Σωματείου «ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ» Ανθούπολης μέσω του Προέδρου του Ανδρέου ν. Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 1574/17, 9/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A266 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1574/17 Μεταξύ: Σωματείου «ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ» Ανθούπολης μέσω του Προέδρου του XXXXX Ανδρέου Ενάγοντες και XXXXX Αντωνίου Εναγόμενος ----------------- Ημερομηνία: 09 Ιουνίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Μ. Κυριάκου για Πολάκης Σαρρής & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κ. Κ. Γ. Θεοχαρίδης και κα Θ. Αντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή είναι εγγεγραμμένο σωματείο το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε συγκεκριμένο υποστατικό στην επαρχία Λευκωσίας εντός του οποίου υπήρχε επιχείρηση καφετέριας / μπουφέ καθώς επίσης και συναφής εξοπλισμός. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας που υπογράφτηκε μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου στις 06/07/12, ο τελευταίος έλαβε από τους πρώτους άδεια χρήσης, λειτουργίας και εκμετάλλευσης της εν λόγω επιχείρησης και εξοπλισμού έναντι μηνιαίου τέλους €600, πληρωτέο προκαταβολικά την πρώτη εργάσιμη μέρα κάθε μήνα. Από τις 05/07/12 μέχρι και τον Οκτώβριο 2012 ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε, λειτουργούσε και εκμεταλλευόταν κανονικά την επιχείρηση και εξοπλισμό ως η συμφωνία των μερών προέβλεπε και κατέβαλλε κανονικά το συμφωνημένο μηνιαίο τέλος. Από τον Νοέμβριο του 2012 μέχρι και τις αρχές Φεβρουαρίου 2013 όμως, αν και εξακολούθησε να παραμένει στο υποστατικό και να εκμεταλλεύεται και να χρησιμοποιεί την επιχείρηση και τον εξοπλισμό παρέλειψε να καταβάλει το συμφωνηθέν τέλος για κάθε αντίστοιχο μήνα, ήτοι παρέλειψε να καταβάλει το συνολικό ποσό των €
- Οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο το προαναφερόμενο ποσό των €1.800, αξίωση όμως την οποία ο τελευταίος απορρίπτει ισχυριζόμενος ότι καθ' όλη τη διάρκεια που χρησιμοποιούσε το υποστατικό, την επιχείρηση και τον εξοπλισμό των εναγόντων αναγκάστηκε να προβεί ο ίδιος σε διάφορες εργολαβικές εργασίες εντός του υποστατικού αξίας €3.
- Για το λόγο αυτό, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, δεν θα πρέπει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες χωρίς αυτοί να καταβάλουν σε εκείνον το ποσό των €3.000 και στη βάση αυτού του ισχυρισμού του, πέραν από υπεράσπιση προβάλλει και ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων για το ποσό των €3.
- Μέσω του σχετικού απαντητικού τους δικογράφου, οι ενάγοντες απορρίπτουν τα όσα συνθέτουν και περιβάλλουν την ανταπαίτηση του εναγόμενου και επαναλαμβάνουν τους δικούς τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αν και λόγω του ύψους της ανταπαίτησης (€3000) η υπόθεση τίθετο εκτός της εμβέλειας της διαδικασίας ταχείας εκδίκασης της νέας Δ.30 η οποία αφορά σε επίδικες διαφορές μέχρι €3000, εντούτοις αμφότερες οι πλευρές προώθησαν την υπόθεση τους στη βάση της εν λόγω ταχείας διαδικασίας, ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση ένορκης γραπτής μαρτυρίας και με δικαίωμα, εκεί όπου θα ζητείτο και θα δίνετο άδεια από το Δικαστήριο, αντεξέτασης των μαρτύρων της άλλης πλευράς . Μάλιστα δε, στη βάση αυτής της κοινής αντιμετώπισης της υπόθεσης από τις δύο πλευρές, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση μαρτυρίας τόσο σε σχέση με την αγωγή όσο και σε σχέση με την ανταπαίτηση, οδηγίες με τις οποίες αμφότερες οι πλευρές συμμορφώθηκαν, υποβλήθηκαν και εγκρίθηκαν αιτήματα για παράταση του χρόνου καταχώρησης της μαρτυρίας ενώ υπεβλήθη και αίτημα από πλευράς εναγόντων για αντεξέταση του εναγόμενου επί της γραπτής του μαρτυρίας το οποίο όμως αίτημα τελικά αποσύρθηκε στις 06/05/
- Ως προς την μαρτυρία που παρουσίασαν οι δύο πλευρές, από πλευράς εναγόντων κατατέθηκαν στις 25/01/19 και 07/02/20 Ε/Δ από τον Πρόεδρο του σωματείου, Α. Αντρέου, οι οποίες συνιστούσαν αντίστοιχα τη μαρτυρία των εναγόντων τόσο σε σχέση με την αξίωση όσο και με την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Σημειώνω εδώ ότι σε κάποιο μεμονωμένο σημείο της τελικής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόντων γίνεται μία απλή λεκτική αναφορά σε μαρτυρία κάποιου Σ. Ιωάννου ως φερόμενου δεύτερου μάρτυρα για τους ενάγοντες. Καμία όμως τέτοια μαρτυρία δεν εντοπίζεται στο φάκελο να έχει καταχωρηθεί από πλευράς εναγόντων και ούτε μέσω της αγόρευσης της συνηγόρου εντοπίζονται οποιαδήποτε άλλα στοιχεία αυτής της φερόμενης μαρτυρίας που να καταδεικνύουν ότι όντως καταχωρήθηκε τέτοια μαρτυρία. Προφανώς λοιπόν πρόκειται για τυπογραφικό λάθος στην αγόρευση της συνηγόρου το οποίο και θα αγνοηθεί. Από πλευράς εναγόμενου κατατέθηκε γραπτή ένορκη μαρτυρία μόνο από τον ίδιο στις 17/01/
- Τόσο η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και η τελική γραπτή επιχειρηματολογία που προέβαλαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επεκτάθηκαν σε όλα τα θέματα της αγωγής και της ανταπαίτησης. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο να παραθέσω και να εξετάσω όλες τις προβληθείσες θέσεις και αυτό γιατί μέσω της γραπτής ένορκης μαρτυρίας του ο εναγόμενος προέβη σε αριθμό παραδοχών οι οποίες έχουν ουσιαστικά περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τα επίδικα θέματα. Συγκεκριμένα με την παρ.2 της μαρτυρίας του ο εναγόμενος παραδέχτηκε ότι αν και «χρησιμοποιούσε, λειτουργούσε και εκμεταλλευόταν την εν λόγω επιχείρηση, παρέλειπε όμως να καταβάλει στους Ενάγοντες το ποσό των €600,00 για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2012 και Ιανουάριο του 2013, το οποίο αντιστοιχεί στο συνολικό οφειλόμενο ποσό των €1.800,00» (βλ. παρ.7 μαρτυρίας εναγόντων ημερ.25/01/19), ότι την 02/01/13 με γραπτή χειρόγραφη επιστολή τους προς τους ενάγοντες, ο εναγόμενος ειδοποίησε τους τελευταίους ότι επιθυμούσε να τερματίσει τη συμφωνία των μερών στις 02/02/13 όπως και έπραξε εγκαταλείποντας το υποστατικό, την επιχείρηση και τον εξοπλισμό και ότι στα πλαίσια επιστολών που ανταλλάχτηκαν μεταξύ των μερών και των δικηγόρων τους μεταξύ 04/02/15 και 29/02/16 και συγκεκριμένα σε επιστολή που έστειλε ο δικηγόρος του στις 29/02/16, αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, παραδέχτηκε ότι όντως οφείλει στους ενάγοντες το ποσό των €1.800 αναφορικά με τη χρήση και εκμετάλλευση της επιχείρησης, του υποστατικού και του εξοπλισμού για την περίοδο Νοεμβρίου 2012 - Φεβρουαρίου 2013 και ότι «είναι πρόθυμος διά την καταβολή του ποσού των 1.800 Ευρώ άμα τη καταβολή υπό εσάς του ποσού των 3.000 Ευρώ» (βλ. παρ.14 και Τεκ.5 μαρτυρίας Ανδρέου ημερ.25/01/19 και παρ.2 μαρτυρίας εναγόμενου). Κατέστη επίσης κοινώς αποδεκτό μέσω της μαρτυρίας του εναγόμενου ότι η γραπτή συμφωνία που επισυνάφθηκε ως Τεκ.2 στην μαρτυρία Ανδρέου ημερ.25/01/19 είναι η επίδικη συμφωνία που αφορά στις εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα σε σχέση με τη χρήση και εκμετάλλευση της επιχείρησης και του εξοπλισμού από τον εναγόμενο. Για όλα τα πιο πάνω κάμω ανάλογα ευρήματα. Ενόψει λοιπόν της αδιαμφισβήτητης και ρητής παραδοχής του εναγόμενου ότι όντως χρησιμοποίησε και εκμεταλλεύτηκε την επιχείρηση και τον εξοπλισμό των εναγόντων κατά την επίδικη περίοδο χωρίς όμως να καταβάλει το αντίστοιχο συμφωνηθέν αντάλλαγμα καθώς επίσης και της συναφούς παραδοχής του ότι όντως οφείλει να καταβάλει το αξιούμενο ποσό, καθίσταται περιττή η ενασχόληση με οποιοδήποτε άλλο θέμα αφορά στην αξίωση των εναγόντων και αφήνει ουσιαστικά ως μόνο επίδικο θέμα το βάσιμο ή όχι της ανταπαίτησης του εναγόμενου για το ποσό των €3.
- Η επί του προκειμένου εκδοχή που προώθησε ο εναγόμενος με τη μαρτυρία του είναι ότι τις εργολαβικές εργασίες που ισχυρίζεται ότι εκτέλεσε στο υποστατικό συνολικού κόστους €3000, του ζήτησαν να τις εκτελέσει διάφορες δημόσιες αρχές και τμήματα που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο λειτουργίας επιχειρήσεων της φύσης της επιχείρησης που αυτός λειτουργούσε. Προτού όμως τις εκτελέσει, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, συμφώνησε προφορικά με τον Α. Ανδρέου, ήτοι τον Πρόεδρο των εναγόντων, ότι αν πλήρωνε ο ίδιος τα έξοδα των εργασιών αυτών, οι ενάγοντες αφ' ενός δεν θα επέμεναν στην εκπλήρωση της συμβατικής του υποχρέωσης για καταβολή προκαταβολικά τριών μηνιαίων τελών ως εγγύηση για την από μέρους του πιστή εκπλήρωση της σύβασης και αφ' ετέρου θα συμφωνούσαν όπως επεκτείνουν τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας από 2 σε 5 χρόνια. Πρόσθετα τούτου, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι όταν τερμάτισε τη συμφωνία και εγκατέλειψε το υποστατικό και την επιχείρηση, οι ενάγοντες συμφώνησαν όπως τα οφειλόμενα τέλη των τριών μηνών αφαιρεθούν από το ποσό του κόστους των εργασιών που αυτός πλήρωσε, ήτοι από το ποσό των €3000 για το οποίο ισχυρίζεται ότι εξέδωσε προς τους ενάγοντες σχετικό τιμολόγιο στις 04/10/12 (Τεκ.1), και όπως του καταβληθεί η διαφορά των €1.
- Σημειώνω εδώ ότι προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι όντως επωμίσθηκε τα έξοδα των κατ' ισχυρισμό εργολαβικών εργασιών, ο εναγόμενος επεσύναψε στη μαρτυρία του ενυπόγραφη υπεύθυνη δήλωση κάποιου Θ. Κυλίλη, ο οποίος βεβαιώνει ότι τον Σεπτέμβριο 2012 προέβη σε μπογιάτισμα του υποστατικού και πληρώθηκε από τον εναγόμενο το ποσό των €
- Με άλλα λόγια, η ουσία της εκδοχής που προώθησε ο εναγόμενος κατά τη μαρτυρία του είναι ότι μετά την υπογραφή της συμφωνίας της 06/07/12 έγιναν άλλες συμφωνίες με τους ενάγοντες και δη προφορικές, στα πλαίσια των οποίων συμφωνήθηκε όπως ο εναγόμενος προβεί με προσωπικά του έξοδα στην εκτέλεση διαφόρων εργασιών στο υποστατικό και σε αντάλλαγμα οι ενάγοντες αφ' ενός θα θεωρούσαν ότι τους κατέβαλε το ποσό τριών μηνιαίων τελών ήτοι €1.800 το οποίο και θα πίστωναν προς όφελος του και αφ' ετέρου, κατά τον τερματισμό της συμφωνίας θα συμψηφούσαν το εν λόγω ποσό με τα οφειλόμενα τέλη τριών μηνών και θα του καταβάλουν τη διαφορά των €1.
- Σημειώνω εδώ ότι πιο οι πάνω μεταγενέστερες συμφωνίες που ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι έγιναν με τους ενάγοντες, αν όντως έγιναν, ουσιαστικά ακυρώνουν και αντικαθιστούν τους όρους 3.8, 3.9 και 5.1 της παραδεκτής συμφωνίας της 06/07/12, σύμφωνα με τους οποίους όρους οποιεσδήποτε επιδιορθώσεις ήθελαν γίνουν εντός του υποστατικού από τον εναγόμενο, τα έξοδα αυτών θα καλύπτονταν αποκλειστικά από τον τελευταίο προσωπικά και οποιεσδήποτε προσθήκες και/ή μετατροπές που θα γίνονταν εντός του υποστατικού, αυτές «θα παραμένουν στους Αδειοδότες με τη λήξη ή και τον τερματισμό της παρούσας συμφωνίας χωρίς οποιασδήποτε πληρωμή στον Αδειούχο.». Σημειώνω επίσης ότι η πλευρά των εναγόντων, η οποία αρνείται και την ύπαρξη οποιασδήποτε τέτοιας μεταγενέστερης συμφωνίας αλλά και την εκτέλεση οποιονδήποτε εργασιών ως ο εναγόμενος ισχυρίζεται, αυτούς ακριβώς τους όρους της συμφωνίας της 06/07/12 είναι που προβάλλει ως κώλυμα στην ανταπαίτηση του εναγόμενου, αν ήθελε αποδειχθεί ότι κάποιες εργασίες αυτός έκαμε στο υποστατικό. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να λεχθούν πολλά αναφορικά με το βάσιμο ή μη της εκδοχής που προώθησε με τη μαρτυρία του ο εναγόμενος και γενικότερα την ανταπαίτηση του. Αυτό γιατί πουθενά στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί σύναψης οποιασδήποτε συμφωνίας άλλης από αυτή της 06/07/12 και δη συμφωνίας που κατά τον εναγόμενο τροποποίησε ή μετέβαλε ή αντικατέστησε, όλη ή μέρος της συμφωνίας της 06/07/
- Όσα δε ισχυρίστηκε ο εναγόμενος κατά τη μαρτυρία του περί ύπαρξης μεταγενέστερων συμφωνιών με τον Ανδρέου και τους ενάγοντες δεν βρίσκουν κανένα έρεισμα στο δικόγραφο του όπου η εκεί προβαλλόμενη θέση περιορίζεται απλά στον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος απλά εκτέλεσε τις κατ' ισχυρισμό εργολαβικές εργασίες χωρίς όμως αυτό να συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με τις εκατέρωθεν συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα που απορρέουν από τη συμφωνία της 06/07/
- Αυτή η απουσία του αναγκαίου δικογραφικού υπόβαθρου δεν μπορεί παρά να συνεπάγεται όπως οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του εναγόμενου περί σύναψης προφορικών συμφωνιών μεταγενέστερα της συμφωνίας της 06/07/12, με τις οποίες μεταβλήθηκαν οι μέχρι τότε συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα, αγνοηθούν πλήρως (βλ. μεταξύ άλλων Μελάς Γιώργος ν. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826, ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΥΑΝΘΗ ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A935, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 38/2010, 8/12/2014, Χριστοφόρου ν. Ιακώβου ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Ι. Παπαχριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33, Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718, Παναγή κ.α. ν. Λαζάρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1317 και Βοσκού κ.α. ν. Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695). Παραμένει επομένως να εξεταστεί το κατά πόσο όντως ο εναγόμενος εκτέλεσε τις εργασίες που ισχυρίζεται ότι εκτέλεση και αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι θετική, κατά πόσο οι ενάγοντες οφείλουν να του καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με αυτές. Η απάντηση στο πιο πάνω θέμα δίνεται θεωρώ ευθέως από την μόνη συμφωνία που υπήρξε μεταξύ των μερών, ήτοι την γραπτή συμφωνία της 06/07/12, το περιεχόμενο της οποίας υπενθυμίζω ότι ο εναγόμενος παραδέχεται ότι αποδέχτηκε πλήρως, θέτοντας προς επιβεβαίωση τούτου και την υπογραφή του. Η εν λόγω συμφωνία καλύπτει ένα ευρύ φάσμα υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που ελεύθερα και αυτόβουλα αποδέχτηκε ο εναγόμενος και το οποίο φάσμα μάλιστα περιλαμβάνει μέχρι και την υποχρέωση στον εναγόμενο να μεταδίδει «.ιδίως δε τους αγώνες της ομάδας της Ομόνοιας Λευκωσίας.» και να «.αγοράζει καθημερινά και προσφέρει προς ανάγνωση εντός του υποστατικού την εφημερίδα Χαραυγή». Μεταξύ λοιπών των όρων που ο εναγόμενος ελεύθερα συμφώνησε να τον δεσμεύουν είναι και οι όροι 3.8, 3.9 και 5.1 η ουσία των οποίων ήταν ότι αν κατά τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας ήθελε κριθεί αναγκαίο, για οποιοδήποτε λόγο, όπως γίνουν εντός του υποστατικού οποιεσδήποτε εργασίες που θα αφορούσαν είτε σε επιδιόρθωση ζημιών πάσης φύσης, είτε σε μετατροπές ή προσθήκες, ό,τι δηλαδή συνιστά τη φύση των εργασιών που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εκτέλεσε, το κόστος αυτών των εργασιών θα το επωμίζετο αποκλειστικά ο εναγόμενος και οι ενάγοντες καμία υποχρέωση δεν θα είχαν να του καταβάλουν οποιαδήποτε αποζημίωση σε σχέση με τα έξοδα αυτά, έστω και αν στο τέλος οι τελευταίοι θα δικαιούνταν να κρατήσουν το όφελος των εν λόγω εργασιών. Κοντολογίς, είτε ο εναγόμενος εκτέλεσε τις κατ' ισχυρισμό εργασίες είτε όχι, η ουσία παραμένει ότι αυτός συμφώνησε ενυπογράφως ότι οι ενάγοντες δεν θα είχαν ποτέ καμία υποχρέωση να του καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με αυτές τις εργασίες και σίγουρα δεν είναι ούτε το έργο αλλά ούτε και καθήκον του Δικαστηρίου να προφυλάξει ένα αντισυμβαλλόμενο από τις όποιες συμβατικές δεσμεύσεις αυτός ελεύθερα αποφάσισε να επιβάλει στον εαυτό του, ιδιαίτερα δε όταν ακόμη και σήμερα κανένα παράπονο αυτός δεν προβάλλει σε σχέση με αυτές τις δεσμεύσεις. Η γενική αρχή λοιπόν ότι «...η υπογραφή δεσμεύει .(και ότι). Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές» (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2018:A67, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018), και η οποία αρχή «.υπαγορεύει πως ένα συμβαλλόμενο μέρος, όταν θέτει την υπογραφή του σε μια συμφωνία, δεσμεύεται από αυτήν, έστω και αν δεν την έχει διαβάσει, ή έστω και αν τελεί υπό άγνοια αναφορικά με την επίδρασή της κατά το δίκαιο. Είναι υπόλογος, στη βάση αυτήν, έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, (βλ. L'Estrange v. F. Graucob Ld. [1934] 2 K.B. 394.).» (βλ. ΚΚΑΖΑΝΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2020:A167, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 58/2013, 27/5/2020), τυγχάνει πλήρους εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση και δη κατά τρόπο που σφραγίζει την τύχη όλων των ισχυρισμών του εναγόμενου περιλαμβανομένης και της ανταπαίτησης του. Ο εναγόμενος συμφώνησε να χρησιμοποιεί την επιχείρηση και τον εξοπλισμό που βρισκόταν στο υποστατικό των εναγόντων έναντι συγκεκριμένου μηνιαίου τέλους και την ίδια στιγμή συμφώνησε και όπως επωμίζεται αποκλειστικά ο ίδιος όλα τα έξοδα που ενδέχετο να χρειαστεί να γίνουν στο υποστατικό έστω και αν αυτός θα απολάμβανε μόνο προσωρινά το όφελος των εργασιών αυτών. Αυτές όμως ήταν οι νόμιμες και δεσμευτικές συνέπειες της άσκησης της αποκλειστικής ελεύθερης βούλησης του εναγόμενου τις οποίες συνέπειες και δεν μπορεί να αποφύγει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνων ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση τους εναντίον του εναγόμενου ενώ ο τελευταίος απέτυχε να αποδείξει τα όσα περιβάλλουν και συνθέτουν την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του. Η αγωγή συνεπώς επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €1.800 ενώ η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, εφόσον απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εκεί όπου είναι κοινά για την απαίτηση και την ανταπαίτηση. (Υπ.) ............ Πιστό Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο