D.A.D. TRADING COMPANY LIMITED ν. Δημοσθένους, Αρ. Αγωγής 348/2020, 23/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A298 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 348/2020 Μεταξύ: D.A.D. TRADING COMPANY LIMITED Εναγόντων -και- XXXXX Δημοσθένους Εναγομένης Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 10.2.2020 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων Ημερομηνία: 23 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Α. Χατζησέργης Η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (δόθηκε αυθημερόν) Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 10.2.2020, οι Ενάγοντες αξιώνουν από την Εναγόμενη διάφορες θεραπείες οι οποίες στην ουσία πηγάζουν από συμφωνητικό έγγραφο το οποίο υπογράφτηκε μεταξύ των διαδίκων στις 29.12.
- Πιο συγκεκριμένα οι Ενάγοντες αξιώνουν τις ακόλουθες θεραπείες (παρατίθεται αυτούσια η αξίωση των Εναγόντων σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα): «Α. Αναγνωριστική Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να αναγνωρίζει τους Ενάγοντες, D.A.D. TRADING COMPANY LIMITED, ως τον νόμιμο δικαιούχο για όλα τα θέματα των εκκρεμουσών υποθέσεων στο Ανώτατο Δικαστήριο, στο Διοικητικό Δικαστήριο και στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και οι οποίες αναφέρονται ρητά στο Συμφωνητικό Έγγραφο ημερομηνίας 29/12/2017, το οποίο υπεγράφη στην Λευκωσία, μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης. Β. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να δηλώνει ότι από την 29/12/2017, ημερομηνία κατά την οποία υπεγράφη το Συμφωνητικό Έγγραφο μεταξύ των Εναγόντων (Α' Μέρος) και της Εναγόμενης (Β' Μέρος), η Εναγόμενη δεν δικαιούται και/ή εμποδίζεται λόγω Συμφωνίας (estopped by contract), από του να επεμβαίνει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να παρεμβαίνει και/ή να παρενοχλεί και/ή να αναμειγνύεται και/ή να δίδει οδηγίες, είτε προφορικώς, είτε γραπτώς και/ή άλλως πώς, για τον χειρισμό των υποθέσεων που αναφέρονται στο Συμφωνητικό Έγγραφο ημερομηνίας 29/12/
- Γ. Απαγορευτικό Διάταγμα, το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει την Εναγόμενη, από του να επεμβαίνει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να παρεμβαίνει και/ή να αναμειγνύεται και/ή δίδει οδηγίες και/ή να αποστέλλει επιστολές στο Δικηγορικό Γραφείο Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.π.ε. και ειδικότερα προς τον Δικηγόρο κ. Ανδρέα Σ. Αγγελίδη που έχει τον χειρισμό των υποθέσεων, οι οποίες αναφέρονται ρητώς στο Συμφωνητικό Έγγραφο ημερομηνίας 29/12/2017, ως μη έχουσα τέτοιο δικαίωμα ως προκύπτει εκ του εν λόγω Συμφωνητικού Εγγράφου, το οποίο αποδέχθηκε και υπέγραψε η Εναγόμενη με την ελεύθερη βούληση και επιθυμία της. Δ. Γενικές και/ή τιμωρητικές Αποζημιώσεις για παράβαση και/ή για προτροπή άλλων προς παράβαση σύμβασης και/ή διάρρηξη Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 29/12/2017, που υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης στην Λευκωσία. Ε. Οποιανδήποτε Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει κατάλληλη το Σεβαστό Δικαστήριο, υπό τις παρούσες συνθήκες και/ή περιστάσεις. Ζ. Έξοδα της παρούσης Αγωγής, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης». Την ίδια ημέρα οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάττει και/ή να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει στην Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση, από του να επεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή παρεμβαίνει και/ή αναμειγνύεται και/ή δίδει οδηγίες και/ή αποστέλλει επιστολές στο Δικηγορικό Γραφείο Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.π.ε., ο οποίος έχει τον χειρισμό των υποθέσεων, οι οποίες αναφέρονται ρητώς στην Συμφωνία ημερομηνίας 29/12/2017, που υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης, ως μη έχουσα τέτοιο δικαίωμα, όπως προκύπτει από την εν λόγω Συμφωνία, μέχρι ακροάσεως και τελείας αποπερατώσεως και/ή μέχρι πλήρους εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάττει και/ή να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει στην Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση, από του να επεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή παρεμβαίνει και/ή αναμειγνύεται στις εσωτερικές υποθέσεις των Εναγόντων σχετικά με την διαχείριση των Καντινών και/ή Κυλικείων (α) του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, (β) του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου και (γ) του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ως μη έχουσα τέτοιο δικαίωμα με βάση την Συμφωνία ημερομηνίας 29/12/2017, που υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης, μέχρι ακροάσεως και τελείας αποπεράτωσης και/ή μέχρι πλήρους εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Δήμου Δημοσθένους ο οποίος είναι διευθυντής και μέτοχος των Εναγόντων και εν διαστάσει σύζυγός της Εναγόμενης. Εκεί γίνεται καταρχήν αναφορά στο συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 29.12.2017 που υπέγραψαν τα μέρη (στο εξής το «Συμφωνητικό Έγγραφο») και στις πρόνοιες αυτού. Ειδικά υποδεικνύεται ότι με βάση το προοίμιο του Συμφωνητικού Εγγράφου:
(1)οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που ασχολείται με την διαχείριση καντινών,
(2)η Εναγόμενη είναι μέτοχος των Εναγόντων,
(3)έχουν κατακυρωθεί στο όνομα της Εναγόμενης διάφορες προσφορές του δημοσίου για τη διαχείριση καντινών του δημοσίου, την οποία (διαχείριση) έχει παραχωρήσει η Εναγόμενη στους Ενάγοντες, οι οποίοι διαχειρίζονται τις καντίνες μέχρι σήμερα, και
(4)κατά την διαχείριση των καντινών αυτών προέκυψαν απαιτήσεις για χρηματικές αποζημιώσεις εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή τρίτων προσώπων σε σχέση με τις οποίες εγέρθηκαν αγωγές και/ή καταχωρήθηκαν προσφυγές από την Εναγόμενη. Με βάση το Συμφωνητικό Έγγραφο συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων όπως οι Ενάγοντες αναλάβουν τον χειρισμό των υποθέσεων που εγέρθηκαν από ή εναντίον της Εναγόμενης, ως περιγράφεται στο προοίμιο και απαριθμούνται στον όρο 2 του Συμφωνητικού Εγγράφου, μέχρι την αποπεράτωσή τους και όπως η Εναγόμενη δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού ή εξόδων σε οποιοδήποτε πρόσωπο σε σχέση με αυτές. Τα μέρη επίσης συμφώνησαν όπως το οποιοδήποτε ποσό αφορά τις προαναφερόμενες υποθέσεις ή και άλλες υποθέσεις τυχόν επιδικασθεί προς όφελος της Εναγόμενης δεν θα ανήκει σε αυτήν αλλά στους Ενάγοντες οι οποίοι είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι αυτού με βάση την ιδιωτική συμφωνία που υπέγραψαν τα μέρη. Αποτελεί θέση του ενόρκως δηλούντα ότι κατά παράβαση του Συμφωνητικού Εγγράφου η Εναγόμενη επεμβαίνει στον χειρισμό των υποθέσεων που αναφέρονται στη συμφωνία και δημιουργεί τεράστια προβλήματα με σκοπό την εκδίκηση και τον εκβιασμό (σχετική αλληλογραφία της Εναγόμενης με το δικηγορικό γραφείο Α. Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ επισυνάπτεται ως Τεκμήρια 2 - 10). Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού σε αντίθετη περίπτωση οι Ενάγοντες θα υποστούν ανυπολόγιστη και ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον δεν θα είναι σε θέση να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους και θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Προς περαιτέρω υποστήριξη της αίτησης καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Δήμου Δημοσθένους όπου γίνεται λεπτομερής αναφορά στις υποθέσεις οι οποίες αποτελούν αντικείμενο του Συμφωνητικού Εγγράφου και επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Παρόλο που η αίτηση καταχωρήθηκε αρχικά μονομερώς, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στην Εναγόμενη, η οποία και εμφανίστηκε στη διαδικασία εγείροντας ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Να σημειωθεί ότι η Εναγόμενη εμφανίστηκε στη διαδικασία αρχικά μέσω δικηγόρου, η οποία, ωστόσο, αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση της Εναγόμενης στις 11.6.
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία η Εναγόμενη ανέφερε στο Δικαστήριο ότι επρόκειτο να χειριστεί την υπόθεση αυτοπροσώπως. Έτσι, το Δικαστήριο όρισε την υπό κρίση αίτηση για ακρόαση στις 23.6.2020 δίδοντας οδηγίες όπως η ένσταση από την πλευρά της Εναγομένης καταχωρηθεί μέχρι τις 18.6.
- Στις 18.6.2020 καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται «Γραπτή Ένσταση» και πρόκειται στην ουσία για ένορκη δήλωση της Εναγόμενης όπου παρουσιάζονται κάποιες θέσεις της σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Σε αυτό η Εναγόμενη αναφέρεται στις διαπροσωπικές σχέσεις της με τον κ. Δήμο Δημοσθένους και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκε, σύμφωνα με την ίδια, το Συμφωνητικό Έγγραφο ενώ γίνεται αναφορά σε έτερο συμφωνητικό έγγραφο που υπογράφθηκε προς επίλυση των περιουσιακών διαφορών της ίδιας και του εν διαστάσει συζύγου της. Αποτελεί θέση της Εναγομένης ότι έθεσε την υπογραφή της επί του Συμφωνητικού Εγγράφου χωρίς να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και ενώ η ίδια βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενωρίτερα σήμερα οι δυο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους. Από την πλευρά του ο κ. Χατζησέργης κάλεσε καταρχήν το Δικαστήριο να αγνοήσει το έγγραφο το οποίο καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη καθότι, ως εισηγήθηκε, τούτο δεν αποτελεί ένσταση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στα πλαίσια της αγόρευσης της η Εναγόμενη αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έθεσε την υπογραφή της επί του Συμφωνητικού Εγγράφου και τόνισε ότι επιθυμεί την υλοποίηση τόσο του Συμφωνητικού Εγγράφου όσο και της άλλης συμφωνίας που υπέγραψαν τα μέρη. Έχω διεξέλθει του εγγράφου που τιτλοφορείται «Γραπτή Ένσταση» και λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική επί του θέματος νομολογία (βλέπε μεταξύ άλλων Οργανισμός Χρηματοδοτήσεων Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825) διαπιστώνεται ότι αυτό δεν αποτελεί ένσταση με βάση τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι με βάση το έγγραφο αυτό, η Καθ' ης η αίτηση δεν προβάλλει οποιουσδήποτε λόγους ένστασης αλλά απλά τις θέσεις της σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Ως τέτοια, λοιπόν, θα αντικριστεί για σκοπούς εξέτασης της αίτησης. Σε ότι αφορά την νομική πτυχή των ζητημάτων τα οποία εγείρονται στην παρούσα υπόθεση σημειώνω τα ακόλουθα: Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συντηρητικών ενδιάμεσων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60. Σύμφωνα με αυτό, η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτών διάδικος σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος έχουν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ. 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων v. Παραρλάμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051) Η πρώτη προϋπόθεση ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι ικανοποιείται με την κατάδειξη συζητήσιμης υπόθεσης, με αναφορά πάντοτε στα καταχωρημένα δικόγραφα. Το δεύτερο κριτήριο, το οποίο είναι σε κάποια έκταση αλληλένδετο με το πρώτο, ικανοποιείται εάν καταδεχθεί ότι ο αιτητής έχει πιθανότητα επιτυχίας, η οποία έχει επεξηγηθεί ως κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται συνήθως σε συνάρτηση με το κατά πόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε, κατά βάση, η έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος δεν κρίνεται απαραίτητη (βλέπε Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255). Όμως, οι έννοιες του δύσκολου ή αδύνατου απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν περιορίζονται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης αλλά ανάλογα με τις συγκεκριμένες παραμέτρους της κάθε περίπτωσης, περιλαμβάνουν και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου (βλέπε μεταξύ άλλων Cambridge Nutrition Ltd v British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523 και Zena Company Ltd v Demenian Catering Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 304/2008, απόφαση ημερομηνίας 21.10.2011). Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Οdysseos (πιο πάνω), ακόμα και εάν πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το ζήτημα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που τέθηκαν ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων (σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Βασίλη (πιο πάνω), Παλιομυλίτου ν. Παναγιώτου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 407, K. Christodoulides Land and Building Developments Ltd v. Φιλόκυπρου Γεώργιου Ματθαίου
(2005)1 Α.Α.Δ. 310 και Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της αξίωσης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστόφορου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Το πιο πάνω εγχείρημα γίνεται μόνο για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει το αναγκαίο υλικό για τη διαπίστωση ύπαρξης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60(βλέπε C.T. Tobacco Ltd ν. Εκδόσεις Αρκτίνος κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 853). Όπως, μάλιστα, υποδείχθηκε στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος εκείνο που χρειάζεται δεν είναι απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Τα δικαιώματα των διαδίκων θα αποφασιστούν μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από το μόνο αρμόδιο σώμα που δεν είναι άλλο από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Προχωρώντας, λοιπόν, στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 σημειώνω τα εξής: Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, επαναλαμβάνεται ότι το κατά πόσον υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα δικόγραφα χωρίς να γίνεται αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της όποιας μαρτυρίας έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης. Μελετώντας το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αλλά και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση επαναλαμβάνω ότι η αξίωση των Εναγόντων βασίζεται στην από μέρους της Εναγόμενης παραβίαση του Συμφωνητικού Εγγράφου όπου επίσης αναφέρεται ότι η διαχείριση των καντινών έχει ανατεθεί σε αυτούς. Επομένως, η πρώτη προϋπόθεση η οποία αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των Εναγόντων πληρείται εφόσον από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έχουν αποκαλύψει στο δικόγραφό τους σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει να εξεταστεί το μαρτυρικό υλικό το οποίο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο από πλευράς Εναγόντων όσο και από πλευράς Εναγόμενης. Σύμφωνα δε με τη νομολογία που παρατίθεται σε σύνοψη πιο πάνω, είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Στην Odysseos ν. Pieris Estates & Others (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι η έννοια της «πιθανότητας» (probability) στο άρθρο 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει ορατή ευκαιρία να επιτύχει. Στη σελίδα 569 της απόφασης τονίζονται τα εξής: «The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re IS. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.). "A probability", in the context of the proviso to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.» Έχοντας υπόψη τις θέσεις των δυο πλευρών, και χωρίς να καταλήγω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα, αποτελεί κρίση μου ότι τα όσα επικαλούνται οι Ενάγοντες προς υποστήριξη της αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Και τούτο στη βάση των ισχυρισμών του κ. Δημοσθένους περί υπογραφής του Συμφωνητικού Εγγράφου και παραβίασης του από την Εναγόμενη (σχετική η αλληλογραφία η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Δημοσθένους - βλέπε Τεκμήρια 2 - 10 και Τεκμήρια 5 και 6 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ Δημοσθένους). Αξιοσημείωτο είναι, μάλιστα, το γεγονός ότι η ίδια η Εναγόμενη δεν αρνείται την υπογραφή του Συμφωνητικού Εγγράφου, αλλά απλά προβάλλει κάποιες άλλες θέσεις αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ίδια έθεσε την υπογραφή της επί αυτού. Το θέμα, όμως, αυτό αφορά την ουσία της υπόθεσης και δεν θα εξεταστεί στο παρόν στάδιο. Προχωρώντας στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης, δηλαδή κατά πόσον οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν κατάφεραν να αποδείξουν ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, παρατηρώ ότι στη βάση της αναντίλεκτης μαρτυρίας που έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οι Ενάγοντες ικανοποιείται και το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32. Και τούτο λόγω των καταλυτικών συνεπειών που θα έχει ο χειρισμός των υποθέσεων από την Εναγόμενη, με τον οποίο, μάλιστα, οι Ενάγοντες δεν συμφωνούν (βλέπε Τεκμήρια 2-10 στην ένορκη δήλωση του κ. Δημοσθένους και Τεκμήρια 5 και 6 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Δημοσθένους). Συνεπώς, κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του Ν. 14/60 ορίζει. Ερχόμενη, τέλος, να εξετάσω το ισοζύγιο της ευχέρειας, το οποίο στην ουσία υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, κρίνεται ότι στη βάση των όσων αναφέρονται αμέσως πιο πάνω σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 τούτο κλίνει υπέρ των Εναγόντων. Δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Επισημαίνω μόνο ότι από την πλευρά της Εναγόμενης δεν προωθείται οποιαδήποτε θέση περί δυσχέρειάς της σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Αντίθετα, στα πλαίσια της αγόρευσης της δήλωσε ότι και η ίδια επιθυμεί την υλοποίηση των δυο συμφωνιών που υπογράφθηκαν από τα μέρη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει και συνακόλουθα εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι, όμως, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο