ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΛΤΔ ν. ΧΑΣΑΠΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1461/13, 9/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A268 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1461/13 Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 12/09/19 Μεταξύ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΛΤΔ Ενάγοντας και
- XXXXX ΧΑΣΑΠΗΣ
- G. HASSAPIS HOLDINGS LTD Εναγόμενοι ----------------- Ημερομηνία: 09 Ιουνίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Ε. Χειμώνας για Ανδρέας Γ. Δανός & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κα Γ. Δημητρίου για Αμδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, εταιρεία που ασχολείται με την εμπορία υλικών οικοδομής και ειδών υγιεινής, ισχυρίζονται ότι «κατόπιν εις Λευκωσίαν συμφωνίας με τους εναγομένους και ή προσφοράς τους και διαρκούσης της περιόδου από 01.01.2002 - 31.12.2012» πωλούσαν και παρέδιδαν στους τελευταίους εμπορεύματα «επί πιστώσει ή και δυνάμει εντόκων τιμολογίων» τα οποία χρησιμοποιούνταν στην ανέγερση διάφορων οικιστικών συγκροτημάτων τα οποία καταγράφονται στην Ε/Α. Αναφορικά με αυτή τους τη συνεργασία με τους εναγόμενους, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τηρούσαν σχετικό λογαριασμό στον οποίο κατέγραφαν όλες τις χρεώσεις που αφορούσαν σε εμπορεύματα που πώλησαν και παρέδωσαν και όλες τις πιστώσεις που αφορούσαν σε πληρωμές που έκαμναν οι εναγόμενοι έναντι των εμπορευμάτων που τους παραδίδονταν. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, περί τις 31/12/12 το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγομένων παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €70.508,34 και επειδή οι εναγόμενοι παρέλειψαν να ανταποκριθούν θετικά στις εκκλήσεις των εναγόντων για εξόφληση του, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνεται εναντίον αμφότερων των εναγομένων το εν λόγω ποσό ως υπόλοιπο αξίας πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού. Στην αντίπερα όχθη, με την κοινή υπεράσπιση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι, αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε παρήγγειλαν οποιαδήποτε εμπορεύματα από τους ενάγοντες, ότι ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε συμφωνία μαζί τους και ότι καμία σχέση έχουν με τα οικοδομικά έργα στα οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αφορούσαν τα εμπορεύματα που παρέδωσαν. Θέση των εναγομένων είναι ότι στα εν λόγω οικοδομικά έργα εμπλέκεται τρίτο νομικό πρόσωπο και συνεπώς κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν έχουν οι ενάγοντες εναντίον των εναγομένων. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω ισχυρισμών τους, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης ότι «έστω και αν ήθελε φανεί ότι οι ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους εναγόμενους εμπορεύματα αυτά ήταν ελαττωματικά και/ή η αναφερόμενη αξία δεν είχε ούτε συμφωνηθεί αλλά ούτε και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα» και ότι «αν ήθελε φανεί ότι οι εναγόμενοι όφειλαν στους ενάγοντες οιονδήποτε ποσό, αυτό έχει εξοφληθεί». Κατά την ακρόαση μαρτυρία από πλευράς εναγόντων έδωσαν ο οικονομικός τους διευθυντής, Γ. Πέτσας (ΜΕ1) και ο διευθυντής τους Γ. Κυπριανού (ΜΕ2) ενώ από πλευράς εναγομένων μαρτυρία έδωσε μόνο ο εναγόμενος 1, ο οποίος κατέθεσε τόσο υπό την προσωπική ιδιότητα με την οποία ενάγεται όσο και υπό την ιδιότητα του διευθυντή της εναγόμενης
- Στο σύνολο τους κατατέθηκαν οκτώ τεκμήρια. Σε γενικές γραμμές η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, η ουσία της κυρίως εξέτασης των οποίων έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφα Α και Β αντίστοιχα), κύλησε πάνω στη δικογραφημένη θέση ότι στα πλαίσια συνεργασίας με τους εναγόμενους, πώλησαν στους τελευταίους αριθμό εμπορευμάτων τα οποία τους παρέδωσαν μαζί με τα σχετικά τιμολόγια και δελτία αποστολής - παραλαβής και ανάλογα χρέωσαν το σχετικό λογαριασμό όπως ανάλογα πίστωσαν το λογαριασμό όταν οι εναγόμενοι προέβηκαν σε διάφορες πληρωμές έναντι των εμπορευμάτων που παρέλαβαν. Παρά ταύτα, από τον Δεκέμβριο 2012 οι εναγόμενοι παραλείπουν να εξοφλήσουν το αξιούμενο ποσό το οποίο συνιστά και το εναπομείναν οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού και αυτό παρά τις διαβεβαιώσεις τους προς τους ενάγοντες ότι θα προέβαιναν σε τέτοια εξόφληση. Στα πλαίσια της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 κατατέθηκαν ως τεκμήρια η κατάσταση λογαριασμού που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι τηρούσαν και απέστελλαν κατά καιρούς στους εναγόμενους (Τεκ. 2 και 3), τα τιμολόγια και τα αντίστοιχα δελτία αποστολής - παραλαβής που εκδόθηκαν σε σχέση με τα πλείστα εμπορεύματα που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν και τα οποία αντιστοιχούν στις καταγραφείσες χρεοπιστώσεις του λογαριασμού (Τεκ.4 και 5) και δύο αποδείξεις που εκδόθηκαν στις 17/11/09 και 20/07/12 κατόπιν πληρωμών που έκαμε η εναγόμενη 2 έναντι των πωληθέντων εμπορευμάτων (Τεκ.6). Σημειώνω εδώ ότι στην προαναφερόμενη κατάσταση λογαριασμού, η οποία κατατέθηκε σε δύο μέρη (Τεκ.2 23/05/06 - 31/12/18 και Τεκ.3 08/01/09 - 03/04/12) λόγω του ότι, ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, το λογιστικό λογισμικό των εναγόντων άλλαξε την 01/01/09, ως όνομα λογαριασμού - πελάτη αναφέρεται αυτό της εναγόμενης 2, η οποία στο πρώτο μέρος της κατάστασης χαρακτηρίζεται και ως DEBTOR (χρεώστης), ενώ σε άλλο σημείο του πρώτου μέρους της κατάστασης, γίνεται αναφορά και στο όνομα του εναγόμενου
- Ο λόγος που το όνομα του τελευταίου δεν αναφέρεται καθόλου στο δεύτερο μέρος της κατάστασης είναι, σύμφωνα με το ΜΕ1, διότι το νέο σύστημα από το οποίο εκδόθηκε το δεύτερο μέρος της κατάστασης δεν επέτρεπε την καταχώρηση δεύτερου ονόματος. Στο σύνολο της όμως, η κατάσταση λογαριασμού ξεκινά με μηδενικό υπόλοιπο από το Μάιο 2006 και τελειώνει με χρεωστικό υπόλοιπο €70.508,34 στις 03/04/12 και σύμφωνα με αμφότερους τους ΜΕ1 και ΜΕ2, αυτή ήταν ουσιαστικά και η επίδικη περίοδος συνεργασίας με τους εναγόμενους, ήτοι από 23/05/06 μέχρι 03/04/
- Σε ερώτηση της συνηγόρου των εναγομένων ως προς το γιατί στην Ε/Α γίνεται αναφορά σε συνεργασία από το 2002, οι μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι συνιστά πρακτική του δικηγορικού γραφείου που τους εκπροσωπεί να «επεκτείνει» στο δικόγραφο την κατ' ισχυρισμό συνεργασία ώστε να μπορούν να «καλυφτούν» τυχόν προηγούμενες συναλλαγές αν ήθελε φανεί στην πορεία της υπόθεσης ότι υπάρχουν τέτοιες συναλλαγές. Οι ΜΕ1 και ΜΕ2 αντεξετάστηκαν επί όλων σχεδόν των πτυχών της μαρτυρίας τους. Ενόψει όμως του ότι μετά και την μαρτυρία του εναγόμενου, αρκετές πτυχές της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 κατέστησαν αποδεκτές από πλευράς του πρώτου, επί του παρόντος θα περιοριστώ να παραθέσω απλά τις θέσεις που προωθήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης κατά την αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων και σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου θα κάνω ειδική αναφορά στις πτυχές της μαρτυρίας τους οι οποίες παρέμειναν να αμφισβητούνται. Ιδιαίτερη λοιπόν έμφαση δόθηκε από τη συνήγορο των εναγομένων κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2 στον ισχυρισμό των τελευταίων ότι οι ενάγοντες συνεργάστηκαν με τους συγκεκριμένους εναγόμενους, στην ιδιότητα με την οποία οι μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι είχε ο εναγόμενος 2 κατά τις επαφές τους και στην ορθότητα και ακρίβεια της αναφοράς που γίνεται στα τιμολόγια και επίδικο λογαριασμό στο όνομα των συγκεκριμένων εναγομένων. Υποβλήθηκε συναφώς στους μάρτυρες ότι ουδέποτε υπήρξε συμφωνία με την εναγόμενη 2 για πώληση και παράδοση εμπορευμάτων αλλά ότι τέτοια συμφωνία ήταν με τρίτες εταιρείες οι οποίες ήταν και οι εταιρείες που αποκλειστικά είχαν αναλάβει να κατασκευάσουν τα έργα στα οποία παραδόθηκαν τα εμπορεύματα των εναγόντων, ότι όποια εμπλοκή είχε ο εναγόμενος 1 αυτή ήταν πάντα υπό την ιδιότητα του διευθυντή εταιρείας και ποτέ υπό την προσωπική του ιδιότητα και ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι παρέλαβαν οποιοδήποτε τιμολόγιο ή κατάσταση λογαριασμού εφόσον η συνεργασία των εναγόντων δεν ήταν μαζί με τους εν λόγω εναγόμενους. Σημειώνω εδώ ότι αν και αρχικά υπεβλήθη και η θέση ότι οι κατ' ισχυρισμό τρίτες εταιρείες με τις οποίες στην πραγματικότητα συνεργάστηκαν οι ενάγοντες καμία σχέση δεν έχουν με τους εναγόμενους εντούτοις στην πορεία υπεβλήθη η θέση, η οποία ήταν εν τέλει και η θέση που προωθήθηκε από πλευράς υπεράσπισης, ότι οι εν λόγω τρίτες εταιρείες συνιστούν εταιρείες του ίδιου ομίλου με την εναγόμενη 2 αλλά χωριστές και ανεξάρτητες οντότητες, στις οποίες ο εναγόμενος 1 ήταν, όπως και στην εναγόμενη 2, διευθυντής. Σημειώνω επίσης ότι στους ΜΕ1 και ΜΕ2 υπεβλήθη και η θέση ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στις υποσημειώσεις κάποιων τιμολογίων δεν είχαν καμία σχέση με την εναγόμενη 2 ούτε και ήταν εργοδοτούμενοι ή αντιπρόσωποι της αλλά ήταν εργοδοτούμενοι των εταιρειών G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd, ήτοι των τρίτων, συνδεδεμένων μεν ανεξάρτητων δε, εταιρειών με τις οποίες φαίνεται να συνεργάστηκαν στην πραγματικότητα οι ενάγοντες. Προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού κατατέθηκαν κατά την ακρόαση αντίγραφα των δηλώσεων που έκαμαν οι εν λόγω εταιρείες στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις (ΚΑ) αναφορικά με τους υπαλλήλους τους ενώ δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός μετά και την κλήτευση αρμόδιου λειτουργού των Κ.Α., ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η εναγόμενη 2 δεν είχε δηλώσει στις Κ.Α οποιοδήποτε μισθωτό υπάλληλο και ούτε είχε η ίδια δηλωθεί ως εργοδότης οποιουδήποτε προσώπου. Όπως ανέφερα πιο πάνω, παρ' όλη την έκταση της αμφισβήτησης που προβλήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2, αρκετές πτυχές της υπόθεσης δηλώθηκαν από τον εναγόμενο 1 κατά τη μαρτυρία του να μην αμφισβητούνται. Σε αυτές τις μη αμφισβητούμενες πτυχές κάμνω αναφορά σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου και επί του παρόντος περιορίζομαι να παραθέσω τους ισχυρισμούς γύρω από τους οποίους περιστράφηκε η εκδοχή του εναγόμενου 1, η ουσία της κυρίως εξέτασης του οποίου επίσης έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Γ). Οι πιο κάτω ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 δε, ουσιαστικά κατέληξαν να συνιστούν και τα επίδικα θέματα στην υπόθεση. Α. Η συνεργασία των εναγόντων δεν ήταν με την εναγόμενη 2 αλλά με τις εταιρείες G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd οι οποίες ήταν και οι εταιρείες που είχαν συμβατικά αναλάβει να κατασκευάσουν τα έργα στα οποία παραδίδονταν και χρησιμοποιούνταν τα υλικά των εναγόντων (Τεκ.7). Ισχυρίστηκε συναφώς ο εναγόμενος ότι αγοραστές των εμπορευμάτων των εναγόντων ήταν πάντοτε οι δύο πιο πάνω εταιρείες και αυτές τις εταιρείες είναι και που ο ίδιος εκπροσωπούσε κατά τις επαφές του με τους ενάγοντες υπό την ιδιότητα του διευθυντή. Θέση του ήταν ότι «τα διάφορα ονόματα τα οποία αναγράφονται στο κάτω μέρος της τελευταίας δέσμης του Τεκμηρίου 4 (τιμολόγια), ανήκουν σε πρόσωπα τα οποία ήταν εργοδοτούμενοι κατά την επίδικη περίοδο των εταιρειών G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd.», ότι «τα ονόματα και υπογραφές που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 5 (δελτία παραλαβής αποστολής) καμία σχέση έχουν με την εναγόμενη 2 αλλά ούτε καν με τις εταιρείες G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd.», ότι ο ίδιος είχε επαφή με τα λογιστήρια της εναγόμενης 2 και των G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd και ναι μεν οι ενάγοντες έστελλαν τα τιμολόγια και την κατάσταση λογαριασμού τους ζητώντας να πληρωθούν τη σχετική αμοιβή τους και ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία σε σχέση με τα εν λόγω τιμολόγια και καταστάσεις αφού άλλωστε κατά καιρούς γίνονταν και πληρωμές έναντι, όμως τα τιμολόγια που έστελλαν τότε οι ενάγοντες δεν είναι αυτά που παρουσίασαν στην ακρόαση αλλά άλλα τιμολόγια, τα οποία δεν αναφέρονταν στην εναγόμενη 2 ή στον ίδιο και τα οποία αποστέλλονταν στα γραφεία και λογιστήριο των αγοραστών, ήτοι των G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd, ότι είναι οι εν λόγω εταιρείες που πλήρωναν τα εμπορεύματα και όχι η εναγόμενη 2 και ότι όσον αφορά τις δύο φερόμενες πληρωμές της τελευταίας (Τεκ.6), «.δεν αναγνωρίζω τα Τεκμήρια 5 και 6.». Β. Η όποια εμπλοκή του ιδίου στη συνεργασία που είχαν οι ενάγοντες με τις G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd καθώς επίσης και οι συναντήσεις του με το ΜΕ2 ήταν πάντα υπό την διευθυντική και ποτέ υπό την προσωπική του ιδιότητα και ουδέποτε αυτός ανέλαβε όπως ευθύνεται προσωπικά για τις οποιεσδήποτε οφειλές ήθελαν δημιουργηθούν προς τους ενάγοντες Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν ο καθένας τους το αξιόπιστο της εκδοχής του αντίστοιχου πελάτη του έναντι του αναξιόπιστου της εκδοχής της άλλης πλευράς. Ειδική αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ εδώ με μία εκ των εισηγήσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων, η οποία στην τελική της αγόρευση υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι «όποια μαρτυρία παρουσιάστηκε για τον εναγόμενο 1» θα πρέπει να αγνοηθεί και αυτό κατά τη συνήγορο γιατί «οι ενάγοντες δεν δικογραφούν οποιοδήποτε ισχυρισμό αναφορικά με τον εναγόμενο 1», ούτε καν σε σχέση με την ιδιότητα με την οποία τον ενάγουν. Ως προς τη θέση αυτή της συνηγόρου θα περιοριστώ απλά να αναφέρω ότι αυτή δεν ευσταθεί, όχι μόνο γιατί γίνεται ρητή αναφορά στην Ε/Α ως προς το πραγματικό και νομικό πλαίσιο που κατά τους ενάγοντες περιβάλλει την αξίωση τους εναντίον και του εναγόμενου 1- «κατόπιν εις Λευκωσίαν συμφωνίας με τους εναγομένους.» αλλά και διότι το μεγαλύτερο μέρος της υπεράσπισης αλλά και της μαρτυρίας του εν λόγω εναγόμενου αφορούσε σε αντίκρουση του ισχυρισμού των εναγόντων ότι η επίδικη συμφωνηθείσα συνεργασία ήταν και με τον ίδιο προσωπικά εξ' ου και θεωρούν ότι είναι και αυτός υπόλογος να τους εξοφλήσει το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο. Για ποιο λόγο άλλωστε να αναλωθούν 7 τουλάχιστο από τις 12 παραγράφους της Γ/Δ του εναγόμενου 1 (Έγγραφο Γ) στον πώς και υπό ποια ιδιότητα αυτός ενεπλάκηκε στην υπόθεση και στην επίδικη συνεργασία αν δεν ήταν κοινώς αντιληπτό ότι κάποιο σχετικό δικογραφικό υπόβαθρο υπήρχε στην Ε/Α αναφορικά με τη προσωπική του κατ' ισχυρισμό ευθύνη; Των πιο πάνω λεχθέντων βεβαίως, θεωρώ περιττό να υπενθυμίσω την αρχή ότι οι ενάγοντες, όπως και ο κάθε διάδικος, δεσμεύονται από τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στο δικόγραφο τους και είναι επί αυτής της αδιαμφισβήτητης δεσμευτικής νομικής αρχής που θα εξεταστεί και η προσκομισθείσα μαρτυρία την οποία και προχωρώ να εξετάσω. Κατ' αρχή παραθέτω τα γεγονότα που κατά τη διάρκεια της ακρόασης και ιδιαίτερα μετά τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 κατέληξαν να συνιστούν μη αμφισβητούμενα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων Κατά την περίοδο Μάιου 2006 και Δεκεμβρίου 2004 οι ενάγοντες, στα πλαίσια επαγγελματικής συνεργασίας που δημιούργησαν με κάποια πρόσωπα, η ταυτότητα των οποίων τελεί υπό αμφισβήτηση, πώλησαν και παρέδωσαν αριθμό οικοδομικών υλικών για να χρησιμοποιηθούν σε διάφορα κατασκευαστικά έργα που ανεγείρονταν τον τότε καιρό. Η συνεργασία αυτή είχε προκύψει στα πλαίσια επαφών που οι διευθύνοντες των εναγόντων είχαν με τον εναγόμενο 1, ο οποίος ήταν, και αυτό εις γνώση των εναγόντων, διευθυντής σε τρεις τουλάχιστο εταιρείες ιδιοκτησίας του, ήτοι στην εναγόμενη 2 και στις εταιρείες G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd. Η πώληση και παράδοση εμπορευμάτων από τους ενάγοντες γινόταν με τον τρόπο που ισχυρίστηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2, ήτοι ότι υποβαλλόταν η σχετική παραγγελία, τα εμπορεύματα παραδίδονταν στον καθορισμένο τόπο όπου τα παραλάμβανε αρμόδιο από τον αγοραστή πρόσωπο το οποίο και υπέγραφε το σχετικό δελτίο αποστολής παραλαβής και στη συνέχεια οι ενάγοντες έστελλαν τα τιμολόγια τους στα γραφεία του αγοραστή όπου τα παραλάμβανε το λογιστήριο το οποίο και διευθετούσε τις πληρωμές. Δεν αμφισβητείται ότι οι ενάγοντες όντως παρέδωσαν τα εμπορεύματα που αναφέρονται στα τιμολόγια που παρουσίασαν ως Τεκ.4 και για το ποσό που εκεί αναφέρεται, ότι όντως έστειλαν σχετικά τιμολόγια στον αγοραστή των εμπορευμάτων για να πληρωθούν, ότι περιοδικά έστελλαν στον τελευταίο και κατάσταση του λογαριασμού που τηρούσαν αναφορικά με τις χρεοπιστώσεις στις οποίες προέβαιναν σε σχέση με τα εμπορεύματα που παρέδιδαν, ότι όντως οι εν λόγω χρεοπιστώσεις είναι ορθές και ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία είτε σε σχέση με τα εμπορεύματα είτε σε σχέση με τις χρεοπιστώσεις και ότι καθ' όλη την επίδικη περίοδο αλλά ακόμη και μετά το Δεκέμβριο 2012, υπήρξαν συναντήσεις μεταξύ εναγόμενου 1 και ΜΕ2 όπου συζητήθηκε η επίδικη οφειλή καθώς και τρόποι διευθέτησης της. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Όπως ανέφερα ανωτέρω, μετά και την μαρτυρία του εναγόμενου 1, δύο είναι ουσιαστικά τα θέματα που παρέμειναν να συνιστούν επίδικα θέματα στην υπόθεση. Το πρώτο είναι το κατά πόσο η επίδικη συνεργασία των εναγόντων δεν ήταν με την εναγόμενη 2 και τον εναγόμενο 1 αλλά με τις εταιρείες G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd και δεύτερο το κατά πόσο η μη αμφισβητούμενη εμπλοκή του εναγόμενου 1, ο οποίος είναι κοινώς αποδεκτό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής της εναγόμενης 2 αλλά και των G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd, δικαιολογεί όπως του αποδοθεί προσωπική ευθύνη να εξοφλήσει το χρέος που έχει δημιουργηθεί προς τους ενάγοντες. Η «βασική» δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων ήταν ότι η συμφωνηθείσα συνεργασία στα πλαίσια της οποίας πώλησαν και παρέδωσαν τα εμπορεύματα τους ήταν τόσο με την εναγόμενη 2 όσο και με τον εναγόμενο
- Προς απόδειξη της εκδοχής τους αυτής, οι ΜΕ1 και ΜΕ2 παρουσίασαν τα έγγραφα που κατ' εκείνους αποτυπώνουν αυτή τη συμφωνηθείσα συνεργασία, ήτοι τα τιμολόγια τα οποία απευθύνονταν και αποστέλλονταν στην εναγόμενη 2 και σε αρκετά από τα οποία καταγράφετο και το όνομα του εναγόμενου 1 (Τεκ.4), τα αντίστοιχα δελτία αποστολής παραλαβής εμπορευμάτων τα οποία απευθύνονταν στην εναγόμενη 2 (Τεκ. 5), την κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν η οποία δείχνει το ιστορικό όλων των συναλλαγών καθώς επίσης και το πώς προέκυψε το αξιούμενο ποσό ως χρεωστικό υπόλοιπο και της οποίας στο μεγαλύτερο μέρος αναφέρεται το όνομα και των δύο εναγομένων (Τεκ.2 και 3) και δύο αποδείξεις πληρωμής που εξέδωσαν στο όνομα της εναγόμενης 2 κατόπιν, ως οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ισχυρίστηκαν, πληρωμών που η εν λόγω εναγόμενη φέρεται να έκαμε έναντι των εμπορευμάτων που οι ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν. Σύμφωνα με τους ΜΕ1 και ΜΕ2, το γεγονός ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα έξι περίπου χρόνων καταβάλλονταν πληρωμές από πλευράς εναγόμενης 2 έναντι των εμπορευμάτων που παρέδιδαν και του υπολοίπου του λογαριασμού χωρίς ποτέ να υπάρξει οποιαδήποτε διαμαρτυρία από πλευράς εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με το ότι τα εν λόγω έγγραφα απευθύνονταν και αποστέλλονταν στην εναγόμενη 2 και σε αρκετές περιπτώσεις αναφέρονταν ονομαστικά και στον εναγόμενο 1, σε συνδυασμό με τις διαβεβαιώσεις του τελευταίου αναφορικά με τη πλήρη διευθέτηση των οφειλών καταδεικνύει ότι αμφότεροι οι εναγόμενοι δέχονταν και αναγνώριζαν ότι ήταν με εκείνους που συνεργάζονταν οι ενάγοντες. Σε ένα μεγάλο βαθμό, τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την εκδοχή των εναγόντων και ειδικότερα των ΜΕ1 και ΜΕ2 έγιναν αποδεκτά από τον εναγόμενο 1 κατά τη μαρτυρία του. Ο τελευταίος δέχτηκε ως γεγονός ότι κατόπιν δικής του εμπλοκής κάποια συνεργασία δημιουργήθηκε και υπήρξε με τους ενάγοντες στα πλαίσια της οποίας οι τελευταίοι πωλούσαν και παρέδιδαν εμπορεύματα κατόπιν παραγγελίας εκδίδοντας ταυτόχρονα σχετικά τιμολόγια και δελτία παραλαβής και χρεοπιστώνοντας ανάλογα το σχετικό λογαριασμό που τηρούσαν. Αποδεκτό έκαμε επίσης ο εναγόμενος και το ότι η εν λόγω συνεργασία με τους ενάγοντες αποτυπώνετο σε έγγραφα που οι τελευταίοι έστελναν κατά τακτά χρονικά διαστήματα στα πρόσωπα με τα οποία συνεργάζονταν, όπως τέτοια έγγραφα συνιστούσαν τιμολόγια, αποδείξεις, δελτία παραλαβής-αποστολής και κατάσταση λογαριασμού. Αυτό που ο εναγόμενος 1 αμφισβήτησε ήταν τον ισχυρισμό ότι η επίδικη συνεργασία ήταν με τον ίδιο ή την εναγόμενη 2 και η επί του προκειμένου αμφισβήτηση του περιστράφηκε γύρω από τη θέση του ότι τα «πραγματικά» έγγραφα που αποτύπωναν την επίδικη συνεργασία ήταν άλλα από αυτά που παρουσίασαν οι ενάγοντες. Ειδικότερα ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι τα «πραγματικά» τιμολόγια και καταστάσεις λογαριασμού που είναι αποδεκτό ότι έστελλαν οι ενάγοντες και τα οποία αποτυπώνουν την «πραγματική» επίδικη συνεργασία, ούτε αναφέρονταν αλλά ούτε και αποστέλλονταν στην εναγόμενη 2 ή στον ίδιο αφού κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν αποδεκτό, αλλά απευθύνονταν και αποστέλλονταν στις εταιρείες G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd, τα λογιστήρια των οποίων είναι και που διευθετούσαν τις πληρωμές των εναγόντων. Το ερώτημα είναι συνεπώς αν υπό το φως των συγκεκριμένων αμφισβητήσεων που πρόβαλε η υπεράσπιση μέσω της αντεξέτασης των ΜΕ1 και του ΜΕ2 και της μαρτυρίας του εναγόμενου 1, η εκδοχή των εναγόντων ότι είναι με τους εναγόμενους που συνεργάστηκαν εξ' ου και αυτοί είναι που οφείλουν να τους πληρώσουν το αξιούμενο ποσό, είναι σε τέτοιο βαθμό τρωτή που δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Ευνόητο είναι βέβαια ότι αν τα «πραγματικά» έγγραφα είναι αυτά που παρουσίασαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2, τότε υπό το φως του μη αμφισβητούμενου γεγονότος ότι τα εν λόγω έγγραφα παραλαμβάνονταν αδιαμαρτύρητα από τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονταν και των πληρωμών που σύμφωνα με το Τεκ.6 φέρεται να έκαμε η εναγόμενη 2 έναντι των πωληθέντων εμπορευμάτων, όλη ουσιαστικά η υπερασπιστική γραμμή ότι η επίδικη συνεργασία ήταν με τις G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd εκθεμελιώνεται. Λαμβανομένου λοιπόν υπόψη το ότι ο εναγόμενος 1 όχι μόνο επικαλέστηκε έντονα αλλά και βάσισε την όλη αντίθετη εκδοχή του στην ύπαρξη και κατοχή έγγραφης μαρτυρίας, άλλης από αυτής που παρουσίασαν οι ενάγοντες, η οποία μάλιστα έγγραφη μαρτυρία κατ' εκείνον καταρρίπτει την εκδοχή και έγγραφη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 και αποδεικνύει ότι η πραγματική φύση της επίδικης συνεργασίας ήταν ως αυτός ισχυρίζεται, ήτοι με τις εταιρείες G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd, το εύλογα αναμενόμενο θα ήταν ότι αυτός, ο εναγόμενος 1 δηλαδή, θα παρουσίαζε κατά την ακρόαση αυτήν την κατ' ισχυρισμό «πραγματική» έγγραφη μαρτυρία, όπως άλλωστε του ζητήθηκε ρητά να το πράξει και κατά την αντεξέταση του. Παρά ταύτα ο εναγόμενος 1 όχι μόνο κανένα τέτοιο έγγραφο που επικαλέστηκε δεν παρουσίασε, αφήνοντας έτσι παντελώς ατεκμηρίωτους τους ισχυρισμούς του και ουσιαστικά αναντίλεκτη την επί του προκειμένου έγγραφη μαρτυρία των εναγόντων αλλά ούτε και κάλεσε ως μάρτυρα του οποιοδήποτε πρόσωπο από το λογιστήριο των δύο εταιρειών όπου ισχυρίστηκε ότι παραδίδονταν τα «πραγματικά» τιμολόγια και καταστάσεις λογαριασμού και διευθετούνταν οι πληρωμές των εναγόντων εκ μέρους αυτών των εταιρειών. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις ως πειστική η δικαιολογία που έδωσε ο εναγόμενος 1 όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο δεν παρουσίασε αυτά τα κατ' εκείνον πραγματικά έγγραφα της υπόθεσης, ήτοι διότι «δεν το θεωρήσαμε αναγκαίο», αν μη τι άλλο διότι η όλη ουσία της υπεράσπισης βασίστηκε στο περιεχόμενο αυτών των κατ' ισχυρισμό πραγματικών εγγράφων. Ούτε όμως και αντέκρουσε με οποιοδήποτε τρόπο ο εναγόμενος 1 τις δύο πληρωμές που μέσω των αποδείξεων Τεκ.6 φέρεται να έκαμε η εναγόμενη 2 προς τους ενάγοντες σε σχέση με τα μη αμφισβητούμενα πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα και οι οποίες αποδείξεις συνάδουν με τη θέση των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι είναι για λογαριασμό τουλάχιστο της εν λόγω εναγομένης που αγοράζονταν και παραλαμβάνονταν τα εμπορεύματα. Μάλιστα δε, σε σχέση με το εν λόγω τεκμήριο, στο οποίο περιέχονται αρκετές λεπτομέρειες οι οποίες εύκολα θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον εντοπισμό των στοιχείων που κατά τον εναγόμενο 1 επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του ότι δεν ήταν η εναγόμενη 2 που διευθετούσε τα τιμολόγια των εναγόντων αλλά οι εταιρείες G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd (βλ. αναφορές που γίνονται στο εν λόγω τεκμήριο σε συγκεκριμένους αριθμούς επιταγών συγκεκριμένων τραπεζικών ιδρυμάτων με τις οποίες φέρεται να έγιναν οι πληρωμές που εκεί αναφέρονται), ο εναγόμενος 1 κανένα τέτοιο στοιχείο δεν παρουσίασε αλλά περιορίστηκε απλά να ισχυριστεί ότι δεν το αναγνωρίζει. Πρόσθετα των ανωτέρω όμως, εδώ θα πρέπει να επισημάνω και το εξής. Για να υποστηρίξει τη θέση του ότι η συνεργασία των εναγόντων ήταν με τις G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd, ο εναγόμενος 1 παρέπεμψε κατά την κυρίως εξέταση του και στα ονόματα που αναφέρονται στις υποσημειώσεις των τιμολογίων που παρουσίασαν οι ενάγοντες ως Τεκ.4 και ισχυρίστηκε ότι τα ονόματα αυτά αντιστοιχούσαν σε υπαλλήλους αυτών των δύο εταιρειών και όχι της εναγόμενης
- Προς επίρρωση δε του ισχυρισμού του αυτού, ο εναγόμενος 1 επικαλέστηκε και τα συμβόλαια που οι G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd είχαν συνάψει για την ανέγερση οικοδομικών έργων στους χώρους όπου παραδόθηκαν τα εμπορεύματα των εναγόντων (Τεκ.7) και τις δηλώσεις που οι εν λόγω εταιρείες έκαμαν στις Κ.Α αναφορικά με τους υπαλλήλους τους τον τότε καιρό (Τεκ.8) αλλά και το παραδεκτό γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η εναγόμενη 2 δεν είχε δηλώσει στις ΚΑ ότι εργοδοτούσε οποιοδήποτε πρόσωπο. Ενώ όμως η βάση της επί του προκειμένου θέσης που πρόβαλε ο εναγόμενος 1 κατά την κυρίως εξέταση του βασίστηκε ακριβώς στα όσα αναφέρονταν στα τιμολόγια που παρουσίασαν οι ενάγοντες ως Τεκ.4, κατά την αντεξέταση του αυτός, ο εναγόμενος 1 δηλαδή, άλλαξε πλήρως πλεύση στις θέσεις του σε σχέση με την ορθότητα του περιεχομένου των εν λόγω τιμολογίων και σε μια φανερή προσπάθεια του να πλήξει την υπόθεση των εναγόντων ισχυρίστηκε ότι άλλα ήταν τα «πραγματικά» τιμολόγια και ότι τα τιμολόγια του Τεκ.4 συνιστούν ουσιαστικά εκ των υστέρων κατασκευάσματα των εναγόντων. Δεν μπορούν όμως και οι δυο θέσεις του εναγόμενου 1 να ευσταθούν αφού η μια ουσιαστικά αναιρεί την άλλη. Είτε τα συγκεκριμένα τιμολόγια είναι πραγματικά οπόταν σε τέτοια περίπτωση καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του εναγόμενου 1 περί ύπαρξης άλλων εγγράφων ως τα πραγματικά έγγραφα της υπόθεσης, είτε είναι ψεύτικα και κατασκευάστηκαν με αποκλειστικό σκοπό να «στήσουν» οι ενάγοντες υπόθεση εναντίον των εναγομένων οπόταν εγείρεται το εύλογο ερώτημα γιατί οι ενάγοντες να κατασκευάσουν έγγραφα και να περιλάβουν σε αυτά αναφορές που δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς τους; Την ίδια στιγμή όμως δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί και το ότι ενώ ο εναγόμενος 1 δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί ότι οι ενάγοντες όντως παρέδωσαν και πώλησαν τα εμπορεύματα που αναφέρονται στα τιμολόγια του Τεκ.4 και ισχυρίστηκε ότι από τα ονόματα που εκεί αναφέρονται καταδεικνύεται ότι τα σχετικά εμπορεύματα παραγγέλλονταν από πρόσωπα που εκπροσωπούσαν τις εταιρείες G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd, ταυτόχρονα ισχυρίστηκε και ότι «τα ονόματα και υπογραφές που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 5 (δελτία παραλαβής αποστολής) καμία σχέση έχουν με την εναγόμενη 2 αλλά ούτε καν με τις εταιρείες G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd.». Με κάθε σεβασμό οι δύο αυτές θέσεις του εναγόμενου 1 ούτε συνάδουν μεταξύ τους αλλά ούτε και μπορούν να σταθούν στη λογική αφού αυτό που ουσιαστικά ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 είναι παράλογο διότι φέρει τους ενάγοντες να πωλούσαν εμπορεύματα δυνάμει τιμολογίων σε αντιπροσώπους συγκεκριμένων εταιρειών οι οποίες μάλιστα κατέβαλλαν πληρωμές έναντι των εμπορευμάτων αυτών και στη συνέχεια να παρέδιδαν τα εν λόγω εμπορεύματα σε πρόσωπα που δεν είχαν καμία σχέση με τις εν λόγω εταιρείες και χωρίς ποτέ να υπάρξει οποιαδήποτε διαμαρτυρία για τούτο. Υπενθυμίζω ότι ο εναγόμενος 1 έκαμε αποδεχτή τη θέση ότι οι ενάγοντες όντως πώλησαν τα εμπορεύματα που ισχυρίστηκαν και ότι όντως λάμβαναν κατά καιρούς πληρωμές έναντι αυτών των εμπορευμάτων και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν προωθήθηκε ο δικογραφημένος ισχυρισμός περί παράδοσης ελαττωματικών ή μη συμφωνηθέντων εμπορευμάτων. Με άλλα λόγια, αυτό που διαπιστώνεται από τα πιο πάνω να γίνεται από πλευράς εναγόμενου 1 στην παρούσα υπόθεση είναι μια επιλεκτική αλλά και συνάμα αντιφατική επίκληση της έγγραφης μαρτυρίας που παρουσίασαν οι ενάγοντες και αυτό καθαρά στη βάση του τι σύμφερε την εκδοχή της υπεράσπισης αναλόγως της περίπτωσης και όχι του τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, η οποία πραγματικότητα μόνο μία μπορεί να είναι και δεν επιτρέπει διαζεύξεις. Αυτή δε η επιλεκτική και αντιφατική εναλλαγή που περιβάλλει τις επί του προκειμένου θέσεις του εναγόμενου 1, σε συνδυασμό με τη μη προσκόμιση από μέρους του της κατ' εκείνον φερόμενης ως «πραγματικής» έγγραφης μαρτυρίας της υπόθεσης, δεν μπορεί παρά να είναι καταλυτική σε σχέση με το αξιόπιστο των ισχυρισμών του τελευταίου ότι η επίδικη συνεργασία των εναγόντων ήταν με τις εταιρείες G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd και ότι τα Τεκ.2, 3, 4, 5 και 6 δεν αποτυπώνουν την πραγματική φύση της επίδικης συνεργασίας που είχαν οι ενάγοντες. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, οι θέσεις του εναγόμενου 1 ότι η επίδικη συνεργασία των εναγόντων ήταν με τις εταιρείες G.Hassapis & Sons Ltd και G.N. Hassapis Bros Ltd και ότι τα Τεκ.2, 3, 4, 5 και 6 δεν είναι τα πραγματικά έγγραφα που καταρτίστηκαν και ανταλλάχτηκαν κατά τη διάρκεια της επίδικης συνεργασίας απορρίπτονται ως στερούμενες κάθε ερείσματος. Για τους ίδιους λόγους αποδέχομαι την θέση των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι τα Τεκ.2, 3, 4, 5 και 6 είναι τα πραγματικά έγγραφα που καταρτίστηκαν και ανταλλάχτηκαν κατά την επίδικη συνεργασία και λαμβανομένων υπόψη των όσων γεγονότων παρατίθενται ανωτέρω να έχουν καταστεί από τον εναγόμενο 1 αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα στην υπόθεση και ειδικότερα της αποδοχής της πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων έναντι τιμολογίων, της τήρησης και κατά τακτά χρονικά διαστήματα αποστολής σχετικής κατάστασης λογαριασμού από πλευράς εναγόντων για σκοπούς ενημέρωσης χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε διαμαρτυρία για το τι τα εν λόγω έγγραφα περιείχαν και της μη αμφισβήτησης οποιασδήποτε συγκεκριμένης χρεοπίστωσης ή τιμολογίου ως εσφαλμένα ή αντισυμβατικά ή παράνομα, κάμνω περαιτέρω εύρημα ότι από την επίδικη συνεργασία έχει όντως προκύψει οφειλή προς τους ενάγοντες του ύψους του αξιούμενου ποσού (βλ. μεταξύ άλλων CITI PRINCIPAL INVESTMENS LTD ν Γιωργαλλά, Πολιτική Έφεση Αρ. 271/2012, ημερ. 10/07/18, CHEESELINE LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ ΥΙΟΙ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2014:A319, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/5/2014, ΣΩΤΗΡΙΟΥ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ν. ANDREAS ARGYROU & SONS LTD, ECLI:CY:AD:2020:A8, Πολιτική Έφεση Αρ. 177/2013, 13/1/2020, Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 462, Κλεάνθους Κλεάνθης και άλλος ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344 και Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ,
(2006)1 Α.Α.Δ. 728) Το ερώτημα που παραμένει να εξεταστεί, το οποίο συνιστά και το δεύτερο επίδικο θέμα της υπόθεσης, είναι το ποιο ή ποια ήταν τα πρόσωπα με τα οποία συνεργάστηκαν οι ενάγοντες και το οποίο πρόσωπο ή πρόσωπα οφείλουν να εξοφλήσουν την επίδικη οφειλή. Υπενθυμίζω εδώ ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται με το δικόγραφο τους ότι η συμφωνία στη βάση της οποίας έλαβε χώρα η επίδικη συνεργασία ήταν και με τους δύο εναγόμενους και ότι ο εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι είχε όντως εμπλοκή στη δημιουργία της επίδικης συνεργασίας, αλλά, ως ισχυρίζεται, καθαρά υπό τη διευθυντική του ιδιότητα. Υπενθυμίζω επίσης την κοινώς αποδεκτή πάγια νομική αρχή ότι μια εταιρεία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα από τους μετόχους της και ότι τα Δικαστήρια, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα αποδεχτούν ν' άρουν το εταιρικό πέπλο, ήτοι όπου υπάρχει δόλος ή όπου αποκαλύπτεται κάποια επιλήψιμη ενέργεια που να συνδέεται με χρησιμοποίηση της εταιρικής δομής ως εικονικής (sham) προς απόκρυψη αδικοπραγίας (βλ. Αποστόλου Μάριος και άλλη ν. Ροδούλας Ιωάννου και άλλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 604, AIAS (ADVANCED INTELLIGENT AUTOMATIC SYSTEMS) LTD ν. ΔΗΜΗΤΡΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, ECLI:CY:AD:2016:A437, ECLI:CY:AD:2016:A437, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 277/11, 20/9/2016, Salomon v. Salomon [1897] A.C. 22, Hashem v. Shayif & another
(2008)EWHC 2380, Michaelides v. Gavrielides
(1980)1 C.L.R. 244, Bank of Cyprus (Holdings) Ltd. v. Republic
(1985)3 C.L.R. 1883, Αθανάσιος Σακκόραφος v. Γ. Παρασκευαΐδης
(1966)Λίμιτεδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 673, Lindos Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1993)1 Α.Α.Δ. 17) καθώς επίσης και την αρχή ότι αν ένας αντιπρόσωπος δεν αποκάλυψε ποτέ ότι ενεργούσε σαν αντιπρόσωπος ή το όνομα του αντιπροσωπευομένου, ή δεν είχε καταστήσει σαφείς τις προθέσεις του κατά τη συνεργασία των μερών ή έστω να έκαμνε κάποια νύξη ως προς το ότι το χρέος δεν ήταν δικό του αλλά του αντιπροσωπευόμενου, τότε, δυνάμει του αρ. 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αυτός υπέχει προσωπική ευθύνη έναντι του αντισυμβαλλόμενου και «.είναι πράγματι δύσκολο σε μιά τέτοια περίπτωση ο αντιπρόσωπος να απεκδυθεί των ευθυνών του.» (βλ. Γεωργιάδης Iάκωβος ν. The Bernoulli Trading Co. Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 629). Αναφορικά λοιπόν με το υπό κρίση θέμα σημειώνω τα εξής. Ανεξαρτήτως της θέσης τους σε σχέση με το βαθμό εμπλοκής του εναγόμενου 1, όλοι οι μάρτυρες στην υπόθεση είχαν ως κοινή συνισταμένη το ότι η επίδικη συνεργασία των εναγόντων ήταν τουλάχιστον με κάποια εταιρεία. Όλη δε η έγγραφη μαρτυρία των εναγόντων και δη τα τιμολόγια, τα δελτία αποστολής - παραλαβής και η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν, τα οποία έγγραφα για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω κρίνονται να συνιστούν τα πραγματικά έγγραφα που καταρτίστηκαν κατά την επίδικη συνεργασία, παρουσιάζονται να αφορούν και να απευθύνονται, τουλάχιστον στην εναγόμενη 2, η οποία μάλιστα περιγράφεται στο λογαριασμό ως «χρεώστης». Οι ενδεικτικές δε πληρωμές που παρουσίασαν οι ενάγοντες με το Τεκ.6 να είχαν γίνει έναντι των πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων επίσης παρουσιάζονται να έχουν γίνει από την εν λόγω εναγόμενη. Κοντολογίς, όλη η έγγραφη μαρτυρία των εναγόντων αλλά και η σχετική πτυχή της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 καταδεικνύει ότι, το νομικό τουλάχιστο πρόσωπο με το οποίο αυτοί είχαν και γνώριζαν ότι είχαν την επίδικη συνεργασία, ήταν η εναγόμενη
- Όσο ξεκάθαρη όμως και αν είναι η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 αναφορικά με την εναγόμενη 2, τόσο θολή είναι σε σχέση με τον εναγόμενο
- Εξηγώ. Ήταν κοινώς αποδεκτό ότι ο εναγόμενος 1 είχε από την αρχή άμεση και ενεργό εμπλοκή στην επίδικη συνεργασία και ότι ακόμη και μετά τη ρήξη στις σχέσεις των μερών, αυτός συνέχισε να εμπλέκεται στα πλαίσια των προσπαθειών που γίνονταν για να εξευρεθεί μια αμοιβαία ικανοποιητική διευθέτηση. Κοινή ήταν επίσης η αντίληψη ότι καθ' όλες αυτές τις συναντήσεις με τον εναγόμενο 1, ο τελευταίος ήταν διευθυντής της εναγόμενης 2 όπως κοινή ήταν και η γενικότερη αντίληψη, ειδικότερα μεταξύ ΜΕ2 και εναγόμενου 1 οι οποίοι τυγχάνουν και οι δύο διευθυντές εταιρειών, ότι όταν δύο διευθυντές συζητούν και συμφωνούν μια συνεργασία η οποία αφορά στις εταιρείες τους, οι όποιες παραστάσεις ανταλλάσσονται και η όποια συμφωνία επιτευχθεί στη βάση αυτών των παραστάσεων, είναι αποκλειστικά τις αντιπροσωπευόμενες εταιρείες που δεσμεύουν και όχι τους ίδιους τους διευθυντές προσωπικά, εκτός αν υπάρχει ρητή συμφωνία περί του αντιθέτου. Σε σχέση με τα υπό κρίση γεγονότα, ήταν κοινός ο ισχυρισμός των ΜΕ1 και ΜΕ2 ως προς το ότι υπήρξε με τον εναγόμενο 1 ρητή συμφωνία όπως φέρει ο ίδιος προσωπική ευθύνη για τα εμπορεύματα που θα αγοράζονταν και θα παραδίδονταν για τις δραστηριότητες της εναγόμενης 2 και ότι στη βάση αυτής της «χωριστής» συμφωνίας οι ενάγοντες αποφάσισαν όπως καταγράφουν αφεί και το όνομα του εν λόγω εναγόμενου σε κάποια τιμολόγια και σε ένα μέρος της κατάστασης λογαριασμού. Δεν ήταν όμως το ίδιο κοινή η θέση τους ως προς τη φύση αυτής της κατ' ισχυρισμό χωριστής προσωπικής συμφωνίας με τον εναγόμενο
- Ο μεν ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι η προσωπική συμφωνία με τον εναγόμενο 1 ήταν υπό τη μορφή γραπτής συμφωνίας εγγύησης των υποχρεώσεων της εναγομένης 2, ισχυρισμός όμως ο οποίος ούτε έρεισμα στο δικόγραφο των εναγόντων βρίσκει, αφού καμία αναφορά δεν γίνεται εκεί περί παροχής εγγύησης από τον εναγόμενο 1, αλλά ούτε και κατέστη δυνατό να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση αυτής της κατ' ισχυρισμό γραπτής συμφωνίας εγγύησης. Διευκρίνισε βεβαίως ο ΜΕ1 ότι επειδή ο ίδιος εργοδοτείται στους ενάγοντες μόνο κατά τα τελευταία δύο χρόνια περίπου και δεν «έζησε» τα επίδικα γεγονότα, ουσιαστικά υπέθεσε ότι στην παρούσα υπόθεση θα υπήρξε γραπτή συμφωνία εγγύησης με τον εναγόμενο 1 διότι αυτή είναι η πολιτική που αντιλήφθηκε κατά την εργοδότηση του να ακολουθούν οι ενάγοντες όταν συμβάλλονται με κάποιο νομικό πρόσωπο, ήτοι να ζητούν από τον διευθυντή του εν λόγω νομικού προσώπου να υπογράψει σχετικό έντυπο εγγύησης. Στη πορεία όμως διαφάνηκε ότι η πιο πάνω εικασία του ΜΕ1 δεν ανταποκρίνεται στα επίδικα γεγονότα διότι σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο ΜΕ2, ο οποίος δεν αμφισβητείται ότι ήταν ένα από τα πρόσωπα που «έζησαν» τα επίδικα γεγονότα και ο οποίος είχε άμεση και ενεργό εμπλοκή στις συμφωνίες που δημιούργησαν την επίδικη συνεργασία, καμία γραπτή εγγύηση δεν είχε δοθεί από πλευράς εναγόμενου
- Αντιθέτως, σύμφωνα με το ΜΕ2, ο λόγος που οι ενάγοντες θεώρησαν ότι ο εναγόμενος 1 συμβλήθηκε και προσωπικά μαζί τους ήταν διότι η όλη στάση, συμπεριφορά και παραστάσεις του τελευταίου κατά τις συζητήσεις των μερών, έδωσαν στο ΜΕ2 την εντύπωση ότι ο ρόλος του εναγόμενου 1 δεν περιοριζόταν στην διευθυντική του ιδιότητα, αν μη τη άλλο διότι αυτός ήταν που ουσιαστικά επωφελείτο από τις κατασκευαστικές δραστηριότητες της εναγόμενης 2 - «τον γνωρίζετε τον ίδιο (τον εναγόμενο 1).ξέρετε πώς κινείται και τί κουβέντες κάμνει; Ούτε καν συζητά για το θέμα (ποιος θα πληρώσει) συζητά για μεγάλα οράματα. Χαρακτηριστικά όταν εβρεθήκαμε είπε μου πώς αγόρασε χωράφκια, σε λίγα δευτερόλεπτα αγόρασε €80.000.000 χωράφκια. Εν τζαι μπαίναμε σε λεπτομέρειες.».. Ρωτήθηκε συναφώς ο ΜΕ2 πώς είναι που η δική του συμπεριφορά και στάση ως διευθυντής των εναγόντων διέφερε από την συμπεριφορά και στάση του εναγόμενου 1 ώστε ο τελευταίος, στην απουσία οποιασδήποτε γραπτής συμφωνίας εγγύησης, να θεωρηθεί ως χωριστός αντισυμβαλλόμενος και την ίδια στιγμή να μη θεωρηθεί με τον ίδιο τρόπο και ο ίδιος ο ΜΕ2 ως προσωπικά συμβαλλόμενο πρόσωπο στην επίδικη συνεργασία. Η απάντηση του ΜΕ1 στην ερώτηση αυτή ήταν χαρακτηριστική και καταδεικνύει θεωρώ έκδηλα το ότι αντίθετα με τη θέση που ο μάρτυρας προώθησε κατά τη μαρτυρία του, ούτε και στο μυαλό του ιδίου είχε τότε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο εναγόμενος 1 ενήργησε υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα πέραν της διευθυντικής και αντιπροσωπευτικής του ιδιότητας όπως άλλωστε και ο ίδιος ο μάρτυρας ενήργησε εκ μέρους των εναγόντων - «εμείς χρεώναμε την εταιρεία και τον κ. XXXXX Χασάπη γιατί έτσι μας είπαν οι δικηγόροι μας. Όλες οι εταιρείες που δεν έχουν bank guarantee χρησιμοποιούμε τους ιδιοκτήτες». Με άλλα λόγια, σύμφωνα με το ΜΕ2 οι ενάγοντες γνώριζαν ότι αντισυμβαλλόμενη τους θα ήταν η εναγόμενη 2 και ότι την τελευταία αντιπροσώπευε ο εναγόμενος
- Δεν τίθεται επομένως θέμα εφαρμογής των αρχών που διατυπώθηκαν σε υποθέσεις όπως η Γεωργιάδης ανωτέρω, η A.M.C. Hotels Ltd και Άλλοι ν. Aνδρέα Kατσή
(2011)1 ΑΑΔ 102, η Κώστα v. Κυριάκου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 65 και η Exalco SA ν. Αλουμινέξ Λτδ και Άλλων,
(2007)1 Α.Α.Δ. 991, όπου ο «αντιπρόσωπος» δεν αποκάλυψε το όνομα του «κυρίου» ή όπου η αντισυμβαλλόμενη εταιρεία ήταν ανύπαρκτη οπότνα και ο πρώτος έφερε προσωπική ευθύνη. Επειδή ακριβώς όμως οι ενάγοντες αναγνώρισαν και εντόπισαν από την αρχή της επίδικης συνεργασίας ότι ενδεχομένως να δημιουργείτο «πρόβλημα» στο μέλλον με την εξασφάλιση της αμοιβής τους λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 δεν έδωσε καμία ρητή προσωπική εγγύηση για τις υποχρεώσεις της εταιρείας του, αυτοί ουσιαστικά προσπάθησαν, κατόπιν νομικής συμβουλής βέβαια, να «λύσουν» το πρόβλημα αναγράφοντας από μόνοι τους στα τιμολόγια και στην κατάσταση λογαριασμού το όνομα του εναγόμενου 1 ώστε να τον παρουσιάζουν ως πρωτοφειλέτη μαζί με την εναγόμενη 2. Αυτή όμως η μονομερής ενέργεια των εναγόντων δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε πραγματική αλλά ούτε και νομική βάση για ανατροπή της προαναφερόμενης νομικής αρχής την οποία και οι ίδιοι οι ενάγοντες αντιλαμβάνονταν και δέχονταν, ήτοι ότι εν τη απουσία δόλου και χωρίς ρητή συμφωνία εγγύησης ή προσωπικής ευθύνης, ένας διευθυντής εταιρείας δεν δεσμεύεται προσωπικά στις συμφωνίες που κάνει για την εταιρεία του, όσο έντονη και γεμάτη αυτοπεποίθηση και να είναι η στάση και συμπεριφορά του. Άλλωστε, όπως και ο ίδιος ο ΜΕ2 δήλωσε για τον εαυτό του και την εταιρεία του, όταν προβαίνει σε συμφωνίες εκ μέρους των εναγόντων «τις πλείστες φορές συμβάλλομαι ως υπάλληλος της εταιρείας» και όχι προσωπικά διότι «ο λόγος μου είναι πολλά δυνατός και μόνο αν χρειαστεί να δεσμευτεί προσωπικά θα το πράξει. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεπώς, ενώ η αξιόπιστη γραπτή μαρτυρία που παρουσίασαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 συνάδει με την εκδοχή που οι εν λόγω μάρτυρες προώθησαν ως προς το ότι η επίδικη συνεργασία των εναγόντων ήταν με την εναγόμενη 2, θέση την οποία για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω αποδέχομαι ως αξιόπιστη, οι ισχυρισμοί των ΜΕ1 και ΜΕ2 ως προς το ότι ο εναγόμενος ανάλαβε συμβατικά όπως ευθύνεται προσωπικά για τις οφειλές της εταιρείας του δεν βρίσκουν κανένα πραγματικό ή νομικό έρεισμα και συνεπώς δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και απορρίπτονται. Βρίσκω επομένως ότι η επίδικη συνεργασία των εναγόντων ήταν αποκλειστικά με την εναγόμενη 2 και ότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε οποιαδήποτε προσωπική δέσμευση του εναγόμενου 1 απέναντι στους ενάγοντες σε σχέση με τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 2 Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση τους μόνο σε σχέση με την εναγόμενη 2 και ότι μόνο εναντίον της εν λόγω εναγόμενης δικαιούνται σε απόφαση για το αξιούμενο ποσό. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ εναγόντων και εναντίον εναγόμενης 2 για το ποσό των €70.508,34 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης ενώ σε σχέση με τον εναγόμενο 1 η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, εφόσον η αγωγή πέτυχε εναντίον μόνο ενός εκ των εναγομένων και εφόσον οι τελευταίοι έτυχαν κοινής υπεράσπισης και εκπροσώπησης, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης 2 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως στο 50%. (Υπ.).......... Πιστόν Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο