Νικολαϊδη κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Aρ. Αγωγής 1401/2016, 10/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A288 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, A.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής 1401/2016 Μεταξύ:
- Νικολαϊδη XXXXX
- Elis Ltd Εναγόντων και
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Bank of Cyprus Public Company Ltd
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένων Αίτηση των Εναγομένων 1 ημερομηνίας 3.10.2019 για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 - Αιτητές: κ. Βαρνάβα Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Ιεροδιακόνου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ιστορικό της υπόθεσης Με την παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 16.3.2016 δια γενικά οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ο Ενάγοντας 1 αξιώνει από τους Εναγόμενους 1 διάφορες θεραπείες που σχετίζονται με τον τερματισμό της συμφωνίας που υπέγραψε με τους Εναγόμενους 1 κατά το 2009 για απόκτηση αξιογράφων αξίας €500,000, επιστροφή του ποσού που κατέβαλε και αποζημιώσεις. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες αξιώνουν δηλώσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με την απαλλαγή τους έναντι των Εναγομένων 1 από οποιαδήποτε οφειλή προκύπτει από δάνεια και/ή τον συμψηφισμό αυτών με τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 110-11-007817 που διατηρούσαν στους Εναγόμενους
- Και αυτό με αιτία αγωγής ότι η αγορά των αξιογράφων ήταν προϊόν απάτης, δολίων και ψευδών παραστάσεων, απόκρυψης στοιχείων, παραπλανητικών και/ή εσφαλμένων συμβουλών και/ή κάτω από περιστάσεις που ενέχουν παρανομία. Από τους Εναγόμενους 3 και 4 αξιώνονται αποζημιώσεις για ζημιές που προέκυψαν συνεπεία παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγόντων και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων τους. Μετά την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης από όλους τους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες καταχώρησαν Έκθεση Απαίτησης. Στις 20.6.2017 η αγωγή αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα σε σχέση με τους Εναγόμενους
- Ακολούθως, ο Εναγόμενος 4 καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης στις 7.3.2018 και η Εναγόμενη 3 στις 8.11.
- Μέχρι στιγμής δεν έχει καταχωρηθεί Έκθεση Υπεράσπισης από τους Εναγόμενους
- Η παρούσα αίτηση Στις 3.10.2019 οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων για το λόγο ότι αυτή είναι σκανδαλώδης και/ή επιπόλαιη και/ή ενοχλητική και/ή καταπιεστική και δη ότι τείνει να περιπλέξει και/ή καθυστερήσει και/ή επηρεάσει και/ή δυσχεράνει την εκδίκαση της αγωγής και/ή γιατί δεν επιτρέπει σε αυτούς να απαντήσουν στους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις των Εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης, παραβιάζοντας έτσι το δικαίωμα τους σε δίκαιη δίκη. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 ΘΘ. 2, 4, 19 - 22, 26, Δ.27 Θ. 3 και Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 8
(1)(qq), όπως επίσης στη συμφυή εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης και εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της κας Έλενας Μανέντζου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων των Εναγομένων 1 - Αιτητών. Σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν αναφοράς στην ένορκη δήλωση, κατά την ετοιμασία της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και κατόπιν μελέτης της Έκθεσης Απαίτησης προέκυψε ότι αυτή (η Έκθεση Απαίτησης) είναι ογκωδέστατη. Συγκεκριμένα, η Έκθεση Απαίτησης αποτελείται από 84 σελίδες, 157 παραγράφους και σωρεία υποπαραγράφων από τις οποίες καθίσταται σχεδόν αδύνατο να εξακριβωθούν με βεβαιότητα ποιοι είναι εν τέλει οι ισχυρισμοί επί των οποίων εδράζεται η αγωγή. Αποτελεί θέση της κας Μανέντζου ότι απλή ανάγνωση του πολυσέλιδου αυτού δικογράφου είναι αρκετή για να καταδείξει το σκανδαλώδες, επιπόλαιο και ενοχλητικό του δικογράφου, το οποίο δεν μπορεί παρά να περιπλέξει και καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους Εναγόμενους 1 η Έκθεση Απαίτησης είναι υπερβολικά μακροσκελής χωρίς αυτό να δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση και δυσχέρεια. Ο δυσνόητος και συγχυσμένος χαρακτήρας του εν λόγω δικογράφου προκαλεί συσκότιση των επίδικων θεμάτων και δεν επιτρέπει στους Εναγόμενους, πόσω μάλλον στο ίδιο το Δικαστήριο που θα κληθεί να εξετάσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, να εξακριβώσουν με βεβαιότητα και σαφήνεια τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και να μπορέσουν να προβάλουν την υπεράσπιση τους στις αξιώσεις των Εναγόντων. Προβάλλεται, επίσης, ότι η Έκθεση Απαίτησης περιλαμβάνει συνεχείς επαναλήψεις ισχυρισμών, περιττολογία, μαρτυρία, αναφορά σε νομοθετήματα καθώς και επιχειρηματολογία που εύλογα εμπίπτει στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και όχι στα πλαίσια σύνταξης δικογράφων. Τα στοιχεία αυτά, συναντιούνται, σύμφωνα με την κα Μανέντζου, στις παραγράφους 36, 37, 39, 40, 47, 51, 54, 55, 56, 57, 61, 65, 75-88, 85-90, 99-109, 110-127, 130, 137-139, 141 της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και στις αξιώσεις των Εναγόντων με τον τρόπο και στην έκταση που προσδιορίζεται στην ένορκη δήλωσή της, ώστε να καθίσταται αναγκαία η διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Απαίτησης και όχι η αποσπασματική διαγραφή μέρους αυτής. Η ένσταση των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ως αυτές έχουν καθοριστεί από τη σχετική νομοθεσία και νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι Αιτητές παρέλειψαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο στη βάση του οποίου να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή από το οποίο να προκύπτει ότι επηρεάζονται δυσμενώς από το περιεχόμενο της καταχωρηθείσας Έκθεσης Απαίτησης.
- Η Έκθεση Απαίτησης συντάχθηκε σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τους κανόνες και τις αρχές της ορθής δικογράφησης.
- Από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν προκύπτει η αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και δεν αποδεικνύεται ότι η Έκθεση Απαίτησης είναι σκανδαλώδης και/ή επιπόλαιη και/ή ενοχλητική και/ή καταπιεστική και/ή ότι τείνει να περιπλέξει και/ή καθυστερήσει και/ή επηρεάσει και/ή δυσχεράνει την εκδίκαση της αγωγής και/ή ότι δεν επιτρέπει στους Εναγόμενους 1 να απαντήσουν στους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις των Εναγόντων όπως παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης και/ή ότι παραβιάζει τη δίκαιη δίκη.
- Όλες οι παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και/ή είναι αναγκαίες για σκοπούς παρουσίασης μιας ολοκληρωμένης εικόνας του πλέγματος γεγονότων που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή.
- Η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής που έχει πιθανότητα επιτυχίας.
- Οι ισχυρισμοί των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση περί αντισυνταγματικότητας δικογραφούνται με την αναγκαία λεπτομέρεια και τούτο σε συμμόρφωση με την πάγια αρχή της νομολογίας σύμφωνα με την οποία θέματα αντισυνταγματικότητας πρέπει να δικογραφούνται με πλήρεις λεπτομέρειες και αναφορά στις σχετικές διατάξεις τους Συντάγματος ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο άλλο μέρος να απαντήσει.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης ελλοχεύει τον κίνδυνο να στερηθούν οι Καθ' ών η αίτηση το δικαίωμα να προβάλουν ολοκληρωμένα την απαίτηση τους στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή.
- Οι Αιτητές δεν προσδιορίζουν το μέρος του δικογράφου το οποίο ζητείται να διαγραφεί.
- Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έγινε καλόπιστα και προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας, ενώ η αίτηση έχει υποβληθεί με αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με παραβίαση των δικαιωμάτων των Εναγόντων τα οποία κατοχυρώνονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 κ Δημήτρη Νικολαΐδη όπου υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Προβάλλεται επίσης ότι από μια απλή ανάγνωση του κειμένου της Έκθεσης Απαίτησης εξακριβώνονται με σαφήνεια οι ισχυρισμοί επί των οποίων εδράζεται η αγωγή η οποία στηρίζεται σε διάφορες αιτίες αγωγής. Πιο συγκεκριμένα, από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ότι οι Ενάγοντες επιδιώκουν να αποζημιωθούν: - Από τους Εναγόμενους 1 για τη ζημιά που έχουν υποστεί εφόσον τα έγγραφα που έχουν υπογράψει και/ή η συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ του Ενάγοντα 1 και των Εναγομένων 1 σε σχέση με την απόκτηση των επίδικων αξιογράφων είναι άκυρα και/ή παράνομα καθότι έχουν συναφθεί χωρίς την ελεύθερη συναίνεση των Εναγόντων και/ή έχουν συναφθεί κατόπιν ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων 1 και/ή κάτω από συνθήκες που συνιστούν απάτη και/ή δόλο και/ή παρανομία και/ή αμέλεια εκ μέρους των Εναγομένων 1, καθώς επίσης περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες. Περαιτέρω, είναι η θέση των Εναγόντων ότι κατά την προώθηση των αξιογράφων οι Εναγόμενοι 1 εφάρμοσαν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και παραβίασαν τα καθήκοντα τους που απορρέουν από τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο του 2007 και τη σχετική οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών. - Από όλους τους Εναγόμενους για τη ζημιά που έχουν υποστεί συνέπεια της παραβίασης των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους. - Από όλους τους Εναγόμενους για τη ζημιά που έχουν υποστεί συνέπεια δόλου και/ή απάτης και/ή βαριάς αμέλειας και/ή κακής πίστης και/ή παράβασης των θέσμιων καθηκόντων τους που οδήγησαν τους Εναγόμενους 1 σε αφερεγγυότητα και/ή κατάρρευση και οδήγησαν στον εκμηδενισμό της αξίας των αξιογράφων. - Από όλους τους Εναγόμενους για τη ζημιά που έχουν υποστεί ένεκα του ότι παράνομα και κατά παράβαση των προνοιών της Κ.Δ.Π 104/2013 και του Ν. 17(Ι)/2013 δεν συμψηφίστηκαν οι υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 προς τους Ενάγοντες με τις υποχρεώσεις των Εναγόντων αρ. 2 προς τους Εναγόμενους 1 δυνάμει του λογαριασμού 110-11-007817 και/ή επιδιώκουν να αποζημιωθούν για την απώλεια και/ή ζημιά που έχουν υποστεί η οποία απώλεια και/ή ζημιά είναι μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα είχαν υποστεί αν οι Εναγόμενοι 1 είχαν τεθεί σε εκκαθάριση. Είναι η θέση του κ Νικολαΐδη ότι τα θέματα τα οποία εγείρονται με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι πολλαπλά, πολύπλοκα και πρωτάκουστα τόσο για τα κυπριακά όσο και τα παγκόσμια δρώμενα, με τρόπο ώστε υπό τις περιστάσεις να είναι λογική η έκταση της Έκθεσης Απαίτησης. Σε σχέση δε με τις αιτίες αγωγής που περιλαμβάνουν ισχυρισμούς περί δόλου και/ή απάτης και/ή βαριάς αμέλειας και/ή αντισυνταγματικότητας, οι Ενάγοντες δίνουν τις απαραίτητες λεπτομέρειες ως επιτάσσουν οι δικονομικοί κανόνες. Σύμφωνα με τα όσα επίσης τυγχάνουν αναφοράς στην ένορκη δήλωση του κ. Νικολαΐδη, η Έκθεση Απαίτησης είναι συνταγμένη με τρόπο ώστε να δίδεται η ευχέρεια στους Εναγόμενους 1 να γνωρίζουν την υπόθεση που θα αντιμετωπίσουν ώστε να μπορέσουν να ετοιμασθούν επαρκώς για να απαντήσουν, πράγμα το οποίο ήδη έπραξαν οι Εναγόμενοι 3 και 4 χωρίς να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε δυσχέρεια. Ειδικότερα, η Έκθεση Απαίτησης διατυπώνει με όσο συνοπτική μορφή επιτρέπει η πολύπλοκη φύση των θεμάτων τα οποία πραγματεύεται όλα τα ουσιαστικά και ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία οι Ενάγοντες βασίζουν την απαίτηση τους και δεν περιέχει μαρτυρία ούτε άσχετες λεπτομέρειες και άσχετα γεγονότα ως η θέση των Εναγομένων
- Ουδεμία επανάληψη ισχυρισμών εντοπίζεται αλλά αντίθετα δίδονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες εκεί όπου αυτό είναι απαραίτητο, ενώ οι αξιώσεις των Εναγόντων που περιέχονται στην οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος και επαναλαμβάνονται στην παράγραφο 157 της Έκθεσης Απαίτησης είναι απόλυτα σαφείς και παρατίθενται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες χωρίς να δημιουργούν οποιαδήποτε σύγχυση. Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν δικαιολογείται η διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης και/ή μέρους αυτής και η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.19 ΘΘ.4 και 26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στον Θεσμό 4 περιέχονται διατάξεις ως προς το ορθό περιεχόμενο δικογράφου ενώ με βάση τον Θεσμό 26 παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία για διαγραφή μέρους δικογράφου. Είναι καλά γνωστό ότι τα δικόγραφα καθορίζουν και οριοθετούν τα επίδικα θέματα σε μια πολιτική δίκη και κατ' επέκταση τη μαρτυρία που δυνατό να προσφερθεί στη δίκη (ως προς τη σημασία των δικογράφων βλέπε Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, 28-29). Η σύνταξη των δικογράφων διέπεται από συγκεκριμένους δικονομικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.19 Θ.4[1] η οποία αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης. Η διατύπωση της υπόθεσης στο δικόγραφο πρέπει να είναι λιτή, χωρίς πλατειασμούς, αλλά θα πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες ούτως ώστε να επιτρέψει στον αντίδικο να γνωρίζει την εναντίον του υπόθεση για να μπορέσει να απαντήσει (βλέπε Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685). Τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν με συνοπτικό τρόπο μόνο τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή υπεράσπισή του. H έννοια του ουσιαστικού (material) σχετίζεται με ό,τι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 KB 697, λέχθηκε στη σελίδα 712 ότι «the word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action». Οι αρχές της ορθής δικογράφησης συνοψίστηκαν από τον έντιμο δικαστή Λιάτσο (Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε) στην αγωγή με αρ. 3933/2008, Νικολάου κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά., απόφαση ημερομηνίας 12.2.2010, όπου λέχθηκαν τα εξής στα πλαίσια αίτησης παρόμοιας φύσης με την παρούσα: «Παρεμβάλλω, συνοπτικά, τις αρχές δικογράφησης: Οι διάδικοι απολαμβάνουν κάθε δυνατής ελευθερίας στη σύνταξη δικογράφων. Παρά όμως το αναγνωρισμένο, αδιαμφισβήτητο, αυτό δικαίωμα, συνιστά υποχρέωση των μερών η αποφυγή παραβίασης των κανόνων που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων. Έτσι, εάν ένας διάδικος εισαγάγει δικόγραφο που είναι αχρείαστο και τείνει να επηρεάσει, ενοχλήσει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, τότε αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του μηχανισμού διαγραφής των ανάλογων στοιχείων. Εν πάση όμως περιπτώσει, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για διαγραφή, ακριβώς λόγω της δραστικότητας που ενέχει, πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και σύνεση και μόνο σε πολύ ξεκάθαρες περιπτώσεις. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος (In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, 255). Γενικά, το κατά πόσο ένα δικόγραφο ή μέρος του είναι αχρείαστο ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να δυσχεράνει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση μιας υπόθεσης, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα η σχετικότητα του αμφισβητούμενου θέματος. Η διασφάλιση δίκαιων όρων διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας και η παρεμπόδιση εισαγωγής δικογράφων αορίστου μορφής ή τα οποία εμπεριέχουν τον κίνδυνο απόκρυψης ή συσκότισης των πραγματικών θεμάτων ή της ουσίας της επίδικης διαφοράς, συνιστούν τον κύριο σκοπό άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς διαγραφή». Η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.19 Θ.26[2] συνιστά ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή της κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων που είναι αντίθετα με την ορθή παρουσίαση των δικογράφων (βλέπε Drummond - Jackson v. British Medical Association [1970] 1 All E.R. 1094). Σύμφωνα με τα όσα υποδεικνύονται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ρ.Ι.Κ. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364, οι πρόνοιες της Δ.19 Θ.26 παρέχουν εξουσία για διαγραφή απαιτήσεων και ισχυρισμών από τη δικογραφία που τείνουν να εκτρέψουν την ομαλή πορεία της δίκης ή έχουν ως σκοπό την πλαγιοδρόμηση της. Ως προς τους σκοπούς που η σχετική δικονομική διάταξη εξυπηρετεί παραπέμπω στο σύγγραμμα Bullen and Leaκe and Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, όπου στη σελίδα 146 επεξηγείται ότι η σχετική εξουσία παρέχεται στο Δικαστήριο προκειμένου να εμποδίσει την ύπαρξη δικογράφων τα οποία είναι ασαφή ή διφορούμενα (evasive) ή τα οποία αποκρύπτουν (conceal or obscure) την πραγματική διαφορά μεταξύ των μερών και να διασφαλίζει, σε σχέση τουλάχιστον με τα δικόγραφα, μια δίκαιη δίκη. Στα πλαίσια αίτησης που καταχωρείται δυνάμει της Δ.19 Θ.26 το Δικαστήριο δεν εξετάζει ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα του δικογράφου, αφού τέτοια ζητήματα εμπίπτουν στις πρόνοιες της Δ.27 Θ.3 (βλέπε Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852, 1860). Στην προκειμένη περίπτωση εκείνο που προβάλλουν οι Εναγόμενοι 1 - Αιτητές είναι πως το δικόγραφο των Εναγόντων δεν έχει συνταχθεί ορθά για τους λόγους που επεξηγούν στην αίτηση. Δεν εγείρεται όμως ζήτημα μη αποκάλυψης εύλογης αιτίας αγωγής. Συνεπώς, η αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί κυρίως δυνάμει της Δ.19 Θ.26. Έχει νομολογηθεί ότι διαγραφή δικογράφου, είτε στη βάση της Δ.19 Θ.26 είτε της Δ.27 Θ.3, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλέπε Cyber Group (πιο πάνω) στις σελίδες 1860-1861 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1 Α.Α.Δ. 21, 24). Έτσι, δεν δικαιολογείται η διαγραφή ισχυρισμού απλώς επειδή δεν θα πετύχει αφού σχετίζεται με αδύνατη υπόθεση. Η διαγραφή δικογράφων θα πρέπει να περιορίζεται στις εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (βλέπε Carl-Ζeiss-Stiftung v. Rayner and Keeller Ltd [1969] 3 All E.R. 697 και Fasili a.o. v. Sun Boat
(1984)1 C.L.R. 679, 684). Περαιτέρω, το Δικαστήριο κέκτηται σύμφυτης εξουσίας να διαγράψει αχρείαστα μακροσκελή (prolix) δικόγραφα (βλέπε Annual Practice του 1958, στη σελίδα 448 όπου εξετάζεται το παλαιό O.19 r.4 που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.19 Θ.4). Η σχετική αίτηση πρέπει να υποβάλλεται ταχέως (promptly) και κατά κανόνα προτού κλείσουν τα δικόγραφα (βλέπε Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, στη σελίδα 1343). Ως επίσης υποδεικνύεται στη σελίδα 575 του συγγράμματος The Annual Practice (πιο πάνω), αιτήσεις αυτής της φύσεως θα πρέπει να υποβάλλονται σύντομα, ακόμα και πριν από την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, δύνανται δε να υποβληθούν και μετά από το κλείσιμο των δικογράφων, πάντοτε όμως προτού η αγωγή οριστεί για ακρόαση (βλέπε Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354 και Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε σε αρχικό στάδιο και δη πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1. Το σύγγραμμα Bullen and Leake (πιο πάνω) είναι απόλυτα κατατοπιστικό ως προς το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προκαλών αμηχανία (embarrassing). Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 147: «. a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Παρομοίως, στην υπόθεση Mayor of Londonv. Horner
(1914)111 L.t.512 ο όρος «embarrassing» ερμηνεύθηκε «.. to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice that trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues». Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ενθαρρύνεται η περιττολογία. Η συμπερίληψη στο δικόγραφο ισχυρισμών διατυπωμένων σε μεγαλύτερη έκταση απ' ότι χρειάζεται, συμπλεγμένων με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δυσχέρεια στον αντίδικο. Σύμφωνα με το Annual Practice του 1958 στις σελίδες 477-478, αν εντελώς επουσιώδη θέματα καταγράφονται με τέτοιο τρόπο που ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά, και να προκληθούν με τον τρόπο αυτό έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση, τότε δικαιολογείται η διαγραφή των άσχετων ισχυρισμών. Από την άλλη, δεν είναι ο κάθε αχρείαστος ισχυρισμός που θα προκαλέσει την παρέμβαση του Δικαστηρίου∙ το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο περιέχει κάποιο περιττό ή αχρείαστο ισχυρισμό που όμως δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη στον αντίδικο, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για τη διαγραφή του και το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο δικογραφούνται ισχυρισμοί με αχρείαστη λεπτομέρεια. Όσον αφορά, τώρα, στο πότε δικόγραφα περιέχουν σκανδαλώδεις (scandalous) ισχυρισμούς, παραπέμπω και πάλι στο σύγγραμμα Bullen and Leake (πιο πάνω), όπου επισημαίνεται στις σελίδες 144 - 145 ότι ισχυρισμοί σε δικόγραφο θεωρούνται σκανδαλώδεις αν εκθέτουν ζητήματα που είναι απρεπή (indecent) ή προσβλητικά (offensive) ή που σκοπό και μόνο έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο. Επίσης, αχρείαστοι (unnecessary) ή επουσιώδεις (immaterial) ισχυρισμοί θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά (misconduct) ή κακή πίστη. Ένα δικόγραφο θεωρείται, επίσης, σκανδαλώδες αν περιέχει υποβιβαστικές (degrading) κατηγορίες οι οποίες είναι άσχετες ή σε περίπτωση που οι κατηγορίες αυτές είναι σχετικές, αν σε αυτό εκτίθενται αχρείαστες λεπτομέρειες. Από την άλλη, ένα δικόγραφο ή ισχυρισμός ο οποίος είναι σκανδαλώδης, όπως, για παράδειγμα, όταν περιέχει κατηγορίες ανεντιμότητας (dishonesty), ανηθικότητας (immorality) ή ανεπαίσχυντης (outrageous) συμπεριφοράς δεν θα διαγραφεί αν είναι απαραίτητος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στη διαδικασία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)LR 8 Ch. 499 το μοναδικό ερώτημα είναι κατά πόσον το ζήτημα το οποίο φέρεται ως σκανδαλώδες θα ήταν αποδεκτό σαν μαρτυρία προς απόδειξη της αλήθειας οποιουδήποτε ισχυρισμού στο δικόγραφο ο οποίος είναι ουσιώδης σε σχέση με την αξιούμενη θεραπεία. Στην προκειμένη περίπτωση δεν εγείρεται τέτοιο ζήτημα. Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων είναι καταγεγραμμένη και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά στις θέσεις που προωθήθηκαν θα γίνει πιο κάτω στην έκταση που θεωρείται αναγκαίο. Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων και κατάληξη του Δικαστηρίου Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα παρατηρώ τα εξής: Για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η διαγραφή των ακόλουθων παραγράφων καθώς οι ισχυρισμοί που περιέχονται σε αυτές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν σκανδαλώδεις, ενοχλητικές και/ή τείνουσες να επηρεάσουν και/ή να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής: - Οι παράγραφοι 36(ii), (iii), (
- iv)και (
- v)δεν χρήζουν διαγραφής καθότι αποτελούν ξεχωριστές λεπτομέρειες παράβασης των διατάξεων του περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές νόμου Ν.103(Ι)/2007. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι κάποιοι από τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις εν λόγω παραγράφους προωθούνται και στην παράγραφο 35 της Έκθεσης Απαίτησης η οποία υιοθετείται και επαναλαμβάνεται στην παράγραφο 36(i). Κρίνω ωστόσο ότι η παράθεση ξεχωριστών λεπτομερειών σε σχέση με τις παραβάσεις του Ν.103(Ι)/2007, παρά το ότι αναπόφευκτα επιμηκύνει την Έκθεση Απαίτησης, προσδιορίζει τα επίδικα θέματα και δεν προκαλείται ζημιά στους Εναγόμενους 1 - Αιτητές. - Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την παράγραφο 37 της Έκθεσης Απαίτησης όπου παρατίθενται λεπτομέρειες αναφορικά με την παράβαση των σχετικών διατάξεων του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου Ν.93(Ι)/1996. - Η ίδια κρίση του Δικαστηρίου υιοθετείται σε σχέση με τις παραγράφους 39(viii) και (xiii) της Έκθεσης Απαίτησης. - Σε ό,τι αφορά στις παραγράφους 39(xviii), (xix), (xx), (xxi), (xxii), (xxiii), (xxv), (xxvi), (xxvii), (xxix), (xxx), (xxxi), (xxxii), (xxxiii) και (xxxiv) αποτελεί κρίση του Δικαστηρίου ότι στη βάση της απαίτησης των Εναγόντων για ζημιές που υπέστηκαν συνεπεία αμέλειας και/ή παράβασης των θέσμιων καθηκόντων των Εναγομένων 1 που τους οδήγησαν σε αφερεγγυότητα και προκάλεσαν τον εκμηδενισμό της αξίας των επίδικων αξιογράφων, οι ισχυρισμοί που περιέχονται σε αυτές φαίνονται εκ πρώτης όψεως σχετικοί με τα επίδικα θέματα. - Στις παραγράφους 40(
- i)- (vii) παρατίθενται ξεχωριστές λεπτομέρειες παράβασης των νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων 1 ως τούτα προκύπτουν από τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο Ν.144(Ι)/2007και σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούν επανάληψη ήδη προβληθέντων ισχυρισμών. - Τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα ισχύουν κατ' αναλογία σε σχέση με τις παραγράφους 47(
- i)- (iii) και (
- v)- (
- xx)της Έκθεσης Απαίτησης. Ως προς την παράγραφο 47(
- iv)και τις υποπαραγράφους αυτής δεν συμφωνώ με την θέση των Εναγομένων 1 ότι πρόκειται για καταγραφή μαρτυρίας και για ζητήματα άσχετα με τις αξιώσεις των Εναγόντων. - Η παράγραφος 51 δεν χρήζει διαγραφής καθότι εκεί στην ουσία δικογραφείται η θέση των Εναγόντων περί καταρτισμού των επίδικων συμφωνιών συνεπεία των ενεργειών και παραλείψεων που παρατίθενται στις παραγράφους 36 - 47 της Έκθεσης Απαίτησης. - Κατ' αναλογία προς τα όσα καταγράφονται αμέσως πιο πάνω, στην παράγραφο 54 δικογραφείται η θέση των Εναγόντων επί τω ότι στηρίχθηκαν στις παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις των Εναγομένων 1 και σε αυτή τη βάση προέβηκαν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων. - Παρομοίως, στην παράγραφο 55 της Έκθεσης Απαίτησης δικογραφείται ο τρόπος με τον οποίο προκλήθηκε ζημιά στους Ενάγοντες. - Οι παράγραφοι 61
(1)-
(21)και
(28)επίσης δεν χρήζουν διαγραφής ενόψει της απαίτησης των Εναγόντων για ζημιές που υπέστηκαν συνεπεία αμέλειας και/ή παράβασης των θεσμίων καθηκόντων των Εναγομένων 1 που τους οδήγησαν σε αφερεγγυότητα και προκάλεσαν τον εκμηδενισμό της αξίας των επίδικων αξιογράφων. Επομένως, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί φαίνονται εκ πρώτης όψεως σχετικοί με τα επίδικα θέματα. - Τα αμέσως πιο πάνω ισχύουν σε σχέση με τις παραγράφους 65 και 75 - 88 και 90 - 100, 106 και 141. - Οι παράγραφοι 110 - 127 και 130 αφορούν τις θέσεις των Εναγόντων σε σχέση με την Εναγόμενη 3 και δεν επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο τους Εναγόμενους 1 είτε στην σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισής τους είτε την εκδίκαση της υπόθεσης. Επαναλαμβάνεται ότι η Εναγόμενη 3 έχει ήδη καταχωρήσει την Έκθεση Υπεράσπισής της. - Τέλος, σε σχέση με τις θέσεις των Εναγομένων 1 αναφορικά με τις αξιώσεις των Εναγόντων, παρατηρώ ότι αυτές (οι αξιώσεις) δεν εμπεριέχουν επιχειρηματολογία ενώ το κατά πόσον οι Ενάγοντες αξιώνουν θεραπείες που δεν δικαιούνται είναι θέμα που θα κριθεί στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης. Σημειώνω επίσης ότι ο καθορισμός του ύψους των αποζημιώσεων που αξιώνονται ως οι υποπαράγραφοι
(20)και
(27)της παραγράφου 157 δεν είναι αναγκαίος, όπως ούτε μπορεί να κριθεί εκ προοιμίου απαράδεκτη η αξίωση των Εναγόντων ώστε να κηρυχθεί αντισυνταγματικός ολόκληρος ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος Ν.17(Ι)/2013. Κρίνω σκόπιμο να παρατηρήσω ότι η έκταση της Έκθεσης Απαίτησης είναι πράγματι μεγάλη. Το στοιχείο αυτό δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου. Από μόνο του το γεγονός αυτό, όμως, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή των ανάλογων ισχυρισμών. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787, απλή πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς και μόνο γιατί μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής. Παρομοίως, η επανάληψη κάποιων ισχυρισμών ή ακόμα και η έκθεση των γεγονότων στα οποία στηρίζεται η απαίτηση των Εναγόντων σε βαθμό που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απόλυτα συνοπτικός δεν δικαιολογεί αφ' εαυτής τη διαγραφή των ισχυρισμών αυτών εάν η συμπερίληψη τους δεν προκαλεί δυσχέρεια στη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προσδιορίζονται αμέσως πιο πάνω δεν διαπιστώνεται κάτι τέτοιο. Χρήσιμη αναφορά σε σχέση με τα ζητήματα που εγείρονται μπορεί να γίνει στην υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Abdallah κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 1520, 1529-1530, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε της αρχές που διέπουν το υπό εξέταση θέμα και εξήγησε ότι η φράση «tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action» έχει ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια, έτσι ώστε απλή πολυλογία να μην προκαλεί αμηχανία. Επισημάνθηκε περαιτέρω ότι το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δεν διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι, από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Αντίθετα κατά την κρίση του Δικαστηρίου δικαιολογείται η διαγραφή των ακόλουθων παραγράφων καθότι διαπιστώνεται ότι η συμπερίληψή τους προκαλεί ζημιά στους Εναγόμενους 1 και δυσχέρεια στη διεξαγωγή της διαδικασίας: - Σε σχέση με την παράγραφο 56 (βλέπε ενδεικτικά υποπαραγράφους
(5),
(6),
(10),
(19),
(21),
(22)και
(25)) κρίνω ότι η παράθεση των προνοιών των άρθρων του Συντάγματος που σύμφωνα με τους Ενάγοντες έχουν παραβιαστεί είναι απαράδεκτη. - Παρομοίως, η αναφορά σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το κατά πόσον η παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων αποτελεί αγώγιμο δικαίωμα που επιτρέπει στους Ενάγοντες να αξιώνουν θεραπεία αποτελεί επιχειρηματολογία και δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Για τον λόγο αυτό η παράγραφος 57 θα πρέπει να διαγραφεί. - Οι υποπαράγραφοι
(22)-
(27)της παραγράφου 61 επίσης θα πρέπει να διαγραφούν καθότι σε αυτές παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο διάφορων επιστολών και εκθέσεων ενώ κάτι τέτοιο δεν κρίνεται επιτρεπτό. - Οι παράγραφοι 101 - 105 και 107 - 109 αφορούν ζητήματα τα οποία αποτελούν δικαστική γνώση και δεν κρίνεται απαραίτητο να δικογραφούνται. - Τα πιο πάνω ισχύουν και σε σχέση με τις παραγράφους 137 - 139 της Έκθεσης Απαίτησης. Δεδομένων των όσων αναφέρονται αμέσως πιο πάνω και της έκτασης των παραγράφων που θα πρέπει να διαγραφούν και έχοντας υπόψη ότι από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει η δικογράφηση εύλογης αιτίας αγωγής (σημ: η πιο πάνω παρατήρηση του Δικαστηρίου γίνεται χωρίς να εξετάζονται οι πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής), κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται η διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης δίνοντας ταυτόχρονα την άδεια στους Ενάγοντες να τροποποιήσουν και επιδώσουν στην άλλη πλευρά νέο δικόγραφο ώστε να διορθώσουν τα διάφορα ελαττώματα. Η αφαίρεση τόσων πολλών παραγράφων θα καθιστούσε το δικόγραφο ασύνδετο και η διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας δεν θα ήταν εφικτή. Η πιο πάνω πρακτική ακολουθήθηκε και από τον Δικαστή Κ. Κληρίδη (Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε), σε ανάλογη ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 17.3.2009, στην αγωγή με αρ. 3410/2006, Γιάννης Λύτρας κ.ά. v. Universal Financial Services Ltd, όπου υπέδειξε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Ούτε και είναι έργο του Δικαστηρίου να αναδιατάξει το δικόγραφο διαγράφοντας ένα σημείο σε κάποιο μέρος του, άλλο σημείο σε άλλο μέρος του, κλπ. Κάτι τέτοιο, θα προκαλούσε προφανώς χειρότερο αποτέλεσμα απ΄ αυτό που θα επιχειρούσε να διορθώσει. Η μόνη λύση σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, είναι η πλήρης διαγραφή του δικογράφου και η παροχή ακόμα μιας ευκαιρίας για καταχώρηση ενός δικογράφου σε συνοπτική μορφή στο οποίο να αποφεύγονται οι προαναφερθείσες παρασπονδίες.» Υιοθετώντας πλήρως το πιο πάνω απόσπασμα, διατάσσεται η διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Απαίτησης. Οι Ενάγοντες δύνανται να καταχωρήσουν νέα Έκθεση Απαίτησης εντός 45 ημερών από σήμερα. Ενόψει της επιτυχίας της αίτησης, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Το παρόν διάταγμα να επιδοθεί και στους Εναγόμενους 3 και 4 οι οποίοι θα μπορούν να καταχωρήσουν Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης, εάν επιθυμούν, εντός 30 ημερών από την επίδοση της νέας Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα που θα προκύψουν στους Εναγόμενους 3 και 4 σε περίπτωση καταχώρησης τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης θα βαρύνουν τους Ενάγοντες όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι, όμως, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «4. Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person». [2] 26. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο