← Κύπρος

Νεοκλέους ν. Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία, Αρ. Αγωγής: 5399/12, 19/6/2020

Νεοκλέους ν. Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία, Αρ. Αγωγής: 5399/12, 19/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A274 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5399/12 Μεταξύ: XXXXX Νεοκλέους Ενάγουσα και Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Εναγόμενη (Αίτηση ημερ. 29/05/20 για τροποποίηση της Ε/Α) Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Κ. Μέσσιος Για Εναγόμενο: κα Μ. Κυριάκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα αξιώνει από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ποσό €10.653,83 ισχυριζόμενη ότι κατά παράβαση ασφαλιστικής σύμβασης που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων από το 2007, η τελευταία αρνήθηκε να καλύψει ζημιές που προκλήθηκαν στις 02/09/10 στην ασφαλισμένη περιουσία της και συγκεκριμένα ζημιές που προκλήθηκαν σε ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές της συσκευές, από βραχυκύκλωμα το οποίο «οφειλόταν στην υψηλή τάση ηλεκτρισμού που προερχόταν από το δίκτυο». Αποτελεί μέρος των δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας ότι το πρόβλημα με τη λειτουργία των συσκευών της το διαπίστωσε όταν οι εν λόγω συσκευές σταμάτησαν να λειτουργούν μετά από διακοπή και επαναφορά του ηλεκτρικού ρεύματος στην κατοικία της και ότι «Ο κ. XXXXX Σταύρου αδειούχος ηλεκτρολόγος διαπίστωσε ότι η βλάβη που σημειώθηκε στις ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές που ευρίσκονταν ενός της ασφαλιζόμενης κατοικίας οφειλόταν την υψηλή τάση ηλεκτρισμού που προερχόταν από το δίκτυο με αποτέλεσμα την πρόκληση βραχυκυκλώματος και για το λόγο τούτο ετοίμασε σχετική αναφορά. Η Ενάγουσα επιφυλάσσει το δικαίωμα της να παρουσιάσει τη σχετική αναφορά κατά την ακρόαση της εν λόγω υπόθεσης» (βλ. παρ. 5 Ε/Α). Η εναγόμενη, η οποία δέχεται με το δικόγραφο της την ύπαρξη ασφαλιστηρίου συμβολαίου με την ενάγουσα, απορρίπτει την αξίωση της τελευταίας ισχυριζόμενη ότι οι συγκεκριμένες κατ' ισχυρισμό ζημιές που υπέστηκαν οι συσκευές της τελευταίας δεν καλύπτονται από τους όρους του συμβολαίου διότι δεν προήλθαν από «εστία φωτιάς», ως κατά την εναγόμενη προνοεί το επίδικο συμβόλαιο. Η ακρόαση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 05/02/20 και μέχρι σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί. Ο λόγος για τούτο είναι αφ' ενός η διακοπή που επήλθε στη λειτουργία των Δικαστηρίων συνεπεία της πανδημίας του κορωνοϊού και αφ' ετέρου η καταχώρηση της παρούσας αίτησης τροποποίησης από πλευράς ενάγουσας. Έχουν όμως μέχρι στιγμής καταθέσει από πλευράς ενάγουσας δύο μάρτυρες. Ο πρώτος είναι ο φερόμενος ηλεκτρολόγος μηχανικός XXXXX Ορφανίδης (ΜΕ1), ο οποίος κατά την μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι ενεπλάκηκε στην υπόθεση μετά που του ζητήθηκε να διερευνήσει σε περαιτέρω βάθος την κατ' ισχυρισμό ζημιά που υπέστηκαν οι συσκευές της ενάγουσας οπόταν και διαπίστωσε την πρόκληση βραχυκυκλώματος το οποίο όμως δεν οφειλόταν, ως ισχυρίστηκε, σε πρόβλημα στην ηλεκτρική εγκατάσταση της κατοικίας, διότι την εν λόγω εγκατάσταση την εξέτασε αδειούχος ηλεκτρολόγος ο οποίος δεν εντόπισε οτιδήποτε οπόταν και λόγω τούτου δεν κρίθηκε αναγκαίο να ετοιμάσει οποιαδήποτε γραπτή αναφορά. Ο μάρτυρας, ο οποίος σε σχέση με τη δική του διερεύνηση και συμπεράσματα ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία κατέθεσε ως Τεκ.1, ισχυρίστηκε ότι το το βραχυκύκλωμα προκλήθηκε «είτε με υπέρταση, Σημεία στιγμιαίας υψηλής τάσης, είτε από υπό τάση» του ηλεκτρικού ρεύματος που προερχόταν από το δίκτυο. Σημειώνω ότι κατά την προσκόμιση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε ένσταση από την υπεράσπιση ως προς την αποδεκτότητα της και ο μάρτυρας αντεξετάστηκε και επί της ουσίας της μαρτυρίας του αλλά και επί του περιεχομένου της έκθεσης του. Ο δεύτερος μάρτυρας για την ενάγουσα ήταν σύζυγος της τελευταίας, Α. Νεοκλέους (ΜΕ2) ο οποίος ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι αυτός ήταν που ζήτησε από τον ΜΕ1 να διερευνήσει τις κατ' ισχυρισμό ζημιές που προκλήθηκαν στην περιουσία της συζύγου του. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ο μάρτυρας ότι προτού επικοινωνήσει με τον ΜΕ1 είχε ζητήσει από τον αδειούχο ηλεκτρολόγο XXXXX Σταύρου να προβεί σε παρόμοια διερεύνηση και σύμφωνα με την γραπτή δήλωση που υιοθέτησε ο μάρτυρας κατά την ακρόαση (Έγγραφο Α), ο λόγος που αποφάσισε να αποταθεί και στον ΜΕ1 ήταν διότι «Ο κ. Σταύρου επισκέφθηκε την κατοικία μου και διαπίστωσε ότι η βλάβη σημειώθηκε στις ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές που βρίσκονταν στην κατοικία. Δεν διαπίστωσε/ανακάλυψε κάποιο πρόβλημα με το σύστημα διανομής ηλεκτρισμού στο σπίτι μας. Δεν ήμουν ευχαριστημένος με αυτά που μου είπε (ο Σταύρου) και όπως μου εισηγήθηκε και αυτός (ο Σταύρου) θα ήταν καλύτερα να ειδοποιήσω ένα ηλεκτρολόγο/ηλεκτρονικό μηχανικό για να εξετάσει την βλάβη που έγινε». Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης, έθεσε στον τελευταίο τη θέση ότι φαίνεται να υπάρχει διάσταση μεταξύ των ισχυρισμών που περιέχονται στην Ε/Α και τη μαρτυρία του, γραπτή και προφορική και αυτό κατά τη συνήγορο διότι τα όσα ο μάρτυρας ισχυρίστηκε στη μαρτυρία του ότι του είπε ο Σταύρου δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στα όσα αναφέρονται στην παρ.5 της Ε/Α ότι συνιστούν τις κατ' ισχυρισμό διαπιστώσεις του τελευταίου, ενώ την ίδια στιγμή, καμία αναφορά δεν γίνεται στην Ε/Α στην κατ' ισχυρισμό εμπλοκή του ΜΕ1 αφού τα όσα ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι διαπίστωσε ο συγκεκριμένος μάρτυρας είναι, σύμφωνα με την παρ.5 της Ε/Α, διαπιστώσεις του Σταύρου και όχι του ΜΕ1. Αν και δέχτηκε ο μάρτυρας ότι δεν φαίνεται να γίνεται αναφορά στην Ε/Α στην εμπλοκή του ΜΕ1 και ότι οι κατ' ισχυρισμό διαπιστώσεις του τελευταίου παρουσιάζονται στο εν λόγω δικόγραφο να ήταν διαπιστώσεις του Σταύρου και όχι του ΜΕ1, ο ΜΕ2 επέμεινε στην ορθότητα της μαρτυρίας του και απέδωσε το όλο θέμα σε εκ παραδρομής καλόπιστο τυπογραφικό λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΕ2, ζητήθηκε από πλευράς ενάγουσας χρόνος για να εξεταστεί το ενδεχόμενο αφ' ενός προσκόμισης περαιτέρω μαρτυρίας και αφ' ετέρου καταχώρησης αίτησης τροποποίησης της Ε/Α αναφορικά με το θέμα «Σταύρου και ΜΕ1». Το αίτημα εγκρίθηκε και στις 11/03/20 η πλευρά της ενάγουσας δήλωσε ότι τελικά θα προχωρούσε με αίτηση τροποποίησης. Λόγω όμως του ξεσπάσματος της πανδημίας του κορωνοϊού, τέτοια αίτηση δεν κατέστη δυνατό να καταχωρηθεί πριν τις 29/05/20. Με την εν λόγω αίτηση, η πλευρά της ενάγουσας ζητά όπως της επιτραπεί στη βάση της «παλιάς» Δ.25 (λόγω της χρονολογίας της αγωγής) να τροποποιήσει την παρ.5 της Ε/Α της ώστε να διαγραφεί η φράση «Ο κ. XXXXX Σταύρου αδειούχος ηλεκτρολόγος» και να αντικατασταθεί με τη φράση «Ο κ. XXXXX Ορφανίδης αδειούχος ηλεκτρολόγος και ηλεκτρολόγος μηχανικός». Σύμφωνα με την υποστηρικτική Ε/Δ μίας εκ των δικηγόρων της ενάγουσας, ο λόγος που υποβάλλεται το υπό κρίση αίτημα είναι ουσιαστικά αυτός που ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε κατά την ακρόαση, ότι δηλαδή η αναφορά στο Σταύρου στην παρ. 5 της Ε/Α και όχι στον ΜΕ1 οφείλεται σε καλόπιστο εκ παραδρομής τυπογραφικό λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, το οποίο, σύμφωνα με την ομνύουσα, εντοπίστηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 και το οποίο θα πρέπει να διορθωθεί «έτσι ώστε η Ενάγουσα να είναι σε θέση να αποδείξει την απαίτηση της». Ισχυρίζεται δε η ομνύουσα, η οποία παραθέτει στην Ε/Δ τα γεγονότα που κατ' εκείνη περιβάλλουν την εμπλοκή του Σταύρου και του ΜΕ1 στην υπόθεση, ότι «η αιτήτρια ουδέποτε είχε σκοπό να αναφερθεί στον κ. XXXXX Σταύρου αλλά εξ αρχής επιθυμούσε να δικογραφήσει το όνομα του κ. XXXXX Ορφανίδη ως το άτομο το οποίο ετοίμασε την σχετική αναφορά για την βλάβη των ηλεκτρικών συσκευών». Η εναγόμενη πρόβαλε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση και με έντεκα λόγους ένστασης οι οποίοι περιστρέφονται κυρίως γύρω από τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις αυτής της φύσης, υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με την εναγόμενη, η πορεία της υπόθεσης και δη της ακροαματικής διαδικασίας δεν δικαιολογεί το σημερινό ισχυρισμό της ενάγουσας περί τυπογραφικού λάθους και πρόσφατης διαπίστωσης του λάθους αυτού, αλλά στην πραγματικότητα, «ο μοναδικός λόγος υποβολής της (αίτησης) τώρα είναι για να ενισχυθεί η μαρτυρία της εναγούσης και ως αναφέρετε ευθαρσώς στην παράγραφο 5 της Ενόρκου Δηλώσεως «έτσι ώστε η Ενάγουσα να είναι σε θέση να αποδείξει την απαίτηση της»». Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι την παρέθεσαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, στις οποίες κάμνω αναφορά πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Ως προς τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις τροποποίησης στη βάση της Διαταγής 25, ως ισχύει για την παρούσα υπόθεση, όπως είναι και η κυρίως νομική βάση της παρούσας αίτησης, αυτές έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων. Όπως προκύπτει από τις εν λόγω αποφάσεις, κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι πάντα τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)

(1990)1 AAΔ 24.) Το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια από τη σχετική νομολογία είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η σύγχρονη τάση, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις, ακόμα και όταν η όποια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Κατά κανόνα συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία που αφορά στις πρόνοιες της Δ.25 ως ισχύουν για την παρούσα υπόθεση, παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, εκτός βέβαια αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι οι αιτητές ενεργούν κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατή αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. (βλ. επίσης Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543), Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν) Σημειώνω εδώ ότι όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνεταίροι
(2012)1 Α.Α.Δ. 817: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." Οι πιο πάνω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές σημειώνω τα εξής. Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση ουσιαστικά ζητείται από το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο η επίμαχη αναφορά στην Ε/Α οφείλεται σε καλόπιστο εκ παραδρομής λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Αυτός όμως ο ισχυρισμός επί του οποίου εδράζεται η παρούσα αίτηση ήταν ουσιαστικά και ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο ΜΕ2 κατά τη μαρτυρία του όταν ρητά αντεξετάστηκε επί του θέματος αυτού, και όχι μόνο αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ2 η οποία, όπως και η υπόλοιπη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και θα παρουσιαστεί κατά την ακρόαση, υπόκειται σε αξιολόγηση