THALASSEMIA INTERNATIONAL FEDERATION ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4372/2013, 17/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A294 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 4372/2013 Μεταξύ: THALASSEMIA INTERNATIONAL FEDERATION Εναγόντων και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
- XXXXX ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενων Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Χριστοδούλου με κα Κ. Πετρίδου Για την Εναγόμενη 1: κα Μ. Κυριάκου Για την Εναγόμενη 5: κα Θ. Ραφτοπούλου ΑΠΟΦΑΣΗ (σε σχέση με τα έξοδα των Εναγομένων 1 και 5) Η παρούσα αγωγή αφορά στην απομείωση («κούρεμα») των καταθέσεων που διατηρούσαν οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1 Τράπεζα. Σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν αναφοράς στην Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες διατηρούσαν λογαριασμό στην Εναγόμενη 1 Τράπεζα με αριθμό 007-09-054536 ο οποίος στις 26.3.2013 δείκνυε πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €138.778,
- Αποτελεί θέση των Εναγόντων ότι συνεπεία ενεργειών και παραλείψεων των Εναγομένων με τον τρόπο που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης (σε σχέση με τον κάθε Εναγόμενο ξεχωριστά), έχουν απωλέσει τις αποταμιεύσεις τους και συνέπεια τούτου έχουν υποστεί ζημιά. Σε αυτή τη βάση αξιώνουν απόφαση εναντίον όλων των Εναγόμενων για το ποσό των €138.778,70, καθώς επίσης δήλωση του Δικαστηρίου επί τω ότι ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμος Ν. 17(Ι)/2013, το άρθρο 32 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου Ν. 66(Ι)/1997και η οποιαδήποτε επέμβαση στο λογαριασμό τους και/ή ο μηδενισμός και περιορισμός του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού τους είναι αντισυνταγματικός. Περαιτέρω, αξιώνονται αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος και/ή παράλειψη άσκησης των καθηκόντων τους. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι η Εναγόμενη 1 Τράπεζα ενάγεται ως εκ της ιδιότητας της ως η τράπεζα στην οποία οι Ενάγοντες διατηρούσαν τον πιο πάνω αναφερόμενο λογαριασμό, ενώ η Εναγόμενη 5 ενάγεται ως η Εποπτική Αρχή αυτής και/ή ως Αρχή Εξυγίανσης με βάση το Ν. 17(Ι)/
- Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι το ζήτημα των εξόδων της υπόθεσης σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και
- Και τούτο γιατί στις 11.3.2020 και 26.5.2020 οι συνήγοροι των Εναγόντων δήλωσαν στο Δικαστήριο την πρόθεσή τους να αποσύρουν την υπόθεση εναντίον όλων των Εναγομένων. Από την πλευρά της υπεράσπισης δεν υπήρξε ένσταση στην απόσυρση της αγωγής, εγείρεται, ωστόσο, ζήτημα εξόδων σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και
- Η μεν πλευρά των Εναγόντων υποστηρίζει ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επιβαρυνθεί τα έξοδά της, οι δε Εναγόμενοι 1 και 5 ζητούν όπως τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ τους και εναντίον των Εναγόντων. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ιστορικό της υπόθεσης ως τούτο προκύπτει μέσα από το φάκελο της διαδικασίας: Η αγωγή καταχωρήθηκε διά γενικά οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος στις 5.7.
- Σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη 3 στις 12.7.2013, από τους Εναγόμενους 1 και 2 στις 16.7.2013 (καταχωρήθηκε κοινό σημείωμα εμφάνισης), από την Εναγόμενη 5 στις 18.7.2013 και από τον Εναγόμενο 4 στις 25.7.2013 (οι Εναγόμενοι 4 και 5 εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο). Στις 22.10.2015 δόθηκε άδεια στους Ενάγοντες ώστε η Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησής τους ημερομηνίας 8.10.
- Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε τελικά στις 5.11.
- Στις 5.11.2015 οι Ενάγοντες καταχώρησαν ειδοποίηση διακοπής της υπόθεσης σε σχέση με την Εναγόμενη 2 δυνάμει της Δ.
- Το Δικαστήριο επιλήφθηκε του ζητήματος στις 16.11.2015 και η αγωγή διακόπηκε σε σχέση με την Εναγόμενη 2 με έξοδα υπέρ της και εναντίον των Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ακολούθως στις 2.12.2015 οι Ενάγοντες καταχώρησαν ειδοποίηση διακοπής της υπόθεσης σε σχέση με τον Εναγόμενο
- Η ειδοποίηση που δόθηκε δυνάμει της Δ.15 περιλάμβανε γραπτή δήλωση των συνηγόρων του Εναγόμενου 4 επί τω ότι δεν φέρουν ένσταση στην διακοπή και δεν ζητούν έξοδα. Έτσι, στις 16.12.2015 η αγωγή διακόπηκε σε σχέση με τον Εναγόμενο 4 χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. Η Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 3 καταχωρήθηκε στις 29.12.2015, της Εναγόμενης 5 στις 10.3.2016 και της Εναγόμενης 1 στις 11.3.
- Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να παρατηρήσω ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρισε η Εναγόμενη 1 αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί παράβασης της μεταξύ τους συμφωνίας και περί παραβίασης των συνταγματικών τους δικαιωμάτων και ισχυρίζεται ότι ενήργησε σύμφωνα με τα διατάγματα που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα δυνάμει των Κ.Δ.Π. 94/2013 και 104/2013, τα οποία εξακολουθούν να είναι σε ισχύ και να παράγουν έννομα αποτελέσματα. Από την πλευρά της η Εναγόμενη 5 εγείρει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις προβάλλοντας ότι ουδεμία ευθύνη έχει ως Εποπτική Αρχή ή ως Αρχή Εξυγίανσης για την όποια ζημιά ενδεχόμενα να υπέστηκαν οι Ενάγοντες, ενώ περαιτέρω αρνείται τα όσα της καταλογίζουν οι Ενάγοντες και δη τους ισχυρισμούς τους περί αμέλειας και/ή παράβασης καθήκοντος από μέρους της και/ή άλλως πως. Κατόπιν αίτησης ορισμού που υπέβαλαν οι Ενάγοντες δυνάμει της Δ.30, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 29.6.2016 και ακολούθως προγραμματίστηκε για ακρόαση στις 7.4.2017, ενώ εκδόθηκαν διατάγματα για καταχώρηση ένορκης αποκάλυψης εγγράφων από όλες τις πλευρές εντός 4 μηνών από την 29.6.
- Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων της Εναγόμενης 3 καταχωρήθηκε στις 12.7.2016 και της Εναγόμενης 1 στις 10.8.
- Οι Ενάγοντες καταχωρήσαν τη δική τους ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 30.1.2017 αφού προηγουμένως εξασφάλισαν διάταγμα του Δικαστηρίου στις 10.11.2016 για παράταση του χρόνου που προνοούσε η διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.6.
- Στις 7.4.2017 οι συνήγοροι της Εναγόμενης 5 ζήτησαν παράταση του χρόνου καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και έδωσε παράταση 60 ημερών προς τον σκοπό αυτό, ενώ όρισε την υπόθεση εκ νέου για ακρόαση στις 29.11.
- Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από την Εναγόμενη 5 καταχωρήθηκε στις 4.8.
- Να σημειωθεί ότι με την ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη 5 αποκαλύφθηκαν 677 έγγραφα. Στις 29.11.2017 ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης από την συνήγορο των Εναγόντων ενόψει του ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία της επιθεώρησης εγγράφων που είχαν αποκαλυφθεί από την Εναγόμενη 5 και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 30.1.
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία ζητήθηκε χρόνος για τον ίδιο σκοπό και η υπόθεση προγραμματίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 20.3.
- Ανάλογες οδηγίες δόθηκαν και στη συνέχεια οπότε η υπόθεση προγραμματίστηκε στις 22.5.2018 και 11.9.
- Στις 11.9.2018 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση ζητώντας την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου ώστε η Εναγόμενη 5 να υποχρεωθεί να τους επιτρέψει να επιθεωρήσουν τα έγγραφα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 4.8.2017 και να λάβουν αντίγραφα αυτών. Η αίτηση των Εναγόντων ορίστηκε στις 26.10.2018, 13.12.2018, 26.3.2019 και 12.4.
