Latinovic ν. CROSSANA LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4188/2019, 12/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A290 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4188/2019 Μεταξύ: *** Latinovic Ενάγοντος και
- CROSSANA LIMITED
- *** Latinovic
- *** Latinovic Εναγομένων Αίτηση ημερ. 8.5.20 υπό Ενάγοντος για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Χ. Παπαχριστοδούλου με κ. Κ. Πλατύ για Παπαδόπουλος & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενους: κ. Α. Αγγελίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27.12.2019 ο Ενάγων, κατόπιν μονομερούς αίτησης του, εξασφάλισε διάταγμα (ως η παράγραφος Α των αιτητικών του) με το οποίο απαγορεύετο μέχρι τις 31.1.2020 στους Εναγόμενους να πραγματοποιήσουν τη Γενική Συνέλευση της Εναγομένης 1, η οποία είχε προγραμματιστεί για τις 8.1.2020 και ή να λάβουν ψήφισμα παύσης του Ενάγοντος από τη θέση του διευθυντή πριν τις 31.1.2020 και ή σε οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία το δικαστήριο ήθελε καθορίσει. Τα υπόλοιπα αιτητικά ορίστηκαν για επίδοση. Αφορούσαν επίσης τη μη παύση του Ενάγοντος από τη θέση συμβούλου (παράγραφος Β), τη μη καταχώριση εγγράφων στον Έφορο (παράγραφος Γ), τη μη αποξένωση περιουσίας της Εναγομένης 1 (παράγραφος Δ) και την απαγόρευση κατάθεσης οποιωνδήποτε εισπράξεων της Εναγομένης 1 σε λογαριασμούς άλλους από τους δικούς της (παράγραφος Ε). Σε γενικές γραμμές η υπόθεση αφορά οικονομικές διαφορές του Ενάγοντος αφενός και της Εναγομένης 2 (πρώην συζύγου του) και του γιου τους, Εναγομένου 3 αφετέρου, σε σχέση με την Εναγόμενη 1, η οποία είναι οικογενειακή εταιρεία κατοχής περιουσιακών στοιχείων. Οι Εναγόμενοι εμφανίστηκαν στις 27.1.2020 οπότε μέσω του συνηγόρου τους έλαβαν παράταση για ένσταση μέχρι τις 18.2.2020 και αποδέχθηκαν τη διαφοροποίηση του εκδοθέντος διατάγματος υπό παράγραφο Α εις τρόπον ώστε «να απαγορεύει μέχρι την εκδίκαση της αίτησης την πραγματοποίηση της Γενικής Συνέλευσης». Καταχώρισαν την ένσταση τους στις 20.2.2020 προβάλλοντας οκτώ λόγους προς απόρριψη, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων. Η ένσταση στην κυρίως αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εκ των δικηγόρων τους κ. Παναγή, ο οποίος αναφέρθηκε στα γεγονότα βάσει πληροφόρησης και εγγράφων τα οποία έλαβε, υποστηρίζοντας το δικαίωμα της πλειοψηφίας των μετόχων (δηλαδή των Εναγομένων 2 και 3) να συγκαλέσουν έκτακτη Γενική Συνέλευση στην οποία να παύσουν τον Ενάγοντα από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και επισυνάπτοντας διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια 1 έως
- Στις 8.5.20 ο Ενάγων καταχώρισε την υπό κρίσην αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της εκ των δικηγόρων του, κας Μαζέρη. Σε αυτήν εξηγεί ότι υπάρχουν δύο λόγοι οι οποίοι επέβαλαν την καταχώριση. Πρώτον το ότι μετά την αρχική αίτηση προέκυψαν νέα γεγονότα ουσιώδους σημασίας και πρέπει να τεθούν ούτως ώστε να έχει ολοκληρωμένη εικόνα το δικαστήριο και δεύτερον ότι με την ένορκη δήλωση της ένστασης τέθηκαν «επίπλαστα» ζητήματα, αναληθείς και άσχετοι ισχυρισμοί, οπότε απαιτείται η παράθεση σχετικής μαρτυρίας. Η προτεινόμενη ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Ένσταση Οι Εναγόμενοι με την ένσταση τους προέβαλαν εννέα λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, ότι δεν υπάρχει καλός λόγος, ότι γίνεται προσπάθεια επανόρθωσης μεταγενέστερα, ότι μπορούσαν όλα να τεθούν νωρίτερα, ότι αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας και ότι οι ισχυρισμοί αφορούν την αγωγή και όχι την κυρίως αίτηση. Οι λόγοι αυτοί αναλύονται και επεξηγούνται σε συνοδευτική ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Παναγή. Νομική Πτυχή Η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2), η οποία έχει ως εξής: «4
(2)Το Δικαστήριο η Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Η εν λόγω πρόνοια σε συνδυασμό με τη ρύθμιση ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται πλέον στη βάση των γεγονότων της αίτησης ή των ενόρκων δηλώσεων διατηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης (βάσει της Δ.39) αποσκοπεί στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων δια του περιορισμού της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας σε αιτήσεις. Θεσπίζοντας τον εν λόγω κανονισμό το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε το θέμα στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος δικαστηρίου, θέτοντας ουσιαστικά ένα κριτήριο, ήτοι αυτό της ύπαρξης "καλού λόγου" (βλ. Αναφορικά με αίτηση Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1 A 510). Δεν μπορεί βεβαίως εκ προοιμίου να εξαχθεί συμπέρασμα ότι σκοπός ήταν να απαγορευθεί η απάντηση σε ισχυρισμούς της αντίδικης πλευράς, αφού μάλλον στο αντίθετο απέβλεπε η ρύθμιση. Σχετικά με τον πιο πάνω κανονισμό είναι τα εξής από την Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα,
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». (έμφαση δοθείσα) Να σημειωθεί πως στην πιο πάνω υπόθεση επιτράπηκε η καταχώριση δύο συμπληρωματικών δηλώσεων, εκ των οποίων η μια προερχόμενη από άλλο πρόσωπο και όχι την αρχικώς ενόρκως δηλούσα. Η κατάσταση ως προς το βάρος απόδειξης σε παρόμοιες αιτήσεις (αλλά και γενικότερα) παραμένει η ίδια και μετά την τροποποίηση της Δ.48, δηλαδή το βάρος ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις χορήγησης ενδιάμεσου διατάγματος (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980). Γενικότερα δε, σε αιτήσεις τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1460). Όπως λέχθηκε στη Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858 «. αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα, μεταξύ του αιτητή και οποιουδήποτε προσώπου που καταθέτει ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει». Όπως προκύπτει από την Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1040 ιδιαίτερα στις περιπτώσεις απαγορευτικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί ex parte η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων υφίσταται και διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας στους ώμους του αιτητή. Συνάγεται πως ο εκάστοτε αιτητής δεν έχει άλλα μέσα στη διάθεση του για να αποσείσει το αναλογούν βάρος απόδειξης εκτός από τα προβλεπόμενα στη Δ.48 κ.4, δηλαδή είτε την προσκόμιση συμπληρωματικής δήλωσης, είτε την αντεξέταση. Είναι για αυτό που αν παραλείψει να το πράξει, τότε το δικαστήριο δικαιούται να εκλάβει ότι κάποιοι από τους ισχυρισμούς του ενιστάμενου παρέμειναν αναπάντητοι η αναμφισβήτητοι, στα πλαίσια πάντα της αίτησης βεβαίως. Θα πρέπει να σημειωθεί πως, η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει, ως θέμα αρχής, αναγνωριστεί κατ΄ αρχάς στην Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. 312/10, ημ. 17.7.14, (η οποία, μεταξύ άλλων, αφορούσε έφεση εναντίον μη οριστικοποίησης μονομερώς εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος περί μη αποξένωσης περιουσίας), αν και το Εφετείο εξέφρασε τη θέση πως δεν μπορούσε να αντιληφθεί «. πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο»». Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφ. 29/14, ημερ. 3.11.16, αναφέρθηκαν σχετικά με το ίδιο θέμα τα εξής: «Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με το, τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγων έχει δεόντως επισυνάψει δείγμα της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης (αν και έχει παραλείψει να παρουσιάσει και τα έγγραφα τα οποία επιθυμεί να προσκομίσει συμπληρωματικά ως τεκμήρια 1 έως 7 μέσω αυτής). Έχω εξετάσει λεπτομερώς το περιεχόμενο της, σε συνδυασμό με την αρχική καθώς και την ένορκη δήλωση της ένστασης και στη βάση των καθιερωμένων αρχών ως έχουν προαναφερθεί, πρέπει να παρατηρήσω τα εξής:
- Οι παράγραφοι 1 έως 8 είναι εισαγωγικές ή επεξηγηματικές, ουδέτερης σημασίας για οποιαδήποτε πλευρά και θα μπορούσαν να εγκριθούν για να υπάρχει νόημα σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο μέρος τυχόν εγκριθεί για καταχώριση.
- Η παράγραφος 9 εισαγωγικά δεν περιέχει οποιοδήποτε γεγονός αλλά απλώς θέσεις του Ενάγοντος οι οποίες δύναται να προωθηθούν κατά την αγόρευση στην κυρίως αίτηση ενώ και οι υποπαράγραφοι συνιστούν η μεν πρώτη επανάληψη ισχυρισμού και η δεύτερη επανάληψη εκτίμησης, που είχαν ήδη τεθεί. Δεν υπάρχει λόγος να εισαχθεί.
- Η παράγραφος 10 περιέχει απλά επιχείρημα βάσει τεκμηρίων της αρχικής δήλωσης, το οποίο επιχείρημα δύναται ούτως ή άλλως να τεθεί κατά την αγόρευση. Δεν επιτρέπεται.
- Στην παράγραφο 11 γίνεται αναφορά σε επισυνημμένες «αποφάσεις» Ισπανίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου, οι οποίες -ως έχει λεχθεί- παραδόξως δεν επισυνάπτονται αλλά και ούτε δίδεται άλλη ένδειξη για το περιεχόμενο, την ημερομηνία και το είδος τους. Δεν μπορεί να επιτραπεί η παράγραφος αυτή.
- Η παράγραφος 12 συνιστά αχρείαστη επανάληψη θέσης του αντιδίκου. Από την παράγραφο 13 δικαιολογείται μόνον η δεύτερη πρόταση, η οποία και αναφέρεται σε γεγονός το οποίο είχαν αρνηθεί οι Εναγόμενοι. Για σκοπούς ολοκληρωμένου νοήματος, και μόνον, δύναται να επιτραπούν οι δύο αυτές παράγραφοι συνολικά.
- Οι παράγραφοι 14 έως 17 αφορούν μεν μεταγενέστερα της αίτησης γεγονότα, πλην όμως αυτά διασυνδέονται με τα αιτητικά των οποίων είχε διαταχθεί η επίδοση και κρίνεται ότι υπάρχει καλός λόγος να επιτραπεί η παρουσίαση τους, με ανάλογη αναρίθμηση των εγγράφων (τα οποία σε αυτή την περίπτωση περιγράφονται με ικανοποιητική επάρκεια).
- Η παράγραφος 18 συνιστά απλά επανάληψη θέσεων και επιχειρήματα των οποίων η κατάλληλη θέση είναι στην αγόρευση. Δεν επιτρέπεται.
- Η παράγραφος 19 σχετίζεται με την ικανότητα του νέου ελεγκτικού οίκου και θα πρέπει να επιτραπεί ως συνέχεια προηγούμενων παραγράφων που έχουν εγκριθεί ως ανωτέρω.
- Η παράγραφος 20 ως πρόταση φιλικής διευθέτησης δεν έχει θέση στα πλαίσια της αίτησης. Δεν επιτρέπεται.
- Η παράγραφος 21 απαντά σε ισχυρισμό των Εναγομένων και επίσης πρέπει να εγκριθεί για να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα.
- Η παράγραφος 22 αφορά την περιουσιακή κατάσταση της Εναγομένης 1 και τα διατάγματα μη αποξένωσης περιουσίας και θα πρέπει να επιτραπεί εις απάντηση θέσεων των Εναγομένων και δη των ισχυρισμών ότι δεν υπάρχει πρόθεση αποξένωσης περιουσίας. Η παράγραφος αυτή επιτρέπεται.
- Η παράγραφος 23 περιέχει επαναλήψεις και επιχειρήματα στη βάση γεγονότων τα οποία είχαν ήδη παρατεθεί στην αρχική δήλωση. Δεν μπορεί να επιτραπεί.
- Η παράγραφος 24 περιέχει απαντήσεις σε ισχυρισμούς των Εναγομένων και δικαιολογείται η συμπερίληψη της με εξαίρεση την προσκόμιση δήλωσης άλλου προσώπου, επειδή παρότι γίνεται νύξη για το περιεχόμενο της, εντούτοις αυτή δεν έχει επισυναφθεί οπότε είναι άγνωστο για το Δικαστήριο τι πραγματικά περιλαμβάνει. Ως εκ τούτου η παράγραφος 24 επιτρέπεται με εξαίρεση την τελευταία πρόταση («Επισυνάπτω.πάνω»).
- Η παράγραφος 25 είναι επίσης απλή επανάληψη θέσεων και ισχυρισμών. Δεν επιτρέπεται.
- Η παράγραφος 26 περιέχει πρώτον, γενικές θέσεις που καλύπτονται ήδη από το όλο αρχικό ιστορικό, δεύτερο, κάποιο παράδειγμα για μια διαγραφή χρέους κατά το 2018 η οποία δεν κρίθηκε αναγκαία κατά την αρχική δήλωση παρότι ήταν γνωστή και τέλος αναφέρεται επίσης σε κάποια «επιστολή» γενικά και αόριστα, χωρίς περιγραφή ή επισύναψη της. Δεν μπορεί να επιτραπεί.
- Η παράγραφος 27 συνιστά απάντηση σε ισχυρισμούς των Εναγομένων και είναι επιτρεπτή η συμπερίληψη της για να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα.
- Το ίδιο ισχύει και για την παράγραφο 28, η οποία επιτρέπεται.
- Οι παράγραφοι 29 έως 32 αφορούν όντως μεταγενέστερα γεγονότα, τα οποία όμως σχετίζονται και αυτά με τα αιτητικά που δεν είχαν εγκριθεί μονομερώς, βοηθούν στο να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα και θα πρέπει να επιτραπούν. Κατάληξη Με βάση όλα τα πιο πάνω δίδεται άδεια στον Ενάγοντα για την καταχώριση εντός 10 ημερών από σήμερα συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία με την κατάλληλη αναρίθμηση των επιτρεπομένων παραγράφων και τεκμηρίων θα έχει ως περιεχόμενο τις προτεινόμενες παραγράφους 1-8, 12, 14-17, 19, 21, 22, 24, 27-32 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης, με εξαίρεση την τελευταία πρόταση της παραγράφου 24 («Επισυνάπτω.πάνω»), ως έχει προαναφερθεί. Λαμβανομένης υπόψιν της μερικής επιτυχίας της αίτησης επιδικάζονται €600 συν Φ.Π.Α. ως έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως. [Υπ.] Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο