Συλλούρη διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης ΣΥΛΛΟΥΡΗ το γένος Κκόσιη Ιεροδιακόνου Παπαγεωργίου ν. Ιεροδιακόνου κ.α., Αρ. Συνενωμένων Αγωγών: 545/08, 546/08, 547/08, 5/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A265 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Συνενωμένων Αγωγών: 545/08 546/08 547/08 Μεταξύ: χχχχχχ Συλλούρη και χχχχχ Συλλούρη υπό την ιδιότητα τους ως Διαχειρίστριες της περιουσίας της ανικάνου μητέρας τους χχχχ χχχ ΣΥΛΛΟΥΡΗ το γένος χχχ από το Δάλι, δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 18/12/2007 Ενάγουσες και
- χχχχχχχ χ. Ιεροδιακόνου
- χχχχχχ χ. Ιεροδιακόνου
- χχχχχχ χχχχχχχ Ιεροδιακόνου
- χχχχχχ χχχχχχχ Ιεροδιακόνου
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας Εναγόμενοι Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 05/05/2009 & δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 18/03/2011 Μεταξύ: χχχχχ Συλλούρη διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης χχχχχ χχχχχχχ ΣΥΛΛΟΥΡΗ το γένος χχχχχχχχχ χχχχχχχχ Παπαγεωργίου, τέως από το Δάλι, δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου ημερ. 20/2/2009 Ενάγουσας και
- χχχχχ χ. Ιεροδιακόνου
- χχχχ χ. Ιεροδιακόνου
- χχχχχχ χχχχχ Ιεροδιακόνου
- χχχχχχ χχχχχχ Ιεροδιακόνου
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας Εναγόμενοι Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 19/05/2014 Μεταξύ: χχχχχχ Συλλούρη διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης χχχχχχ χχχχχχχ ΣΥΛΛΟΥΡΗ το γένος Κκόσιη ιεροδιακόνου Παπαγεωργίου, τέως από το δάλι, δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου ημερ. 20/2/2009 Ενάγουσας και
- χχχχχ χ. Ιεροδιακόνου
- χχχχ χ. Ιεροδιακόνου
- χχχχχχ χχχχχ Ιεροδιακόνου
- χχχχχχ χχχχχχ Ιεροδιακόνου
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας Εναγόμενοι Ημερομηνία: 05.06.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Γεωργιάδης για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1, 3 και 4 στην 545/08: κ. Η. Α. Στεφάνου και κ. Χ. Χρυσάνθου για Η. Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ και Χαρίλαος Μ. Χρυσάνθου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1, 3, 4, 5, 6 και 7 στην 546/08: κ. Η. Α. Στεφάνου και Χ. Χρυσάνθου για Η. Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ και Χαρίλαος Μ. Χρυσάνθου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2 στην 547/08: κ. Η. Α. Στεφάνου και Χ. Χρυσάνθου για Η. Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ και Χαρίλαος Μ. Χρυσάνθου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2 στις 545/08 και 546/08: κ. Μ. Κληρίδης Για Εναγόμενο 6 στην 545/08: κα Μ. Κοτσώνη για τον Γενικό Εισαγγελέα Για Εναγόμενο 8 στην 546/08 κα Μ. Κοτσώνη για τον Γενικό Εισαγγελέα Για Εναγόμενο 4 στην 547/08: κα Μ. Κοτσώνη για τον Γενικό Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις παρούσες συνεκδικαζόμενες αγωγές ζητούνται Διατάγματα και Αποφάσεις, μεταξύ άλλων, για ακυρώσεις μεταβιβάσεων ακινήτων οι οποίες, ως είναι η δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας Διαχειρίστριας της αποβιώσασας χχχχχ χχχχ Συλλούρη, ήταν προϊόν δόλιων, παράνομων και άλλων παρεμφερών πράξεων δια της χρήσης παράνομων και/ή άκυρων πληρεξουσίων καθώς και άλλων παράνομων ενεργειών. Επιπλέον ζητούνται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή των αρχών αποκατάστασης. Οι Εναγόμενοι, δια των υπερασπίσεων τους, αρνούνται τη δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας, προτάσσοντας τη νομιμότητα όλων των πράξεων που σχετίζονται με τις μεταβιβάσεις ακίνητης περιουσίας της αποβιώσασας χχχχ χχχχ Συλλούρη, καθώς και τη νομιμότητα όλων των σχετικών πράξεων και ενεργειών τους. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας η χχχχχχχχ Συλλούρη ως η πρώτη μάρτυρας στη δίκη - στο εξής ΜΕ1 - επιχείρησε να καταθέσει γραπτή δήλωση - Τεκμήριο Ι για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ένστασης - ως μέρος της μαρτυρίας της αποτελούμενη από 36 σελίδες. Ηγέρθηκε ωστόσο ένσταση, από τον κ. Στεφάνου εκ μέρους των διάδικων τους οποίους εκπροσωπεί - ως εμφαίνονται ανωτέρω στις εμφανίσεις - και από τον κ. Κληρίδη, συνήγορο του Εναγόμενου 2 στις αγωγές 545/08 και 546/08, στην κατάθεση της γραπτής δήλωσης, ως έχει, ζητώντας από το Δικαστήριο να μην γίνουν αποδεκτές συγκεκριμένες παράγραφοι και να μην αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας της. Ειδικότερα εκ μέρους του κ. Στεφάνου υποβλήθηκε εισήγηση ότι μέρος των παραγράφων 54, 59, 70, 71, 73, 92, 93 και 120, όπως αυτό εξειδικεύθηκε, αποτελεί εξ΄ ακοής μαρτυρία προσώπου που απεβίωσε. Η εισήγηση του κ. Στεφάνου, με αναφορά σε σχετική νομολογία, προσδιορίστηκε με ειδικότερη μνεία στην υπόθεση Muskita Aluminium Industries Ltd κ.α v. Alsako Aluminium Ltd κ.α
(2009)1Β ΑΑΔ 1481 στην οποία επιβεβαιώθηκε, κατ΄ έφεση, πρωτόδικη απόφαση με την οποία δεν επιτράπηκε κατάθεση, χειρόγραφου σημειώματος που συντάχθηκε από πρόσωπο το οποίο είχε αποβιώσει. Καταληκτικά διατυπώθηκε η θέση ότι μετά τη ψήφιση του Νόμου Ν.32(Ι)/2004 και την κατάργηση του άρθρου 4 ως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση, η εξ΄ ακοής μαρτυρία που προέρχεται από πρόσωπα που απεβίωσαν, είτε είναι σε έγγραφη μορφή είτε προφορική, δεν γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια. Όσον αφορά δε στην παράγραφο 120 είναι πρόδηλο ότι θα προκύψει αδυναμία αντεξέτασης του συντάκτη της έκθεσης εμπειρογνωμοσύνης την οποία επιθυμεί η ΜΕ1 να καταθέσει ως τεκμήριο, γεγονός που παραβιάζει το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και τα δικαιώματα της Υπεράσπισης. Περαιτέρω ο κ. Κληρίδης, πέραν των όσων ήγειρε ο κ. Στεφάνου τα οποία υιοθέτησε εφ΄ όσον αποτελούν λόγους ένστασης και για τον διάδικο που εκπροσωπεί, πρόβαλε ένσταση όπως μη επιτραπούν οι παράγραφοι 61, 62 και 63 του Τεκμηρίου Ι, με την εισήγηση ότι οι εν λόγω παράγραφοι δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα και πως πρόκειται για άσχετες ενέργειες που έκανε η αδελφή της ΜΕ1. Η εν λόγω ένσταση επεκτείνεται και στην παράγραφο 92 του Τεκμηρίου Ι, καθότι, ως εισηγήθηκε ο κ. Κληρίδης, αφενός ούτε αυτή καλύπτεται από τα δικόγραφα αφετέρου το άτομο στο οποίο γίνεται αναφορά έχει αποβιώσει. Από την αντίπερα όχθη ο κ. Γεωργιάδης, απορρίπτοντας τις θέσεις περί απαγόρευσης της εξ΄ ακοής μαρτυρίας που προέρχεται από πρόσωπα που απεβίωσαν, επικαλέσθηκε την υπόθεση ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α v. ΤΤΟΟΥΛΟΥΔΙΟΥ κ.α.
(2012)1 Β ΑΑΔ 1239, εισηγούμενος ότι από αυτή εξάγεται το συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφοροποίηση της νομολογίας από την υπόθεση Muskita (ανωτέρω), που επικαλέσθηκε ο κ. Στεφάνου, η οποία έμμεσα ανατράπηκε. Εισηγήθηκε πως η εξ΄ ακοής μαρτυρία αποβιωσάντων προσώπων είναι επιτρεπτή σε δίκη, πολύ περισσότερο σε πολιτική διαδικασία ως είναι η παρούσα και εναπόκειται στο Δικαστήριο να της αποδώσει την όποια βαρύτητα. Περαιτέρω κ. Γεωργιάδης εξειδίκευσε την θέση του, περί αποδοχής των ενστάσιμων παραγράφων ως μαρτυρίας, προβάλλοντας ότι, αναφορικά με την παράγραφο 54 αυτή θα πρέπει να επιτραπεί διότι η δήλωση έγινε στην παρουσία της Ενάγουσας έστω από αποβιώσαντα, είναι δήλωση με νομικά επακόλουθα και εναντίον συμφέροντος διάδικου και άρα είναι επιτρεπτή. Αναφορικά με την παράγραφο 59 αυτή δεν αποσκοπεί στην αλήθεια του περιεχόμενου της, αλλά ως εξήγηση που η Ενάγουσα δεν προέβη σε καταγγελία. Οι παράγραφοι 70 και 71, εισηγήθηκε ο κ. Γεωργιάδης, ότι δεν συνιστούν εξ΄ ακοής μαρτυρία αλλά δηλώσεις με νομικά επακόλουθα και για να εξηγήσουν τις ενέργειες της Ενάγουσας. Σε κάθε περίπτωση αποτελούν δήλωση εναντίον συμφέροντος. Η παράγραφος 73 επιχειρείται να εισαχθεί όχι ως προς την αλήθεια του περιεχόμενου της αλλά ως αναφορά για παρόμοια γεγονότα. Η παράγραφος 92 συνιστά παραδοχή από διάδικο και εμπλοκή του στις διαδικασίες απόσπασης περιουσίας, συνεπώς θα πρέπει να επιτραπεί. Η παράγραφος 93 επίσης δεν αποσκοπεί στην απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά μόνο στο ότι έγινε η δήλωση και συνεπώς δεν είναι εξ΄ ακοής μαρτυρία. Ως μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων συνιστούν και οι παράγραφοι 61, 62 και
- Προς καλύτερη κατανόηση των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου παρατίθενται στη συνέχεια οι επίμαχες παράγραφοι από το τεκμήριο Ι το περιεχόμενο των οποίων είναι ενστάσιμο.
- Επίσης, όπως με πληροφόρησε ο δικηγόρος μου, το εν λόγω πληρεξούσιο δεν πληροί τις προϋποθέσεις εγκυρότητας και πιστοποίησης. Είχε 'πιστοποιηθεί' μόνο από τον Κοινοτάρχη χχχχχχ, κ. Αχχχχχχ Χχχχχχχ. Ο κ. Χχχχχχχ είναι πρώτος εξάδελφος της ΜΙ. Ήταν φίλος και κουμπάρος του ΑΙ. Όπως αναφέρω πιο κάτω, ο κ. Χχχχχχχχ παραδέχθηκε σε συνάντηση που είχαμε στις 10/08/06 ότι το πληρεξούσιο δεν υπογράφτηκε στην παρουσία του.
- Όπως με πληροφόρησε ο ΤΣ, όταν αργότερα (στις αρχές Ιουλίου 2006) άκουσε για τη μεταβίβαση στον ΘΙ του ακινήτου χ/χχ8, είχε ζητήσει από αυτόν και την ΜΙ να το επιστρέψουν, αλλιώς θα προέβαινε σε καταγγελία. Η ΜΙ του είπε πως θα το επέστρεφαν αν η ΑΜΣ τους έδινε πίσω τα χρήματα που είχαν κατατεθεί σε λογαριασμούς της, συν τα έξοδα μεταβίβασης. Όμως τελικά αρνήθηκαν να το επιστρέψουν.
- Τον Ιουνίου 2006, ενώ βρισκόμουν στο εξωτερικό, μου τηλεφώνησε η ΣΣ και μου είπε ότι ο ΓΘΙ (υιός του ΘΙ) επικοινωνούσε μαζί της ζητώντας της χρήματα, αλλά και να του δώσει τον αριθμό του τραπεζικού λογαριασμού που διατηρούσε η ΣΣ σε τράπεζα στην Ελλάδα. Όπως της έλεγε, ο ίδιος είχε πολλά χρήματα σε δολάρια κατατεθειμένα σε τράπεζα του εξωτερικού, αλλά δεν τον σύμφερε να τα φέρει στην Κύπρο που τα χρειαζόταν για να κτίσει το σπίτι του, επειδή θα πλήρωνε τέλη μετατροπής συναλλάγματος (exchange rate). Ζητούσε αρχικά από την ΣΣ να του δώσει Λ.Κ.150.000,00 και, όταν του απάντησε ότι δεν διέθετε τέτοιο ποσό, της ζήτησε να του δώσει όσα μπορούσε. Όπως έλεγε, θα της κατέθετε στον τραπεζικό λογαριασμό της στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ. Η πρόταση μας φάνηκε πολύ περίεργη. Μετά από ολιγόλεπτη συζήτηση με την ΣΣ, τη συμβούλευσα να την αγνοήσει και συμφώνησε.
- Μετά από λίγες μέρες, έλαβα ακόμη ένα τηλεφώνημα από την ΣΣ, η οποία μου είπε ότι ο ΓΘΙ της τηλεφώνησε πάνω από 15 φορές τη συγκεκριμένη μέρα ζητώντας επίμονα τον αριθμό του τραπεζικού της λογαριασμού στην Ελλάδα, με το δικαιολογητικό ότι εκείνος έπρεπε να κάνει τη μεταφορά χρημάτων τη συγκεκριμένη ημέρα. Η ΣΣ δεν του τον έδωσε.
- Δύο μέρες αργότερα, η ΣΣ μου τηλεφώνησε, ενημερώνοντας με για τα ακόλουθα: Είχε λάβει τηλεφώνημα από την τράπεζα στην Ελλάδα ότι, την ημέρα που ο ΓΘΙ της τηλεφωνούσε επίμονα ζητώντας τον αριθμό λογαριασμού, ηλικιωμένος Κύπριος άνδρας του οποίου η περιγραφή ταίριαζε στον ΑΙ, συνοδευόμενος από νεαρότερο Κύπριο άνδρα, παρουσιάστηκαν σε υποκατάστημα της τράπεζας με χειρόγραφο, μη επαρκώς επικυρωμένο πληρεξούσιο, που φερόταν να είχε υπογράψει η ΑΜΣ, και απαιτούσαν να εισπράξουν το σύνολο από λογαριασμούς της ΑΜΣ. Αυτό που θορύβησε τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος ήταν ότι οι δύο άνδρες δεν γνώριζαν τον αριθμό λογαριασμού και ζητούσαν από τους υπαλλήλους να ψάξουν για λογαριασμούς στα ονόματα της ΑΜΣ, του ΤΣ, της ΣΣ και εμένα. Παράλληλα, ο νεότερος άνδρας επικοινωνούσε συνεχώς στο τηλέφωνο με κάποιον, προσπαθώντας να μάθει τον αριθμό του λογαριασμού. Όταν ζητήθηκε από τους δύο άνδρες να δώσουν τα διαβατήρια τους για φωτοτύπηση, δήλωσαν ότι θα πάνε στο ξενοδοχείο να τα φέρουν, αλλά δεν επέστρεψαν.
- Κατά τη συνάντησή μας με τον Κοινοτάρχη, ο ίδιος μας αποκάλυψε πως ο ΑΙ τον είχε επισκεφθεί μόνος λίγο καιρό πριν και του ζήτησε να πιστοποιήσει ένα ειδικό πληρεξούσιο, που φαινόταν πως ήταν ήδη υπογραμμένο από την ΑΜΣ. Ο Κοινοτάρχης μας είπε ότι το πιστοποίησε στην απουσία τη ΑΜΣ.
- Όπως επίσης μας είπε ο Κοινοτάρχης στην ίδια συνάντηση, γύρω στον Ιούλιο 2006, ο ΑΙ τον είχε επισκεφθεί ξανά μόνος, ζητώντας του να πιστοποιήσει ένα γενικό πληρεξούσιου που φαινόταν ήδη υπογεγραμμένο από την ΑΜΣ. Όπως μας ανέφερε ο Κοινοτάρχης, είχε διστάσει αρχικά να το πιστοποιήσει. Όμως, μετά από διαβεβαιώσεις του ΑΙ ότι αυτή ήταν η επιθυμία της ΑΜΣ, το πιστοποίησε. Ο Κοινοτάρχης μας είπε πως αργότερα, όταν πληροφορήθηκε πως η ΑΜΣ «έχασεν τον νουν της», πήγε στο πατρικό μας για να επιβεβαιώσει ότι όντως αυτή ήταν η επιθυμία της ΑΜΣ. Ο ΤΣ μας διαβεβαίωσε ότι ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο, διαψεύδοντας τον Κοινοτάρχη.
- Μαζί μας ήταν και η αδελφή του ΤΣ, θεία XXXXX, που μας αποκάλυψε πως ο ΑΘΙ την είχε προσεγγίσει πριν καιρό προτείνοντας της συνεργασία για να «φαν μαζί μούχτιν την περιουσία του Συλλούρη». Μας είπε επίσης ότι, το διάστημα πριν τη μεταφορά του ΤΣ στο νοσοκομείο, οι εναγόμενοι είχαν κάνει κατάληψη στο πατρικό μας και την έδιωχναν όταν επισκεπτόταν τον ΤΣ.
- Εκείνες τις μέρες του Οκτώβρη 2006, ο ΑΙ τηλεφώνησε και ζήτησε συνάντηση για να συζητήσουμε τα όσα συνέβησαν. Επέμενε να πάμε με την ΣΣ στο σπίτι του. Επειδή φοβηθήκαμε, ζήτησα να συναντηθούμε στο ξενοδοχείο Europa, στη Λευκωσία. Στη συνάντηση, ο ΑΙ άρχισε επιθετικά. Ρωτούσε τι έγιναν οι καταθέσεις της ΑΜΣ στο Συνεργατικό. Επέμενε ότι έπρεπε να πάρει εκείνος τα λεφτά για να τα δώσει στην ΑΜΣ, που έκλαιγε επειδή ήταν απένταρη. Στη συνέχεια προσπάθησε να δικαιολογήσει το δικό του ρόλο στην υφαρπαγή της περιουσίας της ΑΜΣ. Αναφερόμενος στον ΘΙ και την ΣΠΝ, μεταξύ άλλων, είπε ότι: (α) εκμεταλλεύκουνται το ότι ζείτε στη Λευκωσία αντί στο χχχχ... κάμνουν της [ΑΜΣ] πλύση εγκεφάλου εναντίον σας... διούν της τζιαι χάπια για να την πελλάνουν... επελλάναν την για να της τα φαν... τάσσουν της πως θα της κτίσουν εκκλησιά της Αγίας Άννας τζιαμέ στο καντζιέλι σας και θα της κάμουν και άγαλμα για να μείνει αθάνατη... » (β) «Την [ΑΜΣ] επελλάναν την [ο ΘΙ, η ΜΙ και η ΣΠΝ] βάλλουν την πάνω να με σας θέλει, με εσάς, με τον [ΤΣ]. Ξέρουν ότι δεν δουλεύκει ο νους της, ότι εν πελλή και επελλάναν την τέλεια. » (γ) «Βάλλουν την πάνω να σας πετάξει έξω και εσάς και το [ΤΣ] για να μπορούν να της τα φαν ανενόχλητοι. [Ο ΘΙ και ο ΝΝ ] λαλούν της να καταγγείλει τον [ΤΣ]... ώστε να μην δικαιούται που την περιουσία της. » (δ) «Τωρά βάλλουν την πάνω εναντίον μου και θέλουν να τους δώσω πίσω το 1/3 που ρίζω που την αυλή σας. Θα της τα φαν ούλα και χωράφκια και λεφτά. Είναι συνέχεια μαζί της και κάμνουν της πλύση εγκεφάλου. »
- Όση ώρα μιλούσε, καταφερόταν ενάντια στους ΘΙ, ΜΙ, ΣΠΝ και τους οικείους τους με χαρακτηρισμούς όπως ανίκανοι, κλέφτες, παλιάνθρωποι, άτιμοι και εγκληματίες. Αποκαλούσε συνεχώς τον ΝΝ «κουμαρτζή».
- Γνωρίζω την υπογραφή της ΑΜΣ και είμαι σχεδόν βέβαιη πως τα Πληρεξούσια (Τεκμήρια 1.1, 1.2 & 1.3) δεν υπογράφτηκαν από την ίδια. Προσπάθησα να εξασφαλίσω πραγματογνωμοσύνη από γραφολόγο. Οι γραφολόγοι στους οποίους απευθύνθηκα στην Κύπρο μου είπαν πως δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε συμπεράσματα με βεβαιότητα, επειδή δεν υπήρχαν επαρκή δείγματα της υπογραφής της ΑΜΣ. Η ΑΜΣ ήταν επιφυλακτική να υπογράφει και ήταν δύσκολο να βρούμε δείγματα. Τελικά απευθυνθήκαμε σε γραφολόγο στο Ηνωμένο Βασίλειο και εξασφαλίσαμε έκθεση ημερ.04/03/14, που επιβεβαιώνει την πλαστότητα των Πληρεξουσίων, που ζητώ να παρουσιάσω ως Τεκμήριο. Λόγω της παρέλευσης μεγάλου διαστήματος μέχρι την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, δεν κατάφερα να εντοπίσω την εν λόγω γραφολόγο, η οποία ήταν σε προχωρημένη ηλικία από τότε που ετοίμασε την έκθεση. Γίνονται διευθετήσεις για να δώσει μαρτυρία άλλος γραφολόγος από το εξωτερικό. Λαμβανομένων υπόψη των ζητημάτων που ηγέρθηκαν καθώς και των επιχειρημάτων που ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διάδικων, οι οποίοι εμπλέκονται στη διαδικασία της παρούσας ένστασης, κρίνεται χρήσιμο να παρατεθούν στη συνέχεια τα άρθρα 23, 24 και 26 του Κεφ. 9, όπως αυτά ισχύουν σήμερα, μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Ν.32(Ι)/
- Εξ ακοής μαρτυρία
- Στο παρόν Μέρος, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- "αρχική δήλωση" σημαίνει τη δήλωση του προσώπου: (α) που έχει προσωπική γνώση του γεγονότος, όταν η δήλωση αναφέρεται σε γεγονός, ή (β) που έχει εκφράσει ως ειδήμων γνώμη, όταν η δήλωση περιέχει γνώμη. "εξ ακοής μαρτυρία" σημαίνει δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή. Αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας 24.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής: Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν καθιστούν αποδεκτή οποιαδήποτε μαρτυρία, που θα αποκλείετο για οποιοδήποτε λόγο άλλο από το ότι αυτή είναι εξ ακοής μαρτυρία.
(3)Οι διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 28 του παρόντος Μέρους δεν εφαρμόζονται αναφορικά με εξ ακοής μαρτυρία, η οποία θα ήταν αποδεκτή εν πάση περιπτώσει και χωρίς την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εν λόγω μαρτυρία καθίσταται αποδεκτή και δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου. 26. Εξουσία κλήτευσης μαρτύρων για αντεξέταση σε περίπτωση εξ΄ ακοής μαρτυρίας 26.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο, το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε άλλος διάδικος δύναται, με την άδεια του Δικαστηρίου, πριν ο διάδικος που έχει προσάξει την εξ ακοής μαρτυρία κλείσει την υπόθεσή του, να κλητεύει το εν λόγω πρόσωπο για να το αντεξετάσει σε σχέση με την αρχική του δήλωση: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να μην επιτρέψει την κλήτευση, αν κρίνει ότι η κλήτευση του εν λόγω προσώπου δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογη και εφικτή ή ότι δεν είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
(2)Όταν μάρτυρας κλητεύεται, δυνάμει του παρόντος άρθρου, λογίζεται ως εάν είχε κλητευθεί από το διάδικο, ο οποίος έχει προσαγάγει την αρχική δήλωση με εξ ακοής μαρτυρία.
(3)Σε περίπτωση που η μαρτυρία κατά την αντεξέταση του μάρτυρα που είχε προβεί στην αρχική δήλωση και κλήθηκε δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από την προσαχθείσα εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο δύναται στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας να μη αποδέχεται την εξ ακοής μαρτυρία που είναι σε αντίθεση με την αρχική δήλωση.
(4)Σε περίπτωση κλήτευσης ως μάρτυρα δυνάμει του παρόντος άρθρου του προσώπου που είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τα έξοδα καταβάλλονται από το διάδικο που προσήγαγε την εξ ακοής μαρτυρία, εκτός εάν το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της δίκης διατάξει άλλως πως. Όσον αφορά στην έννοια των παρόμοιων γεγονότων και στην αποδεκτότητα αυτών, στο Σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη στη σελίδα 469, έκδοση 2014, στη σελίδα 469 και επόμενες, γίνεται εκτενής ανάλυση του θέματος και ειδικότερα σε ότι αφορά πολιτικές υποθέσεις με αναφορά σε σχετική νομολογία. (βλέπε Akak Marine Company Ltd v Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(1994)1 ΑΑΔ 644, Barret v Long
(1851)3HL Cas 395, Hales v Kerr
(1908)2 KB 601, Σολωμού κ.α. v Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2011)1 (A) ΑΑΔ 36, και Thomas Liobay Developments Ltd κ.α. v Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1749). Σε ότι αφορά στην παρούσα περίπτωση διαφαίνεται πως πρώτιστα θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο κατά πόσο πρόκειται όντως για παρόμοια γεγονότα, ως η έννοια αυτή έχει προσδιορισθεί νομικά ή πρόκειται για σχετικά με τα επίδικα θέματα γεγονότα, τα όσα εκτίθενται, με πρόθεση να αποτελέσουν μαρτυρία, στις παραγράφους 61, 62, 63 και 73, για τα οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας δήλωσε ότι ο σκοπός είναι για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως παρόμοια γεγονότα. Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Τα ζητήματα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι κυρίως δύο: (α) η αποδοχή ή όχι εξ΄ ακοής μαρτυρίας και ειδικότερα μαρτυρίας που έχει ως πηγή της πρόσωπο που απεβίωσε και (β) η αποδοχή μαρτυρίας αναφορικά με παρόμοια γεγονότα. Διαφάνηκε κατά την ακρόαση πως ενδεχομένως η θέση της υπεράσπισης να μην είναι τόσο σθεναρή στις περιπτώσεις όπου ο κ. Γεωργιάδης ξεκαθάρισε ότι κάποια από την εξ΄ ακοής μαρτυρία δεν στοχεύει στην απόδειξη της αλήθειας του περιεχόμενου της, αλλά για να εξηγήσει τις ενέργειες της ΜΕ1 ή ότι έγινε η δήλωση. Με αναφορά στο λεκτικό των συγκεκριμένων παραγράφων, ως αυτές παρατέθηκαν ανωτέρω, επί των οποίων ηγέρθηκε ένσταση, και αφού το Δικαστήριο έχει αξιολογήσει και συνυπολογίσει όλα τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων που εμπλέκονται στην παρούσα διαδικασία, καθώς επίσης μελετώντας τη σχετική νομοθεσία και νομολογία, κρίνει ότι η αποδοχή εξ΄ ακοής μαρτυρίας που έχει ως πηγή της πρόσωπο το οποίο απεβίωσε είναι ορθότερο να γίνεται αποδεκτή ιδιαίτερα στις πολιτικές υποθέσεις. Κατ΄ αρχήν ρητή απαγόρευση αποδοχής τέτοιας μαρτυρίας δεν προνοήθηκε με τον Ν.32(Ι)/2004, δια του οποίου πήρε μορφή η πρόθεση καθίδρυσης προνοιών που επιτρέπουν την εξ΄ ακοής μαρτυρία, ζήτημα που για χρόνια συζητείτο. Το Δικαστήριο έχοντας μελετήσει τη σχετική νομολογία κατανοεί ότι η υπόθεση Muskita (ανωτέρω), έχει έμμεσα διαφοροποιηθεί από την υπόθεση Σταύρου (ανωτέρω), αν και δεν αποτέλεσε ευθέως τέτοιο αντικείμενο συζήτησης. Γίνεται όμως αντιληπτό ξεκάθαρα ότι το σκεπτικό της Σταύρου, για διαταγή επανεκδίκασης αλλά και η απόφανση πως δεν ήταν επιτρεπτό να μην δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ΄ ακοής μαρτυρία αποβιώσαντα, ως έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία που είχε πηγή πληροφόρησης πρόσωπο το οποίο είχε επίσης αποβιώσει θα έπρεπε να αξιολογηθεί. Η κοινή λογική υπαγορεύει πως η αξιολόγηση μαρτυρίας έπεται της αποδεκτότητας της. Προφανώς το Εφετείο στην υπόθεση Σταύρου είχε υπόψη το ζήτημα της αποδεκτότητας όταν διατύπωσε τη θέση ότι «Δεν ήταν λοιπόν επιτρεπτό να απορριφθεί εντελώς η μαρτυρία αυτή για τους λόγους που έδωσε το Δικαστήριο» με δεδομένη προφανώς και καθόλα επιτρεπτή την αποδοχή της εν λόγω εξ΄ ακοής μαρτυρίας. Επομένως εντοπίζεται, κατά το Δικαστήριο, διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος από την πιο πρόσφατη νομολογία. Το Δικαστήριο βέβαια ουδόλως έχει παραγνωρίσει τα πολύ ενδιαφέροντα και σοβαρότατα επιχειρήματα αλλά και προβληματισμούς τους οποίους έθεσαν, μέσω της αγόρευσης τους, οι κύριοι Στεφάνου και Κληρίδης. Ωστόσο με κάθε σεβασμό στην εν λόγω εισήγηση κρίνεται ορθότερο όπως η ένσταση δεν γίνει αποδεκτή. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 26
(1)του Κεφ.9 προνοεί περί του δικαιώματος κλήτευσης ως μάρτυρα, όταν προσάγεται εξ΄ ακοής μαρτυρία, του προσώπου το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση, με την άδεια βέβαια του Δικαστηρίου, για αντεξέταση σε σχέση με την αρχική δήλωση. Πρόκειται όμως περί θέσπισης του κανόνα. Στο ίδιο άρθρο, με την επιφύλαξη επί της παραγράφου 1, προκύπτει θέσπιση εξαίρεσης αφού προνοείται πως «νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να μην επιτρέψει την κλήτευση, αν κρίνει ότι η κλήτευση του εν λόγω προσώπου δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογη και εφικτή ή ότι δεν είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Η προειρημένη επιφύλαξη, κατά το Δικαστήριο, δεν επιτρέπει απόλυτη ερμηνεία πως το άρθρο 26 θεσμοθέτησε την αποδοχή της εξ΄ ακοής μαρτυρίας μόνο όταν είναι εξασφαλισμένη εκ των προτέρων κλήτευση για αντεξέταση. Η δυνατότητα προς το Δικαστήριο να μη επιτρέψει την κλήτευση από μόνη της, υπό προϋποθέσεις βέβαια, περιλαμβανομένου όταν δεν είναι εφικτή η κλήτευση, δικαιολογεί την αποδοχή και εξ΄ ακοής μαρτυρίας όταν πρόκειται για άτομο που προέβη σε δήλωση και όμως απεβίωσε. Δεν είναι λογικό να παρέχεται δυνατότητα στο Δικαστήριο να ακούσει εξ΄ ακοής μαρτυρία και να μην επιτρέψει κλήτευση για αντεξέταση προσώπου που είναι εν ζωή και όμως να μην επιτρέπεται να ακούσει τέτοια μαρτυρία όταν πρόκειται για πρόσωπο που ούτως ή άλλως δεν είναι εφικτή η αντεξέταση του επί αρχικής δήλωσης, αφού το πρόσωπο το οποίο προέβη στη δήλωση απεβίωσε. Η ερμηνεία αυτή θεωρείται ως δικαιότερη, ως θέμα αρχής, αφού δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία έχει στη διάθεση του και να την κρίνει, αφού την αξιολογήσει, το Δικαστήριο. Κατά το Δικαστήριο αυτή ήταν και η πρόθεση του νομοθέτη ο οποίος επέφερε την τροποποίηση του Κεφ. 9 με τον Ν.32(Ι)/
- Ιστορικά η αποδοχή της εξ΄ ακοής μαρτυρίας ως επιτρεπτής συνοδεύεται από κανόνες, είτε λογικής είτε δικαστικής ή άλλης εμπειρίας και συνθηκών που την διέπουν οι οποίοι λειτουργούσαν, και λειτουργούν όπου αυτό επιτρέπεται μέχρι σήμερα, ως ασφαλιστικές δικλίδες προκειμένου να μην προκαλείται κίνδυνος ή αδικία στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τέτοιες ασφαλιστικές δικλίδες κρίνεται ότι έχουν εισαχθεί βέβαια με το άρθρο 26 δια της κλήτευσης για αντεξέταση με δυνατότητα, ως ήδη αναφέρθηκε, προς το Δικαστήριο να μην επιτρέψει τέτοια κλήτευση, καθώς και με το άρθρο 27, όπου τέτοιες δικλίδες σχετίζονται με την αποδεικτική αξία της εξ΄ ακοής μαρτυρίας. Έχει επίσης αναπτυχθεί σχετική επιχειρηματολογία από τον κ. Στεφάνου πως, το περιεχόμενο των συγκεκριμένων ενστάσιμων παραγράφων δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό και για το λόγο ότι, το άρθρο 4 του Κεφ. 9, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση που επέφερε ο Ν.32(Ι)/2004, όπου επιτρεπόταν η παρουσίαση εγγράφων, χωρίς την ανάγκη να κληθεί το πρόσωπο που τα συνέταξε, όταν αυτό ήταν εκτός Δημοκρατίας ή αποβιώσας, καταργήθηκε. Η πρώτη παρατήρηση επί της προαναφερόμενης θέσης και επιχειρήματος είναι πως το άρθρο 4, ως ίσχυε προηγουμένως, αναφερόταν σε παρουσίαση εγγράφων και όχι γενικά στην εξ΄ ακοής μαρτυρία. Ό,τι μας αφορά εδώ είναι γενικότερα η αποδοχή εξ΄ ακοής μαρτυρίας δια της αποδοχής της είτε αυτή είναι έγγραφη είτε είναι προφορική. Κατά δεύτερο λόγο ό,τι το Δικαστήριο κατανοεί, και τούτο σε συνυφασμό με όλα τα προαναφερόμενα επί του θέματος, είναι πως η κατάργηση του άρθρου 4 δεν είναι άσχετη και ούτε αποσυνδεδεμένη με το νέο πνεύμα των τροποποιήσεων ως προς την αποδοχή εξ΄ ακοής μαρτυρίας, αλλά προφανώς οφειλόταν στη θέσπιση του άρθρου 24 και των άρθρων 26, 27 και
- Άλλωστε περίπτωση όπου δεν κλητεύεται το πρόσωπο το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση προνοείται στον ίδιο νόμο, όταν βέβαια η εξ΄ ακοής μαρτυρία θα ήταν αποδεκτή, υπό τους κανόνες που διέπουν την αποδεκτότητα της χωρίς την εφαρμογή του εδαφίου 1 του άρθρου 24, όπως ρητά και ξεκάθαρα προνοείται στο εδάφιο 3 του εν λόγω άρθρου, το οποίο προβλέπει πως, μεταξύ άλλων, το άρθρο 26 (και 27 και 28) δεν εφαρμόζεται. Επομένως η αδυναμία κλήτευσης, είτε πρόκειται για πρόσωπο που απεβίωσε και δεν μπορεί να κλητευθεί είτε για πρόσωπο το οποίο βρίσκεται εν ζωή, δεν αποτελεί απόλυτο λόγο, αποκλεισμού της εξ΄ ακοής μαρτυρίας. Το γεγονός ότι, εν τέλει, το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση δεν κλητεύεται αντανακλά και σχετίζεται με τη βαρύτητα και αποδεικτική αξία που θα αποδώσει το Δικαστήριο αφού συνεκτιμήσει και αξιολογήσει όλες τις περιστάσεις που θα τεθούν ενώπιον του σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. Επιπλέον εκ μέρους των ευπαίδευτων συνηγόρων υπεράσπισης προτάχθηκε και η παράμετρος της πιθανής παραβίασης του άρθρου 30 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει τη δίκαιη δίκη, αφού θα προκύψει στέρηση του δικαιώματος αντεξέτασης. Το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη του και αυτή την παράμετρο πλην όμως δεν θεωρεί ότι είναι ικανή να ανατρέψει τα προειρημένα συμπεράσματα του. Ως επιπρόσθετη στήριξη κρίνεται πως παρέχεται μέσα από τα όσα μνημονεύονται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη (ανωτέρω) στη σελίδα 324 υπό τον τίτλο «Εξ΄ ακοής μαρτυρία και Δίκαιη Δίκη». Δεν χρειάζεται λεπτομερής αναφορά, κρίνονται όμως ως πολύ σημαντικές δύο επισημάνσεις. Πρώτο ότι στην υπόθεση Al Khawaja and Tahery v The United Kingdom
(2012)54 EHRR, απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που ειρήσθω εν παρόδω αφορούσε ποινική υπόθεση, καθορίστηκαν τρεις παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προς διαπίστωση αν η παρουσιασθείσα εξ΄ ακοής μαρτυρία απόντος μάρτυρα μπορεί να έχει επιπτώσεις στη δίκαιη δίκη, και ένας εξ΄ αυτών είναι αν υπάρχει καλός λόγος για την μη παρουσία όπως, μεταξύ άλλων, ο θάνατος του. Δεύτερο θεωρήθηκε πως, όπως άλλωστε και η κυπριακή νομολογία υπαγορεύει, θέμα παραβίασης του δικαιώματος της δίκαιης δίκης θα πρέπει να αποφασίζεται στο τέλος της δίκης κατόπιν συνολικής εξέτασης και όχι ενδιάμεσα ή αποσπασματικά. Αναφορικά με το ζήτημα των παρόμοιων γεγονότων προκύπτει από τα προαναφερόμενα ότι μπορούν να ακουστούν ως μαρτυρία, πλην όμως, δεδομένου ότι πρόκειται για πολιτική διαδικασία οφείλεται υπακοή στους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Ως εκ τούτου δεν είναι νοητό και δεν θα ήταν λογικό να προσάγεται μαρτυρία για παρόμοια γεγονότα χωρίς αυτά να δικογραφούνται. Έχοντας κατά νου βέβαια το περιεχόμενο των σχετικών παραγράφων για τις οποίες ο κ. Γεωργιάδης έχει εισηγηθεί ότι η πρόθεση είναι να εισαχθούν στη δίκη, ως παρόμοια γεγονότα, διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει η ανάλογη κάλυψη από τα δικόγραφα (ως παρόμοιων γεγονότων), ειδικότερα στις Εκθέσεις Απαιτήσεως των τριών συνεκδικαζόμενων αγωγών. Με κάθε σεβασμό στην άποψη του κ. Γεωργιάδη, κρίνεται ότι οι επίμαχες αναφορές δεν συνιστούν παρόμοια γεγονότα, με την νομική τους έννοια, πρόκειται όμως καθαρά για σχετικά, οριακά βέβαια, με τα επίδικα θέματα γεγονότα, τα οποία ως τέτοια αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία έστω εξ΄ ακοής η οποία θα αξιολογηθεί στο τέλος. Εν΄ όψει των προαποφασισθέντων δεν απαιτείται να εξετασθεί κατά πόσο δικαιολογείται η αποδοχή της εξ΄ ακοής μαρτυρίας και στη βάση άλλου λόγου πέραν από αυτόν που προνοείται στο άρθρο 24
(1). Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω η ένσταση των Εναγόμενων απορρίπτεται και η γραπτή δήλωση της ΜΕ1 - Τεκμήριο Ι στην παρούσα διαδικασία - καθίσταται τεκμήριο 2 στη δίκη της αγωγής, ως μέρος της κύριας εξέτασης της, διατηρούμενων σε ισχύ και υπόψη μέχρι το τέλος της δίκης των δηλώσεων του κ. Γεωργιάδη, ως προς το σκοπό που οι ενστάσιμες παράγραφοι επιχειρούνται να εισαχθούν στη δίκη. (Υπ.) Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο