ΣΙΑΚΟΛΑ διαχειριστού της περιουσίας του αποβιώσαντος ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 11089/2007, 30/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A301 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11089/2007 Μεταξύ:
- XXXXX ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
- XXXXX ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
- JONCH ESTATES LTD Εναγόντων και
- ALPHA BANK CYPRUS LTD
- XXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου ημερ. 10/05/2018
- XXXXX ΣΙΑΚΟΛΑ διαχειριστού της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
- XXXXX ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
- JONCH ESTATES LTD Εναγόντων και
- ALPHA BANK CYPRUS LTD
- XXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου ημερ. 23/04/2019
- XXXXX ΣΙΑΚΟΛΑ διαχειριστού της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
- XXXXX ΣΙΑΚΟΛΑ
- JONCH ESTATES LTD Εναγόντων και
- ALPHA BANK CYPRUS LTD
- XXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 30.06.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες αρ.1, 2 και 3: κ. Α. Μαθηκολώνης για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη. Για Εναγόμενους αρ.1 και 2: κ. Α. Ζαχαρίου για Ανδρέα Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο αρ. 3: κ. Α. Χριστόφορου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Μέσω του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής - ως αυτό τελικά τροποποιούμενο διαμορφώθηκε - οι ενάγοντες αξιώνουν σε βάρος των εναγομένων: «(α) Αποζημιώσεις για ζημιά την οποίαν υπέστησαν οι Ενάγοντες συνεπεία δόλου και/ή απάτης που έγινεν από τους Εναγομένους 1 και 2 ομού και/ή υπό ενός εκάστου εξ αυτών και/ή τους υπηρέτες και/ή υπαλλήλους των Εναγομένων 1 και/ή άλλως πως εναντίον των Εναγόντων. (β) Αποζημιώσεις για ζημιά που υπέστησαν οι Ενάγοντες συνεπεία ψευδών παραστάσεων και/ή παράνομων ενεργειών των Εναγομένων όλων ομού και/ή υπό ενός εκάστου εξ αυτών ξεχωριστά και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων αυτών σε βάρος των Εναγόντων ομού και/ή ενός εκάστου εξ αυτών. (γ) Αποζημιώσεις για παράνομο και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή επιστροφή όλων των χρηματικών ποσών που λήφθηκαν αδικαιολόγητα και/ή παράνομα λόγω υπερχρεώσεων και/ή χρεώσεων και/ή ανατοκισμού και/ή άλλως πως. (δ) Αναλυτική κατάσταση όλων των λογαριασμών τους οποίους διατηρούσαν παρά τους Εναγομένους 1, οι Ενάγοντες αναφορικά για τις δοσοληψίες που είχαν μεταξύ τους από την αρχή της συνεργασίας των μέχρι σήμερα. (ε) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους Εναγομένους και/ή έκαστον από αυτούς να προβούν σε ακύρωση κάθε πράξης που έγινε είτε από άμεσες ενέργειες των, είτε μέσω τρίτων προσώπων προς εκτέλεση της απόφασης που λήφθηκε την 12/05/1997 στην αγωγή υπ αριθμό XXXXX/96 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος. (στ) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η εκδοθείσα από το Δικαστήριο απόφαση στις 12/05/1997 υπέρ των Εναγομένων 1 και εναντίον των ενάγοντα 1, ως διαχειριστού της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Σοφοκλέους, εκ Λεμεσού και του Ενάγοντα 2 λήφθηκε κατά παράβαση των Δικονομικών κανονισμών και/ή κατόπιν πλάνης του Δικαστηρίου λόγω αναληθών γεγονότων και/ή των ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης των Εναγομένων
- (ζ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την ακύρωση της απόφασης η οποία εκδόθηκε στις 12/05/1997 εναντίον του Ενάγοντα 1, ως διαχειριστού της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Σοφοκλέους, εκ Λεμεσού και του Ενάγοντα 2 και υπέρ των Εναγομένων 1 κατά παράβαση των Δικονομικών Κανονισμών και/ή λόγω αναληθών γεγονότων και/ή κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης των Εναγομένων 1 με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. (η) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποίαν να αναγνωρίζεται ο πλειστηριασμός που πραγματοποιήθηκε στις 02/11/2003 για την πώληση του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX, ημερομηνία 16/03/1995, Φ/Σχ. XLI/41.W.II, τμήμα C, τεμάχιο XXXXX, ενορία Χρυσοπολίτισσα, τοποθεσία Καθαρή, Λάρνακα, μερίδιο όλο, σε εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και/ή διατάγματος ημερομηνίας 12/05/1997 είναι ακυρώσιμος και/ή άκυρος και/ή άνευ εννόμου αποτελέσματος ως στηριχθέντος επί δικαστικής απόφασης ακυρώσιμου. (θ) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει τον αναφερόμενο στην παράγραφο (η) πλειστηριασμό για τον λόγο ότι η διαδικασία ορισμού και διεξαγωγής του έγινε παράνομα και/ή αντικανονικά και/ή κατά παράβαση της νομοθεσίας και/ή των Κανονισμών. (ι) Απόφαση εναντίον του Εναγομένου 2 διά το ποσό των £3,000.- το οποίο αποτελεί αξία αγοράς εμπορευμάτων από τους Ενάγοντες και τα οποία παρελήφθησαν από τον Εναγόμενο 2 και δεν εξοφλήθησαν μέχρι σήμερον. (κ) Απόφαση εναντίον του Εναγομένου 2 διά το ποσό των £12,000.- το οποίον λήφθηκε παράνομα και/ή άνευ νομίμου ανταλλάγματος από αυτόν και/ή ως αποζημιώσεις λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πώς. (λ) Οιανδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαια και/ή εύλογη υπό τας περιστάσεις το Δικαστήριο. (μ) Νόμιμους τόκους. (ν) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Ως αναδύεται από την τελική μορφή της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων, πυρήνας των πιο πάνω απαιτήσεων των τελευταίων αποτελεί το γεγονός ότι στα πλαίσια της αγωγής Αρ. XXXXX/96, που η εναγόμενη τράπεζα στην παρούσα διαδικασία (Lombard Natwest Bank Ltd όπως ήταν τότε) καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, εναντίον των εναγόντων 1 και 2 στην παρούσα αγωγή, εξασφάλισε στις 12.05.97, απόφαση σε βάρος του ενάγοντα 2 (τότε εναγομένου αρ.1), στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε επίσης διάταγμα εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων του τελευταίου δυνάμει των υποθηκών XXXXX/95, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και XXXXX/95, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Η ως άνω αγωγή Αρ. XXXXX/96, σε βάρος του εναγομένου 2 (ενάγοντα 1 στην παρούσα), απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης. Η ως άνω απόφαση, προβάλλεται από την πλευρά των εναγόντων στην παρούσα διαδικασία, ήταν αποτέλεσμα δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων της Τράπεζας και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων της, υποστηρίζοντας προς τούτο, ειδικότερα, ότι η επίδοση του σχετικού κλητηρίου στον εναγόμενο 2 στην ως άνω αγωγή ήταν άκυρη και αντίθετη με τον Νόμο και/ή τους σχετικούς Κανονισμούς, ως επίσης ότι το διεκδικούμενο και επιδικασθέν ποσό δυνάμει της ως άνω απόφασης δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Προκρίνεται επίσης ότι η συνακόλουθη αίτηση που προωθήθηκε από την τράπεζα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας για την εκποίηση του σχετικού ενυπόθηκου ακινήτου - ως περιγράφεται στη Δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στις 12.05.97 στην αγωγή Αρ. XXXXX/96 - και ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου που ακολούθησε, για λόγους που με λεπτομέρεια παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων, δεν είναι νόμιμος και έγκυρος. Προς τούτο, πέραν της θέσης που προβάλλεται, ότι δηλαδή μέσω του στελέχους της εναγόμενης τράπεζας εναγομένου 2 συμφωνήθηκε η παραχώρηση χρηματοδοτήσεων προς διευθέτηση, μεταξύ άλλων, του ως άνω χρέους και συνακόλουθα η διακοπή ή και η απόσυρση της ως άνω διαδικασίας εκποίησης, πράγμα που η τράπεζα παρέλειψε να πράξει, αποτελεί θέση των εναγόντων ότι η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου που περιγράφεται στην υποθήκη Υ888/95 προωθήθηκε λόγω δόλιων και/ή απατηλών και/ή ψευδών παραστάσεων της Τράπεζας προς το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες, προκρίνοντας παράλληλα ότι οι ενέργειες του Κτηματολογίου από την αρχή μέχρι το τέλος ήταν αντικανονικές και/ή παράνομες και κατά παράβαση της Νομοθεσίας και των Κανονισμών που διέπουν το ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει, προβάλουν οι ενάγοντες, η διαδικασία που οδήγησε στις 02.11.2003 σε δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου που περιγράφεται στην ως άνω υποθήκη Υ888/95, ήταν εξ' υπαρχής παράνομη και άκυρη, καθ' ην έκταση είχαν παρέλθει έξι έτη από την έκδοση της ως άνω απόφασης στις 12.05.97 στα πλαίσια της αγωγής Αρ. XXXXX/96, χωρίς να εξασφαλιστεί σχετική άδεια για εκτέλεση. Η ακροαματική διαδικασία της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής βρίσκεται σε εξέλιξη. Έχοντας ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του ενάγοντα αρ.2 και αφού μεσολάβησαν αριθμός άλλων διαδικασιών και δικονομικών διαβημάτων, μετά από σχετικό αίτημα και με τη σύμφωνη γνώμη όλων των παραγόντων της διαδικασίας, έχοντας στο μεταξύ δηλωθεί Παραδεκτά Γεγονότα τα οποία αναγνωρίστηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο, με την ταυτόχρονη από κοινού κατάθεση ικανού αριθμού τεκμηρίων, (τεκμήρια 21 έως 89) κρίθηκε ότι θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Δικαιοσύνης η εκδίκαση κατά προτεραιότητα των προδικαστικών ενστάσεων που οι πλευρές των εναγομένων ήγειραν με τις δικογραφημένες τους θέσεις. Ειδικότερα, ως η πλευρά των εναγομένων 1 και 2 προκρίνει στα πλαίσια της υπεράσπισής της: « Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται δυνάμει Δεδικασμένου το οποίο δημιουργήθηκε με την απόρριψη της αγωγής XXXXX/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η οποία είχε ως αντικείμενο την νομιμότητα του πλειστηριασμού που διεξήχθηκε την 2/11/03 την νομιμότητα της απόφασης στην αγωγή XXXXX/96 ημερ. 12/5/97 ως και αποζημιώσεις όπως αυτές αξιώνονται στην παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες ενώ έλαβαν Διαδικαστικά μέτρα για ακύρωση της απόφασης στην αγωγή XXXXX/96 όπως απεφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο στην ΠΕ 11934 τα οποία απορρίφθηκαν δημιουργώντας επιπρόσθετα Δεδικασμένο αναφορικά με την νομιμότητα της απόφασης ημερ. 12/5/97 καταχώρησαν και προωθούν την παρούσα αγωγή. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει διότι εναντίον του ενάγοντα 1 εξεδόθη απόφαση στην αγωγή 695/98 αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα της αγωγής XXXXX/96 η οποία ουδέποτε προσεβλήθη και ως εκ τούτου προκύπτει περαιτέρω θέμα Δεδικασμένου ως και κατάχρησης της Δικαστικής Διαδικασίας.» Ομοίως, η πλευρά του εναγομένου 3 στην πρώτη παράγραφο της υπεράσπισής της προβάλλει: « Εγείρεται προδικαστική Ένσταση καθότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται από το δεδικασμένο να προωθήσουν την παρούσα Αγωγή αφού τα ίδια επίδικα ζητήματα εγέρθηκαν ή και θα μπορούσαν να εγερθούν στην Αγωγή XXXXX/03 η οποία απορρίφθηκε στις 15/5/2007 και στα πλαίσια της Πολιτικής Έφεσης 164/07 που καταχωρήθηκε εναντίον της εν λόγω απόφασης.» Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης αλλά και ευχερέστερης παρακολούθησης της, είναι αισθάνομαι αναγκαία η αυτούσια μεταφορά σε αυτήν των παραδεκτών γεγονότων και των σχετικών τεκμηρίων που από κοινού τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτά: «Α) Καταχωρήθηκε η αγωγή XXXXX/1996 από την Alpha Bank ως ήταν τότε, εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στην παρούσα αγωγή • Κλητήριο ένταλμα να κατατεθεί ως τεκμήριο 21, • αίτηση για απόφαση λόγω μη εμφάνισης να κατατεθεί ως τεκμήριο 22, • Ειδοποίηση Πρωτοκολλητείου περί απόρριψης αγωγής για εναγόμενο 2 να κατατεθεί ως τεκμήριο
- • Εκδόθηκε απόφαση για εναγόμενο 1 - να κατατεθεί ως τεκμήριο
- Η για τον εναγόμενο 1 δεν εφεσιβλήθηκε. Β) Καταχωρήθηκε η αγωγή 695/1998 από την Alpha Bank ως ήταν τότε εναντίον του εναγόμενου 1 στην παρούσα αγωγή • κλητήριο ένταλμα να κατατεθεί ως τεκμήριο 25, • υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να κατατεθεί ως τεκμήριο 26, • Απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να κατατεθεί ως τεκμήριο 27, • Εκδόθηκε απόφαση ημερ. 23.2.1999, εναντίον του εναγομένου - να κατατεθεί ως τεκμήριο 28, • Καταχωρήθηκε αίτηση παραμερισμού απόφασης - να κατατεθεί ως τεκμήριο 29, • Η απόφαση 23.2.1999 παραμερίστηκε με απόφαση 26.2.2000 στην αίτηση παραμερισμού να κατατεθεί ως τεκμήριο 30 • Εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγόμενου ημερομηνίας 12.4.2002- να κατατεθεί ως τεκμήριο 31 • Η απόφαση 12.4.2002 στην αγωγή δεν εφεσιβλήθηκε. Γ) Καταχωρήθηκε η αγωγή XXXXX/2001 από την Alpha Bank εναντίον των εναγόντων 1 και 3 στην παρούσα • Κλητήριο ένταλμα αγωγής XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 32, • Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί ως τεκμήριο 33 • Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να κατατεθεί ως τεκμήριο 34, • Ειδοποίηση Πρωτοκολλητείου στην αγωγή να κατατεθεί ως τεκμήριο 35, • Αίτηση ημερ. 1.3.2004 στην αγωγή XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 36, • Εκδόθηκε απόφαση ημερ. 10.11.2006 εναντίον των εναγομένων-να κατατεθεί ως τεκμήριο 37, / • Αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού στην αγωγή XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 38, • Ένσταση στην αίτηση παράτασης του χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού απόφασης στην αγωγή XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 39, • Ενδιάμεση απόφαση ημερ. 4.5.2007 στην αίτηση παράτασης του χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού απόφασης στην αγωγή XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 40, • Έφεση στην απόφαση απόρριψης της αίτησης παραμερισμού απόφασης στην αγωγή XXXXX/20019 να κατατεθεί ως τεκμήριο 41 (είναι η έφεση 109/2007) • Αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης ημερομηνίας 18.6.2007 στην αγωγή XXXXX/2001 να κατατεθεί ως τεκμήριο 42, • Καταχωρήθηκε ένσταση στην αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης στην αγωγή XXXXX/
- • Απόφαση ημερ. 15.10.2007 στην αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης στην αγωγή XXXXX/2001 να κατατεθεί ως τεκμήριο 43, • Απόφαση ημερ. 6.7.2009 στην Πολιτική Έφεση 109/2007 να κατατεθεί ως τεκμήριο 44 Δ) Καταχωρήθηκε η αγωγή XXXXX/2001 από Alpha Bank εναντίον των εναγόντων 1 ,2 και 3 στην παρούσα • Κλητήριο ένταλμα αγωγής XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 45 • Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 46, • Ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στην αγωγή XXXXX/2001 ημερ. 4.11.2002 να κατατεθεί ως τεκμήριο 47, • Υπεράσπιση στην αγωγή XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 48, • Απάντηση στην Υπεράσπιση στην αγωγή XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 49, • Αίτηση ορισμού στην αγωγή XXXXX/2001 να κατατεθεί ως τεκμήριο 50, • Εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγομένων ημερ. 19.12.2006 στην αγωγή XXXXX/2001 - να κατατεθεί ως τεκμήριο 51, • Αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού στην αγωγή XXXXX/01 ημερομηνίας 5/2/2007 να κατατεθεί ως τεκμήριο 52, • Ένσταση στην αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού στην αγωγή XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 53, • Απόφαση ημερ. 4.5.2007 για παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού να κατατεθεί ως τεκμήριο 54 , • Έφεση κατά της απόφασης 4.5.2007 να κατατεθεί ως τεκμήριο 55, (είναι η έφεση 109Α/2007) • Αίτηση αναστολής στην αγωγή XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 56 • Ένσταση στην εν λόγω αίτηση να κατατεθεί ως τεκμήριο 57, • Αίτηση αναστολής ημερ. 10.7.2009 στην αγωγή XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 58, • Ένσταση στην εν λόγω αίτηση να κατατεθεί ως τεκμήριο 59, • Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης αποσύρθηκε την 17.2.2010 • Αίτηση τροποποίησης απόφασης στην αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρισης αίτησης παραμερισμού απόφασης 23.4.2009 να κατατεθεί ως τεκμήριο 60 • Ένσταση στην αίτηση 23.4.2009 - να κατατεθεί ως τεκμήριο 61 • Απόφαση 11.5.2009 στην αίτηση τροποποίησης απόφασης 23.4.2009 στην αγωγή XXXXX/01 να κατατεθεί ως τεκμήριο 62 • Έφεση στην απόφαση 11.5.2009 να κατατεθεί ως τεκμήριο 63 (είναι η έφεση 149/2009), • Απόφαση στην έφεση 149/2009 να κατατεθεί ως τεκμήριο 64, • Απόφαση στην αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού ημερομηνίας 28/8/2012 κατόπιν επανεκδίκασης να κατατεθεί ως τεκμήριο 65.Η εν λόγω απόφαση εφεσιβλήθηκε με την έφεση 401/2012, τεκμήριο 66 , η οποία απερρίφθη την 18.7.
- Ε) Καταχωρήθηκε η αγωγή XXXXX/2003 από τους ενάγοντες 1 και 2 στην παρούσα -εναντίον των εναγόμενων 1,3 στην παρούσα και του γενικού Εισαγγελέα • Κλητήριο ένταλμα στην αγωγή XXXXX/03 να κατατεθεί ως τεκμήριο 67 • αίτηση για προσωρινό διάταγμα στην εν λόγω αγωγή να κατατεθεί ως τεκμήριο 68, • διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς να κατατεθεί ως τεκμήριο 69., • ένσταση εναγομένων 1 στο προσωρινό διάταγμα στην εν λόγω αγωγή να κατατεθεί ως τεκμήριο
- • ένσταση εναγομένων 2 και 3 στην εν λόγω αίτηση να κατατεθεί ως τεκμήριο 71, • απόφαση στην αίτηση για προσωρινό 23.12.03 να κατατεθεί μαζί με το πρακτικό του τι προηγήθηκε, ως τεκμήριο 72, • Έφεση στην εν λόγω απόφαση να κατατεθεί ως τεκμήριο 73 (είναι η έφεση 11934), • απόφαση στην έφεση 11934 να κατατεθεί ως τεκμήριο 74 • Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή 4409/03 να κατατεθεί ως τεκμήριο 75, • Υπεράσπιση εναγομένων 1 να κατατεθεί ως τεκμήριο 76, • Υπεράσπιση εναγομένων 2 και 3 να κατατεθεί ως τεκμήριο 77 • Πρακτικό 15.5.2007 να κατατεθεί ως τεκμήριο 78, • Απόφαση 15.5.2007 να κατατεθεί ως τεκμήριο 79, • Η απόφαση 15.5.2007 με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή εφεσιβλήθηκε με την έφεση 164/
- • Αντίγραφο της έφεσης 164/2007 να κατατεθεί ως τεκμήριο 80 • Απόφαση στην έφεση 164/2007 εκδόθηκε την 14.4.2010, απορρίπτοντας την έφεση - η απόφαση του Εφετείου να κατατεθεί ως τεκμήριο 81 ΣΤ) Καταχωρήθηκε η αγωγή XXXXX/2004 από την Alpha Bank ως ήταν τότε εναντίον του ενάγοντα 1 στην παρούσα. Στη συνέχεια κατόπιν αίτησης του ενάγοντα 2 στην παρούσα επιτράπηκε η παρέμβαση και προσθήκη του ενάγοντα 2 στην αγωγή XXXXX/2004 ως εναγόμενου. • Κλητήριο στην αγωγή XXXXX/2004 να καταχωρηθεί ως τεκμήριο 82 • Τελευταία καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί ως τεκμήριο 83 • Υπεράσπιση εναγόμενου 1 στην αγωγή XXXXX/2004 να καταχωρηθεί ως τεκμήριο 84 • Απάντηση στην υπεράσπιση εναγομένου 1 να καταχωρηθεί ως τεκμήριο 85 • Υπεράσπιση εναγόμενου 2 στην αγωγή XXXXX/2004 να καταχωρηθεί ως τεκμήριο 86 • Απάντηση στην υπεράσπιση εναγομένου 2 να καταχωρηθεί ως τεκμήριο 87 • Στην εν λόγω αγωγή εκδόθηκε απόφαση, αντίγραφο της οποίας να κατατεθεί ως τεκμήριο 88 Ζ) Ο ενάγοντας 1 απεβίωσε την 19/08/2017 Η) Ο ενάγοντας 2 κηρύχθηκε πτωχεύσας με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου την 10/09/2019, η οποία διορθώθηκε/τροποποιήθηκε με απόφαση 05/06/2019 Θ) Η ενάγουσα 3 είναι εταιρεία, με διευθυντή τον ενάγοντα 1- αποβιώσαντα, διαχειριστής της περιουσίας του οποίου είναι ο ενάγοντας 2 και γραμματέας ο ενάγοντας 2, ως φαίνεται από στην ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών, αντίγραφο της οποίας να κατατεθεί ως τεκμήριο 89» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων, με τις εισηγήσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν αλλά και προφορικά να αναπτύξουν στο βαθμό που έκριναν τούτο αναγκαίο, παραπέμποντας στην εξέλιξη αδιαμφισβήτητων γεγονότων και στοιχείων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσω των παραδεκτών γεγονότων και των τεκμηρίων 22 έως 89 που εκ συμφώνου τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν ότι οι προδικαστικές τους ενστάσεις δεν μπορεί παρά να υιοθετηθούν από το Δικαστήριο, καλώντας το τελευταίο ανάλογα να παρέμβει και να τερματίσει σε αυτό το στάδιο τη διαδικασία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγομένους 1 και 2, ανάμεσα σε άλλα, σημείωσε ότι ζητήματα που αφορούν την νομιμότητα και εγκυρότητα τόσο της εκδοθείσας απόφασης στην αγωγή αρ. XXXXX/96 (Τεκμήριο 24) σε βάρος του ενάγοντα 2 στην παρούσα διαδικασία (εναγόμενου αρ.1 στην αγωγή αρ. XXXXX/96), όσο και της απόφασης ημερομηνίας 12.04.2002 (τεκμήριο 31) που εκδόθηκε σε βάρος του ενάγοντα 1 στην παρούσα διαδικασία στα πλαίσια της αγωγής Αρ. XXXXX/98 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμήριο 25) και η οποία αφορούσε τα ίδια ζητήματα με την προηγηθείσα αγωγή Αρ. XXXXX/96 - η οποία σε προγενέστερο στάδιο είχε αποσυρθεί και απορριφτεί σε σχέση με τον συγκεκριμένο λόγω μη επίδοσης - οι οποίες ουδέποτε εφεσιβλήθηκαν, δεν μπορούν να εξεταστούν εκ νέου, με δεδομένο ότι ο επικαλούμενος δόλος από τους ενάγοντες περιορίζεται ουσιαστικά στον τρόπο επίδοσης των αγωγών, ζήτημα που δεν μπορεί να επανεξεταστεί δεδομένης της τελεσιδικίας ουσιαστικά των δύο πιο πάνω αποφάσεων. Περαιτέρω, προέβαλε τη θέση ότι το ζήτημα της νομιμότητας και εγκυρότητας του πλειστηριασμού που ολοκληρώθηκε στις 02.11.2003 αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο που περιγράφεται στην υποθήκη XXXXX/95, σύμφωνα και κατ' εφαρμογή της απόφασης που εξεδόθη στις 12.05.97 στο πλαίσιο της αγωγής Αρ. XXXXX/96, αποτέλεσε επίσης ζήτημα που απασχόλησε στο πλαίσιο της αγωγής Αρ. XXXXX/2003, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (τεκμήριο 67), η οποία προωθήθηκε από τους ενάγοντες 1 και 2 στην παρούσα διαδικασία σε βάρος των εναγομένων 1 και 3 στην παρούσα διαδικασία, αγωγή την οποία στις 15.05.2007 το Δικαστήριο απέρριψε, έχοντας προηγηθεί ακύρωση προσωρινού διατάγματος που οι ενάγοντες σε εκείνη τη διαδικασία είχαν μονομερώς εξασφαλίσει απαγορεύοντας τη διάθεση και μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου, προβάλλοντας τα ίδια ζητήματα. Απόρριψη, σημειώνει, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού το τελευταίο στις 14.04.2010, (τεκμήριο 81) απέρριψε Έφεση κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής Αρ. XXXXX/2003, έχοντας ταυτόχρονα προηγηθεί η απόρριψη Έφεσης των εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου που ακύρωσε το ως άνω προσωρινό διάταγμα (τεκμήριο 74). Η εμπλοκή της ενάγουσας αρ. 3 εταιρείας στην εξέλιξη των επίδικων στην παρούσα γεγονότων, εισηγήθηκε, αναδύεται από τα γεγονότα της αγωγής Αρ. XXXXX/2001, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, (Τεκμήριο 32) που η τράπεζα δρομολόγησε σε βάρος του ενάγοντα 1 και της ενάγουσας αρ. 3 εταιρείας στην παρούσα διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας επίσης εκδόθηκε απόφαση σε βάρος των εναγομένων, η οποία, παρά τις προσπάθειες των τελευταίων να παραμεριστεί κατέστη και αυτή τελεσίδικη με σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 06.07.2009 (τεκμήριο 44). Ομοίως, στα πλαίσια της αγωγής Αρ. XXXXX/2001, που η εναγόμενη τράπεζα δρομολόγησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε βάρος και των τριών εναγόντων στην παρούσα διαδικασία (Τεκμήρια 45 - 46), ηγέρθησαν παρεμφερή με την παρούσα αγωγή θέματα, ενώ απόφαση που εξεδόθη σε βάρος των εκεί εναγομένων κατέστη τελεσίδικη με την απόρριψη της Έφεσης κατά της απόφασης για απόρριψη της παράτασης χρόνου καταχώρισης αίτησης παραμερισμού της σχετικής απόφασης (Τεκμήρια 65 και 66). Ο κ. Ζαχαρίου, αναγνώρισε το γεγονός ότι θεραπείες που επιζητούνται εναντίον του εναγομένου 2 για ποσά τα οποία παρουσιάζεται να έλαβε, δεν τέθηκαν ως επίδικο ζήτημα στην πληθώρα άλλων διαδικασιών που προηγήθηκαν μεταξύ των διαδίκων. Ωστόσο, σημειώνοντας ότι για το συγκεκριμένο ζήτημα ούτως ή άλλως δεν δικογραφούνται οποιαδήποτε στοιχεία και λεπτομέρειες στην έκθεση απαίτησης της παρούσας αγωγής, επικαλούμενος σχετική νομολογία, υποστήριξε πως και αν ακόμη το ζήτημα, δεόντως δικογραφημένο κρινόταν ότι μπορούσε να απασχολήσει, εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να εγερθεί στα πλαίσια της πληθώρας άλλων διαδικασιών που προηγήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, κατά τρόπο που εμποδίζεται η προβολή του στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου 3 υιοθετώντας την επιχειρηματολογία του συναδέλφου του που εκπροσωπεί τους εναγομένους 1 και 2, υποστήριξε επίσης ότι υπάρχει ταύτιση γεγονότων της παρούσας υπόθεσης με τα γεγονότα της αγωγής Αρ. XXXXX/2003 και της σχετικής με αυτή Πολιτικής Έφεσης Αρ. 164/
- Η μόνη διαφορά που υπάρχει σε σχέση με τους διαδίκους, υποδεικνύει, είναι η προσθήκη στην παρούσα αγωγή της ενάγουσας αρ. 3 εταιρείας, η οποία, σημείωσε, εν πάση περιπτώσει δεν φαίνεται να σχετίζεται με τον εναγόμενο
- Αντιπαραβάλλοντας την Έκθεση Απαίτησης της παρούσας αγωγής με αυτή στην αγωγή Αρ. XXXXX/2003 (Τεκμήριο 75), υπέδειξε ότι σε αυτές εγείρονται τα ίδια ζητήματα και επιζητούνται οι ίδιες θεραπείες, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή προσπαθούν να επαναφέρουν στην επιφάνεια την τότε αποτυχημένη προσπάθειά τους, λόγω μη προώθησης της υπόθεσής τους. Παραπέμποντας δε σε σχετική επί του ζητήματος νομολογία, υπέδειξε πως δεδικασμένο δημιουργείται όχι μόνο σε σχέση με αξιώσεις και αιτίες αγωγής που περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή, αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν και δεν προβλήθηκαν. Στον αντίλογο των πιο πάνω ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, προέβαλε ότι δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων της παρούσας αγωγής με τους διαδίκους στις αγωγές στις οποίες παραπέμπουν οι συνάδελφοί του που εκπροσωπούν τους εναγόμενους. Ο κ. Μαθηκολώνης υποστήριξε επίσης ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης της παρούσας αγωγής, δεν έχουν εκδικαστεί επί της ουσίας τους από οποιοδήποτε Δικαστήριο. Επί τούτου, σημείωσε ότι η αγωγή Αρ. XXXXX/03 απορρίφθηκε αφού το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την αναβολή της υπόθεσης, ενώ υπέδειξε πως το ζήτημα ότι ο πλειστηριασμός που έγινε σε εκτέλεση της απόφασης που εξεδόθη στην αγωγή Αρ. XXXXX/96, έγινε σε χρόνο που η εκτέλεση της απόφασης δεν ήταν δυνατή, με δεδομένη την πάροδο έξι ετών από την έκδοσή της, δεν τέθηκε ποτέ στο Δικαστήριο. Δεν παρέλειψε επίσης να επισημάνει το γεγονός ότι στην αγωγή Αρ. XXXXX/2004, υπήρξε συμφωνία επί Δικαστηρίω ότι θα υπήρχε αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά σε αυτές θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Ευθύς εξ' αρχής και σε συνάρτηση πάντα με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων ότι στο πλαίσιο της αγωγής Αρ. XXXXX/2004 - που η εναγόμενη αρ. 1 τράπεζα καταχώρησε εναντίων των εναγόντων 1 και 2 στην παρούσα διαδικασία - υπήρξε συμφωνία επί Δικαστηρίω ότι θα υπήρχε αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε σε βάρος των εναγομένων σε εκείνη τη διαδικασία (τεκμήριο 88) μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, θα πρέπει να επισημανθεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή στο πλαίσιο της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, δεν αποκλείεται προφανώς η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων που έχουν εγερθεί σε αυτή, εξέλιξη για την οποία ούτος ή άλλως τα μέρη ομονόησαν και το Δικαστήριο ενέκρινε. Κώλυμα λόγω δεδικασμένου είναι δυνατό να εγερθεί στις περιπτώσεις που ένα επίδικο γεγονός ενώ έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο, επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Ουσιαστικά η έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί ενός επίδικου ζητήματος, εμποδίζει τους διαδίκους από το να επαναφέρουν τούτο προς εξέταση. (Βλ. Mills v. Cooper
(1967)2 All E.R. 100). Η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι υπάρχει προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση, ταύτιση των διαδίκων και της ιδιότητάς τους και ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β΄ Έκδοση, σελ. 914, ειδικότερα στην παράγραφο υπό τον τίτλο «Κώλυμα λόγω Δεδικασμένου»: «Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση ασχέτως αν είναι δίκαιη ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να την αποδέχεται αφού το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με αυτή, είναι σαφώς προτιμότερο από τη διαιώνιση της αβεβαιότητας που άλλως θα κυριαρχούσε στη δίκαιη κρίση (Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης
(1998)3 Α.Α.Δ. 608), με αποτέλεσμα σε αντιδικίες των διαδίκων ουδέποτε να ευοδώνονται (Γρηγορίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 7). Η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι, κατά συνέπειαν, συμβατή και με το δημόσιο συμφέρον (interest rei publicae ut sit finis litium) (Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. 1298)» Το κώλυμα του Δεδικασμένου είναι δυνατό να προκύπτει τόσο σε σχέση με την αιτία της αγωγής (cause of action estoppel) όσο και σε σχέση με το επίδικο θέμα (cause of issue estoppel) (βλ. Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Θεοδόση Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120, Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Terzian και τώρα Παναγιώτου, Π.Ε. 151/10, ημερ. 07.03.2014, Θεοδώρου ν. Μάντη
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1036 και Halsbury' s Laws of England, 5th Edition, Vol. 12, par. 1169). Είναι άλλωστε χρήσιμο να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο κώλυμα - είτε λόγω απόφασης επί της ίδιας της αιτίας της αγωγής είτε λόγω απόφασης επί επίδικου θέματος - αφορά βασικά την αποτροπή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Ζήτημα κωλύματος λόγω δεδικασμένου, μπορεί να αφορά ολόκληρη τη διαδικασία ή να αναφέρεται μόνο σε συγκεκριμένο επίδικο ζήτημα του οποίου επιχειρείται η εκδίκαση εκ νέου (Henderson v. Henderson (1843-60) All E.R. Rep. 378, Jhoday ν. Jhoday
(1964)1 All ER 341). Περαιτέρω, μπορεί να αφορά επίδικα θέματα που όχι μόνον ηγέρθηκαν σε προγενέστερη δικαστική διαδικασία, αλλά και όσα θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εγερθούν σε αυτήν (βλ. Κατσελλή ν. Δημοκρατίας
(2007)3 Α.Α.Δ. 585, Theori and Another v. Djoni and Another
(1984)1 C.L.R. 296 και Κλεόπα ν. Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58). Ως υπεδείχθη στην υπόθεση K.S.R. Comercio SA κ.ά. v. Bluecoral Nav. Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη διαδικασία οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπισή του δεν δικαιολογεί νέο δικαστικό αγώνα για ότι παραλήφθηκε. Η τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και κατ' επέκταση η διαιώνισή τους, πλήττοντας έτσι την αρχή της τελεσιδικίας, δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή από τα Δικαστήρια. Όπως χαρακτηριστικά σημειώθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση αρ. 131/03 Αναφορικά με την Αίτηση του Rafaat Barqwi
(2004)1 Α.Α.Δ. 1, με αναφορά στην προαναφερθείσα υπόθεση Henderson v. Henderson : «.... Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται η δικαιοσύνη από αέναες διαδικασίες στις οποίες θα πρωταγωνιστούσε η εφευρηματικότητα του διαδίκου ....» Αποτελεί κοινό τόπο ότι οι ενάγοντες στην αγωγή Αρ. XXXXX/03, Ε.Δ. Λάρνακας, ήταν τα ίδια πρόσωπα με τους ενάγοντες 1 και 2 στην παρούσα αγωγή, με τον ενάγοντα 2 στην παρούσα, γραμματέα της ενάγουσας αρ. 3 εταιρείας και υιό του αποβιώσαντα στο μεσοδιάστημα ενάγοντα 1 και διευθυντή της ενάγουσας αρ. 3 εταιρείας, να έχει οριστεί διαχειριστής πλέον της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του. Ομοίως, οι εναγόμενοι 1 και 2 στην αγωγή Αρ. XXXXX/03, αποτελούν τους εναγόμενους 1 και 3 στην υπό συζήτηση αγωγή. Περαιτέρω, η ενάγουσα αρ. 3 εταιρεία στην παρούσα αγωγή, αποτελούσε την εναγομένη αρ. 3 στην αγωγή Αρ. XXXXX/2001 Ε.Δ. Λάρνακας (Τεκμήρια 32 έως 44), αγωγή που η εναγομένη αρ. 1 τράπεζα στην παρούσα διαδικασία δρομολόγησε σε βάρος της ως άνω εταιρείας και του ενάγοντα 1 στην παρούσα, καθ΄ ον χρόνο ο τελευταίος βρισκόταν εν ζωή. Άλλωστε, και οι τρεις ενάγοντες στην παρούσα διαδικασία (καθ' ον χρόνο ο XXXXX Σοφοκλέους βρισκόταν εν ζωή), ήταν εναγόμενοι στην αγωγή Αρ. XXXXX/2001, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που δρομολόγησε εναντίον τους η εναγόμενη 1 τράπεζα στην παρούσα (Τεκμήρια 45 έως 66). Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι ο XXXXX Βασιλείου, εναγόμενος αρ.2 στην παρούσα, δεν παρουσιάζεται ως διάδικος στις προηγηθείσες δικαστικές διαδικασίες. Τούτο, παρά το γεγονός ότι η εμπλοκή του στην εξέλιξη επίδικων στην παρούσα ζητημάτων αναδεικνύεται ευθέως από τους ίδιους τους ενάγοντες στο πλαίσιο της υπεράσπισής τους στην αγωγή Αρ. XXXXX/2001 (τεκμήριο 48). Ωστόσο, η εμπλοκή του στην υπό συζήτηση αγωγή, έναυσμα έχει, σύμφωνα με τους ενάγοντες, το γεγονός ότι λειτουργούσε εκ μέρους της εναγόμενης τράπεζας προς όφελος και για λογαριασμό της «ως διευθυντής της τελευταίας, υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος και/ή υπηρέτης της», κατά τρόπο που οι προηγηθείσες υποθέσεις, στο βαθμό τουλάχιστον που τα επίδικα ζητήματά τους συμπίπτουν με αυτά που στην παρούσα διαδικασία προβάλλονται και αφορούν την εναγόμενη αρ. 1 τράπεζα, εκ των πραγμάτων να αφορούν και τον ίδιον υπό την ως άνω ιδιότητά του. Ούτε η ενάγουσα αρ. 3 εταιρεία, αποτέλεσε διάδικο στην αγωγή Αρ. XXXXX/
- Ωστόσο τα ζητήματα τα οποία προκρίνονται στην υπό συζήτηση υπόθεση προς Δικαστική επίλυση και τα οποία την αφορούν, έχοντας να κάνουν αποκλειστικά με τη σχέση της συγκεκριμένης ενάγουσας με την εναγόμενη αρ.1 τράπεζα και τις διεκδικήσεις της σε βάρος της τελευταίας, όχι μόνα διαπλέκονται με τα επίδικα θέματα της ως άνω αγωγής αλλά αποτελούν επίδικα ζητήματα που προβλήθηκαν, απασχόλησαν και επιλύθηκαν κατά τρόπο τελεσίδικο στα πλαίσια των αγωγών Αρ. XXXXX/2001 (τεκμήρια 32-44) και XXXXX/2001 (τεκμήρια 45-66). Δικαστικές διαδικασίες οι οποίες, ως καταδεικνύεται από τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που εκ συμφώνου τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, αφού ακολούθησαν τη δική τους, επίσης μακρά διαδικαστική διαδρομή, οδήγησαν στην έκδοση τελεσίδικων αποφάσεων. Επανερχόμενος στο περιεχόμενο τόσο του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος όσο και στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης της παρούσας αγωγής, ως αυτές τελικά έχουν διαμορφωθεί, διαπιστώνεται πράγματι ότι τα επίδικα θέματα που προκρίνονται και απασχολούν σε αυτή, αποτελούν ουσιαστικά η εγκυρότητα της απόφασης ημερ. 12.05.1997 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής Αρ. XXXXX/96 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, υπό την έννοια - ως προκρίνεται από την πλευρά των εναγόντων - ότι είχε προηγηθεί παράνομη και/ή αντικανονική και/ή αντίθετη με τους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς επίδοση της ως άνω αγωγής στον ενάγοντα 2 στην παρούσα διαδικασία, ως επίσης η εγκυρότητα και η νομιμότητα του πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου που περιγράφεται στην XXXXX/95 κατ' εφαρμογή της ως άνω απόφασης ημερ. 12.05.1997, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να διεκδικούν διάφορες θεραπείες ως αυτές ειδικότερα περιγράφονται στις δικογραφημένες τους θέσεις. Περαιτέρω, σε βάρος του εναγομένου αρ. 2, σε προσωπικό επίπεδο, οι ενάγοντες ως τηλεγραφικά έστω προκρίνουν στα αιτητικά «Ι» και «Κ» της απαίτησης τους, διεκδικούν συγκεκριμένα ποσά. Προσεκτική και συνολική θεώρηση των επιδίκων ζητημάτων που οι ως άνω προηγηθείσες δικαστικές διαδικασίες αφορούσαν, και τα οποία επιλύθηκαν από τα αρμόδια Δικαστήρια της Δημοκρατίας, (παρά τις διάφορες προσπάθειες που προωθήθηκαν σε διάφορες περιπτώσεις για ανατροπή των σχετικών αποφάσεων των Δικαστηρίων, είτε σε επίπεδο Πρωτόδικων Δικαστηρίων είτε σε επίπεδο Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου) καταδεικνύει ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των επιδίκων θεμάτων που αυτές αφορούσαν, υπάρχει ταύτιση με τα επίδικα θέματα τα οποία προκρίνονται εκ νέου για δικαστική επίλυση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Τα ζητήματα της δέουσας επίδοσης της αγωγής Αρ. XXXXX/96 και της νομιμότητας και εγκυρότητας του πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου που περιγράφεται στην υποθήκη XXXXX/95, δυνάμει της πιο πάνω απόφασης, αλλά και συγκεκριμένων άλλων θεραπειών ως αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης του πλειστηριασμού, ως αυτά προβάλλονται στην υπό συζήτηση αγωγή, είναι γεγονός ότι αποτέλεσαν επίδικα θέματα στην αγωγή Αρ. XXXXX/2003 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, που οι ενάγοντες 1 και 2 στην παρούσα διαδικασία καταχώρισαν εναντίον τόσο των εναγομένων 1 και 3 στην παρούσα διαδικασία όσο και του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας. Ουσιαστικά, στην αγωγή Αρ. XXXXX/2003, επιζητούντο από τους ως άνω ενάγοντες θεραπείες ίδιες όπως αυτές που επιζητούνται στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, προβάλλοντας προς τούτο τα ίδια ζητήματα σε σχέση με την επίδοση της αγωγής Αρ. XXXXX/96 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 12.05.97 σε βάρος του ενάγοντα αρ. 2, ενώ επιζητείτο παράλληλα διάταγμα ακύρωσης κάθε πράξης που έγινε προς εκτέλεση της απόφασης που λήφθηκε στις 12.05.97 στα πλαίσια της αγωγής Αρ. XXXXX/96, ως επίσης διακήρυξη ότι ο πλειστηριασμός που πραγματοποιήθηκε στις 02.11.03 προς πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου κατ' εφαρμογή της ως άνω δικαστικής απόφασης ημερ. 12.05.97 ήταν άκυρος και/ή άνευ εννόμου αποτελέσματος ως επίσης διεκδικούντο ανάλογες αποζημιώσεις. Αντιπαραβολή και μόνο της υπό συζήτηση αγωγής με την αγωγή Αρ. XXXXX/2003, καταδεικνύει ότι στις πλείστες των περιπτώσεων ολόκληρες παράγραφοι των δύο, αντιστοιχίζονται πλήρως, όντας εντελώς ταυτόσημες και πανομοιότυπες. Ταυτόσημες είναι εξ' άλλου οι λεπτομέρειες δόλου και ψευδών παραστάσεων που προβάλλονται στις σχετικές Εκθέσεις Απαιτήσεως και η συντριπτική πλειοψηφία των αιτητικών. Η αγωγή Αρ. XXXXX/2003, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ως παραδεκτά γεγονότα (βλ. Τεκμήρια 67 έως 81), έχοντας συμπληρωθεί οι δικογραφημένες θέσεις των πλευρών και διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες που προηγήθηκαν, απορρίφθηκε από το αρμόδιο Δικαστήριο κατά το στάδιο που ορίστηκε για ακρόαση, λόγω έλλειψης προώθησής της από την πλευρά των εναγόντων (Τεκμήριο 78). Προσπάθεια των εναγόντων ουσιαστικά να ανατρέψουν κατ' έφεση την πρωτόδικη κατάληξη για την τύχη της ως άνω αγωγής τους, δεν καρποφόρησε, με το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας να επιβεβαιώνει ουσιαστικά την απόρριψη της (Τεκμήριο 81). Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αγωγή Αρ. XXXXX/2003 απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 15.05.2007 για τον πιο πάνω λόγο, όχι στα αρχικά στάδια της διαδικασίας αλλά καθ' ον χρόνο είχαν συμπληρωθεί τα δικόγραφα και αποκρυσταλλωθεί οι δικογραφημένες θέσεις των πλευρών και η αγωγή είχε προγραμματιστεί για σκοπούς ακρόασης, με τους ενάγοντες για δικούς τους λόγους, την ημέρα της ακρόασης να μην την προωθούν. Υπό τις ειδικότερες περιστάσεις της υπόθεσης, πρόκειται ουσιαστικά για «τελεσίδικη» απόφαση επί των σχετικών απαιτήσεων των εναγόντων, η απόληξη της οποίας έχει επικυρωθεί και από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας (Τεκμήριο 81). Διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος στην υπό συζήτηση περίπτωση, θα απέληγε στην πρόκληση ρήγματος στη βασική αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων που το κώλυμα του δεδικασμένου καλείται να εξυπηρετήσει. Σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση, όπου έχουν συμπληρωθεί οι δικογραφημένες θέσεις των πλευρών και ένας διάδικος καλείται μέσω της προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας ή άλλως πώς να παρουσιάσει ή/και να αποδείξει την υπόθεσή του, καθ' ων χρόνο η υπόθεση έχει προγραμματιστεί για ακρόαση, πλην όμως ο τελευταίος, χωρίς ικανοποιητική δικαιολογία παραλείπει να πράξει τούτο, δεν μπορεί παρά να κωλύεται, κατά κανόνα, από το να προβάλλει μετέπειτα το ίδιο επίδικο θέμα σε νέα δικαστική διαδικασία. Είναι προφανές ότι σε περιπτώσεις με περιστατικά ως η υπό συζήτηση, διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε δυνητικά σε διαιώνιση των Δικαστικών διαδικασιών αφού ένας διάδικος θα μπορούσε κατ' επιλογή και εν τέλει καταχρηστικά να ανανεώνει κάθε φορά τον δικαστικό αγώνα για κάποιο επίδικο ζήτημα, μέχρι ο ίδιος να αποφασίσει πότε τον «εξυπηρετεί» να προωθήσει την υπόθεσή του προσφέροντας σχετική μαρτυρία ή παρουσιάζοντας την ενώπιον του Δικαστηρίου με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο. (βλ. κατ' αναλογίαν, Henderson v. Henderson (ανωτέρω). Είναι γεγονός ότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής προκρίνεται από την πλευρά των εναγόντων το ζήτημα της παρέλευσης έξι ετών από την ημέρα έκδοσης της απόφασης και της εκτέλεσης με δημόσιο πλειστηριασμό του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου χωρίς να εξασφαλιστεί σχετική άδεια προς τούτο, ζήτημα το οποίο δεν φαίνεται να προβλήθηκε στα πλαίσια της αγωγής Αρ. XXXXX/
- Ωστόσο, όπως κατ' επανάληψη έχει υποδειχθεί από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας (βλ. μεταξύ άλλων Theori and Another v. Djoni and Another
(1984)1 C.L.R. 296), η δημιουργία δεδικασμένου είναι δυνατή όχι μόνον σε σχέση με όσα προβλήθηκαν στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε σχέση με εκείνα που θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί ως ενταγμένα στο πλαίσιο μιας διαφοράς αλλά δεν προβλήθηκαν. Το ως άνω ζήτημα, στενά συνυφασμένο με τα επίδικα ζητήματα που απασχολούσαν στην αγωγή Αρ. XXXXX/2003, είναι προφανές ότι θα μπορούσε να εντοπιστεί και να εγερθεί στα πλαίσια της ως άνω αγωγής, με δεδομένο ότι τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία ήταν πάντα ενώπιον των εναγόντων, εύκολα διαθέσιμα για να προβληθούν και να κριθούν στα πλαίσια της προηγηθείσας αγωγής. Τούτο, αποτελούσε υποχρέωση των εναγόντων, για να αποφευχθεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών (βλ. κατ' αναλογία Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Terzian και τώρα Παναγιώτου (ανωτέρω), Σεργίου κ.ά. ν. Σωτήρη κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1 και Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 768). Ως έχει ήδη σημειωθεί, το δεδικασμένο θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας, εμποδίζοντας την επαναπροώθηση του ίδιου ζητήματος για Δικαστική επίλυση. Η ταύτιση των διαδίκων και των επιδίκων θεμάτων, κατά τον τρόπο που τούτο έχει επεξηγηθεί από τη νομολογία, αποτελούν καταλυτικούς παράγοντες για να λειτουργήσει η αρχή του δεδικασμένου. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, συνολική και προσεκτική θεώρηση των πραγμάτων αποκαλύπτει, ως πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, ότι σε αριθμό Δικαστικών διαδικασιών που είχαν προηγηθεί είχαν ήδη εγερθεί, σε συντριπτικό ποσοστό, τα ίδια επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων που προωθούνται για Δικαστική επίλυση στην υπό συζήτηση αγωγή. Επί τούτων, το Δικαστήριο έχει ήδη τοποθετηθεί «τελεσιδίκως», κατά τρόπο που η προσπάθεια των εναγόντων στην παρούσα διαδικασία να τα επαναφέρουν, σε σχέση τουλάχιστον με αυτά να προσκρούει στον κανόνα του δεδικασμένου. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, ζήτημα που σοβαρά απασχολεί είναι η πορεία της παρούσας διαδικασίας σε σχέση με τον εναγόμενο αρ.
- Ως έχει ήδη σημειωθεί, πρόκειται για πρόσωπο του οποίου η εμπλοκή στην εξέλιξη των γεγονότων αναδεικνύεται από τους ενάγοντες στην παρούσα διαδικασία ήδη από τις 05.12.2002, (βλέπε Υπεράσπιση στην αγωγή Αρ. XXXXX/2001 (Τεκμήριο 48)). Ωστόσο, γεγονός παραμείνει ότι στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, προβάλλονται σε βάρος του απαιτήσεις σε προσωπικό επίπεδο, οι οποίες δεν διασυνδέονται με την ιδιότητα του στην εναγόμενη αρ. 1 τράπεζα και ουσιαστικά την ταύτιση του με την τελευταία, κατά τον τρόπο που πιο πάνω εξηγήθηκε. Τόσο στα πλαίσια του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της παρούσας αγωγής, όσο και στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων στην παρούσα, αξιώνεται προσωπικά από τον συγκεκριμένο ποσό €5.125 που ως προκρίνεται αποτελεί την αξία αγοράς εμπορευμάτων από τους ενάγοντες τα οποία παραλήφθηκαν από τον ίδιο χωρίς να εξοφληθούν μέχρι σήμερα, ως επίσης, ποσό €20.503 το οποίο κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων «λήφθηκε παράνομα και/ή άνευ νομίμου ανταλλάγματος από αυτόν και/ή ως αποζημιώσεις λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως». Πρόκειται δηλαδή για απαιτήσεις εναντίον του που δεν φαίνεται να προκρίθηκαν ή να απασχόλησαν σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω διαδικασίες που προηγήθηκαν, κατά τρόπο που βάσιμα θα μπορούσε να γίνει επίκληση του κωλύματος του δεδικασμένου και για τα συγκεκριμένα ζητήματα και αξιώσεις. Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου η επισήμανση του δικηγόρου του ως άνω εναγομένου ότι στη σχετική Έκθεση Απαίτησης δεν φαίνεται να εξειδικεύεται με οποιοδήποτε τρόπο η διεκδίκηση των ως άνω ποσών σε βάρος του εναγομένου
- Ωστόσο με δεδομένο το περιορισμένο και αυστηρά προσδιορισμένο αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να επεκταθεί σε ζητήματα άλλα από αυτά που προκρίνονται στις προδικαστικές ενστάσεις των εναγομένων. Με δεδομένη τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να καταλήξει ότι τυχόν δεδικασμένο δυνατόν να αφορά μέρος μόνον των επιδίκων ζητημάτων που προκύπτουν σε μια διαδικασία, κρίνεται, σε σχέση τουλάχιστον με τα συγκεκριμένα επίδικα θέματα σε βάρος του εναγομένου 2, ότι δεν μπορεί δικαιολογημένα να προβληθεί και να λειτουργήσει το κώλυμα του δεδικασμένου. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με την νομολογία η οποία διέπει το ζήτημα, με δεδομένη την ταύτιση των διαδίκων και των επιδίκων θεμάτων της παρούσας αγωγής με τις προηγηθείσες δικαστικές διαδικασίες, οι προδικαστικές ενστάσεις των εναγομένων, στην έκταση τουλάχιστον που έχει εξηγηθεί, κρίνονται δικαιολογημένες. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο, καθηκόντως, δεν μπορεί παρά παρεμβαίνοντας να ανακόψει για τον πιο πάνω λόγο την πορεία της παρούσας αγωγής όσον αφορά τουλάχιστον τους εναγομένους 1 και
- Αντίθετα, σε σχέση με τον εναγόμενο 2, η απαίτηση των εναγόντων που αφορά αποκλειστικά τον ίδιο ως ειδικότερα αυτή αποτυπώνεται στις αξιώσεις τους υπό τα σημεία «Ι» και «Κ» τόσο στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής όσο και στην Έκθεση Απαίτησης, δεν φαίνεται να καλύπτεται από την αρχή του δεδικασμένου. Συνακόλουθα, η αγωγή σε βάρος των εναγομένων 1 και 3 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των συγκεκριμένων εναγομένων και σε βάρος των εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τον εναγόμενο αρ. 2, όσον αφορά τις ειδικότερες απαιτήσεις που στρέφονται εναντίον του, ως αυτές περιγράφονται στα αιτητικά «Ι» και «Κ» στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων, ορίζεται για σκοπούς συνέχισης στις 10.07.
- (Υπ.) ................ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο