← Κύπρος

INTERACE LIMITED ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ (το γένος ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ), Αριθ. Αγωγής: 3525/2018, 10/6/2020

INTERACE LIMITED ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ (το γένος ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ), Αριθ. Αγωγής: 3525/2018, 10/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A287 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 3525/2018 INTERACE LIMITED ΕΝΑΓΟΥΣΑ - και - XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ (το γένος ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ) ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ -και- ------------------------------------ Ημερομηνία: 10 Ιουνίου, 2020 Αίτηση ημερομηνίας 22.11.19 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Ανδριάνα Κλαϊδη Για την Εναγομένη: Ελένη Βραχίμη & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή έχει καταχωρηθεί κατά της εναγόμενης με ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Η αγωγή στηρίζεται σε γραπτή συμφωνία ενοικιάσεως που υπογράφτηκε στην Λευκωσία με την οποία ενοικιάστηκε στην εναγόμενη κατοικία στην οδό XXXXX αρ.22 στην ενορία XXXXX στην Λευκωσία. Η ενάγουσα έχει προβάλει με την δικογραφία της ισχυρισμό ότι η εναγόμενη έχει παραβιάσει θεμελιώδη πρόνοια της συμφωνίας ήτοι, ότι δεν έχει καταβάλει οφειλόμενο ενοίκιο ύψους 42,544.00 ευρώ. Ζητείται η έκδοση διατάγματος εξώσεως και άλλων συναφών διαταγμάτων καθώς ζητείται η έκδοση απόφασης για αποζημιώσεις και ενδιάμεση κέρδη .Η εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή μαζί με ανταπαίτηση στις 14 Οκτωβρίου

  1. Στην συνέχεια η ενάγουσα εταιρεία καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να εκδοθεί συνοπτική απόφαση κατά της εναγόμενης επειδή στερείται υπεράσπισης στην αγωγή. Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση. Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση με ομνύουσα την XXXXX Θεοδοσίου που ισχυρίζεται ότι είναι διευθύνον σύμβουλος της ενάγουσας εταιρείας και εξουσιοδοτημένη να ορκισθεί για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Με την ένορκη δήλωση η XXXXX Θεοδοσίου αναφέρεται στις πρόνοιες της γραπτής συμφωνίας ενοικιάσεως ημερομηνίας 1.12.2003 με την οποία ενοικιάσθηκε η οικία στην εναγόμενη για περίοδο 10 ετών μέχρι 31.5.13 με δικαίωμα ανανέωσης της συμφωνίας. Αυτοί οι όροι αναλύονται λεπτομερώς στις παραγράφους 7(β) μέχρι 7(ζ) πιο κάτω: 7β. Ήταν ρητός και εξυπακουόμενος όρος της Συμφωνίας Ενοικιάσεως ημερομηνίας 01/12/2003 το συμφωνηθέν μηνιαίο ενοίκιο του επίδικου ακινήτου, καθορίστηκε εις το ποσόν των Λ.Κ £300.00 το οποίο αντιστοιχεί σε ευρώ €515,00 μηνιαίως. γ. Ήτο ρητός και εξυπακουόμενος όρος της Συμφωνίας Ενοικιάσεως, ότι η Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση, δεν θα κατέβαλλε οποιονδήποτε μηνιαίο ενοίκιο διά τα πρώτα οκτώ έτη ενοικιάσεως και η υποχρέωση της Εναγομένης να καταβάλλει το συμφωνηθέν μηνιαίο ενοίκιο θα άρχιζε κατά το ένατο έτος της ενοικιάσεως, ήτοι την 01/01/
  2. δ. Ήτο ρητός και εξυπακουόμενος όρος της Συμφωνίας Ενοικιάσεως, ότι η Εναγομένη - Καθ' ης η αίτηση, θα κατέβαλλε και θα ήταν υπόλογος δια τη πληρωμή του ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφώνου, υδατοπρομήθειας, δημοτικούς φόρους, σκύβαλα και κάθε άλλο αναγκαίο λογαριασμό και τέλη που απορρέουν από την ενοικίαση και εκμετάλλευση του επίδικου ακίνητου. ε. Περαιτέρω, ήτο όρος και εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας Ενοικιάσεως ότι σε περίπτωση που η Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση αρνείται ή παραλείπει να παραδώσει κατά τη λήξη ή με τον τερματισμό της ενοικίασης, το ενοικιαζόμενο ακίνητο, θα θεωρείται ότι κατέχεται παράνομα. στ. Περαιτέρω, ήτο ρητός και εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ενοικιάσεως ότι σε περίπτωση που η Εναγομένη παραλείψει να συμμορφωθεί με οποιουσδήποτε όρους της συμφωνίας ενοικιάσεως και ειδικότερα εάν παραλείψει να καταβάλλει το συμφωνηθέν ενοίκιο ή μέρος αυτού, τότε η Ενάγουσα - αιτήτρια θα είχε το δικαίωμα να τερματίσει πάραυτα την εν λόγω συμφωνία ενοικιάσεως και να απαιτήσει όπως η εναγομένη-καθ' ης η αίτηση παραδώσει άμεση ελεύθερη κατοχή του επίδικου ακινήτου. ζ. Περαιτέρω ήτο ρητός και εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας Ενοικιάσεως, ότι η ενοικίαση αφορούσε μόνο τη κατοικία και όχι τους εξωτερικούς χώρους ή εξωτερικά κτίρια ή κήπους. Η αιτήτρια υποστηρίζει ότι η εναγόμενη δεν πλήρωσε τα ενοίκια για την περίοδο από τον Ιανουάριο 2012 μέχρι Δεκέμβριο
  3. Περαιτέρω, η εναγόμενη δεν έχει καταβάλει ως ενδιάμεσα κέρδη τo ενοίκιο για την περίοδο από 1.1.2019 μέχρι 1.11.19 με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ενοίκιο να ανέρχεται στο ποσό των 48,695.10 ευρώ. Επίσης η εναγόμενη δεν έχει καταβάλει δημοτικά τέλη και φόρους στις αρμόδιες υπηρεσίες. Με επιστολή ημερομηνίας 11.12.2018 η ενάγουσα ζήτησε πληρωμή του οφειλόμενου ποσού χωρίς όμως η εναγόμενη να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της ενάγουσας να είναι συνεπής με τις συμβατικές τις υποχρεώσεις. Με την εν λόγω επιστολή η ενάγουσα τερμάτισε την συμφωνία και κάλεσε την εναγόμενη να παραδώσει την ελεύθερη κατοχή του ακινήτου. Επιπρόσθετα, η ενάγουσα μετά από πρόσφατη επιθεώρηση των εξωτερικών χώρων της κατοικίας διαπίστωσε σειρά από παράνομες επεμβάσεις επί του ακινήτου όπως π.χ. ανέγερση στεγάστρου. Η εναγόμενη έχει ισχυρισθεί ότι έχει καταβάλει ένα μεγάλο ποσό του τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου αλλά η οικονομική συνεισφορά ύψους ΛΚ 30,000.00 για την ολοκλήρωση του ακινήτου δεν απαλλάσσει την εναγόμενη από την υποχρέωση να πληρώνει το ενοίκιο. Η οικονομική συνεισφορά της εναγόμενης έχει ληφθεί υπόψη στις πρόνοιες της συμφωνίας ενοικίασης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας ενοικίασης αυτή η συνεισφορά λήφθηκε υπόψη διότι η εναγόμενη δεν πλήρωνε ενοίκιο κατά τα πρώτα 8 χρόνια της ενοικίασης. Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ο σύζυγος της εναγόμενης ως νομικός εκπρόσωπος της ενάγουσας κατείχε το ακίνητο ως καταπιστευματοδόχος προς όφελος της εναγόμενης εις ½ μερίδιο. Ούτε και θεωρείται ότι είναι έγκυρο το καταπίστευμα το οποίο επικαλείται η εναγόμενη διότι αυτό δεν έγινε από πρόσωπο που δικαιούται την ακίνητη περιουσία και έγγραφο καταπιστεύματος που να αφορά το ακίνητο δεν έχει καταχωρηθεί στο μητρώο εγγραφής του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου. Επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α αντίγραφο του ενοικιαστήριου εγγράφου. Αυτό περιέχει πρόνοια ότι κατά την περίοδο λήξης της περιόδου ενοικίασης 30.52012 υπάρχει δικαίωμα ανανέωσης της περιόδου ενοικίασης για δύο χρόνια. Για να ενεργοποιηθεί η ανανέωση θα έπρεπε να είχε αποσταλεί γραπτή ειδοποίηση ανανέωσης του συμβολαίου διά του ταχυδρομείου τρεις μήνες πριν την λήξη της αρχικής ενοικίασης και η ειδοποίηση να αποσταλεί στον ιδιοκτήτη της οικίας. Περαιτέρω, η συμφωνία περιέχει πρόνοια ότι η ενοικιαστής δεν θα καταβάλει ενοίκιο για 8 χρόνια εξαιτίας συνεισφοράς ΛΚ30000 στο εν λόγω ακίνητο. Η ομνύουσα είναι διευθύνον σύμβουλος της εταιρείας και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση που έχει καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης. Η εναγόμενη έχει καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση και έχει ισχυρισθεί τα ακόλουθα γεγονότα: Ισχυρίζεται ότι η ομνύουσα στην αίτηση δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων που προβάλλονται προς υποστήριξη της αίτησης. Η ομνύουσα δεν είχε προσωπική γνώση της συνομολόγησης της συμφωνίας και των λοιπών γεγονότων που υποστηρίζει η ενάγουσα με την αίτηση. Επί της ουσίας προβάλει τα ακόλουθα γεγονότα στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης. «Αρνούμαι κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στις παραγράφους 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16 και 17 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση της ενάγουσας-αιτήτριας και καλώ την ομνύουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Περαιτέρω, αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Στις 2 Ιανουαρίου 2003 αποφασίσαμε με τον τέως σύζυγο μου, XXXXX Γεωργίου, να αγοράσουμε την κατοικία επί της οδού XXXXX 22, στη XXXXX από τους Costas C. Constantinou Developments Limited. (β) Πρόθεση τόσο εμένα όσο και του XXXXX ήταν να εγγράψουμε τη συζυγική μας κατοικία επ' ονόματι των παιδιών μας με επικαρπία εφόρου ζωής προς όφελος μου. Για αυτό το λόγο οι πιο κάτω αποδείξεις (βλ. Τεκμήριο Ε') που αφορούν την αγορά της ειρημμένης κατοικίας φέρουν το όνομα τους. (γ) Εν τούτοις, ο πρώην σύζυγος με ενημέρωσε μετά από σχετική συμβουλή που είχε λάβει ότι η κατοικία δεν μπορούσε να εγγραφεί στο όνομα των τριών μας παιδιών επειδή κατά το χρόνο απόκτησης της ήταν ανήλικα. Για αυτό το λόγο, ο XXXXX αποφάσισε να ιδρύσει την ενάγουσα-αιτήτρια εταιρεία στην οποία εξ όσων γνωρίζω ήταν κύριος μέτοχος και διευθυντής, μέχρι που απεβίωσε στις 2 Σεπτεμβρίου 2017, και να εγγράψει την επίδικη κατοικία σε αυτήν. (δ) Ο πρώην σύζυγος μου με διαβεβαίωσε ότι η ενάγουσα-αιτήτρια εταιρεία θα κατείχε την επίδικη κατοικία ως καταπιστευματοδόχος προς όφελος εμένα και του τότε συζύγου ανά 1/2 μερίδιο. Για αυτό το σκοπό καταρτίστηκαν δύο καταπιστεύματα ημερομηνίας 10 Ιουλίου 2003, το ένα μεταξύ εμένα και της εταιρείας Fiducitrust Services Ltd και το δεύτερο μεταξύ του τότε συζύγου μου και της Fiducitrust Services Ltd. Έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο Α' αντίγραφα των εν λόγω καταπιστευμάτων. (ε) Επίσης, ο τέως σύζυγος μου με διαβεβαίωσε ότι θα είχα επικαρπία επί της επίδικης κατοικίας και ως εκ τούτου δικαίωμα να διαμένω εκεί εφόρου ζωής. (στ) Εγώ αρνούμαι ότι υπέγραψα οποιοδήποτε ενοικιαστήριο έγγραφο που αφορά την επίδικη κατοικία. Επίσης, έχω δει το κατ' ισχυρισμό ενοικιαστήριο έγγραφο που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ενάγουσας-αιτήτριας και εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω, η υπογραφή που φέρει το ενοικιαστήριο έγγραφο δεν είναι δική μου. Διακρίνω κάποιες διαφορές στην υπογραφή που φέρει το επίδικο έγγραφο με τη δική μου υπογραφή και ως εκ τούτου καλόπιστα πιστεύω ότι η εν λόγω υπογραφή είναι πλαστή. Εν πάση περιπτώσει η επίδικη κατοικία αποτελούσε τη συζυγική μας κατοικία με τον τέως σύζυγο μου και δεν υπήρχε κανένας λόγος να υπέγραφα ενοικιαστήριο έγγραφο για την κατοικία στην οποία διαμέναμε μαζί με και τα παιδιά μας. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο είναι εικονικό και ότι καταρτίστηκε για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά τον τέως σύζυγο μου και την ενάγουσα-αιτήτρια ως κύριος μέτοχος και διευθυντής της. (ζ) Περαιτέρω, ο XXXXX συχνά μου έδινε διάφορα έγγραφα πιέζοντας με να υπογράφω χωρίς να γνωρίζω τί υπέγραφα. Εάν υπέγραψα το εν λόγο έγγραφο, πράγμα το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν παραδέχομαι, το έπραξα χωρίς να γνωρίζω το περιεχόμενο του και χωρίς να μου έχει εξηγήσει ο τέως σύζυγος μου το περιεχόμενο του ή να μου έχει επιτρέψει να διαβάσω το περιεχόμενο του. Αυτό διότι ο πρώην σύζυγος μου ήταν αυτός που χειριζόταν τα οικονομικά της οικογένειας μας και εναπέθετα σε αυτόν όλες τις αποφάσεις αναφορικά με οικονομικά ζητήματα και δεν μου επέτρεπε να έχω λέγειν σε οτιδήποτε αφορούσε αυτά. (η) Ο τέως σύζυγος μου γενικά ήταν αυταρχικός άνθρωπος και μου επέβαλλε συνεχώς αυτά που ήθελε να κάνει, δεν έλεγχα τη δική μου ζωή και ό,τι έκανα ήταν κάτω από την επιβολή του και την πίεση του. Ο XXXXX συστηματικά με κτυπούσε κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου μας, καθώς και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μου με τον υιό μας XXXXX και απειλούσε τη ζωή μου και τη σωματική μου ακεραιότητα με απώτερο σκοπό να με εξαναγκάσει να συμμορφώνομαι και να υπακούω στα θελήματα του και στις απαιτήσεις του. Η σωματική και ψυχική βία που ασκούσε εναντίον μου δημιούργησε ένα κράτος φόβου στο οποίο δεν είχα δική μου βούληση ή επιλογή παρά μόνο να υπακούω σε όσα μου έλεγε. (θ) Ως εκ τούτου, τυχόν υπογραφή από μέρους μου του επίδικου ενοικιαστηρίου εγγράφου ήταν προϊόν εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης και/ή απάτης και/ή ψευδούς παράστασης από μέρους του τέως συζύγου μου XXXXX Γεωργίου. (ι) Άνευ βλάβης των όσων αναφέρω ανωτέρω, εξ όσων με πληροφορούν και συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, η ισχυριζόμενη συμφωνία ενοικιάσεως που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α' στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι άκυρη και μη εκτελεστή αφού δεν προσυπογράφεται από δύο τουλάχιστον μάρτυρες ως σύμβαση για μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος. (ια) Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ομνύουσας στην παράγραφο 11, τόσο οι λογαριασμοί που αφορούσαν το νερό και τον ηλεκτρισμό όσο και η ασφάλεια της επίδικης κατοικίας ήταν στο όνομα της μητέρας μου πριν αποβιώσει, ενώ μετέφερα επ' ονόματι μου τέλη 2009 αρχές 2010 περίπου. Οι Δημοτικοί Φόροι πίστευα ότι πληρώνονταν από την εταιρεία αφού η συζυγική μας κατοικία ήταν εγγεγραμμένη σε αυτήν. Έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο Β' λογαριασμό της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ), για την περίοδο από 21/03/2005 έως 23/05/2005, στο όνομα της μητέρας μου καθώς και βεβαίωση ανανέωσης ασφαλιστηρίου κατοικίας της Λαϊκή Ασφαλιστική, για την περίοδο από 09/11/2006 έως 09/11/
  4. (ιβ) Σχετικά με τις παραγράφους 12 και 13 αναφέρω ότι η ομνύουσα παρέλειψε να αποκαλύψει και να επισυνάψει στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της, δύο επιστολές ημερομηνίας 27 Ιανουαρίου 2010 και 18 Μαρτίου 2010 από τους τότε δικηγόρους του πρώην συζύγου μου κ.κ. Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. με θέμα "Αίτηση Αποκλειστικής Χρήσης με αρ. XXXXX/09 XXXXX Γεωργίου και XXXXX Γεωργίου". Στις εν λόγω επιστολές δεν γίνεται καμία αναφορά σε ενοικιαστήριο έγγραφο. Έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο Γ' τις σχετικές επιστολές με ημερομηνίες 27 Ιανουαρίου 2010 και 18 Μαρτίου
  5. Ως εκ τούτου, με βάσει τις εν λόγω επιστολές και το γεγονός ότι ο τέως σύζυγος μου ουδέποτε εν ζωή αναφέρθηκε σε ενοικιαστήριο έγγραφο ή επιδίωξε να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό με βάση το δήθεν ενοικιαστήριο έγγραφο, φαίνεται ότι το ειρημμένο έγγραφο είναι πλαστό και εικονικό και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. (ιγ) Όσον αφορά την παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρω ότι το αναφερόμενο στέγαστρο στον εξωτερικό χώρο της επίδικης κατοικίας υπήρχε από την ανέγερση της και προτού εγγραφεί επ' ονόματι της ενάγουσας-αιτήτριας. Επιπρόσθετα, η εναγόμενη προσκόμισε σωρεία αποδεικτικών εγγράφων στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της ότι είχε χρηματοδοτήσει την ανέγερση της κατοικίας. «Αρνούμαι κατηγορηματικά το περιεχόμενο των παραγράφων 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27 και 28 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση της ενάγουσας-αιτήτριας και καλώ την ομνύουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Επαναλαμβάνω τα ως ανωτέρω στην παράγραφο 4 και περαιτέρω, αναφέρω τα εξής: α. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της ομνύουσας στην παράγραφο 20 αναφέρω ότι κατά την αγορά της εν η λόγω κατοικία ήταν ημιτελής αφού δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη από τους εργολάβους C. Constantinou Developments Limited. Δηλαδή μεταξύ άλλων, δεν είχε δάπεδα, παράθυρα, πόρτες, κουζίνα ούτε και πισίνα. β. Η οικογένεια μου με βοήθησε οικονομικά τόσο για την αγορά της εν λόγω κατοικίας όσο και για την ολοκλήρωση και αποπεράτωση της κατοικίας. Την κατοικία την αγοράσαμε για το ποσό των 120.000 ΛΚ περίπου. Έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο Δ' κατάσταση λογαριασμού στο όνομα του υιού μας Ανδρέα Γεωργίου που αφορά την αγορά της επίδικης κατοικίας από τους Costas C. Constantinou Developments Limited, ημερομηνίας 19/12/2003 καθώς και δέσμη σχετικών αποδείξεων στο όνομα των τριών μας παιδιών. (γ) Περαιτέρω, έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο Ε' δέσμη σχετικών αποδείξεων για καταβολή μετρητών στο όνομα μου, στο όνομα της μητέρας μου και στο όνομα του πατέρα μου που αφορούν εργασίες για ολοκλήρωση και αποπεράτωση της κατοικίας καθώς και για την επίπλωση της. Το συνολικό ποσό σε μετρητά με βάση των αποδείξεων που κατέβαλαν οι γονείς μου για την ολοκλήρωση και επίπλωση της κατοικίας ανέρχεται στις 16.730ΛΚ. Επιπλέον, έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο ΣΤ δέσμη σχετικών αποδείξεων για επιταγές στο όνομα μου, στο όνομα της μητέρας μου και στο όνομα του πατέρα μου που αφορούν εργασίες για ολοκλήρωση και αποπεράτωση της κατοικίας καθώς και για την επίπλωση της. Αυτές οι επιταγές ήταν από προσωπικό λογαριασμό του πρώην συζύγου μου στην Alpha Bank στον οποίο είχα δικαίωμα υπογραφής. Το συνολικό ποσό με επιταγές με βάση των αποδείξεων που κατέβαλαν οι γονείς μου για την ολοκλήρωση και επίπλωση της κατοικίας ανέρχεται στις 23.279ΛΚ. Έχω στην κατοχή μου και επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο Ζ' αντίγραφο βιβλιαρίου επιταγών της Alpha Bank του τότε συζύγου μου όπου φαίνεται η υπογραφή μου. Εκτός από τα προαναφερόμενα ποσά, οι γονείς μου έδιναν χρήματα σε μετρητά τα οποία εγώ έδινα στον πρώην σύζυγο μου και τα κατέβαλλε μεταξύ άλλων και στον εν λόγω λογαριασμό. (δ) Όσον αφορά το ισχυριζόμενο πωλητήριο έγγραφο στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης σημειώνω ότι ουδέν πωλητήριο έγγραφο επισυνάπτεται. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, η μη τεκμηρίωση της αναφοράς της ομνύουσας σε πωλητήριο έγγραφο καταστρατηγεί τις διατάξεις της Δ.18, Θ.
  6. Κατατίθεται ως τεκμήριο Α συμφωνία καταπιστεύματος ημερομηνίας 10.7.2004 που υποστηρίζει ισχυρισμό της εναγόμενης ότι είναι δικαιούχος 4999 μετοχών της ενάγουσας εταιρείας και ότι αυτές οι μετοχές δόθηκαν στην εταιρεία Fidicitrust Services Ltd. για να κατέχει τις μετοχές προς όφελος της εναγόμενης ως καταπιστευματοδόχος της εναγόμενης. Παρόμοια συμφωνία υπέγραψε και ο XXXXX Γεωργίου πρώην σύζυγος της εναγόμενης. Ο σκοπός της συνοπτικής διαδικασίας είναι η γρήγορη επίλυση της αγωγής όταν δεν υφίσταται οποιοδήποτε επίδικο θέμα προς εκδίκαση για το οποίο θα πρέπει να ληφθεί μαρτυρία από το Δικαστήριο. Ο καθοριστικός παράγοντας που θα πρέπει να καθοδηγεί την κρίση του Δικαστηρίου όταν αποφασίζει κατά πόσο θα εκδώσει απόφαση στη συνοπτική διαδικασία είναι κατά πόσο υπάρχει έστω και ένα επίδικο θέμα που θα πρέπει να εκδικασθεί για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα επί των γεγονότων για την επίλυση της αγωγής. Εάν το Δικαστήριο εντοπίσει έστω και ένα θέμα που θα πρέπει να εκδικασθεί για την δίκαια επίλυση της αγωγής δεν πρέπει να εκδώσει απόφαση στην αγωγή. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση την Δ.18 θ.1(α) είναι ως ακολούθως:
  7. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.26 θ.
  8. Η εναγόμενη θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση.
  9. Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αφού ο ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τα πιο πάνω, το βάρος αποδείξεως μετατοπίζεται στον εναγόμενο ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση και ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να υποδηλούν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. (Βλ. Kyprianides v Ioannou

(1961)1 CLR 265, Cyems Co. Ltd. v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR, Hermes Insurance Ltd. v Theodorides
(1983)1 CLR 333). Στην παρούσα περίπτωση η πρώτη προϋπόθεση έχει εκπληρωθεί διότι το κλητήριο ένταλμα έχει καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο. Το ίδιο ισχύει για την δεύτερη προϋπόθεση εφόσον έχει καταχωρηθεί εμφάνιση στην αγωγή. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση δεν είμαι ικανοποιημένη ότι η απαίτηση της ενάγουσας έχει επαληθευθεί. Η υποχρέωση της ενάγουσας να καταχωρήσει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο να επαληθεύεται με ένορκη δήλωση στα πλαίσια της αίτησης γίνεται διά να διαπιστώσει το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα του κλητήριου ότι η ενάγουσα έχει νόμιμη αξίωση εναντίον της εναγόμενης. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1953 η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών είναι το O. 14 r.1. Στην σελίδα 174 αναφέρεται ότι ο ενάγοντας δεν δικαιούται συνοπτική απόφαση εάν υπάρχει ελάττωμα στο κλητήριο ένταλμα ή στην έκθεση απαίτησης που θεμελιώνει την απαίτηση του ενάγοντα. Εάν το ελάττωμα ή παράλειψη είναι ουσιαστική τότε η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εάν το ελάττωμα ή παράλειψη είναι τυπική τότε μπορεί να δοθεί άδεια στον ενάγοντα να προβεί σε τροποποίηση του κλητήριου εντάλματος. "If a special indorsement is defective the defect cannot be made good by affidavit evidence .The meaning of those cases is that where the defect in the endorsement is one of form and not of substance it may be remedied by amendment but not by affidavit in support. Where however, the defect is one of substance the application for summary judgement will be dismissed." Στην αγγλική απόφαση Ryley v Master Sheba Gold Mining Co.
(1892)4 Q.B.D. 674, αποφασίσθηκε ότι εφόσον στο κλητήριο ένταλμα δεν υπήρχε αναφορά επί ποια βάση δικαιούτο ο ενάγοντας να χρεώσει τόκο αυτό ήταν ουσιαστική παράλειψη στο κλητήριο ένταλμα με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση. "It is important that a man, who is to be proceeded against summarily for judgement, should know exactly how much he has to pay if he wishes to stay the action and should not be called upon to take the risks of calculation." Στην απόφαση Δημητρίου ν Τράπεζα Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 61, 66, το Εφετείο επεξήγησε ότι η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι η ενάγουσα πρέπει ξεκάθαρα να αποδείξει την απαίτηση της. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα πρέπει να προβεί σε αχρείαστη παράθεση όλων των γεγονότων της έκθεσης απαιτήσεως στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Όμως τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση πρέπει με την αίτηση να επαληθεύονται. Εάν με βάση το κλητήριο ένταλμα ή την έκθεση απαίτησης δεν εκτίθενται τέτοια γεγονότα ώστε να προκύπτει ξεκάθαρα ότι η ενάγουσα δικαιούται απόφαση με την απαίτηση τότε δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.
  1. Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση της ενάγουσας στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμόν συμβατική υποχρέωση που έχει αναλάβει η εναγόμενη να εκπληρώσει έναντι της ενάγουσας, ήτοι πληρωμή ενοικίου. Σύμφωνα με τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου αυτή η συμβατική υποχρέωση στηρίζεται σε γραπτή συμφωνία ενοικιάσεως η οποία έληξε τον Μάιο 2013 και η οποία βρίσκεται σε ισχύ διότι σ' αυτή την συμφωνία υπάρχει πρόνοια για ανανέωση της συμφωνίας. Η ενάγουσα έχει προσκομίσει αποδεικτά στοιχεία για να επιβεβαιώσει τα πιο πάνω και συγκεκριμένα έχει προσκομίσει την εν λόγω γραπτή συμφωνία ενοικιάσεως ως τεκμήριο Α. Όμως σε αντίθεση των όσων υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης η γραπτή συμφωνία δεν επιβεβαιώνει τα όσα υποστηρίζονται στην απαίτηση της ενάγουσας, ήτοι ότι η συμφωνία έχει ανανεωθεί. Η συμφωνία που επισυνάπτεται ως τεκμήριο περιέχει πρόνοια ότι η συμφωνία μπορεί να ανανεωθεί για περίοδο των δύο ετών από την λήξη της συμφωνίας τον Μάιο
  2. Όμως για να ενεργοποιηθεί η ανανέωση της συμφωνίας θα πρέπει να είχε αποσταλεί γραπτή ειδοποίηση ανανέωσης δια του ταχυδρομείου τουλάχιστον τρεις μήνες πριν την λήξη της συμφωνίας ενοικίασης. Το αποδεικτικό υλικό που έχει παρουσιασθεί για να επιβεβαιωθεί η απαίτηση είναι ελλιπής διότι δεν επιβεβαιώνεται κατά πόσο αυτή η συμφωνία έχει ανανεωθεί ως προνοεί η σύμβαση ενοικίασης. Αυτό δημιουργεί ασάφεια ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις της εναγόμενης και κατά συνέπεια η απαίτηση δεν έχει επαληθευθεί με ξεκάθαρο τρόπο ως απαιτείται με βάση τις αυστηρές προϋποθέσεις που προνοούνται από την Δ.
  3. Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι δεν έχουν δικογραφηθεί όλα τα γεγονότα αναγκαία στην απαίτηση της ενάγουσας για να φανεί ότι δικαιούται συνοπτική απόφαση σε σχέση με το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων ως συνέπεια παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων και/ή διατάγματα έξωσης σε σχέση με την εν λόγω κατοικία. Η απαίτηση της ενάγουσας δεν είναι ξεκάθαρη. Παρατηρείται αντίφαση μεταξύ των ουσιωδών γεγονότων στα οποία στηρίζεται η ενάγουσα για να αποδείξει την απαίτηση της και το αναγκαίο αποδεικτικό υλικό που έχει προσκομίσει για να επιβεβαιώσει την απαίτηση της. Απουσιάζουν από το σώμα της έκθεσης απαιτήσεως οι αναγκαίες λεπτομέρειες και στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι υπήρχε σε ισχύ συμβατική σχέση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης βάση της οποίας ενοικιάσθηκε η κατοικία εφόσον το δικαίωμα ανανέωσης του συμβολαίου αφορούσε μόνο την περίοδο των δύο ετών από την λήξη του συμβολαίου. Απουσιάζει το πραγματικό υπόβαθρο που να αποδεικνύει τα ουσιώδη γεγονότα προς επαλήθευση της απαίτησης. Η ένορκη δήλωση δεν περιέχει γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι η συμφωνία είχε ανανεωθεί με συγκεκριμένο τρόπο ως καθορίζεται στην συμφωνία ενοικίασης. Ο άλλος λόγος που δεν πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι επειδή η ομνύουσα, Ελένη Θεοδοσίου, δεν ανέφερε κατά πόσο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά σε σχέση με όλα τα γεγονότα που καταγράφονται στην ένορκη της δήλωση. Δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο ποια η πηγή της πληροφόρησης της σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα ώστε να προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ώστε να ορκισθεί θετικά σε σχέση με αυτά και να επιβεβαιώσει ότι αληθεύουν. Η απαίτηση στηρίζεται σε γραπτή σύμβαση ενοικιάσεως που δεν είναι γνωστό κατά πόσο η ομνύουσα ως διευθύνον σύμβουλος της ενάγουσας εταιρείας έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Δεν είναι γνωστό ποιος υπέγραψε την συμφωνία εκ μέρους της εταιρείας. Δεν είναι γνωστό ποια είναι η πηγή προέλευσης της πληροφόρησης της ομνύουσας εφόσον στην ένορκη δήλωση δεν υπάρχει καμία αναφορά περί τούτου. Γίνεται αναφορά σε συμφωνία καταπιστεύματος που αναφέρει ότι δεν είναι έγκυρη συμφωνία επειδή δεν έγινε εγγραφή του στο κτηματολόγιο χωρίς να αναφέρεται στην ένορκη δήλωση πως γνωρίζει ποια είναι η πηγή προέλευσης αυτής της πληροφόρησης. Η κατοικία φαίνεται να αφορούσε οικογενειακή στέγη της εναγόμενης και του πρώην συζύγου της και είναι άγνωστο ποια η σχέση της ομνύουσας με την οικογένεια ώστε να είναι γνωστό κατά πόσο θα μπορούσε να έχει προσωπική γνώση των πολλών γεγονότων που συνθέτουν την απαίτηση. Η απαίτηση αφορά την εκτέλεση συμβατικών υποχρεώσεων που είχαν διάρκεια πέραν των 10 ετών και έτσι θεωρώ ότι η ομνύουσα έπρεπε να κάνει αναφορά στην πηγή της πληροφόρησης της. Αντί να επιβεβαιώσει περί τούτο στην ένορκη της δήλωσης έχει αναφέρει μόνο ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση για τον σκοπό της παρούσας αίτησης. Με αυτά τα δεδομένα δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η απαίτηση της ενάγουσας έχει επαληθευθεί με τον τρόπο που πρέπει να επαληθευθεί με βάση τις αυστηρές προϋποθέσεις της Δ.18.θ.
  4. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζα Κύπρου Πολιτική Εφεση 9670 ημερ. 10.7.97 λέχθηκε ότι δεν είναι αρκετό το φυσικό πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην ένορκη δήλωση να καταθέτει με βάση αυτά που πιστεύει ή πληροφορείται. Στην περίπτωση που ο ενάγοντας είναι εταιρεία θα πρέπει να ορκισθεί φυσικό πρόσωπο σε σχέση με τα γεγονότα. Ο απαιτούμενος βαθμός γνώσης για κάθε περίπτωση διαφέρει ανάλογα με την φύση της απαίτησης και ανάλογα με τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση. Στην παρούσα περίπτωση η ομνύουσα δεν έχει αναφέρει οτιδήποτε ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αξιολογήσει σωστά κατά πόσο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για την αλήθεια των γεγονότων που προβάλλονται στην αίτηση και που αφορούν χρονική περίοδο διάρκειας 17 ετών. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν έχουν τηρηθεί οι αυστηρές προϋποθέσεις που τίθενται στην Δ.18 για να δικαιούνται συνοπτική απόφαση η ενάγουσα. Εν όψει των πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν είναι ξεκάθαρη απαίτηση και κατά συνέπεια δεν είναι αναγκαίο να εξετάσω την υπεράσπιση που έχει προβάλει η εναγόμενη αφού οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν έχουν ικανοποιηθεί. Παρόλο ότι δεν είμαι υπόχρεα να εξετάσω την ένσταση της εναγόμενης, υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι η εναγόμενη έχει παραθέσει ικανοποιητικά στοιχεία που να καταδεικνύουν την ανάγκη όπως η παρούσα διαφορά επιλυθεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Στην περίπτωση που το βάρος έχει μετατοπισθεί στην εναγόμενη να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση η ένορκη της δήλωση θα πρέπει να περιέχει επαρκή γεγονότα και στοιχεία για την ύπαρξη υπεράσπισης. Η απλή αναφορά σε αόριστους και ασαφής ισχυρισμούς δεν μπορεί να μετατοπίσει αυτό το βάρος επειδή τέτοιοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να εξετασθούν και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο διά να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση. (Βλ. Hermes Insurance Co.Ltd [ως ανωτέρω]). Η αναφορά σε αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι εμπεδωμένοι με γεγονότα και/ή στοιχεία δεν μπορούν να θεμελιώσουν το απαιτούμενο υπόβαθρο αναγκαίο για τη διαπίστωση καλής υπεράσπισης. Η ένορκη δήλωση πρέπει να έχει τις απαιτούμενες λεπτομέρειες από τις οποίες να προκύπτει ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση (bona fide defence). Όμως στην περίπτωση που η ένορκη δήλωση της εναγόμενης αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τότε πρέπει να δοθεί ανεπιφύλακτα άδεια στην εναγόμενη να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι ανώφελο όπως έχει λεχθεί και στο Annual Practice του 1958 σελ. 248 η ενάγουσα να προσκρούσει τα γεγονότα που έχει προβάλει ο εναγόμενος με πρόσθετα γεγονότα διότι η ανάγκη της ενάγουσας να προσθέσει και άλλα γεγονότα προς υποστήριξη της αιτήσεως της υποδηλεί ότι πρέπει να εκδικασθεί η αγωγή και να ακουσθεί μαρτυρία. Εάν εκδοθεί απόφαση κατόπιν ακρόαση συνοπτικής αιτήσεως η εναγόμενη στερείται του δικαιώματος της δίκης επομένως είναι ένα εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να λαμβάνεται μόνο στην απουσία επίδικου θέματος προς εκδίκαση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Ltd. ν Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά στις σελ 243-244: "Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση.. .Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο." Το Εφετείο επεξήγησε στην υπόθεση απόφαση N.V. Caterchef Ltd. v P.C.P. Electronics, 1 ΑΑΔ 1912
(1999)ότι η υπεράσπιση του εναγόμενου πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια συγκεκριμένα γεγονότα με τρόπο που να εκφράζεται μία καλόπιστη και ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Η εναγόμενη έχει καταχωρήσει έγγραφο που καταδεικνύει ότι είναι δικαιούχος μετοχών της ενάγουσας εταιρείας αλλά ότι αυτές οι μετοχές δυνάμει συμφωνίας καταπιστεύματος θα κατέχονται προς όφελος της εναγόμενης από την εταιρεία Fidicitrust Services Ltd. Είναι ορθή η νομική θέση ότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 65ΙΕ του Κεφ. 224 κανένα εμπίστευμα το οποίο αφορά ακίνητη περιουσία δεν θεωρείται έγκυρο εκτός εάν το ιδρυτικό έγγραφο καταχωρηθεί στο μητρώο εγγραφής του αρμόδιου κτηματολογίου. Παραπέμπω πιο κάτω στο σχετικό άρθρο: 65ΙΕ.-
(1)Κανένα εμπίστευμα το οποίο αφορά ακίνητη ιδιοκτησία δεν θεωρείται έγκυρο εκτός αν αυτό ιδρύεται με έγγραφο (trust deed) υπογραμμένο από το πρόσωπο που δικαιούται σε αυτό ή με διαθήκη.
(2)Το ιδρυτικό έγγραφο του εμπιστεύματος (trust deed) ή η διαθήκη ανάλογα με την περίπτωση, καταχωρίζονται στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου. Στην υπόθεση Πίριλλου ν Κονναρή 1 ΑΑΔ 1153
(2000)υποδείχθηκε ότι η σύσταση εμπιστεύματος διά εγγράφου και την εγγραφή του στο κτηματολογικό μητρώο για τη δέσμευση της περιουσίας καταρτίζεται μόνο με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65ΙΕ. Όμως στην προκειμένη περίπτωση εάν αληθεύει ότι η εναγόμενη είναι δικαιούχος μετοχών της ενάγουσας εταιρείας τότε το καταπίστευμα δεν αφορά το ακίνητο ώστε να δεσμευθεί το ακίνητο με εγγραφή του στο κτηματολόγιο ως εισηγείται η ενάγουσα. Ιδιοκτήτης των ακινήτων είναι η ενάγουσα και οι ιδιοκτήτες της ενάγουσας είναι η εναγόμενη και ο πρώην σύζυγος της Εάν αυτό αληθεύει σημαίνει ότι τα γεγονότα σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ενάγουσας εταιρείας δεν είναι απλά. Οι σχέσεις των μερών μεταξύ τους και τα δικαιώματα τους και υποχρεώσεις σε σχέση με το ακίνητο καθορίζονται από διάφορες συμφωνίες και νομικά εργαλεία που έχουν καταρτιστεί κατά καιρούς ώστε να ρυθμίζονται τα περιουσιακά δικαιώματα που απορρέουν από την κοινή έγγαμη ζωή του ζεύγους. Αυτό σημαίνει ότι τα γεγονότα δεν είναι τόσο απλά και ξεκάθαρα ως τα παρουσιάζει η ενάγουσα και έτσι πρέπει να ακουσθεί μαρτυρία ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να διακρίνει ποια είναι η πραγματικότητα. Το ζήτημα του καταπιστεύματος αναδεικνύεται ως πραγματικό ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί μόνο στα πλαίσια της αγωγής. Περαιτέρω οι δύο επιστολές δικηγόρου που η εναγόμενη έχει επισυνάψει ως τεκμήρια στην ένορκη της δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης καταδεικνύουν ότι η ενάγουσα κατά τον χρόνο που ζητούσε τα οφειλόμενα ενοίκια ουδέποτε παρέπεμψε στο ενοικιαστήριο έγγραφο που επισυνάπτεται στην αίτηση. Ήταν θέση της εναγόμενης ότι το εν λόγω ενοικιαστήριο έγγραφο είναι πλαστό και ένα κατασκεύασμα. Η μη αναφορά στο έγγραφο αυτό στην επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας σε ανύποπτο χρόνο, είναι ένα αποδεικτικό στοιχείο που τείνει να υποστηρίζει την εκδοχή της εναγόμενης. Υπό τέτοιες περιστάσεις πως θα μπορούσα να απορρίψω την εκδοχή της χωρίς να της δώσω την ευκαιρία να ακουστεί; Η εναγόμενη έχει καταθέσει σωρεία εγγράφων, αποδείξεων και τιμολογίων που αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της ότι υπήρξε δική της χρηματική συνεισφορά στην ανέγερση της επίδικης κατοικίας. Δεν έχει προσκομίσει την συμφωνία πώλησης της κατοικίας του εργολάβου αλλά προσκόμισε ως τεκμήρια αποδείξεις που δείχνουν ότι πλήρωσε χρήματα για προκαταβολή για αγορά κατοικίας στο τεμάχιο XXXXX αρ. εγγραφής 3/232 στην Λακατάμεια. Οπότε τα στοιχεία της ένστασης δεν στερούνται πειστικότητας διότι φαίνεται να υπάρχουν χειροπιαστές ενδείξεις που να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό της ότι είναι ιδιοκτήτης της οικίας και όχι μία ενοικιαστής της κατοικίας. Επομένως, διαφωνώ με την εισήγηση της ενάγουσας ότι δεν υπάρχει κανένα ζήτημα προς εκδίκαση. Δεν μπορώ να προβώ σε διαπίστωση για την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ της ενάγουσας και της εναγoμένης για την ενοικίαση της κατοικίας ούτε μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα κατά πόσο το ποσό της απαίτησης οφείλεται και κατά πόσο θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα έξωσης κατά της εναγόμενης από την κατοικία χωρίς να ακούσω μαρτυρία. Τα όσα έχουν προβληθεί από τους διάδικους στα πλαίσια της αίτησης χρήζουν αξιολόγησης. Εν όψει όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, διαπιστώνω ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα ζήτημα προς εκδίκαση. Η έκδοση απόφασης σ' αυτό το στάδιο και υπό αυτές τις περιστάσεις, εναντίον της εναγόμενης, θα αποτελούσε άδικη και αυθαίρετη άρνηση της δικαιοσύνης. Η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.