← Κύπρος

G & C CHAPPAS ESTATES LTD ν. KIVOTOS HOUSE OF LIGHT & ART LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 695/17, 26/6/2020

G & C CHAPPAS ESTATES LTD ν. KIVOTOS HOUSE OF LIGHT & ART LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 695/17, 26/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A277 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 695/17 Μεταξύ: G & C CHAPPAS ESTATES LTD Ενάγοντες και

  1. KIVOTOS HOUSE OF LIGHT & ART LTD
  2. XXXXX ΣΙΑΚΑΛΛΗΣ Εναγομένων --------------------- Αίτηση έρευνας ημερομ. 07/05/2019 26 Ιουνίου 2020 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα Χ" Ιωάννου Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: κος Βραχίμης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε από τους ενάγοντες (στη συνέχεια αιτητές) και στρέφεται εναντίον των εναγομένων 1 και 2 (στη συνέχεια καθ' ων η αίτηση 1 και 2, αντίστοιχα). Αντικείμενο της αίτησης είναι η εξέταση των καθ' ων η αίτηση σε σχέση με την ικανότητά τους να αποπληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους δια μηνιαίων δόσεων και εν τέλει, έκδοση ανάλογου διατάγματος δια ποσό €5.000 μηνιαίως. Ας λεχθεί από τώρα ότι την 24/10/2018 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση για ποσό €109.258,98, πλέον €2.037 μηνιαίως ως αποζημίωση υπό μορφή ενδιάμεσων οφελών και κοινόχρηστα έξοδα από 01/02/2017 μέχρι παραδόσεως ελευθέρας κατοχής του καταστήματος που εκεί περιγράφεται, πλέον δικηγορικά έξοδα. Εν προκειμένω αυτή είναι η απόφαση που οι αιτητές επιδιώκουν να εκτελέσουν μέσω της επίδικης αίτησης. Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ενίστανται στην αίτηση, εξου και καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι ο καθ' ου η αίτηση 2, που όπως αναφέρει είναι και διευθυντής της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας. Κρίνω πως η διαδικασία δεν εξυπηρετείται με επανάληψη όσων ο ομνύων αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, εφόσον στο στάδιο αξιολόγησης αποκαλύπτεται ό,τι σχετικό. Για την ώρα εκείνο που προέχει είναι η σύνοψη των νομολογιακών αρχών που διέπουν το αίτημα, εφόσον βάσει τούτων είναι που θα αντικριστεί η προσκομισθείσα μαρτυρία και εν τέλει θα κριθεί το αίτημα. Η νομολογία που διέπει το ζήτημα είναι πλούσια και καθ' όλα καθοδηγητική. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Αντώνης Φλαγκοφάς v. ΑΤΑΛΕΖΑ ΛΤΔ

(1989)1 Α.Α.Δ. 686, 689 η διαδικασία που προβλέπει το Μέρος ΙΧ του Κεφ. 6 (σήμερα Μέρος VIII) είναι ανακριτικού χαρακτήρα και αποβλέπει σε παροχή ευχέρειας στο δικαστήριο να διαγνώσει, κατόπιν έρευνας, τα οικονομικά μέσα του χρεώστη, δηλαδή αν είναι σε θέση να αποπληρώσει την οφειλή του με δόσεις. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χριστάκης Μιχαήλ v. Αδελφοί Πούλλου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1759, 1761 αναφέρεται ότι η διαδικασία στοχεύει σε διερεύνηση του κατά πόσο ο χρεώστης έχει την ικανότητα να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με περιοδικές δόσεις, σύμφωνα πάντα με τα οικονομικά μέσα που διαθέτει. Από την Φλαγκοφάς, πιο πάνω, προκύπτει ότι η νομολογία έχει αναγνωρίσει αριθμό αναγκών που θεωρούνται συνυφασμένες και αδιαίρετες της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Αυτές οι ανάγκες περιλαμβάνουν τη στέγαση, τη διατροφή και την ιατρική περίθαλψη του χρεώστη και των μελών της οικογένειάς του. Περαιτέρω, αναγκαία και χρήσιμη μόρφωση των παιδιών του χρεώστη, ως επίσης κάποια ευχέρεια για κοινωνική διακίνηση, συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο αναγνωρισμένων αναγκών για αξιοπρεπή διαβίωση. Σταθερός δείκτης αποτίμησης της οικονομικής δυνατότητας του χρεώστη είναι η εισοδηματική του ικανότητα και όχι η εισοδηματική του πραγματικότητα. Αεργία, εις αντιδιαστολή ανεργίας, εν προκειμένω μη απασχόληση οφειλόμενη σε οκνηρία ή άλλους λόγους που δεν δικαιολογούνται, δεν εμποδίζει το δικαστήριο, νοουμένου ότι τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης το επιτρέπουν, να εκδώσει διάταγμα μηνιαίων δόσεων (βλ. σχετικά ΧΧΧ Σωτηρίου ν. Universal Bank Public Ltd, ECLI:CY:AD:2020:A93, Πολ. Έφ. 271/13, 09/03/2020, Νίκος Λουγκρίδης v. Eurolife Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 886 και Νίτσα Χριστάκη Παναγιώτου v. Μάρως Μιχαήλ
(1998)1 Α.Α.Δ. 422). Στο τέλος της ημέρας το δικαστήριο καλείται να εξισορροπήσει δύο παραμέτρους. αφενός την αναγκαιότητα εκτέλεσης της απόφασης, παράμετρος η οποία άπτεται του κύρους της δικαστικής διαδικασίας, αφετέρου την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου σε ένα κράτος δικαίου (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Μαρίας Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ.1034). Σχετικές είναι και οι πρόσφατες υποθέσεις S.X. v. X.X., Έφ. αρ. 31/15, ημερομ. 19/10/2018 και The Old Salt Yachting Co Ltd v. Βίκης, Αγ. Ναυτοδ. 42/14, ημερομ. 11/07/2019. Περιπλέον σε αιτήματα ως το υπό κρίση εφαρμόζονται τα λεχθέντα στην υπόθεση Βασιλειάδη ν. Τσουρή
(2007)1 Α.Α.Δ. 43, εν προκειμένω το απόσπασμα στη σελίδα 48, όπου υποδεικνύεται ότι ο νόμος μετατοπίζει το βάρος απόδειξης στους ώμους του οφειλέτη και καλείται να πείσει για την αδυναμία του. Περαιτέρω, αρκεί να διαπιστωθεί ότι αδικαιολόγητα δεν εργάζεται, ώστε το Δικαστήριο να προβεί σε έκδοση διατάγματος (σχετική είναι και η υπόθεση Νίτσα Χριστάκη Παναγιώτου, πιο πάνω). Οφείλεται αυτή η προσέγγιση εφόσον εξυπηρετεί τον ανακριτικό χαρακτήρα της διαδικασίας και κατ' επέκταση συμβάλλει στην ικανοποίηση της απόφασης. Άλλωστε η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης έχει στον πυρήνα της την εμπιστοσύνη του κοινού, που απαξιώνει την απόφαση που δεν εκτελείται πλην δικαιολογημένων περιπτώσεων. Τώρα, η αξιολογική διεργασία δεν διαφέρει απ' εκείνη που εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία. Εν προκειμένω εφαρμογής τυγχάνουν όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, που θέλουν την αξιολόγηση της φιλαλήθειας των λεγομένων του μάρτυρα να έχει δυο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια. Ζητούμενο παραμένει η εξεύρεση της αλήθειας. Στην προκείμενη περίπτωση ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονται δύο ένορκες δηλώσεις, μια για κάθε πλευρά, οι οποίες συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου είναι και η ένορκη μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση 2, ο οποίος εξετάστηκε σε σχέση τόσο με την οικονομική κατάσταση της καθ' ης η αίτηση 1 όσο και την προσωπική του. Σε ό,τι αφορά την καθ' ης η αίτηση 1 η εξέταση δεν προβληματίζει. Αυτό γιατί σταθερή, ακλόνητη και επιβεβαιωμένη παρέμεινε η πειστική θέση του καθ' ου η αίτηση 2 ότι η εν λόγω εταιρεία είναι αδρανής από το
  1. Τούτη η θέση διασυνδέθηκε με εξίσου πειστική έγγραφη μαρτυρία, όπως είναι η βεβαίωση του ελεγκτή της εταιρείας, όπου αναφέρεται ότι τα λογιστικά βιβλία τούτης δεικνύουν πως από το 2015 δεν ασκεί καμία δραστηριότητα (τεκμήριο 1). Περιπλέον υποστηριχτική ήταν και η άλλη θέση του καθ' ου η αίτηση 2 ότι υπέβαλε αίτηση διαγραφής της εταιρείας, εντούτοις η τράπεζα έφερε ένσταση και αυτός είναι ο λόγος που μέχρι σήμερα δεν διαγράφηκε. Το τεκμήριο 2, έντυπο του Εφόρου Εταιρειών, επιβεβαιώνει το αληθές τούτου του ισχυρισμού, εφόσον αναφέρεται εκεί ότι την 19/01/2018 υπεβλήθη ένσταση για διαγραφή της εταιρείας. Τέλος, οι αιτητές δεν αντέτειναν οτιδήποτε διαφορετικό σε σχέση με την καθ' ης η αίτηση
  2. Απεναντίας δεν αμφισβήτησαν τους σχετικούς ισχυρισμούς και βάσει τούτων οικοδόμησαν την αντεξέτασή τους για τα εισοδήματα του καθ' ου η αίτηση
  3. Εν προκειμένω δέχτηκαν ότι η καθ' ης η αίτηση 1 αδρανοποιήθηκε το 2015 και ότι έκτοτε ο καθ' ου η αίτηση 2 εργάζεται στην εταιρεία Kivotos Luxury Lifestyle Ltd, στην οποία μέτοχος είναι ο υιός του αλλά διευθύνεται από τον ίδιο. Ενόψει όλων των ανωτέρω σε σχέση με την καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, εφόσον αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου πως η καθ' ης η αίτηση 1 είναι αδρανής από το 2015 και ως εκ τούτου δεν έχει εισοδήματα. Στην έκταση που η επίδικη αίτηση αφορά την καθ' ης η αίτηση 1 απορρίπτεται. Τώρα η πτυχή της μαρτυρίας του καθ' ου η αίτηση 2 που άπτεται των δικών του εισοδημάτων και εξόδων καθώς και της οικογένειάς του, δεν εντυπωσίασε για την ειλικρίνεια του μάρτυρα. Ακριβώς αντίθετη είναι η εντύπωση που άφησε. Επιτηδειότητα, αντιφάσεις και αοριστίες, είναι τα μέσα που επικαλέστηκε ο καθ' ου η αίτηση 2 ώστε να πείσει ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Και εξηγώ. Στην ένσταση ο καθ' ου η αίτηση 2 δήλωσε ότι εργάζεται στην Kivotos Luxury Lifestyle Ltd, η οποία ανήκει στον υιό του και περαιτέρω, ότι οι μηνιαίες απολαβές του ανέρχονται στο ποσό των €900 μικτά, δηλαδή καθαρά €
  4. Το έντυπο των κοινωνικών ασφαλίσεων του καθ' ου η αίτηση 2 προσκομίστηκε ως τεκμήριο εις απόδειξη τούτου του εισοδήματος. Είναι τούτο το τεκμήριο 3 και όντως αναφέρει τούτα τα ποσά. Περιπλέον, στην ένορκη δήλωση ο καθ' ου η αίτηση 2 δήλωσε ότι η εταιρεία δραστηριοποιήθηκε το 2015 και αρχικά ο μισθός του ήταν μόλις €
  5. Εις απόδειξη τούτου παρουσίασε και δεύτερη κατάσταση των κοινωνικών ασφαλίσεων, δηλαδή το τεκμήριο 4, που δεικνύει ακριβώς αυτό που αναφέρθηκε από τον καθ' ου η αίτηση
  6. Εκ των πρώτων όμως ερωτήσεων της συνηγόρου των αιτητών ήταν κατά πόσο αυτές είναι οι οικονομικές του συνθήκες, ερώτηση στην οποία απάντησε καταφατικά. Ακολούθησε ερώτηση αν υπάρχει κάτι άλλο και απάντησε «όχι». Εν τούτοις όταν μετά από αρκετές ερωτήσεις του υποδεικνύεται ότι βάσει όσων ο ίδιος ανέφερε ο μισθός που λαμβάνει σε συνδυασμό με το μικτό εισόδημα της συζύγου του (€1.800), υπερκαλύπτουν τα έξοδα που δήλωσε ότι έχουν ως οικογένεια, αίφνης ενθυμάται ότι ο μισθός του θα μειωθεί λόγω μειωμένων εσόδων της εταιρείας. Προβληματίζει βεβαίως το γεγονός ότι αν και εξαρχής του δόθηκε η ευκαιρία να αναφέρει την επικείμενη μείωση, τίποτα δεν ανέφερε μέχρις ότου στριμώχθηκε από τις ερωτήσεις της συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση. Εν πάση περιπτώσει δεν προσκόμισε οιονδήποτε έγγραφο προς απόδειξη των ισχυρισμών του, φερ' ειπείν επιστολή της εταιρείας που εργάζεται ή τα λογιστικά βιβλία τούτης, δοθέντος ότι είναι ο ίδιος που την διαχειρίζεται. Σαν να μην έφτανε αυτό η εξέταση που ακολούθησε έτι περισσότερο ανέδειξε την ανειλικρίνεια του σχετικού ισχυρισμού του καθ' ου η αίτηση
  7. Ως ήταν φυσιολογικό και αναμενόμενο μετά τον ισχυρισμό ότι ο μισθός του θα μειωθεί, ακολούθησε ερώτηση «Έχετε κάποια νύξη, ξέρετε τι θα γίνει;». Παρεμβάλλεται ότι πολλάκις έχει λεχθεί πως το άψυχο χαρτί της διαδικασίας είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποτυπώσει τη ζωντανή ατμόσφαιρα της διαδικασίας. Αυτό είναι που ισχύει και εδώ. Σε αυτήν ακριβώς την ερώτηση ο καθ' ου η αίτηση 2 κόμπασε, συγχύστηκε και εντέλει ψέλλισε «Όσα σηκώνει να πληρώσει η εταιρεία, τόσα θα μας πληρώσει». Ευθύς του υποδείχθηκε αυτό που ενωρίτερα είχε αναφέρει στην εξέτασή του, δηλαδή ότι ο ίδιος είναι που χειρίζεται και διευθύνει την εταιρεία στην οποία εργάζεται και πως ο υιός του, που φαίνεται ως ιδιοκτήτης, σπουδάζει στην Αγγλία. Ως εκ τούτου γνωρίζει την οικονομική της κατάσταση και ποια θα είναι η μείωση. Αντί να απαντήσει επ' αυτού, φερ' ειπείν ότι όντως τη χειρίζεται ή δεν τη χειρίζεται, ότι γνωρίζει ή δεν γνωρίζει την οικονομική της κατάσταση, απάντησε στην προηγούμενη ερώτηση, δηλαδή ότι ο μισθός του θα πάει γύρω στα €
  8. Δηλαδή σε εκείνο ακριβώς το σημείο ενθυμήθηκε, ως δια μαγείας, χωρίς προηγούμενη αναφορά και παντελώς αόριστα και αναιτιολόγητα, ότι ο μισθός του θα μειωθεί σε €600 από €
  9. Και ερωτώ· γιατί δεν ανέφερε τούτο όταν ρητά ερωτήθηκε από την κα Χ" Ιωάννου; Γιατί το ενθυμήθηκε μόλις πιέστηκε και έτι περισσότερο, πώς επαληθεύεται η θέση του για μείωση όταν τίποτα δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου που να φανερώνει ότι επίκειται τέτοια μείωση. Ουδόλως ασήμαντο είναι και το γεγονός ότι στη συνέχεια παρουσιάστηκε ανίκανος να απαντήσει σε ό,τι σχετικό τούτης της μείωσης και οι όποιες απαντήσεις είναι αντιφατικές και συγκρουόμενες. Ερωτήθηκε εν προκειμένω αν λόγω τούτης της κατάστασης αναζήτησε αλλού εργασία και απάντησε αρνητικά, για να προσθέσει ότι δεν θεωρεί πως η μείωση θα είναι μόνιμη. Αν και αυτή η απάντηση τον θέλει να έχει γνώση πόσο θα διαρκέσει, όταν ερωτάται συναφώς (πόσο θα διαρκέσει) απαντά «Δεν ξέρω», ενώ προσθέτει ότι έτσι του είπαν. Ερωτάται ποιοι του είπαν, αφού ο ίδιος είναι που διευθύνει την εταιρεία και αοριστολογώντας λέει ότι μιλά με το παζάρι, δηλαδή με εργολάβους που συνεργάζονται. Εν τούτοις προσθέτει ότι ο ίδιος είναι αισιόδοξος. Δύσκολο να συλλάβει κανείς τη λογική στα λεγόμενα του καθ' ου η αίτηση
  10. Είναι η επικείμενη μείωση του μισθού απότοκο όσων οι άλλοι του λένε ή έχει ιδία γνώση. Αν πηγή πληροφόρησής του είναι άλλα πρόσωπα, τότε πού εδράζεται αυτή η αισιοδοξία που εξέφρασε και πώς μετράται χρονικά, δηλαδή για πόσο διάστημα θα κρατήσει η ισχυριζόμενη μείωση. Ακόμη προστίθεται και το εξής· ένεκα του ισχυρισμού που προέβαλε ο καθ' ου η αίτηση 2 ότι ο μισθός του θα μειωθεί, ερωτήθηκε κατά πόσο σκοπεύει να αναζητήσει άλλη εργασία. Απάντησε ότι αν και το έχει σκεφτεί δεν το έχει πράξει γιατί δεν του παρουσιάστηκε η κατάλληλη ευκαιρία που θα του επιτρέπει να συνεχίσει και με την εταιρεία και επειδή αν την κλείσει θα κοπούν τα πόδια του και δεν θα έχει καθόλου εισόδημα. Ομολογώ ότι εκπλήσσομαι. Το τεκμήριο 4 φέρει τον καθ' ου η αίτηση 2 αρχικά να ελάμβανε €100 μηνιαίως. Σαφώς τούτο το ποσό δεν ικανοποιεί τις ανάγκες που διατείνεται ότι έχει. Εν τούτοις ούτε τότε αναζήτησε εργασία. Σήμερα διατείνεται ότι ο μισθός του θα μειωθεί. Αρχικά δεν γνωρίζει πόσο, εντέλει δηλώνει ότι θα κατέβει στα €600, δεν ξέρει όμως για πόσο διάστημα, εντούτοις είναι αισιόδοξος και τέλος, δεν θα αναζητήσει άλλη εργασία για να μην χάσει το εισόδημα που σήμερα λαμβάνει. Τα πιο πάνω με γλαφυρότητα αποκαλύπτουν ότι η ισχυριζόμενη μείωση των εισοδημάτων του καθ' ου η αίτηση 2 από €800 που σήμερα λαμβάνει σε €600, δεν είναι παρά ένα τέχνασμα που μεθοδεύτηκε εν τη πορεία της διαδικασίας δια αποφυγή συνεπειών. Εν πάση περιπτώσει, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υποστηρίχτηκε από απτά στοιχεία, όπως άλλωστε όφειλε να πράξει η πλευρά του καθ' ου η αίτηση 2 (βλ. Σωτηρίου, πιο πάνω) και ούτε αντέχει στη βάσανο της λογικής, δοθέντος ότι οι τοποθετήσεις του είναι αντιφατικές καθώς και αστήριχτες. Μέρος των αιτιάσεων του καθ' ου η αίτηση 2 αναφορικά με τα προσωπικά και οικογενειακά έξοδά του, δεν τελεί σε καλύτερη μοίρα. Ας δούμε όμως ό,τι αναφέρθηκε. Ο καθ' ου η αίτηση 2 υποστήριξε ότι λόγω άθλιας οικονομικής κατάστασης από τα τέλη του 2017 ο ίδιος και η σύζυγός του διαμένουν στη Δευτερά στην οικία της μητέρας του. Λόγω του ότι το 2015 η μητέρα του διαγνώστηκε με αλτσχάιμερ, σχετικό είναι το τεκμήριο 5, συντηρείται από οικιακή βοηθό, η οποία επίσης διαμένει μαζί τους. Συνεπώς, εξήγησε, η σύνταξη της μητέρας του, ύψους €450 δεν αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της, εφόσον η οικιακή βοηθός λαμβάνει €400 μηνιαίως, πλέον κοινωνικές ασφαλίσεις. Σε σχέση με τα πιο πάνω τίποτα δεν προέκυψε που να πλήττει τη βασιμότητα τούτων. Αντιθέτως και οι αιτητές εξέλαβαν τούτα ως δεδομένα και προσάρμοσαν την αντεξέτασή τους. Ως εκ τούτου δέχομαι ότι έτσι έχουν τα πράγματα σε σχέση με τη μητέρα του καθ' ου η αίτηση 2 και πως η συντήρησή της, πέραν του μισθού της οικιακής βοηθού, πέφτει στους ώμους του καθ' ου η αίτηση 2 που διαμένει μαζί της. Τα τρέχοντα οικογενειακά έξοδα του καθ' ου η αίτηση 2 παρατίθενται στην παράγραφο 17 της ενόρκου δηλώσεως τούτου. Όσον αφορά τα έξοδα για τηλέφωνο (€40), διαδίκτυο (€50), ρεύμα (€200 ανά διμηνία), νερό (€50 ανά διμηνία), ψώνια από υπεραγορά (€500 μηνιαίως), βενζίνη (€100), άδεια κυκλοφορίας και άλλα έξοδα οχήματος (€50 μηνιαίως) και αρτοποιείο για καθημερινές ανάγκες όπως γάλα και ψωμί (€5 ημερησίως, δηλαδή €150 μηνιαίως), κρίνω ότι κυμαίνονται εντός λογικής πραγματικότητας. Στο σπίτι διαμένουν τέσσερις ενήλικες, εν προκειμένω ο καθ' ου η αίτηση 2 με τη σύζυγό του, η μητέρα του πρώτου και η οικιακή βοηθός της τελευταίας. Τα έξοδα που αναφέρθηκαν είναι καθ' όλα λογικά. Εν πάση περιπτώσει μέρος του τεκμηρίου 6 επιβεβαιώνει τα έξοδα σε σχέση με Α.Η.Κ. και υδατοπρομήθεια, ως εκ τούτου οι σχετικοί ισχυρισμοί υιοθετούνται. Εκεί όμως που ο καθ' ου η αίτηση 2 είτε υπερέβαλε είτε εψεύσθη, είναι σε σχέση με τα κονδύλια των παραγράφων 17.8, 17.9 και 17.
  11. Αρχίζω από την παράγραφο 17.8 που αφορά ένδυση και υπόδηση όλης της οικογένειας, κονδύλι το οποίο ο καθ' ου η αίτηση 2 προσδιόρισε στα €150 μηνιαίως. Όταν ερωτήθηκε ειδικά για τούτο το κονδύλι ανέφερε ότι ο ίδιος δεν αγοράζει ρούχα και ότι ντύνεται με ρούχα που αγόρασε πριν χρόνια. Δικαιολόγησε όμως το ποσό αυτό λόγω του υιού τους που είναι 24 ετών, έστω και αν δεν ζει μαζί τους. Αυτή όμως η τοποθέτηση του καθ' ου η αίτηση 2 κρίνεται ψευδής. Τα έξοδα του υιού αναφέρονται ειδικά στην παράγραφο 20 της ενόρκου δηλώσεως και ανέρχονται, σύμφωνα με τα εκεί αναφερόμενα, στο ποσό των €1.200 μηνιαίως. Περιπλέον, αναφέρεται ότι σε αυτό το ποσό συμπεριλαμβάνεται και η ένδυση. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι μη μπορώντας να αιτιολογήσει το κονδύλι της παραγράφου 17.8, ο καθ' ου η αίτηση 2 επικαλέστηκε ανάγκες του υιού του δύο φορές. Εδώ είναι που έγκειται και το ψεύδος και η παραπλάνηση. Ως εκ τούτου κρίνω ότι το ποσό των €150 της παραγράφου 17.8 δεν δικαιολογείται. Είμαι της γνώμης ότι ένα ποσό της τάξης των €30 μηνιαίως είναι αρκετό για τον ίδιο, τη σύζυγό του και τη μητέρα του. Η παράγραφος 17.9 της ενόρκου δηλώσεως του καθ' ου η αίτηση 2 συνίσταται σε φόρους ακίνητης ιδιοκτησίας, σκύβαλα, φόρο κοιμητηρίου και άλλες φορολογίες, που συνολικά συμποσούνται σε €100 μηνιαίως, δηλαδή €1.200 ετησίως. Δεν αντιλέγω ότι γι' αυτές τις φορολογίες το ύψος του αναφερόμενου ποσού ακούγεται λογικό. Εν τούτοις δεν είναι αυτό που καθορίζει την ορθότητα του υπό κρίση κονδυλιού ως βάσιμο, εν προκειμένω η γενική και αόριστη επίκληση τούτου, αλλά η διασύνδεσή του με συγκεκριμένη υποχρέωση. Εν ολίγοις· ποια είναι η ακίνητη περιουσία του καθ' ου η αίτηση 2 που φορολογείται, ποια η σχετική φορολογία και ποια η απόδειξη τούτης, ώστε να διαπιστωθεί το ποσό. Το τεκμήριο 6 που προσκόμισε ο καθ' ου η αίτηση 2 φέρει μια μόνο σχετική φορολογία, εν προκειμένω τέλη φόρου κοιμητηρίου, με το εν λόγω ποσό να ανέρχεται στα €30 ετησίως και είναι επ' ονόματι της μητέρας του. Δέχομαι βεβαίως ότι ο ίδιος είναι που το καταβάλλει λόγω της κατάστασης της μητέρας, αλλά αυτό το έγγραφο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό του ότι μηνιαίως καταβάλλει το ποσό των €
  12. Του υποδείχθηκε το σχετικό έγγραφο στο τεκμήριο 6 και του ζητήθηκε να αναφέρει τι άλλο πληρώνει και η απάντηση ήταν «Δεν μου έρχεται κάτι». Ρωτήθηκε κατά πόσο αυτά τα έξοδα ανέρχονται στο ποσό των €1.200 ετησίως και τότε απάντησε «Θα έλεγα γύρω στα €500 ετησίως». Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση 2 περιόρισε τούτο το κονδύλι στα €500 ετησίως, δηλαδή στα €42 μηνιαίως. Πέραν όμως τούτου, και πάλιν το ποσό δεν μπορεί, δίχως άλλο, να θεωρηθεί ως αναγκαίο έξοδο του καθ' ου η αίτηση
  13. Το γεγονός ότι συγκεκριμένες φορολογίες είναι δεδομένες εφόσον είναι τοις πάσιν γνωστές, δεν σημαίνει, δίχως άλλο, ότι όλοι οι πολίτες υποχρεούνται να καταβάλλουν τέτοιες φορολογίες, εφόσον ενδεχόμενο είναι να μην εμπίπτουν στην εν λόγω κατηγορία, λόγου χάριν επειδή δεν έχουν ακίνητη ιδιοκτησία. Εδώ ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν απέδειξε, ως όφειλε, ότι καταβάλλει τέτοιο ποσό. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι σε σχέση με αυτή την κατηγορία το μηνιαίο κονδύλι του καθ' ου η αίτηση 2 δεν υπερβαίνει τα €
  14. Τέλος, στην παράγραφο 17.11 της ενόρκου δηλώσεως αναφέρεται ότι για θέρμανση καταβάλλεται ποσό €150 μηνιαίως. Εξήγησε και ορθά, ότι πρόκειται για μηνιαία αναλογία και δέχθηκε ότι η οικογένεια χρησιμοποιεί θέρμανση μεταξύ Νοεμβρίου και Μαρτίου εκάστου έτους. Εν τούτοις και πάλιν το τεκμήριο 6 διαψεύδει τον καθ' ου η αίτηση
  15. Στο εν λόγω τεκμήριο εμπεριέχονται δύο σχετικά έγγραφα. Το πρώτο είναι ημερομηνίας 31/03/2018 και αφορά την περίοδο 31/10/2017 έως και 28/02/
  16. Το υπόλοιπο που εκεί φαίνεται είναι χρεωστικό και ανέρχεται στα €823,
  17. Περιπλέον δεν φαίνεται να έχει πιστωθεί οιονδήποτε ποσό, δηλαδή ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν πλήρωσε οιονδήποτε ποσό. Μάλιστα τούτο το υπόλοιπο μεταφέρεται στην επόμενη κατάσταση λογαριασμού που είναι ημερομηνίας 31/07/
  18. Σε αυτή τη δεύτερη κατάσταση λογαριασμού φαίνονται και κάποιες πιστώσεις που ανέρχονται στο ποσό των €823,
  19. Εν τέλει η κατάσταση λογαριασμού κλείνει με χρεωστικό υπόλοιπο €1.412,
  20. Αν προσθέσει κανείς τα δύο τελευταία ποσά, δηλαδή το τελικό υπόλοιπο των δύο καταστάσεων λογαριασμού (€1.412,25), πλέον τα ποσά που πληρώθηκαν (€823,87), θα εξακριβώσει το ακριβές ποσό που κατανάλωσε σε θέρμανση η οικογένεια του καθ' ου η αίτηση 2, για περίοδο τριών ετών. Λέγω τρία έτη εφόσον η πρώτη χρέωση αρχίζει 31/10 και ο καθ' ου η αίτηση 2 ανέφερε ότι χρησιμοποιούν τη θέρμανση μεταξύ Νοεμβρίου και Μαρτίου και καταλήγει στην ημερομηνία 26/03/2019, δηλαδή τότε που σταματούν να χρησιμοποιούν τη θέρμανση. Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι ο μέσος όρος των τριών ετών ανέρχεται στα €745,
  21. Δηλαδή μηνιαίως €62,
  22. Συνεπώς αυτό είναι το κονδύλι που προκύπτει και όχι η αόριστη τοποθέτηση του καθ' ου η αίτηση 2 ότι χρειάζονται ποσό €150 μηνιαίως. Τώρα, είναι δεδομένο ότι η σύζυγος του καθ' ου η αίτηση 2, η οποία υποχρεούται να συνεισφέρει εξίσου στα οικογενειακά βάρη, λαμβάνει το ποσό των €1.647 μηνιαίως καθαρά. Ο δε καθ' ου η αίτηση 2 έχει διαπιστωθεί ότι έχει καθαρές απολαβές το ποσό των €
  23. Συνεπώς το σύνολο των εισοδημάτων της οικογένειας ανέρχεται στο ποσό των €2.447 μηνιαίως. Έχω αναφέρει ήδη την κατάληξή μου σε σχέση με τα κονδύλια των παραγράφων 17.8, 17.9 και 17.
  24. Περιπλέον, έχω δεχτεί ότι τα υπόλοιπα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 17 της ενόρκου δηλώσεως του καθ' ου η αίτηση 2 είναι ορθά και αληθή. Εν τούτοις είμαι της γνώμης ότι το ποσό των €50 της παραγράφου 17.2, που αφορά διαδίκτυο, αν και αληθές δεν δικαιολογείται από τη νομολογία. Στην υπόθεση Χριστάκης Μιχαήλ κ.α. ν. Σκορδή
(2005)1Α Α.Α.Δ. 64, 67 υπεδείχθη ότι το κινητό τηλέφωνο δεν είναι απαραίτητο για αξιοπρεπή διαβίωση. Προσθέτω ότι ανάλογα ισχύουν και για το διαδίκτυο. Ο καθ' ου η αίτηση 2 δέχτηκε ότι δεν το χρειάζεται για την εργασία του, αλλά το παρουσίασε ως αναγκαίο επειδή μέσω αυτού μιλούν με τον υιό τους στην Αγγλία και με την αδελφή του. Δεν αντιλέγω ότι τέτοια επικοινωνία είναι χρήσιμη και ωφέλιμη. Παρ' όλα αυτά τέτοια επικοινωνία μπορεί να επιτευχθεί και μέσω τηλεφώνου και σχετικό είναι το κονδύλι της παραγράφου 17.1 της ενόρκου δηλώσεως του καθ' ου η αίτηση 2. Κατά δεύτερο, πέραν όσων κρίνονται απολύτως απαραίτητα όπως αυτά αναγνωρίζονται από τη νομολογία, οι ανέσεις του οφειλέτη δεν υπερτερούν έναντι των υποχρεώσεων του σε δικαστικές αποφάσεις. Μείζων είναι η εξισορρόπηση της αξιοπρεπούς διαβίωσης με την ικανοποίηση της απόφασης, ικανοποίηση η οποία εξυπηρετεί το κύρος της δικαιοσύνης και κατ' επέκταση το περί δικαίου αίσθημα. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος, στην προκείμενη περίπτωση το διαδίκτυο εκφεύγει των αναγκών που συναρτώνται με αξιοπρεπή διαβίωση και ως εκ τούτου το σχετικό κονδύλι δεν μπορεί να εγκριθεί. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η σύζυγος του καθ' ου η αίτηση 2 αποστέλλει το ποσό των €1.200 μηνιαίως στον υιό τους, ο οποίος σπουδάζει στην Αγγλία. Παρ' ότι ο υιός είναι ενήλικας δικαιολογείται, εισηγήθηκε, ο υπολογισμός τούτου του ποσού, από τις διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, Ν.216(Ι)/90 και δη το άρθρο 33 το οποίο διαλαμβάνει ότι· « 33.-
(1)Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.
(2)Με απόφαση και σχετική ρύθμιση από το Δικαστήριο, η υποχρέωση των γονέων δυνάμει του εδαφίου
(1)είναι δυνατό να συνεχίσει και μετά την ενηλικίωση του τέκνου, στις περιπτώσεις όπου ειδικές περιστάσεις επιβάλλουν τούτο, όπως σε περίπτωση ανικανότητας ή αναπηρίας του τέκνου ή υπηρεσίας θητείας του στην Εθνική Φρουρά ή φοίτησής του σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή επαγγελματική σχολή.
(3)Το ανήλικο τέκνο και αν ακόμα έχει περιουσία, έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του.» Πρόσθετα επικαλέστηκε τα λεχθέντα στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαραλαμπίδη
(1989)1Α Α.Α.Δ. 556, 580 όπου λέχθηκε ότι· « Σήμερα, παραδείγματος χάριν, η μόρφωση των παιδιών θεωρείται ουσιώδες και επάναγκες έξοδο της οικογένειας, ενώ πριν 26 χρόνια, στην υπόθεση Anestos Adamou v. Xenophon Ioannides,
(1963)2 C.L.R. 468, κρίθηκε ότι αυτό ήταν απαράδεκτο και επουσιώδες.» Δεν διαφωνώ ότι σε σχέση με αυτό το ζήτημα η νομολογία έχει εξελιχθεί και η μόρφωση τέκνου δυνατό, υπό προϋποθέσεις, να δικαιολογήσει συνυπολογισμό τέτοιου ποσού στα αναγκαία οικογενειακά έξοδα. Είναι όμως τούτη η περίπτωση εδώ; Κατ' αρχάς παρατηρώ ότι το ποσό των €1.200 τέθηκε εντελώς αόριστα και δίχως οιανδήποτε αναγκαία αιτιολόγηση. Εν προκειμένω πόσο κοστίζει το πανεπιστήμιο και πόσο η διαμονή. Τι είναι αυτό που καλύπτει η διαμονή και ιδιαίτερα, συνυπολογίστηκαν αχρείαστα ή υπερβολικά και συνεπώς αδικαιολόγητα έξοδα; Όλα αυτά δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ υποχρέωση ήταν του καθ' ου η αίτηση 2 να πράξει τούτο, εφόσον επικαλείται το εν λόγω κονδύλι και υποστηρίζει ότι λόγω και αυτού αδυνατεί να πληρώσει. Από την άλλη το επιχείρημα σε σχέση με το τέκνο που σπουδάζει στην Αγγλία είναι οξύμωρο και συνιστά φαύλο κύκλο. Και εξηγώ· η εταιρεία που εργάζεται ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν ανήκει στον ίδιο αλλά στον υιό του που σπουδάζει στην Αγγλία. Εκ των λεγομένων του καθ' ου η αίτηση 2 προκύπτει ότι αυτή η εταιρεία έχει κύκλο εργασιών ώστε να εργοδοτεί τον ίδιο και να του καταβάλλει το ποσό των €900 μηνιαίως. Αν λοιπόν η εταιρεία κερδίζει κάποιο ποσό, τότε γιατί ο ιδιοκτήτης της, δηλαδή ο υιός του καθ' ου η αίτηση 2 πρέπει να συντηρείται από τους γονείς του, με πρόφαση ότι σπουδάζει. Εν πάση περιπτώσει, ο καθ' ου η αίτηση 2 ανέφερε ότι εφέτος είναι ο τελευταίος χρόνος του υιού και πως στη συνέχεια επιστρέφει. Συνεπώς οσονούπω ο υιός θα επιστρέψει και ως εκ τούτου το όποιο ποσό καταβάλλεται από τους γονείς του θα παραμείνει πλέον διαθέσιμο. Μπορεί λοιπόν να παρασχεθεί κάποιος χρόνος στο διάταγμα που ήθελε εκδοθεί προς διευκόλυνση τούτης της κατάστασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι το ποσό που ο καθ' ου η αίτηση 2 ισχυρίστηκε ότι μηνιαίως καταβάλλουν ο ίδιος και η σύζυγός του στον υιό τους, δεν αιτιολογήθηκε και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Βάσει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι τα μηνιαία έξοδα του καθ' ου η αίτηση 2 και της οικογένειάς του ανέρχονται στα ακόλουθα: Τηλέφωνο €40 μηνιαίως Ρεύμα €100 μηνιαίως Νερό €25 μηνιαίως Ψώνισμα υπεραγοράς €500 μηνιαίως Βενζίνη €100 μηνιαίως Άλλα έξοδα οχήματος €50 μηνιαίως Ένδυση €30 μηνιαίως Θέρμανση €63 μηνιαίως Φούρνος €150 μηνιαίως Φόροι €10 μηνιαίως Διάφορα (κοινωνική διακίνηση ή φάρμακα) €100 μηνιαίως Σύνολο: €1.168 μηνιαίως Με δεδομένο ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 λαμβάνει το ποσό των €800 καθαρά και η σύζυγός του το ποσό των €1.647, είναι φανερό ότι τα έσοδα της οικογένειας ανέρχονται στο ποσό των €2.447, τη στιγμή που τα έξοδα περιορίζονται στο ποσό των €1.168, δηλαδή παραμένει υπόλοιπο €1.279. Υπό τις περιστάσεις καταλήγω ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 δύναται να καταβάλλει το ποσό των €500 μηνιαίως αρχής γενομένης από την 01/09/2020. Παρέχεται τούτος ο χρόνος ώστε ο υιός του καθ' ου η αίτηση 2 να ολοκληρώσει τις σπουδές του, όπως ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου ο καθ' ου η αίτηση 2 διατάσσεται να πληρώνει το ποσό των €500 μηνιαίως, αρχής γενομένης την 01/09/2020 και ακολούθως την 1η ημέρα εκάστου επομένου μηνός, μέχρι τελείας εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως χρέους, πλέον τόκους και έξοδα. Σε ό,τι αφορά την καθ' ης η αίτηση 1, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εις βάρος του καθ' ου η αίτηση 2. Σε σχέση με την καθ' ης η αίτηση 1 δεν επιδικάζονται έξοδα εφόσον η διαδικασία (αίτηση, ένσταση και ακρόαση), ήταν κοινή με τον καθ' ου η αίτηση 2. (Υπ)....................................... Λ.Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.