- Κατά την τελευταία ημερομηνία καταχωρήθηκε πρακτικό επιθεώρησης των εγγράφων της Εναγόμενης 5 από τον συνήγορο των Εναγόντων κ. XXXXX Χριστοδούλου και έτσι η αίτηση ημερομηνίας 11.9.2018 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Το Δικαστήριο διέταξε όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί τα έξοδά της σε σχέση με την αίτηση. Στις 10.2.2020 η συνήγορος των Εναγόντων δήλωσε στο Δικαστήριο ότι υπάρχει ενδεχόμενο απόσυρσης της υπόθεσης, πλην, όμως, ανέφερε ότι το ζήτημα των εξόδων θα πρέπει να συζητηθεί μεταξύ των διαδίκων. Από την πλευρά της Εναγόμενης 3 αναφέρθηκε ότι σε περίπτωση που η αγωγή αποσυρθεί στο στάδιο αυτό δεν θα ζητηθούν έξοδα, ενώ οι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 5 ζήτησαν χρόνο για να τοποθετηθούν σχετικά. Στις 11.3.2020 οι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 5 ζήτησαν όπως τα έξοδα της αγωγής επιδικαστούν υπέρ τους και εναντίον των Εναγόντων. Ενόψει δε της διαφωνίας των Εναγόντων επί τούτου, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση στις 26.5.2020 προκειμένου όλες οι πλευρές να τοποθετηθούν αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη δήλωση του κ. Χριστοδούλου η αγωγή αποσύρεται ανεπιφύλακτα σε σχέση με τους Εναγόμενους 1, 3 και 5, με δεδομένη, ωστόσο, τη δυνατότητα συμμετοχής των Εναγόντων σε ταμεία και/ή χορηγίες και/ή επιδόματα και/ή άλλως πως που ήθελαν καταρτιστεί προς αποκατάσταση και αποζημίωση των καταθετών που υπέστησαν απομείωση των τραπεζικών τους καταθέσεων ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης κατά το έτος
- Από την πλευρά της Εναγόμενης 3 δεν ζητήθηκαν έξοδα και η αγωγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε εναντίον της χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. Στα πλαίσια της αγόρευσής του ο κ. Χριστοδούλου εισηγήθηκε ότι οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοιες ώστε το Δικαστήριο να διατάξει όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδά της. Επικαλέστηκε προς τούτο το γεγονός ότι η απομείωση («κούρεμα») των καταθέσεων ήταν ένα πρωτοφανές γεγονός και ότι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης εγείρονται πρωτότυπα νομικά ζητήματα με τρόπο ώστε να μην δικαιολογείται η επιδίκαση εξόδων εναντίον των Εναγόντων. Προς ενίσχυση της θέσης του επικαλέστηκε την απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α.
(2013)3 Α.Α.Δ. 427 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε (κατά πλειοψηφία) ως απαράδεκτες τις προσφυγές που καταχωρήθηκαν κατά των διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που αφορούσαν σε μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν μεταξύ άλλων σε σχέση με την Εναγόμενη 1 Τράπεζα και έκρινε ότι τα ουσιαστικά δικαιώματα των καταθετών της Εναγόμενης 1 (μεταξύ άλλων αναφορικά με την απομείωση των καταθέσεων) εμπίπτουν στο ιδιωτικό και όχι στο δημόσιο δίκαιο. Απορρίπτοντας τις προσφυγές το Ανώτατο Δικαστήριο δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα «ως εκ του πρωτοτύπου του θέματος». Ήταν, λοιπόν, η θέση του κ. Χριστοδούλου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει ανάλογη διαταγή εξόδων στην παρούσα υπόθεση ενόψει του ότι κατά τον χρόνο καταχώρησής της τα ζητήματα που εγείρονταν ήταν νεοφανή, πρωτόγνωρα και ιδιόμορφα. Κληθείς από το Δικαστήριο να τοποθετηθεί ως προς τον λόγο για τον οποίο αποσύρεται η αγωγή, ο κ. Χριστοδούλου δήλωσε ότι τούτο κατέστη αναγκαίο ενόψει του ότι η απόδειξη της υπόθεσης απαιτεί την κάλυψη επιπρόσθετων εξόδων για την κλήση εμπειρογνώμονα μάρτυρα, κάτι το οποίο οι Ενάγοντες δεν είναι σε θέση να πράξουν για οικονομικούς λόγους. Ο συνήγορος των Εναγόντων επεσήμανε ότι μετά από την επιθεώρηση των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν από την Εναγόμενη 5 διαπιστώθηκε η έκταση της μαρτυρίας που είναι αναγκαία προς τον σκοπό απόδειξης της υπόθεσης, αλλά και τα δικηγορικά και άλλα έξοδα που αυτό απαιτεί. Έχοντας δε υπόψη το γεγονός ότι οι Ενάγοντες είναι μη κερδοσκοπικός οργανισμός αποφασίστηκε όπως η υπόθεση αποσυρθεί στο στάδιο αυτό. Αγορεύοντας ο κ. Χριστοδούλου ανέφερε ότι η καταχώρηση της αγωγής ήταν απόλυτο δικαίωμα των Εναγόντων και τόνισε ότι ο λόγος απόσυρσης της υπόθεσης είναι ιδιαίτερος και δεν έχει να κάνει με ζήτημα λανθασμένης έγερσής της. Στην ουσία εκείνο που αναφέρθηκε είναι ότι η αγωγή αποσύρεται γιατί οι Ενάγοντες δεν είναι σε θέση να δαπανήσουν χρήματα για την προσκόμιση του κατάλληλου μαρτυρικού υλικού ώστε να αποδείξουν την υπόθεσή τους η οποία άπτεται θεμάτων εξυγίανσης που ως εκ της φύσεώς τους δεν μπορούν να επιλυθούν με απλές διαδικασίες. Καταλήγοντας, ο συνήγορος υποστήριξε ότι στα πλαίσια εξέτασης του ζητήματος των εξόδων, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του και τη δικονομική συμπεριφορά των Εναγομένων 1 και 5, όπως και το γεγονός ότι προκάλεσαν εκτροχιασμό της υπόθεσης. Από την πλευρά της η κα Κυριάκου κάλεσε το Δικαστήριο να επιδικάσει έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 1 Τράπεζας τονίζοντας ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες επέλεξαν να εμπλέξουν την Εναγόμενη 1 στην παρούσα αγωγή και ότι το ζήτημα των εξόδων και του κόστους απόδειξης της θα έπρεπε να τους είχε απασχολήσει σε ενωρίτερο στάδιο. Επεσήμανε, μάλιστα, ότι η απόφαση των Εναγόντων να αποσύρουν την αγωγή δεν ήταν αποτέλεσμα οποιασδήποτε συνδιαλλαγής ή διευθέτησης καθώς και ότι η Εναγόμενη 1 δεν συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση των εξόδων της διαδικασίας αφού δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στο ζήτημα της επιθεώρησης των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν από την Εναγόμενη 5. Ανάλογες θέσεις προωθήθηκαν και από την κα Ραφτοπούλου σε σχέση με τα έξοδα της Εναγόμενης 5 με αναφορά στις αρχές της νομολογίας που επιβάλλουν, ως η εισήγησή της, όπως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής. Πρόσθεσε ότι η Εναγόμενη 5 έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει τα έξοδά της εφόσον όπως προκύπτει από την Έκθεση Υπεράσπισής της δεν αποδέχεται τα όσα της καταλογίζουν οι Ενάγοντες και εγείρει προδικαστικές ενστάσεις ως προς τις ευθύνες που τις αποδίδονται. Θα ήταν, λοιπόν, άδικο, σύμφωνα με την συνήγορο, η Εναγόμενη 5 να αποστερηθεί τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για την υπεράσπισή της έναντι των όσων προβάλλουν οι Ενάγοντες. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60αλλά και την Δ.59 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το ζήτημα των εξόδων υπόκειται στην διακριτική εξoυσία τoυ Δικαστηρίoυ. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς την απονομή των εξόδων ασκείται με γνώμονα το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Απόλυτα σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν επί τούτου στην υπόθεση Χαψή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1403: «Είναι παγιωμένο ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς τα έξοδα, ασκείται δικαστικά. Γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστά το αποτέλεσμα. Η δικαίωση δεν πρέπει, όπως επισημαίνεται στην Χάσικος κ.ά. v. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Δεν χωρεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υποδεικνύεται στην Georgios E. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220, η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Διατυπώνεται η θέση ότι, "feelings of kindness are not, of course, the correct criterion in deciding the question of costs". Το ακόλουθο απόσπασμα από την Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, τείνει να διαφωτίσει το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. 'Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων.' Απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, όπως επισημαίνεται σε άλλο απόσπασμα της πιο πάνω απόφασης, "Δικαιολογείται μόνον εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους τους.» Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση αρ. 239/2012, Λυδία Σουραϊλίδου ν. Kikis A. Demetriou Properties Ltd, κατά γενικό κανόνα τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός εάν υπάρχουν λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση. Παρομοίως, στην απόφαση της πλειοψηφίας ημερομηνίας 1.10.2015 στην Πολιτική Έφεση 231/2010, Μάριου Δημητράκη Χρυσοστόμου ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις σχετικές αρχές ως ακολούθως: «Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960, όπως τροποποιήθηκε) και τη Δ.59 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία κατά πάγια νομολογία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Και αυτό με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. μεταξύ άλλων Glykis v. Ioannides (1959 - 1960) 24 CLR 220, Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1(E) A.A.Δ. 750, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου 22/06 ημερ. 24.3.10).» Η νομολογία έχει καταδείξει ότι οι λόγοι που δυνατό να αποστερήσουν ένα διάδικο από τα έξοδα που κανονικά θα δικαιούτο, είναι μεταξύ άλλων, περιπτώσεις όπου ο ίδιος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων της δίκης (βλέπε Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968) ή όταν δεν επιτυγχάνει πλήρως στην αγωγή του (βλέπε Παπακόκκινου ν. Δήμου Πάφου
(1998)1 Α.Α.Δ. 634). Η επιμέλεια των δικηγόρων του διάδικου δεν συνιστά ένα τέτοιο παράγοντα (βλέπε Χάσικος ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389). Εξετάζοντας το ζήτημα που εγείρεται, σημειώνω καταρχήν ότι στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται θέμα διεξαγωγής πλήρους ακρόασης επί της ουσίας της υπόθεσης ώστε να διαπιστωθεί το θέμα των εξόδων που έχει προκύψει (βλέπε μεταξύ άλλων Αναφορικά με την αίτηση του Μιχάλη Μιχαηλίδη και άλλης
(2008)1 Α.Α.Δ.). Οι δικογραφημένες θέσεις όλων των πλευρών προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας και στο στάδιο αυτό, όπως ορθά δέχθηκε ο συνήγορος των Εναγόντων, ουδείς μπορεί να γνωρίζει ή να προβλέψει ποια θα ήταν η έκβαση της υπόθεσης σε περίπτωση εκδίκασής της. Περαιτέρω, στη βάση της δήλωσης του κ. Χριστοδούλου είναι προφανές ότι η απόσυρση της αγωγής δεν είναι αποτέλεσμα συνδιαλλαγής ή διευθέτησης μεταξύ των διαδίκων. Στην ουσία η αγωγή αποσύρεται γιατί οι Ενάγοντες δεν επιθυμούν να επιβαρυνθούν περαιτέρω έξοδα ώστε να αποδείξουν την υπόθεσή τους. Κατ' ακολουθίαν των αρχών της νομολογίας που συνοψίζονται πιο πάνω, κρίνω ότι η απόσυρση της αγωγής εναντίον των Εναγομένων 1 και 5, έστω και χωρίς δίκη, συνιστά αποτέλεσμα που η νομολογία αναγνωρίζει ότι τους δικαιώνει με τρόπο ώστε τα έξοδα να πρέπει να επιδικαστούν εναντίον των Εναγόντων. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, θα ήταν ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Ως, άλλωστε, υποδέχθηκε στην Χάσικος κ.α. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 η δικαίωση δεν πρέπει να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Η απόφαση των Εναγόντων να εγείρουν αγωγή αρχικά εναντίον πέντε προσώπων και ακολούθως να προωθήσουν αυτή (την αγωγή) εναντίον τριών εναγομένων ήταν καθαρά δική τους. Από την πρώτη στιγμή οι Εναγόμενοι 1 και 5 αρνήθηκαν τα όσα τους αποδίδουν οι Ενάγοντες και προέβηκαν χωρίς καθυστέρηση σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την προάσπιση και προώθηση των δικαιωμάτων τους. Οι ενέργειες αυτές στις οποίες δεν θα προέβαιναν αν οι Ενάγοντες δεν τους ενέπλεκαν στην παρούσα υπόθεση, ενείχαν κόστος για τους Εναγομένους 1 και 5 και δη δικηγορικά έξοδα. Η απόσυρση της αγωγής είναι επίσης απόφαση που αφορά αποκλειστικά και μόνο τους Ενάγοντες. Υπό τις περιστάσεις, λοιπόν, και έχοντας υπόψη τους λόγους απόσυρσης της υπόθεσης δεν κρίνω ορθό να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που επιβάλλει όπως τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Χρυσοστόμου (πιο πάνω), είναι «...δικαίωμα του (εναγόμενου) να διεκδικήσει τα έξοδα του εφόσον θεωρούσε τον εαυτό του αθώο σ΄ ό,τι οι (ενάγοντες) του καταλόγιζαν...» και «...το τι πίστευαν ή όχι οι (ενάγοντες) ήταν θέμα που αφορούσε τους ίδιους και όχι τον (εναγόμενο), ώστε να συνεκτιμηθεί ως στοιχείο για να αποστερηθεί τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι των όσων του καταλόγιζαν οι (ενάγοντες)». Το πιο πάνω απόσπασμα από τη Χρυσοστόμου απαντά και στη θέση του κ. Χριστοδούλου περί ύπαρξης καινοφανών και πρωτότυπων θεμάτων. Σε σχέση με το θέμα αυτό σημειώνω ότι κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής ενδεχομένως να μην είχε τεθεί ξανά ενώπιον Δικαστηρίου θέμα απομείωσης των καταθέσεων. Το γεγονός αυτό, όμως, από μόνο του δεν καθιστά τα θέματα καινοφανή. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής εγείρονται ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή παράλειψη εκτέλεσης νόμιμων καθηκόντων και παράβαση νομοθεσίας, ήτοι βάσεις αγωγής που πόρρω απέχουν από του να χαρακτηριστούν ως εγείρουσες καινοφανή ζητήματα. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι τα περιστατικά της υπόθεσης δεν αναδεικνύουν «καλό λόγο» ώστε να αποστερηθούν οι Εναγόμενοι 1 και 5 τα έξοδα τους στην παρούσα υπόθεση. Η δε συμπεριφορά των Εναγομένων 1 και 5 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως προκαλούσα αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων της δίκης. Η μοναδική καθυστέρηση παρατηρήθηκε σε σχέση με την επιθεώρηση των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν από την Εναγόμενη 5 πλην, όμως, ο ορισμός της αίτησης ημερομηνίας 11.9.2018 σε διάφορες ημερομηνίες ήταν αποτέλεσμα κοινού αιτήματος ως προς τούτο. Η δε Εναγόμενη 1 ουδεμία εμπλοκή είχε στο ζήτημα αυτό. Παρατηρώ, τέλος, ότι η απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου (πιο πάνω) δεν καθιερώνει οποιοδήποτε κανόνα περί μη επιδίκασης εξόδων σε περίπτωση που εγείρονται καινοφανή και πρωτότυπα ζητήματα. Ούτε κανόνα επί τω ότι σε όλες τις υποθέσεις όπου εξετάζεται ζήτημα αποζημίωσης καταθέσεων δεν δικαιολογείται η επιδίκαση εξόδων. Σε κάθε περίπτωση, όπως υποδείχθηκε στην Sub Inspector Michael Frangos and others v. The Minister of Interior and others
(1982)1 C.L.R. 53, η προσέγγιση του θέματος των εξόδων σε αναθεωρητικές διαδικασίες διαφέρει από την αστική διαδικασία[1]. Κρίνω δε σκόπιμο να τονίσω πως όλες οι αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κ Χριστοδούλου για να καταδείξει ότι εκεί όπου τα ζητήματα που εγείρονται είναι πρωτότυπα δεν ενδείκνυται η επιδίκαση εξόδων, αφορούσαν σε διαδικασίες όπου είχε εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης. Η προκειμένη περίπτωση διαφέρει ουσιωδώς καθότι η αγωγή αποσύρεται προτού κριθεί η ουσία της υπόθεσης. Τέλος, σημειώνω ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η ιδιότητα των Εναγόντων ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν αποτελεί ζήτημα που μπορεί να διαφοροποιήσει την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου. Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή αποσύρεται και απορρίπτεται ανεπιφύλακτα σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 5 με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 5 και εναντίον των Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «In revisional proceedings, costs need not, unlike civil law litigation, follow the outcome of the proceedings for, the litigants are not the only parties with an interest in the outcome of the inquiry...» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο