρουν ως ημερομηνία έκδοσης τους την 02/11/10 και 26/11/10 αντίστοιχα. Παρά το ότι τα τιμολόγια χρησιμοποιήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές κατά την ακρόαση εντούτοις αυτή η διαφορά δεν απασχόλησε κανένα ούτε και αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού και αυτό προφανώς διότι είναι αντιληπτό ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος στην Ε/Α και στη δήλωση του μάρτυρα. Όλα άλλωστε τα άλλα στοιχεία που περιέχονται στα εν λόγω τεκμήρια, ανταποκρίνονται στις αντίστοιχες αναφορές που γίνονται στην Ε/Α και στο Έγγραφο Α. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα του υπεβλήθη ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος δεν ενεργούσε υπό την προσωπική του ιδιότητα ούτε και χρησιμοποιούσε την επωνυμία TAKKAS DEVELOPER αλλά ενεργούσε πάντοτε μέσω και ως αντιπρόσωπος της εταιρείας του, ήτοι της P.S.T CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD (PST), από την οποία προέρχονται οι δύο επιταγές Τεκ.
  5. Η εν λόγω εταιρεία, υπεβλήθη περαιτέρω στο μάρτυρα, ήταν το μόνο πρόσωπο που κατείχε άδεια εργολήπτη και συνεπώς αυτή ήταν που μπορούσε και που είχε αναλάβει τα κατασκευαστικά έργα στα οποία παραδίδετο το σκυρόδεμα των εναγόντων (Τεκ.5, 6, 7, 8, 9 και 10). .Ο μάρτυρας απέρριψε τις εν λόγω υποβολές και επαναλαμβάνοντας ότι ο ίδιος ο εναγόμενος είχε ζητήσει όπως χρησιμοποιείται η αναφορά σε TAKKAS DEVELOPER στα τιμολόγια (Τεκ.2) και στις αποδείξεις είσπραξης πληρωμών (Τεκ.3), εξ' ου και το όνομα αυτό χρησιμοποιήθηκε και στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκ.1), ισχυρίστηκε ότι ούτε το αν η εν λόγω επωνυμία ήταν εγγεγραμμένη ή όχι όπως ούτε και το ότι κάποιες από τις πληρωμές του εναγόμενου έγιναν με επιταγές της PST απασχόλησε ποτέ τους ενάγοντες, αφ' ενός διότι «ουδέποτε ο εναγόμενος 2 μου ανέφερε οτιδήποτε για την εταιρεία αυτή.» και αφ' ετέρου διότι αυτό που ενδιέφερε τους ενάγοντες ήταν να πληρωθούν για το σκυρόδεμα που προσωπικά τους παρήγγειλε ο εναγόμενος και όχι ο τρόπος με τον οποίο ο τελευταίος θα τους πλήρωνε. Εφόσον ο εναγόμενος πλήρωνε κανονικά, η προέλευση των πληρωμών δεν ήταν θέμα που απασχολούσε τους ενάγοντες. Μάλιστα δε, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, όχι μόνο ο εναγόμενος είχε παραγγείλει ο ίδιος προσωπικά σκυρόδεμα εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ από τους ενάγοντες ζητώντας τους να εκδίδουν τα τιμολόγια και τις αποδείξεις τους στο όνομα TAKKAS DEVELOPER και χωρίς ποτέ να τους παρουσιαστεί ως αντιπρόσωπος της PST ή οποιασδήποτε άλλης εταιρείας αλλά και καθ' όλη τη συνεργασία των μερών, αυτός πλήρωσε τιμολόγια συνολικού ύψους περί τις €100.000 και ουδέποτε αντέδρασε ή διαμαρτυρήθηκε όταν παρέλαβε είτε τιμολόγια είτε αποδείξεις που έφεραν το όνομα TAKKAS DEVELOPER και ουδέποτε προτού καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή για τα εναπομείναντα απλήρωτα τιμολόγια, δεν ανέφερε ή ισχυρίστηκε ότι στην πραγματικότητα η συνεργασία των εναγόντων ήταν με την PST και όχι με τον ίδιο. Όσον αφορά δε το ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι εξακολουθούσαν να οφείλονται λεφτά στους ενάγοντες, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι πέραν της συνεχής ενημέρωσης που ο ίδιος έδινε στον εναγόμενο, οι αποδείξεις που εκδίδονταν μετά από πληρωμές που έκαμνε ο τελευταίος και οι οποίες του παραδίδονταν, ανέγραφαν ρητά ότι αφορούσαν σε πληρωμές έναντι και όχι προς εξόφληση λογαριασμού και ουδέποτε αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, το αμφισβήτησε. Στη δική του μαρτυρία ο εναγόμενος, η κυρίως εξέταση του οποίου έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β), επανέλαβε τη δικογραφημένη άρνηση του περί ύπαρξης οποιασδήποτε συνεργασίας του με τους ενάγοντες υπό την προσωπική του ιδιότητα καθώς και την άρνηση του για την οποιαδήποτε σχέση του με την επωνυμία TAKKAS DEVELOPER. Ισχυρίστηκε δε ότι οι δραστηριότητες του στον εργοληπτικό - κατασκευαστικό τομέα γίνονταν από το 1998 μέσω της εταιρείας του, PST, και ότι αυτή ήταν και η εταιρεία που είχε αναλάβει τα εργοληπτικά έργα στις περιοχές που, ως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, είχε παραδοθεί το σκυρόδεμα (Τεκ.5 - 10). Την εμπλοκή της PST, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, οι ενάγοντες την γνώριζαν πάντα εφόσον όχι μόνο στα έργα που παρέδιδαν το σκυρόδεμα υπήρχαν ξεκάθαρα αναρτημένες πινακίδες της εν λόγω εταιρείας αλλά και όπως προκύπτει και από τις δύο επιταγές Τεκ.4 που δέχεται ότι υπέγραψε ο ίδιος, οι ενάγοντες «πάντοτε πληρώνονταν για τη συνεργασία που υπήρχε από αυτή την εταιρεία». Αρνήθηκε επίσης ο εναγόμενος ότι υπέγραψε οποιοδήποτε από τα τιμολόγια που παρουσίασαν οι ενάγοντες ή ότι έλαβε ποτέ γνώση για τη φερόμενη κατάσταση λογαριασμού των τελευταίων. Αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος δέχτηκε ότι αυτός ήταν που τηλεφωνούσε στους ενάγοντες και υπέβαλλε παραγγελίες για σκυρόδεμα, ισχυρίστηκε όμως ότι οι παραγγελίες του γίνονταν πάντοτε εκ μέρους της PST εξ' ου και ήταν η εν λόγω εταιρεία που πλήρωνε τα τιμολόγια των εναγόντων και η οποία έχει εξοφλήσει πλήρως τους τελευταίους σε σχέση με όλη την ποσότητα σκυροδέματος που παραγγέλθηκε. Όσον αφορά τις αποδείξεις Τεκ.3 που ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε μετά την έκδοση των επιταγών Τεκ.4 και του παρέδωσε προσωπικά, ο εναγόμενος, αν και δέχτηκε ότι οι αριθμοί επιταγής που αναφέρονται στις εν λόγω αποδείξεις ανταποκρίνονται σε επιταγές που εκδόθηκαν για να πληρωθεί το σκυρόδεμα των εναγόντων, αρνήθηκε ότι ο ίδιος έλαβε ποτέ τέτοιες αποδείξεις και υποδεικνύοντας ότι σε μία εκ των εν λόγω αποδείξεων φαίνεται ο εκεί αναφερόμενος αριθμός επιταγής να έχει προστεθεί χειρόγραφα με μελάνι μετά την έκδοση της απόδειξης, αμφισβήτησε το γνήσιο των εν λόγω αποδείξεων. Ισχυρίστηκε δε κατηγορηματικά ότι κατά τη συνεργασία των εναγόντων με την PST, αυτός ναι μεν λάμβανε τιμολόγια και αποδείξεις από τους ενάγοντες για το σκυρόδεμα που τους παραγγέλθηκε και που παρέδωσαν, αυτά δεν ήταν όμως τα τιμολόγια και οι αποδείξεις που οι τελευταίοι παρουσίασαν ως Τεκ. 2 και 3, αλλά τιμολόγια και αποδείξεις τα οποία είχαν εκδοθεί στο όνομα της PST, η οποία ήταν και το πρόσωπο με το οποίο συνεργάζονταν οι ενάγοντες και που έκαμνε τις σχετικές πληρωμές. Του ζητήθηκε συναφώς να παρουσιάσει τα εν λόγω τιμολόγια και αποδείξεις που ισχυρίστηκε ότι είχαν εκδοθεί στο όνομα της PST και που επιπρόσθετα αποδείκνυαν τον ισχυρισμό του περί εξόφλησης των εναγόντων, δήλωσε όμως αδυναμία να πράξει κάτι τέτοιο κατά τη μαρτυρία του διότι, ως ισχυρίστηκε, τα εν λόγω έγγραφα βρίσκονταν στο λογιστή του. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, δεν θα μπορούσαν ποτέ οι αποδείξεις που του έδινε ο ΜΕ1 να γίνονταν δεκτές αν σε αυτές αναφερόταν το όνομα TAKKAS DEVELOPER αντί PST διότι αυτό θα του δημιουργούσε πρόβλημα με την πληρωμή και την ανάκτηση του ΦΠΑ εφόσον όχι μόνο η εν λόγω ονομασία δεν ήταν πουθενά εγγεγραμμένη επίσημα αλλά και επειδή μόνο η εργολήπτρια PST, η οποία ήταν και το πρόσωπο που εκτελούσε τα κατασκευαστικά έργα, είχε υποχρεώσεις και δικαιώματα σε σχέση με το ΦΠΑ. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν ο καθένας τους το αξιόπιστο της εκδοχής του αντίστοιχου πελάτη του έναντι του αναξιόπιστου της εκδοχής της άλλης πλευράς. Αν και ειδική αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο, κρίνω εντούτοις σκόπιμο όπως αναφέρω εδώ ότι στην αγόρευση του, ο κ. Πετρίδης υποστήριξε μεταξύ άλλων, αφενός ότι «οι ενάγοντες διάλεξαν κάποια τιμολόγια από εκείνα που κατά καιρούς εξέδωσαν προς ανύπαρκτο πρόσωπο, το άθροισμα των οποίο συμποσούταν σε πέριξ τις δέκα με έντεκα χιλιάδες ευρώ για να μπορέσουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μια λογικοφανή εκδοχή» και αφετέρου ότι, εφόσον έχει καταδειχθεί ότι η συνεργασία των εναγόντων ήταν με εταιρεία και δη εταιρεία που δεν είναι διάδικος στην αγωγή, ούτε τα δικόγραφα αλλά ούτε και η μαρτυρία των εναγόντων μπορεί να αποτελέσει βάση για να αποδοθεί προσωπική ευθύνη στον εναγόμενο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Κρίνω κατ' αρχή σκόπιμο να παραθέσω κάποια γεγονότα τα οποία εκ της δικογραφίας αλλά και εκ του συνόλου της μαρτυρίας προκύπτουν να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών. Σημειώνω λοιπόν ότι είναι παραδεκτό ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, οι ενάγοντες είχαν συνάψει εμπορική συνεργασία με κάποιο πρόσωπο για την πώληση και παράδοση σκυροδέματος κατόπιν παραγγελίας και δεν αμφισβητείται ότι οι παραγγελίες αυτές υποβάλλονταν στους ενάγοντες από τον εναγόμενο τηλεφωνικώς, ότι το σκυρόδεμα παραδιδόταν σε χώρους όπου εκτελούνταν κατασκευαστικά έργα στα οποία ο εναγόμενος είχε κάποια άμεση εμπλοκή (εκείνος ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εμπλοκή ήταν ως διευθυντής εργοληπτικής εταιρείας), ότι αυτοί, οι ενάγοντες δηλαδή, εξέδιδαν και παρέδιδαν στον εναγόμενο τιμολόγια σε σχέση με το σκυρόδεμα που παρέδιδαν, ότι κατά καιρούς λάμβαναν από τον τελευταίο πληρωμές σε σχέση με το σκυρόδεμα αυτό και ότι σε κάποιες περιπτώσεις τουλάχιστο, οι εν λόγω πληρωμές που έκαμνε ο εναγόμενος ήταν υπό την μορφή επιταγών εταιρείας του, τις οποίες υπέγραφε και εξέδιδε ο ίδιος. Δεν αμφισβητείται τέλος ότι όταν οι ενάγοντες λάμβαναν πληρωμές από τον εναγόμενο, αυτοί εξέδιδαν και παρέδιδαν στον τελευταίο σχετικές αποδείξεις είσπραξης ενώ ούτε έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόμενου ότι στα πλαίσια της πώλησης και παράδοσης σκυροδέματος στη βάση παραγγελιών που υπέβαλλε ο τελευταίος, οι ενάγοντες πληρώθηκαν τα ποσά που παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού που ισχυρίζονται ότι τηρούσαν και τα οποία συμποσούνται περί τις €101.
  1. Για όλα επομένως τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Αυτό που ουσιαστικά αποτελεί το κύριο επίδικο θέμα της υπόθεσης και το οποίο συνιστά τόσο το αντικείμενο των προδικαστικών ενστάσεων όσο και της ουσίας της υπεράσπισης, είναι το κατά πόσο αυτή η εκ της δικογραφίας παραδεκτή συνεργασία που είχαν οι ενάγοντες για την πώληση και παράδοση σκυροδέματος κατόπιν παραγγελιών του εναγόμενου, ήταν στην πραγματικότητα συνεργασία με τον εναγόμενο προσωπικά ή με κάποιο άλλο πρόσωπο ως ο τελευταίος ισχυρίζεται. Επίδικο βεβαίως θέμα συνιστά και το κατά πόσο όντως υπάρχει κάποιο οφειλόμενο ποσό στους ενάγοντες, όμως η εξέταση του θέματος αυτού εξαρτάται από το κατά πόσο ευσταθεί ή όχι ο ισχυρισμός των τελευταίων περί συνεργασίας τους με τον εναγόμενο προσωπικά και όχι με κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο, εφόσον αν ήθελε φανεί ότι η επίδικη συνεργασία ήταν με άλλο πρόσωπο, μη διάδικο, τότε το όποιο τυχόν χρέος ενός τέτοιου μη διάδικου προσώπου δεν θα μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Γενικά, η εκδοχή του ΜΕ1 και των εναγόντων είναι ότι η μόνη συνεργασία που υφίστατο κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αυτή που αποτυπώνεται στα τιμολόγια και στις αποδείξεις που παρουσίασαν, ήτοι συνεργασία με κάποιο φυσικό και όχι νομικό πρόσωπο. Το ότι αυτό το φυσικό πρόσωπο ήταν ο εναγόμενος, αποδεικνύεται κατά τους ενάγοντες από το ότι αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, είχε κατά την επίδικη περίοδο άμεση, προσωπική και ενεργό εμπλοκή σε όλα τα ουσιαστικά στάδια της συνεργασίας, ήτοι στην παραγγελία του σκυροδέματος, στην παραλαβή των σχετικών τιμολογίων, στις πληρωμές των εναγόντων και στην παραλαβή των σχετικών αποδείξεων είσπραξης και ουδέποτε αναφέρθηκε ή καταγράφηκε το όνομα οποιασδήποτε εταιρείας ή άλλου προσώπου, με την αναφορά σε TAKKAS DEVELOPER να γίνεται μόνο διότι ο ίδιος ο εναγόμενος το ζήτησε. Ούτε όμως και όταν προέκυψε σε κάποιες περιπτώσεις το όνομα της PST, ήτοι όταν ο εναγόμενος πλήρωνε με επιταγές της τελευταίας, φάνηκε κατά τους ενάγοντες να διαφοροποιείται η κατάσταση πραγμάτων αφού ακόμη και τότε, εφόσον κατ' εντολή του εναγόμενου τα τιμολόγια που πληρώνονταν και οι σχετικές αποδείξεις που εκδίδονταν, δεν αναφέρονταν στην PST ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και ο εναγόμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τούτο ή για την αναφορά σε TAKKAS DEVELOPER, αυτό επιβεβαίωνε την εντύπωση που είχαν αποκομίσει από την αρχή της συνεργασίας τους, ήτοι ότι επρόκειτο για συνεργασία με τον εναγόμενο προσωπικά και όχι με οποιαδήποτε εταιρεία. Αυτή η εκδοχή των εναγόντων, εκ πρώτης όψεως φαίνεται να συνάδει τόσο με τα έγγραφα που αυτοί παρουσίασαν κατά την ακρόαση όσο και με τα όσα γεγονότα τα οποία συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών και τα οποία κατέστησαν ευρήματα μου. Όπως δε και ο ίδιος ο κ. Πετρίδης ανέφερε στην αγόρευση του, η εκδοχή αυτή των εναγόντων, φαίνεται να προβάλλει και λογικοφανής, τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως. Το ερώτημα βεβαίως είναι αν υπό το φως της αμφισβήτησης που πρόβαλε η υπεράσπιση μέσω της αντεξέτασης του ΜΕ1 και της μαρτυρίας του εναγόμενου, η εκδοχή αυτή του ΜΕ1 και των εναγόντων είναι σε τέτοιο βαθμό τρωτή που δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Η επί του προκειμένου αμφισβήτηση της υπεράσπισης περιστράφηκε γύρω από την εκδοχή του εναγόμενου ότι μπορεί μεν να είχε ο ίδιος ενεργό εμπλοκή στην παραδεκτή συνεργασία με τους ενάγοντες, όμως αυτή η εμπλοκή δεν ήταν υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά ως αντιπρόσωπος της εταιρείας του, ήτοι της PST και ότι αυτό ήταν όχι μόνο κοινώς αντιληπτό από την αρχή της συνεργασίας με τους ενάγοντες αλλά και ρητά αποτυπωμένο σε γραπτή μαρτυρία, άλλη όμως από αυτή που παρουσίασαν οι ενάγοντες, και συγκεκριμένα σε κατ' ισχυρισμό τιμολόγια και αποδείξεις που οι τελευταίοι είχαν εκδώσει στο όνομα της PST και που του είχαν δώσει. Ισχυρίστηκε δηλαδή ο εναγόμενος ότι όχι μόνο η επίδικη συνεργασία με τους ενάγοντες δεν ήταν αυτή που οι τελευταίοι προσπάθησαν να παρουσιάσουν κατά την ακρόαση με τα έγγραφα τους, τα οποία έγγραφα ουσιαστικά ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες τα κατασκεύασαν για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, αλλά και ότι είχε ο ίδιος στην κατοχή του τα πραγματικά έγγραφα που είχαν εκδοθεί κατά την επίδικη συνεργασία και τα οποία αποδείκνυαν την πραγματική της φύση. Μάλιστα δε, προς περαιτέρω υποστήριξη της εκδοχής του αυτής, ο εναγόμενος παρέπεμψε στις δύο επιταγές της PST που παρουσίασαν οι ενάγοντες και αμφισβητώντας εμμέσως πλην σαφώς το γνήσιο της προέλευσης των άλλων εγγράφων που παρουσίασαν οι τελευταίοι, υπέδειξε αφ' ενός κάποια γραφική αλλοίωση στη μία εκ των αποδείξεων του Τεκ.3, η οποία αλλοίωση κατ' εκείνον έγινε ώστε να συνδέσει την εν λόγω απόδειξη με την επιταγή της PST και τον ίδιο και ισχυρίστηκε αφ' ετέρου ότι τα Τεκ.2 και Τεκ.3 δεν θα μπορούσαν ποτέ να είχαν εκδοθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο πολύ απλά διότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά για φορολογικούς και λογιστικούς λόγους. Αντιθέτως, ισχυρίστηκε, τα «πραγματικά» έγγραφα που είχε τότε λάβει από τους ενάγοντες, είχαν χρησιμοποιηθεί από την PST και μάλιστα με επιτυχία για το σκοπό συμμόρφωσης της με τις λογιστικές και φορολογικές της υποχρεώσεις και το γεγονός ότι η PST είχε επιτύχει να ανακτήσει το σχετικό ΦΠΑ από τη συνεργασία της με τους ενάγοντες, καταδεικνύει, κατά τον εναγόμενο, ότι τα «πραγματικά» έγγραφα που αυτός είχε λάβει από τους ενάγοντες ως PST και τα οποία αποδείκνυαν τη πραγματική φύση της συνεργασίας που αυτός ισχυρίζεται ότι υφίστατο, δεν ήταν και δεν μπορούσαν να ήταν τα Τεκ.2 και 3 που παρουσίασαν οι ενάγοντες. Έχοντας λοιπόν ο εναγόμενος τόσο έντονα επικαλεστεί και βασίσει την όλη εκδοχή του, όχι μόνο στην ύπαρξη και χρήση, αλλά και στην κατοχή έγγραφης μαρτυρίας, άλλης από αυτής που παρουσίασαν οι ενάγοντες, η οποία μαρτυρία κατ' εκείνον κατέρριπτε την εκδοχή και έγγραφη μαρτυρία του ΜΕ1 και των εναγόντων αλλά και αποδείκνυε την πραγματική φύση της επίδικης συνεργασίας ως αυτός ισχυρίζετο ότι υφίστατο, το εύλογα αναμενόμενο θα ήταν ότι αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, θα παρουσίαζε κατά την ακρόαση την εν λόγω «πραγματική» έγγραφη μαρτυρία που ισχυρίστηκε ότι έχει, όπως άλλωστε του ζητήθηκε ρητά να το πράξει και κατά την αντεξέταση του. Παρά ταύτα, όχι μόνο ο εναγόμενος κανένα τέτοιο έγγραφο που επικαλέστηκε δεν παρουσίασε, αφήνοντας έτσι παντελώς ατεκμηρίωτους τους ισχυρισμούς του και ουσιαστικά αναντίλεκτη την επί του προκειμένου μαρτυρία του ΜΕ1, αλλά ούτε και κάλεσε ως μάρτυρα του το λογιστή της PST ή έστω τον Έφορο ΦΠΑ όπου ισχυρίστηκε ότι υποβλήθηκαν επιτυχώς τα «πραγματικά» τιμολόγια και αποδείξεις των εναγόντων, ήτοι τα πρόσωπα και αρχές που σύμφωνα με τον ίδιο τον εναγόμενο έχουν σήμερα στην κατοχή τους αυτά τα φερόμενα ως «πραγματικά» έγγραφα της συνεργασίας των μερών. Πέραν όμως τούτου, αν και θέση του εναγόμενου ήταν και ότι η PST είχε εξοφλήσει κάθε ποσό που όφειλε στους ενάγοντες αλλά και ότι οι ενάγοντες «πάντοτε πληρώνονταν για τη συνεργασία που υπήρχε από αυτή την εταιρεία», θέση η οποία εξυπακούει ότι κάποια εξοφλητική ή άλλως πως απόδειξη θα είχε υπόψη του ώστε να προωθήσει θετικά ένα τέτοιο ισχυρισμό, καμία τέτοια απόδειξη δεν παρουσίασε με αποτέλεσμα και αυτός ο ισχυρισμός του περί εξόφλησης να παραμένει μετέωρος και ατεκμηρίωτος. Ακόμη όμως και αυτή η προσπάθεια του εναγόμενου να χρησιμοποιήσει αφ' ενός κάποια από τα έγγραφα των εναγόντων και αφ' ετέρου να πλήξει κάποια άλλα, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις ως μια ύστατη ανεπιτυχής ενέργεια διαστρέβλωσης της πραγματικότητας. Εξηγώ. Δέχτηκε ο εναγόμενος ότι ο ΜΕ1 εξέδιδε και του παρέδιδε και τιμολόγια αλλά και αποδείξεις για τις πληρωμές που έκαμνε, θέση μάλιστα την οποία επανέλαβε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του (βλ. πρακτικά αντεξέτασης εναγόμενου 24/02/20 - «.σύμφωνα με την απόδειξη που μου δίαν ο XXXXX.»). Ισχυρίστηκε την ίδια ώρα όμως ότι τα τιμολόγια και οι αποδείξεις που του έδινε ο ΜΕ1 δεν ήταν αυτές που παρουσίασε ο τελευταίος ως Τεκ.3, αλλά άλλες αποδείξεις και τιμολόγια, τα οποία εκδίδονταν πάντα στο όνομα της PST και αυτό διότι δεν θα δεχόταν ποτέ τιμολόγια και αποδείξεις που δεν αναφέρονταν στην εν λόγω εταιρεία αλλά σε TAKAS DEVELOPER, ως ήταν τα τιμολόγια και οι αποδείξεις Τεκ.2 και
  2. Ευνόητο είναι βέβαια ότι αν τα «πραγματικά» τιμολόγια και αποδείξεις είναι αυτά που παρουσίασε ο ΜΕ1, τότε το μη αμφισβητούμενο γεγονός της αδιαμαρτύρητης παραλαβής των εν λόγω εγγράφων από πλευράς εναγομένου, όχι μόνο καταρρίπτει τους ισχυρισμούς του τελευταίου αλλά και εκθεμελιώνει ουσιαστικά όλη την υπερασπιστική γραμμή ότι ήταν πάντοτε ξεκάθαρο και κοινώς αντιληπτό μεταξύ των μερών ότι η επίδικη συνεργασία ήταν με την PST και όχι με τον εναγόμενο προσωπικά. Άλλωστε, αν ένας αντιπρόσωπος δεν αποκάλυψε ποτέ ότι ενεργούσε σαν αντιπρόσωπος ή το όνομα του αντιπροσωπευομένου, ή δεν είχε καταστήσει σαφείς τις προθέσεις του κατά τη συνεργασία των μερών ή έστω να έκαμνε κάποια νύξη ως προς το ότι το χρέος δεν ήταν δικό του αλλά του αντιπροσωπευόμενου, τότε, δυνάμει του αρ. 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αυτός υπέχει προσωπική ευθύνη έναντι του αντισυμβαλλόμενου και «.είναι πράγματι δύσκολο σε μιά τέτοια περίπτωση ο αντιπρόσωπος να απεκδυθεί των ευθυνών του.» (βλ. Γεωργιάδης Iάκωβος ν. The Bernoulli Trading Co. Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 629). Για να μπορέσει λοιπόν ο εναγόμενος να πείσει για την εκδοχή του και να «χρησιμοποιήσει» πλήρως προς όφελος του τις επιταγές που εκδόθηκαν από το λογαριασμό της PST τις οποίες παρουσίασαν οι ενάγοντες ως Τεκ.4, έπρεπε με κάποιο τρόπο να καταρρίψει την εκδοχή και τα έγγραφα του ΜΕ
  1. Σίγουρα, ο εύλογα αναμενόμενος τρόπος για να το πράξει τούτο θα ήταν αν παρουσίαζε τα «πραγματικά» έγγραφα που ισχυρίστηκε ότι είχε, κάτι όμως που ως ανέφερα ανωτέρω, δεν έπραξε αφήνοντας έτσι τους δικούς του ισχυρισμούς μετέωρους και ατεκμηρίωτους. Μη έχοντας άλλη επιλογή, προσπάθησε να πλήξει το γνήσιο των αποδείξεων που παρουσίασε ο ΜΕ1 και οι οποίες προφανώς δεν «ταίριαζαν» με τους ισχυρισμούς του, οπόταν απέδωσε στον εν λόγω μάρτυρα και στους ενάγοντες γενικότερα, ότι κατασκεύασαν τα εν λόγω έγγραφα ώστε να «στήσουν» υπόθεση εναντίον του και προς τούτο υπέδειξε την προσθήκη με μελάνι που φαίνεται να υπάρχει στη μία εκ των τριών αποδείξεων στο σημείο του «αρ. επιταγής». Επί αυτής της προσπάθειας του εναγόμενου όμως παρατηρώ τα εξής. Ναι μεν στη μία εκ των τριών αποδείξεων του Τεκ.3 φαίνεται να υπήρξε προσθήκη με μελάνι του αριθμού επιταγής, όμως ενώ ο εναγόμενος έσπευσε να υποδείξει και να χρησιμοποιήσει την προσθήκη στην εν λόγω απόδειξη, την ίδια στιγμή, για ευνόητους λόγους απέφυγε εντέχνως να σχολιάσει το γεγονός ότι άλλη απόδειξη που παρουσίασε ο ΜΕ1 ως μέρος του Τεκ.3, η οποία καμία προσθήκη ή αλλοίωση δεν παρουσιάζει, συνάδει πλήρως με την άλλη επιταγή που ο ίδιος ο εναγόμενος δέχτηκε ότι εξέδωσε στις 15/03/13 για να πληρώσει τους ενάγοντες και ούτε εκείνη η απόδειξη κάμνει οποιαδήποτε αναφορά στην PST. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά του εναγόμενου, δεν μπορεί καθόλου να σταθεί στη λογική ο συλλογισμός ότι ο ΜΕ1 μπήκε στον κόπο να κατασκευάσει αποδείξεις για να συνδέσει τον εναγόμενο με την υπόθεση, αλλά επειδή παρέλειψε να συμπεριλάβει στη μία εξ' αυτών των ψεύτικών αποδείξεων ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της επιδιωκόμενης σύνδεσης, ήτοι τον αριθμό της επιταγής με την οποία πληρώθηκαν οι ενάγοντες, αποφάσισε όπως αντί να κατασκευάσει ένα νέο έγγραφο από την αρχή, να αλλοιώσει το υφιστάμενο κατασκεύασμα του και μάλιστα κατά τρόπο φανερό, διακινδυνεύοντας έτσι να αποκαλυφθεί πλήρως η απάτη του και να συμπαρασυρθεί όλη η μαρτυρία των εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση όμως, ούτε και η γενικότερη θέση του εναγόμενου ως προς το ότι ο ΜΕ1 και οι ενάγοντες αποφάσισαν να κατασκευάσουν έγγραφα δύναται να σταθεί στη λογική. Αυτό γιατί αν οι ενάγοντες είχαν αποφασίσει να κατασκευάσουν έγγραφα για να δημιουργήσουν υπόθεση εναντίον του εναγόμενου τότε γιατί να μην κατασκευάσουν έγγραφα τα οποία θα αναφέρονταν ρητά στον ίδιο τον εναγόμενο και να κάμουν έτσι τη ζωή τους ευκολότερη, αλλά να αποφασίσουν όπως σκαρφιστούν κάποια άλλη ονομασία να χρησιμοποιήσουν και δη ονομασία άσχετη με τον εναγόμενο ως ο τελευταίος ισχυρίστηκε, ήτοι το TAKKAS DEVELOPER, θέτοντας έτσι συνειδητά στους ώμους τους και το επιπρόσθετο βάρος να συνδέσουν αυτή την πλαστή ονομασία με τον εναγόμενο. Την ίδια στιγμή δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί και το ότι εφόσον η θέση των εναγόντων ήταν ότι ουδέποτε συνεργάστηκαν με την PST, ποιο λόγο είχαν οι τελευταίοι να κατασκευάσουν έγγραφα, τα οποία συνειδητά θα προχωρούσαν να συνδέσουν με την εν λόγω εταιρεία; Υπενθυμίζω εδώ ότι όλα τα έγγραφα στην υπόθεση τα οποία κάμνουν κάποια αναφορά στην PST, είναι οι ενάγοντες και όχι ο εναγόμενος που τα παρουσίασαν και σίγουρα, αν δεν ήταν αυτό το τελευταίο πράγμα που θα αναμένετο να πράξουν οι ενάγοντες αν όντως ήθελαν να «στήσουν» υπόθεση εναντίον του εναγόμενου προσωπικά, σίγουρα η κατασκευή εγγράφων που θα επενεργούσε εναντίον τους και προς όφελος του τελευταίου ήταν. Κοντολογίς, αντίθετα με το ΜΕ1, η όλη εκδοχή του εναγόμενου ως προς την πραγματική φύση της συνεργασίας των μερών, όχι μόνο παρέμεινε μετέωρη και ατεκμηρίωτη αλλά και δεν βρίσκει οποιοδήποτε πραγματικό ή λογικό έρεισμα και συνεπώς απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Αποδεχόμενος