ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ ν. ΜΑΡΚΙΔΗ, Αρ. Αγωγής 1282/2019, 30/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A304 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1282/2019 Μεταξύ: XXXXX ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ Ενάγοντα -και- XXXXX ΜΑΡΚΙΔΗ Εναγόμενου Αίτηση του Ενάγοντα ημερομηνίας 10.1.2020 για αντεξέταση Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Π. Οδυσσέως Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση: κ. Ν. Θεοδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 21.5.2019 διά ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των €116.887,20 «δυνάμει και/ή βάσει γραμματίου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή συναλλαγματικής και/ή δανείου και/ή συμφωνίας και/ή έγγραφης αναγνώρισης χρέους και/ή υπόσχεσης πληρωμής ημερομηνίας 21.9.2014 υπό του Εναγόμενου και/ή ποσό καταβληθέν από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο μη χαριστικά και/ή ποσό με το οποίο ο Εναγόμενος έχει αδικαιολόγητα πλουτίσει του Ενάγοντος». Ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 5.6.
- Μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί Έκθεση Υπεράσπισης. Στις 2.7.2019 ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση ζητώντας την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτησή του. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ίδιας ημερομηνίας όπου γίνεται αναφορά στη σχέση του με τον Εναγόμενο καθώς και στην παράκληση του τελευταίου όπως του παραχωρηθεί δάνειο για το ποσό των €100.
- Ως αναφέρει ο Ενάγοντας, περί τον Σεπτέμβριο του 2014 παραχώρησε δάνειο στον Εναγόμενο ύψους €100.000, το οποίο ο Εναγόμενος συμφώνησε να εξοφλήσει μέχρι 21.9.
- Προς επιβεβαίωση των όσων είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους τα μέρη υπέγραψαν σχετική συμφωνία ημερομηνίας 21.9.2014 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση). Η συμφωνία προνοούσε ότι παρελθούσης της προθεσμίας της 21.9.2015 το εκάστοτε υπόλοιπο θα φέρει τόκο προς 6% ετησίως και ο Εναγόμενος θα βαρύνεται με δικηγορικά και δικαστικά έξοδα. Παρά την πιο πάνω υπόσχεση του, ο Εναγόμενος κατέβαλε στον Ενάγοντα μόνο το ποσό των €5.000 στις 6.3.
- Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα και των δικηγόρων του (σχετική επιστολή ημερομηνίας 10.5.2019 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2), ο Εναγόμενος ουδέν άλλο ποσό κατέβαλε μέχρι σήμερα. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος ουδεμία υπεράσπιση έχει στην αγωγή και για το λόγο αυτό ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον του. Στις 11.11.2019 ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 2.7.2019 προβάλλοντας διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου όπου αναφέρεται ότι ο ίδιος ουδέποτε ζήτησε δάνειο από τον Ενάγοντα, ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από αυτόν και ουδέποτε έθεσε την υπογραφή του στο έγγραφο που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αποτελεί την μεταξύ τους συμφωνία. Προβάλλει, μάλιστα, ότι είδε για πρώτη φορά το έγγραφο αυτό στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Με την υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 10.1.2020 ο Ενάγοντας ζητά την άδεια του Δικαστηρίου ώστε ο Εναγόμενος να αντεξεταστεί αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 7, 8, 9 και 12 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 11.11.2019 που συνοδεύει την ένστασή του. Η αίτηση στηρίζεται κυρίως στην Δ.18 Θ. 3 και στην Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα όπου επεξηγείται ότι από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου προκύπτουν διάφοροι γενικοί και ψευδείς ισχυρισμοί και έτσι η αντεξέτασή του είναι αναγκαία προκειμένου να διαφανεί η αλήθεια και να αποκρυσταλλωθούν τα γεγονότα που συνθέτουν την αίτηση. Ο Εναγόμενος ενίσταται στο αίτημα προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Δεν εξυπηρετούνται οι ανάγκες της αίτησης για συνοπτική απόφαση με την έκδοση του διατάγματος αντεξέτασης.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει εκτροπή από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της Δ.18 και/ή παρέκκλιση από τα αυστηρά και περιοριστικά πλαίσια της Δ.18 και/ή μετατροπή της αίτησης σε δίκη επί της ουσίας.
- Ο Αιτητής δεν στοιχειοθετεί καμία εξαιρετική και/ή ειδική περίσταση ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης και/ή δεν υπάρχει επίκληση τέτοιων ειδικών ή εξαιρετικών περιστάσεων.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου όπου στην ουσία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης και για το λόγο αυτό δεν θα επεκταθώ περαιτέρω. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι των δυο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. Έχω μελετήσει τις αγορεύσεις των συνηγόρων και στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης έχω κατά νου όλα όσα βρίσκονται εντός του φακέλου, ήτοι την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και την ένσταση, καθώς και τα επιχειρήματα που έκαστος εξ αυτών προώθησε. Αξίζει να σημειωθεί ότι από την πλευρά του Ενάγοντα το αίτημα περιορίστηκε στην αντεξέταση του Εναγόμενου επί των παραγράφων 8 και 9 της ένορκης δήλωσής του. Επομένως, η αίτηση θα εξεταστεί σε αυτή τη βάση. Η Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση προβλέπει ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination.» Στην Δ.39 παραπέμπει η Δ.48 Θ.4
(2), ως αυτή έχει αναδιαμορφωθεί στις 23.12.1999, και η οποία προβλέπει τα εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Υπενθυμίζεται σχετικά, ότι η αναδιαμόρφωση της Δ.48 Θ.4 σκοπό είχε να διευκολύνει τη διαδικασία εκδίκασης αιτήσεων, ώστε τα γεγονότα που στηρίζουν αυτές να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης. Βέβαια, το δικαίωμα αντεξέτασης δεν παρέχεται κάθε φορά που το ζητά ένας διάδικος. Τόσο από το λεκτικό των ως άνω δικονομικών διατάξεων, όσο και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι το ζήτημα της παραχώρησης άδειας για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία μάλιστα μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από τυχόν συναίνεση των διαδίκων (βλέπε Αναφορικά με την αίτηση του Λευτέρη Μήλου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ 280 και Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660). Το ίδιο προκύπτει από τα σχόλια που γίνονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, σελίδες 418 - 419, παρ. 878, για το τότε ισχύον O.38 r.1[1], όπου αναφέρεται ότι: «Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά και σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, τη φύση της υπό κρίση αίτησης, τις ανάγκες της και τα επίδικα σε αυτήν ζητήματα. Πρέπει να υπάρχουν ειδικοί λόγοι που δικαιολογούν το αίτημα, στο οποίο θα πρέπει να προσδιορίζονται επαρκώς τα προς αντεξέταση σημεία, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η εξέταση του υπό το πρίσμα της νομολογίας. Ό,τι προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι η αντεξέταση είναι επιτρεπτή επί ζητημάτων τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό εξέταση αίτηση, αλλά δεν θα πρέπει να δίδεται άδεια για αντεξέταση όταν αυτή εμφανώς θα επεκτείνει τη συζήτηση της αίτησης σε μη αναγκαία για την εξέταση της αίτησης ζητήματα, πολύ δε περισσότερο όταν η αντεξέταση αφορά σε ζητήματα που άπτονται της ουσίας της αγωγής και της διαφοράς των διαδίκων. Όπως το θέμα ετέθη από τον Π.Ε.Δ. Κ. Κληρίδη, όπως ήταν τότε, στα πλαίσια ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 9.4.2009 στην αγωγή αρ. 7123/08 του Ε.Δ. Λευκωσίας: «Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου.» Ως έχει ήδη αναφερθεί, η αίτηση στηρίζεται και στην Δ.18 Θ. 3(γ) η οποία προνοεί τα εξής: «3. (a)The defendant may show cause against such application by affidavit, or the Court may allow the defendant to be examined upon oath. (b) The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim. (c) The Court may, if it thinks fit, order the defendant, or in the case of a corporation, any officer thereof, to attend and be examined upon oath, or to produce any leases, deeds, books, or documents, or copies thereof or extracts therefrom». Σε σχέση με το αντίστοιχο αγγλικό O. 14 r. 3, σημειώνεται στη σελίδα 261 του Annual Practice 1958 ότι το δικαίωμα εξέτασης του εναγόμενου - καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις αφού κάτι τέτοιο θα προκαλούσε έξοδα και θα μετέτρεπε την αίτηση σε δίκη επί της ουσίας. Προχωρώντας στην εξέταση της αίτησης σύμφωνα με τις νομικές αρχές που συνοψίζονται πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη φύση της διαδικασίας της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί για τους ακόλουθους λόγους: Ως είναι καλά γνωστό, στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον ο ενάγων ικανοποιεί τα κριτήρια της Δ.18 Θ. 1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και σε περίπτωση που τα κριτήρια αυτά ικανοποιούνται, το Δικαστήριο προχωρεί να εξετάσει κατά πόσον ο εναγόμενος καταδεικνύει, με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια, ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι υπάρχει συζητήσιμο θέμα. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλέπε Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ 418 και CYEMS CO v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R 897), συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Εξετάζοντας την αίτηση και την μαρτυρία που την υποστηρίζει προκύπτει ότι εκείνο που επιδιώκει ο Αιτητής είναι να αντεξετάσει τον Καθ' ου η αίτηση επί ζητημάτων και ισχυρισμών όπου υπάρχει διαφωνία των μερών, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να καταλήξει σε ευρήματα αξιοπιστίας των διαδίκων. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι στην παράγραφο 6 της ένορκης του δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο Αιτητής αναφέρει ότι δια της αντεξέτασης θα καταστεί εφικτή η «διασαφήνιση και αποκρυστάλλωση των πολύ συγκεκριμένων θεμελιωδών γεγονότων και ζητημάτων». Σε αυτή τη βάση κρίνεται ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος και παραχώρησης άδειας για αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση, η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης θα μετατρεπόταν σε κυρίως δίκη, πράγμα ανεπίτρεπτο. Για αυτό, λοιπόν, το λόγο η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Σε κάθε περίπτωση παρατηρείται ότι από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αλλά και τα όσα προωθήθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων δεν έχουν διαπιστωθεί εξαιρετικές και/ή οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται έγκριση αιτήματος. Συνεπώς, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, η αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου - Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή. Τόσο ο υπολογισμός όσο και η πληρωμή των εξόδων να γίνουν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Upon any motion, petition, or summons evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the application of either party, order the attendance for cross-examination of the person making any such affidavit, and where, after such an order has been made, the person in question does not attend, his affidavit shall not be used as evidence unless by the special leave of the Court or a Judge.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο