← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αίτηση αρ.: 55/19, 29/5/2020

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αίτηση αρ.: 55/19, 29/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A263 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 55/19 Επί τοις αφορώσι του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139 (Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΤΔ Αιτήτρια / Εφεσείουσα και

  1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
  2. T.K. KOUROUSHISPLAN LIMITED
  3. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΗΣ Καθ' ων η Αίτηση / Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. N. Καλλένος για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ' ου η Αίτηση 1 : κα Κ. Παπαδοπούλου Για Καθ' ου η αίτηση 2: καμία εμφάνιση Για Καθ' ου η αίτηση 3: κ. Κατσουρίδης για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση/έφεση η οποία καταχωρήθηκε στις 18/02/2019, η εφεσείουσα τράπεζα (εφ' εξής η τράπεζα) ζητά στη βάση κυρίως του αρ.80 Κεφ.224, των αρ. 12Α, 16-19, 21-36, Μέρη VI, VIA, VIB, 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, των σχετικών Κανονισμών του 2015 και των αρ. 23, 25, 26, 28, 29, 30, 35, 152, 158 και 179 του Συντάγματος, τα εξής: Α. Την ακύρωση των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου (εφ' εξής Διευθυντής) ημερ. 13/11/18 (απόφαση Α) και 23/01/19 (απόφαση Β), με τις οποίες ο τελευταίος αποφάσισε αφ' ενός όπως, παρά την ένσταση της τράπεζας, εγκρίνει την αίτηση τoυ καθ' ου η αίτηση 3 (εφ' εξής ο Χριστοφορίδης) για μεταβίβαση στο όνομα του, του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 30/05W2 τμχ XXXXX στον Στρόβολο στη Λευκωσία (εφ' εξής το ακίνητο), ιδιοκτησίας των καθ' ων η αίτηση 2 (εφ' εξής η KOUROUSHISPLAN), με ταυτόχρονη εξάλειψη της υφιστάμενης υποθήκης της τράπεζας και συγκεκριμένα της Υποθήκης XXXXX/
  4. Β. Την κήρυξη ως αντισυνταγματικών, των προνοιών των αρ. 44ΙΗ-44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Ν.9/1965λόγω του ότι αντιβαίνουν στα και/ή παραβιάζουν τα αρ. 23, 25, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος και/ή τη συνταγματική Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και κατ' επέκταση την ακύρωση της επίδικης διαδικασίας που ακολουθήθηκε από το Διευθυντή σε σχέση με την έκδοση των αποφάσεων του. Σημειώνω εδώ ότι η φερόμενη ως «απόφαση Α» δεν συνιστά απόφαση του Διευθυντή αλλά απλά μια ειδοποίηση του τελευταίου προς την τράπεζα για την πρόθεση του να προχωρήσει στην επίδικη μεταβίβαση εκτός αν, μέσω ένστασης της τράπεζας ή άλλως πώς, ήθελε καταδειχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος περί του αντιθέτου. Αν και δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι αυτή η χωριστή «προσβολή» της ειδοποίησης αυτής απασχόλησε σε κάποιο βαθμό τους διαδίκους εντούτοις δεν θεωρώ το θέμα να έχει κάποια ουσιαστική σημασία ώστε να χρίζει εξέτασης διότι η μόνη νομικά εκτελεστή απόφαση που εξέδωσε ο Διευθυντής, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα και η οποία υπόκειται σε έλεγχο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας εφόσον αφορά άμεσα στα δικαιώματα των εμπλεκόμενων μερών και η οποία συνιστά ουσιαστικά και το πραγματικό αντικείμενο της παρούσας αίτησης έφεσης δεν είναι η ειδοποίηση της 13/11/18 για την προκαταρκτική πρόθεση του Διευθυντή αλλά η απόφαση της 23/01/19, ήτοι η «απόφαση Β», με την οποία ο τελευταίος αποφάσισε τελεσίδικα την αίτηση του Χριστοφορίδη και την ένταση της Τράπεζας. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας συνεπώς, αυτό που ενδιαφέρει και που θα εξεταστεί είναι η τελική απόφαση ημερ. 23/01/19 και η οποία απόφαση, ως ανέφερα, αφορά στην έγκριση της αίτησης του Χριστοφορίδη για μεταβίβαση στο όνομα της, του ακινήτου της KOUROUSHISPLAN, με ταυτόχρονη εξάλειψη της υφιστάμενης υποθήκης XXXXX/2007 της τράπεζας. Οι λόγοι επί των οποίων εδράζονται τα πιο πάνω αιτήματα της τράπεζας, εξειδικεύονται στο σώμα της αίτησης και σε μεγάλο βαθμό σχετίζονται μεταξύ τους και αλληλοκαλύπτονται. Δύναται δε να συνοψισθούν στις εξής ενότητες:
  5. Η κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα των νομοθετικών προνοιών που εφάρμοσε ο Διευθυντής για να απορρίψει την ένσταση της τράπεζας και να καταλήξει στην εκκαλούμενη απόφαση του. Σύμφωνα με την τράπεζα, οι εν λόγω πρόνοιες βρίσκονται σε ευθεία διάσταση με τα αρ. αρ. 23, 25, 26 και 30 του Συντάγματος και παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών εφόσον αντισυνταγματικά επιτρέπουν στο Διευθυντή να ασκεί δικαστική εξουσία. Η εφαρμογή συνεπώς των εν λόγω προνοιών από το Διευθυντή, οδήγησε σύμφωνα με την Τράπεζα, στον περιορισμό και/ή αποστέρηση των περιουσιακών δικαιωμάτων της, χωρίς να της προσφέρεται εύλογη και/ή οποιαδήποτε αποζημίωση και/ή κατά παράβαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων και/ή του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι, ενώ ταυτόχρονα επέτρεψε στην KOUROUSHISPLAN να αποφύγει τις συμβατικές και τις εξ' αποφάσεως υποχρεώσεις της απέναντι στην τράπεζα.
  6. Το παράνομο και άκυρο της απόφασης του Διευθυντή, ο οποίος ενήργησε αυθαίρετα, εσφαλμένα και υπό πλάνη περί το Νόμο και τα πράγματα, παρερμήνευσε την ορθή διάσταση των ενώπιον του γεγονότων και τις σχετικές διατάξεις του Ν.9/1965 που εφάρμοσε κατά τη λήψη της απόφασης του και παραγνώρισε και ανέτρεψε τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της τράπεζας που πηγάζουν από την δεσμευτική και νομικά έγκυρη σύμβαση υποθήκης XXXXX/
  7. Αν και η αίτηση επιδόθηκε σε όλους τους καθ' ων η αίτηση, μόνο οι καθ' ων η αίτηση 1 και 3 εμφανίστηκαν, οι οποίοι και καταχώρησαν χωριστές ενστάσεις οι οποίες όμως σε μεγάλο βαθμό συνάδουν και αλληλοκαλύπτονται. Σημειώνω εδώ παρεμφερώς ότι προσωρινό διάταγμα αναστολή της ισχύς της υπό εξέταση απόφασης του Διευθυντή καθώς και της διαδικασίας στο Κτηματολόγιο που είχε εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση της τράπεζας, διατάχθηκε, με τη σύμφωνο γνώμη όλων των εμφανιζόμενων καθ' ων η αίτηση, όπως ισχύει μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της παρούσας «κυρίως» αίτησης-έφεσης. Η αίτηση/έφεση υποστηρίζεται από Ε/Δ του Α. Αδάμου, λειτουργού της τράπεζας, ο οποίος κάνει αναφορά στο πραγματικό (factual) αλλά και νομικό πλαίσιο που κατά τη θέση του περιβάλλει την υπόθεση και την υπό εξέταση απόφαση του Διευθυντή και αναπτύσσει ενόρκως, τις πραγματικές και νομικές θέσεις που η τράπεζα προβάλλει με την παρούσα αίτηση-έφεση. Η ένσταση του Διευθυντή περιλαμβάνει εικοσιτέσσερις συνολικά λόγους για τους οποίους ο τελευταίος θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ενώ ο Χριστοφορίδης προβάλλει έξι λόγους με τη δική του ένσταση προς την ίδια κατεύθυνση. Οι ενστάσεις του Διευθυντή και του Χριστοφορίδη , οι οποίες υποστηρίζονται από Ε/Δ της Κτηματολογικού Λειτουργού Χ. Ιωαννίδου και μίας εκ των δικηγόρων του Χριστοφορίδη αντίστοιχα εφόσον αυτός διαμένει στο εξωτερικό, υποστηρίζουν την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και τη συνταγματικότητα των επίμαχων προνοιών που ο τελευταίος εφάρμοσε, ενώ γίνεται επίσης αναφορά τόσο στο σκοπό του νόμου όσο και στα συγκεκριμένα εμπλεκόμενα συμφέροντα στην υπόθεση. Προσβάλλεται παράλληλα η αίτηση αλλά και οι εκεί εγειρόμενοι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας και παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων ως στερούμενοι πραγματικού (factual) και νομικού ερείσματος, ενώ προβάλλονται ταυτόχρονα ισχυρισμοί περί μη συμμόρφωσης της τράπεζας με τις δικονομικές και νομολογιακές προϋποθέσεις που απαιτούνται να πληρούνται για σκοπούς έγκρισης αιτήσεων αυτής της φύσης καθώς και για τον έλεγχο της συνταγματικότητας νομοθετικών προνοιών. Ως προς τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών, εν συντομία αναφέρω ότι η τράπεζα, ως ενυπόθηκος αλλά και ως εξ' αποφάσεως πιστωτής της KOUROUSHISPLAN, θεωρεί ότι τυχόν μεταβίβαση του ακινήτου στον Χριστοφορίδη δυνάμει της εν λόγω απόφασης θα της αποστερήσει τα δικαιώματα που εξασφάλισε με την υποθήκη που ενεγράφη προς όφελος της στο ακίνητο, ως τα εν λόγω δικαιώματα προκύπτουν από τη σύμβαση τραπεζικών διευκολύνσεων που είχε με την KOUROUSHISPLAN. Αυτό κατά την τράπεζα γιατί το 2010, φαίνεται ότι η KOUROUSHISPLAN, χωρίς τη συγκατάθεση και εν αγνοία της τράπεζας στην οποία όφειλε σημαντικά ποσά, πώλησε το ακίνητο κατά παράβαση της υποθήκης του 2007 στον Χριστοφορίδη, χωρίς όμως ποτέ να καταβληθεί το οποιοδήποτε σχετικό προϊόν της πώλησης στην ενυπόθηκο δανείστρια τράπεζα έναντι των εξασφαλισμένων χρεών της KOUROUSHISPLAN. Κατά το χρόνο εξέτασης της αίτησης από το Διευθυντή μάλιστα, ισχυρίζεται η τράπεζα, αυτή είχε ήδη ενεργοποιήσει διάφορες νομικές διαδικασίες για να ανακτήσει τα χρέη της KOUROUSHISPLAN, οι οποίες διαδικασίες αφορούσαν τόσο την υποθήκη XXXXX/07 όσο και το ακίνητο και για τις οποίες ο Διευθυντής ενημερώθηκε ότι ακόμη εκκρεμούσαν. Συγκεκριμένα η τράπεζα είχε αφ' ενός καταχωρήσει από το 2014 τις αγωγές XXXXX/14, XXXXX/14 και XXXXX/14 στο Ε.Δ. Πάφου εναντίον της KOUROUSHISPLAN με οποίες ζητούσε μεταξύ άλλων και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης XXXXX/07 (σ.σ. η αγωγή XXXXX/14 έχει αποσυρθεί ως διευθετηθείσα στις 08/02/19) ενώ περί την 18/08/17 ενεργοποίησε ομόλογα κυμαινόμενων επιβαρύνσεων που είχε εγγεγραμμένα προς όφελος της σχέση με την κινητή και ακίνητη περιουσία της KOUROUSHISPLAN και διόρισε παραλήπτες διαχειριστές οι οποίοι ανέλαβαν την εν λόγω περιουσία με σκοπό την εξόφληση των οφειλών προς την τράπεζα. Εξάλειψη λοιπόν της υποθήκης και αποξένωση του ακινήτου θα συνεπάγεται σε σημαντικό βαθμό δυσμενείς συνέπειες για τα συμβατικά, συνταγματικά αλλά και δικαστικώς προωθούμενα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή, ήτοι της τράπεζας. Στην αντίπερα όχθη οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι εφόσον το ακίνητο είχε αγοραστεί καλόπιστα από τον Χριστοφορίδη με πλήρη εξόφληση του τιμήματος αγοράς και δη κατά τρόπο που πληρούνταν όλες οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες ώστε η πώληση να θεωρείται έγκυρη και ως παράγουσα έννομα και δεσμευτικά αποτελέσματα, ο τελευταίος δικαιούται σε ελεύθερη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του. Ορθά και δικαιολογημένα λοιπόν θεωρούν οι καθ' ων η αίτηση ότι εφαρμόστηκε η νεο-εισαχθείσα νομοθεσία που αφορά στους «εγκλωβισμένους αγοραστές», αφού αυτός ήταν και ο σκοπός της, ήτοι να «απεγκλωβίσει» αγοραστές που ενώ εξόφλησαν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στους πωλητές ακινήτων εντούτοις δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν την περιουσία που αγόρασαν λόγω εκκρεμούντων οικονομικών υποχρεώσεων των πωλητών απέναντι σε τρίτους και δη τραπεζικά ιδρύματα. Ορθή επίσης θεωρούν την απόρριψη της ένστασης της τράπεζας, αφού μόνο έτσι υποστηρίζουν ότι θα επιτυγχάνετο ο σεβασμός και η προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων του Χριστοφορίδη ως καλόπιστου και αθώου τρίτου που δικαιωματικά διεκδικεί την περιουσία που έχει πλήρως εξοφληθεί. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από πλευράς των ευπαιδεύτων συνηγόρων των μερών, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω. Θα πρέπει εδώ να επισημάνω, ότι παρά την απουσία οποιασδήποτε απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί των όσων πρωτόγνωρων συνταγματικών θεμάτων εγείρονται στην παρούσα, και αυτό ένεκα του σχετικά «πρόσφατου» της επίμαχης νομοθεσίας, οι ικανές αγορεύσεις αμφότερων των συνηγόρων ήταν άκρως βοηθητικές για το Δικαστήριο. Ενόψει του ότι οι θέσεις των μερών αφορούν περισσότερο στη νομική παρά στην πραγματική (factual) πτυχή της υπόθεσης και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε, η πλειοψηφία των γεγονότων, ως αυτά δύναται να εξαχθούν από τις αντίστοιχες Ε/Δ των μερών, είτε συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών είτε δεν αμφισβητούνται. Τα συνοψίζω: ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ Περί τις 11/05/07, η KOUROUSHISPLAN, στα πλαίσια πιστωτικών διευκολύνσεων που της παρείχε η τράπεζα, πρόσφερε στην τελευταία η οποία και αποδέχτηκε, συγκεκριμένα ακίνητα προς εξασφάλιση παρεχόμενων τραπεζικών διευκολύνσεων. Τα εν λόγω ακίνητα της KOUROUSHISPLAN η τράπεζα προχώρησε και τα επιβάρυνε με την εγγραφή διαφόρων υποθηκών όπως ήταν και η υποθήκη XXXXX/07 για το ποσό των ΛΚ600.000 πλέον τόκους και έξοδα. Ένα από τα ακίνητα που επιβαρύνθηκε ήταν και το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 7/XXXXX, Φ/Σχ. 30/05W2 τμχ XXXXX τμήμα 7 στον Στρόβολο στη Λευκωσία. Επί του εν λόγω ακινήτου επρόκειτο να ανεγερθεί πολυκατοικία όπου τα νέο δημιουργηθέντα διαμερίσματα, θα αποκτούσαν στη συνέχεια ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Όταν στην πορεία και συγκριμένα περί τις 20/08/14 εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι για τα διαμερίσματα, η υποθήκη της τράπεζας μεταφέρθηκε στις ξεχωριστές εγγραφές που δημιουργήθηκαν, μία εκ των οποίων ήταν η 0/XXXXX, Φ/Σχ. 30/05W2 τμχ XXXXX στον Στρόβολο στη Λευκωσία, η οποία αφορά στο διαμέρισμα XXXXX στον ΄1ο όροφο της πολυκατοικίας, ήτοι το ακίνητο με το οποίο σχετίζεται η παρούσα. Σημειώνεται ότι επί του προαναφερόμενου ακινήτου της Καθ' ης η αίτηση 1, επρόκειτο να ανεγερθεί πολυκατοικία όπου τα νεοδημιουργηθέντα διαμερίσματα, θα αποκτούσαν στη συνέχεια ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Την 08/06/2010, ήτοι τρία και πλέον χρόνια μετά την εγγραφή της υποθήκης της τράπεζας και προτού εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι για τα διαμερίσματα, η KOUROUSHISPLAN υπέγραψε με το Χριστοφορίδη γραπτή συμφωνία για την αγορά του ακινήτου, για το ποσό των €80.
  8. Μετά την υπογραφή του, το πωλητήριο έγγραφο στο οποίο η τράπεζα δεν ήταν μέρος, χαρτοσημάνθηκε και κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού περί τις 30/06/10, με αρ. ΠΩΕ 1276/
  9. Επειδή το τίμημα αγοράς/πώλησης των €80.500 ΛΚ, είχε καταβληθεί πλήρως από το Χριστοφορίδη στην KOUROUSHISPLAN κατά την υπογραφή της συμφωνίας στις 08/06/2010 και αυτός έλαβε κατοχή περί τις 30/06/10, το μόνο που απέμενε, δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας για να μεταβιβαστεί το ακίνητο επ' ονόματι του Χριστοφορίδη ήταν η έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Στην πορεία όμως φαίνεται ότι η KOUROUSHISPLAN παρέλειψε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της απέναντι στην τράπεζα σε σχέση με τις προαναφερόμενες τραπεζικές διευκολύνσεις, οπόταν και η τελευταία καταχώρησε στο Ε.Δ. Πάφου περί το 2014, τις αγωγές με αρ. XXXXX/2014, XXXXX/14 και XXXXX/2014, οι οποίες στρέφονταν εναντίον τόσο της KOUROUSHISPLAN όσο και τρίτων προσώπων. Μεταξύ των θεραπειών που αξιώνονταν με τις εν λόγω αγωγές, ήταν και διατάγματα εκποίησης της υποθήκης XXXXX που εξασφάλιζε τα χρέη της KOUROUSHISPLAN. Σημειώνω εδώ ότι ο Χριστοφορίδης ούτε τότε αλλά ούτε και μέχρι σήμερα έχει καταστεί διάδικος στις αγωγές αυτές, παρά το ότι η αιτούμενη εκποίηση της υποθήκης θα τον επηρέαζε ως φερόμενο αγοραστή ενός από τα ακίνητα που καλύπτει η εν λόγω υποθήκη. Παρά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων όμως κάποιους μήνες μετά την καταχώρηση των προαναφερόμενων αγωγών, το διαμέρισμα που είχε αγοράσει ο Χριστοφορίδης, ουδέποτε μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του Στις 09 Σεπτεμβρίου 2014 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ο τροποποιητικός Νόμος Ν.142(Ι)/14, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου τροποποιείτο ο Ν.9/65έτσι ώστε σε περίπτωση που «σύμβαση πώλησης έχει κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με βάση τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, η πώληση του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε μέρους του παρόντος Νόμου προς ικανοποίηση του εμπράγματου βάρους που συστάθηκε επ' αυτού προς εξασφάλιση συμβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων του πωλητή αναστέλλεται μέχρι την 30ή Απριλίου 2015, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί τουλάχιστον το ογδόντα τοις εκατόν (80%) του τιμήματος της πώλησης ή έχουν τηρηθεί πλήρως οι δυνάμει σχετικής σύμβασης πώλησης συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή» (βλ. αρ. 44ΙΣΤ). Αρχικά, η εφαρμογή όλων των διατάξεων του Ν.142(Ι)/14 αναστάληκε μέχρι και τη 2 Απριλίου 2015 (βλ. Ν.4(I)/2015, Ν. 27(Ι)/2015, Ν. 32(Ι)/2015 και Ν.42(Ι)/2015). Μετά την παρέλευση της περιόδου αναστολής όμως, η προαναφερόμενη προθεσμία της 30ης Απριλίου 2015 παρατάθηκε με διαδοχικές τροποποιήσεις, μέχρι και την 4 Σεπτεμβρίου 2015 (βλ. Ν.53(I)/2015και Ν.133(I)/2015). Στις 4 Σεπτεμβρίου 2015 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ο τροποποιητικός Νόμος Ν.139(Ι)/15, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου τροποποιείτο ο βασικός Νόμος Ν.9/65και παρείχετο πλέον δυνάμει των νέων αρ. 44ΙΘ - 44ΚΒ, η δυνατότητα σε αγοραστές ακίνητης περιουσίας που δεν είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν εγγραφή της περιουσίας που αγόρασαν επ' ονόματι τους, να αιτηθούν και να πετύχουν, μέσω του Διευθυντή, την επιδιωκόμενη εγγραφή, νοουμένου βέβαια ότι πληρούσαν τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που επιβάλλει ο Νόμος, ο οποίος έγινε γνωστός ως ο Νόμος για τους «εγκλωβισμένους αγοραστές». Δραττόμενος της νέας αυτής δυνατότητας που παρείχετο από τις προαναφερόμενες πρόνοιες του Νόμου, ο Χριστοφορίδης προχώρησε στις 22 Ιανουαρίου 2018 με την κατάθεση σχετικής αίτησης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, με Αρ. ΑΕΑ 41/2018, προσκομίζοντας όλα τα σχετικά κατ' εκείνον έγγραφα και αποδείξεις, περιλαμβανομένης και βεβαίωσης εξόφλησης από την KOUROUSHISPLAN . Κατά την εξέταση της αίτησης, ο Διευθυντής, ενεργώντας σύμφωνα με το καθήκον που του επέβαλλε ο «νέος» Νόμος (βλ. αρ. 44ΚΒ), έστειλε στις 13/11/18 ειδοποίηση «τύπου ΙΕ» στην τράπεζα ως δικαιούχου υποθήκης επί του ακινήτου, με την οποία ενημέρωνε την τελευταία για την πρόθεση του να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι του Χριστοφορίδη ως η αίτηση του τελευταίου. Την ενημέρωνε επίσης για το δικαίωμα της να υποβάλει εντός 45 ημερών, αν επιθυμούσε, ένσταση στην αίτηση, πλήρως όμως τεκμηριωμένη. Η τράπεζα αποφάσισε να ασκήσει το προαναφερόμενο δικαίωμα της και στις 18/12/2018 έστειλε επιστολή στο Διευθυντή με ημερ. 10/12/18, αναφέροντας ότι είχε ένσταση στην μεταβίβαση του ακινήτου στο Χριστοφορίδη επικαλούμενη κυρίως την προτεραιότητα των δικαιωμάτων της ως ενυπόθηκη δανείστρια της KOUROUSHISPLAN έναντι οποιουδήποτε πωλητηρίου, το ότι το χρέος της KOUROUSHISPLAN που εξασφάλιζε η υποθήκη δεν είχε εξοφληθεί και το γεγονός ότι από το 2014 είχαν καταχωρηθεί και εκκρεμούσαν αγωγές εναντίον της KOUROUSHISPLAN στις οποίες ζητείτο μεταξύ άλλων και εκποίηση της υποθήκης. Τις εν λόγω αγωγές της η τράπεζα τις επεσύναψε στην ένσταση της και προς επίρρωση των ισχυρισμών της αναφορικά με τη συνταγματική προστασία που τα συμβατικά της δικαιώματα απολαμβάνουν και δη δικαιώματα που προηγούνταν του οποιουδήποτε πωλητηρίου εγγράφου, παρέπεμψε σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων όπου κρίθηκε ότι παρόμοια διαδικασία που έγινε σε σχέση με άλλους κατ' ισχυρισμό «εγκλωβισμένους αγοραστές» ενώπιον του Διευθυντή, ήταν αντισυνταγματική. Την απόφαση του επί της αίτησης του Χριστοφορίδη και της ένστασης της τράπεζας, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας αίτησης -έφεσης, ο Διευθυντής την εξέδωσε την 23 Ιανουαρίου 2019 και ουσιαστικά αποφάσισε όπως απορρίψει την ένσταση της Τράπεζας και προχωρήσει με την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του Χριστοφορίδη απαλείφοντας ταυτόχρονα από αυτό την υποθήκη της τράπεζας. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια την εν λόγω απόφαση: «Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα και την επιστολή σας ημερομηνίας 10/12/2018 σας πληροφορώ ότι η ένσταση σας στη μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου δεν γίνεται αποδεχτή και απορρίπτεται για τους πιο κάτω λόγους:
  10. Οι λόγοι που αναφέρονται στην ένσταση σας σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, αρ. 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν.139(Ι)/2015, δεν εμποδίζουν τον Διευθυντή να προχωρήσει στην μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου.
  11. Επίσης η κατάθεση της σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 8/6/2010 (ΠΩΕ 1276/2010) έγινε δεκτή στο Γραφείο μου στις 30/6/2010 επειδή ετηρήθηκαν όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις, όπως αυτές προβλέπονταν στην τότε ισχύουσα νομοθεσία, ήτοι στον Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο Κεφ.
  12. Όσο αφορά τις αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων στις οποίες αναφέρεστε, αυτές είναι πρωτόδικες και έχουν εφεσιβληθεί. Μέχρι την εκδίκαση των εφέσεων στο Ανώτατο Δικαστήριο όλες οι αιτήσεις θα διεκπεραιώνονται εφαρμόζοντας τις πρόνοιες τις πιο πάνω Νομοθεσίας..
  13. Σημειώστε ότι ο Διευθυντής θα προχωρήσει στην απαλλαγή του ακινήτου.από την πιο πάνω Υποθήκη και στη μεταβίβαση του επ' ονόματι του αγοραστή (Χριστοφορίδη) εκτός εάν προσκομίσετε εντός τριάντα

(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά». Την εν λόγω απόφαση η αιτήτρια την παρέλαβε στις 29/01/19 και εντός των εκεί αναφερόμενων 30 ημερών, καταχώρησε την παρούσα αίτηση-έφεση επιδιώκοντας την ακύρωση της για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω. ΕΓΕΙΡΟΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ Όπως αναφέρω στα σημεία Α - Β και 1 - 2 ανωτέρω, δύο είναι ουσιαστικά τα θέματα που εγείρονται με την παρούσα αίτηση έφεση. Το πρώτο αφορά στην κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα των επίμαχων προνοιών του Ν.9/65, ήτοι των αρ. 44ΙΗ-44ΚΖ και της εκεί προβλεπόμενης διαδικασίας και το δεύτερο, στην ορθότητα με την οποία ο Διευθυντής εφάρμοσε τις εξουσίες του στα συγκεκριμένα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένου και του τρόπου με τον οποίο αυτός ερμήνευσε τις επίμαχες πρόνοιες. Τα πιο πάνω θέματα όμως θα πρέπει να προσεγγισθούν με γνώμονα τη φύση της υπόθεσης, ήτοι αίτηση-έφεση εναντίον συγκεκριμένης απόφασης του Διευθυντή στη βάση του αρ. 80 Κεφ. 224, διαδικασία που προνοείται και σε σχέση με αποφάσεις που ο τελευταίος έλαβε δυνάμει των εξουσιών που του παρέχονται από το Ν.9/1965(βλ. αρ. 51 Ν.9/1965). Ο αιτούμενος συνταγματικός έλεγχος των επίμαχων προνοιών συνεπώς, τίθεται επί ενός ιδιόμορφου υπόβαθρου. Εξηγώ. Κατ' αρχή, ο έλεγχος της συνταγματικότητας που ζητούν οι αιτητές να γίνει στην παρούσα υπόθεση, δεν εδράζεται επί κάποιας αυτόματης και άμεσης εφαρμογής των επίμαχων νομοθετικών προνοιών επί των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων μερών αλλά έχει ως βάση τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο κάποιος τρίτος, στην προκείμενη περίπτωση ο Διευθυντής, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω πρόνοιες του Νόμου στα ενώπιον του γεγονότα. Είναι υπό το φως αυτών των συγκεκριμένων ενεργειών του Διευθυντή που θα πρέπει να προσεγγισθεί το εγερθέν ζήτημα ελέγχου της συνταγματικότητας, εφόσον η συνταγματικότητα ή αντισυνταγματικότητα μιας νομοθετικής πρόνοιας δεν εξαρτάται ούτε και καθορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο τα αρμόδια να την εφαρμόσουν πρόσωπα, επιλέγουν να ενεργήσουν, και αν ήθελε κριθεί ότι είναι εσφαλμένα που ενήργησε ο Διευθυντής και/ή που ερμήνευσε τις εν λόγω πρόνοιες, τότε δεν τίθεται θέμα διεξαγωγής τέτοιου ελέγχου. Για σκοπούς ευκολότερης κατανόησης, θέτω το εξής παράδειγμα. Σύμφωνα με το αρ. 11Σ, η ελευθερία και προσωπική ασφάλεια του ατόμου συνιστά θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα και ουδείς στερείται της ελευθερίας του εκτός όπως νόμος ήθελε ορίσει για συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως τέτοια περίπτωση είναι για παράδειγμα η σύλληψη ή κράτηση ατόμου με σκοπό τη προσαγωγή του ενώπιον Δικαστηρίου υπό εύλογη υπόνοια ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα. Στα πλαίσια αυτού του συγκεκριμένου συνταγματικού πλαισίου, το αρ. 14 του Κεφ.155 δίνει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο, την εξουσία σε μέλος της αστυνομίας να προβεί στη σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου χωρίς δικαστικό ένταλμα, αν κατά την απόλυτη κρίση του εν λόγω αστυνομικού, η περίπτωση εμπίπτει εντός της εμβέλειας του αρ.14. Αν τώρα ένας αστυνομικός αποφασίσει να ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχει το αρ.14 στη βάση του πώς ο ίδιος ερμήνευσε τα ενώπιον του γεγονότα ή το ίδιο το αρ.14 και ενεργώντας στη βάση αυτής του της προσωπικής εκτίμησης και κρίσης, παραβιάσει το συνταγματικό δικαίωμα του αρ.11Σ, αυτό δεν θέτει αυτόματα εν αμφιβόλω τη συνταγματικότητα του ίδιου του αρ.14. Η καταστρατήγηση συνταγματικών δικαιωμάτων κατά την εφαρμογή μιας νομοθετικής πρόνοιας είναι μεν παράγοντας που μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τον συνταγματικό έλεγχο της εν λόγω πρόνοιας και αυτό διότι μια τέτοια καταστρατήγηση συνιστά κάποια ένδειξη της πραγματικής εμβέλειας της υπό κρίση πρόνοιας, τέτοιος έλεγχος όμως προϋποθέτει απόδειξη ότι ορθά εφαρμόστηκε η πρόνοια στις περιστάσεις της υπόθεσης. Επομένως, αν ο αστυνομικός στο παράδειγμα που έχω θέσει πιο πάνω ερμήνευσε και/ή εφάρμοσε λανθασμένα τις εξουσίες που του παρέχονται από το αρ.14, αυτό δεν οδηγεί σε συμπέρασμα αντισυνταγματικότητας του εν λόγω άρθρου απλά επειδή είναι το εν λόγω άρθρο που παρείχε την εξουσία για τη σύλληψη. Μάλιστα δε, σε μια τέτοια περίπτωση ούτε καν έρεισμα για διενέργεια συνταγματικού ελέγχου δεν παρέχεται, αφού τέτοιος έλεγχος θα ήταν υπό τις περιστάσεις και πρόωρος αλλά και καθαρά υποθετικός, υπό την έννοια ότι η υπόθεση ενδεχομένως να είχε διαφορετική κατάληξη αν οι επίμαχες πρόνοιες ερμηνεύονταν και εφαρμόζονταν ορθά οπόταν και η παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος μπορεί να μην προέκυπτε ποτέ. Υπό αυτά τα δεδομένα, θα ήταν άτοπη η ενασχόληση με θέματα συνταγματικότητας (βλ. Γεωργιάδης ν. Περί Εισπράξεως Φόρων Νόμος
(1995)1 ΑΑΔ 893), η σύλληψη υπό αυτές τις συνθήκες θα κηρυσσόταν απλά ως παράνομη και ως τέτοια θα ακυρώνετο χωρίς ανάγκη για περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα (βλ. αποφάσεις Καλλή Δ. και Αρτεμίδη Δ. ως ήταν τότε στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου και Άλλος ν. Yπουργικού Συμβουλίου και Άλλης,
(1996)3 Α.Α.Δ. 389). Θέμα συνταγματικότητας θα προέκυπτε μόνο αν ήθελε κριθεί ότι ο αστυνομικός ερμήνευσε ορθά το άρθρο και τα ενώπιον του γεγονότα και ότι ενήργησε εντός των εξουσιών που του παρέχει το εν λόγω άρθρο. Η εμπλοκή του αστυνομικού υπό αυτές τις συνθήκες θα ήταν άνευ σημασίας εφόσον αυτός ήταν απλά το μέσο με το οποίο εφαρμόστηκε ο Νόμος ως είχε, οπόταν και θα πρέπει πλέον να ελεγχθεί κατά πόσο είναι το ίδιο το αρ.14 που δε συνάδει με το αρ. 11Σ και όχι η συγκεκριμένη ενέργεια του αστυνομικού. Ομοίως στην παρούσα περίπτωση, η εφαρμογή από το Διευθυντή των επίμαχων προνοιών του Ν.9/1965, έγινε στη βάση των όσων ο ίδιος έκρινε ως τα ορθά νομικά και πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Αν ως αποτέλεσμα της απόφασης του Διευθυντή έχουν πληγεί συνταγματικά δικαιώματα της αιτήτριας, ως η τελευταία διατείνεται, αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι οι επίμαχες πρόνοιες είναι αντισυνταγματικές, αφού μπορεί απλά να πρόκειται περί μιας εσφαλμένης και αντινομικής απόφασης του Διευθυντή. Σε μια τέτοια περίπτωση, αν δηλαδή ήθελε φανεί ότι ο Διευθυντής δεν ενήργησε σωστά και εντός των εκ του Νόμου απορρεόντων εξουσιών και καθηκόντων του, δεν τίθεται θέμα συνταγματικού ελέγχου των επίμαχων προνοιών, αφού η απόφαση του Διευθυντή θα θεωρηθεί παράνομη και συνεπώς άκυρη και καμία σημασία ή αναγκαιότητα θα έχει πλέον να ελεγχθεί η συνταγματικότητα των επίμαχων προνοιών, έστω και αν οι εν λόγω πρόνοιες συνάδουν ή δεν συνάδουν με τις σχετικές πρόνοιες του Συντάγματος (βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου ανωτέρω, Αχιλλέως Αλέξης Ανδρέα και άλλος ν. Γεώργιου Πιτταρά και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1590 και Nικολάου Γεώργιος και Άλλοι ν. Aνδρέα Kουκούνη και Άλλων
(1999)1 ΑΑΔ 1578). Τα πιο πάνω φέρνουν στο προσκήνιο και το δεύτερο θέμα που θέλω να επισημάνω, ήτοι την πάγια νομολογιακή αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν επιλύουν ζητήματα συνταγματικότητας εάν η υπόθεση μπορεί να αποφασισθεί πάνω σε οποιοδήποτε άλλο λόγο (βλ. αναφορές που γίνονται στο βιβλίο του Henry Rottschaefer on Constitutional Law
(1939)στις υποθέσεις Δημοτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου ανωτέρω και Μαρία Κουτσελίνη-Ιωαννιδου κ.α ν. Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Γενικού Λογιστηρίου κ.α, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 740/11 κ.α, 7/10/2014.) Ζητήματα συνταγματικής φύσεως συνεπώς, δεν αποφασίζονται εκτός αν αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο για την έκβαση της υπόθεσης. Ούτε όμως και τα Δικαστήρια διατυπώνουν κανόνα συνταγματικού δικαίου ο οποίος είναι ευρύτερος από ότι χρειάζεται από τα συγκεκριμένα γεγονότα στα οποία θα εφαρμοσθεί (βλ. Βoard of Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640). Η αρχή ότι θέματα συνταγματικότητας δεν αποφασίζονται in abstractum είναι καλά εδραιωμένη στη νομολογία μας, εξ' ου και οι αμφισβητήσεις της συνταγματικότητας νόμων πρέπει να διατυπώνονται με βεβαιότητα μέσω της αντιπαραβολής των άρθρων και αρχών του Συντάγματος και των προνοιών του νόμου οι οποίες κατ' ισχυρισμό συγκρούονται ή έρχονται σε αντίθεση με αυτές (βλ. Ψηλογένη ν Πάζαρου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A914, Πολιτική Έφεση Αρ. 172/2012, 2/12/2014 και τις αναφορές που η εν λόγω απόφαση κάνει στις αυθεντίες The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 CLR 167 και Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κα ν. Καραγιώργη κα
(1991)3 ΑΑΔ 159). Ιδιαίτερη επομένως προσοχή θα πρέπει να δοθεί και στην εμβέλεια της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που καλείται να εξετάσει τα όσα θέματα εγείρονται. Διαφορετική επιβάλλεται να είναι η προσέγγιση ενός Δικαστηρίου που καλείται να εξετάσει μια inter partes διαφορά, όπου το κριτήριο του «αναγκαίου με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα» είναι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της διαδικασίας ελέγχου της συνταγματικότητας νομοθετικών προνοιών, από τη δικαιοδοσία που παρέχει το αρ.140 του Συντάγματος στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση των συνταγματικών του εξουσιών, όπου «αποκλειστικός σκοπός της δικαστικής αρμοδιότητας που παρέχεται από το άρθρο 140 είναι ο προληπτικός έλεγχος της συνταγματικότητας του κρινόμενου νόμου» (βλ. Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπροσώπων
(1993)3 ΑΑΔ 1). Όπως περαιτέρω λέχθηκε στην πιο πάνω απόφαση «.η αρμοδιότητα του δικαστηρίου για την κρίση της συνταγματικότητας των νόμων που αποτελούν το αντικείμενο Αναφοράς που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 140.1 καθορίζεται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου . (και) περιορίζεται στη διερεύνηση της συνταγματικότητας του νόμου, αφού ακουστούν οι απόψεις του Προέδρου και της Βουλής των Αντιπροσώπων, και την έκδοση γνωμάτευσης επί του τεθέντος θέματος . (και) δεν επεκτείνεται στην προεκτίμηση των επιπτώσεων που θα έχει ο νόμος στη σφαίρα του δικαίου μετά την έκδοσή του. Η στάθμιση των επιπτώσεων νόμου ο οποίος αποστέλλεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για έκδοση εκφεύγει της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκτός στο βαθμό και έκταση που αφορά τη συνταγματικότητά του.» (βλ. επίσης Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντ. (Αρ.2)
(1994)3 ΑΑΔ 64 και Πρ. Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπροσώπων Αναφορά αρ. 1/2017, 5/2/2018). Κοντολογίς, η συγκεκριμένη διαδικασία εντός της οποίας κάποιος αιτητής επιλέγει να ζητήσει το συνταγματικό έλεγχο νομοθετικών προνοιών είναι και η διαδικασία που καθορίζει αυστηρά το πλαίσιο εντός του οποίου το Δικαστήριο θα κρίνει αν ο αιτούμενος έλεγχος είναι όντως απόλυτα αναγκαίος για την έκβαση της υπόθεσης. Έχοντας κατά νου λοιπόν τα πιο πάνω, υπενθυμίζω ότι η παρούσα διαδικασία στη βάση του αρ.80 Κεφ.224 συνιστά ιδιωτική διαφορά αστικής φύσης, όπου η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προκύπτει από το εν λόγω άρθρο και αφορά καθαρά στην αναθεώρηση απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. μεταξύ άλλων Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη κ.ά. (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1143). Αυτή άλλωστε είναι και η «...μόνη οδό(ς) για την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή...» και η άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου, διέπεται δικονομικά από τους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956. (βλ. μεταξύ άλλων Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, Κραμβιάς κ.α. ν. Θεοδοσίου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ). Στα πλαίσια αυτής του δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο δύναται να προβεί σε ουσιαστική αναψηλάφηση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ακολουθώντας τη διαδικασία που ακολουθεί το Ανώτατο Δικαστήριο στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία στον τομέα του διοικητικού δικαίου και εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. (βλ. Αριστοτέλους v. Χ"Κυριάκου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ 100). Οι λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα η παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και στην περίπτωση έφεσης δυνάμει του αρ. 80. Η ανάγκη για επαρκή αιτιολόγηση των επίδικων αποφάσεων μάλιστα, επιβάλλεται και από τον Καν. 6 των εφαρμοστέων Κανονισμών (βλ. Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους
(2011)1 Α.Α.Δ. 885). Κατά την εξέταση έφεσης στη βάση του αρ.80, το Επαρχιακό Δικαστήριο ελέγχει όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά και την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και η εξουσία του Δικαστηρίου, αντίθετα με το Διοικητικό Δικαστήριο ή το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, εκτείνεται όχι μόνο στην ακύρωση αλλά και στην εξουσία και ευχέρεια να υποκαταστήσει με την απόφαση του, την απόφαση του Διευθυντή, ασκώντας τη δική του διακριτική ευχέρεια στη βάση των επίδικων γεγονότων (βλ. Κατερίνα Σπύρου Οικονόμου κ.α. ν. Φίλιππου Αθανάση Φιλίππου, ECLI:CY:AD:2017:A388, Πολιτική Έφεση Αρ. 366/2011, 6/11/2017 και τις αναφορές που η εν λόγω απόφαση κάνει στις αυθεντίες Αθανάση ν. Χατζημάμα
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Κουμή ν. Κούντουρου
(1992)1 Α.Δ.Δ. 1312) και Kafieros v. Theocharous
(1978)1 C.L.R. 619). Το Επαρχιακό Δικαστήριο όμως δεν αντικαθιστά αβίαστα και με ευκολία τη ευρεία διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή με τη δική του, εκτός αν «...υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση...» (βλ. Kουντουρίδη Ελένη Θεοδώρου και Άλλοι ν. Xρυσήλιου Ιωάννου Νικολάου,
(2008)1 Α.Α.Δ. 412). Άλλωστε, όπως έχει επισημανθεί, ο Διευθυντής είναι ο κατ' εξοχήν αρμόδιος ειδικός να αποφασίσει επί της συγκεκριμένης «διαφωνίας» των μερών (βλ. Κτωρίδη Έλλη Μιχαήλ ν. Επάρχου Λεμεσού και Άλλων
(2005)1 Α.Α.Δ. 541 και Kafieros ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή, είναι πάντα στους ώμους του Εφεσείοντα/Αιτητή και συνιστά «...εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να επιτύχει...» παρά μόνο αν προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία από τον τελευταίο που να καταδεικνύει τους απαιτούμενους ισχυρούς λόγους (concrete reasons) περί τούτου (βλ. Kafieros, Κτωρίδη, Xρυσήλιου ανωτέρω και Προκοπίου Μυριάνθη Παναγιώτη ν. Jacquelin Lesley Ryan και άλλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1982). Με γνώμονα όλες τις πιο πάνω αρχές λοιπόν, προχωρώ να εξετάσω την ενώπιον μου έφεση, επισημαίνοντας ότι αυτό που πρέπει πρώτα να εξεταστεί είναι η ορθότητα και νομιμότητα της εκκαλούμενης απόφασης του Διευθυντή, ανεξαρτήτως θεμάτων συνταγματικότητας των επίμαχων προνοιών. Το νομικό (legal) πλαίσιο εντός του οποίου λήφθηκε η υπό κρίση απόφαση του Διευθυντή ήταν κατά κύριο λόγο οι νέο-εισαχθείσες πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ. Οι άμεσα σχετικές με την υπόθεση πρόνοιες είναι αυτές των αρ. 44(ΙΗ), (ΙΘ), (Κ), (ΚΒ), (ΚΓ) και (ΚΖ) τις οποίες παραθέτω: «44ΙΗ. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης επ' ονόματι του αγοραστή. 44ΙΘ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΙΗ, μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται αυτεπάγγελτα από το Διευθυντή με βάση διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς ή έπειτα από την υποβολή σε αυτόν αίτησης από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Τον αγοραστή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (β).(δ)
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VI και VIA του Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, όταν- (α) Έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης, στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Κ, ή (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης, είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής έχει δηλώσει εγγράφως ότι θα καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σύμβασης, στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Κ και επιπροσθέτως η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας είναι εφικτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου. 44Κ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ και 44ΙΘ, ο Διευθυντής προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου.
(2).
(3).. 44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης: Νοείται ότι, ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση αίτησης για μεταφορά προβαίνει στη μεταφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(5).
(7)44ΚΓ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΚΒ, ο Διευθυντής επιδίδει στον αγοραστή και στον πωλητή έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «IΣΤ» και τον Τύπο «ΙΖ», αντίστοιχα, με την οποία τους καλεί όπως εντός εξήντα
(60)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προβούν στη μεταβίβαση του ακινήτου. .
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), υφιστάμενη υποθήκη, εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση η οποία βαρύνει το ακίνητο διαγράφεται από το Διευθυντή πριν από τη μεταβίβαση του ακινήτου: Νοείται ότι, ουδεμία μεταβίβαση επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται σε περίπτωση που εκκρεμούν οφειλές του αγοραστή οι οποίες προκύπτουν από συμβατικές υποχρεώσεις του σε σχέση με την καταβολή φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει του περί Φορολογίας Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, τέλους ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει του περί Δήμων Νόμου και του περί Κοινοτήτων Νόμου, καθώς και αποχετευτικών τελών δυνάμει του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου. 44ΚΖ. Οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ έως 44ΚΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου, των Μερών IVA και V του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.»(έμφαση δική μου) Τα πραγματικά δεδομένα (facts) που είχε ενώπιον του ο Διευθυντής, ως αυτά προκύπτουν από τις κοινές και μη αμφισβητούμενες θέσεις που παρατίθενται ανωτέρω και επί των οποίων εφάρμοσε τις πιο πάνω πρόνοιες ήταν τα εξής: Α. Το ακίνητο και συγκεκριμένα μέρος αυτού, βαρύνετο με σύμβαση πώλησης προς όφελος του Χριστοφορίδη, η οποία σύμβαση είχε κατατεθεί το 2010 ήτοι πριν την 31η Δεκεμβρίου 2014 (αρ. 44ΙΗ). Β. Ο Χριστοφορίδης, ως αγοραστής μέρους του ακινήτου που βαρύνετο με τη σύμβαση πώλησης, είχε υποβάλει σχετική αίτηση για μεταβίβαση του επ' ονόματι του (αρ. 44ΙΘ). Γ. Είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το μέρος του ακινήτου που βαρύνετο με την σύμβαση και ο Χριστοφορίδης παρουσίασε αποδείξεις πλήρους πληρωμής του τιμήματος πώλησης προγενέστερες της υποβολής της αίτησης (αρ. 44ΙΘ
(2)(α)). Δ. Το ακίνητο βαρύνετο επίσης με υποθήκη που ενεγράφηκε επ' ονόματι της τράπεζας, οπόταν και επιδόθηκε στην τελευταία γραπτή ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΕ», αναφορικά με την πρόθεση του Διευθυντή να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή και ταυτόχρονη ακύρωση και/ή διαγραφή της υποθήκης (αρ. 44ΚΒ). Ε. Το ακίνητο και ειδικότερα η υποθήκη που το βάραινε, αποτελούσε αντικείμενο δικαστικών αγωγών, ήτοι των αγωγών με αρ. 1491/14, 1492/14 και 1521/14, στα πλαίσια των οποίων ζητείτο μεταξύ άλλων και δικαστικό διάταγμα εκποίησης της υποθήκης και πώληση του ακινήτου προς ικανοποίηση των χρεών της KOUROUSHISPLAN. Ο Χριστοφορίδης δεν ήταν διάδικος στις εν λόγω αγωγές έστω και αν τυχόν έκδοση του εκεί αιτούμενου διατάγματος εκποίησης θα τον επηρέαζε άμεσα. Στ. Η τράπεζα υπέβαλε ένσταση στην αίτηση του Χριστοφορίδη, προβάλλοντας ως λόγους ένστασης όλα τα δικαιώματα της επί του ακινήτου ως ενυπόθηκη δανείστρια, τα οποία δικαιώματα να σημειωθεί είναι προγενέστερα του πωλητηρίου εγγράφου του Χριστοφορίδη, καθώς επίσης και τα δικαιώματα της ως ενάγουσα στις προαναφερόμενες αγωγές. Τα δικαιώματα αυτά της τράπεζας, τουλάχιστο ως ενυπόθηκη δανείστρια της KOUROUSHISPLAN, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν ενώπιον του Διευθυντή αλλά αντίθετα αναγνωρίστηκαν από αυτόν ως νομικά έγκυρα δικαιώματα εξ' ου και στάληκε στην τράπεζα ειδοποίηση Τύπου ΙΕ (αρ. 44ΚΒ
(2)και
(3)). Υπάγοντας τις προαναφερόμενες νομοθετικές πρόνοιες επί των πιο πάνω πραγματικών δεδομένων που είχε ενώπιον του, ο Διευθυντής έκρινε ότι η ένσταση που καταχώρησε η αιτήτρια δεν συνιστούσε έγκυρη ένσταση με βάση το αρ. 44ΚΒ
(3). Από το λακωνικό αλλά ξεκάθαρο λεκτικό της απόφασης του Διευθυντή προκύπτει ότι η άποψη του τελευταίου με βάση την ερμηνεία που αυτός έδωσε στις πρόνοιες του αρ.44ΚΒ
(3), είναι ότι μόνο οι συγκεκριμένοι λόγοι που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο δύναται να θεωρηθούν ως «έγκυροι» λόγοι ένστασης σε αιτήσεις «εγκλωβισμένων αγοραστών» και επομένως, ένσταση που δεν περιστρέφετο γύρω από τους «ειδικούς λόγους ένστασης» του αρ. 44ΚΒ
(3), ήτοι «.ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου», υπόκειτο σε άμεση απόρριψη χωρίς την ανάγκη εξέτασης της ουσίας της. Από μια πρώτη ανάγνωση του λεκτικού των αρ.44ΚΒ
(2)και 44ΚΒ
(3), δίνεται η εντύπωση ότι η πιο πάνω ερμηνεία που έδωσε ο Διευθυντής στο τι συνιστά «έγκυρη ένσταση» σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σωστή - «.ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται . να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου.» (βλ. 44ΚΒ
(3)και «.σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.» (βλ. αρ. 44ΚΒ
(2)). Το γεγονός ότι το ακίνητο επιβαρύνετο με υποθήκη φαίνεται να μη συνιστά από μόνο του «έγκυρο λόγο ένστασης» έτσι ώστε η αίτηση για μεταβίβαση να απορριφθεί. Προκύπτει βεβαίως το ερώτημα γιατί τότε να καλείται ο δικαιούχος ενός εμπράγματου βάρους να υποβάλει ένσταση αν επιθυμεί, αν στο τέλος της ημέρας το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα του, δικαίωμα το οποίο του δίνει το δικαίωμα να ακουστεί, δεν μπορεί να προβληθεί ως βάσιμος λόγος ένστασης. Επί αυτού του θέματος όμως δεν θα επεκταθώ στο παρόν στάδιο. Παρά το φαινομενικά ορθό όμως της ερμηνείας που έδωσε ο Διευθυντής ως προς το τι συνιστά «έγκυρη ένσταση», η αιτήτρια παραπονιέται και για το ότι ο Διευθυντής φαίνεται να ενήργησε εσφαλμένα, παραγνωρίζοντας τα ενώπιον του πραγματικά δεδομένα όπως ήταν μεταξύ άλλων η προτεραιότητα της υποθήκης και οι εκκρεμούσες αγωγές και ότι στο τέλος αναιτιολόγητα κατέληξε στην εκκαλούμενη απόφαση. Είναι γεγονός ότι από τη λακωνική απόφαση του Διευθυντή φαίνεται να απουσιάζει η οποιαδήποτε αναφορά στο πώς αντιμετωπίστηκε, αν αντιμετωπίστηκε, η συγκεκριμένη ιδιομορφία της υπόθεσης, η οποία έγκειτο στο ότι κατά την εξέταση της αίτησης του Χριστοφορίδη εκκρεμούσαν δικαστικές διαδικασίες που αποσκοπούσαν στην εκποίηση της υποθήκης και στην πώληση του ακινήτου δια δημόσιου πλειστηριασμού. Οι εν λόγω δικαστικές διαδικασίες μάλιστα, είχαν δεόντως τεθεί αυτούσιες ενώπιον του Διευθυντή με την ένσταση της τράπεζας. Με τις τροποποιήσεις που έγιναν στο Ν.9/1965με τους τροποποιητικούς νόμους Ν.142(I)/2014, Ν.53(I)/2015, Ν.133(I)/2015και Ν.139(I)/2015, εισήχθηκαν στο Νόμο οι εξής πρόνοιες: 44ΙΣΤ. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και οποιωνδήποτε εν ισχύι νόμων ή των δυνάμει αυτών εκδιδόμενων Κανονισμών, σε περίπτωση που ενυπόθηκο ακίνητο ή μέρος αυτού έχει πωληθεί και σχετική σύμβαση πώλησης έχει κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με βάση τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, η πώληση του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε μέρους του παρόντος Νόμου προς ικανοποίηση του εμπράγματου βάρους που συστάθηκε επ' αυτού προς εξασφάλιση συμβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων του πωλητή αναστέλλεται μέχρι την 4η Σεπετεμβρίου 2015, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί τουλάχιστον το ογδόντα τοις εκατόν (80%) του τιμήματος της πώλησης ή έχουν τηρηθεί πλήρως οι δυνάμει σχετικής σύμβασης πώλησης συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή: Νοείται ότι, ο ενυπόθηκος δανειστής οφείλει να ενημερώσει τον αγοραστή για τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, έτσι ώστε ο οφειλέτης να προσκομίσει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία για την πληρωμή του προαναφερόμενου τιμήματος. 44ΙΘ
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VI και VIA του Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, όταν- α) Έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας . και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού . ή (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας . είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού . και επιπροσθέτως η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας είναι εφικτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου. 44ΚΖ. Οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ έως 44ΚΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου, των Μερών IVA και V του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.» (έμφαση δική μου) Προσεκτική ανάγνωση των πιο πάνω προνοιών και ιδιαίτερα των όσων έχω τονίσει με μαύρο φόντο, φανερώνει τα εξής: Κατ' αρχή στο Νόμο δεν δίνεται καμία ερμηνεία ως προς το τι συνιστά με βάση το αρ. 44ΙΘ
(2)«εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VI και VIA του Νόμου», η οποία «αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης». Ειδικότερα, δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο ο όρος «εκκρεμούσα διαδικασία» αφορά μόνο σε διαδικασίες που γίνονται στο Κτηματολόγιο, όπως είναι π.χ. η διαδικασία των αρ. 37 - 43 του Μέρους VI του Νόμου που αφορούν στην πώληση ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του ίδιου του Διευθυντή και κατά τις οποίες διαδικασίες ο τελευταίος έχει τον απόλυτο έλεγχο και εξουσία ή περιλαμβάνουν και αγωγές που έχουν καταχωρηθεί στο Δικαστήριο και με τις οποίες ζητείται η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου κατά την άσκηση του χωριστού και ανεξάρτητου σχετικού δικαιώματος που αναφέρεται στο αρ.44 του Νόμου το οποίο επίσης εμπίπτει στο Μέρος VI του Νόμου. Βεβαίως, όπως ρητά αναφέρεται στο αρ.44, οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου δεν αποσκοπούν στο να δώσουν στον ενυπόθηκο δανειστή κάποιο δικαίωμα πώλησης μέσω αγωγής το οποίο αυτός δεν είχε προηγουμένως αλλά αντίθετα αναγνωρίζουν απλά ότι ο τελευταίος ούτως ή άλλως έχει δικαίωμα να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο για να πετύχει την πώληση ανεξαρτήτως των προνοιών του Ν.9/65. Μάλιστα δε, το άρθρο 44 προχωρεί και ένα βήμα παραπέρα και αναγνωρίζοντας προφανώς την ανάγκη για σεβασμό των δικαστικών διαδικασιών και διαταγμάτων έναντι της κρίσης οποιουδήποτε δημόσιου οργάνου όπως είναι ο Διευθυντής, αναφέρει ρητά ότι η εγερθείσα δικαστική διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση του σχετικού Δικαστικού Διατάγματος και «.οσάκις η πώλησις ενυπόθηκου ακινήτου προς εξόφλησιν του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού διατάσσηται υπό του Δικαστηρίου.» ο Διευθυντής προχωρεί και αποστέλλει τις σχετικές γνωστοποιήσεις που αναφέρονται στα αρ. 37, 41 και 42 του Νόμου (βλ. αρ.44
(2)). Επιστέγασμα αυτού του σεβασμού της δικαστικής κρίσης αλλά και της νομοθετικής αναγνώρισης ότι αυτή είναι η κρίση που υπερισχύει κάθε άλλης κρίσης τουλάχιστο για σκοπούς πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, είναι οι πρόνοιες του αρ. 53
(4)του Νόμου, οι οποίες δεν χωρούν θεωρώ καμίας ερμηνευτικής ή άλλως πως αμφισβήτησης - «Ουδέν των εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβανομένων επηρεάζει το έγκυρον και την ισχύν οιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως ή δικαστικού διατάγματος εκδοθέντος διά την πώλησιν ενυποθήκων ακινήτων.». Κατά δεύτερο, η υποχρέωση των υπό του Συντάγματος υπαγόμενων προσώπων και αρχών να συμμορφώνονται με δικαστικά διατάγματα, όπως τέτοιο «πρόσωπο ή αρχή» είναι και ο Διευθυντής του Κτηματολογίου (βλ. π.χ. αρ. 53
(4)Ν.9/1965και αρ.92 και 95 Κεφ.6), δεν συνιστά υποχρέωση που προκύπτει από κάποια νομοθετική πρόνοια ώστε να μπορεί να ανασταλεί με άλλη μεταγενέστερη νομοθετική πρόνοια. Τα όσα διαλαμβάνονται στο αρ. 42 του Ν.14/1960 αφορούν μόνο στη «.δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων . (και)... καθορίζ(ουν) τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα.» (βλ. Krashias Shoe Factory Ltd also Trading as "K" Shoes ν. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1E ΑΑΔ 750). Αντίθετα, η υπακοή στα διατάγματα του Δικαστηρίου αποτελεί το θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου και η παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της δε (της παρακοής) τείνει να το ανατρέψει (βλ. μεταξύ άλλων Mιχαηλίδης Δρόσος ν. Margita Mιχαηλίδου Poliakova (Αρ. 2),
(2011)1 Α.Α.Δ. 1007 και Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 227). Τόσο σπουδαία είναι η σημασία του πιο πάνω κανόνα, που το ίδιο το αρ.162 του Συντάγματος δίνει εξουσία στα Δικαστήρια για «.φυλάκισιν οιουδήποτε προσώπου μη υπακούοντος εις απόφασιν ή διαταγήν αυτού μέχρι της συμμορφώσεως αυτού προς την απόφασιν ή διαταγήν ταύτην». Το λιγότερο επομένως που θα μπορούσε να λεχθεί ως προς την ερμηνεία της αναφοράς σε «.εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VI και VIA του Νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου.» η οποία και αναστέλλεται κατ' εφαρμογή του αρ. 44ΙΘ
(2), είναι ότι αυτή η αναφορά σίγουρα δεν μπορεί να εννοεί αναστολή ισχύος διατάγματος το οποίο έχει ήδη εκδοθεί από Δικαστήριο. Ομοίως, η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου που αναστέλλεται κατ' εφαρμογή του αρ. 44ΙΣΤ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επεκτείνεται και σε πώληση που έχει διαταχθεί να γίνει με Δικαστικό Διάταγμα. Αντίθετη ερμηνεία θα σήμαινε αφ' ενός ότι ο Νομοθέτης έχει ο ίδιος αποφασίσει να πλήξει τα συνταγματικά θεμέλια της έννομης τάξης και αφ' ετέρου ότι επιχειρείται επέμβαση στο κύρος και ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, κατά παράβαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της διάκρισης των εξουσιών (βλ. μεταξύ άλλων Diagoras Development v. National Bank
(1985)1 CLR 581, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/2014, ημερ. 31.10.2014 Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βούλης Αντ. (Αρ.3),
(1994)3 Α.Α.Δ. 93, Θεοδοσίου Λτδ ν Δήμου Λεμεσού
(1993)3 Α.Α.Δ. 25 και Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής (Αρ.1),
(1992)3 Α.Α.Δ. 109). Εφόσον λοιπόν το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να προσπαθεί πάντοτε να ερμηνεύσει το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξει μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος (βλ. Board for Registration of Architects and Civil Engineers v Kyriakides
(1966)3 CLR 640), η μόνη ορθή και συνταγματικά συμβατή ερμηνεία που θα μπορούσε να δοθεί στις προαναφερόμενες πρόνοιες είναι τουλάχιστο ότι η εφαρμογή τους δεν «.επηρεάζει το έγκυρον και την ισχύν οιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως ή δικαστικού διατάγματος εκδοθέντος διά την πώλησιν ενυποθήκων ακινήτων», ως επιτάσσει το αρ. 53
(4)του Νόμου, άρθρο το οποίο να σημειωθεί, δεν συνιστά τίποτε περισσότερο παρά μια ακόμα θέσμια αναγνώριση και υπενθύμιση του προαναφερόμενου συνταγματικά αναγνωρισμένου κανόνα-θεμέλιο ενός κράτους δικαίου. Με γνώμονα λοιπόν ότι ο ίδιος ο Νομοθέτης της νομοθεσίας για τους «εγκλωβισμένους αγοραστές» αποφάσισε να διατηρήσει στο Νόμο την υπεροχή της δικαστικής κρίσης σε σχέση με θέματα πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων, το ερώτημα που προκύπτει στην παρούσα περίπτωση είναι το πώς θα πρέπει ο Διευθυντής, κατά την άσκηση των εξουσιών του με βάση τη «νέο εισαχθείσα» νομοθεσία, να προσεγγίζει τις περιπτώσεις όπου υπάρχουν σε εκκρεμότητα δικαστικές διαδικασίες οι οποίες αποσκοπούν και στην έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης και πώλησης του ακινήτου στα οποία αφορά και η ενώπιον του διαδικασία, και οι οποίες δικαστικές διαδικασίες αν και δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί, εντούτοις το όποιο σχετικό διάταγμα ήθελε προκύψει από αυτές θα είναι άκρως δεσμευτικό και για τον ίδιο. Με άλλα λόγια, το βασικό ερώτημα που τίθεται ενώπιον του Διευθυντή σε περιπτώσεις όπως η παρούσα είναι τουλάχιστο το αν και πώς η προβλεπόμενη από το αρ. 44ΙΘ
(2)αναστολή εφαρμόζεται σε υφιστάμενες αγωγές που αποσκοπούν στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου καθώς επίσης και το ποιες είναι οι συνέπειες για τη ενώπιον του διαδικασία από την εφαρμογή ή όχι της αναστολής αυτής. Αυτό γιατί αν δεν εφαρμόζεται η αναστολή, τότε πώς μπορεί η διαδικασία «εγκλωβισμένου αγοραστή» να αποπερατωθεί κατά τρόπο που να μην εκτροχιάζει τη δικαστική διαδικασία; Αν από την άλλη η εκκρεμούσα αγωγή όντως αναστέλλεται, τότε, λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με το Νόμο η «εκκρεμούσα διαδικασία» αναστέλλεται μόνο και δεν ακυρώνεται, πώς θα διασφαλιστεί ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την δικαστική διαδικασία και χωρίς καν να δοθεί η ευκαιρία στους διάδικους να εξασκήσουν πλήρως τα δικαιώματα που τους παρέχει το αρ.30Σ στην εν λόγω αγωγή; Εγείρεται επίσης και το ερώτημα κατά πόσο ο φερόμενος ως «εγκλωβισμένος αγοραστής» συμμετέχει ή όχι στην αγωγή που αφορά στο ακίνητο που αγόρασε καθώς επίσης και το κατά πόσο αυτός επιθυμεί ή όχι να εμφανιστεί στην αγωγή ως τέτοιο επηρεαζόμενο πρόσωπο. Περιττό να υπενθυμίσω ότι η τράπεζα έχει υποχρέωση να συμπεριλάβει στην αγωγή της οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να επηρεαστεί από μια ενδεχόμενη εκποίηση υποθήκης και ο αγοραστής ενός ενυπόθηκου ακινήτου έχει δικαίωμα να συμπεριληφθεί σε μια τέτοια αγωγή ώστε να προβάλει τα δικά του δικαιώματα έναντι των δικαιωμάτων της τράπεζας οπόταν και το Δικαστήριο θα κληθεί στην αγωγή να αποφασίσει για το ποιου τα δικαιώματα υπερισχύουν. Όλα αυτά τα θέματα ο Διευθυντής θα πρέπει να δείξει στην απόφαση του ότι τα έλαβε υπόψη του κατά την εξέταση της ενώπιον του διαδικασίας και πριν την έκδοση της απόφασης του, ιδιαίτερα όταν αυτά εγείρονται ρητά από ένα εκ των εμπλεκόμενων προσώπων. Επισημαίνω βεβαίως ότι το πώς ο Διευθυντής θα επιλέξει να χειριστεί ή να απαντήσει τα εν λόγω θέματα είναι κάτι που άπτεται αποκλειστικά των εξουσιών του και ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν θα υποδείξει στο Διευθυντή πώς έπρεπε να ενεργήσει παρά μόνο θα αποφανθεί επί της νομιμότητας και της ορθότητας του συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο ασκήθηκε η κρίση του Διευθυντή. Υπενθυμίζω όμως παράλληλα και τη δυνατότητα του Διευθυντή να παραπέμψει τους ενώπιον του διαδίκους για οποιαδήποτε αμφιβολία ήθελε του δημιουργηθεί, νομικής ιδίως φύσης, στο Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση, από το λιτό λεκτικό της απόφασης του Διευθυντή διαπιστώνεται ότι καμία αναφορά δεν γίνεται στα πιο πάνω θέματα που τέθηκαν ρητά μέσω της ένστασης της τράπεζας ή έστω στο πώς ο Διευθυντής προσέγγισε ή πώς τον απασχόλησε, αν τον απασχόλησε, το θέμα των αγωγών που εκκρεμούσαν και οι οποίες αποσκοπούσαν στην εκποίηση της υποθήκης της τράπεζας και στην πώληση του ακινήτου, ήτοι την υποθήκη και ακίνητο που κλήθηκε και αυτός να αποφασίσει με την αίτηση του Χριστοφορίδη. Και αυτό ενώ ήταν σε πλήρη γνώση του Διευθυντή τόσο η ύπαρξη των εν λόγω αγωγών και το περιεχόμενο τους όσο και η επίμαχη Νομοθεσία. Σίγουρα, όπως προκύπτει και από τη νομική ανάλυση των επίμαχων προνοιών, η ύπαρξη των εν λόγω αγωγών και τα εκεί προβαλλόμενα δικαιώματα της τράπεζας αλλά και του Χριστοφορίδη ως επηρεαζόμενου από τις εν λόγω αγωγές προσώπου, δεν συνιστούσαν απλά «λόγοι που.δεν εμποδίζουν τον Διευθυντή να προχωρήσει στην μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου.», αλλά έπρεπε να ληφθούν σοβαρά υπόψη από το Διευθυντή κατά την άσκηση των εξουσιών του και την έκδοση της υπό κρίση απόφασης του. Φαίνεται όμως ότι αυτό ίσως να μην έγινε, ενώ αν έγινε, καμία εξήγηση δεν δίνεται από πλευράς Διευθυντή ως προς το πώς και γιατί οι εν λόγω υφιστάμενες αγωγές και δικαιώματα αγνοήθηκαν με αυτή την απλή, γενική και αόριστη αιτιολογία . Υπενθυμίζω εδώ την πάγια αρχή ότι απόφαση διοικητικού οργάνου που «.δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί στην ακύρωση της πράξης.» ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥ ν. ΕΦΟΡΟΥ ΜΗΧΑΝΟΚΙΝΗΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ,
(1998)3 Α.Α.Δ 270. Στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί ακόμη και αυτή η πιθανολόγηση ουσιώδους πλάνης περί τα πράγματα (βλ. Δήμος Στροβόλου ν. Πήττα κ.α.
(2001)3 Α.Α.Δ. 55). Σίγουρα, αν αποφασίζετο ότι οι προηγηθείσες και υφιστάμενες αγωγές δεν επηρεάζονταν από τη νομοθεσία οπόταν και θα έπρεπε να εξεταστεί το θέμα της «προτεραιότητας» τους, σαφώς θα επηρεαζόταν η έκβαση της αίτησης που κλήθηκε να αποφασίσει ο Διευθυντής με βάση τις εξουσίες που του παρέχονται από τις επίμαχες πρόνοιες του Ν.9/1965. Την ίδια στιγμή, η επιτυχία της αίτησης σαφώς επηρέαζε τις υφιστάμενες δικαστικές διαδικασίες αφού τις καθιστά σε κάποιο βαθμό άνευ αντικειμένου. Η αξιολόγηση των δύο αυτών αντικρουόμενων «παραγόντων» και η συνακόλουθη έκδοση απόφασης με την οποία να επιτυγχάνεται η όσο το δυνατό καλύτερη εξισορρόπηση τους, τέθηκε για σκοπούς της επίμαχης νομοθεσίας, εν τη σοφία του Νομοθέτη, στα χέρια του Διευθυντή. Με τη λιτή όμως απόφαση που εξέδωσε ο τελευταίος στην παρούσα περίπτωση, κανένα ειδικό ή συγκεκριμένο στοιχείο δεν δίνεται και τίποτα το διαφωτιστικό δεν υπάρχει, σε σχέση με το πώς εν τέλει ο Διευθυντής αξιολόγησε και συνεκτίμησε όλους τους παράγοντες που τέθηκαν υπόψη του, ως ήταν και το καθήκον του, ώστε να μπορεί να καταστεί εφικτός ο δικαστικός έλεγχος της υπό κρίση απόφασης και να διακριβωθεί η νομιμότητα της κατάληξης της. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η παράλειψη του Διευθυντή να αναφερθεί στον τρόπο με τον οποίο αξιολόγησε και εκτίμησε τις συνέπειες που η ύπαρξη των προαναφερόμενων αγωγών συνεπάγετο για την ενώπιον του αίτηση και τα εκεί επηρεαζόμενα δικαιώματα των διαδίκων, σε συνδυασμό με την παράλειψη του να αναφερθεί στο πώς ο ίδιος εκτίμησε για σκοπούς της απόφασης του, το καθήκον που του επέβαλλε ο ίδιος Νόμος από τον οποίο άντλησε εξουσίες, να φροντίσει πρωτίστως όπως η όποια απόφαση του συνάδει με το σεβασμό που επιβάλλει ο Ν.9/65όπως επιδεικνύεται στο κύρος και την ουσία δικαστικών διαδικασιών, καθήκον το οποίο φαίνεται να απέτυχε να εκπληρώσει, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε ακύρωση της υπό κρίση απόφασης. Η πιο πάνω κατάληξη μου καθιστά αχρείαστη την ενασχόληση με οποιοδήποτε θέμα συνταγματικότητας εφόσον τα επίδικα θέματα έχουν κριθεί με άλλο τρόπο και τέτοιος συνταγματικός έλεγχος δεν είναι πλέον απαραίτητος για την επίλυση της ενώπιον μου διαφοράς. Ενόψει του ότι η απάντηση στο ερώτημα του ποια θα ήταν υπό τις περιστάσεις η ορθή απόφαση επί της συγκεκριμένης διαφοράς των διαδίκων είναι άμεσα συναρτημένη με το συνταγματικό έλεγχο των επίμαχων προνοιών, έλεγχο όμως τον οποίο, ως έχω ήδη εξηγήσει δεν θα διενεργήσω, θα περιοριστώ στην ακύρωση της επίδικης απόφασης για τους λόγους που αναφέρω ανωτέρω και δεν θα προβώ σε οποιαδήποτε αντικατάσταση της με τη δική μου κρίση. Το όλο θέμα θα πρέπει να επανεξεταστεί από τον ίδιο το Διευθυντή. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αίτηση επιτυγχάνει και η επίδικη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 23/01/19 αναφορικά με την αίτηση του Χριστοφορίδη υπ' αρ. ΑΕΑ 41/2018 ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.