λοιπόν την ουσιαστικά αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς το θέμα της επίδικης συνεργασίας, προβαίνω σε περαιτέρω ευρήματα ως προς το ότι η πραγματική συνεργασία των μερών ήταν ως ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε, ήτοι με τον εναγόμενο προσωπικά και ότι ουδέποτε ο τελευταίος παρουσίασε τον εαυτό του ως αντιπρόσωπος της PST ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, ούτε έκαμε οποιαδήποτε νύξη ότι η υποχρέωση πληρωμής του παραγγελθέντος σκυροδέματος δεν ήταν δική του. Βρίσκω επίσης ότι οι αναφορές που έγιναν στα σχετικά έγγραφα της συνεργασίας των μερών σε TAKKAS DEVELOPER οφείλονταν στο ότι ο ίδιος ο εναγόμενος το ζήτησε και ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι η εν λόγω ονομασία, έστω και μη εγγεγραμμένη, αφορούσε τον ίδιο τον εναγόμενο προσωπικά. Τέλος βρίσκω και ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο εναγόμενος παρέλαβε τα τιμολόγια του Τεκ.2 αλλά και τις αποδείξεις Τεκ.3 και αδιαμαρτύρητα δέχτηκε και ότι αυτά αφορούσαν στο σκυρόδεμα που είχε παραγγείλει και παραλάβει αλλά και ότι η αναφορά που εκεί γινόταν σε TAKKAS DEVELOPER ήταν ορθή και αφορούσε τον ίδιο προσωπικά. Το επόμενο συνεπώς θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο οι ενάγοντες απέδειξαν ότι όντως τους οφείλεται το αξιούμενο ποσό, θέμα για το οποίο οι τελευταίοι επικαλέστηκαν την κατάσταση λογαριασμού (Τεκ.1) και τα 14 τιμολόγια που ισχυρίστηκαν ότι έμειναν απλήρωτα (Τεκ.2). Σημειώνω τα εξής σχετικά. Από πλευράς υπεράσπισης δόθηκε έμφαση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 στο κατά πόσο η αγωγή αφορούσε σε υπόλοιπο λογαριασμού ή απλήρωτα τιμολόγια καθώς επίσης και στο κατά πόσο όντως το άθροισμα των εν λόγω τιμολογίων συνήδε με την κατάσταση λογαριασμού. Ζήτησε συναφώς από το μάρτυρα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι στους ενάγοντες οφείλονται τα 14 τιμολόγια που αναφέρονται στην Ε/Α και που κατατέθηκαν ως Τεκ.2, όπως αθροίσει τα εν λόγω τιμολόγια και συγκρίνει το τελικό ποσό με την κατάσταση λογαριασμού. Όταν ο μάρτυρας έκαμε τη σχετική πρόσθεση των τιμολογίων και κατέληξε σε ψηλότερο άθροισμα από το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού, ισχυρίστηκε, ο ΜΕ1 δηλαδή, ότι αυτό μπορεί να οφείλετο σε κάποια πληρωμή που έκαμε ο εναγόμενος, οπόταν και ο συνήγορος υποστήριξε ότι αυτή η αβεβαιότητα συνιστούσε ακόμη μία ένδειξη του αναξιόπιστου της εκδοχής του μάρτυρα αλλά και των εναγόντων γενικότερα. Αναγνώρισε όμως αναπόφευκτα ο συνήγορος κατά την τελική του αγόρευση, αυτό που έκδηλα προκύπτει και από την μαρτυρία, ήτοι ότι στην πραγματικότητα, η διαφορά που διαπιστώθηκε μεταξύ του υπολοίπου της κατάστασης λογαριασμού και του αθροίσματος των τιμολογίων του Τεκ.2 στο οποίο κατέληξε ο ΜΕ1 κατά την ακρόαση, δεν οφειλόταν σε διαφορά στα ποσά που αναφέρονταν στα δύο έγγραφα αλλά σε λάθος του ΜΕ1 κατά τη μαθηματική πράξη της πρόσθεσης. Αυτό διότι φαίνεται να διέλαθε της προσοχής του μάρτυρα κατά την πρόσθεση ότι από το τιμολόγιο 36693 (€1807,80), μόνο μέρος αυτού παρέμενε απλήρωτο, κάτι που ο μάρτυρας το είχε αναφέρει ρητά στη δήλωση του κατά την κυρίως εξέταση του. Υποστήριξε όμως ο συνήγορος ότι το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν επικαλέστηκε την μερική πληρωμή που ο ίδιος ισχυρίστηκε στη μαρτυρία του, θα πρέπει να προσμετρήσει εναντίον της αξιοπιστίας του. Δεν θα συμφωνήσω με τη πιο πάνω θέση του συνηγόρου πολύ απλά διότι έστω και με την νευρικότητα που φυσιολογικά διακατέχει ένα μάρτυρα κατά την ακρόαση, η αυθόρμητη εξήγηση που ο ΜΕ1 έδωσε όταν κατέληξε σε ψηλότερο ποσό, ήτοι ότι πρέπει κάποιο τιμολόγιο να είχε πληρωθεί, συνήδε πλήρως με τη δήλωση που αυτός υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση του, ήτοι ότι για το τιμολόγιο 36693 «παραμένει απλήρωτο μέρος του τιμολογίου και συγκεκριμένα το ποσό των €390,23». Όταν δε χρησιμοποιηθεί αυτό το ποσό κατά την πρόσθεση των τιμολογίων του Τεκ.14 και όχι το πλήρες ποσό του τιμολογίου 36693, τότε το άθροισμα ανέρχεται στις €10.067,46 το οποίο συνάδει με το υπόλοιπο που παρουσιάζει η κατάσταση λογαριασμού Τεκ.
  2. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, εξετάζοντας τα κατ' ισχυρισμό τιμολόγια του Τεκ.2 και την κατάσταση λογαριασμού Τεκ.1, αλλά και αντιπαραβάλλοντας μεταξύ τους τα δύο αυτά τεκμήρια, διαπιστώνεται ότι στην κατάσταση λογαριασμού, για την περίοδο 2009 μέχρι και 14/03/13 που είναι η ημερομηνία της τελευταίας καταχώρησης, καταγράφονται να έγιναν συνολικές χρεώσεις ύψους €111.567.46 και συνολικές πιστώσεις ύψους €101.
  3. Αυτό όχι μόνο συνάδει με τη θέση του ΜΕ1 ότι ο εναγόμενος πλήρωσε τους ενάγοντες €100.000 καθ' όλη τη διάρκεια της επίδικης συνεργασίας αλλά και η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του συνόλου των χρεώσεων και των πιστώσεων στην κατάσταση λογαριασμού, η οποία διαφορά ανέρχεται στις €10.067,46, συνάδει και με το ύψος των κατ' ισχυρισμό απλήρωτων ποσών των τιμολογίων του Τεκ.2, όπως τα εν λόγω τιμολόγια και ποσά συγκεκριμενοποιούνται και στην Ε/Α και δήλωση του ΜΕ1, αλλά και με το ύψος του αξιούμενου ποσού. Φαίνεται δηλαδή ότι όχι μόνο υπάρχει πλήρης ταύτιση μεταξύ κατάστασης και τιμολογίων ως προς το αξιούμενο ποσό αλλά και ότι είτε το θέμα ήθελε προσεγγισθεί υπό τη σκοπιά της ανάκτησης οφειλόμενου υπολοίπου λογαριασμού είτε απλήρωτων τιμολογίων, το αξιούμενο ποσό είναι πάντα το ίδιο. Καμία επομένως αντιφατικότητα δεν προκύπτει με τη μαρτυρία του ΜΕ1 ή γενικότερα των εναγόντων ως προς το πιο πάνω θέμα. Προσεκτικότερη δε ανάγνωση των δύο τεκμηρίων, ήτοι του Τεκ.1 και του Τεκ.2, καταδεικνύει επίσης ότι αντίθετα με τη θέση που υποστήριξε ο κ. Πετρίδης κατά την αγόρευση του, δεν είναι τυχαία που οι ενάγοντες και ο ΜΕ1 θεωρούν ότι το αξιούμενο ποσό, το οποίο συνιστά και το υπόλοιπο του λογαριασμού Τεκ.1, προκύπτει ουσιαστικά από την μη εξόφληση των 14 τιμολογίων του Τεκ.
  4. Εξηγώ. Τα 14 επίδικα τιμολόγια του Τεκ.2, τα οποία στο σύνολο τους συμποσούνται σε €11.485,03 (λαμβάνοντας υπόψη ολόκληρο το ποσό του 36693), παρουσιάζονται ξεκάθαρα στην κατάσταση λογαριασμού να συνιστούν τα τελευταία τιμολόγια που εκδόθηκαν στα πλαίσια της επίδικης συνεργασίας, ενώ τα ποσά των εν λόγω τιμολογίων ξεκάθαρα φαίνονται να συνιστούν τις τελευταίες χρεώσεις που έγιναν στο λογαριασμό. Ό,τι άλλο καταγράφεται στην κατάσταση μεταξύ των εν λόγω χρεώσεων και μέχρι τις 14/03/13, είναι πιστώσεις σε σχέση με πληρωμές που έγιναν κατά καιρούς και οι οποίες πιστώσεις πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκαν, τρεις τουλάχιστο από αυτές επιβεβαιώνονται από τις μόνες αποδείξεις που παρουσιάστηκαν κατά την ακρόαση, ήτοι από τις αποδείξεις που παρουσίασε ο ΜΕ1 ως Τεκ.
  5. Κατά την ημερομηνία τώρα που εκδόθηκε το πρώτο εκ των κατ' ισχυρισμό απλήρωτων τιμολογίων, ήτοι το τιμολόγιο 36693 στις 09/10/09, το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού παρουσιάζεται να ανέρχετο ήδη στις €44.082,40 και από την ημερομηνία έκδοσης του 36693 και μέχρι και τις 14/03/13 που καταγράφεται η τελευταία συναλλαγή, ακολουθούν οι χρεώσεις των 14 επίδικων τιμολογίων για το συνολικό ποσό των €11.485,03 και πληρωμές συνολικού ύψους €45.
  6. Υπενθυμίζω εδώ ότι όπως και στην περίπτωση των πιστώσεων, έτσι και για τις χρεώσεις που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού να έγιναν τουλάχιστο πριν την έκδοση του τιμολογίου 36693, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συγκεκριμένη αμφισβήτηση από πλευράς εναγόμενου ότι οι εν λόγω χρεώσεις δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα (βλ. CITI PRINCIPAL INVESTMENS LTD ν Γιωργαλλά, Πολιτική Έφεση Αρ. 271/2012, ημερ. 10/07/18). Άλλωστε, η υπεράσπιση του εναγόμενου ήταν γενικότερης φύσης, ήτοι ότι αυτός καμία προσωπική σχέση είχε με τους ενάγοντες ή ευθύνη σε σχέση με τα ποσά που χρεώνονταν. Λαμβανομένου λοιπόν υπόψη ότι σύμφωνα με τις αποδείξεις που παρουσίασε ο ΜΕ1 και οι οποίες έχουν κριθεί αξιόπιστες, οι πληρωμές που γίνονταν κατά καιρούς δεν γίνονταν προς εξόφληση οποιουδήποτε συγκεκριμένου τιμολογίου αλλά «έναντι λογαριασμού» και ότι ο εναγόμενος σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίστηκε κάτι το αντίθετο αλλά ούτε και ισχυρίστηκε ότι οι πληρωμές που έκαμε μετά τις 09/10/09 αφορούσαν σε συγκεκριμένα τιμολόγια, φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι πληρωμές που γίνονταν μετά τις 09/10/09 πιστώνονταν έναντι του εκάστοτε υπολοίπου ως αυτό είχε προκύψει μετά την προηγούμενη χρέωση και την ίδια στιγμή, το εν λόγω υπόλοιπο αυξάνετο κάθε φορά που εκδίδόταν ένα από τα «νέα» 14 επίδικα τιμολόγια κατά το αντίστοιχο ποσό. Με απλή λοιπόν μαθηματική λογική, οι χρεώσεις που έγιναν στο λογαριασμό από τις 09/10/09 και εντεύθεν και οι οποίες χρεώσεις συνίσταντο μόνο στα ποσά των 14 επίδικων τιμολογίων και ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €11.485,03, αυτές θα «άρχιζαν» να εξοφλούνται όταν οι πληρωμές που έκαμνε ο εναγόμενος μετά τις 09/10/09 θα κάλυπταν τις ήδη οφειλόμενες παλαιότερες χρεώσεις των €44.082,
  7. Εφόσον κατά την περίοδο 09/10/09 - 14/03/13, ο εναγόμενος κατέβαλε συνολικά €45.500, οι πληρωμές αυτές κάλυψαν τις παλαιότερες οφειλές των €44.082,40 και το «πλεόνασμα» των €1.417,60 πιστώθηκε στην πρώτη «νέα» χρέωση της περιόδου, ήτοι τη χρέωση των €1.807,80 που προέκυψε με το επίδικο τιμολόγιο 36693, δηλαδή το πρώτο χρονικά τιμολόγιο εκ των επιδίκων. Δικαιολογημένα επομένως οι ενάγοντες θεώρησαν το εν λόγω τιμολόγιο ως μερικώς πληρωμένο και ότι για να εξοφληθεί πλήρως έπρεπε να καταβληθούν ακόμη €390,23 όπως και δικαιολογημένα θεώρησαν ότι από τη στιγμή που δεν έγιναν άλλες πληρωμές, τα 13 επίδικα τιμολόγια που ακολούθησαν το 36693 παρέμειναν πλήρως απλήρωτα. Δηλαδή, όπως και αν ήθελε προσεγγισθεί το θέμα, έστω και αν κατά τη διάρκεια της ακρόασης φάνηκαν να περιπλέκονται θέματα υπολοίπου λογαριασμού και απλήρωτων τιμολογίων και ανεξαρτήτως του πώς χαρακτηρίστηκε η υπόθεση από τους διάδικους ή της μαρτυρίας που αμφότεροι οι διάδικοι επέλεξαν να προσκομίσουν, η ουσία της υπόθεσης είναι απλή. Πρόκειται για μια συνηθισμένη περίπτωση κατ' ισχυρισμό μη εξόφλησης εμπορευμάτων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν δυνάμει τιμολογίων κατά τη διάρκεια μιας γενικότερης εμπορικής συνεργασίας που υφίστατο μεταξύ δύο προσώπων. Στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας διατηρείτο εμπορικός λογαριασμός στον οποίο καταγράφονταν οι διάφορες χρεώσεις που προέκυπταν από τα τιμολόγια που εκδίδονταν σε σχέση με την πώληση και παράδοση σκυροδέματος κατόπιν παραγγελίας καθώς και οι πιστώσεις σε σχέση με τις πληρωμές που γίνονταν «έναντι λογαριασμού» και για τις οποίες εκδίδονταν σχετικές αποδείξεις είσπραξης. Τα τιμολόγια που αναφέρονται στην Ε/Α ως απλήρωτα και τα οποία κατατέθηκαν κατά την ακρόαση ως Τεκ.2 ήταν κοινώς αποδεκτό ότι ήταν κάποια εκ των τιμολογίων που εκδόθηκαν καθ' όλη την επίδικη συνεργασία και το άθροισμα των τιμολογίων αυτών συνιστά ουσιαστικά και το υπόλοιπο που παρουσιάζει ο εμπορικός λογαριασμός εφόσον τα εν λόγω τιμολόγια ήταν τα τελευταία τιμολόγια που εκδόθηκαν κατά την επίδικη συνεργασία και οι πληρωμές που είχαν γίνει έναντι λογαριασμού, αν και κάλυψαν τις προηγούμενες χρεώσεις και τιμολόγια, δεν αρκούσαν για να εξοφλήσουν τις χρεώσεις και το υπόλοιπο που προέκυψε από τα επίδικα (βλ. CHEESELINE LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ ΥΙΟΙ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2014:A319, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/5/2014 και ΣΩΤΗΡΙΟΥ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ν. ANDREAS ARGYROU & SONS LTD, ECLI:CY:AD:2020:A8, Πολιτική Έφεση Αρ. 177/2013, 13/1/2020). Είτε δηλαδή η υπόθεση ήθελε θεωρηθεί ότι αφορά σε υπόλοιπο λογαριασμού, είτε σε απλήρωτα τιμολόγια, η ουσία παραμένει η ίδια, ήτοι ότι μέσω του ΜΕ1, ο οποίος μου έκαμε και καλή εντύπωση ως μάρτυρας, οι ενάγοντες προσκόμισαν τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία που στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ήταν εκ πρώτης όψεως αρκετή για να αποδείξει ότι παρέδωσαν στον εναγόμενο κατόπιν παραγγελίας του σκυρόδεμα αξίας €10.067,46 και δεν έχουν ακόμη εισπράξει το λαβείν τους. Ο εναγόμενος από την άλλη, του οποίου η μαρτυρία έχει απορριφθεί για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, δεν κατάφερε να αντικρούσει αυτό το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που είχε δημιουργηθεί εναντίον του και στη βάση τόσο του ευρήματος μου ανωτέρω ότι η επίδικη συνεργασία των εναγόντων ήταν με τον εναγόμενο προσωπικά καθώς επίσης και κατ' εφαρμογή των λεχθέντων στην Bernoulli ανωτέρω, κρίνω ότι ο εναγόμενος οφείλει να πληρώσει στους ενάγοντες το αξιούμενο ποσό., Λαμβανομένων συνεπώς υπόψη όλων των πιο πάνω καθώς και των σχετικών νομολογιακών αρχών που αναφέρω ανωτέρω, περιλαμβανομένων και των όσων έχουν λεχθεί μεταξύ άλλων στις Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 462, Κλεάνθους Κλεάνθης και άλλος ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344 και Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ,
(2006)1 Α.Α.Δ. 728, κρίνω ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον του εναγόμενου 2 στον απαιτούμενο βαθμό. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 2 για το ποσό των €10.067,46. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, δεν θα συμφωνήσω με τον κ. Πετρίδη ότι συνεπεία της επιλογής των εναγόντων να αποσύρουν την αγωγή εναντίον της εναγόμενης 1, αυτοί θα πρέπει να στερηθούν τα έξοδα που δικαιούνται εναντίον του εναγόμενου 2 μέχρι την ημέρα της απόσυρσης. Την ίδια στιγμή όμως θα συμφωνήσω με το συνήγορο ότι συνεπεία της απόφασης των εναγόντων να ενάγουν και την πρώην εναγόμενη 1 και στη συνέχεια, αφού η τελευταία διόρισε δικηγόρο και καταχώρησε υπεράσπιση, να αποσύρουν την αγωγή εναντίον της, είναι δίκαιο όπως κάποιες συνέπειες υποστούν σε σχέση με τα έξοδα που δικαιούνται. Ενόψει λοιπόν του ότι η εναγόμενη 1 έτυχε κοινής εκπροσώπησης με τον εναγόμενο 2 και ότι η υπεράσπιση που καταχωρήθηκε και προωθήθηκε μέχρι τέλους από τον τελευταίο οπόταν και απορρίφθηκε για τους λόγους που έχω εξηγήσει, ήταν κοινή και για τους δύο εναγόμενους, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστούν μεν έξοδα υπέρ εναγόντων και εναντίον εναγόμενου 2 ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά 50% και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.