στο τέλος της υπόθεσης αλλά είναι και ισχυρισμός που άπτεται και της υπόλοιπης μαρτυρίας που έχει μέχρι στιγμής παρουσιαστεί, ήτοι της μαρτυρίας του ΜΕ1, η οποία μαρτυρία επίσης έχει ολοκληρωθεί και υπόκειται σε αξιολόγηση. Θεωρώ συνεπώς ότι δεν μπορεί να επιχειρείται μέσω της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης τροποποίησης όπως εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας εξεταστεί από το Δικαστήριο το βάσιμο ή το δικαιολογημένο κάποιου ισχυρισμού που έχει προβάλει ένας μάρτυρας κατά την ακρόαση. Λαμβανομένου δε ιδιαίτερα υπόψη ότι αμφότερες οι πλευρές έχουν ήδη προβεί σε συγκεκριμένους χειρισμούς σε σχέση με τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί, οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί στο παρόν στάδιο αναφορικά με την ουσία του επίμαχου ισχυρισμού, ουσιαστικά θα συνεπάγεται θεωρώ, έκφραση δικαστικής κρίσης ως προς το αξιόπιστο του συγκεκριμένου ισχυρισμού του ΜΕ2 και θα συνιστά κατ' επέκταση εκ προοιμίου αποσπασματική αξιολόγηση της μαρτυρίας, κάτι που είναι όχι μόνο ανεπίτρεπο αλλά και σίγουρα θα προκαλέσει δυσανάλογη ζημιά στους διαδίκους αλλά και στα συμφέροντα της δικαιοσύνης γενικότερα. Το αν ευσταθεί ή όχι ο ισχυρισμός του ΜΕ2 περί καλόπιστου τυπογραφικού λάθους, όπως και το αν ευσταθούν οι επί του προκειμένου αλλά και οι γενικότερες θέσεις των δύο πλευρών αναφορικά με το περιεχόμενο της δικογραφίας και της μέχρι σήμερα προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως οι εν λόγω θέσεις έχουν ως τώρα προκύψει μέσα από τον τρόπο με τον οποίο έτυχαν χειρισμού η εξέταση και αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2, είναι θέμα που θα εξεταστεί στο τέλος της υπόθεσης, όπου είναι και το κατάλληλο στάδιο να γίνει κάτι τέτοιο, όταν και το σύνολο της μαρτυρίας θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Το ότι την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση δεν την κάμνει ο ίδιος ο μάρτυρας που ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος αλλά μία εκ των δικηγόρων του, αυτό ουδόλως μεταβάλλει την κατάσταση αφού ο επίμαχος ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση δεν είναι στην ουσία ισχυρισμός της ομνύουσας αλλά ισχυρισμός ενός μάρτυρα του οποίου η αξιοπιστία δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί εφόσον η ακρόαση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, υπό το φως των συγκεκριμένων περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση και τη μέχρι στιγμής προσκομισθείσα μαρτυρία, όπως την εν λόγω μαρτυρία έχω συνοψίσει πιο πάνω, κρίνω και ότι στο παρόν στάδιο της υπόθεσης δεν θα μπορούσε να επιτραπεί να τροποποιηθεί η Ε/Α με τον επιδιωκόμενο τρόπο χωρίς να προκληθεί ζημιά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με κάποια διαταγή εξόδων και αυτό διότι τυχόν έγκριση της προτιθέμενης τροποποίησης θα καταστήσει ουσιαστικά άνευ αντικειμένου ένα μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του ΜΕ2 και των θέσεων που του υποβλήθηκαν από πλευράς εναγόμενης αλλά και θα επηρεάσει και μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1, η οποία μαρτυρία υπενθυμίζω ότι παρουσιάστηκε χωρίς να υποβληθεί ένσταση από πλευράς εναγόμενης σε σχέση με την αποδεκτότητα της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, με βάση τις σχετικές νομικές αρχές, όπως και αν ήθελε ιδωθεί η παρούσα αίτηση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγομένης και εναντίον ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος. Ενόψει της απόρριψης της αίτησης θα προχωρήσω τώρα να ορίσω την υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, E.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.