Thalassemia International Federation ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4373/13, 18/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A273 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4373/13 Μεταξύ: Thalassemia International Federation Ενάγουσα και
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ
- XXXXX Χριστοφίδης, υπό την ιδιότητά του ως Ειδικός Διαχειριστής
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, και υπό την ιδιότητά της ως Αρχής Εξυγίανσης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ή/και της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd
- Κυπριακή Δημοκρατία, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Υπουργός Οικονομικών, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Υπουργικό Συμβούλιο, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων Ημερομηνία: 18 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Χριστοδούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 3: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 4, 5 και 6: κα Στ. Δαμιανού-Παπαγεωργίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Για έξοδα) Εισαγωγή Στις 5/7/2013 καταχωρήθηκε η παρούσα Αγωγή με Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με την οποία η Ενάγουσα η οποία είναι μη κερδοσκοπικό και φιλανθρωπικό ίδρυμα διεκδικούσε, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για τουλάχιστον το συνολικό ποσό του €1.000.000, το οποίο κατά τις 26/3/2013 βρισκόταν πιστωμένο και/ή κατατεθειμένο στην Εναγόμενη 1 Τράπεζα δυνάμει γραμματίων και/ή εμπρόθεσμων καταθέσεων και/ή λογαριασμών και/ή σε μετοχές της Εναγόμενης 1 κατ' εφαρμογή του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013)και/ή δυνάμει των εκδοθέντων δυνάμει αυτού Διαταγμάτων και/ή για παράβαση των Άρθρων 6, 9, 23, 24, 25, 26 28, 30, 33 και 35 του Συντάγματος και/ή για δόλο και/ή απάτη όπως λεπτομερώς καθορίζεται στο Αιτητικό της Έκθεσης Απαίτησης. Το δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης και περιγράφεται αναλυτικά στον Πίνακα Α που έχει επισυναφθεί στο κείμενο της Αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας. Στις 5/11/2015 καταχωρήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας ειδοποίηση απόσυρσης της Αγωγής εναντίον του Εναγομένου
- Η Αγωγή καθ' όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 αποσύρθηκε χωρίς έξοδα. Στις 3/6/2020 οι συνήγοροι της Ενάγουσας ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου και απέσυραν την Αγωγή αναφορικά με όλους τους Εναγόμενους χωρίς επιφύλαξη και με την ταυτόχρονη δήλωση για την δυνατότητα συμμετοχής της Ενάγουσας, χωρίς οποιοδήποτε κώλυμα σε ταμεία και/ή χορηγίες και/ή επιδόματα και/ή άλλως πως ήθελαν ιδρυθούν στην Κυπριακή Δημοκρατία προς αποκατάσταση και αποζημίωση των καταθετών που υπέστησαν απομείωση των τραπεζικών τους καταθέσεων, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης κατά το έτος
- Σε ό,τι αφορά την Εναγόμενη 1 Τράπεζα, μετά την ανεπιφύλακτη απόσυρση της Αγωγής και εναντίον της, η Αγωγή απορρίφθηκε χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Το μοναδικό ζήτημα που παρέμεινε προς εξέταση από το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία είναι το θέμα των εξόδων σε ό,τι αφορά τους Εναγόμενους 3 μέχρι 6, εφόσον υπήρξε διαφωνία από πλευράς της Ενάγουσας στο αίτημα των Εναγομένων 3 μέχρι 6 να επιδικαστούν τα έξοδα υπέρ τους. Θέσεις και Εισηγήσεις των Μερών Αποτέλεσε θέση του κ. Χριστοδούλου εκ μέρους της Ενάγουσας ότι η ορθότερη και δικαιότερη υπό τις περιστάσεις διαταγή στην παρούσα υπόθεση θα ήταν η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδά της γιατί, κατά τη θέση του, θα ήταν άδικο η Ενάγουσα να επωμισθεί τα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας έχοντας ήδη υποστεί την τεράστια ζημιά επί των καταθέσεών της με την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης. Ειδικότερα, ο ευπαίδευτος συνήγορος αφού επεσήμανε ότι η καταχώρηση της παρούσας Αγωγής ήταν απόλυτο δικαίωμα της Ενάγουσας, όπως εξάλλου είχε αναγνωριστεί αυτό και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου
(2013)3 Α.Α.Δ. 427, όπου αναφέρθηκε ότι ο καταθέτης θα έπρεπε πρωτίστως να στραφεί προς τις τράπεζες (Εναγόμενη 1) με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αρχικής διαδικασίας και στη Δημοκρατία (Εναγόμενοι 4, 5 και 6) και/ή μέσω της Κεντρικής Τράπεζας (Εναγόμενη 3) και των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων, αυτό το δικαίωμα η Ενάγουσα το εξάσκησε με την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής. Ωστόσο, όπως πρόσθεσε, η απόδειξη της υπόθεσης χρειάζετο την κάλυψη επιπροσθέτων εξόδων για την κλήση μάρτυρα εμπειρογνώμονα, κάτι για το οποίο δεν ήταν σε θέση η Ενάγουσα να καλύψει εκ των προτέρων και, όπως υπογράμμισε, είναι για αυτό τον λόγο που αποφασίστηκε η απόσυρση της παρούσας Αγωγής με τις επιφυλάξεις που σημειώθηκαν ανωτέρω. Αποτέλεσε θέση του κ. Χριστοδούλου ότι είναι γεγονός κοινώς αποδεκτό ότι τα σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε η Κυπριακή Δημοκρατία το 2013 και τις σοβαρές επιπτώσεις στην προσπάθεια οικονομικής επιβίωσης του τόπου μας, αντιμετωπίστηκαν και επιλύθηκαν άμεσα μέσω της επέμβασης και απομείωσης με την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και των καταθέσεων της Ενάγουσας με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί υλική απώλεια και ζημιά. Όπως περαιτέρω υποστηρίχθηκε από τον συνήγορο, με δεδομένη της ως άνω κατάσταση πραγμάτων κρίνεται, υπό τις περιστάσεις, άδικο να κληθεί ουσιαστικά για δεύτερη φορά η Ενάγουσα να καταβάλει έξοδα υπέρ των Εναγομένων 3 μέχρι 6 σε σχέση με το επίδικο αντικείμενο της παρούσας Αγωγής που είχε ως αποτέλεσμα την απομείωση των καταθέσεων της για τη διάσωση της Κυπριακής Οικονομίας. Όπως χαρακτηριστικά έθεσε ο κ. Χριστοδούλου, με αυτό τον τρόπο η Κυπριακή Δημοκρατία απέφυγε την άτακτη χρεωκοπία του Κράτους και διασώθηκε η Κυπριακή Οικονομία αποφεύγοντας τη μετακύλιση του βάρους της διάσωσης της ευρύτερης οικονομίας του τόπου στους φορολογούμενους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ήταν η θέση του ότι σε περίπτωση που η Ενάγουσα κληθεί να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ουσιαστικά αυτή τιμωρείται διπλά για την ως άνω εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης. Όπως ο συνήγορος διευκρίνισε στην παρούσα περίπτωση, η παρούσα Αγωγή δεν αποσύρεται διότι λανθασμένα κινήθηκε εναντίον των Εναγομένων, αλλά γιατί δεν είναι σε θέση η Ενάγουσα να καταβάλει τα έξοδα που απαιτούνται για την προσκόμιση του κατάλληλου μαρτυρικού υλικού προς απόδειξη της υπόθεσης η οποία άπτεται ζητημάτων εξυγίανσης τα οποία είναι πολύπλοκα, νεοφανή και πρωτόγνωρα, αφορώντας δύσκολα νομικά θέματα τα οποία προκύπτουν από την αξίωση και για την οποία χρειάζεται λεπτομερής ειδική μαρτυρία. Αντίθετη υπήρξε η θέση των συνηγόρων εκ μέρους των Εναγομένων 3 μέχρι 6. Ειδικότερα, η συνήγορος της Εναγομένης 3 υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα και τη συμπεριφορά των διαδίκων μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης. Εν προκειμένω, υπογραμμίσθηκε ότι με δεδομένο ότι η Αγωγή αποσύρεται εναντίον της Εναγομένης 3, αποτυχούσα διάδικος θα πρέπει να θεωρηθεί η Ενάγουσα. Συγκεκριμένα, η συνήγορος επεσήμανε ότι ήταν επιλογή της Ενάγουσας να καταχωρήσει την παρούσα Αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 3, γεγονός το οποίο οδήγησε την Εναγόμενη 3 να προχωρήσει στην Υπεράσπιση της εκπροσωπούμενη από δικηγόρο. Υπογράμμισε ότι στο παρόν στάδιο, προτού η Αγωγή προχωρήσει σε Ακρόαση και αφού έχουν εν τω μεταξύ προκληθεί έξοδα, η Ενάγουσα αποφάσισε για δικούς της λόγους που δεν σχετίζονται με την Εναγόμενη 3 να αποσύρει την Αγωγή. Όπως το έθεσε, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας διαφορετικά από τον κανόνα που καθιέρωσε η νομολογία για επιδίκαση εξόδων υπέρ του Εναγομένου όταν η Αγωγή διακόπτεται και/ή αποσύρεται. Περαιτέρω η συνήγορος υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 3 δικαιούται στα έξοδά της αφού, όπως προκύπτει και από την Υπεράσπισή της, αρνείται όσα η Ενάγουσα της καταλογίζει και εγείρει προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με τις ευθύνες που τις καταλογίζονται. Τέλος, υποστήριξε ότι δεν θα ήταν δίκαιο και εύλογο η Εναγόμενη 3 να αποστερηθεί τα έξοδα τα οποία υποβλήθηκε για την Υπεράσπισή της έναντι σε όσα ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Η κα Δαμιανού εκ μέρους των Εναγομένων 4, 5 και 6 επεσήμανε εξαρχής ότι η ουσία της διαφοράς των μερών δεν είναι αναγκαίο να απασχολήσει το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση και με βάση αυτή την επισήμανση δεν έγινε στην αγόρευσή της οποιαδήποτε τέτοια αναφορά. Η συνήγορος των Εναγομένων 4, 5 και 6 αφού αναφέρθηκε συνοπτικά στο δικονομικό ιστορικό της παρούσας υπόθεσης επεσήμανε ότι οι Εναγόμενοι 4, 5 και 6 δεν συνέβαλαν αδικαιολόγητα με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση των εξόδων της Αγωγής, κάτι το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία, θα αποτελούσε παράγοντα για την εναντίον τους επιδίκαση των εξόδων. Επιπλέον, η συνήγορος επικαλέστηκε την πάγια νομολογία σύμφωνα με την οποία βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το αποτέλεσμα της δίκης διευκρινίζοντας ότι εξαίρεση από τον κανόνα αυτό αποτελεί περίπτωση διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με τον χειρισμό της υπόθεσης στην αύξηση των εξόδων. Αφού αναφέρθηκε στη νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα αυτό, ήταν η θέση της ότι η Ενάγουσα θα πρέπει μετά την απόσυρση της Αγωγής να καταβάλει τα έξοδα των Εναγομένων. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα εκπηγάζει από Άρθρο 43[1] του Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν. 14/60) και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.59, θ. 1[2]. Σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία να εκδίδει διατάγματα σχετικά με έξοδα. Είναι καθιερωμένη πρακτική των Δικαστηρίων ότι συνήθως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός εάν το Δικαστήριο, ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, κρίνει διαφορετικά. Η διακριτική, όμως, αυτή εξουσία πρέπει να ασκείται δικαστικά και κατά συνέπεια η άσκησή της υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο[3]. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Νικολάου κ.ά. ν. Ιακωβίδη ECLI:CY:AD:2014:A487, Πολιτική Έφεση αρ. 302/2008, ημερ. 8/7/2014: «Το Δικαστήριο έχει πάντα διακριτική ευχέρεια ως προς την επιδίκαση ή όχι εξόδων. Η εξουσία αυτή ασκείται δικαστικά. Κατά κανόνα ακολουθείται το αποτέλεσμα, αλλά το Δικαστήριο μπορεί να παρεκκλίνει αν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων (βλ. Αρέστη ν. Λαδόκονου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 646, Κυπριανού ν. Πιλλακούρη
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1873, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1390)». Στην υπόθεση Χαψή κ.ά. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1403 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Είναι παγιωμένο ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς τα έξοδα, ασκείται δικαστικά. Γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστά το αποτέλεσμα. Η δικαίωση δεν πρέπει, όπως επισημαίνεται στην Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Δεν χωρεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υποδεικνύεται στην Georgios E. Glykys ν. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220, η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Διατυπώνεται η θέση ότι, "feelings of kindness are not, of course, the correct criterion in deciding the question of costs".» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd.
(1993)1 A.A.Δ. 12 τονίσθηκαν τα εξής αναφορικά με το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο». Στην υπόθεση Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 218 τονίσθηκε ότι τα έξοδα αποτελούν το συντελεστή επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας των χειρισμών των διαδίκων σε σχέση με τη δικαστική διαδικασία. Ο Κανόνας ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα βασίζεται στην αρχή ότι ένα άτομο δεν θα πρέπει να επιβαρυνθεί οικονομικά διεκδικώντας τα δικαιώματα του μέσω της δικαστικής διαδικασίας. Επιπλέον βασίζεται στην αρχή ότι αν ένας διάδικος προκαλεί χωρίς νόμιμη αιτία έξοδα σε άλλο διάδικο, τον αντίδικο του, τότε είναι δίκαιο να αποζημιώσει τον τελευταίο. Εν ολίγοις ο Κανόνας αυτός λειτουργεί αποτρεπτικά τόσο για ένα Ενάγοντα όσο και για ένα Εναγόμενο όταν αυτός, στην πρώτη περίπτωση, προωθεί αβάσιμη υπόθεση, και, στη δεύτερη περίπτωση, υπερασπίζεται αβάσιμη υπεράσπιση[4]. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την Αγγλική υπόθεση Arkin v Borchard Lines Ltd [2005] EWCA Civ. 655 Lord Phillips M.R. stated: "The main principle that underlies the rule is that if one party causes another unreasonably to incur legal costs he ought as a matter of justice to indemnify that party for the costs incurred. A defendant who has wrongfully injured a claimant and who has refused to pay the compensation due should pay the costs that he has caused the claimant to incur, so that the claimant receives a full indemnity. A claimant who brings an unjustified claim against a defendant so that the defendant is forced to incur legal costs in resisting that claim should indemnify the defendant in respect of the costs he has caused the defendant to incur. Causation is usually a vital factor when considering whether to make an award of costs against a party." Εξέταση Αίτησης Με δεδομένο ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η Ενάγουσα έχει, πριν την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, προχωρήσει στην διακοπή της (discontinuance) εναντίον όλων των Εναγομένων - όρος ο οποίος περιγράφει το τέλος του συνόλου της Αγωγής και όχι το τέλος μέρους της μόνο το οποίο αναφέρεται σε απόσυρση (withdrawal) - τυγχάνει εφαρμογής η Δ.15, θ.3 η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 3. Any defendant may have judgment for the costs of the action if it is wholly discontinued against him, or for the costs occasioned by the matter withdrawn, if the action be not wholly discontinued. Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας P.E.Lithos Stone IT (NATURAL STONES & MARBLES) LTD v. Δημήτρη Δημητρίου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1985 αφού επισημάνθηκε ότι η επιδίκαση εξόδων της δίκης και ο επιμερισμός τους, όπως συνάγεται από τη Δ.59, θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και τη νομολογία, ανήκουν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά, αναφέρθηκε ότι «σε περιπτώσεις διακοπής της διαδικασίας, ο εναγόμενος, χωρίς η βασική αρχή ότι η επιδίκαση των εξόδων ανήκει στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να καταργείται, δικαιούται στα έξοδα». Έχοντας κατά νουν όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα γεγονότα δεν πρέπει να διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου, ότι ενώ, αδιαμφισβήτητα, ήταν επιλογή της Ενάγουσας να καταχωρήσει την παρούσα Αγωγή, εντούτοις πριν αυτή προχωρήσει σε ακρόαση και αφού οι Εναγόμενοι καταχώρησαν τις Υπερασπίσεις τους και μεσολάβησε σωρεία ενδιάμεσων διαδικασιών, η Ενάγουσα αποφάσισε, για λόγους που την αφορούν, την διακοπή της Αγωγής. Ειδικότερα η Ενάγουσα αποφάσισε να αποσύρει την παρούσα Αγωγή ούτως ώστε να μην επιβαρυνθεί περαιτέρω έξοδα που θα προέκυπταν στο πλαίσιο της προσπάθειας της να αποδείξει την υπόθεση της. Το ερώτημα που εν προκειμένω εγείρεται είναι κατά πόσο θα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο και δίκαιο οι Εναγόμενοι να αποστερηθούν των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν υπερασπιζόμενοι την παρούσα Αγωγή έναντι των όσων η Ενάγουσα τους καταλόγιζε. Εν ολίγοις αυτό που στην πραγματικότητα εγείρεται είναι κατά πόσο δικαιολογείται οποιαδήποτε απόκλιση από τον κανόνα που η Δ.15, θ.3 καθώς και η σχετική νομολογία καθιέρωσε για το δικαίωμα στον Εναγόμενο να του επιδικάζονται τα έξοδα της αγωγής όταν αυτή διακόπτεται ή αποσύρεται. Το ότι η πλευρά της Ενάγουσας προβάλλει στην παρούσα Αγωγή ζητήματα που, κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο της, είναι «πολύπλοκα, νεοφανή και πρωτόγνωρα που άπτονται θεμάτων εξυγίανσης», υπό την έννοια, όπως αντιλαμβάνομαι, της μη ύπαρξης δικαστικού προηγούμενου αλλά και της αναγκαιότητας προσκόμισης λεπτομερούς και ειδικής μαρτυρίας, δεν θεωρώ ότι μπορεί να δικαιολογήσει την διακοπή της Αγωγής χωρίς την έκδοση διαταγής σε σχέση με τα έξοδα των Εναγομένων, οι οποίοι μέσω των Υπερασπίσεων που καταχώρησαν αρνούνται τα όσα η Ενάγουσα τους καταλογίζει ενώ στην περίπτωση της Εναγόμενης 3 έχουν επιπλέον προβληθεί και προδικαστικές ενστάσεις. Με δεδομένο ότι η παρούσα Αγωγή δεν έχει εκδικαστεί δεν είναι νοητό να γίνεται αναφορά στην ουσία της διαφοράς των μερών κατά τον τρόπο που επιχείρησε να κάνει ο κ. Χριστοδούλου. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε γεγονότα παραδεκτά τα οποία να βαρύνουν την πλάστιγγα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να προβαίνει σε εικασίες αναφορικά με το ποιος από τους δύο διαδίκους θα πετύχαινε στην παρούσα υπόθεση σε περίπτωση εκδίκασης της. Όπως έχει αναφερθεί και σε σχετική Αγγλική νομολογία με δεδομένο ότι δεν μπορεί πλέον να εκδικαστεί η παρούσα υπόθεση δεν θα ήταν νοητό να υπεισέλθει το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο σε οποιοσδήποτε υπολογισμό των θεωρητικών πιθανοτήτων επιτυχίας σε περίπτωση που οι διάδικοι προχωρούσαν σε εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης[5]. Ούτε βεβαίως η επίδραση παραγόντων που αφορούν την περίπτωση της Ενάγουσας ως φιλανθρωπικό μη κερδοσκοπικό ίδρυμα και το γεγονός της απομείωσης των καταθέσεων της στο πλαίσιο εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης συνιστά, κατά την κρίση μου, το ορθό κριτήριο για να αποφασιστεί το ζήτημα των εξόδων. Σχετική είναι η ακόλουθη αναφορά στην υπόθεση Glykys v. Ioannides 24 C.L.R. 220: "As regards the costs of the action it Is clear that the learned trial Judge was moved by feelings of kindness towards the tenant in not ordering him to pay costs ; feelings of kindness are not, of course, the correct criterion in deciding the question of costs". Στη βάση όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί στην προκειμένη περίπτωση την οποιαδήποτε απόκλιση από τον κανόνα που η Δ.15, θ.3 καθώς και η σχετική νομολογία καθιέρωσε για το δικαίωμα στον Εναγόμενο να του επιδικάζονται τα έξοδα της αγωγής όταν αυτή διακόπτεται. Κατάληξη Ως εκ τούτου τα έξοδα της παρούσας Αγωγής επιδικάζονται προς όφελος των Εναγομένων 3 - 6 και εναντίον της Ενάγουσας ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] 43. Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας, ή τα σχετιζόµενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόµου ή δευτερογενούς νοµοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του δικαστηρίου και το δικαστήριον θα έχη πλήρη εξουσίαν να αποφασίζη υπό τινος και κατά τινα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι. [2] 1. Subject to the provisions of any law or Rules, the costs of and incident to any proceeding shall be in the discretion of the Court or Judge, who may authorize an executor, administrator or trustee who has not unreasonably instituted, or carried on, or resisted any proceeding, to have his costs paid out of a particular estate or fund. [3] Δέστε, μεταξύ άλλων, Eleftheriou v. Roussou
(1958)23 C.L.R. 191, Γιαννάκης Φιλίππου ν. Έλενας Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890 [4] Δέστε το Σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure , para.26.31: "The rule is said to deter claimants from bringing and defendants from defending unmeritorious actions." [5] Δέστε την υπόθεση J.T. Stratford & Son Ltd v. Lindley and Others (No.2)
(1969)3 All E.R. 1122 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν και τα εξής: "The plain fact is that, when the House of Lords made the order for "costs in the cause", they anticipated that the case would go to trial for adjudication on the merits. It was a case that was finely balanced. A slight turn in the evidence might make all the difference. So the House thought it right to make the costs of the interlocutory proceedings depend on who won or lost in the main action. But a situation has arisen which they never envisaged. Counsel for the plaintiffs has urged us to award the plaintiffs the costs because they would very probably have won if the action had been tried on its merits. I decline to go into that question. We cannot try the action at this stage.." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο