← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αίτηση Έφεση: 520/2017, 14/5/2020

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αίτηση Έφεση: 520/2017, 14/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A259 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αίτηση Έφεση: 520/2017 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 Και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Αιτήτρια/Εφεσείουσα Και 1 Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας 2 CHAPS PROPERTY DEVELOPERS LTD (HE 118577) 3 JUSTEN LTD (HE 146034). Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 14 Μαΐου 2020 Εμφανίσεις: Για Εφεσείουσα/Αιτήτρια: κ. Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνη & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εφεσίβλητo/ Καθ' ου η Αίτηση 1: κα Μ. Τσαγγάρη Για Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση 2: κα Βασιλείου για Δράκος & Ευθυμίου ΔΕΠΕ Για Εφεσίβλητο/Καθ' ου η Αίτηση 3: κ. Σ Κυριακίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση/έφεση η οποία καταχωρήθηκε στις 05/09/2017, η εφεσείουσα τράπεζα (εφ' εξής η τράπεζα) ζητά στη βάση κυρίως του αρ.80 Κεφ.224, των αρ. 12Α, 16-19, 21-36, Μέρη VI, VIA, VIB, 51 και 53

(4)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, των σχετικών Κανονισμών του 2015 και των αρ. 23, 25, 26, 28, 29, 30, 35, 152, 158 και 179 του Συντάγματος, τα εξής: Α. Την ακύρωση των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου (εφ' εξής Διευθυντής) ημερ. 07/06/17 (απόφαση Α) και 01/08/17 (απόφαση Β), με τις οποίες ο τελευταίος αποφάσισε αφ' ενός όπως, παρά την ένσταση της τράπεζας, εγκρίνει την αίτηση της καθ' ης η αίτηση 3 (εφ' εξής η JUSTEN) για μεταβίβαση στο όνομα της, του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 21/55W2 τμχ XXXXX στον Στρόβολο στη Λευκωσία (εφ' εξής το ακίνητο), ιδιοκτησίας των καθ' ων η αίτηση 2 (εφ' εξής η CHAPS), με ταυτόχρονη εξάλειψη της υφιστάμενης υποθήκης της τράπεζας και συγκεκριμένα της Υποθήκης XXXXX/
  1. Β. Την κήρυξη ως αντισυνταγματικών, των προνοιών των αρ. 44ΙΗ-44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Ν.9/1965λόγω του ότι αντιβαίνουν στα και/ή παραβιάζουν τα αρ. 23, 25, 26 και 30 του Συντάγματος και/ή τη συνταγματική Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και κατ' επέκταση την ακύρωση της επίδικης διαδικασίας που ακολουθήθηκε από το Διευθυντή σε σχέση με την έκδοση των αποφάσεων του. Σημειώνω εδώ ότι η φερόμενη ως «απόφαση Α» δεν συνιστά απόφαση του Διευθυντή αλλά απλά μια ειδοποίηση του τελευταίου προς την τράπεζα για την πρόθεση του να προχωρήσει στην επίδικη μεταβίβαση εκτός αν, μέσω ένστασης της τράπεζας ή άλλως πώς, ήθελε καταδειχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος περί του αντιθέτου. Αν και δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι αυτή η χωριστή «προσβολή» της ειδοποίησης αυτής απασχόλησε σε κάποιο βαθμό τους διαδίκους εντούτοις δεν θεωρώ το θέμα να έχει κάποια ουσιαστική σημασία ώστε να χρίζει εξέτασης διότι η μόνη νομικά εκτελεστή απόφαση που εξέδωσε ο Διευθυντής, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα και η οποία υπόκειται σε έλεγχο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας εφόσον αφορά άμεσα στα δικαιώματα των εμπλεκόμενων μερών και η οποία συνιστά ουσιαστικά και το πραγματικό αντικείμενο της παρούσας αίτησης έφεσης δεν είναι η ειδοποίηση της 07/06/17 για την προκαταρκτική πρόθεση του Διευθυντή αλλά η απόφαση της 01/08/17, ήτοι η «απόφαση Β», με την οποία ο τελευταίος αποφάσισε τελεσίδικα την αίτηση της JUSTEN. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας συνεπώς, αυτό που ενδιαφέρει και που θα εξεταστεί είναι η τελική απόφαση ημερ. 01/08/17 και η οποία απόφαση, ως ανέφερα, αφορά στην έγκριση της αίτησης της JUSTEN για μεταβίβαση στο όνομα της, του ακινήτου της CHAPS, με ταυτόχρονη εξάλειψη της υφιστάμενης υποθήκης XXXXX/2006 της τράπεζας. Οι λόγοι επί των οποίων εδράζονται τα πιο πάνω αιτήματα της τράπεζας, εξειδικεύονται στο σώμα της αίτησης και σε μεγάλο βαθμό σχετίζονται μεταξύ τους και αλληλοκαλύπτονται. Δύναται δε να συνοψισθούν στις εξής ενότητες:
  2. Η κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα των νομοθετικών προνοιών που εφάρμοσε ο Διευθυντής για να απορρίψει την ένσταση της τράπεζας και να καταλήξει στην εκκαλούμενη απόφαση του, οι οποίες πρόνοιες, σύμφωνα με την τράπεζα, βρίσκονται σε ευθεία διάσταση με τα αρ. αρ. 23, 25, 26 και 30 του Συντάγματος και παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών εφόσον αντισυνταγματικά επιτρέπουν στο Διευθυντή να ασκεί δικαστική εξουσία. Η εφαρμογή συνεπώς των εν λόγω προνοιών από το Διευθυντή, οδήγησε σύμφωνα με την Τράπεζα, στον περιορισμό και/ή αποστέρηση των περιουσιακών δικαιωμάτων της, χωρίς να της προσφέρεται εύλογη και/ή οποιαδήποτε αποζημίωση και/ή κατά παράβαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων και/ή του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι, ενώ ταυτόχρονα επέτρεψε στην CHAPS να αποφύγει τις συμβατικές και τις εξ' αποφάσεως υποχρεώσεις της απέναντι στην τράπεζα.
  3. Το παράνομο και άκυρο της απόφασης του Διευθυντή, ο οποίος ενήργησε αυθαίρετα, εσφαλμένα και υπό πλάνη περί το Νόμο και τα πράγματα, παρερμήνευσε την ορθή διάσταση των ενώπιον του γεγονότων και τις σχετικές διατάξεις του Ν.9/1965 που εφάρμοσε κατά τη λήψη της απόφασης του και παραγνώρισε και ανέτρεψε τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της τράπεζας που πηγάζουν από την δεσμευτική και νομικά έγκυρη σύμβαση υποθήκης XXXXX/
  4. Αν και η αίτηση επιδόθηκε σε όλους τους καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία εκπροσωπούμενοι από χωριστούς δικηγόρους, εντούτοις ενώ ο Διευθυντής και η CHAPS επέλεξαν να καταχωρήσουν χωριστές ενστάσεις οι οποίες σε μεγάλο βαθμό συνάδουν και αλληλοκαλύπτονται, από πλευράς JUSTEN δηλώθηκε δεν θα καταχωρείτο χωριστή ένσταση και ότι υιοθετείτο πλήρως το περιεχόμενο και λόγοι ένστασης του Διευθυντή. Σημειώνω εδώ παρεμφερώς ότι προσωρινό διάταγμα αναστολή της ισχύς της υπό εξέταση απόφασης του Διευθυντή καθώς και της διαδικασίας στο Κτηματολόγιο που είχε εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση της τράπεζας, διατάχθηκε, με τη σύμφωνο γνώμη όλων των καθ' ων η αίτηση, όπως ισχύει μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της παρούσας «κυρίως» αίτησης-έφεσης. Η αίτηση/έφεση υποστηρίζεται από Ε/Δ του Σ. Τρικούππη, λειτουργού στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της τράπεζας, ο οποίος κάνει αναφορά στο πραγματικό (factual) αλλά και νομικό πλαίσιο που κατά τη θέση του περιβάλλει την υπόθεση και την υπό εξέταση απόφαση του Διευθυντή και αναπτύσσει ενόρκως, τις πραγματικές και νομικές θέσεις που η τράπεζα προβάλλει με την παρούσα αίτηση-έφεση. Η ένσταση του Διευθυντή περιλαμβάνει δεκαεννέα συνολικά λόγους για τους οποίους ο τελευταίος θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ενώ η CHAPS, , προβάλλει δεκαπέντε λόγους με τη δική της ένσταση προς την ίδια κατεύθυνση. Οι ενστάσεις του Διευθυντή και της CHAPS, οι οποίες υποστηρίζονται από Ε/Δ της Κτηματολογικού Γραφέα Δ. Κανικλίδου και του διευθυντή της CHAPS, Σ.Πετρακκίδη αντίστοιχα, υποστηρίζουν την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και τη συνταγματικότητα των επίμαχων προνοιών που ο τελευταίος εφάρμοσε, ενώ γίνεται επίσης αναφορά τόσο στο σκοπό του νόμου όσο και στα συγκεκριμένα εμπλεκόμενα συμφέροντα στην υπόθεση. Προσβάλλεται παράλληλα η αίτηση αλλά και οι εκεί εγειρόμενοι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας και παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων ως στερούμενοι πραγματικού (factual) και νομικού ερείσματος, ενώ προβάλλονται ταυτόχρονα ισχυρισμοί περί μη συμμόρφωσης της τράπεζας με τις δικονομικές και νομολογιακές προϋποθέσεις που απαιτούνται να πληρούνται για σκοπούς έγκρισης αιτήσεων αυτής της φύσης καθώς και για τον έλεγχο της συνταγματικότητας νομοθετικών προνοιών. Ως προς το τελευταίο αυτό θέμα, ο Διευθυντής εγείρει ειδικότερα και προδικαστική ένσταση, η οποία υιοθετήθηκε από τους CHAPS και JUSTEN, ότι η παρούσα αίτηση έφεση είναι εκπρόθεσμη διότι κατά παράβαση των αρ.51 και 80 του Ν.9/1965, καταχωρήθηκε μετά την πάροδο 30 ημερών από την ημερομηνία που η απόφαση της 01/08/17 κοινοποιήθηκε στην τράπεζα. Ως προς τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών, εν συντομία αναφέρω ότι η τράπεζα, ως ενυπόθηκος αλλά και ως εξ' αποφάσεως πιστωτής της CHAPS, θεωρεί ότι τυχόν μεταβίβαση του ακινήτου στην JUSTEN δυνάμει της εν λόγω απόφασης θα της αποστερήσει τα δικαιώματα που εξασφάλισε με την υποθήκη που ενεγράφη προς όφελος της στο ακίνητο, ως τα εν λόγω δικαιώματα προκύπτουν από τη σύμβαση τραπεζικών διευκολύνσεων που είχε με την CHAPS. Αυτό κατά την τράπεζα γιατί το 2010 η CHAPS, χωρίς τη συγκατάθεση και εν αγνοία της τράπεζας στην οποία όφειλε σημαντικά ποσά, πώλησε το ακίνητο κατά παράβαση της υποθήκης του 2006 και των συμβατικών της υποχρεώσεων σε κάποια Α. Γιάλλουρου, η οποία στη συνέχεια εκχώρησε το 2015 τα σχετικά δικαιώματα της στην JUSTEN, εταιρεία συμφερόντων της ιδίας και της θυγατέρας της, χωρίς ποτέ να καταβληθεί το οποιοδήποτε σχετικό προϊόν της πώλησης ή της εκχώρησης στην ενυπόθηκο δανειστή τράπεζα έναντι των εξασφαλισμένων χρεών της CHAPS. Στην αντίπερα όχθη οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι εφόσον το ακίνητο είχε αγοραστεί καλόπιστα από την Γιάλλουρου με πλήρη εξόφληση του τιμήματος αγοράς και στη συνέχεια εκχωρήθηκε στην JUSTEN, επίσης καλόπιστα και δη κατά τρόπο που πληρούνταν όλες οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες ώστε η εκχώρηση αυτή να θεωρείται έγκυρη και ως παράγουσα έννομα και δεσμευτικά αποτελέσματα, η τελευταία, δικαιούται σε ελεύθερη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της. Ορθά και δικαιολογημένα λοιπόν θεωρούν οι καθ' ων η αίτηση ότι εφαρμόστηκε η νεο-εισαχθείσα νομοθεσία που αφορά στους «εγκλωβισμένους αγοραστές», αφού αυτός ήταν και ο σκοπός της, ήτοι να «απεγκλωβίσει» αγοραστές που ενώ εξόφλησαν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στους πωλητές ακινήτων εντούτοις δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν την περιουσία που αγόρασαν λόγω εκκρεμούντων οικονομικών υποχρεώσεων των πωλητών απέναντι σε τρίτους και δη τραπεζικά ιδρύματα. Ορθή επίσης θεωρούν την απόρριψη της ένστασης της τράπεζας, αφού μόνο έτσι υποστηρίζουν ότι θα επιτυγχάνετο ο σεβασμός και η προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων της JUSTEN ως καλόπιστου και αθώου τρίτου που δικαιωματικά διεκδικεί την περιουσία που έχει πλήρως εξοφληθεί. Για το θέμα του κατ' ισχυρισμό εκπρόθεσμου της παρούσας έφεσης, η τράπεζα ισχυρίζεται ότι την εκκαλούμενη απόφαση την έλαβε στις 07/08/17 και προς επίρρωση αυτού παραπέμπει στη σχετική σφραγίδα παραλαβής που τοποθέτησε το δικό της τμήμα στο παραληφθέν αντίγραφο της απόφασης που έχει στη κατοχή της. Συνεπώς, υποστηρίζει η τράπεζα, εμπρόθεσμα καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση έφεση στις 05/09/
  5. Η επί του προκειμένου αντίθετη θέση της Κανικλίδου, η οποία παρουσίασε σχετική απόδειξη των Κυπριακών ταχυδρομείων ως Τεκ.Κ, είναι ότι η απόφαση της 01/08/17 αποστάληκε στην τράπεζα μέσω διπλοσυστημένου ταχυδρομείου στις 02/08/17 και, όπως επιμαρτυρείται από τη σχετική υπογραφή που παρουσιάζεται στην απόδειξη να έχει τεθεί κατά την παράδοση της απόφασης, η τράπεζα την παρέλαβε την ίδια μέρα, ήτοι στις 02/08/17 και όχι στις 07/08/
  6. Σημειώνω εδώ ότι στην απόδειξη Τεκ.Κ καταγράφεται αφ' ενός το όνομα της Κανικλίδου ως το όνομα του αποστολέα και το όνομα της Τράπεζας ως το όνομα του παραλήπτη και αφ' ετέρου αναγράφονται χειρόγραφα οι αναφορές «Απάντ. Ένστασης» και «ΑΕΑ59/16» (σ.σ ο αριθμός φακέλου της υπό κρίση διαδικασίας μεταβίβασης). Λαμβανομένων τούτων υπόψη συνεπώς, καταλήγει η Κανικλίδου, η παρούσα έφεση θα πρέπει να απορριφθεί και για το λόγο ότι καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, αφού στις 05/09/17 είχαν ήδη παρέλθει οι 30 μέρες που προβλέπει η σχετική νομοθεσία και κανένα διάβημα δεν έγινε ποτέ για παράταση της προθεσμίας αυτής. Ως προς το θέμα της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης της 01/08/17 από την τράπεζα, οι εκατέρωθεν θέσεις δεν περιορίστηκαν στις αρχικές Ε/Δ που υποστηρίζουν έφεση και ένταση αντίστοιχα. Κατόπιν σχετικού αιτήματος το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, η τράπεζα καταχώρησε στις 18/05/18 τη συμπληρωματική Ε/Δ Βανέζη (λειτουργός της Τράπεζας) ώστε να απαντήσει στους ισχυρισμούς της Κανικλίδου. Εν συντομία, για να αντικρούσει την επί του προκειμένου θέση της Κανικλίδου, η οποία επικαλέστηκε την απόδειξη των κυπριακών ταχυδρομείων, ο Βανέζης ισχυρίστηκε ότι στις 14/03/18 χρησιμοποίησε τον ειδικό κωδικό XXXXX61CY που αναγράφεται στην εν λόγω απόδειξη ότι αφορά στο αντικείμενο με το οποίο αυτή σχετίζεται, για να αναζητήσει μέσω της δημόσιας προσβάσιμης ιστοσελίδας των Κυπριακών Ταχυδρομείων, το ιστορικό της «πορείας αποστολής-παράδοσης» του εν λόγω αντικειμένου. Διαπίστωσε τότε ότι σύμφωνα με τα Κυπριακά Ταχυδρομεία, το αντικείμενο στο οποίο αφορά η απόδειξη της Κανικλίδου φέρεται μεν να παραδόθηκε στις 02/08/17 στον παραλήπτη του όμως στη συνέχεια φαίνεται να γίνεται ακόμη μία καταχώρηση στο σύστημα στις 25/10/17, σύμφωνα με την οποία καταχώρηση το αντικείμενο το οποίο ανταποκρίνεται στον κωδικό XXXXX61CY δεν παραδόθηκε ποτέ (Τεκ.1 Βανέζη). Αυτό, σύμφωνα με το Βανέζη, καταδεικνύει ότι το η απόδειξη της Κανικλίδου δεν σχετίζεται και/ή δεν αφορά και/ή δεν συνδέεται με την ταχυδρόμηση της εκκαλούμενης απόφαση του Διευθυντή της 01/08/
  7. Προς απάντηση και αντίκρουση των ισχυρισμών Βανέζη, η πλευρά του Διευθυντή, αφού ζήτησε και έλαβε την άδεια του Δικαστηρίου κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης στις 12/03/19 (υπό άλλη σύνθεση), καταχώρησε στις 18/03/19 τη συμπληρωματική Ε/Δ του Δ. Παντοπώλη, Ανώτερου Ταχυδρομικού Λειτουργού των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Κύπρου. Σύμφωνα με τον Παντοπώλη, όταν κάποιος αναζητήσει στη δημόσια προσβάσιμη ιστοσελίδας των Κυπριακών Ταχυδρομείων, το ιστορικό «αποστολής-παράδοσης» του αντικειμένου με κωδικό XXXXX61CY με το οποίο σχετίζεται η απόδειξη Κανικλίδου, όντως θα διαπιστώσει ότι υπάρχει καταγραφή στις 02/08/17 ότι το εν λόγω αντικείμενο που ανέλαβαν να παραδώσουν στην τράπεζα τα κυπριακά ταχυδρομεία δια διπλοσυστημένου ταχυδρομείου, παραδόθηκε την ίδια μέρα, ήτοι στις 02/08/17 αλλά και ότι στις 25/10/17 υπάρχει ακόμη μία καταγραφή που φέρει το εν λόγω αντικείμενο να μην παραδόθηκε ποτέ. Από την έρευνα όμως στην οποία ισχυρίζεται ότι προέβη ο ομνύοντας, αυτός διαπίστωσε ότι η καταγραφή της 25/10/17 είναι εσφαλμένη και οφείλεται καθαρά σε ηλεκτρονικό σφάλμα του συστήματος που προέκυψε κατά την ηλεκτρονική αναβάθμιση που έγινε μεταξύ 16-31 Οκτωβρίου 2017 όταν το σύστημα προχώρησε από μόνο του σε επιπρόσθετες καταχωρήσεις «μη-παράδοσης» σε σχέση με μεγάλο αριθμό περιπτώσεων στις οποίες, όπως και στην παρούσα, τα συστημένα αντικείμενα είχαν ήδη παραδοθεί. Το ότι το αντικείμενο στο οποίο αφορά η απόδειξη Κανικλίδου με κωδικό XXXXX61CY όντως παραδόθηκε στις 02/08/17 στον παραλήπτη του, ήτοι στην τράπεζα, ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι το επιβεβαίωσε μέσω του συστήματος ιχνηλάτησης συστημένων αντικειμένων των Κυπριακών Ταχυδρομείων (IPS), το οποίο σύστημα δείχνει ότι «Η συστημένη επιστολή με απόδειξη παράδοσης («διπλοσυστημένη») με κωδικό αριθμό XXXXX61CY.παραλήφθηκε στο Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσίας στις 2/8/17 και παραδόθηκε στον παραλήπτη την ίδια μέρα. Το συστημένο αντικείμενο παραδόθηκε σε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της Τράπεζας Κύπρου αφού υπόγραψε το σχετικό έντυπο παράδοσης των συστημένων αντικειμένων». Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, ο ομνύοντας κατέθεσε ως Τεκ.1 αντίγραφο του ηλεκτρονικού αρχείου του συστήματος IPS των Κυπριακών Ταχυδρομείων όπου φαίνεται ότι η επιστολή στην οποία αφορά η απόδειξη XXXXX61CY όντως παραλήφθηκε στις 02/08/17 και ώρα 0918 από τον κατονομαζόμενο παραλήπτη της, ήτοι τη τράπεζα και συγκεκριμένα από κάποιο Δημήτρη Μακρή ο οποίος και υπέγραψε για την παραλαβή της. Απάντηση στους ισχυρισμούς Παντοπώλη δεν υπήρξε από πλευράς τράπεζας και εφόσον καμία πλευρά δεν εκδήλωσε πρόθεση να αντεξετάσει οποιωνδήποτε εκ των ομνυόντων των άλλων πλευρών, η ακροαματική διαδικασία, η οποία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν, ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων μόνο από πλευράς αιτητών, Διευθυντή και JUSTEN αφού η CHAPS δήλωσε ότι υιοθετεί την αγόρευση του Διευθυντή. Θα πρέπει εδώ να επισημάνω, ότι παρά την απουσία οποιασδήποτε απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί των όσων πρωτόγνωρων συνταγματικών θεμάτων εγείρονται στην παρούσα, και αυτό ένεκα του σχετικά «πρόσφατου» της επίμαχης νομοθεσίας, οι ικανές αγορεύσεις αμφότερων των συνηγόρων ήταν άκρως βοηθητικές για το Δικαστήριο επί όλων των θεμάτων που εγείρονται. Με εξαίρεση το θέμα περί «εκπρόθεσμης καταχώρησης», οι θέσεις των μερών αφορούν περισσότερο στη νομική παρά στην πραγματική (factual) πτυχή της υπόθεσης και η πλειοψηφία των γεγονότων, ως αυτά δύναται να εξαχθούν από τις αντίστοιχες Ε/Δ των μερών, είτε συνιστούν κοινό έδαφος είτε δεν αμφισβητούνται. Τα συνοψίζω: ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ Περί τις 19/01/06, η CHAPS, στα πλαίσια πιστωτικών διευκολύνσεων που της παρείχε η τράπεζα (τότε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ), πρόσφερε στην τελευταία η οποία και αποδέχτηκε, συγκεκριμένα ακίνητα προς εξασφάλιση των παρεχόμενων διευκολύνσεων. Τα εν λόγω ακίνητα της CHAPS η τράπεζα προχώρησε και τα επιβάρυνε με την εγγραφή της υποθήκης XXXXX/06 για το ποσό των ΛΚ120.000 πλέον τόκους και έξοδα. Ένα από αυτά τα ακίνητα που επιβαρύνθηκε ήταν και το ακίνητο με αριθμό εγγραφής Ν1669, Φ/Σχ. ΧΧΙ/55W2, τμχ XXXXX. Επί του εν λόγω ακινήτου επρόκειτο να ανεγερθεί πολυκατοικία όπου τα νέο δημιουργηθέντα διαμερίσματα, θα αποκτούσαν στη συνέχεια ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Όταν στην πορεία και συγκριμένα στις 29/05/12 εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι για τα διαμερίσματα, η υποθήκη της τράπεζας μεταφέρθηκε στις ξεχωριστές εγγραφές που δημιουργήθηκαν, μία εκ των οποίων ήταν η 0/XXXXX, Φ/Σχ. 21/55W2 τμχ XXXXX η οποία αφορά στο διαμέρισμα 001 στο ισόγειο της πολυκατοικίας , ήτοι το ακίνητο με το οποίο σχετίζεται η παρούσα. Την 26/03/2010, ήτοι τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την εγγραφή της υποθήκης της τράπεζας και προτού εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι για τα διαμερίσματα, η CHAPS υπέγραψε με την Α.Γιάλλουρου γραπτή συμφωνία για την αγορά του ακινήτου, για το ποσό των 117.893,50 ΛΚ. Μετά την υπογραφή του, το πωλητήριο έγγραφο στο οποίο η τράπεζα δεν ήταν μέρος, χαρτοσημάνθηκε και κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού περί τις 08/04/10, με αρ. ΠΩΕ 634/
  8. Επειδή το τίμημα αγοράς/πώλησης των 117.893,50 ΛΚ, είχε καταβληθεί πλήρως από τη Γιάλλουρου στην CHAPS κατά την υπογραφή της συμφωνίας στις 26/03/2010 και αυτή έλαβε κατοχή άμεσα, το μόνο που απέμενε για να μεταβιβαστεί το ακίνητο επ' ονόματι της Γιάλλουρου ήταν η έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Στις 16/12/15, αφού είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το ακίνητο, προτού όμως αυτό μεταβιβαστεί στο όνομα της Γιάλλουρου, η τελευταία σύναψε με την JUSTEN, εταιρεία συμφερόντων της Γιάλλουρου και της θυγατέρας της, γραπτή συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων της ως αγοράστρια του ακινήτου. Λόγω της οικογενειακής φύσης της JUSTEN, δεν υπήρξε οποιοδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα για την εκχώρηση ενώ η CHAPS προέβη σε γραπτή δήλωση την ίδια μέρα, δήλωση η οποία επισυνάφθηκε στη συμφωνία εκχώρησης, ότι είχε εξοφληθεί πλήρως από τη Γιάλλουρου και ότι αποδεχόταν την εκχώρηση στη JUSTEN. Η συμφωνία εκχώρησης μεταξύ Γιάλλουρου και JUSTEN, καθώς και η επισυνημμένη σε αυτή δήλωση εξόφλησης από την CHAPS, κατατέθηκε την ίδια μέρα στο Κτηματολόγιο σύμφωνα με τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο αρ.81(Ι)/11 και έλαβε τον αριθμό ΚΕ89/
  9. Στις 09 Σεπτεμβρίου 2014 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ο τροποποιητικός Νόμος Ν.142(Ι)/14, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου τροποποιείτο ο Ν.9/65έτσι ώστε σε περίπτωση που «σύμβαση πώλησης έχει κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με βάση τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, η πώληση του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε μέρους του παρόντος Νόμου προς ικανοποίηση του εμπράγματου βάρους που συστάθηκε επ' αυτού προς εξασφάλιση συμβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων του πωλητή αναστέλλεται μέχρι την 30ή Απριλίου 2015, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί τουλάχιστον το ογδόντα τοις εκατόν (80%) του τιμήματος της πώλησης ή έχουν τηρηθεί πλήρως οι δυνάμει σχετικής σύμβασης πώλησης συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή» (βλ. αρ. 44ΙΣΤ). Αρχικά, η εφαρμογή όλων των διατάξεων του Ν.142(Ι)/14 αναστάληκε μέχρι και τη 2 Απριλίου 2015 (βλ. Ν.4(I)/2015, Ν. 27(Ι)/2015, Ν. 32(Ι)/2015 και Ν.42(Ι)/2015). Μετά την παρέλευση της περιόδου αναστολής όμως, η προαναφερόμενη προθεσμία της 30ης Απριλίου 2015 παρατάθηκε με διαδοχικές τροποποιήσεις, μέχρι και την 4 Σεπτεμβρίου 2015 (βλ. Ν.53(I)/2015και Ν.133(I)/2015). Στις 4 Σεπτεμβρίου 2015 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ο τροποποιητικός Νόμος Ν.139(Ι)/15, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου τροποποιείτο ο βασικός Νόμος Ν.9/65και παρείχετο πλέον δυνάμει των νέων αρ. 44ΙΘ - 44ΚΒ, η δυνατότητα σε αγοραστές ακίνητης περιουσίας που δεν είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν εγγραφή της περιουσίας που αγόρασαν επ' ονόματι τους, να αιτηθούν και να πετύχουν, μέσω του Διευθυντή, την επιδιωκόμενη εγγραφή, νοουμένου βέβαια ότι πληρούσαν τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που επιβάλλει ο Νόμος, ο οποίος έγινε γνωστός ως ο Νόμος για τους «εγκλωβισμένους αγοραστές». Δραττόμενη της νέας αυτής δυνατότητας που παρείχετο από τις προαναφερόμενες πρόνοιες του Νόμου, η JUSTEN προχώρησε στις 14 Ιανουαρίου 2016 με την κατάθεση σχετικής αίτησης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, με Αρ. ΑΕΑ 59/2016, προσκομίζοντας όλα τα σχετικά κατ' εκείνη έγγραφα και αποδείξεις, περιλαμβανομένης και βεβαίωσης εξόφλησης από την CHAPS . Κατά την εξέταση της αίτησης, ο Διευθυντής, ενεργώντας σύμφωνα με το καθήκον που του επέβαλλε ο «νέος» Νόμος (βλ. αρ. 44ΚΒ), έστειλε στις 07/06/17 ειδοποίηση «τύπου ΙΕ» στην τράπεζα ως δικαιούχου υποθήκης επί του ακινήτου, με την οποία ενημέρωνε την τελευταία για την πρόθεση του να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι της JUSTEN ως η αίτηση της τελευταίας. Την ενημέρωνε επίσης για το δικαίωμα της να υποβάλει εντός 45 ημερών, αν επιθυμούσε, ένσταση στην αίτηση, πλήρως όμως τεκμηριωμένη. Η τράπεζα αποφάσισε να ασκήσει το προαναφερόμενο δικαίωμα της και στις 17/07/2017 έστειλε επιστολή στο Διευθυντή αναφέροντας ότι είχε ένσταση στην μεταβίβαση του ακινήτου στη JUSTEN επικαλούμενη κυρίως την προτεραιότητα των δικαιωμάτων της ως ενυπόθηκος δανειστής της CHAPS έναντι οποιουδήποτε πωλητηρίου ή εκχώρησης, το ότι το χρέος CHAPS που εξασφάλιζε η υποθήκη δεν είχε εξοφληθεί και τη συνταγματική προστασία που τα συμβατικά της δικαιώματα απολαμβάνουν παραπέμποντας σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων όπου κρίθηκε ότι παρόμοια διαδικασία που έγινε σε σχέση με άλλους κατ' ισχυρισμό «εγκλωβισμένους αγοραστές» ενώπιον του Διευθυντή, ήταν αντισυνταγματική. Την απόφαση του επί της αίτησης της JUSTEN και της ένστασης της τράπεζας, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας αίτησης -έφεσης, ο Διευθυντής την εξέδωσε την 01 Αυγούστου
  10. Εν συντομία, ο Διευθυντής αποφάσισε όπως απορρίψει την ένσταση της Τράπεζας στη βάση του ότι τίποτα από τα όσα ισχυρίστηκε η Τράπεζα δεν συνιστούσαν από το Νόμο νόμιμους και έγκυρους λόγους ένστασης, ότι η αιτήτρια πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις του Νόμου για να επιτύχει στην αίτηση της και ότι καμία από τις αποφάσεις που είχε επικαλεστεί η τράπεζα δεν συνιστούσε γενική δεσμευτική νομολογία σε σχέση με τα θέματα συνταγματικότητας που ήγειρε η τράπεζα. ΕΓΕΙΡΟΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ Όπως αναφέρω στα σημεία Α - Β και 1 - 2 ανωτέρω, επί της ουσίας της αίτησης δύο είναι τα θέματα που εγείρονται. Το πρώτο αφορά στην κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα των επίμαχων προνοιών του Ν.9/65, ήτοι των αρ. 44ΙΗ-44ΚΖ και της εκεί προβλεπόμενης διαδικασίας και το δεύτερο, στην ορθότητα με την οποία ο Διευθυντής εφάρμοσε τις εξουσίες του στα συγκεκριμένα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένου και του τρόπου με τον οποίο αυτός ερμήνευσε τις επίμαχες πρόνοιες. Τούτων λεχθέντων, λαμβανομένου υπόψη ότι βάση για τη παρούσα διαδικασία συνιστά το δικαίωμα που παρέχουν τα αρ.51 Ν.6/65και 80 Κεφ.224 για να αμφισβητηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο απόφαση που έλαβε ο Διευθυντής δυνάμει των εξουσιών που του παρέχονται από το Ν.9/1965, ο αιτούμενος συνταγματικός έλεγχος των επίμαχων προνοιών τίθεται επί ενός ιδιόμορφου υπόβαθρου. Εξηγώ. Κατ' αρχή, ο έλεγχος της συνταγματικότητας που ζητούν οι αιτητές να γίνει στην παρούσα υπόθεση, δεν εδράζεται επί κάποιας αυτόματης και άμεσης εφαρμογής των επίμαχων νομοθετικών προνοιών επί των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων μερών αλλά έχει ως βάση τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο κάποιος τρίτος, στην προκείμενη περίπτωση ο Διευθυντής, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω πρόνοιες του Νόμου στα ενώπιον του γεγονότα. Είναι υπό το φως αυτών των συγκεκριμένων ενεργειών του Διευθυντή που θα πρέπει να προσεγγισθεί το εγερθέν ζήτημα ελέγχου της συνταγματικότητας, εφόσον η συνταγματικότητα ή αντισυνταγματικότητα μιας νομοθετικής πρόνοιας δεν εξαρτάται ούτε και καθορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο τα αρμόδια να την εφαρμόσουν πρόσωπα, επιλέγουν να ενεργήσουν, και αν ήθελε κριθεί ότι είναι εσφαλμένα που ενήργησε ο Διευθυντής και/ή που ερμήνευσε τις εν λόγω πρόνοιες, τότε δεν τίθεται θέμα διεξαγωγής τέτοιου ελέγχου. Για σκοπούς ευκολότερης κατανόησης, θέτω το εξής παράδειγμα. Σύμφωνα με το αρ. 11Σ, η ελευθερία και προσωπική ασφάλεια του ατόμου συνιστά θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα και ουδείς στερείται της ελευθερίας του εκτός όπως νόμος ήθελε ορίσει για συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως τέτοια περίπτωση είναι για παράδειγμα η σύλληψη ή κράτηση ατόμου με σκοπό τη προσαγωγή του ενώπιον Δικαστηρίου υπό εύλογη υπόνοια ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα. Στα πλαίσια αυτού του συγκεκριμένου συνταγματικού πλαισίου, το αρ. 14 του Κεφ.155 δίνει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο, την εξουσία σε μέλος της αστυνομίας να προβεί στη σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου χωρίς δικαστικό ένταλμα, αν κατά την απόλυτη κρίση του εν λόγω αστυνομικού, η περίπτωση εμπίπτει εντός της εμβέλειας του αρ.
  11. Αν τώρα ένας αστυνομικός αποφασίσει να ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχει το αρ.14 στη βάση του πώς ο ίδιος ερμήνευσε τα ενώπιον του γεγονότα ή το ίδιο το αρ.14 και ενεργώντας στη βάση αυτής του της προσωπικής εκτίμησης και κρίσης, παραβιάσει το συνταγματικό δικαίωμα του αρ.11Σ, αυτό δεν θέτει αυτόματα εν αμφιβόλω τη συνταγματικότητα του ίδιου του αρ.
  12. Η καταστρατήγηση συνταγματικών δικαιωμάτων κατά την εφαρμογή μιας νομοθετικής πρόνοιας είναι μεν παράγοντας που μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τον συνταγματικό έλεγχο της εν λόγω πρόνοιας και αυτό διότι μια τέτοια καταστρατήγηση συνιστά κάποια ένδειξη της πραγματικής εμβέλειας της υπό κρίση πρόνοιας, τέτοιος έλεγχος όμως προϋποθέτει απόδειξη ότι ορθά εφαρμόστηκε η πρόνοια στις περιστάσεις της υπόθεσης. Επομένως, αν ο αστυνομικός στο παράδειγμα που έχω θέσει πιο πάνω ερμήνευσε και/ή εφάρμοσε λανθασμένα τις εξουσίες που του παρέχονται από το αρ.14, αυτό δεν οδηγεί σε συμπέρασμα αντισυνταγματικότητας του εν λόγω άρθρου απλά επειδή είναι το εν λόγω άρθρο που παρείχε την εξουσία για τη σύλληψη. Μάλιστα δε, σε μια τέτοια περίπτωση ούτε καν έρεισμα για διενέργεια συνταγματικού ελέγχου δεν παρέχεται, αφού τέτοιος έλεγχος θα ήταν υπό τις περιστάσεις και πρόωρος αλλά και καθαρά υποθετικός, υπό την έννοια ότι η υπόθεση ενδεχομένως να είχε διαφορετική κατάληξη αν οι επίμαχες πρόνοιες ερμηνεύονταν και εφαρμόζονταν ορθά οπόταν και η παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος μπορεί να μην προέκυπτε ποτέ. Υπό αυτά τα δεδομένα, θα ήταν άτοπη η ενασχόληση με θέματα συνταγματικότητας (βλ. Γεωργιάδης ν. Περί Εισπράξεως Φόρων Νόμος
(1995)1 ΑΑΔ 893), η σύλληψη υπό αυτές τις συνθήκες θα κηρυσσόταν απλά ως παράνομη και ως τέτοια θα ακυρώνετο χωρίς ανάγκη για περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα (βλ. αποφάσεις Καλλή Δ. και Αρτεμίδη Δ. ως ήταν τότε στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου και Άλλος ν. Yπουργικού Συμβουλίου και Άλλης,
(1996)3 Α.Α.Δ. 389). Θέμα συνταγματικότητας θα προέκυπτε μόνο αν ήθελε κριθεί ότι ο αστυνομικός ερμήνευσε ορθά το άρθρο και τα ενώπιον του γεγονότα και ότι ενήργησε εντός των εξουσιών που του παρέχει το εν λόγω άρθρο. Η εμπλοκή του αστυνομικού υπό αυτές τις συνθήκες θα ήταν άνευ σημασίας εφόσον αυτός ήταν απλά το μέσο με το οποίο εφαρμόστηκε ο Νόμος ως είχε, οπόταν και θα πρέπει πλέον να ελεγχθεί κατά πόσο είναι το ίδιο το αρ.14 που δε συνάδει με το αρ. 11Σ και όχι η συγκεκριμένη ενέργεια του αστυνομικού. Ομοίως στην παρούσα περίπτωση, η εφαρμογή από το Διευθυντή των επίμαχων προνοιών του Ν.9/1965, έγινε στη βάση των όσων ο ίδιος έκρινε ως τα ορθά νομικά και πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Αν ως αποτέλεσμα της απόφασης του Διευθυντή έχουν πληγεί συνταγματικά δικαιώματα της αιτήτριας, ως η τελευταία διατείνεται, αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι οι επίμαχες πρόνοιες είναι αντισυνταγματικές, αφού μπορεί απλά να πρόκειται περί μιας εσφαλμένης και αντινομικής απόφασης του Διευθυντή. Σε μια τέτοια περίπτωση, αν δηλαδή ήθελε φανεί ότι ο Διευθυντής δεν ενήργησε σωστά και εντός των εκ του Νόμου απορρεόντων εξουσιών και καθηκόντων του, δεν τίθεται θέμα συνταγματικού ελέγχου των επίμαχων προνοιών, αφού η απόφαση του Διευθυντή θα θεωρηθεί παράνομη και συνεπώς άκυρη και καμία σημασία ή αναγκαιότητα θα έχει πλέον να ελεγχθεί η συνταγματικότητα των επίμαχων προνοιών, έστω και αν οι εν λόγω πρόνοιες συνάδουν ή δεν συνάδουν με τις σχετικές πρόνοιες του Συντάγματος (βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου ανωτέρω, Αχιλλέως Αλέξης Ανδρέα και άλλος ν. Γεώργιου Πιτταρά και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1590 και Nικολάου Γεώργιος και Άλλοι ν. Aνδρέα Kουκούνη και Άλλων
(1999)1 ΑΑΔ 1578). Τα πιο πάνω φέρνουν στο προσκήνιο και το δεύτερο θέμα που θέλω να επισημάνω, ήτοι την πάγια νομολογιακή αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν επιλύουν ζητήματα συνταγματικότητας εάν η υπόθεση μπορεί να αποφασισθεί πάνω σε οποιοδήποτε άλλο λόγο (βλ. αναφορές που γίνονται στο βιβλίο του Henry Rottschaefer on Constitutional Law
(1939)στις υποθέσεις Δημοτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου ανωτέρω και Μαρία Κουτσελίνη-Ιωαννιδου κ.α ν. Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Γενικού Λογιστηρίου κ.α, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 740/11 κ.α, 7/10/2014.) Ζητήματα συνταγματικής φύσεως συνεπώς, δεν αποφασίζονται εκτός αν αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο για την έκβαση της υπόθεσης. Ούτε όμως και τα Δικαστήρια διατυπώνουν κανόνα συνταγματικού δικαίου ο οποίος είναι ευρύτερος από ότι χρειάζεται από τα συγκεκριμένα γεγονότα στα οποία θα εφαρμοσθεί (βλ. Βoard of Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640). Η αρχή ότι θέματα συνταγματικότητας δεν αποφασίζονται in abstractum είναι καλά εδραιωμένη στη νομολογία μας, εξ' ου και οι αμφισβητήσεις της συνταγματικότητας νόμων πρέπει να διατυπώνονται με βεβαιότητα μέσω της αντιπαραβολής των άρθρων και αρχών του Συντάγματος και των προνοιών του νόμου οι οποίες κατ' ισχυρισμό συγκρούονται ή έρχονται σε αντίθεση με αυτές (βλ. Ψηλογένη ν Πάζαρου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A914, Πολιτική Έφεση Αρ. 172/2012, 2/12/2014 και τις αναφορές που η εν λόγω απόφαση κάνει στις αυθεντίες The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 CLR 167 και Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κα ν. Καραγιώργη κα
(1991)3 ΑΑΔ 159). Ιδιαίτερη επομένως προσοχή θα πρέπει να δοθεί και στην εμβέλεια της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που καλείται να εξετάσει τα όσα θέματα εγείρονται. Διαφορετική επιβάλλεται να είναι η προσέγγιση ενός Δικαστηρίου που καλείται να εξετάσει μια inter partes διαφορά, όπου το κριτήριο του «αναγκαίου με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα» είναι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της διαδικασίας ελέγχου της συνταγματικότητας νομοθετικών προνοιών, από τη δικαιοδοσία που παρέχει το αρ.140 του Συντάγματος στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση των συνταγματικών του εξουσιών, όπου «αποκλειστικός σκοπός της δικαστικής αρμοδιότητας που παρέχεται από το άρθρο 140 είναι ο προληπτικός έλεγχος της συνταγματικότητας του κρινόμενου νόμου» (βλ. Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπροσώπων
(1993)3 ΑΑΔ 1). Όπως περαιτέρω λέχθηκε στην πιο πάνω απόφαση «.η αρμοδιότητα του δικαστηρίου για την κρίση της συνταγματικότητας των νόμων που αποτελούν το αντικείμενο Αναφοράς που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 140.1 καθορίζεται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου . (και) περιορίζεται στη διερεύνηση της συνταγματικότητας του νόμου, αφού ακουστούν οι απόψεις του Προέδρου και της Βουλής των Αντιπροσώπων, και την έκδοση γνωμάτευσης επί του τεθέντος θέματος . (και) δεν επεκτείνεται στην προεκτίμηση των επιπτώσεων που θα έχει ο νόμος στη σφαίρα του δικαίου μετά την έκδοσή του. Η στάθμιση των επιπτώσεων νόμου ο οποίος αποστέλλεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για έκδοση εκφεύγει της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκτός στο βαθμό και έκταση που αφορά τη συνταγματικότητά του.» (βλ. επίσης Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντ. (Αρ.2)
(1994)3 ΑΑΔ 64 και Πρ. Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπροσώπων Αναφορά αρ. 1/2017, 5/2/2018). Κοντολογίς, η συγκεκριμένη διαδικασία εντός της οποίας κάποιος αιτητής επιλέγει να ζητήσει το συνταγματικό έλεγχο νομοθετικών προνοιών είναι και η διαδικασία που καθορίζει αυστηρά το πλαίσιο εντός του οποίου το Δικαστήριο θα κρίνει αν ο αιτούμενος έλεγχος είναι όντως απόλυτα αναγκαίος για την έκβαση της υπόθεσης. Έχοντας κατά νου λοιπόν τα πιο πάνω, υπενθυμίζω ότι η παρούσα διαδικασία στη βάση του αρ.80 Κεφ.224 συνιστά ιδιωτική διαφορά αστικής φύσης, όπου η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προκύπτει από το εν λόγω άρθρο και αφορά καθαρά στην αναθεώρηση απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. μεταξύ άλλων Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη κ.ά. (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1143). Αυτή άλλωστε είναι και η «...μόνη οδό(ς) για την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή...» και η άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου, διέπεται δικονομικά από τους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956. (βλ. μεταξύ άλλων Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, Κραμβιάς κ.α. ν. Θεοδοσίου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ). Στα πλαίσια αυτής του δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο δύναται να προβεί σε ουσιαστική αναψηλάφηση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ακολουθώντας τη διαδικασία που ακολουθεί το Ανώτατο Δικαστήριο στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία στον τομέα του διοικητικού δικαίου και εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. (βλ. Αριστοτέλους v. Χ"Κυριάκου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ 100). Οι λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα η παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και στην περίπτωση έφεσης δυνάμει του αρ. 80. Η ανάγκη για επαρκή αιτιολόγηση των επίδικων αποφάσεων μάλιστα, επιβάλλεται και από τον Καν. 6 των εφαρμοστέων Κανονισμών (βλ. Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους
(2011)1 Α.Α.Δ. 885). Κατά την εξέταση έφεσης στη βάση του αρ.80, το Επαρχιακό Δικαστήριο ελέγχει όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά και την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και η εξουσία του Δικαστηρίου, αντίθετα με το Διοικητικό Δικαστήριο ή το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, εκτείνεται όχι μόνο στην ακύρωση αλλά και στην εξουσία και ευχέρεια να υποκαταστήσει με την απόφαση του, την απόφαση του Διευθυντή, ασκώντας τη δική του διακριτική ευχέρεια στη βάση των επίδικων γεγονότων (βλ. Κατερίνα Σπύρου Οικονόμου κ.α. ν. Φίλιππου Αθανάση Φιλίππου, ECLI:CY:AD:2017:A388, Πολιτική Έφεση Αρ. 366/2011, 6/11/2017 και τις αναφορές που η εν λόγω απόφαση κάνει στις αυθεντίες Αθανάση ν. Χατζημάμα
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Κουμή ν. Κούντουρου
(1992)1 Α.Δ.Δ. 1312) και Kafieros v. Theocharous
(1978)1 C.L.R. 619). Το Επαρχιακό Δικαστήριο όμως δεν αντικαθιστά αβίαστα και με ευκολία τη ευρεία διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή με τη δική του, εκτός αν «...υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση...» (βλ. Kουντουρίδη Ελένη Θεοδώρου και Άλλοι ν. Xρυσήλιου Ιωάννου Νικολάου,
(2008)1 Α.Α.Δ. 412). Άλλωστε, όπως έχει επισημανθεί, ο Διευθυντής είναι ο κατ' εξοχήν αρμόδιος ειδικός να αποφασίσει επί της συγκεκριμένης «διαφωνίας» των μερών (βλ. Κτωρίδη Έλλη Μιχαήλ ν. Επάρχου Λεμεσού και Άλλων
(2005)1 Α.Α.Δ. 541 και Kafieros ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή, είναι πάντα στους ώμους του Εφεσείοντα/Αιτητή και συνιστά «...εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να επιτύχει...» παρά μόνο αν προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία από τον τελευταίο που να καταδεικνύει τους απαιτούμενους ισχυρούς λόγους (concrete reasons) περί τούτου (βλ. Kafieros, Κτωρίδη, Xρυσήλιου ανωτέρω και Προκοπίου Μυριάνθη Παναγιώτη ν. Jacquelin Lesley Ryan και άλλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1982). Για να μπορέσει όμως το Δικαστήριο να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει το αρ.80 Κεφ.224, θα πρέπει πρώτα απ' όλα να βεβαιωθεί ότι υπάρχει ενώπιον του έγκυρη αίτηση έφεση, υπό την έννοια τουλάχιστο του ότι πληρούνται δικονομικές και κατ' επέκταση δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που θέτει το αρ.80, και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας που αφορά στις πρόνοιες του Ν.9/1965, το αρ.51 του εν λόγω Νόμου το οποίο παραπέμπει στο αρ.80. Σύμφωνα λοιπόν με το αρ.51
(1)αλλά και το αρ.80 Κεφ.224, οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμεί να προσβάλει απόφαση του Διευθυντή θα πρέπει καταχωρήσει σχετική αίτηση έφεση εντός 30 ημερών από την ημέρα που κοινοποιήθηκε σε αυτόν η απόφαση αλλιώς «.κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό.» (βλ. αρ.80 και αρ.51
(2). Η σπουδαιότητα στην αυστηρή συμμόρφωση με την προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση έφεσης εναντίον της απόφασης του Διευθυντή, ως θέμα δημοσίου συμφέροντος, το οποίο μάλιστα μπορεί να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα, μπορεί να γίνει αντιληπτή από το γεγονός ότι το αρ. 80 σε πολύ περιορισμένες και συγκεκριμένες περιπτώσεις παρέχει τη δυνατότητα όπως ο χρόνος των 30 ημερών παραταθεί, ήτοι, ως αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, μόνο αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί «.ότι λόγω απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ημερών.». Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω, η προδικαστική ένσταση που εγείρει ο Διευθυντής για το κατ' ισχυρισμό εκπρόθεσμο της παρούσας αίτησης έφεσης, όχι μόνο δικαιολογείται αλλά και επιβάλλεται όπως εξεταστεί πριν οτιδήποτε άλλο εφόσον τυχόν επιτυχία της ένστασης αυτής, θα συνεπάγεται θνησιγένεια της αίτησης λόγω μη συμμόρφωσης της με τις προϋποθέσεις του αρ. 80 και αυτό δύναται να τερματίσει άμεσα τη διαδικασία χωρίς να παρίσταται ανάγκη, αλλά και χωρίς να επιτρέπεται, όπως εξεταστεί οποιοδήποτε άλλο θέμα εγείρεται, περιλαμβανομένων και των θεμάτων συνταγματικότητας των προνοιών του Ν.9/65 (βλ. Φελλά Κυριάκος Χ"Σάββα και Άλλη ν. Πέτρου Δημοσθένους Χ"Σάββα και Άλλων
(2002)1 ΑΑΔ 2075 και ΑΝΝΟΥΛΛΑ ΑΝΔΡΕΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΩΣΤΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2017:A307, Πολιτική Εφεση Αρ. 6/2014, 20/9/2017 . Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω την ένσταση περί εκπρόθεσμου. Σημειώνω κατά πρώτο ότι καμία πλευρά δεν αμφισβητεί ότι η εκκαλούμενη απόφαση του Διευθυντή εκδόθηκε την 01/08/17 και ότι η παρούσα αίτηση έφεση καταχωρήθηκε την 05/09/17. Κατά δεύτερο σημειώνω ότι σε καμία περίπτωση η τράπεζα δεν έχει αποδεχθεί ότι η παρούσα αίτηση έφεση έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα και κατ' επέκταση κανένα αίτημα δεν έχει υποβληθεί από μέρους της είτε πριν είτε κατά τη διάρκεια της υπόθεσης για παράταση του χρόνου των 30 ημερών δυνάμει του αρ.80 Κεφ.224 ή για θεραπεία του κατ' ισχυρισμό εκπρόθεσμου με οποιοδήποτε άλλο τρόπο όπως π.χ. στη βάση της Δ.64 (βλ. Αντωνίου ανωτέρω και Wunderlich Karl Heinz και Άλλοι ν. Eυθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366). Τονίζω εδώ ότι η αναφορά μου στη Δ.64 γίνεται αποκλειστικά διότι η εν λόγω Διάταξη περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης και όχι γιατί θεωρώ ότι η εν λόγω Διάταξη δύναται να εφαρμοστεί στο υπό εξέταση θέμα, κάτι για το οποίο αφ' ενός διατηρώ τις αμφιβολίες μου και αφ' ετέρου κανένας διάδικος δεν ζήτησε όπως εξεταστεί Με άλλα λόγια, από τις εκατέρωθεν θέσεις προκύπτει ότι το ουσιαστικό ζήτημα είναι μόνο ένα, ήτοι κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή κοινοποιήθηκε στην Τράπεζα στις 07/08/17 που ισχυρίζεται η τελευταία οπόταν και η παρούσα αίτηση έφεση είναι εμπρόθεσμη ή στις 02/08/17 που ισχυρίζεται ο Διευθυντής, οπόταν και η παρούσα είναι εκπρόθεσμη και επομένως θα πρέπει να απορριφθεί διότι «(it) cannot be entertained by this Court» (βλ. Aristidou ανωτέρω). Η θέση της τράπεζας ότι την επίδικη απόφαση την παρέλαβε στις 07/08/17 στηρίχθηκε αρχικά στη σφραγίδα παραλαβής που φέρεται κάποιος υπάλληλος από το δικό της Τμήμα Ανάκτησης Χρεών, τα στοιχεία του οποίου υπαλλήλου ουδέποτε γνωστοποιήθηκαν, να έθεσε επί της απόφασης του Διευθυντή όταν εκείνος την παρέλαβε. Η θέση όμως αυτή της τράπεζας αντικρούστηκε από το Διευθυντή μέσω της Κανικλίδου, η οποία προς επίρρωση της δικής της θέσης ότι η Τράπεζα παρέλαβε την απόφαση στις 02/08/17, παρουσίασε την σχετική απόδειξη αποστολής - παραλαβής με κωδικό XXXXX61CY, την οποία εξέδωσαν και της παρέδωσαν τα Κυπριακά Ταχυδρομεία, ήτοι μια ανεξάρτητη τρίτη υπηρεσία και δη κρατική. Επισημαίνω εδώ ότι έστω και αν η Κανικλίδου δεν ήταν ο «ταχυδρόμος» που παρέδωσε την απόφαση στον παραλήπτη της, αυτή ήταν, όπως αναφέρεται και στην απόδειξη XXXXX61CY, το φυσικό πρόσωπο που εκ μέρους του Διευθυντή, χρησιμοποίησε τη διαδικασία αποστολής διπλοσυστημένων αντικειμένων των Κυπριακών Ταχυδρομείων στις 02/08/17 και ταχυδρόμησε κάποιο αντικείμενο στη διεύθυνση της Τράπεζας, λαμβάνοντας προς απόδειξη τούτου την απόδειξη ταχυδρόμησης XXXXX61CY. Υπενθυμίζω εδώ ότι η τράπεζα είχε δικαίωμα να αντεξετάσει την Κανικλίδου εφόσον στη συγκεκριμένη διαδικασία η ακρόαση γίνεται «...στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών» (βλ. Κ.10
(3)περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 ως έχει τροποποιηθεί με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Τροποποιητικό Διαδικαστικό Κανονισμό του 2006 ημερομηνίας 22/11/2006). Αντί αντεξέτασης όμως, η τράπεζα επέλεξε όπως αμφισβητήσει την Κανικλίδου μέσω της συμπληρωματικής Ε/Δ Βανέζη (δικαίωμα που επίσης παρέχει ο Κ.10
(3)), ο οποίος όμως δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της Κανικλίδου ότι η επίδικη απόφαση ταχυδρομήθηκε στις 02/08/17 προς τη διεύθυνση της Τράπεζας με διπλοσυστημένη επιστολή μέσω των Κυπριακών Ταχυδρομείων, αφού άλλωστε η τράπεζα δεν αρνείται ότι της στάληκε η επίδικη απόφαση με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο ούτε ότι την παρέλαβε. Αυτό που επεχείρησε ουσιαστικά ο Βανέζης, ήταν να αποδυναμώσει τη μαρτυρία της Κανικλίδου ως προς την ημερομηνία παραλαβής της απόφασης από την τράπεζα, επικαλούμενος και εκείνος μαρτυρία που έλαβε από τα Κυπριακά Ταχυδρομεία. Αυτή η μαρτυρία που επικαλέστηκε ο Βανέζης, φαίνεται αφ' ενός να επιβεβαίωνε την Κανικλίδου ως προς το ότι το αντικείμενο που αυτή έστειλε στις 02/08/17 στην τράπεζα με κωδικό XXXXX61CY είχε παραδοθεί στον παραλήπτη του την ίδια μέρα, αφ' ετέρου όμως δημιουργούσε αμφιβολία ως προς το αν κάτι τέτοιο τελικά όντως ευσταθούσε εφόσον, το ηλεκτρονικό σύστημα των Κυπριακών Ταχυδρομείων φαίνεται να κατέγραψε στις 25/10/17 ότι το αντικείμενο της Κανικλίδου τελικά ουδέποτε παραδόθηκε. Την ίδια στιγμή όμως, αμφιβολία φάνηκε να δημιουργείται και από το ότι στην απόδειξη της Κανικλίδου, τη βεβαίωση παράδοσης του εκεί αναφερόμενου αντικειμένου φέρεται να την υπέγραψε κάποιο πρόσωπο που χρησιμοποίησε τη σφραγίδα κάποιας εταιρείας ACS Courier (Cyprus). Στην απόδειξη της Κανικλίδου βεβαίως αναφέρεται ότι αυτή δεν χρειάζεται να υπογραφεί από τον παραλήπτη τον ίδιο αλλά απλά ότι θα πρέπει να συμπληρωθεί «στον τόπο προορισμού» αν το αντικείμενο «παραδόθηκε» και/ή «πληρώθηκε» και/ή «πιστώθηκε ο λογαριασμός» και ότι «μπορεί να υπογραφεί είτε από τον παραλήπτη ή.από άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ή από τον υπάλληλο του γραφείου προορισμού», όμως καμία εξήγηση δεν δόθηκε ως προς τη σχέση της ACS Courier (Cyprus) με την τράπεζα. Των πιο πάνω λεχθέντων θα πρέπει να επισημανθεί ότι τόσο η απόδειξη της Κανικλίδου όσο και η μαρτυρία που προσκόμισε ο Βανέζης δεν είναι τίποτε άλλο παρά εξ' ακοής μαρτυρία αναφορικά με τα όσα αναφέρονται εκεί, η οποία μαρτυρία προέρχεται από τα Κυπριακά Ταχυδρομεία. Αν το θέμα λοιπόν έμενε εκεί, η πλάστιγγα θα έγερνε προς όφελος της Τράπεζας αφού η εν λόγω εξ' ακοής μαρτυρία, δεν θα μπορούσε με ασφάλεια να οδηγήσει σε αποδοχή της θέσης της Κανικλίδου, αν μη τι άλλο διότι τα Κυπριακά Ταχυδρομεία τα οποία η τελευταία επικαλείτο, παρουσιάζονταν να είχαν μεταγενέστερα αναιρέσει τα όσα είχαν προηγουμένως καταγραφεί στην απόδειξη XXXXX61CY. Το θέμα όμως δεν έμεινε εκεί διότι για να αντικρούσει τις αμφισβητήσεις του Βανέζη και να ξεκαθαρίσει το θέμα, η πλευρά του Διευθυντή έφερε ως μάρτυρα της τον ίδιο τον «ταχυδρόμο», ο οποίος όχι μόνο ήταν επιφορτισμένος με την παραλαβή και παράδοση του αντικειμένου στο οποίο αφορά η απόδειξη XXXXX61CY, η οποία καταγράφει ρητά ως παραλήπτη της την τράπεζα, αλλά και που είχε και έχει υπό τον έλεγχο και την ευθύνη του το σύστημα από το οποίο έλαβε την εξ' ακοής μαρτυρία του ο Βανέζης. Επρόκειτο δηλαδή για την πιο άμεση και κατ' επέκταση την «καλύτερη» μαρτυρία αναφορικά με το θέμα που είχε προκύψει. Από την εν λόγω μαρτυρία προέκυψαν δύο σημαντικά στοιχεία. Το πρώτο αφορά στην εξήγηση που έδωσε ο «ταχυδρόμος», για το δικό του δημόσια προσβάσιμο αρχείο, ως το μόνο αρμόδιο πρόσωπο να πράξει κάτι τέτοιο. Απέδωσε συναφώς ο ταχυδρόμος τη αμφιβολία που δημιουργήθηκε με την καταγραφή της 25/10/17 σε καθαρά ηλεκτρονικό σφάλμα του συστήματος, δίδοντας πλήρεις λεπτομέρειες για τούτο και δηλώνοντας ότι η όποια αναφορά σε μη παράδοση του υπό εξέταση αντικειμένου, αυτή έπρεπε να αγνοηθεί ως πλήρως εσφαλμένη και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Το δεύτερο και εξ' ίσου σημαντικό στοιχείο της μαρτυρίας του «ταχυδρόμου» είναι ότι αυτός, όχι μόνο συμφώνησε ρητά με τον ισχυρισμό της Κανικλίδου ότι «η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 01/08/17.παραλήφθηκε από την αιτούσα στις 2.8.2017.» (βλ. παρ.5 Ε/Δ Παντοπώλη) αλλά και επιβεβαίωσε ο ίδιος ότι όντως το αντικείμενο στο οποίο αφορά η απόδειξη XXXXX61CY παραδόθηκε στον παραλήπτη του στις 02/08/17 και συγκεκριμένα «παραδόθηκε σε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της Τράπεζας Κύπρου», το πλήρες όνομα του οποίου και ανέφερε. Μάλιστα δε, το γεγονός αυτό ο ταχυδρόμος ισχυρίζεται ότι το επιβεβαίωσε και από το εσωτερικό ηλεκτρονικό αρχείο των Κυπριακών Ταχυδρομείων αντίγραφο του οποίου παρουσίασε με τη μαρτυρία του. Την πιο πάνω θετική μαρτυρία του ανεξάρτητου ταχυδρόμου η τράπεζα επέλεξε όπως μην την αμφισβητήσει μέσω αντεξέτασης ή άλλως πως, όπως επέλεξε και να μην αντικρούσει τον ισχυρισμό ότι το πρόσωπο που παρέλαβε την επίδικη απόφαση στις 02/08/17, το πλήρες όνομα του οποίου είχε γνωστοποιηθεί, ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της. Στην αγόρευση του βέβαια ο κ, Καλλένος, παραπέμποντας στην Γεωργίου Kύπρος ν. Oργανισμού Xρηματοδοτήσεως Tραπέζης Kύπρου Λτδ (Aρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938, υποστήριξε ότι στην Ε/Δ που καταχώρησε η τράπεζα προς υποστήριξη της ένστασης της στο αίτημα που είχε υποβάλει τότε ο Διευθυντής για να του επιτραπεί να παρουσιάσει τη συμπληρωματική Ε/Δ του «ταχυδρόμου», η οποία Ε/Δ είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου, περιέχονται ισχυρισμοί οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν τώρα για να αντικρούσουν τον τελευταίο. Ειδικότερα, υποστήριξε ο συνήγορος, στην Ε/Δ που υποστήριζε τότε την ένσταση της τράπεζας, αναφέρετο ότι δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση περί εσφαλμένης καταχώρησης στο σύστημα περί «μη παράδοσης» διότι ακόμη και μετά τη μαρτυρία του ταχυδρόμου το σύστημα εξακολουθούσε να παρουσιάζει την εν λόγω καταχώρηση κάτι που δεν θα γινόταν αν επρόκειτο όντως περί λάθους. Με κάθε σεβασμό, κρίνω την επί του προκειμένη εισήγηση αβάσιμη. Εξηγώ. Κατ' αρχή, αν η τράπεζα θεωρούσε ότι έπρεπε και ότι μπορούσε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του ταχυδρόμου, αυτό έπρεπε να γίνει με τον ενδεδειγμένο τρόπο, ήτοι μέσω αντεξέτασης ή συμπληρωματικής Ε/Δ, όπως προβλέπει ο Κ.10
(3), όπως δηλαδή έγινε σε σχέση με τους ισχυρισμού Κανικλίδου. Το να επιχειρείται τώρα να τεθεί ο ταχυδρόμος υπό αμφισβήτηση, στη βάση ισχυρισμών που όχι μόνο δεν του τέθηκαν ποτέ για να τους απαντήσει αλλά και που ουδέποτε προβλήθηκαν να συνιστούν απάντηση στους ισχυρισμούς του τελευταίου, είναι θεωρώ ανεπίτρεπτο αλλά και άδικο τόσο προς τον μάρτυρα όσο και προς την πλευρά που τον κάλεσε και δεν θεωρώ ότι η Γεωργίου έχει θέσει οποιαδήποτε διαφορετική αρχή. Κατά δεύτερο, ακόμη και να λαμβάνονταν υπόψη οι ισχυρισμοί της ένστασης, αυτοί εδράζονται επί μιας υποθετικής πιθανότητας (assumption) της τράπεζας, η oποία όχι μόνο δεν μπορεί να οδηγήσει άνευ ετέρου σε επιτυχή αντίκρουση του ταχυδρόμου αλλά και λόγω της φύσης της ως εικασία, επιβάλλετο να τεθεί στον τελευταίο ώστε να υπάρχουν και οι δικές του επί του προκειμένου θέσεις. Κοντολογίς, η μαρτυρία του «ταχυδρόμου», δηλαδή του άμεσα εμπλεκόμενου και μόνου αρμόδιου να διαφωτίσει ως προς το πότε ακριβώς είναι που παραδόθηκε η επίδικη απόφαση στην τράπεζα, έμεινε εξ' ολοκλήρου αναντίλεκτη και αυτό, σε συνδυασμό με τη λεπτομέρεια που τη περιέβαλλε, την καθιστά κατά την κρίση μου πλήρως αποδεκτή. Καθίσταται συνεπώς εύρημα μου ότι η επίδικη απόφαση της 01/08/17 κοινοποιήθηκε πλήρως στην τράπεζα στις 02/08/17. Στη βάση της πιο πάνω διαπίστωσης μου προκύπτει ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έφεσης στις 05/09/17 ήταν εκπρόθεσμη και εν τη απουσία οποιουδήποτε αιτήματος για παράταση του χρόνου ή θεραπεία του εκπρόθεσμου, η προδικαστική ένσταση του Διευθυντή επιτυγχάνει και για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, αυτό σφραγίζει την τύχη της αίτησης έφεσης από αυτό το στάδιο χωρίς να χρειάζεται ή να μπορεί να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο. Η αίτηση - έφεση συνεπώς απορρίπτεται ως θνησιγενής, με έξοδα εναντίον της αιτήτριας-εφεσείουσας και υπέρ των καθ' ων η αίτηση εφεσίβλητων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.